Να αντισταθούμε στον κρατικό αυταρχισμό

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να εξελίσσεται στο όνομα «της ασφάλειας και προστασίας του πολίτη», και της αντι-τρομοκρατικης πολιτικής, μια χωρίς προηγούμενο, από τα μεταπολιτευτικά χρόνια και μετά, όξυνση της κρατικής καταστολής η οποία αποτυπώνεται στην καταπάτηση θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων, και περιορισμού, θεσμισμένων, μετά από αγώνες, κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών.

Κακομεταχείριση και βασανισμοί πολιτών  σε διάφορους χώρους κράτησης, μαζικές προληπτικές προσαγωγές πριν από πορείες και διαδηλώσεις, δημόσιοι σωματικοί έλεγχοι, αυθαίρετες συλλήψεις, συνήθεις ρίψεις μεγάλης ποσότητας ιδιαίτερα επικίνδυνων χημικών στους διαδηλωτές, σοβαρότατοι τραυματισμοί μετά από κακοποίηση των συλληφθέντων, επικίνδυνη επιθετικότητα των αστυνομικών που απαρτίζουν την ομάδα Δέλτα, οι οποίοι εμβολίζουν ακόμα και ειρηνικές πορείες με τις μηχανές τους, συνιστούν πλέον συστηματικές και εκτεταμένες πρακτικές της αστυνομίας τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, έχουν επισημάνει «την ύπαρξη “αντικουλτούρας”, που παραμένει ακμαία, μεταξύ των αστυνομικών σε επίπεδο αστυνομικού τμήματος και περιπολικού, η οποία ελάχιστη σημασία δίνει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν έχει απαραιτήτως πάντοτε σε μεγάλη υπόληψη ακόμα και τις διαταγές του ίδιου τους του υπουργείου».

Tα τελευταία δύο χρόνια, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του Υπουργείου ΠροΠο (πρώην «Δημοσίας Τάξης») δείχνουν ότι η πολιτική του κράτους σε ότι αφορά το ρόλο και τη στάση της αστυνομίας παίρνει μια σαφώς αυταρχική κατεύθυνση, παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου και τις κενές περιεχομένου αλλαγές τίτλων στα υπουργεία. Η ίδρυση επιπλέον σωμάτων (ομάδες «ΔΙΑΣ» και «Δ») όπως επίσης και η πρόσφατη αγορά νέων όπλων από την Αστυνομία (σαν τις αντλίες νερού, που, ενώ χρησιμοποιούνται συχνά σε χώρες του εξωτερικού, στην Ελλάδα δεν είχαν κάνει ποτέ την εμφάνισή τους από τη στιγμή που καταργήθηκαν οι λεγόμενες «αύρες» της δεκαετίας του ’70, το μόνο όπλο, δηλαδή, τέτοιου τύπου που είχε η ΕΛΑΣ), δείχνουν ότι η αστυνομία αναλαμβάνει έναν πιο επιθετικό ρόλο σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της καταστολής, δηλαδή της αντιμετώπισης των κοινωνικών κινητοποιήσεων (ακόμα και σε προληπτικό επίπεδο).

Η φοβική ρητορική του πρώην υπουργού ΠροΠό (και παρασημοφορημένου από τη CIA), Μ. Χρυσοχοΐδη το 2009, κατά την πρώτη επέτειο της εξέγερσης του Δεκέμβρη, σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή στάσης (όπως επίσης και το γεγονός ότι για πρώτη, κατά πάσα πιθανότητα, φορά, οι «αναρχικοί» και οι «τρομοκράτες» συνδέθηκαν ανοιχτά με τους κοινούς εγκληματίες), συνεχίζοντας το «αντιτρομοκρατικό» έργο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος υπουργός κατά την προηγούμενη θητεία του («εξάρθρωση της τρομοκρατίας», «τρομονόμος» κ.λπ.). Σε πρακτικό επίπεδο, χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της νέας πολιτικής είναι ο πρωτόγνωρα υψηλός αριθμός αστυνομικών με πολιτικά που εμφανίστηκαν στην Αθήνα κατά τη διαδήλωση της 15ης Δεκεμβρίου 2010 (ολόκληρα «μπλοκ» έκοβαν βόλτες στα Εξάρχεια και τους γύρω δρόμους) όπως επίσης και η, για πρώτη ίσως φορά, επιθετική στάση των αστυνομικών κατά το παραδοσιακό «πέσιμο» που γίνεται έξω από τη Βουλή, στα Λουλουδάδικα, κατά τις φοιτητικές κινητοποιήσεις: για πρώτη φορά, κατά τη διάρκεια της φοιτητικής διαδήλωσης του περασμένου φθινοπώρου, οι παρατεταγμένοι αστυνομικοί απάντησαν (με προσαγωγές μάλιστα) σε αυτήν την καθόλα τελετουργική και καθαρά συμβολική «σύγκρουση».

Παράλληλα, με την νέα τροποποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, έχουν ποινικοποιηθεί  πρακτικές που εθεωρούντο μέχρι πριν, απλά πολιτικές δράσεις. Δράσεις πολιτικής διαμαρτυρίας μπορούν να χαρακτηρισθούν σήμερα τρομοκρατικές ενέργειες και η φυσική παρουσία στο χώρο μιας διαδήλωσης που συγκρούστηκε με την αστυνομία αρκεί για να επισύρει κακουργηματικές ποινές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι ανήλικοι που παραπέμφθηκαν με τον «τρομονόμο» για τη συμμετοχή τους στις διαδηλώσεις τον Δεκέμβριο του 2008 στην Λάρισα. Ακόμα, το πιο επικίνδυνο είναι, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις, η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, προεκτείνεται από τον τρομοκράτη στον εν δυνάμει τρομοκράτη και απο την τρομοκρατική πράξη στην πρόθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο τελευταίες «γκάφες» της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας είναι απολύτως ενδεικτικές και χαρακτηριστικές. Στην πρώτη περίπτωση, ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, στέλεχος κοινοβουλευτικού κόμματος, απαγάγεται με μαφιόζικο τρόπο ως πιθανός τρομοκράτης, εξυβρίζεται, ξυλοκοπείται, του αφαιρούνται τα ρούχα, και εν τέλει μετά από ώρες ανείπωτης κακοποίησης που αγγίζει τα όρια βασανισμού, αφήνεται ελεύθερος μετά από μια απλή δήλωση λάθους. Εν τω μεταξύ, η επίσημη ανακοίνωση της Αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας αρνείται ότι συνέβησαν τα παραπάνω, δηλώνει ψευδώς ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις και δεν αισθάνεται την υποχρέωση να διευκρινίσει τίποτε παραπάνω, ενώ την ίδια στιγμή τα  ΜΜΕ, διαμορφώνουν σε βάρος του «συλληφθέντος» κλίμα καχυποψίας και κοινωνικού στιγματισμού.

Στη δεύτερη περίπτωση, μια νέα γυναίκα, γερμανικής καταγωγής, η Fee Marie Meyer, η οποία δηλώνει αναρχική, εν δυνάμει τρομοκράτισσα και αυτή, απαγάγεται με τον ίδιο μαφιόζικο τρόπο, ανακρίνεται, της αφαιρούνται τα ρούχα, (όπως αναφέρει σε επιστολή της που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία), διαπομπεύεται και στιγματίζεται και αυτή κοινωνικά, μετά από διάφορα ψευδή στοιχεία τα οποία «διαρρέει» η Αντιτρομοκρατική  υπηρεσία στα ΜΜΕ και  εκ των υστέρων, δηλώνεται  ότι επρόκειτο πάλι για λάθος. Τόσο απλά και εδώ.

«Tι θα είχαμε να πούμε για κάποιον ο οποίος είναι ενάντια στο σύστημα και χτυπάει το σύστημα και θέλει να ρίξει το σύστημα και το σύστημα που θέλει αυτός να ρίξει κάποια στιγμή τον αρπάζει, τον χτυπάει, νιώθει πάνω του το σύστημα που θέλει να ρίξει. Τι θα λέγαμε γι αυτόν, όταν αυτός ζητάει τα δικαιώματά του και παραπονιέται ότι τον χτυπάει το σύστημα αυτό που αυτός χτυπάει;» ρώτησε ο αξιωματικός της ασφάλειας τον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο (το στέλεχος του ΣΥΝ στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως), όταν τον ανέκριναν στην Αντιτρομοκρατική. Αυτή η ερώτηση, μέσα στην απλοϊκότητα της, εκτός του ότι εκφράζει την ουσία της κρατικής καταστολής, προχωράει και λίγο πιο πέρα. Θεωρεί «παραλογισμό» να ζητάει δικαιώματα κάποιος που καταφέρεται κατά του συστήματος και συλλαμβάνεται από αυτό.

Η παραπάνω ερώτηση εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την ιδεολογία και την πρακτική που φαίνεται να επικρατεί στον κατασταλτικό μηχανισμό τα τελευταία χρόνια. Τα δικαιώματα δεν μπορεί να τα επικαλείται όποιος αντιμάχεται το σύστημα! Και  επομένως δικαιολογείται, χωρίς να εκφράζεται αυτό επισήμως ρητά, η όποια καταπάτησή τους. Φυσικά, δεν πρόκειται απλά για τον τρόπο αντίληψης μεμονωμένων στελεχών της αστυνομίας ή των επικεφαλής τους. Πρόκειται για επιλογές της πολιτικής εξουσίας, σε σχέση με τους συσχετισμούς δύναμης όπως διαμορφώνονται στην πολιτική και κοινωνική συγκυρία και που πρέπει κάθε φορά να διαχειριστεί. Οι επιλογές αυτές εκφράζονται αντίστοιχα και στον δικαιικο-κατασταλτικό μηχανισμό.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός  μπορεί να θεωρηθεί στις μέρες μας «εχθρός» του συστήματος και άρα εν δυνάμει τρομοκράτης. Η αντιτρομοκρατική νομοθεσία αναφέρεται, όπως είναι γνωστό, κυρίως στα αδικήματα κατά του κράτους, του πολιτεύματος και της κοινωνικής ειρήνης. Με την τελευταία τροποποίηση, η οποία ψηφίστηκε στο θερινό τμήμα της βουλής από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη μυστικότητα, και όχι από την ολομέλειά της όπως απαιτείται από το νόμο, επεκτάθηκε το πεδίο των δράσεων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τρομοκρατικές και συμπεριέλαβε και δράσεις πολιτικής διαμαρτυρίας και ανυπακοής, ως εν δυνάμει τρομοκρατικές πράξεις. Θα εκλαμβάνονται δηλαδή ως εχθρικές προς το κράτος, θα θεωρούνται ότι στοχεύουν στην προσβολή της δημόσιας ασφάλειας, της κοινωνικής ειρήνης και της «δημοκρατίας», και θα τιμωρούνται με κακουργηματικές ποινές. Το  «παράλογο» λοιπόν της απαίτησης δικαιωμάτων όσων θεωρούνται εχθροί του κράτους, και εν τέλει του συστήματος, βλέπουμε να επεκτείνεται, και θεωρητικά και στην πράξη, σε μια όλο και  ευρύτερη κοινωνική ομάδα.

Έτσι, άτομα που συλλαμβάνονται σε πορείες και διαδηλώσεις, θεωρούνται συχνά ως εν δυνάμει τρομοκράτες και βέβαια στερούνται συστηματικά τα συνταγματικά τους δικαιώματα, όταν συλλαμβάνονται. Το ιδιαίτερο και πιο επικίνδυνο στοιχείο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, όχι μόνον της ελληνικής, είναι ότι ταυτίζει την πράξη με την βούληση, με την προπαρασκευή, και μπορεί να φθάσει μέχρι και την πρόθεση και τις ιδέες του υποκειμένου. Η τέλεση της πράξης, βασική αρχή του κλασικού φιλελεύθερου δικαίου, υποχωρεί και ταυτίζεται με τη βούληση, την πρόθεση, ακόμα και με τις ιδέες. Έτσι, ιδέες αντιεξουσιαστικές ή αναρχικές, αλλά και αριστερές που μπορούν να θεωρηθούν εξτρεμιστικές, ταυτίζονται με προθέσεις που αποσκοπούν στην βίαιη ανατροπή του κράτους, του πολιτεύματος και άρα οι φορείς τους θεωρούνται ως εν δυνάμει τρομοκράτες.

Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτή την έννοια, ότι μια από τις πιο πρόσφατες συνέπειες, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, της ιδεολογίας του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» και της φοβίας απέναντι στις διάφορες μορφές ισλαμικού φονταμενταλισμού, είναι το ψήφισμα που ενέκρινε τον περασμένο Οκτώβριο (5.10.2010) η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Μάχη κατά του εξτρεμισμού: επιτυχίες, ελλείψεις και αποτυχίες»: «το Ψήφισμα προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε ότι, στο όνομα της καταπολέμησης του εξτρεμισμού (που ορίζεται ως η “απόρριψη των βασικών αξιών και των κανόνων του παιχνιδιού σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου”) ανοίγει ο δρόμος για τον περιορισμό θεμελιωδών αρχών όπως η ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι. Επίσης, η γενική ομπρέλα του “εξτρεμισμού” καλύπτει συλλήβδην την ακροδεξιά και τη ρατσιστική βία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, δράσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και αντικατασταλτικές διαμαρτυρίες (υπάρχει μάλιστα ειδική αναφορά στις διαδηλώσεις της Αθήνας, τον Δεκέμβρη του 2008)» (Αυγή, 24.10.2010). Ανάλογη λογική έμμεσης ποινικοποίησης των ιδεών έχουμε δει και στην εγχώρια πραγματικότητα, όταν βλέπουμε να χρησιμοποιούνται ως ενοχοποιητικά στοιχεία η κατοχή, για παράδειγμα, αναρχικών βιβλίων ή εντύπων.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια, αυτό το σενάριο έχει ιδιαίτερη πέραση, με την καθοριστική συμβολή των ΜΜΕ, ιδίως της τηλεόρασης, που με ευκολία και χωρίς έλεγχο αναπαράγει οποιαδήποτε πληροφορία της προμηθεύει η Αντιτρομοκρατική υπηρεσία, εξευτελίζοντας και στιγματίζοντας τους εκάστοτε φερόμενους ως τρομοκράτες, παραλείποντας, φυσικά, να τους αποκαταστήσουν με τον ίδιο ζήλο, όταν αποδεικνύεται ότι  επρόκειτο για μια ακόμα «γκάφα» της αρμόδιας υπηρεσίας. Οι διάφοροι συστημικοί αρθρογράφοι, πολιτικοί αναλυτές και «διανοούμενοι», ολοκληρώνουν αυτή την καφκική ατμόσφαιρα. Ακόμα και όποιος τολμάει να υπερασπιστεί μια μαζική και δυναμική πολιτική διαδήλωση, μπαίνει στο στόχαστρο και κατηγορείται σαν περίπου ή εν δυνάμει εχθρός της «δημοκρατίας» και τρομοκράτης[1].

Μέσα σε αυτό το σενάριο, ο καθένας από εμάς θα μπορούσε δυνητικά να εμπλακεί σε κάποια συγκυρία, να κατηγορηθεί ως δυνάμει τρομοκράτης, να υποστεί εξευτελισμούς, φυλάκιση, κοινωνικό στιγματισμό. Η ιδέα αυτή, είναι από μόνη της αποτρεπτική για πολιτική δράση, για πολύ κόσμο.

Όσο και αν είναι σίγουρο ότι το σύστημα δεν στηρίζεται στην καταστολή μόνον, αλλά κυρίως στην κοινωνική αποδοχή και συναίνεση, η οποία είναι προϊόν της διαμόρφωσης των ατόμων από τις κυρίαρχες σημασίες κάθε κοινωνίας, σε εποχές που η κοινωνική συναίνεση δεν είναι και πολύ δεδομένη και η κοινοβουλευτική «δημοκρατία» αρχίζει να αμφισβητείται, η καταστολή και η καταπίεση των πολιτικών δράσεων αλλά και η διαπόμπευση και ο στιγματισμός από τα ΜΜΕ, δημιουργούν κλίμα εκφοβισμού και ποινικοποίησης οποιασδήποτε πολιτικής δράσης που θα μπορούσε, έστω και με απολύτως νόμιμο μέχρι πρότινος τρόπο, να στραφεί κατά της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων.

Τα όρια της  νομιμότητας της φιλελεύθερης «δημοκρατίας», βλέπουμε ότι με το άλλοθι της «δημόσιας ασφάλειας» και της «προστασίας από την τρομοκρατία» (ή, ακόμα, και στο όνομα της «λειτουργίας των θεσμών»), μπορούν να μετατίθενται ανάλογα με την κοινωνική και πολιτική συγκυρία, όταν δεν υπάρχουν οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις να αντισταθούν. Κεκτημένα δικαιώματα και ελευθερίες μπορεί να καταργούνται και να περιορίζονται και νόμιμες μέχρι πρότινος πολιτικές δράσεις μπορεί να χαρακτηρίζονται «αντιδημοκρατικές», «αντικοινωνικές» και εν τέλει «τρομοκρατικές» πράξεις ή εν δυνάμει τέτοιες (αρκεί να δούμε τι συνέβη με την εγκατάσταση των μεταναστών απεργών πείνας στο κτήριο της Νομικής της Αθήνας).

Σήμερα, οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες προσπαθούν να πείσουν με κάθε τρόπο το κοινωνικό σύνολο τόσο ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η μοναδική κατεύθυνση των πραγμάτων, όσο και ότι η μόνη υπεύθυνη και βιώσιμη πολιτική πρόταση είναι αυτή της κοινωνικής συναίνεσης και της κατασίγασης των πολιτικών παθών. Δε διστάζουν να προσπαθούν να επιβάλουν αυτές τις ιδέες, χρησιμοποιώντας ακόμα και ωμή βία και ποινικοποιώντας την πολιτική δράση. Στη συγκυρία αυτή, απομένει στο ίδιο το κοινωνικό σύνολο να μην αποδεχτεί αυτόν τον εμπαιγμό και να αντισταθεί σε αυτή την όξυνση της κατασταλτικής τρομοκράτησης, ανατρέποντάς την, υπερασπιζόμενο το κατακτημένο με αγώνες δικαίωμά του να δρα πολιτικά και να ακυρώνει κάθε άνωθεν επιβαλλόμενη επιταγή, από  μια ολιγαρχία που ορίζει την τύχη του ερήμην του.

Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κανόνες και νόμους, κάθε κοινωνία όμως οφείλει να αναρωτηθεί ποιοι ορίζουν αυτούς τους νόμους, όπως και τι περιεχόμενο έχουν αυτοί οι νόμοι. Ποιοί αναλαμβάνουν να διαμορφώσουν και να επιβάλλουν αυτούς τους νόμους; Η παραδοχή και η συμμόρφωση με τους νόμους που άλλοι ανεξέλεγκτα διαμορφώνουν και επιβάλλουν, είναι η αδυναμία του κοινωνικού συνόλου να συνειδητοποιήσει ότι είναι αποκλειστικά δική του ευθύνη αλλά και χρέος να αμφισβητήσει τους κανόνες και τους νόμους στη διαμόρφωση των οποίων δεν συνέβαλε και για την ισχύ των οποίων ουδέποτε αποφάσισε.

Πιστεύουμε ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών δεν περιορίζεται σε μιαν αρνητική έννοια, κατά την φιλελεύθερη αντίληψη, της μη παρεμβατικότητας δηλαδή του κράτους με σκοπό τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Αλλά περιλαμβάνει τη θετική, συλλογική και τελικά πολιτική ελευθερία και την ικανότητα της κοινωνίας να θέτει το συνολικό ζήτημα της οργάνωσης της. Με αυτή την έννοια, η ποινικοποίηση των πολιτικών δράσεων αμφισβήτησης αλλά και των ιδεών που προτείνουν την ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, είναι καίριο και πολύ σημαντικό ζήτημα για μια κοινωνία που επιλέγει να αγωνιστεί για την ελευθερία της, την πραγματική δημοκρατία και την αυτονομία της.

Όπως έλεγε ο Καστοριάδης, υπάρχει ένας «μετα-νόμος ο οποίος λέγει ότι θα υπακούς στους νόμους, αλλά θα έχεις το δικαίωμα να επερωτήσεις τον νόμο και να τον αμφισβητήσεις. Μπορείς να εγείρεις το ερώτημα της δικαιοσύνης του νόμου ή, αν μου επιτρέπεται μια αρχαία λέξη, της επιτηδειότητάς του».


[1] Το Βήμα αλλά και ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και εκπρόσωπος τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Πάνος Σόμπολος, έχουν διαπρέψει σε αυτόν τον τομέα. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η αναμετάδοση, από το δελτίο ειδήσεων του Mega της ψευδούς πληροφορίας που διέδωσε η Αντιτρομοκρατική, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της Fee Marie Meyer είναι πρώην μέλος της γερμανικής τρομοκρατικής οργάνωσης RAF. Μέχρι και το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση (20.1.2011). Εξαιρετικό, εν προκειμένω, είναι το κείμενο του Κ. Δεσποινιάδη, «Η χαμένη τιμή της Φαίης Μάγιερ».

Advertisements
This entry was posted in Ανακοινώσεις. Bookmark the permalink.

One Response to Να αντισταθούμε στον κρατικό αυταρχισμό

  1. Παράθεμα: “Συμμετοχική δημοκρατία” | Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s