Η πραγματική πολιτική απέναντι στην «υπευθυνότητα»

Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να ακουστεί η φωνή μας, για να μάθετε το δίκιο μας. Τριακόσιοι από εμάς ξεκινάμε Πανελλαδική Απεργία Πείνας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στις 25 του Γενάρη.

(κείμενο των απεργών πείνας, 25.1.2011)

 

Τις τελευταίες εβδομάδες βιώνουμε μια πραγματικά λυπηρή και απογοητευτική κατάσταση, η οποία αποδεικνύει, για άλλη μια φορά, το χαμηλότατο επίπεδο των όρων υπό τους οποίους διεξάγεται στην Ελλάδα ο λεγόμενος «δημόσιος διάλογος» σε ό,τι αφορά στα εκάστοτε βασικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία μας. Από πού να αρχίσει και που να τελειώσει κανείς… Η ειρηνική κατάληψη ενός κτηρίου της Νομικής σχολής της Αθήνας -που δε χρησιμοποιείται- από τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας έχει δώσει την ευκαιρία για την έκφραση ενός κρεσέντου εθνικισμού, υφέρποντος ρατσισμού, μικροψυχίας και απίστευτης ηλιθιότητας, φορείς των οποίων είναι η κυβέρνηση, πολιτικοί από τα υπόλοιπα κόμματα, οι τηλεοπτικοί και όχι μόνο μεγαλοδημοσιογράφοι και διάφοροι ακόμα μαϊντανοί και τακτικοί θαμώνες των τηλεοπτικών παραθύρων.

Το σχέδιο του υπουργού ΠροΠό, Χ. Παπουτσή, για την οικοδόμηση ενός τοίχους 12,5 χιλιομέτρων, στα σύνορα του Έβρου, με στόχο τον περιορισμό των μεταναστευτικών ρευμάτων που συρρέουν στη χώρα μας (με στόχο το πέρασμα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες), είχε ήδη δώσει την ευκαιρία στους τηλεπωλητές του μικροαστικού εθνικισμού να λάβουν θέσεις μάχης στα τηλεοπτικά τους χαρακώματα. Ειδικά το ανθρωποειδές με τη φωνή βραχνής πάπιας που ακούει στο όνομα «Άδωνις Γεωργιάδης» βρίσκεται κυριολεκτικά εκτός εαυτού, εξυβρίζοντας και προσβάλλοντας οποιονδήποτε συνομιλητή του τολμά να έχει διαφορετική άποψη.

Αυτό που έχει, όμως, ενδιαφέρον, είναι ότι στην πραγματικότητα ελάχιστη διαφορά υπάρχει, ως προς το θέμα που συζητάμε, ανάμεσα, από τη μια μεριά, σε κίτρινες και «τρας» εκπομπές όπως αυτή της Τατιάνας Στεφανίδου και σε δήθεν «σοβαρές» εκπομπές, από την άλλη πλευρά, όπως αυτή του άνκορμαν Ν. Χατζηνικολάου. Και το ίδιο ισχύει για τις «αναλύσεις» των τηλεοπτικών παραθύρων κατά τη διάρκεια «σοβαρών» δελτίων ειδήσεων όπως, π.χ., αυτό του Mega. Ακόμα μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως οι δύο αυτές όψεις του μικροαστικού εθνικισμού (η πιο λαϊκιστική και κίτρινη και η περισσότερο πολιτικά καθώς πρέπει), σε ό,τι αφορά, τουλάχιστον στο μεταναστευτικό ζήτημα, βρίσκονται σε αγαστή σύμπνοια με τις θέσεις διάφορων φιλελεύθερων εκσυγχρονιστών, από τους οποίους, θεωρητικά, θα περιμέναμε μεγαλύτερη ευρύτητα αντίληψης σε ζητήματα που άπτονται της καταπολέμησης του εθνικισμού αλλά και του σεβασμού στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αλλά στην περίπτωσή τους οι κραυγές υπέρ της «τήρησης των νόμων» και της «υπευθυνότητας» (βλ. π.χ. τα τελευταία κύρια άρθρα της Καθημερινής) τους οδηγούν να θυσιάζουν την όποια ευαισθησία τους στο όνομα μιας υποτιθέμενα αναγκαίας Realpolitik, κατά την οποία η εκδίωξη των απεργών πείνας από τη Νομική είναι πιο σημαντική από το πρόβλημα που θέλουν να καταγγείλουν με την κινητοποίησή τους. Όπως λέει κι η γνωστή παροιμία: «όταν του ηλίθιου του έδειχναν το φεγγάρι, αυτός κοιτούσε το άσυλο». Και όπως είναι φυσικό, τα κανάλια και η κυβέρνηση χρησιμοποίησαν αυτό το τέχνασμα προκειμένου να συγκαλύψουν πλήρως τα αιτήματα των μεταναστών και να στρέψουν την κουβέντα στα περί (πανεπιστημιακού) ασύλου.

Το τι έχουμε ακούσει τις τελευταίες μέρες μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες δεν περιγράφεται. Οι ημιαναλφάβητοι δήθεν «πολιτικοί αναλυτές» έχουν αναλάβει ρόλο εμπροσθοφυλακής του εθνικιστικού μπλοκ και, τόσο με αφορμή το ζήτημα του τείχους στον Έβρο, όσο και τώρα με τη Νομική, εξαπολύουν επίθεση κατά παντός διαφωνούντος. Και αν, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του τείχους συγκαλύπτεται το τεκμηριωμένο γεγονός ότι -ακόμα και από ξενοφοβική πλευρά να το δούμε το θέμα- πουθενά στον κόσμο τα αντίστοιχα τείχη δεν έχουν φέρει αποτέλεσμα (Γιβραλτάρ, Αριζόνα κ.λπ.), εν προκειμένω συγκαλύπτεται όχι μόνο το ότι το κτήριο της Νομικής που καταλήφθηκε δε χρησιμοποιείται για ακαδημαϊκούς σκοπούς αλλά και το ότι η σχολή έκλεισε μετά από απόφαση του πρύτανη και όχι του φοιτητικού συλλόγου της, ο οποίος, όλως αντιθέτως, αποφάσισε να μείνει ανοιχτή η σχολή και ταυτόχρονα να φιλοξενήσει τους μετανάστες απεργούς πείνας. Μέσα από αυτά τα ψέματα προωθείται η ιδέα ότι οι καταληψίες παρακωλύουν την εκπαιδευτική διαδικασία μιας από τις πανεπιστημιακές σχολές με το μεγαλύτερο κύρος, εκθέτοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη χώρα στο εξωτερικό (όπως έσπευσε να μας ενημερώσει ο αρχιερέας της Αποστασίας και ηθικός αυτουργός της ανόδου των Συνταγματαρχών στην εξουσία, Κ. Μητσοτάκης).

Και φυσικά γίνεται και η ανάλογη συνωμοσιολογική ανάλυση, η οποία βρίσκει πίσω από την κίνηση τους κακούς «αριστερούς» και «αντιεξουσιαστές», οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον πόνο των μεταναστών (που ξαφνικά τον θυμηθήκαμε!) για μικροκομματικά οφέλη. Όπως πολύ ωραία το υπογραμμίζει ο Π. Μπουκάλας, μια από τις βασικές προϋποθέσεις αυτής της ρητορικής είναι η ιδέα πως οι μετανάστες είναι όντα εντελώς άβουλα, χειραγωγούμενα κατά το δοκούν από την κακή Αριστερά. Αυτή η υποτιμητική αντίληψη είναι, φυσικά, προϊόν ενός υφέρποντος και ιδιότυπου φιλελεύθερου ρατσισμού, ο οποίος, μέσα στα πλαίσια της μνησίκακης ειρωνείας του απέναντι σε όποιον δεν υποτάσσεται στις ιδεολογικές του προσταγές, δε διστάζει να μιλήσει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, περί «κατάληψηςτων μελαψών». Αυτή η καθαρά ολιγαρχική και δήθεν αριστοκρατική όμως οπτική είναι μάλλον προϊόν της εξέγερσης των πρόωρων ασπρομάλληδων (Πρετεντέρη, Μανδραβέλη κ.λπ.), δηλαδή του τρόπου αντίληψης ενός αποενοχοποιημένου φιλελευθερισμού ορισμένων μεγαλοδημοσιογράφων οι οποίοι, επειδή πιστεύουν ότι το μονοπώλιο που ασκούν στα μέσα εκφοράς δημόσιου λόγου με ευρεία απήχηση τους επιτρέπει να χειραγωγούν τους αναγνώστες και τους ακροατές τους, θεωρούν ότι αντιστοίχως –και ακόμα περισσότερο- χειραγωγήσιμοι είναι και αυτοί οι ημιβάρβαροι «μελαμψοί», που τολμούν να βρωμίζουν τα μάρμαρα της ιστορικής Νομικής.

Ημιβάρβαροι μελαμψοί όμως, που διαθέτουν ακόμη τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια να παλεύουν για τα δικαιώματά τους, βάζοντας σε κίνδυνο την υγεία τους (αφού, φυσικά, έβαλαν πρώτα σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή τους, στην προσπάθειά τους να έρθουν στη χώρα μας). Ημιβάρβαροι μελαμψοί που ορθώνουν το ανάστημά τους ενάντια στις χούντες του αραβικού κόσμου (Ιράν, Τυνησία, Αίγυπτος κ.λπ.), όταν οι εγχώριοι «φιλελεύθεροι» το μόνο που κάνουν είναι να πουλούν εκδούλευση στην πολιτική εξουσία και τους εργοδότες τους.

Από κοντά, βέβαια, και ο μεγάλος Ηγέτης της «ανανεωτικής» και «δημοκρατικής» Αριστεράς, Φ. Κουβέλης: «Η έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας δεν μπορεί να αντικαθίσταται ή και να υποκαθίσταται από επιλογές μεμονωμένων ομάδων ή προσώπων, όπως συνέβη στη Νομική Σχολή σήμερα από καταληψίες μετανάστες και στενόμυαλους “συμπαραστάτες” τους και χθες στον Άγιο Παντελεήμονα από αυτόκλητους ακροδεξιούς “σωτήρες”» διαβάζουμε σε πρόσφατη ανακοίνωση της Δημοκρατικής Αριστεράς, όπου οι «στενόμυαλοι “συμπαραστάτες”» εξισώνονται, εμμέσως, με τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, με έναν παραλληλισμό ανάλογο με αυτόν που μπορούμε να διαβάσουμε στο Protagon.gr: «Υπάρχουν κομματικοί χώροι που σπεκουλάρουν και στο άσυλο και στο μεταναστευτικό. Οι περισσότεροι είναι δεξιοί και ακροδεξιοί αλλά και ο λόγος της αριστεράς δεν είναι πειστικός». Κι αυτό διότι αμφότεροι προσπάθησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να καλύψουν το κενό της επίσημης μεταναστευτικής πολιτικής. Φαίνεται ότι για τους «δημοκράτες» «αριστερούς» μας όποιος δεν αρκείται στην κοινοβουλευτικού τύπου άσκηση της πολιτικής, ασχέτως των απόψεων βάσει των οποίων το κάνει αυτό, είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα με τα στοιχεία του υπόκοσμου (μπράβοι κ.λπ.) και τους νεοναζί τραμπούκους που απαρτίζουν τη Χρυσή Αυγή.

Οι εξελίξεις της Πέμπτης, 27/1, επιτρέπουν σε αυτού του τύπου την ανάλυση να βγει και να κουνήσει το δάχτυλο, λέγοντάς μας «ορίστε τι κατάφερε αυτός ο ανεύθυνος ακτιβισμός: επέφερε την άρση του ασύλου, ένα περαιτέρω, με άλλα λόγια, βήμα προς την οριστική του κατάργηση» («Η εγκατάσταση των μεταναστών στο κτίριο της Νομικής Σχολής είναι μια εντελώς αδιέξοδη και ανώφελη ενέργεια, η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι να εγείρει συντηρητικά ανακλαστικά και να επαναφέρει με αρνητικό τρόπο το θέμα του ασύλου», ό. π.). Εύλογη αντίρρηση, σε ένα πρώτο επίπεδο. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Δεν είναι, μήπως, σαφές ότι εδώ και καιρό σχεδιάζεται η άρση του ασύλου και ασκούνται κάθε είδους πιέσεις με την παραμικρή ευκαιρία; Δεν είναι, επιπλέον, εξίσου σαφές ότι οποιαδήποτε χρήση του ασύλου προς μια πραγματικά ριζοσπαστική κατεύθυνση (και με αυτό δεν εννοούμε, φυσικά, τους πετροπόλεμους των αναρχικών με τα ΜΑΤ), που θα έθετε υπό αμφισβήτηση κομμάτια των εφαρμοζόμενων πολιτικών, θα αντιμετώπιζε ένα ανάλογο κλίμα; Διότι τελικά ποια θα ήταν μια πραγματικά πολιτική χρήση του ασύλου, που δε θα επέφερε την κριτική ότι «εξάρει τα συντηρητικά σύνδρομα»;

Η μόνη ειλικρινής κριτική, την οποία θα μπορούσαμε και θα είχε νόημα να συζητήσουμε, είναι αυτή που θα προερχόταν από κάποιον που αναρωτιέται αν τελικά η επιλογή της Νομικής, ως χώρου στέγασης των απεργών πείνας, υπήρξε ή όχι μια τακτικά αλλά και πολιτικά εύστοχη κίνηση. Εφόσον γνωρίζουμε, με άλλα λόγια, ότι το «κόμμα της Τάξης» μας την έχει εδώ και καιρό στημένη στη γωνία σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του ασύλου, μήπως η επιλογή ενός πανεπιστημιακού χώρου ήταν επιλογή απερίσκεπτη; Μήπως, τελικά, αντί να βοηθήσει στην προώθηση του ζητήματος, έδωσε ευκαιρία στην αντίπαλη πλευρά (κυβέρνηση, ΜΜΕ κ.λπ.) να συγκαλύψει το ζήτημα και τα αιτήματα των μεταναστών, μέσω των υστερικών της αναφορών στο άσυλο; Πρόκειται για ένα καθόλα βάσιμο ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει όλους (διοργανωτές, αλληλέγγυους κ.λπ.). Εμείς, ωστόσο, μάλλον τείνουμε να διαφωνήσουμε με αυτή την κριτική, καθώς πιστεύουμε ότι το ζήτημα πήρε τις διαστάσεις που πήρε ακριβώς επειδή επιλέχθηκε ο χώρος της Νομικής. Και αν οι «διαστάσεις» αυτές είναι μόνο αρνητικές, όπως εύκολα θα έτεινε κανείς να πιστέψει εκ πρώτης όψεως, αυτό θα φανεί στην πορεία. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε εν προκειμένω είναι ότι τέτοιου είδους κριτικές ή προβληματισμοί είναι σωστό και χρήσιμο να συζητούνται, καθώς βοηθούν στην καλύτερη οργάνωση ανάλογων εγχειρημάτων στο μέλλον. Δεν έχουν καμία, όμως, σχέση με τη γραφειοκρατική και αφ υψηλού κριτική αλλά και από θέση αρχής απόρριψη οποιασδήποτε «κινηματικής» δράσης επιλέγει να χρησιμοποιήσει το άσυλο και, ως εκ τούτου, έχει νόημα να γίνονται από τους ίδιους τους αγωνιζόμενους ανθρώπους, τις συλλογικότητες και τις πρωτοβουλίες και όχι από τους μεγαλοδημοσιογράφους και τις κομματικές γραμματείες.

Διότι αυτός ο ιδιότυπος πολιτικός «ορθολογισμός» καταλήγει, όπως φαίνεται, να μας λέει να μην κάνουμε τίποτε το «ακραίο» (δηλαδή τίποτε που να υπερβαίνει τα πλαίσια της κατεστημένης πολιτικής νομιμότητας), αφού υπάρχει ο κίνδυνος να έρθει ο φασισμός, μια νέα Χούντα κ.λπ. Φυσικά, σε απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο εκτός από το να περιμένουμε να εκλεγεί ο Φ. Κουβέλης στη βουλή με μεγαλύτερα ποσοστά για να συμμαχήσει με το ΠαΣοΚ και να επιφέρει τις ριζοσπαστικές τομές που έχει ανάγκη η κοινωνία μας. Στο μεταξύ, ό,τι δε χωρά στα πλαίσια αυτής της ετερόνομης, γραφειοκρατικής και εκκενωμένης από κάθε περιεχόμενο αντίληψης περί πολιτικής οφείλει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται: είτε από ρητά φιλελεύθερες-εκσυγχρονιστικές θέσεις, όπως στην περίπτωση του Protagon.gr και των ομοϊδεατών του, είτε από «αριστερή» σκοπιά, στα πλαίσια του κουβελισμού.

Θα έπρεπε όμως να είναι σαφές ότι πίσω από αυτές τις αντιλήψεις (αν αφήσουμε στην άκρη το κομμάτι τους που έχει να κάνει με την υπεράσπιση μικροπολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων) βρίσκεται η αμηχανία αλλά και η εχθρότητα απέναντι σε κάθε μορφή αυτόνομης και «από τα κάτω» οργανωμένης πολιτικής πράξης, η οποία δε ζητά την έγκριση των κομματικών γραφειοκρατειών και των τηλεοπτικών και μεγαλοδημοσιογραφικών ιερατείων. Διότι τέτοια υπήρξε η οργάνωση της κατάληψης στη Νομική από τους μετανάστες απεργούς πείνας και τις αριστερές οργανώσεις αλλά και τους συμπαθούντες και αλληλέγγυους που τάχθηκαν στο πλευρό τους και τους βοήθησαν (ασχέτως αν τα πράγματα δεν πήγαν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο ή αν μπορεί να έγιναν λάθη τακτικής ή οργάνωσης κ.λπ.). Και το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο που συγκεντρώθηκε σε ένδειξη συμπαράστασης, στα Προπύλαια και στα πέριξ της Νομικής, όταν, Πέμπτη απόγευμα, ανακοινώθηκε η άρση του ασύλου και εκδόθηκε η εντολή αποχώρησης. Η ουσία και το περιεχόμενο μιας πράξης πραγματικά και ουσιαστικά πολιτικής, η οποία έθεσε με τρόπο πολύ σωστό και επιτακτικό ένα ζήτημα καίριας σημασίας, κατάφερε, μέσω της αντίθεσης που δημιουργήθηκε, να καταδείξει, εκτός των άλλων, και το τρομακτικό πολιτικό κενό μέσα στο οποίο ζούμε. Και γι’ αυτό ακριβώς επέφερε τη μηνίν των επίσημων διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας και της εκφοράς δημόσιου λόγου: κατέδειξε πώς η φαμφαρολογία, οι πομπώδεις ρητορείες, οι «αναλύσεις» και οι διάφορες διακηρύξεις δεν είναι παρά όψεις ενός μικροπολιτικού παιχνιδιού που παίζουν οι διάφορες ολιγαρχίες. Και για να μη γίνει αυτό ευρύτερα γνωστό, έσπευσαν να λοιδορήσουν το εγχείρημα, προτάσσοντας μια συντηρητική και εθνικιστική υστερία του χειρίστου είδους.

Η πολιτική συγκυρία την οποία ζούμε είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς στο όνομα της συμμόρφωσης προς τα μέτρα που επιβάλλει το Μνημόνιο επιχειρείται μια γενικότερη απόσπαση συναίνεσης της κοινωνίας προς επιλογές που αλλάζουν την πρότερη κατάσταση σε πλήθος πεδίων και όχι μόνο στο οικονομικό. Ένα από αυτά τα πεδία είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις της κοινωνίας με την εξουσία σε ό,τι έχει να κάνει με την αντιμετώπιση των κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων. Δεν είναι μόνο η σκλήρυνση της στάσης της αστυνομίας τον ενάμιση τελευταίο χρόνο: είναι –κυρίως- όλη αυτή η θεωρία που έχει καλλιεργηθεί από τα ΜΜΕ, τους διάφορους μεγαλοδημοσιογράφους αλλά και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα, σύμφωνα με την οποία κάθε μορφή εξωκοινοβουλευτικής, αυτόνομης και από τα κάτω οργανωμένης πολιτικής κίνησης ή κοινωνικής δραστηριοποίησης είναι κάτι το επικίνδυνο και το «αντιδημοκρατικό», κάτι το οποίο, όταν δεν είναι απλώς ένα ακίνδυνο προϊόν του αφελούς και ανεύθυνου ουτοπισμού «της αριστεράς», συνιστά απειλή για τη «δημοκρατία» και την «τάξη». Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να αναθεωρηθεί κάθε είδους αίσθημα αυθόρμητης αντίδρασης και διαμαρτυρίας, στο όνομα ενός υποτιθέμενου πολιτικού ορθολογισμού της «ευθύνης» και της «σοβαρότητας». Μέσα όμως σε αυτό το κλίμα φόβου και τρομοκράτησης, όπου η «ασφάλεια» και ο «σεβασμός των θεσμών» ανακηρύσσονται σε κεντρικές αξίες, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να ανοίγει ο δρόμος για αυταρχικές αστυνομικές λογικές.

Advertisements
This entry was posted in Ανακοινώσεις. Bookmark the permalink.

4 Responses to Η πραγματική πολιτική απέναντι στην «υπευθυνότητα»

  1. Ο/Η Μίλτος λέει:

    Πολύ καλό το όλο κείμενο, όποιος και αν το έγραψε….Εγώ απλα θα ήθελα να προσθέσω για αυτό το κάθαρμα τον Άδωνη Γεωργιάδη που αποκαλεί όποιον λεει κάτι θετικό για τους μετανάστες’ προδότη του έθνους’, ειδικά όταν συνεβρίσκεται σε παράθυρα της TV με εκπροσώπους της αριστεράς, και που τον κοιτανε σαν χαζοί. Μα τόσο άσχετοι και ανιστόριτοι είναι όλοι αυτοί οι Αριστεροί και δεν μπορούν να του θυμίσουν ότι μεγαλύτεροι προδότες από την άκρα ή μη Δεξιά δεν υπάρχει για τον τόπο τούτο, γιατί και από την εθνικιστική άποψη να το δούμε, πάλι καταλήγουμε σε αυτό το συμπέρασμα. Κάποιος να του θυμίσει του Άδωνι το 1949 όταν η δεξία έφερε τους αμερικάνους να τεστάρουν τις Ναπαλμ τους, το 1967 που έφεραν την χούντα, το ΄74 που οι μεγάλοι αυτοί πατριώτες πουλήσαν την Κύπρο κ.λ.π Αλλά μάλλον η Αριστερά έχει βολευτεί σε μία επιφανειακή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και αφήνει επίτηδες τους δεξιούς του ΠΑΣΟΚ,της Ν.Δ. και Λ.Α.Ο.Σ να περνάνε τις χουντικές απόψεις τους. Τελικός στόχος τους η διάσωση του κοινοβουλευτισμού και η πολιτική αποβλάκωση των υπηκόων.

  2. Ο/Η Αντωνης λέει:

    Πολυ καλο το κειμενο, αν και περιμενα μια ακομα πιο κριτικη προσεγγιση οσον αφορα τον συνολικο χειρισμο του μεταναστευτικου απο κομματικους φορεις και ΜΜΕ. Τουλαχιστον η δικη μου εντυπωση οταν ακουω-βλεπω-διαβαζω την πλειοψηφια των «πολιτικων» θεσεων των κομματικων εκπροσωπων, ειναι οτι βλεπουν το ζητημα σαν το ντερμπυ ΠΑΟ-ΟΣΦΠ, ενω τα μιντια σιγονταρουν αυτη την οπτικη. Οι μεν υποστηριζουν την ομαδα με τη φανελα «Μεταναστης», ενω οι δε (που παιζουν και εντος εδρας) υποστηριζουν την ομαδα με το σκιωδες ονομα (μηπως ειναι ρατσισμος? μηπως ειναι εθνικισμος? α μα οχι, αυτες δεν ειναι comme il faut εκφρασεις, δεν θα πουλησουν στο γυαλι). Και δυστυχως σε αυτην την χωρα ειμαστε πρωτοι στον τομεα «πολωση», με ολα τα αρνητικα του επακολουθα… Ειναι ενας τομεας που βαζει στο τριπακι του ακομα και τα πιο υγειως σκεπτομενα κομματια της κοινωνιας, καθως προβαλλουν την αντιδραση της αλλης πλευρας απεναντι στις ακραιες ρατσιστικες κορωνες. Αντιδραση που αναγκαστικα, θα πρεπει να ειναι το ιδιο ακραια και το ιδιο κραυγαζουσα…
    Ελαχιστες ειναι οι φωνες (και αυτο δεν το λεω γιατι εχω καποια υποψιν μου, αλλα γιατι δεν θελω να τσουβαλιασω) που αντιμετωπιζουν το μεταναστευτικο ως ενα πολιτικο ζητημα, ως ενα θεμα που χρειαζεται επιτακτικα μια σοβαρη πολιτικη διευθετηση (καλλιο αργα παρα ποτε δηλαδη…). Διχως αυτην, η προσπαθεια να αντιμετωπισουμε τα επιμερους προβληματα που πηγαζουν απο αυτο, ειναι μαλλον ματαιη. Δυστυχως μεχρι στιγμης δεν εχει ακουστει καποια ρεαλιστικη ανθρωπιστικη προταση, αναλωνομαστε με το να τσακωνομαστε μεταξυ μας, λες και μπορει να βγει κατι απο αυτο.
    Οσον αφορα τα οργανωτικα ζητηματα της διαμαρτυριας στη Νομικη, επιφυλασσομαι, καθως θα ηθελα να διασταυρωσω την μεχρι στιγμης πληροφορηση μου. Αν παντως αυτα που εχω μαθει ειναι αληθη, τοτε θα πρεπει να ειμαστε πολυ πιο ανησυχοι για τις μελλοντικες πολτικες διαμαρτυριες, δεδομενου οτι οι διαφοροι «παραγοντες» και «οργανωμενοι» εχουν μαλλον διανοητικη ικανοτητα νηπιου σε ζητηματα τακτικης και στρατηγικης.

    • Ο/Η protagma λέει:

      @ Μίλτος,

      Συμφωνώ με την παρατήρησή σου, Μίλτο. Η γελοιότητα των ακροδεξιών φαίνεται απλούστατα από το γεγονός πως πάνε και γιορτάζουν τη νίκη στο Βίτσι, με σημαίες και τελετές, ενώ ουσιαστικά υπήρξε η στρατιωτική νίκη που επισημοποίησε την πρόσδεση της χώρας στο άρμα της αμερικανικής πολιτικής. Και το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για τους σταλινικούς πατριώτες. Ο περίφημος ο Όρκος του Μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού έλεγε: «Εγώ, παιδί του λαού και της Ελλάδας και μαχητής του Δ.Σ.Ε., ορκίζομαι: να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι, να χύσω το αίμα μου και να δώσω και την ίδια μου τη ζωή για να διώξω απ’ τα χώμα τα της Πατρίδας μου και τον τελευταίο ξένο καταχτητή. Για να εξαφανίσω κάθε ίχνος φασισμού. Για να εξασφαλίσω και να υπερασπίσω την εθνική ανξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδας μου», ενώ, ουσιαστικά, το ΚΚΕ προσπαθούσε να φτιάξει καθεστώς υποτελές στο Στάλιν.

      Αυτά όλα είναι πολύ σωστά σε επίπεδο διαπίστωσης, για να καταδεικνύουν πόσο απατεώνες είναι οι διάφοροι που βγαίνουν στα κανάλια. Από την άλλη όμως νομίζω χρειάζεται προσοχή σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο κάνουμε αυτή την κριτική, διότι μπορεί να παρεξηγηθεί από εθνικιστική σκοπιά. Αυτό παθαίνει συνήθως η Αριστερά, πράγμα που στις περισσότερες περιπτώσεις καταλήγει στο φιάσκο ενός διαγωνισμού εθνικοφροσύνης (χαρακτηριστικό δείγμα το ΚΚΕ ή ο Μίκης Θεοδωράκης).

      @ Αντώνης

      Να σου πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν έπιασα το πρώτο σκέλος του σχολίου σου. Αν εννοείς ότι ο αντιρατσισμός και ο αντιεθνικισμός μας δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέπουμε ότι το μεταναστευτικό αποτελεί πλέον ένα σοβαρότατο κοινωνικό ζήτημα με δυνάμει εκρηκτικές συνέπειες, συμφωνώ απόλυτα (νομίζω, άλλωστε, και οι υπόλοιποι στην ομάδα). Το θέμα όμως είναι -για να αντιστρέψω την προοπτική- ότι αυτή η σοβαρότητα και ο επείγων χαρακτήρας της κατάστασης συντείνει προς τη διάδοση ενός δήθεν απολίτικου («μη ιδεολογικού») και τεχνοκρατικού λόγου, ο οποίος ζητά «λύση εδώ και τώρα», δίχως να σκέφτεται ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες λύσεις πέραν των απελάσεων και της κατασκευής του τείχους. Οπότε, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, όπου ο βοβμαρδισμός με αυτόν τον καταστροφολογικό λόγο από τα ΜΜΕ («θα γίνουμε Κάιρο», «θα μας φάνε τα παιδιά» κ.λπ.) στρέφει την κοινή γνώμη προς τα δεξιά, έχει σημασία, νομίζω, η προπαγάνδιση μιας στάσης που θέτει το δίλημμα «υπέρ ή κατά των μεταναστών». Πρέπει, με άλλα λόγια, να τονίζεται σε κάθε ευκαιρία πως δεν πρόκειται απλώς για ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά για θέμα βαθιά πολιτικό. Το ζήτημα όμως είναι -κι εδώ θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου, αν σε έχω καταλάβει σωστά- ότι αυτή η στάση θα πρέπει να συνδυαστεί με μια παραδοχή της σοβαρότητας της κατάστασης κ.λπ.

      Ως προς το δεύτερο σκέλος συμφωνώ απόλυτα (στεκόμαστε σε αυτό το σημείο και στο κείμενό μας). Τα λάθη που ενδεχομένως έγιναν οφείλουν να συζητηθούν και να αναλυθούν. Μόνο που αυτή είναι μια κουβέντα που πρέπει να γίνει από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους («οργανωμένους», κίνημα, αλληλέγγυους κ.λπ.) και η οποία, ως τέτοια, οφείλει πάντοτε να διαχωρίζεται από τις εισαγγελικού τύπου και προβοκατόρικες ανακοινώσεις των κομμάτων, των καναλιών και των διάφορων «προοδευτικών» διανοούμενων. Πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει ότι είμαστε υπέρ τέτοιου τύπου δράσεων και μετά μπορούμε να συζητήσουμε πώς μπορούμε να τις οργανώνουμε με καλύτερο τρόπο, να κάνουμε κριτική σε αβλεψίες κ.λπ.

      Νίκος

  3. Ο/Η Μίλτος λέει:

    Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου Νίκο και μου άρεσαν οι ιστορικές σου αναφορές. Σίγουρα υπάρχει ο κίνδυνος που ανέφερες αναμφισβήτητα, και είμαστε εναντίον πάσης φύσεως εθνικισμού μαύρου ή κόκκινου και διαχωρισμού των ανθρώπων με σύνορα και σημαίες, αλλά αυτές οι απόψεις έχουν την πηγή τους σε μια γενική κριτική για τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. Από τότε που ήμουνα έφηβος δεν θυμάμαι ποτέ να αναφέρεται κανείς θετικά για λαϊκά κινήματα, για κοινωνικούς αγώνες, για δημοκρατικους θεσμούς που άλλαξαν την κοινωνία, ή τελος πάντων αναλύσεις που να προάγουν το δημοκρατικό πρόταγμα. Δεν είδα ποτέ, ύστερα από το άνοιγμα της ιδιωτικής ΤV το 1989, τηλεοπτικό σταθμό που να είναι δημοκρατικός. Περίμενα μέσα σε αυτήν την ‘ελευθερία’ που παρουσιαζόταν να εμφανιστεί κάτι διαφορετικό, έστω και Αναρχικής- Αριστερίστικης κατεύθυνσης. Αντίθετα οι τύπου Καρατζεφέρηδες με την βοήθεια του συστήματος καταφέρνουν πάντα να ανοίγουν σταθμούς και να περνάνε τις φαντασιακές τους σημασίες. Μια ζωή ακούμε τις παπαριές της εξουσίας για τις οικονομικές ελίτ, για το ρόλο των ‘ξεχωριστών προσωπικοτήτων’ που άλλαξαν την ιστορία. »Η ιστορία γράφεται από τους λαούς» αναφέρει τόσο ο Κ. Καστοριάδης όσο και ο Howard Zinn και όχι από τα άτομα ή τις ελίτ. Αυτήν της τόσο σπουδαία άποψη αν δεν καθόμουνα μόνος να την ανακαλύψω μέσα από τα βιβλία αποκλείεται να την μάθαινα στο σχολείο και φυσικά ούτε και από τα αστικά, κρατικά, εθνικιστικά Μ.Μ.Ε. Το ίδιο ισχύει και για το κανάλι του Κ.Κ.Ε, ο περιφημός 902. Ακόμα και εκεί δεν πρόκειται να ακούσεις τίποτα θεωρητικό, έστω και μια αληθινή Μαρξιστική, Λελινιστική, Τροτσκιστική ανάλυση σε καθημερινό επίπεδο που να αμφισβητεί τους κατεστημένους θεσμούς και να αφυπνίζει τους πολίτες επαναστατικά. Με λίγα λόγια το δημοκρατικό φαντασιακό δυστυχώς διαμορφώνεται πλέον ‘Ατομικά’ ή έστω ομαδικά αλλά σίγουρα όχι κοινωνικά που λογικά έτσι θα έπρεπε. Ευχαριστώ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s