Θα τον ρίξουμε εμείς τον καπιταλισμό ή θα μας προλάβει η Φύση;

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το δίχως προηγούμενο μέγεθος του σεισμού και του τσουνάμι που έπληξαν την Ιαπωνία είναι ορισμένα από τα πολλά πράγματα που συνέβησαν και τα οποία δεν είχαμε προβλέψει βάσει των σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των καταστροφών που είχαμε καταρτίσει.
Γιούκιο Εντάνο
(ιάπωνας κυβερνητικός εκπρόσωπος)
Ζεις πρωτοπόρο Ναγκασάκι…
Τζίπης Πανούσης

Η περίσταση προσφέρεται κι έτσι έχουμε ακούσει συχνά, τις τελευταίες μέρες, τη γνωστή κοινοτοπία «μπροστά στη φύση ο άνθρωπος είναι αδύναμος» και άλλες ανάλογες εκφράσεις, συχνά αναμεμειγμένες με ένα αίσθημα ενοχής που τείνει να βλέπει την καταστροφή ως μια μορφή νέμεσης, ένα είδος τιμωρίας από την πλευρά της φύσης για τα όσα την έχουμε κάνει να υποστεί. Αν για την ιαπωνική κοινωνία η άνευ όρων συνθηκολόγηση στις συμμαχικές δυνάμεις, το 1945, και η επιβολή της αμερικανικής κηδεμονίας στη χώρα για 7 χρόνια, υπό το στρατηγό Μακ Άρθουρ, υπήρξε ένα είδος σοκ, δεδομένου ότι επρόκειτο για την πρώτη φορά που κάποια ξένη δύναμη υπέτασσε τη χώρα, ο μεγάλος σεισμός των 8,9R, το τσουνάμι και οι καταστροφές που αυτά προκάλεσαν αποτελούν μάλλον ένα αντίστοιχο σοκ για το σύνολο του λεγόμενου Πρώτου Κόσμου. Όπως παρατηρεί ένας ιάπωνας δημοσιογράφος του Associated Press, «αν το ασιατικό τσουνάμι και ο περυσινός σεισμός στην Αϊτή προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα συμπάθειας και βοήθειας από ολόκληρο τον κόσμο, η σημερινή ιαπωνική καταστροφή αποτελεί μια περίπτωση όπου ο κόσμος μέσα στις βιομηχανικές χώρες μπορεί πιο εύκολα να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση των θυμάτων».

Το τεχνολογικό και οικονομικό «θαύμα» της Ιαπωνίας, που επέτρεψε στη χώρα όχι μόνο να ανακάμψει μέσα από την οιονεί ισοπέδωσή της από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς, αλλά και να μπει στην τριάδα των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη μέσα σε λιγότερο από 50 χρόνια, αποδεικνύεται αδύναμο απέναντι στην περίφημη «μανία της φύσης». Το χτύπημα της Ιαπωνίας από το σεισμό και το τσουνάμι αλλά και το τεράστιο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τη διαρροή ραδιενέργειας από τον πυρηνικό σταθμό Ντάι Ίτσι στη Φουκοσίμα έχουν μια συμβολική αξία, καθώς δείχνουν ότι παρά τον οικονομικό και τεχνοφιλικό μεσσιανισμό που γενικώς επικρατεί, η κοινωνία της κατανάλωσης όχι απλώς δεν είναι «άτρωτη» αλλά, επιπλέον, βασίζεται σε ιδιαίτερα σαθρά, από οικολογικής (και ανθρωπολογικής) άποψης, θεμέλια. Όπως το λέει πολύ ωραία ο δημοσιογράφος που παραθέσαμε προηγουμένως, η καταστροφή που έπληξε την Ιαπωνία, «κλονίζει τη σύγχρονη ύβρη μας και μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε μήπως ακόμα και οι πιο εξελιγμένες κοινωνίες, με τα λεπτομερή μέχρι ψυχαναγκασμού συστήματα ασφαλείας τους, παραμένουν ανήμπορες στο έλεος των φυσικών στοιχείων […] Το απίστευτο θέαμα της πλούσιας Ιαπωνίας –διάσημης για τα ακριβέστατα τρένα της, τα τελευταίας τεχνολογίας γκάτζετς και το ενδιαφέρον της για την ασφάλεια και την τάξη- ριγμένης κατάχαμα από μια φοβερή δύναμη της φύσης πέραν του ανθρώπινου ελέγχου, αποτέλεσε μια τρομερή αφύπνιση».

Αν όντως ο σεισμός και η επαπειλούμενη πυρηνική καταστροφή –έστω κι αν, τελικά, αποφευχθούν τα χειρότερα- αποτελέσουν μια τέτοια αφύπνιση, θα το δούμε στο μέλλον. Αυτό που έχει σημασία είναι να αδράξουμε την ευκαιρία για να πούμε δυο λόγια σχετικά με την πολιτική σημασία, τόσο σε συμβολικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, όσων συμβαίνουν αυτές τις μέρες στην Ιαπωνία.

Η πυρηνική ενέργεια σε ειρηνικούς καιρούς

Η πυρηνική ενέργεια θα παίζει αυξανόμενα κομβικό ρόλο στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και θα παραμείνει κολώνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής.
(«Έκθεση για την Κλιματική Αλλαγή και την Πυρηνική Ενέργεια» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του 2005)

Όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ την απλή κουβέντα γύρω από το αν πρέπει να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ή όχι την πυρηνική ενέργεια. Φυσικά και είναι απόλυτα θετικό το γεγονός ότι, έστω και με αυτόν τον τρόπο, ξεκίνησαν πάλι κάποιες συζητήσεις γύρω από το κατά πόσον η πυρηνική ενέργεια είναι πραγματικά περιβαλλοντικά «καθαρή» αλλά και ασφαλής. Εμείς από την πλευρά μας είμαστε κάθετα αντίθετοι στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, τόσο για στρατιωτικούς όσο και για ενεργειακούς σκοπούς. Αυτό όμως στο οποίο θέλουμε εδώ να στρέψουμε την προσοχή μας, είναι το ευρύτερο πολιτικό ζήτημα του είδους της κοινωνίας την οποία θεωρούμε σωστή και επιθυμητή. Σύμφωνα με την πολιτική μας προοπτική, το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου άσχετο με το ειδικότερο ζήτημα της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας: μάλιστα θα λέγαμε ότι το δεύτερο δε μπορεί να τεθεί με ριζικό τρόπο αν δε συνδεθεί με το πρώτο.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν, όπως παρατηρεί ο Spiegel -αντανακλώντας τη συζήτηση που έχει ξεσπάσει στη Γερμανία-, «μετά τη Φουκοσίμα, η πυρηνική ενέργεια δε μπορεί να γίνεται πλέον αντιληπτή ως η ενεργειακή πηγή του μέλλοντος», τα προβλήματα και οι αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού παραμένουν ακέραια. Ακόμα κι αν, με άλλα λόγια, οι ηγέτες του σημερινού κόσμου παρουσιαστούν στοιχειωδώς σοφοί, για μια και μοναδική φορά, και αποφασίσουν να περιορίσουν τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας (πράγμα καθόλου απλό, δεδομένων των οικονομικών συμφερόντων που θα διακυβεύονταν σε μια τέτοια περίπτωση), το ζήτημα του τύπου κοινωνίας που οδηγήθηκε στη γενικευμένη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, όχι μόνο για στρατιωτικούς αλλά και για ενεργειακούς λόγους –και αυτό το τελευταίο μας ενδιαφέρει κυρίως εν προκειμένω- παραμένει ακέραιο. Διότι η πυρηνική ενέργεια δεν έπεσε από τον ουρανό. Η χρήση της γενικεύθηκε και βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, παρ’ όλα τα ατυχήματα που έχουν κατά καιρούς συμβεί (με γνωστότερο όλων, φυσικά, το Τσερνόμπιλ), για δύο βασικά λόγους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους: πρώτον, επειδή προωθείται ως μια μορφή «πράσινης» και «καθαρής» ενέργειας, η οποία θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους παραδοσιακές πηγές ενέργειας (πετρέλαιο, άνθρακας κ.λπ.) με τις γνωστές επιβλαβείς για το περιβάλλον συνέπειές τους (εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, υδρογονανθράκων κ.λπ.)·  δεύτερον, επειδή οι παραδοσιακές αυτές μορφές ενέργειας έχουν αρχίσει να εξαντλούνται και, την ίδια στιγμή, οι λεγόμενες «πράσινες» ή ανανεώσιμες ομόλογοί τους δε μπορούν, για διάφορους λόγους (υψηλό κόστος, τεχνολογική ανωριμότητα κ.λπ.), να τις αντικαταστήσουν.

Φυσικά πίσω από αυτές τις διαπιστώσεις βρίσκεται μια κοινωνία θεμελιωδώς ενεργοβόρα, ένα μοντέλο, με άλλα λόγια, κοινωνίας το οποίο βασίζεται στην κατανάλωση και τη σπατάλη, οι οποίες, ως τέτοιες, έχουν ανάγκη από τεράστια και ανεξάντλητα ενεργειακά αποθέματα, προκειμένου να κρατούν την παραγωγική μηχανή σε λειτουργία. Για το λόγο αυτό εμείς πιστεύουμε ότι το πυρηνικό ζήτημα θέτει εκ των πραγμάτων, αν δούμε τα πράγματα με μια στοιχειώδη διαύγεια αλλά και ειλικρίνεια, το ζήτημα του καπιταλισμού και της κοινωνίας της κατανάλωσης.

Κι έχει μεγάλη σημασία να το τονίζουμε αυτό. Η υποχώρηση του αντιπυρηνικού κινήματος, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, μετά τη δεκαετία του ’80 είναι άμεσα συνυφασμένη με το γεγονός πως η κριτική στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας γινόταν κυρίως μέσα στα πλαίσια της κριτικής στον Ψυχρό Πόλεμο που ασκούσε το αντιπολεμικό κίνημα της εποχής. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο Ψυχρός Πόλεμος τερματίστηκε οριστικά, με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, έπαψε να υφίσταται ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος κι έτσι φαίνεται πως ξεχάσαμε ότι η πυρηνική ενέργεια δεν εξυπηρετεί μόνο στρατιωτικές αλλά και ενεργειακές σκοπιμότητες. Και σε αυτές τις δεύτερες πρέπει σήμερα, με αφορμή και τη συζήτηση που έχει δημιουργηθεί εξαιτίας της Φουκοσίμα, να στρέψουμε την προσοχή μας.

Δημοκρατία ή οικολογική δικτατορία;

Αυτό που έχει σημασία και πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στον παραγωγισμό, δηλαδή στην τάση να θέτουμε στο κέντρο της κοινωνικής μας ζωής την ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγή (και κατανάλωση) εμπορευμάτων. Ειδικά στις μέρες μας, οπότε και έχουμε περάσει από τον παραδοσιακό καπιταλισμό, ο οποίος χαλιναγωγούσε κάπως τις κτητικές μας ορέξεις μέσω της πουριτανικής ηθικής (σε ό,τι αφορά στα ανώτερα στρώματα) αλλά και της οικονομικής εξαθλίωσης (σε ό,τι αφορά στα κατώτερα), σε ένα είδος καπιταλισμού της κατανάλωσης, η ευρεία και αφειδής κατανάλωση εμπορευμάτων τείνει να μετατραπεί στο μοναδικό στοιχείο που μπορεί να παρέχει το σύστημα στα μέλη του. Κι αυτή η τάση ενδυναμώνεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός πως ακόμα και σε περιοχές που παραμένουν αδιάτρητες από τις πτυχές του καπιταλιστικού φαντασιακού που κινητοποιούν την παραγωγική μηχανή (επιχειρηματική δημιουργικότητα, φετιχισμός της καινοτομίας, λαγνεία της τεχνολογικής ανάπτυξης κ.λπ.), η κουλτούρα του καταναλωτικού ηδονισμού δε βρίσκει κανένα εμπόδιο κι έτσι έχει προσηλυτίσει σχεδόν το σύνολο των πληθυσμών του πλανήτη.

Θα έπρεπε, υπό αυτή την έννοια, να είναι προφανές ότι, εφόσον ο παραγωγισμός και η λαγνεία της τεχνολογικής ανάπτυξης συνιστούν δομικά χαρακτηριστικά του κυρίαρχου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, κάθε προσπάθεια να αποφύγουμε τις συνέπειες της οικολογικής καταστροφής θα προϋποθέτει, αναγκαστικά, ριζικές αλλαγές. Θεωρούμε ότι μόνο ένας αυτομετασχηματισμός των σύγχρονων κοινωνιών προς δημοκρατικές μορφές οργάνωσης της πολιτικής, της οικονομίας αλλά και του συνόλου, γενικότερα, της κοινωνικής ζωής, θα μπορούσε να θέσει τα ζητήματα που οι σημερινοί «ιθύνοντες» (κράτη, υπερεθνικοί οργανισμοί, «παράγοντες της αγοράς» κ.λπ.) απλώς κρύβουν κάτω από το χαλί. Διότι για να τεθούν αυτά τα ζητήματα χρειάζεται να αλλάξουν όχι μόνο οι πολιτικές δομές των κοινωνιών μας αλλά και οι θεμελιώδεις αξίες τους και το νόημα που αυτές δίνουν στην καθημερινή μας ύπαρξη. Αυτά τα δύο (αλλαγή του πολιτικού και οικονομικού μοντέλου και μετασχηματισμός των αξιών και του τρόπου ζωής) είναι αδιαχώριστα, για τον απλούστατο λόγο ότι ο τρόπος ζωής ενός ατόμου, ακόμα και σε ό,τι αφορά στην ιδιωτική σφαίρα του βίου του, διαμορφώνεται σε ένα τεράστιο ποσοστό από τους κυρίαρχους θεσμούς και τις κυρίαρχες φαντασιακές σημασίες μιας κοινωνίας, από την κυρίαρχη, με άλλα λόγια, κοινωνική λογική ή το κοινωνικό παράδειγμα, που μας διαμορφώνουν από μικρά παιδιά.

Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου ζωής μας, με άλλα λόγια, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέεται με τη δημαγωγία του μικροαστικού οικολογισμού των Ατενίστας και του Αμυρά (να σβήνουμε το διακόπτη, να παίρνουμε λάμπες φθορίου κ.λπ.). Διότι δεν πρόκειται απλώς για προσωπικό ζήτημα του καθενός και της καθεμιάς από εμάς: αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι η χρήση της ζωής (για να χρησιμοποιήσουμε έναν καταστασιακό όρο) την οποία προωθεί το σύστημα. Πρέπει να αλλάξουν οι δομές που αναπαράγουν τον τύπο ανθρώπου ο οποίος διάγει μια ζωή σπάταλη και ανεύθυνη, καθοδηγούμενος από έναν κτητικό ψευδο-ατομικισμό που ντύνεται το μανδύα της απόλαυσης και της ευδαιμονίας. Φυσικά και δεν πρέπει να περιμένουμε τη μεγάλη νύχτα της Επανάστασης για να αρχίσουμε να κάνουμε αλλαγές ακόμα και στις καθημερινές μας μικροσυνήθειες (δεδομένου μάλιστα ότι δε φαίνεται στον ορίζοντα κάποιο επαναστατικό ξέσπασμα σε ό,τι αφορά στο προσεχές μέλλον!). Αυτό όμως, από την άλλη πλευρά, επουδενί δε σημαίνει ότι πρόκειται για ένα απλώς προσωπικό ζήτημα. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα πολιτικό ζήτημα πρώτου βαθμού, το οποίο θα μπορούσε να τεθεί μόνο μέσα στα πλαίσια μιας συνολικότερης πολιτικής αφύπνισης και κινητοποίησης των κοινωνιών μας.

Μπορεί ο νεοφιλελευθερισμός να ενεργεί ως «καπιταλισμός της καταστροφής», όπως έχει σωστά ειπωθεί, και να εκμεταλλεύεται τις κάθε είδους κρίσεις (οικονομικές, ανθρωπιστικές, περιβαλλοντικές κ.λπ.) προκειμένου να επιβάλλει  μέτρα λιτότητας και να προωθεί την περαιτέρω ολιγαρχικοποίηση των κοινωνιών μας, ωστόσο αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να αποκρύπτει και την εξής θεμελιώδη παραδοχή: δεδομένου ότι οι πόροι του πλανήτη είναι περιορισμένοι (εφόσον ζούμε σε κοινωνίες σπάνης), αν θέλουμε κάποτε να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι (και όχι μόνο τα μέλη των «χωρών με υψηλό εισόδημα», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο της Παγκόσμιας Τράπεζας) μέσα σε συνθήκες στοιχειώδους υλικής ευημερίας, θα πρέπει να υιοθετήσουμε έναν πολύ πιο ολιγαρκή τρόπο ζωής. Για να το πούμε διαφορετικά: αν πρέπει «να σφίξουμε το ζωνάρι», αυτό πρέπει να γίνει από όλους ανεξαιρέτως και όχι μόνο από τα μεσαία και –κυρίως- τα κατώτερα στρώματα, όπως συμβαίνει σήμερα, μέσα στον υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό (είναι επίσης αυτονόητο πως θα πρέπει να συμβεί για εντελώς διαφορετικούς λόγους και όχι για τη δημοσιονομική σωτηρία των σημερινών κρατών). Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, θα πρέπει να υπάρχει και το κατάλληλο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, οι απαραίτητες δημοκρατικές δομές, που θα έχουν εξαφανίσει τις τεράστιες ανισότητες που γεννά και αναπαράγει ο καπιταλισμός.

Δεδομένης όμως της απουσίας κοινωνικών κινημάτων που θα μπορούσαν να βγουν στο προσκήνιο και να κινηθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση, δε θα ήταν απίθανο να οδηγηθούμε σε αυταρχικές λύσεις. Η τάση αυταρχικοποίησης των φιλελεύθερων καθεστώτων μέσα το δυτικό κόσμο, που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια (ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας, επ’ αόριστον κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης σε ορισμένες χώρες, αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, ρητορική ενάντια στον «εξτρεμισμό» κ.λπ.), αποτελεί ένα αντικειμενικό δεδομένο που θα πάρει πολύ σοβαρότερες διαστάσεις σε περίπτωση που κάποιες κυβερνήσεις αποφασίσουν να αναλάβουν οι ίδιες να πειθαρχήσουν τους πληθυσμούς τους, λέγοντάς τους: «ως εδώ, αφού δε μπορείτε να χαλιναγωγήσετε μόνοι σας τις ορμές σας, θα σας βάλουμε εμείς στο γύψο για να σωθούν ο πλανήτης και οι επόμενες γενιές». Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι η κυρίαρχη δημαγωγία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού βασίζεται ακριβώς σε μια ρητορική της ενοχοποίησης των πληθυσμών και της αναγνώρισης ότι χρειάζονται «επώδυνα μέτρα» προκειμένου τα κράτη να βγουν από τις διάφορες δημοσιονομικές κρίσεις (από την Ελλάδα και την Ιρλανδία μέχρι τις αμερικανικές πολιτείες με ρεπουμπλικανούς κυβερνήτες), δεν είναι δύσκολο να γίνει το πέρασμα από την οικονομία στην οικολογία. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και τη γενικώς φοβική και αμήχανη στάση των πληθυσμών, η οποία έχει επιτρέψει αλλά και εκθρέψει τη διάδοση ενός λόγου που θέτει την ασφάλεια στο κέντρο των πολιτικών επιδιώξεων (και σύμβολο της οποίας είναι η κατασκευή τειχών στις μεθορίους του Πρώτου Κόσμου: Αριζόνα, Γιβραλτάρ, Δυτική Όχθη, Έβρος), τότε οι προοπτικές γίνονται ακόμα πιο δυσοίωνες. Τι μας εγγυάται ότι σε κάποια χρόνια ή μέσα, εν πάση περιπτώσει, στις επόμενες δεκαετίες, οι πληθυσμοί δε θα κατηγορούνται πλέον για το δημοσιονομικό εκτροχιασμό των κρατών αλλά για τις οικολογικές καταστροφές που ολοένα θα αυξάνονται; Και τι είδους οικολογικά Μνημόνια θα τους επιβάλουν τα κράτη τους, υπό τις ευλογίες των διάφορων επιστημονικών κονκλαβίων και «επιτροπών σοφών», μπροστά στο επείγον της κατάστασης;

Η πολιτική ενάντια στον τεχνολογικό φετιχισμό

Στην παρούσα συγκυρία, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε –τουλάχιστον προς στιγμήν- προκειμένου να παλέψουμε ενάντια στην προοπτική να αυξηθούν οι πιθανότητες έλευσης μιας τέτοιας δυστοπίας, είναι να τονίζουμε με κάθε τρόπο ότι το οικολογικό ζήτημα είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Πράγμα που σημαίνει ότι δε μπορούμε να αφήσουμε τη διαχείρισή του στη διακριτική δυσχέρεια των επιστημόνων, των τεχνοκρατών και των διάφορων ειδικών και άλλων «ιθυνόντων» του σημερινού κόσμου.

Αν ο σημερινός καπιταλισμός των ελευθέριων ηθών και της αποθέωσης της κατανάλωσης καθιστά σχεδόν αδύνατη την εμφάνιση ενός ανθρωπολογικού χαρακτηριστικού, αυτό δεν είναι άλλο από τη φρόνηση. Από την ικανότητα, με άλλα λόγια, να παίρνουμε σωστές αποφάσεις μέσα σε καταστάσεις που δεν έχουμε βιώσει ξανά. Αυτή η θεμελιώδης πολιτική αρετή, αυτή η στοιχειώδης αίσθηση του μέτρου, έχει εδώ και καιρό αποδημήσει από τον κόσμο μας. Ο κυρίαρχος τεχνοεπιστημονικός φετιχισμός –που παρ’ όλα τα χτυπήματα που έχει δεχθεί (Τσέρνομπιλ, Δίδυμοι Πύργοι κ.λπ.) παραμένει ακόμα κραταιός-, συνιστά ακριβώς το σύμπτωμα που προκαλείται από τη σταδιακή εξαφάνιση της φρόνησης και της υπευθυνότητας. Στην περίπτωση των σύγχρονων κοινωνιών, η «φυγή στο σύμπτωμα» -με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου- παίρνει τη μορφή μιας «φυγής προς την τεχνολογία και την επιστήμη»: ακόμα και στην περίπτωση που βλέπουμε σε τι καταστροφικές καταστάσεις μας οδηγεί η ανεξέλεγκτη και απογυμνωμένη από κάθε στοιχείο πολιτικής και κοινωνικής σκέψης εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνικής, ο μόνος δρόμος σωτηρίας που μπορούμε να διανοηθούμε είναι μια ακόμα επίκληση στην αυθεντία αυτής της δήθεν σοφής και παντοδύναμης τεχνοεπιστήμης.

Για μια δημοκρατική τεχνολογία

Θα πρέπει όμως να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και να μην παρασυρθούμε σε εύκολες λύσεις και σε ρομαντισμούς. Διότι είναι πολύ εύκολο να οδηγηθούμε στο άλλο άκρο, όπως, πολύ συχνά, συμβαίνει με τις ετερόνομες ιδεολογίες, οι οποίες μας παγιδεύουν μέσα στα ανούσια διλήμματά τους: το πρόβλημα των σημερινών κοινωνιών δεν οφείλεται στην Τεχνική, με Ταυ κεφαλαίο, όπως έχει συχνά ειπωθεί· το ερώτημα που τίθεται, αντίθετα, έχει να κάνει με τον τύπο κοινωνίας που έχει γεννήσει την τεχνική και την τεχνολογία αυτού του είδους. Διότι –θα πρέπει πάντοτε να το υπογραμμίζουμε αυτό το σημείο- η τεχνολογία και η επιστήμη δεν είναι όντα ουδέτερα και αυθύπαρκτα, ανεπηρέαστα από την κοινωνία και την εποχή μέσα στις οποίες εκάστοτε αναπτύσσονται. Όλως αντιθέτως, η τεχνοεπιστήμη κάθε κοινωνίας συνιστά ενσάρκωση μιας συγκεκριμένης, κάθε φορά, κοινωνικής λογικής και μιας θέασης του κόσμου (όπως βέβαια και –σε ένα επόμενο και πιο ειδικό επίπεδο- συγκεκριμένων οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών συμφερόντων).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία, μέσα στα πλαίσια κάποιου πριμιτιβισμού ή ενός νεολουδίτικου κινήματος. Αυτές οι αντιτεχνολογικές τάσεις συνιστούν απλώς την πίσω όψη του κυρίαρχου τεχνολογικού φετιχισμού, εφόσον μοιράζονται μαζί του τη βασική πίστη στη δήθεν ουδετερότητα της τεχνολογίας και της επιστήμης. Ωστόσο, αν παραδεχτούμε ότι η τεχνολογία και η επιστήμη αντανακλούν τις αξίες, τις βλέψεις, τους γνώμονες και τις κεντρικές σημασίες κάθε κοινωνίας, τότε η δημιουργία μιας νέας μορφής τεχνολογίας συνιστά ένα βασικό ζήτημα που δε μπορεί παρά να τίθεται μέσα στα πλαίσια του γενικότερου αυτομετασχηματισμού των σημερινών κοινωνιών, τον οποίο και υποστηρίζουμε.

Η σημερινή τεχνολογία, ουσιωδώς καπιταλιστική, προσανατολισμένη προς την αύξηση της παραγωγής και τη διαρκή ανανέωση της κατανάλωσης (οικονομία της φθοράς, γκάτζετς κ.λπ.), οφείλει να αντικατασταθεί από μια τεχνολογία η οποία θα ενσαρκώνει αξίες εντελώς διαφορετικές. Μια τεχνολογία που δε θα προωθεί τη χειραγώγηση των ανθρώπων από τους «ειδικούς» και την εκμετάλλευση των εργαζόμενων από τους προϊστάμενούς τους αλλά ούτε και την καταναλωτική τους αποβλάκωση. Μια τεχνολογία η οποία θα εκφράζει δημοκρατικές αξίες και οριζόντιες μορφές οργάνωσης (αμφίδρομη ροή των πληροφοριών, μη υποταγή του χρήστη στη μηχανή κ.λπ.), όπως επίσης, βέβαια, και μια εντελώς διαφορετική σχέση προς τη φύση. Πρόκειται για μια τεχνολογία, εν ολίγοις, η οποία δε θα εκφράζει πλέον την κουλτούρα της κυριαρχίας (κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο και κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση), αλλά μια κουλτούρα ισότητας και δημοκρατικής συμβίωσης.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια αλλαγή δε μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε μέσω νομικών διαταγμάτων ούτε και μέσα σε λίγους μήνες, ακόμα κι αν υποθέταμε ότι κάποτε θα μπορούσαν να ανατραπούν οι κυρίαρχες, σήμερα, πολιτικές και οικονομικές δομές. Πρόκειται, αντίθετα, για μια μακρόχρονη διαδικασία η οποία δε μπορεί παρά να είναι παράλληλη με την ανάπτυξη κοινωνικών δομών που θα προωθούν δημοκρατικές και εξισωτικές μορφές οργάνωσης όπως φυσικά και την αντίστοιχη κουλτούρα με τον τύπο ανθρώπου της. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα καίριο ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να τονίζεται με κάθε ευκαιρία. Κι αυτό διότι η πίστη στη δήθεν ουδετερότητα της τεχνοεπιστήμης είναι τόσο εμπεδωμένη, που, ακόμα και όταν κάποιος καταφέρει να ξεφύγει από την κυρίαρχη τεχνολαγνεία, είναι πιο πιθανό να στραφεί προς έναν αντιτεχνολογικό και αντεπιστημονικό πρωτογονισμό παρά προς μια πολιτικά νηφάλια και πραγματικά κριτική στάση απέναντι στη σημερινή κοινωνική οργάνωση.

Για την αναθέσμιση της κοινωνίας

Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν απλώς να βρούμε τα τεχνολογικά μέσα για να απαντήσουμε στις φυσικές καταστροφές και στην εξάντληση των φυσικών πόρων ούτε απλώς να πρασινίσουμε λιγάκι την καθημερινότητά μας (ή, για να πιάσουμε και την πίσω όψη αυτών των αποπροσανατολιστικών αντιλήψεων, να καταστρέψουμε την τεχνολογία και να επιστρέψουμε στις πρωτόγονες σπηλιές). Το ζήτημα είναι να αλλάξουμε τους όρους της ύπαρξής μας και τις κοινωνικές δομές που έχουν οδηγήσει στα σημερινά αδιέξοδα, τα οποία δεν είναι απλώς κοινωνικά ή οικονομικά αλλά ανθρωπολογικά και οικολογικά: δεν αφορούν πλέον, με άλλα λόγια, μόνο τον τρόπο ρύθμισης και διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων (σχέσεις ανάμεσα στα μέλη και τις κοινωνικές ομάδες της κοινωνίας, κατανομή των οικονομικών πόρων κ.λπ.) αλλά επεκτείνονται και στη σχέση του ανθρώπου με τα ίδια του τα δημιουργήματα όπως και με τη φύση.

Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να ασκούμε κριτική στον αφελή οικολογισμό και να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να καταδεικνύουμε τη βαθειά σύνδεση του ανθρωπολογικού με το οικολογικό. Διότι για να φτάσουμε να θέτουμε στον εαυτό μας το γνωστό ερώτημα «σε τι πλανήτη θα αφήσουμε τα παιδιά μας;» θα πρέπει πρώτα από όλα να έχουμε αναρωτηθεί «σε τι παιδιά θα αφήσουμε τον πλανήτη μας». Και αυτό όχι μόνο από την άποψη ότι, αν αφήσουμε τον πλανήτη μας σε ανθρώπινα όντα σπάταλα και ανεύθυνα όπως αυτά που παράγει ο σημερινός καπιταλισμός, αυτός δε θα επιβιώσει για πολύ ακόμα. Αυτή η αντιστροφή του ερωτήματος έχει μεγάλη σημασία διότι μας υπενθυμίζει, επιπλέον, πως δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα στενά οικολογικό (δηλαδή «περιβαλλοντικό») διακύβευμα: παράλληλα με τη φύση ο καπιταλισμός καταστρέφει και το ανθρώπινο ον, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να επιστρέψουμε σε ένα είδος «ανθρωποκεντρισμού», ο οποίος θα ασχολείται και με τις καταστροφικές συνέπειες των σημερινών κοινωνικο-οικονομικών δομών πάνω στο ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Στη φάση που βρισκόμαστε, το ζήτημα τίθεται αναγκαστικά ως εξής: μια οικολογική κοινωνία δε μπορεί παρά να είναι δημοκρατική όπως και το αντίστροφο. Διότι μια πραγματικά οικολογική κοινωνία είναι μια κοινωνία που έχει (ή, τουλάχιστον, προσπαθεί να) αποβάλει τις σχέσεις κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα: τόσο ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους όσο και ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση. Μια κοινωνία δημοκρατική απλώς στο θεσμικό επίπεδο (δημοκρατικές δομές λήψης των αποφάσεων, κατάργηση της μισθολογικής ιεραρχίας κ.λπ.) αλλά δίχως αίσθηση του μέτρου και ικανότητας αυτοπεριορισμού στο πολιτιστικό και ανθρωπολογικό πεδίο, δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει διά μακρόν. Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, η δημοκρατία είναι το κοινωνικό καθεστώς του αυτοπεριορισμού: το καθεστώς στα πλαίσια του οποίου γνωρίζουμε πως τις αποφάσεις τις παίρνουμε οι ίδιοι και οι ίδιες, ως μέλη της πολιτικής κοινότητας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα κράτος και καμία άλλη, γενικότερα, εξωτερική αρχή που θα μπορούσε να μας προστατέψει από την ίδια μας την αμετροέπεια. Αντίστοιχα, μια κοινωνία με αυτά τα χαρακτηριστικά, σε ό,τι αφορά στον τρόπο ανθρωπολογικής της συγκρότησης, είναι αδύνατον να υπάρξει μέσα στα σημερινά πλαίσια, όπου οι ολιγαρχικές πολιτικές δομές (κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, γραφειοκρατική οργάνωση των θεσμών κ.λπ.) καλλιεργούν συστηματικά την ανευθυνότητα ενώ ο καπιταλισμός με τη μαζική του κουλτούρα μας ανατρέφουν, από μικρά παιδιά, μέσα σε ένα περιβάλλον αμετροεπούς και αχαλιναγώγητης καταναλωτικής επιθυμίας.

Νομίζουμε ότι αν το ζήτημα δεν τεθεί σε αυτή τη βάση, τότε αποκρύπτεται το ουσιώδες πολιτικό διακύβευμα: ότι τις αποφάσεις για τις κοινές μας υποθέσεις και για τη μοίρα, γενικότερα, των κοινωνιών μας, πρέπει να τις παίρνει η πολιτική, δηλαδή η δραστηριότητα των ενεργών και σκεπτόμενων πολιτών μέσα από συλλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες, όχι απρόσωποι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί και ατομικιστικές στρατηγικές του τρόπου ζωής.


Advertisements
This entry was posted in Κείμενα, Προκηρύξεις. Bookmark the permalink.

8 Responses to Θα τον ρίξουμε εμείς τον καπιταλισμό ή θα μας προλάβει η Φύση;

  1. Ο/Η Μίλτος λέει:

    Πολύ σωστή ανάλυση και τοποθέτηση πάνω στη τρέχουσα κοινωνικο-πολιτική κατάσταση παγκοσμίως. Θα ήθελα να κάνω μια πρατήρηση άσχετη με το παραπάνω κείμενο αλλά σχετική με τις κοινωνικές αλλαγές σε Αίγυπτο και Λιβυή. Δεν έχω παρατηρήσει καμία ανάλυση σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο και στη Λιβυή κυρίως, ούτε εδώ αλλά ούτε στα υπόλοιπα ελευθεριακά sites. Ότι γνωρίζουμε το ακούμε συνήθως από τα ΜΜΕ τη κυρίαρχης ιδεολογίας. Τι ακριβώς γίνεται εκεί επιτέλους? Υπάρχει ένα πραγματικά αυθόρμητο κίνημα εκ-δημοκρατισμού ή απλά βαρέθηκαν τον Καντάφη και επιθυμούν μια απλή μετάβαση στο κοινοβουλευτισμό σε ισλαμικά πρότυπα ή τελικά πρόκειται για κατευθυνόμενη ιμπεριαλιστική πολιτική απο-ισλαμισμού (δλδ απο- θρησκευτικοποίησης) των ΝΑΤΟ – ΗΠΑ εγκαθιδρύοντας δικές τους κυβερνήσεις με στόχο την ισχυροποίηση των καπιταλιστικών – καταναλωτικών φαντασιακών σημασιών στις χώρες – κοινωνίες της ευρύτερης λεκάνης Μεσογείου και φυσικά με σταδιακή επέκταση τους και στις υπόλοιπες χώρες της Ανατολής? Υπάρχει γενικά μια σύγχυση στις αναλύσεις και από μένα αλλά και από πολλά άτομα με τα οποία συζυτάμε τις τρέχουσες εξελίξεις. Θα επιθυμούσα μια γνώμη πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Ευχαριστώ

  2. Ο/Η Α λέει:

    Πολύ καλή ανάλυση.Σας έχουμε χάσει όμως:P

    Και μια ερώτηση «τεχνικού περιεχομένου».Το (κυρίαρχο)κοινωνικό παράδειγμα (που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ο Φωτόπουλος) κατά κάποιο τρόπο δεν είναι μια εκδήλωση (πραγμάτωση ή έργο) του κοινωνικού φαντασιακού?Γιατί μου φαίνεται πως επινοεί άλλες λέξεις για την ίδια ουσία (κάτι σαν τους «Κομισάριους του Λαού» του Λένιν&Τρότσκι που έλεγε και ο καστοριάδης στην ΦΘΚ).

    • Ο/Η protagma λέει:

      @ Μίλτος

      Μίλτο, σύντομα θα ανεβάσουμε κάτι για τα κινήματα στον αραβικό κόσμο, είτε ως κείμενο στο μπλογκ είτε υπό τη μορφή άρθρου στο επερχόμενο τεύχος του Προτάγματος. Οπότε θα τα συζητήσουμε εκεί όλα αυτά. Δεν ξεκινώ εδώ σχετική κουβέντα, γιατί είναι μεγάλο θέμα και θα μπλέξουμε τα δύο ζητήματα (αραβικές εξεγέρσεις και οικολογικό).

      Καλά, εννοείται. Μόνο που ο Φωτόπουλος την έχει λανσάρει αυτή την έννοια δήθεν για να αντικαταστήσει αυτήν του φαντασιακού, επειδή, εντελώς λανθασμένα, θεωρεί ότι η έννοια του φαντασιακού είναι ασύμβατη με μια ανάλυση της κοινωνίας με όρους ταξικών και άλλων ανάλογων ιεραρχικών κοινωνικών διαιρέσεων. Έτσι, επειδή δεν έχει καταλάβει τι εννοεί ο Καστοριάδης με την έννοια του φαντασιακού, χρησιμοποιεί το «κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα» για να τονίσει την ύπαρξη της διαίρεσης ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους μέσα στις σημερινές κοινωνίες, την οποία ύπαρξη υποτίθεται ότι αποσιωπεί ο Καστοριάδης. Για το Φωτόπουλο το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα είναι αυτό που επιβάλλουν, κατά κάποιον τρόπο, οι ελίτ στην κοινωνία. Είναι βέβαια προφανές ότι η έννοια του φαντασιακού είναι ευρύτερη αυτής του «κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος» και την περιλαμβάνει.

      Εμείς εδώ την έκφραση αυτή δε τη χρησιμοποιούμε απαραίτητα με την έννοια του Φωτόπουλου. Δεν τη χρησιμοποιούμε, γενικότερα, ως όρο με συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά ως έναν απλό τρόπο του λέγειν, για να αποφεύγουμε τη συνεχή χρήση καστοριαδικού λεξιλογίου, εφόσον αυτό δεν είναι τόσο διαδεδομένο με αποτέλεσμα, συχνά, να μην είναι εύληπτο, ειδικότερα μέσα σε σύντομα κείμενα σαν το συγκεκριμένο.

      Νίκος

      • Ο/Η Α λέει:

        Χεχε.Η όλη φάση της φράσης «Κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα» θυμίζει την αλτουσεριανή (?) «κυρίαρχη ιδεολογία»,χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτήν.Ήθελα και να ήξερα τόσο αφελείς είναι να νομίζουν ότι τύποι σαν τον ιδιοκτήτη του Όλυμπιακού ή τους pretenderιδες εξωτερικεύουν την ιδεολογία τους (ποια ιδεολογία?) με τέτοια αποτελεσματικότητα?:P

        • Ο/Η protagma λέει:

          Ο ιδιοκτήτης του Ολυμπιακού είναι πολύ ωραίο παράδειγμα, που μας δείχνει τη λειτουργία αλλά και τα όρια της άνωθεν επιβολής: όταν ο Μαρινάκης βγήκε, μετά τα αίσχη στο ντέρμι με τον Παναθηναϊκό, φέτον στο Καραϊσκάκη, και είπε «διδάξαμε ήθος», ξεφτυλίστηκε. Μόνο ορισμένοι κάφροι οπαδοί συνέχισαν να υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές και ότι οι οπαδοί του Ολυμπιακού που προπυλάκισαν παίκτες του Παναθηναϊκού προκλήθηκαν από τους δεύτερους.

          Ωστόσο, κατά την περίοδο της παντοδυναμίας Κόκκαλη φτιάχτηκε ένα σύστημα οπαδικών εφημερίδων (το οποίο στη συνέχεια μιμήθηκαν κι οι υπόλοιπες μεγάλες ομάδες), οι οποίες περνάνε την επίσημη γραμμή με αρκετά χονδροειδή τρόπο. Κι όμως, αν παρακολουθείς λίγο τα πράγματα, θα δεις πόσο πολύ περνάει αυτή η γραμμή. Αντίστοιχα, οι Παναθηναϊκοί που τώρα βρίζουν τον Πατέρα και το Βγενόπουλο, πέρυσι τους αποθέωναν ως νέους σωτήρες.

          Ο χώρος του επαγγελματικού αθλητισμού είναι πολύ ενδιαφέρων κοινωνιολογικά, καθώς εκεί φαίνεται, με χονδροειδή τρόπο, πώς λειτουργούν γενικώς τα ΜΜΕ, είτε είναι αθλητικά είτε πολιτικά, αλλά και η χειραγώγηση, γενικότερα. Προπαγάνδα υπάρχει και ειδικά στην Ελλάδα, όπου η δημοσιογραφία είναι κατά βάση εγκάθετη και μας πασάρει μόνο ό,τι θέλουν οι μεγαλοεκδότες ή η εκάστοτε κυβέρνηση.

          Με αυτή την έννοια «κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα» φυσικά και υπάρχει. Δες, π.χ., όλη αυτή την εκστρατεία να μας πείσουν ότι το Μνημόνιο είναι αναγκαίο, ότι «μαζί τα φάγαμε» κ.λπ. Το θέμα όμως είναι ότι: α) δε σημαίνει ότι πρόκειται για μια πλήρως συνειδητή και οργανωμένη διαδικασία, εφόσον πολλοί από τους διανοούμενους και τους αρθρογράφους που υποστηρίζουν απόψεις βολικές για την κυβέρνηση, τις πιστεύουν κι οι ίδιοι και β) το φαντασιακό της κοινωνίας είναι κάτι πολύ ευρύτερο από αυτή την προσπάθεια χειραγώγησης. Το εκάστοτε «κ.κ.π.» υπάρχει μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου φαντασιακού και είναι δυνάμει αυτού του φαντασιακού που «περνάει» ή όχι κάθε φορά. Διότι, πολύ συχνά, η συναίνεση δεν επιτυγχάνεται κι έτσι έχουμε εξεγέρσεις, συγκρούσεις, επαναστάσεις, απάθεια, διάδοση του κυνισμού και της κρίσης νοήματος όπως σήμερα κ.λπ.

          Για να το θέσουμε με καστοριαδικούς όρους, ο Αλτουσέρ, αν τον πάρουμε στα σοβαρά, πιάνει μόνο τη μία από τις δύο διαστάσεις του κοινωνικοϊστορικού: πιάνει μόνο τη λειτουργική (ή συνολοταυτιστική) διάσταση και γι’ αυτό βλέπει τους θεσμούς αποκλειστικά λειτουργικά (ως ιδεολογικούς μηχανισμούς που στοχεύουν στην αναπαραγωγή του συστήματος). Αυτό φυσικά ισχύει, εφόσον η εκάστοτε θέσμιση της κοινωνίας τείνει πάντοτε προς την αυτοαναπαραγωγή της, ακόμα κι αν πρόκειται για μια δημοκρατική κοινωνία (εφόσον οι ίδιες οι σημασίες και οι θεσμοί μιας κοινωνίας αναπαράγουν, αυτόματα, τον ανθρωπολογικό τύπο που τους αντιστοιχεί). Όταν βέβαια πρόκειται για κοινωνίες εκμεταλλευτικές και μη δημοκρατικές, πέραν αυτής της, ας πούμε, αυθόρμητης λειτουργικότητας (αυτοτελικότητας λέει ο Καστοριάδης) της θεσμισμένης κοινωνίας, υπάρχει και η συνειδητή παρέμβαση των εκάστοτε κυρίαρχων ομάδων, οι οποίες προσπαθούν να αποσπάσουν τη συναίνεση των υποτελών τους. Ο Αλτουσέρ και ο Φωτόπουλος βλέπουν μόνο αυτή την τελευταία διάσταση, την οποία μπερδεύουν και με τη διάσταση της αυθόρμητης λειτουργικότητας. Πρόκειται για ανάλογη περίπτωση με τη χονδροειδή αντίληψη πολλών αναρχικών για τη θρησκεία: η θρησκεία απλώς ως ένα εργαλείο των εκμεταλλευτών για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια των εκμεταλλευόμενων.
          Το θέμα όμως είναι ότι υπάρχει και η καθεαυτό φαντασιακή διάσταση κάθε κοινωνικής θέσμισης, αυτή που κάνει τις ελίτ και τους υποτελείς τους να είναι ό,τι κάθε φορά είναι. Διότι ποτέ οι ελίτ δεν είναι απόλυτα κυνικές. Μετέχουν και αυτές στην κυρίαρχη θέσμιση της κοινωνίας. Στις ετερόνομες κοινωνίες, μάλιστα, η ετερονομία δεν είναι μια δημιουργία των ελίτ για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια των υποτελών τους. Είναι και οι ίδιες ετερόνομες και αλλοτριωμένες, ασχέτως του αν, μέσα στα πλαίσια αυτής της αλλοτρίωσής τους, ενεργούν, λόγω του ρόλου τους ως διαχειριστριών της κοινωνίας, με πιο συνειδητό και, συχνά, διαυγή τρόπο από τους «από κάτω».

          Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ σημαντική, καθώς μας δείχνει ότι η ετερονομία είναι ένα πρόβλημα πολύ βαθύτερο από την εκμετάλλευση και την κυριαρχία: διότι έχουν υπάρξει κοινωνίες χωρίς κράτος και ιεραρχία πολιτική, οι οποίες όμως παραμένουν καθαρά ετερόνομες, εφόσον δε μπορούν να παραδεχθούν ότι είναι οι ίδιες που δημιουργούν τους θεσμούς τους. Αντίστοιχα σήμερα, η ανθρωπολογική κρίση του καπιταλισμού είναι κάτι πολύ βαθύτερο από την «απλή» όξυνση της εκμετάλλευσης και των ανισοτήτων: οι ίδιες οι ελίτ βρίσκονται σε αποσύνθεση, σε κατάσταση διανοητικής εξαχρείωσης, με αποτέλεσμα, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, ο κόσμος να μην κυβερνάται, πλέον, ουσιαστικά από κανέναν. Ο Φωτόπουλος νομίζει ότι, αν το παραδεχθούμε αυτό, σημαίνει ότι συγκαλύπτουμε το γεγονός πως σήμερα υπάρχουν εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι (αυτή είναι, π.χ., η αστεία «κριτική» του στην ιδέα του Καστοριάδη ότι ο σημερινός καπιταλισμός είναι ένα ακυβέρνητο καζίνο). Φυσικά αυτό είναι λάθος, διότι το να παραδεχτείς ότι οι σημερινές ελίτ δεν ξέρουν τι τους γίνεται δε σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι λες πως αυτές οι ελίτ δεν έχουν στα χέρια τους την εξουσία! Το να πούμε ότι ο σημερινός καπιταλισμός δεν έχει καμία μακροπρόθεσμη πολιτική και κινείται μόνο με βάση την επιδίωξη του άμεσου κέρδους, βυθιζόμενος μέσα στην ανευθυνότητα και τη διαφθορά, δε σημαίνει επουδενί ότι δε βλέπουμε πως πρόκειται για ένα σύστημα εκμεταλλευτικό! Δίνοντας όμως σημασία σε αυτά τα φαινόμενα ανθρωπολογικής, ας πούμε, τάξης, καταδεικνύουμε ότι οι σημερινές κοινωνίες βρίσκονται σε βαθιά κρίση σε ό,τι αφορά σε αυτό που τις συνέχει, σε ό,τι αφορά, δηλαδή, στο βαθύτερο φαντασιακό τους. Άρα το ζήτημα δεν είναι απλώς να φτιάξουμε δημοκρατικούς θεσμούς στο πολιτικό και το οικονομικό επίπεδο. Απαιτείται και μια νέα κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, ένα νέο νόημα, νέες σημασίες.

          Νίκος

          • Ο/Η Α λέει:

            Έθεσες πολλά ενδιαφέροντα.

            Από τον χώρο του αθλητισμού μπορείς να διακρίνεις ένα στοιχείο νομίζω που είναι πολύ πιο έντονο (πάρα πολύ όμως) στην σφαίρα της «πολιτικής».Στο μυαλό μου έχω αυτό που έλεγε ο Ράιχ, πως ο ανθρωπάκος δέχεται αυτά που επιβεβαιώνουν την ίδια του την πίστη πολύ ευκολότερα.Και βέβαια αυτός ο ανθρωπάκος δεν είναι μόνο ο τηλεθεατής.Εξάλλου ακόμα και ο καστοριάδης έλεγε πως σε μια ετερόνομη κοινωνία, η έμφυτη τάση του ατόμου για αυτονομία «μπλοκάρεται» ή βρίσκει αντίσταση από την υπάρχουσα γενικότερη κοινωνική θέσμιση(κοινωνικές θέσεις,θεσμοί κλπ.).Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για άτομα που δεν είναι αυτόνομα,και δεν θέλουν να είναι.Αυτό δεν ξέρω αν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε και φροϋδικά (Ιδανικό Εγώ και απώθηση της λίμπιντο πχ).

            Για την φονξιοναλιστική θέση των θεσμών εκ μέρους των αλτουσεριανών και λοιπών,ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξής:Η ετερονομία ως κατάσταση δεν είναι αναγκαία συνθήκη,όπως σωστά λες, για την ιεραρχική πολιτική δομή αλλά είναι σίγουρα ικανή.Και το θέμα δεν είναι ,όπως νομίζουν αρκετοί αναρχικοί και όλοι οι μαρξιστο-αριστεροί και σωστά επικρίνει ο καστοριάδης, να ρίξουμε τις ελίτ, αλλά να στοχεύσουμε στην θέσμιση που επιτρέπει ή δεν εμποδίζει νέες γκρούπες να αναδειχθούν κυρίαρχες.Το θέμα είναι πως αφού και οι ελίτ είναι οι ίδιες φενακισμένες,τι θα μπορούσε να οδηγήσει αυτές στο να επιδιώξουν την εξουσία?Ποιες σημασίες?Ίσως η «καύλα» για την «μεγάλη ιδέα του έθνους» ή «για την επικράτηση της λαϊκής δημοκρατίας».Αλλά στο μυαλό μου έχω κυρίως το σήμερα και ειδικότερα το παπαδαριό (και όχι μόνο).Αυτό που πιστεύω είναι πως το ότι υπάρχουν λαμόγια εθνικιστές ή παπάδες ή αριστερή δείχνει την ολοκληρωτική υποχώρηση των σημασιών που δεν συνδέονται (σε πρώτο βαθμό τουλάχιστον) με τις κυρίαρχες φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού.Βλέπεις τον παπά και είναι συνεπής σε όλα του τα της εκκλησίας, αλλά ξαφνικά μπροστά στο χρήμα ,είναι σα να κλείνει τα μάτια, πιστεύοντας πως για λίγο εξαφανίζεται ο κόσμος (μεταφορικά πάντα).Το ίδιο και τα σαρκοφάγα του ΛΑΟΣ.Το ίδιο και αρκετά κνιτοειδή.Στην σχολή ριζοσπάστη και πλουτοκρατία,ενώ το απόγευμα shopping (δεν γενικεύω).Και είναι κρίμα που αν θέλω να βρω ένα συνεπή στις αξίες του, πρέπει να κοιτάξω τους χρυσαυγίτες.

            Αυτά:)

  3. Ο/Η Μίλτος λέει:

    Πάντως ρε φίλε Νίκο τον Καστοριάδη τον έχεις μελετήσει πολύ βαθειά. Οι αναλύσεις σου με εντυπωσιάζουν και με βοηθάς να καταλάβω πτυχές της σκέψης του που δεν μπόρεσα να της κατανοήσω. Η «φαντασιακή διάσταση της κοινωνικής θέσμισης» είναι πραγματικά βαθύτατη φιλοσοφία και αποτελεί σοβαρό κοινωνιολογικό ‘εργαλείο’ σκέψης. Ανυπομονώ για μια άποψη σας πάνω στις Αραβικές εξεγέρσεις.

  4. Ο/Η protagma λέει:

    Για μένα, είναι βασικό να γίνεται συζήτηση πάνω στα θέματα της επικαιρότητας καθώς και στα κείμενα που ανεβάζουμε. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τα κείμενα του περιοδικού. Αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος για να κυκλοφορούν ουσιωδώς οι ιδέες και να παράγεται θεωρητική σκέψη και δουλειά.

    Το θέμα της επιστήμης και της τεχνολογίας είναι φοβερά σημαντικό. Η περίπτωση της Φουκουσίμα βάζει τη σφραγίδα της στη γενικότερη αποθέωση και τυφλή πίστη στην τεχνοεπιστήμη και στην απώλεια κάθε μέτρου. Αν δούμε τα πράγματα σε βάθος, το δέος -αλλά και η πλήρης αδυναμία- που νιώσαμε αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό τη βαθιά αποξένωση του ανθρώπου από τα ίδια του τα δημιουργήματα, χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής. Η ετερονομία αυτή, ανατροφοτείται συνεχώς τόσο από την σχεδόν ολοκληρωτική ανάθεση των πάντων στους «ειδικούς» (απουσία οριζόντιων δομών αλλά και διάθεσης για ανάληψη των ευθυνών) όσο και από τη κυρίαρχη τάση προς τη λατρεία -ως φετίχ-της τεχνολογικής ανάπτυξης (επικράτηση της ορθολογικότητας ως βασική αξία στον καπιταλισμό).
    Αν σε κάποιο βαθμό υπήρξε μια κάποια απομυθοποίηση της «υψηλής» τεχνογνωσίας και του «προηγμένου» πολιτισμού, αυτό δείχνει τη γοητεία που ασκούσαν και ασκούν αυτά στους ανθρώπους.

    Για τα αραβικά, ελπίζω να επανέλθουμε σύντομα.

    @Α:
    Όντως ψιλο-χαθήκαμε. Αλλά τρέχουν πολλά πράγματα. Να ενημερώσω ότι σκεφτόμαστε να κάνουμε και άλλη ανοιχτή συνάντηση σύντομα, ώστε να τα πούμε και από κοντά.

    Μήτσος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s