Για τις επιθέσεις της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι

Μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις τη νύχτα της 13ης Νοεμβρίου, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ έναν καταιγισμό αναλύσεων και σχολίων, όπως και πριν από δέκα μήνες, με τις αντίστοιχες επιθέσεις του περασμένου Ιανουαρίου, πάλι στη γαλλική πρωτεύουσα. Λιγοστές όμως είναι οι στιγμές διαύγειας που μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα σ’ αυτόν τον χυλό. Συνήθως, οι απόπειρες ανάλυσης του φαινομένου δε στοχεύουν στην όσο το δυνατόν διαυγέστερη κατανόησή του, αλλά στη δικαίωση της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας του εκάστοτε γράφοντος. Σε μεγάλο βαθμό ακούμε και πάλι τις ίδιες αφελείς απόψεις και εμμονές, δείγμα πως ελάχιστη πείρα αποκομίσαμε από ό,τι συνέβη τότε στο Παρίσι. Γι’ αυτό και προσπαθούμε εδώ να συγκεντρώσουμε και ν’ ανασκευάσουμε ορισμένες εκ των βασικών αυτών θεωρητικών λαθροχειριών.

912057_selfie_in_paris__marian_kamensky

Η Δεξιά κι η Ακροδεξιά

Βασικό επιχείρημα της Ακροδεξιάς και της μη φιλελεύθερης, συντηρητικής Δεξιάς, είναι πως σήμερα δρέπουμε τους καρπούς της πολύ χαλαρής μας στάσης απέναντι στους μετανάστες, γενικώς, αλλά και στο προσφυγικό ιδιαίτερα. Υποτίθεται, σύμφωνα με το σενάριο αυτό, πως η χαλαρή στάση της Ευρώπης στο μεταναστευτικό έχει γεμίσει τις δυτικές κοινωνίες με τζιχαντιστές που απλώς ψάχνουν την κατάλληλη ευκαιρία για να τις αιματοκυλίσουν. Από την Λεπέν μέχρι τις ξενοφοβικές κυβερνήσεις ορισμένων τέως ανατολικών χωρών, αλλά και τους εν Ελλάδι ρήτορες του αντιμουσουλμανισμού, ο χώρος της Δεξιάς σπεύδει να συνδέσει την προσφυγική κρίση με την αιματοχυσία που προκάλεσαν οι φανατικοί ισλαμιστές. Όπως είπε κι ο αποτυχημένος Ράμπο αλλά επιτυχέστατος πολιτικός καραγκιόζης, Α. Λοβέρδος, οι τρομοκράτες του Παρισιού «λιάζονταν».

Θα ‘πρεπε βέβαια να γνωρίζει ο Λοβέρδος κι οι ομοϊδεάτες του, πως, όχι μόνο στη σημερινή περίπτωση αλλά και τον περασμένο Ιανουάριο, τον περασμένο Αύγουστο και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις επιθέσεων που τελευταία στιγμή απετράπησαν από την αστυνομία ή τις μυστικές υπηρεσίες στη Γαλλία, οι τζιχαντιστικοί πυρήνες εντός της Ευρώπης δεν αποτελούνται από μη Ευρωπαίους, αλλά από Ευρωπαίους μουσουλμάνους -αραβικής κυρίως αλλά και αφρικανικής καταγωγής-, οι οποίοι όχι μόνο είναι ευρωπαίοι πολίτες, από νομική άποψη, μα συνιστούν, συχνά, δυτικοθρεμμένους μετανάστες δεύτερης ή και τρίτης γενιάς. Νέοι από προάστια δυτικών μεγαλουπόλεων (σε χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Αγγλία), «ριζοσπαστικοποιούνται» εντός της Δύσης, φεύγουν για τη Συρία ή γι άλλες χώρες της Μ. Ανατολής όπου πολεμούν ή εκπαιδεύονται κι εν συνεχεία επαναπατρίζονται με αποστολή να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν επιθέσεις στις πατρίδες τους. Μόνο από τη Γαλλία έχουν φύγει γύρω στα 1000 άτομα για τη Συρία και το Ιράκ, 600 εκ των οποίων παραμένουν εκεί. Μάλιστα στη Συρία έχουν κατέβει και αρκετοί λευκοί δυτικοί προσήλυτοι στο Ισλάμ, δηλαδή άτομα με καθαρά ευρωπαϊκή ή αμερικανική καταγωγή[1]. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του ζητήματος και όχι εάν τελικά το περίφημο συριακό διαβατήριο ήταν γνήσιο ή εάν κάποιοι από τους δράστες πέρασαν από την Ελλάδα μαζί με τόσους άλλους μετανάστες. Οι δράστες ήταν Ευρωπαίοι πολίτες και διάλεξαν απλά τον πιο εύκολο τρόπο για να επιστρέψουν στις χώρες τους απαρατήρητοι.

Οι τζιχαντιστές αυτής της νέας γενιάς είναι γεννημένοι και μεγαλωμένοι εντός της Δύσης, πράγμα που φαίνεται και από το είδος των χτυπημάτων που επιχειρούν: Σε αντίθεση με το μοντέλο της Αλ Κάιντα, που επανδρωνόταν από εν μέρει εκδυτικισμένους ηγέτες αλλά συνήθως μη δυτικούς εκτελεστές, ενώ επιχειρησιακά μας είχαν δώσει δείγματα κυρίως τυφλών και θεαματικών επιθέσεων αυτοκτονίας, οι σημερινοί τζιχαντιστές γνωρίζουν καλά τις κοινωνίες εντός των οποίων δρουν, τους μηχανισμούς καταστολής τους, όπως και τους στόχους που επιλέγουν. Γι’ αυτό άλλωστε και το Ισλαμικό Κράτος δεν έχει ανάγκη να περάσει στην Ευρώπη μη ευρωπαίους τρομοκράτες μέσω των προσφυγικών ροών: Αυτοί που του χρειάζονται είναι «εκπαιδευμένοι» στο Χαλιφάτο δυτικοί. Προερχόμενοι συχνά, αυτοί οι τελευταίοι, από τον χώρο της μικροεγκληματικότητας, είναι εξοικειωμένοι με τη βία, ενώ δείχνουν να επιδιώκουν μια άμεση επαφή με τα θύματά τους και να προτιμούν την χρήση καλάσνικοφ, τα οποία δεν είναι δα και δύσκολο να βρει κανείς σε χώρες όπως η Γαλλία. Υπ’ αυτή την έννοια, καθόλου τυχαίες δεν είναι οι ομοιότητες των επιθέσεων αυτών με τις μαζικές δολοφονίες σε σχολεία ή πανεπιστήμια αμερικανικών πόλεων από οπλισμένους πιτσιρικάδες.

Οι επίδοξοι τζιχαντιστές μεγαλώνουν μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο πλαίσιο το οποίο φαίνεται να διογκώνει το υπαρξιακό και ψυχικό τους κενό, μια παρανοϊκή θα λέγαμε κατάσταση. Διότι, από τη μία πλευρά, οι δυτικές κοινωνίες δε φαίνεται να μπορούν να τους προσφέρουν τίποτα άλλο πια, παρά την προοπτική ενός φιλοχρήματου μηδενισμού, νεοφιλελεύθερου και γκανγκστερικού τύπου. Από την άλλη πλευρά, η μετανάστευση μουσουλμανικών στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζεται από την διάρρηξη του παραδοσιακού πολιτισμικού πλαισίου και την ταυτόχρονη αδυναμία ένταξης στις κοινωνίες υποδοχής. Η αδυναμία ένταξης δεν είναι αποτέλεσμα κοινωνικού αποκλεισμού η ρατσισμού, όπως λέγεται συχνά. Οφείλεται ουσιαστικά στην διάλυση των δυτικών κοινωνιών και την μετατροπή τους από ζωντανές ανθρώπινες κοινότητες σε αδιάφορες και απρόσωπες μάζες. Η προσπάθεια ανασύστασης μιας συνεκτικής ανθρώπινης κοινότητας από την πλευρά των μεταναστών -και κυρίως των απογόνων τους, που γεννήθηκαν στις χώρες υποδοχής αλλά δε νιώθουν μέλη τους- μπορεί να πάρει κομινοταριστικές μορφές[2]. Ωστόσο, πέρα απ’ το γεγονός ότι οι δεύτερης γενιάς μετανάστες δε γνώρισαν ποτέ τις χώρες προέλευσής τους, με τη σειρά τους οι χώρες αυτές περνούν τα τελευταία χρόνια τη δική τους κρίση ταυτότητας, υποφέροντας από εμφύλιες συγκρούσεις, ακυβερνησία και μια γενικότερη διάλυση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το Ισλάμ αναδύεται ως η μόνη βάση επανασύστασης μιας συνεκτικής κοινότητας. Έτσι, ερωτήματα όπως «πώς μπορώ να είμαι καλός μουσουλμάνος μέσα στη Δύση», που απασχολούν σε μεγάλο βαθμό τους μουσουλμανικής καταγωγής νέους, καταδεικνύουν με σαφήνεια τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκονται και την προσπάθειά τους να τα λύσουν μέσα από τη θρησκεία[3].

Τα ποσοστά νέων προσήλυτων στη μουσουλμανική θρησκεία είναι εντυπωσιακά, ακόμα και μετά την επίθεση του περασμένου Γενάρη στο Σαρλί Εμπντό[4]. Ασφαλώς, μια άλλη σειρά παραγόντων που αφορούν τον ρόλο των ριζοσπαστικών τζαμιών στα προάστια και τις άμεσες ή έμμεσες χρηματοδοτήσεις τους από τους σαουδάραβες, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οι πρόσφατες δημοσιογραφικές έρευνες σε προάστια πλήρως ελεγχόμενα από ριζοσπαστικούς ιμάμηδες[5], καθώς και η εξέταση από το γαλλικό κράτος της απαγόρευσης χρηματοδοτήσεων των τζαμιών ή λογής λογής «μουσουλμανικών» πολιτιστικών συλλόγων -αγνώστων λοιπών στοιχείων- από «ύποπτες» πηγές, είναι ενδεικτικά του μεγέθους του ζητήματος.

Απέναντι στα φαινόμενα αυτά που έχουν βάθος τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνων, η γαλλική κοινωνία επέδειξε μια γενικευμένη ανοχή και ανεμελιά, ποδηγετημένη καθώς είναι από μια λανθασμένη, φιλελεύθερη αντίληψη περί πολιτισμικού πλουραλισμού. Σκεπασμένη με το βαρύ πάπλωμα του σεβασμού στη διαφορετικότητα άνευ οιονδήποτε κριτηρίων, κοιμόταν καθώς φαίνεται τον ύπνο του δικαίου. Και παρά τους πυροβολισμούς που πέφτουν μέσα στην αυλή της, δε μοιάζει να ξυπνάει.

Αυτά είναι λοιπόν τα βασικά προβλήματα που βρίσκονται πίσω από τα σημερινά φαινόμενα. Μπορεί η ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών που αποτελούν μέλη της συνθήκης του Σένγκεν να βοηθά τις κινήσεις των τζιχαντιστών (που νοικιάζουν αυτοκίνητο στο Βέλγιο και χτυπούν στο Παρίσι, π.χ.), αλλά εδώ πρόκειται μόνο για έναν παράγοντα που απλώς διογκώνει ένα ήδη υπάρχον πρόβλημα με βαθιές ρίζες μέσα στις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες και όχι σε κάποιο μακρινό συριακό οροπέδιο.

Η αριστερή παραζάλη

α) Ο τραγέλαφος του τριτοκοσμικισμού

Στον αντίποδα αυτής της τυφλότητας απέναντι στα προβλήματα των ίδιων των δυτικών κοινωνιών, οι αριστερές προσεγγίσεις το μόνο που μοιάζει να επιδιώκουν είναι να παρουσιάζουν τη Δύση ως υπαίτια των δεινών του συνόλου της ανθρωπότητας. Κι έτσι βγάζουν λάδι το Ισλάμ που, όταν δεν παρουσιάζεται ως κυνηγημένη από τη σύγχρονη Δύση θρησκεία, σίγουρα θεωρείται ως εντελώς άσχετη με τις σημερινές εξελίξεις, των οποίων τους φταίχτες θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε αποκλειστικά στις τάξεις των ευρωατλαντικών ολιγαρχιών. Ενώ, παράλληλα, όσον αφορά τους μουσουλμάνους που μεγάλωσαν στις δυτικές μητροπόλεις, ως μοναδικό κριτήριο για την ένταξή τους στις τάξεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ αναγνωρίζεται η κοινωνική περιθωριοποίηση που τους επέβαλαν οι ανώτερες τάξεις και το κράτος. Βέβαια από δημοσιεύματα που ακολούθησαν τις επιθέσεις στο Παρίσι, το προφίλ ορισμένων τρομοκρατών, και δη του βέλγου τζιχαντιστή Αμπντελχαμίντ Αμπααούντ, των αδελφών Αμπντεσλάμ αλλά και του Σαμί Αμιμούρ, καθόλου δεν ταιριάζει με αυτό που διατυμπανίζουν οι αριστερές αναλύσεις[6].

Δύο πράγματα θα πρέπει εδώ να τονιστούν. Πρώτον, ότι όλες αυτές οι αντιιμπεριαλιστικές εμμονές, που στον έναν ή στον άλλο βαθμό συνιστούν ό,τι έχει να πει η Αριστερά όχι μόνο επί των συγκεκριμένων γεγονότων αλλά και επί της ανόδου του ισλαμοφασισμού, γενικότερα, ελάχιστα προσφέρουν στην κοινωνική ανάλυση. Το μόνο που κάνουν είναι ν’ αναπαράγουν τον δυτικοκεντρισμό που υποτίθεται πως βδελύσσονται οι υποστηρικτές τους. Με τη μόνη διαφορά πως θεωρούν τη Δύση ως ενσάρκωση του Κακού μέσα στην ιστορία, δίνοντας αρνητικό πρόσημο στην ιδέα ενός δυτικού μονοπωλίου επί της ιστορικής δράσης. Διότι, αν τα πάντα συνιστούν συνωμοσίες ή συνέπειες ενεργειών της Δύσης, τότε, μοιραία, οι αραβικοί λαοί, λόγου χάριν, δεν έχουν δικαίωμα ιστορικής αυτενέργειας. Όχι, το Ισλαμικό Κράτος κι ο σύγχρονος σαλαφισμός δεν είναι δημιουργήματά τους, αλλά συνωμοσίες των σατανικών δυτικών που απλώς τους χρησιμοποιούν ως μαριονέτες τους[7].

Το ότι οι Αμερικανοί και οι δυτικοί γενικότερα έχουν συμβάλλει στο να γίνει μπάχαλο ο αραβικός κόσμος τα τελευταία 60 χρόνια (υποστήριξη του Ισραήλ, ενίσχυση των Ταλιμπάν κατά των Σοβιετικών, ιρανο-ιρακινός πόλεμος, αποσιώπηση του ρόλου της Σαουδικής Αραβίας στην εξάπλωση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, στρατιωτικές επεμβάσεις των Αμερικανών) δεν σημαίνει πως αυτοί γέννησαν τον σύγχρονο τζιχαντιστικό ισλαμισμό. Αυτού του είδους ο ισλαμισμός αναδύεται τη δεκαετία του ’70 κι αντανακλά τη βαθειά κρίση και τ’ αδιέξοδα των αραβικών κοινωνιών, οι οποίες δεν κατάφεραν να μετουσιώσουν την ψευτο-εκκοσμίκευσή τους κατά τις προηγούμενες δεκαετίες (υπό την επήρεια του μπααθισμού και του αραβικού εθνικισμού) σε κάτι γόνιμο και κοινωνικά σταθερό. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως δικτάτορες όπως ο Μπεν Αλί και ο Μουμπάρακ ανατράπηκαν από λαϊκές επαναστάσεις και οι ίδιοι οι λαοί τους αντικατέστησαν, μέσα από εκλογές, από ακραία ισλαμικά κόμματα. Το ίδιο συνέβη και στην Συρία, όπου ενώ η επανάσταση είχε αρχικά φιλελεύθερο χαρακτήρα, αφομοιώθηκε γρήγορα από τις πιο ισχυρές ισλαμικές ένοπλες ομάδες.

Λες, άλλωστε -για να πιάσουμε και την ειδικότερα γαλλική πτυχή του προβλήματος-, κι έχει καμιά ανάγκη ο Ολάντ να μπαίνει σήμερα σε τέτοιες περιπέτειες προκειμένου ν’ αυξήσει την καταστολή εντός της γαλλικής κοινωνίας. Υπάρχει κανένα επικίνδυνο για την κατεστημένη τάξη κοινωνικό κίνημα και δεν το γνωρίζουμε, ώστε να έχουμε ανάγκη από τέτοιες προβοκάτσιες, όπως, π.χ., στην Ιταλία του ‘70; Μήπως θα πρέπει να σκεφτούμε πως, όπως και στην περίπτωση της ανόδου του νεοφιλελευθερισμού, έτσι και στην περίπτωση της αποκρυστάλλωσης του περίφημου «κράτους ασφάλειας», αποφασιστικός παράγοντας είναι η πολιτική παθητικοποίηση των δυτικών πληθυσμών η οποία προηγήθηκε και επέτρεψε στις ολιγαρχίες να εφαρμόσουν πολιτικές που πριν το 1970 θα συναντούσαν σημαντικές αντιστάσεις;

β) Παραδοσιακό Ισλάμ και ισλαμοφασισμός

Κατά δεύτερον, πράγματι δεν πρέπει να ταυτίζουμε τους μουσουλμάνους γενικώς με τις ιδιαίτερες εκείνες εκδοχές του Ισλάμ που βρίσκονται πίσω από τον τζιχαντισμό. Ο σύγχρονος σαλαφισμός, συνιστά ποικιλία της παραδοσιακής αυτής τάσης ορισμένων ισλαμικών ρευμάτων προς αυστηρές και φανατικές εκδοχές ερμηνείας της μουσουλμανικής θρησκείας, που επιζητούν την επιστροφή σε μια ειδυλλιακά αγνή και καθαρή εκδοχή της, η οποία υποτίθεται πως όριζε τη ζωή των πιστών την εποχή του Προφήτη. Σε αντίθεση όμως με άλλες ιστορικές εκδοχές του σαλαφιστικού νεοσυντηρητισμού, ο σύγχρονος ισλαμοφασισμός -και γι’ αυτό άλλωστε τον αποκαλούμε έτσι- συνιστά ένα απεχθές μείγμα, από τη μια μεριά, όλου του ουαχαμπικού αυτού συντηρητισμού, και, από την άλλη, των χειρότερων στοιχείων της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας: εμμονή με τη νεοτεχνολογία και την πληροφορική, εγκόλπωση της ιδέας μιας απόλυτης κυριαρχίας, τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος. Αυτό το ολοκληρωτικό στοιχείο, που συνιστά καθαρά δυτική ανακάλυψη, αλλά και η συμπαρομαρτούσα παράνοια προφανώς και δε χαρακτηρίζουν το παραδοσιακό Ισλάμ και τον μέσο μουσουλμάνο. Μέχρι εδώ σωστά τα λέει η Αριστερά, αν και όχι για τους σωστούς λόγους.

Αυτό που συγκαλύπτει, ωστόσο -και είναι καίριο-, είναι το γεγονός πως, στην πραγματικότητα, η διάκριση μεταξύ μουσουλμάνων και ισλαμοφασιστών, όσο κι αν, σε κοινωνιολογικό και περιγραφικό επίπεδο ισχύει και πρέπει να τονίζεται, υπονομεύεται από τους ίδιους τους μέσους, μη ισλαμοφασίστες μουσουλμάνους. Διότι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιστάσεων, αυτοί οι απλοί μουσουλμάνοι ουδέποτε θ’ αναγνωρίσουν κάποια πιθανή σχέση της θρησκείας τους με τον ισλαμοφασισμό και την μεγάλη παράδοση ριζοσπαστισμού που κουβαλά. Το μόνο που θα πουν είναι πως «το Ισλάμ κηρύττει την ειρήνη, οπότε οι τρομοκράτες δεν είναι μουσουλμάνοι». Κι έτσι αποφεύγουν να στραφούν κριτικά απέναντι σε κομμάτια της θρησκείας τους που δίνουν πάτημα στους ισλαμοφασίστες να κάνουν ό,τι κάνουν όχι στο όνομα του Ιησού ή του Βούδα, αλλά σ’ εκείνο του Αλλάχ. Στην αδυναμία τους αυτή συμβάλλει, βεβαίως, και ο ρόλος του μουσουλμανικού ιερατείου εντός των δυτικών χωρών. Στην περίπτωση της Γαλλίας, που την γνωρίζουμε καλύτερα, η κυβέρνηση του Σαρκοζί ίδρυσε το 2008 το Γαλλικό Συμβούλιο Μουσουλμανικής Θρησκείας (CFCM), μια θεσμική βιτρίνα πολλαπλής χρήσης: Για να προσεταιριστεί η γαλλική δεξιά το μουσουλμανικό ακροατήριο, για να δώσει το γαλλικό κράτος την εντύπωση πως έχει ένα μέσο επιρροής πάνω στη μουσουλμανική νεολαία (που ριζοσπαστικοποιείται όλο και περισσότερο) και, από την πλευρά του μουσουλμανικού ιερατείου, για να αποκτήσει στενότερες σχέσεις με την πολιτική τάξη της Γαλλίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διάδοση των πιο συντηρητικών πλευρών του Ισλάμ. Το CFCM διοικείται από σαλτιμπάγκους όπως ο Μεγάλος Μουφτής του Παρισιού Μπουμπακέρ[8] και ο μουφτής τού Ντρανσύ Σαλγκουμί, οι οποίοι ασχολούνται περισσότερο με το να χτίζουν σχέσεις με πολιτικά κόμματα, μίντια και ανθρώπους του κράτους, παρά με το να πολεμούν την διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών μεταξύ των πιστών τους (ο Σαμί Αμιμούρ κατοικούσε στο Ντρανσύ αλλά προσευχόταν σε ένα τέμενος ελεγχόμενο από νεαρούς σαλαφιστές). Ωστόσο, το χειρότερο είναι πως το CFCM περιλαμβάνει εντός του την Ένωση Ισλαμικών Οργανώσεων της Γαλλίας (UOIF), η οποία ιδρύθηκε το 1983 και η οποία συνδέεται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, την σαλαφιστική οργάνωση της Αιγύπτου, ενώ χρηματοδοτείται και από την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ[9]. Παρόλο που στο εσωτερικό τoυ CFCM δεν έχει μεγάλη ισχύ, έχει καταφέρει να ελέγξει 11 από τα 25 περιφερειακά συμβούλια μουσουλμανικής θρησκείας (CRCM), κάνοντας μια πολύ σημαντική δουλειά στα κατώτερα επίπεδα της μουφτήδικης γραφειοκρατίας, τα οποία είναι προφανώς σε στενότερη επαφή με τους πιστούς. Σε πολλές περιπτώσεις οι εκπρόσωποί της έχουν δηλώσει πως »Σύνταγμά μας είναι το Κοράνι», ενώ μέχρι και ο Μανουέλ Βαλς δήλωνε στις αρχές του τρέχοντος έτους πως ανησυχεί για την επιρροή που έχει αυτή η οργάνωση και θέλει να την «καταπολεμήσει»[10].

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επαμφοτερίζουσας στάσης της μουσουλμανικής κοινότητας, ήταν το γεγονός πως, κατά τις μεγάλες συγκεντρώσεις στη Γαλλία, πριν από δέκα μήνες, μετά τις επιθέσεις του περασμένου Ιανουαρίου, δεν παρατηρήθηκε συμμετοχή από μουσουλμάνους νεολαίους. Οι μόνοι μουσουλμάνοι (ή, εν πάση περιπτώσει, Γάλλοι με καταγωγή από μουσουλμανικές χώρες) που συμμετείχαν, ήταν άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, που ανήκαν στις παλιότερες γενιές, τις επηρεασμένες από τον αραβικό εθνικισμό και τις υπόλοιπες εκδοχές του τριτοκοσμισμού της δεκαετίας του ‘60. Ακριβώς, όμως, επειδή δεν αναγνωρίζουν τον ισλαμοφασισμό ως μια αρρώστια του Ισλάμ, αρνούνται να προβούν και σε οποιοδήποτε ξεκαθάρισμα λογαριασμών μαζί του. Έτσι, όμως, όχι μόνο μένουν έκθετοι στις κριτικές της Ακροδεξιάς, δίνοντάς της βάση να μιλά, αλλά, επιπλέον, ευνοούν την επώαση του ισλαμοφασιστικού όφη, μέσα στις γειτονιές και τα τεμένη τους.

Η φιλελεύθερη ασυναρτησία κι η ιστορική χρεωκοπία της Δύσης

α) Η κοινωνία της διασκέδασης

                                            Και κυρίως αυτές οι επιθέσεις έπληξαν την παρισινή νεολαία και την ελευθερία της να βγαίνεικαι να διασκεδάζει.

Αν Ινταλγκό (δήμαρχος Παρισίων)

Από την άλλη, σε έναν αντίστοιχου τύπου παροξυσμό φτάνει η αναλυτική αστοχία και αμηχανία της αρθρογραφίας του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Ως συνήθως, στις τάξεις των φιλελεύθερων βρίσκει κανείς τους πιο αβαθείς κι αφελείς απολογητές των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, ακριβώς όπως αυτές είναι, δίχως τον παραμικρό αστερίσκο ή κριτική υποσημείωση. Έτσι, οι φιλελεύθεροί μας κάνουν σημαία τους την κοινωνία της κατανάλωσης, η εμβάθυνση και υπεράσπιση της οποίας συνιστά γι’ αυτούς άρθρο πίστης. Μες στη βλακεία τους, έχουν καταλήξει να ταυτίζουν τη Δύση μ’ αυτήν την εντελώς παρηκμασμένη εκδοχή του δυτικού πολιτισμού που, ως τέτοια, συνιστά όχι τη συνέχιση μα το ψυχορράγημά του.

Ήδη τον περασμένο Ιανουάριο ήταν προφανής η κραυγαλέα αντίθεση, ανάμεσα στις αξίες της ελεύθερης έκφρασης και της σάτιρας, που επλήγησαν από τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo, και στις πραγματικές διαθέσεις του γαλλικού πληθυσμού που συμμετείχε στις μεγάλες συγκεντρώσεις εκείνων των ημερών. Αυτό που κινητοποίησε τον κόσμο δεν ήταν κάποια ιδιαίτερη προθυμία να πολεμήσει για το δικαίωμα της κριτικής στη θρησκεία και της ελευθερίας έκφρασης της άποψής μας, όσο μια «ανθρωπιστικού» τύπου αντίθεση στη «βία» γενικώς, αυτός ο τυφλός πασιφισμός που συνιστά πολιτική εκλογίκευση της πλήρους μαλθακοποίησης στην οποία έχουν οδηγήσει τον δυτικό άνθρωπο 40 χρόνια αχαλίνωτης κοινωνίας της κατανάλωσης και των ανέσεων. Μια μαλθακοποίηση κι ένας πασιφισμός που κρύβει από πίσω μια και μόνο ιδέα: ότι το μόνο που έχει αξία είναι η ζωή και το σώμα μας.

Σήμερα που οι στόχοι των τρομοκρατών δεν είχαν καν στενά πολιτικά χαρακτηριστικά, αυτή η αντίθεση αμβλύνεται κατά πολύ, εφόσον, αυτό που βγαίνει ως γενική ιδέα, είναι πως επλήγη «το δικαίωμα των νέων στη διασκέδαση». Η δήμαρχος του Παρισιού το δήλωσε ανερυθρίαστα μες στην αμηχανία της, ενώ οι διάφορες πρωτοβουλίες και τα hashstags του Τουίτερ (αν είναι δυνατόν!) περιφέρονται γύρω από την ίδια ιδέα: «δε φοβόμαστε και βγαίνουμε να κατακλύσουμε τα μπιστρό και τις μπρασερί». Καθόλου άστοχη εξάλλου η παρατήρηση του κοινωνιολόγου Φρανσουά ντε Σενγκλύ (François de Singly) με αφορμή την ανάδειξη της σημαίας της Γαλλίας σε τρέντυ σύμβολο υποστήριξης και εθνικής ανασύνταξης: «η σημαία έγινε το σύμβολο ενός τρόπου ζωής α λα γαλλικά, με κεντρικό μοτίβο τα καφέ και τα τραπεζάκια των μπιστρό»[11].

Ιδού λοιπόν οι αξίες που θα πάνε τα γαλλικά μαχητικά να υπερασπιστούν στους μπαρουτοκαπνισμένους αιθέρες της Συρίας. Ιδού η Δύση που υπερασπίζονται οι γάλλοι και όχι μόνο φιλελεύθεροι. Όπως το έλεγε προ δεκαπενταετίας ο μακαρίτης γάλλος συγγραφέας Φιλίπ Μυρέ (Philippe Muray), αυτό που, από ορισμένες απόψεις, έδειχνε να ενόχλησε περισσότερο τους Αμερικανούς μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ήταν το γεγονός πως τα επείγοντα μέτρα που πάρθηκαν την επαύριον των επιθέσεων έθεσαν περιορισμούς στον τρόπο διασκέδασης των πολιτών, για λόγους ασφαλείας. Αυτό που τότε μόνο η οξύνοια ενός «περίεργου» συγγραφέα θα μπορούσε να διαγνώσει, σήμερα λέγεται με τρόπο ρητό κι ανερυθρίαστο. Άλλωστε αυτές είναι οι κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας της κατανάλωσης: η καλοπέραση και η εγγύηση του δικαιώματος στην απρόσκοπτη κι απαραβίαστη διασκέδαση.

β) Ενάντια στον χιπστεροειδή τρόπο ζωής;

Κι αυτό διόλου τυχαία, μιας και τα θύματα των πρόσφατων επιθέσεων προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα στρώματα που απαρτίζουν τις σύγχρονες χίπστερ ανερχόμενες τάξεις. Εκτός από το παιδί που πουλούσε το merchandise της μπάντας που εμφανιζόταν στο Bataclan, ορισμένους Άραβες που γιόρταζαν τα γενέθλια μιας φίλης και συγγενούς τους, σε κάποιο από τα εστιατόρια που γαζώθηκαν τυχαία από τους τρομοκράτες, τον πορτογάλο ποδοσφαιρόφιλο που σκοτώθηκε από την πρώτη έκρηξη έξω από το Stade de France κι ορισμένους ακόμα πιο «λαϊκούς» τύπους, είτε το δούμε πολιτιστικά είτε κοινωνικά-ταξικά, η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων εξασκούσε επαγγέλματα ή κατείχε αξιώματα σε τομείς μέσων και υψηλών εισοδημάτων. Σε αναλυτική λίστα που δημοσίευσε η Le Figaro βρίσκουμε τα εξής επαγγέλματα (αρκετά εκ των οποίων εμφανίζονται περισσότερες της μίας φορές): δημοσιογράφος, γλύπτης, δικηγόρος, καλλιτεχνικός διευθυντής, εκδότης, στέλεχος ή εργαζόμενος σε δισκογραφική εταιρία και σε εκδοτικό οίκο, εργαζόμενος σε καλλιτεχνικό πρακτορείο, πρώην μανεκέν και μετέπειτα δημοσιογράφος σε γυναικείο περιοδικό, αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, σχεδιαστής, ιδιοκτήτης εστιατορίου, στέλεχος δημόσιας υπηρεσίας, σκηνοθέτης, επί των δημοσίων σχέσεων, εργαζόμενος «στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα», μουσικός παραγωγός, μηχανικός, φοιτητής (δραματικής σχολής, design, μουσικολογίας, εθνομουσικολογίας, τεχνητής νοημοσύνης, γαλλικών οικονομικών σχολών και της LSE, σύγχρονης λογοτεχνίας, δημογραφίας -σε επίπεδα από πρώτο πτυχίο μέχρι Μάστερ και διδακτορικό).

Δε χτυπήθηκε, με άλλα λόγια, ο «απλός κόσμος», όπως λανθασμένα πιστεύεται («αυτό που χτυπήθηκε δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος τρόπος ζωής, αλλά η Γαλλία στο σύνολό της» δήλωσε ο Ολάντ), αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών: οι ανερχόμενες «μορφωμένες» τάξεις που συνιστούν τις νέου τύπου ολιγαρχίες και καθορίζουν την ιδεολογική και πολιτιστική τους φυσιογνωμία -οι λεγόμενοι «χίπστερ». Η τεχνοφιλελεύθερη Libération, κατεξοχήν φερέφωνό αυτών των νέων ανώτερων τάξεων στη Γαλλία, σε εξώφυλλό της μιλούσε για την «γενιά του Bataclan», χαρακτηρίζοντας τα μέλη της ως «νέους, που τους αρέσει να διασκεδάζουν, κοσμοπολίτες και με ανοιχτό πνεύμα». Πρόκειται για μια ταυτοχρόνως ακριβή μα και ιδεολογική περιγραφή των πολιτιστικών χαρακτηριστικών των θυμάτων της εκατόμβης της 13ης Νοεμβρίου. Οι τρομοκράτες στόχευσαν το Stade de France (στις κερκίδες του οποίου υπήρχε πολύς λαϊκός κόσμος) προφανώς λόγω της παρουσίας του Ολάντ αλλά και για να επιτύχουν χτύπημα μπροστά σε κάμερες που θα το μετέδιδαν ζωντανά. Ωστόσο, το γεγονός πως μόνο τρεις από τους 8 ή 9 πήγαν να το χτυπήσουν, ενώ οι άλλες δύο ομάδες τους στράφηκαν σε επιλεγμένα εστιατόρια της πρωτεύουσας και στο Bataclan, μας δείχνει πως στόχος δεν ήταν η δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, δίχως ποιοτικά κριτήρια[12]. Αυτό που χτυπήθηκε ήταν το κατεξοχήν λευκό κομμάτι της γαλλικής κοινωνίας[13]. Σε μια πόλη της ολιγαρχίας όμως, όπως είναι το σύγχρονο Παρίσι, οι μόνοι λευκοί είναι οι χίπστερ λευκοί, εφόσον οι λευκοί λαϊκοί Γάλλοι (αλλά και τα υπό ταξικό ξεπεσμό λευκά μεσοστρώματα) εδώ και χρόνια μετοικούν στις μεσαίες και μικρές πόλεις της επαρχίας, μη μπορώντας να αντέξουν το κόστος της ζωής στις μεγάλες, «κοσμοπολίτικες» πόλεις, με πρώτο και καλύτερο το Παρίσι[14]. Γνωρίζοντας αυτή την κατάσταση, εφόσον μέσα σε αυτήν την κοινωνία ζουν, οι τρομοκράτες, σχεδόν ενστικτωδώς θα λέγαμε, επέλεξαν έναν «εναλλακτικό» συναυλιακό χώρο και μαγαζιά ενός ύφους που θυμίζει μείγμα Εξαρχείων (στην απολιτίκ τους εκδοχή), Γκάζι και πλατείας Καρύτση.

Ίσως έτσι να εξηγείται και η ταύτιση που νιώθει εν προκειμένω η αριστερή και αναρχική νεολαία στην Ελλάδα. Πρόκειται βεβαίως για ταύτιση που ξεπερνά την απόλυτα φυσιολογική ανθρώπινη συμπάθεια για τα θύματα, στα οποία φαίνεται να προβάλλει, ανερυθρίαστα, για άλλη μια φορά τις ιδεοληπτικές εμμονές της. Εγκλωβισμένη στις αυταπάτες της πιστεύει πως οι χώροι που χτυπήθηκαν από τους τζιχαντιστές ήταν χώροι στους οποίους διασκεδάζει η πολιτικοποιημένη νεολαία του Παρισιού, τα παιδιά των φτωχών λαϊκών οικογενειών. Αν η αριστερή και αναρχική νεολαία ταυτίζει τον λαό με τις ανερχόμενες χίπστερ ολιγαρχίες, μάλλον θα πρέπει να ξαναρίξει μια ματιά στα μαρξιστικά της κιτάπια. Εάν πάλι συχνάζει στα ίδια στέκια, μάλλον δεν είναι αρκούντως αναρχική και αριστερή, εφόσον έχει χάσει προφανώς κάθε επαφή με τον λαό και κάθε αίσθημα ισότητας και αγανάκτησης ενάντια στα κοινωνικά προνόμια. Και είναι γελοίο να βαυκαλίζει τον εαυτό της με σενάρια δήθεν στοχοποίησής της από τις ολιγαρχίες, οι οποίες, άκουσον άκουσον, έβαλαν τα τζιχαντιστικά τους ενεργούμενα να την ξεπαστρέψουν. Μήπως έχει προ πολλού αυτοαναιρεθεί η ίδια, ως πολιτική δύναμη, με την ολόψυχη προσχώρησή της στον κυρίαρχο πολιτισμό της διασκέδασης, έστω κι αν υπεραμύνεται μιας πιο εκλεπτυσμένης κι «εναλλακτικής» του εκδοχής;

Η ανάγκη μιας ριζικής επαναθέσμισης του δυτικού κόσμου

Κοινό στοιχείο των τριών τύπων ανάλυσης και επιχειρηματολογίας είναι, εν τέλει, η παροιμιώδης ικανότητά τους να χτυπούν το ιδεολογικό τους κεφάλι στον τοίχο της πραγματικότητας, όταν προσπαθούν να δώσουν ερμηνείες στα γεγονότα και να κατανοήσουν τη σύγχρονη Δύση, τα προβλήματα του λεγόμενου πολυπολιτισμικού μοντέλου και το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η κοινωνία της κατανάλωσης˙ η αμηχανία τους, με άλλα λόγια, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το πλέον παρακμιακό στάδιο ολόκληρης της δυτικής ιστορίας. Οι αριστερές αναλύσεις, έχοντας ρίξει τα προτάγματά τους στον μεταμοντέρνο λάκκο της «πολιτιστικής διαφοράς» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αρνούνται να δουν και να παραδεχτούν αυτήν την ανθρωπολογική συνθήκη. Οι δεξιοί και ακροδεξιοί θα κοιτάξουν μόνο να καταδικάσουν αξιακά την πολυπολιτισμικότητα προς τέρψη της εθνοκεντρικής τους αυτοϊκανοποίησης. Οι δε φιλελεύθεροι είτε υποβαθμίζουν μέσω ευχολογίων αυτές τις αντιφάσεις είτε πλειοδοτούν υπέρ μιας σκληρής στάσης απέναντι στο ριζοσπαστικό Ισλάμ, λες και οι δυτικές κοινωνίες που καλούνται ν’ αντισταθούν στις θεοκρατικές του επιδιώξεις είναι ακόμα οι κοινωνίες που γεννήσανε τις αξίες της εκκοσμίκευσης και της πνευματικής χειραφέτησης κι όχι τα σημερινά τους κακέκτυπα.

Μπροστά σε αυτή τη διανοητική ένδεια η μπάλα αφήνεται στα χέρια των γεωπολιτικών παιχνιδιών των ολιγαρχιών του δυτικού κόσμου, που θα θέλουν να απαντήσουν στρατιωτικά στις επιθέσεις των τζιχαντιστών, ολοκληρώνοντας τα σχέδιά τους στη Μέση Ανατολή. Το αδιέξοδο όμως θα παραμένει. Πρώτον διότι, δεδομένου της πρωτοφανούς πλανητικής διασποράς του ριζοσπαστικού Ισλάμ, είναι απίθανο οι επεμβάσεις να προσφέρουν κάποια μόνιμη λύση στο ζήτημα. Δεύτερον γιατί η απήχηση εντός της Δύσης αυτού του τυφλού μίσους για την ίδια τη Δύση εκφράζει τη βαθειά αποσύνθεση των κοινωνιών αυτών και όχι κάποιον «εσωτερικό εχθρό», όπως αρέσκονται να διαδίδουν οι απολογητές των σημερινών καθεστώτων. Όσο οι δυτικές κοινωνίες το μόνο που έχουν να διδάξουν τους λαούς τους αλλά και να εξάγουν στον υπόλοιπο πλανήτη, είναι ο εκχυδαϊσμένος καταναλωτικός τρόπος ζωής και η γενικευμένη πλέον ασημαντότητα, τόσο θα αποσταθεροποιούνται, βυθιζόμενες στις αντιφάσεις τους. Και από τη στιγμή που δε διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια εναλλακτική, δημοκρατική πολιτική ή πολιτιστική δημιουργία εκτός αυτών, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις, από τους ίδιους τους λαούς εντός της Δύσης, σε αυτήν την μοναδική για τη νεοτερικότητα παρακμή. Μόνο μια εκ βάθρων ανανέωση των θεσμών, των αξιών και του γενικότερου τρόπου ζωής μπορεί τελικά να απαντήσει ουσιωδώς και στο ζήτημα της ασυμβατότητας μεταξύ των όποιων δημοκρατικών παραδόσεων (ή έστω κατάλοιπων) και των αυταρχικών θεοκρατιών.

[1] Ας σημειωθεί ότι η κορυφαία ευρωπαϊκή χώρα σε «συνεισφορά» εθελοντών πολεμιστών και εκπαιδευόμενων τζιχαντιστών αναλογικά με τον πληθυσμό της είναι το Βέλγιο, σύμφωνα με στοιχεία από το The International Centre for the Study of Radicalisation and Political Violence.

[2] Δηλαδή, τάσεις συγκρότησης κλειστών κοινωνικών ομάδων με βάση την κυρίως εθνότητα, το θρήσκευμα ή την πολιτιστική ταυτότητα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια ταυτοτική αναδίπλωση ορισμένων μειονοτικών ομάδων στα πλαίσια των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, που συνοδεύεται από έλεγχο της συμπεριφοράς και των απόψεων των μελών από την κοινότητα.

[3] Από το σημείο αυτό, το πέρασμα στον τζιχαντισμό, στις ακραίες μορφές του ριζοσπαστικού Ισλάμ, είναι πιο εύκολο για όσους έχουν λιγότερες ψυχικές αντιστάσεις ή βιώνουν πιο έντονα τα εν λόγω αδιέξοδα. Βλ: http://www.lemonde.fr/societe/article/2015/11/12/pour-les-desesperes-l-islamisme-radical-est-un-produit-excitant_4808430_3224.html.

[4]http://www.rtl.fr/actu/societe-faits-divers/de-plus-en-plus-de-convertis-a-l-islam-depuis-les-attentats-7776542923.

[5]http://www.lemonde.fr/attaques-a-paris/article/2015/11/18/radicalisation-le-cocktail-molenbeekois_4812301_4809495.html.

[6] Βλ. το δημοσίευμα «Ο τρομοκράτης πήγε σε καλό σχολείο των Βρυξελλών – Τι συμβαίνει στην Ευρώπη» στο http://citytalk.gr/enimerwsi/ο-τρομοκράτης-πήγε-σε-καλό-σχολείο-των/. Επίσης, τα αδέλφια Αμπντεσλάμ ήταν ιδιοκτήτες ενός μπάρ στην βέλγικη συνοικία Μολενμπέκ ενώ ο ένας από τους δύο, που καταζητείται, ήταν υπάλληλος στις δημόσιες συγκοινωνίες των Βρυξελλών. Ο Σαμί Αμιμούρ ήταν οδηγός λεωφωρείου στις δημόσιες συγκοινωνίες του Παρισιού.

[7] Σχετικά με αυτόν τον «ανεστραμμένο δυτικοκεντρισμό» του αριστερισμού βλ. την ενότητα «Δυτικισμός και αντιδυτικισμός» στην μπροσούρα μας «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo”, Μάρτιος 2015, σσ. 24 – 27.

[8] Σύμφωνα με την εφημερίδα Le Canard Enchainé της 25/11/15, ο Μπουμπακέρ κάλεσε για τα μάτια του κόσμου σε συγκεντρωση-καταγγελία των επιθέσεων μπροστά στο μεγάλο τέμενος του παρισιού και αμέσως μετά την ακύρωσε με την ψευδή δικαιολογία πως το κράτος δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια της συγκέντρωσης!

[9] https://www.fmmonitor.fr/comment-est-financee-luoif/.

[10] http://www.20minutes.fr/societe/1546575-20150222-mauvaise-passe-freres-musulmans-france.

[11]http://www.directmatin.fr/france/2015-11-27/invalides-la-france-rend-hommage-aux-victimes-des-attentats-716842

[12] Στο βαθμό, μάλιστα, που, σύμφωνα με ορισμένα σενάρια, στόχος των τρομοκρατών ήταν να ανατιναχθούν οι τρεις από αυτούς που βρέθηκαν στο Σταντ ντε Φρανς κατά την ώρα της εισόδου του κόσμου στις εξέδρες, λίγο πριν το ματς, ούτως ώστε να ενεργήσουν ως αντιπερισπασμός για τους υπόλοιπους συντρόφους τους, οι οποίοι θα δρούσαν ελεύθερα μέσα στο Παρίσι.

[13] Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ISIS και οι λοιπές τρομοκρατικές δυνάμεις ασκούν κάποιου είδους φυλετικό ή αμιγώς θρησκευτικό πόλεμο. Τα ολοκληρωτικά στοιχεία της πολιτικής τους συγκρότησης τους οδηγούν σε έναν μάλλον πιο πολύπλοκο και γενικευμένο πόλεμο προς όποιον διαφέρει από το παραληρηματικό, θεοκρατικό τους όραμα: από τους σιιτικούς πληθυσμούς ή άλλα μετριοπαθή ισλαμιστικά ρεύματα, μέχρι τους Κούρδους, τα πιο «κοσμικά» κομμάτια του λιβυκού ή του αιγυπτιακού πληθυσμού, και φυσικά τους μισητούς Δυτικούς.

[14] Για το πολύ σημαντικό αυτό θέμα, βλ. την ανάλυση του Κρ. Γκιλουί στο κείμενο «Ζώντας μαζί» ή χωριστά; – Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμoύ, στο 8ο τεύχος του Προτάγματος.

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

7 Responses to Για τις επιθέσεις της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι

  1. Ο/Η Kaneis λέει:

    Εντάξει ο Ισλαμοφασισμός είναι πρόβλημα. Με το Σιωνιστικό κατεστημένο τί θα κάνουμε μου λέτε?

  2. Ο/Η Δρ. Γιώργος Δαρεμάς λέει:

    Μπράβο. Πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση. Εντυπωσιάζει η παρρησία με την οποία η ανάλυση παρακάμπτει τις συνήθεις στερεοτυπικές αντιλήψεις. Ιδιαίτερα εύστοχη η κριτική για τον ‘ιμπεριαλισμό’ που χρησιμοποιείται ως κλειδί εξήγησης των πάντων ασχέτως εποχής, συνθηκών και προσδιορισμών μιας κοινωνικο-πολιτισμικής κατάστασης ή συμβάντος (παραβιάζοντας το ουσιώδες Μαρξικό εξηγητικό σχήμα που έγκειται στην ανίχνευση των εσωτερικών προσδιορισμών και αντιφάσεων που διέπουν έναν κοινωνικό σχηματισμό αντί της καταφυγής σε εξωγενείς παράγοντες που έχουν δευτερεύουσα σημασία). Ανομολόγητα η ερμηνεία εστιάζει ορθά σε αυτήν την ερμηνευτική γραμμή τονίζοντας ότι η κοινωνική προέλευση των δραστών είναι σύμφυτη με την κοινωνία που επλήγη παρά ‘εισαγόμενο’ προϊόν έξωθεν αυτής. Δύο επιμέρους αναλυτικές επιφυλάξεις που θα ήθελα να διατυπώσω είναι οι εξής. Θεωρώ τον χαρακτηρισμό των χίπστερ κοινωνικών στρωμάτων ως «ολιγαρχίες» τραβηγμένο από τα ‘μαλλιά’. Συνιστούν τμήματα της νέας μικροαστικής τάξης (πολιτισμικά) και ταυτόχρονα μέρος της εργατικής τάξης (είτε ως μισθωτοί είτε ως υποτελείς αυταπασχολούμενοι είτε ως πρεκαριάτο). Αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη επιφύλαξη. Θα έπρεπε να θεματοποιηθεί δραστικά ο ρόλος της κυρίαρχης ιδεολογίας ή του κυριαρχικού φαντασιακού γιατί η λογική περί «καταναλωτικής κοινωνίας» είναι υπερβολικά γενικόλογη για να αποσαφηνίσει τις αιτίες που οδήγησαν στο συμβάν. Εννοώ ότι δεν μπορούμε να παραβλέψουμε παράγοντες όπως την κοινωνική περιθωριοποίηση και την απαξία προς τη ζωή που αυτή παράγει (και το μίσος-φθόνο για την ανέφελη ζωή απόλαυσης που απολάμβαναν τα θύματα ως σύμβολα μιας παρηκμασμένης Δύσης) ενώ ταυτόχρονα υφέρπει ένας σκιώδης θαυμασμός-επιθυμία για το καταναλωτικό πρότυπο (θυμηθείτε τις ταραχές στο Λονδίνο προ ετών και το πλιάτσικο στα καταστήματα ηλεκτρονικών, κινητής τηλεφωνίας κτλ). Επίσης σημαίνοντα ρόλο παίζει η σεχταριστική κοινοβιακή ζωή (η συνοικία στις Βρυξέλλες στην οποία ζούσαν μερικοί από τους δράστες είναι ένα μουσουλμανικό γκέτο) που αποκόβει τα μέλη της από την αλληλόδραση με έτερα πολιτισμικά πρότυπα και εναλλακτικούς τρόπους ζωής υποδαυλίζοντας την φανατισμένη πίστη στην αυταξία του ιδιαίτερου κώδικα αξιών τους. Η κριτική προς τις αφελείς και εκ του προχείρου ερμηνευτικές εξηγήσεις δεξιά και αριστερά είναι αξιέπαινη.

  3. Ο/Η protagma λέει:

    Σ’ ευχαριστούμε για το σχόλιό σου, Γιώργο. Θα σταθώ σ’ ένα του σημείο, καθώς είναι αυτό που κι εμάς μας απασχολεί περισσότερο. Μάλιστα υπήρξε και κουβέντα εντός της ομάδας για το αν έχει νόημα να βάλουμε το κομμάτι περί χιπστερικής φύσης των στόχων των επιθέσεων, όπως υποστήριξε η γαλλολουξεμβουργιανή μας πτέρυγα!

    Εννοείται πως έχεις δίκιο στα περί κοινωνίας της κατανάλωσης. Μ’ αυτόν τον όρο εννοούμε κι εμείς ό,τι κι εσύ, απλώς δε μπορούμε σε κάθε κείμενο να τ’ αναλύουμε λεπτομερώς. Πάντως αυτή η σχέση σαγήνης/μίσους προς την κοινωνία της διασκέδασης-κατανάλωσης είναι η συγκροτητική νοοτροπία των παρισινών και λοιπών βορειοευρωπαϊκών «προαστίων». Υπό μια έννοια αυτά τα παιδιά συνιστούν την ιδεολογική πρωτοπορία του σημερινού μαφιόζικου νεοφιλελευθερισμού, καθώς το μόνο τους όνειρο, πολύ συχνά, είναι να κάνουν λεφτά. Όχι όμως δουλεύοντας σκληρά, όπως όριζε ο παλιός, «αστικός» καπιταλισμός, αλλά δίχως προσπάθεια, μέσω κομπινών και παράνομων πρακτικών. Το βρετανικό παράδειγμα του ’11, που αναφέρεις, είναι πολύ ενδεικτικό εν προκειμένω. Τα είχε πει ωραία τότε ο Χάρβεϊ: αυτές οι ταραχές μακράν του να είχαν κάποιον ανατρεπτικό χαρακτήρα, στην πραγματικότητα εξέφραζαν το ίδιο πνεύμα με τις «εξεγερμένες» ελίτ (κατά τον Λας), το slash ‘n’ burn. Τον γενικό κι επιδεικτικό σταρχιδισμό για τη μοίρα της κοινωνίας.

    Αυτή όμως η αλλαγή της ιδεολογικής κι ανθρωπολογικής σύστασης των ελίτ, και το πέρασμα από τον καπιταλισμό (ως αστική ιδεολογία που βλέπει τον πλουτισμό ως ανταμοιβή της σκληρής εργασίας) στην αποχαλινωμένη κοινωνία της κατανάλωσης και τον νεοφιλελευθερισμό (ως μόρφωμα που μας επαναφέρει προς ραντιέρικες μορφές πλουτισμού, μέσω χρηματιστηριακών κομπίνων, γενικής πώλησης αέρα και αύξησης της διαφθοράς), πρέπει να μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε αν έχουμε πλέον αστικές ελίτ. Εμείς απαντούμε αρνητικά. Μιλώντας περί χιπστερισμού, για να χαρακτηρίσουμε την σύγχρονη «κυρίαρχη ιδεολογία», πιστεύουμε πως επ ουδενί δεν πρέπει ο όρος να περιστέλλεται στη στενά στυλιστική-ενδυματολογική του διάσταση, όπως ενδεχομένως κάνεις εσύ εδώ, όταν θεωρείς τους χίπστερ πρεκάριους, μισθωτούς κ.λπ. Ίσως εδώ να ‘χεις στο νου τον μουσάτο, στιγματογραφημένο μπάρμαν, τον ηχολήπτη, κάποιον που δουλεύει σε τέτοιες δουλειές, που συνήθως μπορεί να είναι και πιο επισφαλείς. Είναι και αυτοί κομμάτια του χιπστεριάτου, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, συνιστούν την «εναλλακτική» του εκδοχή.

    Κατά κανόνα οι χίπστερ, ακόμα και στα πιο χαμηλά ή ανερχόμενά τους, από άποψη κοινωνικής διαστρωμάτωσης, κλιμάκια, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες: ντιζάινερ, φωτογράφοι, freelance δημοσιογράφοι, μουσικοί παραγωγοί, γραφίστες, αρχιτέκτονες, διαφημιστές και δε συμμαζεύεται. Κάνουν επαγγέλματα σχετικά με το σύγχρονο θέαμα (τηλεόραση, εμπορευματική μουσική, διαφήμιση κ.λπ.), την «τέχνη» (απατεώνες-ψευτοκαλλιτέχνες, κομφουζιονιστές τεχνοκριτικοί, γκαλερίστες, ιμπρεσάριοι κ.λπ.) και την νεοτεχνολογία και γι’ αυτό τείνουν να βγάζουν χρήματα. Αν δεν έχουν ακόμη την επιφάνεια της παλιάς αστικής τάξης, σίγουρα συγκαταλέγονται στα εύπορα και ανερχόμενα στρώματα. Είναι με τη μεριά των κερδισμένων της παγκοσμιοποίησης, σε διαρκή άνοδο. Γι’ αυτό και κατοικούν σε πολύ ακριβές πόλεις παγκοσμίως (Παρίσια, Λονδίνα, Μιλάνα στην Ευρώπη) κι έχουν ακριβά γούστα, εμφορούμενοι, παράλληλα, από μια εστέτ και νεοαριστοκρατική νοοτροπία. Στην Ελλάδα είναι από τα βασικά ιδεολογικά προπύργια των «Νέων Φιλελεύθερων» (κατά Σεβαστάκη) και των μνημονιακών δυνάμεων (βλ. το Ποτάμι, τον Μπογδάνο, την Athens Voice και τη Lifo κ.λπ.). Αυτός είναι ο πυρήνας του χιπστερισμού, παρ’ όλο που, φυσικά, υπάρχει κι ο αριστερός χιπστερισμός (βλ. χαρακτηριστικά το περιοδικό Unfollow, εδώ στην Ελλάδα, αλλά κι ολόκληρο το ρεύμα του μεταμοντέρνου αριστερισμού, φουκωϊκής ουσιαστικά προέλευσης, που έχει για θεούς του την Μπάτλερ, τον Αγκάμπεν κ.λπ.). Συνήθως όμως ο αριστερός χιπστερισμός ανθεί στα πανεπιστήμια κι όχι στην καθεαυτό οικονομία.

    Όμως εδώ πρόκειται για τις πιο πρόσφατες γενιές χιπστεριάτου, για τους λεγόμενους Millennials. Ο χιπστερισμός, ωστόσο, έχει ιστορία κάποιων δεκαετιών. Ουσιαστικά έχει για πατέρες του τους πρωτο-χίπστερ baby-boomers, δηλαδή τη γενιά που έκανε τα κινήματα του ’60 και, σε πολιτιστικό επίπεδο, επισημοποίησε τον θάνατο του αστικού κόσμου. Μέσα στις αξίες που δημιούργησαν οι μπέιμπι μπούμερς γεννιέται ο καθεαυτό χιπστερισμός, εφόσον, πλέον, μετά τα κινήματα του ’60-’70, κυριαρχούν οι αξίες της επιτρεπτικότητας, του ηδονοθηρικού ατομικισμού, της «δημιουργικότητας», της αναζήτησης του εαυτού, οι οποίες συνιστούν άρνηση των παλιότερων καπιταλιστικών-αξιών (εργατικότητα, αυτοπειθαρχία, ηθικός πουριτανισμός, αναβολή της ικανοποίησης, ωφελιμισμός κ.λπ.). Και σε οικονομικό επίπεδο η βιομηχανία, ως κατεξοχήν σύμβολο του κλασικού καπιταλισμού, υπερφαλαγγίζεται από τη χρηματοοικονομία και τη νεοτεχνολογία. Ως γνωστόν, το όργιο της δεκαετίας του ’80, με τη λεγόμενη χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας, δημιουργεί τον ανθρωπολογικό τύπο του γιάπη: ένα μείγμα καπιταλιστή και χίπη, ενός επιχειρηματία που, σε αντίθεση με τον καπιταλιστή του προκάτοχο, θέλει να κάνει λεφτά όχι δουλεύοντας, κι όχι ως επισφράγιση της εργατικότητάς του, αλλά μέσω κομπινών, απατών και με σκοπό την ακραία καλοπέραση (κόκες, πόρνες στα διαλείμματα απ’ το γραφείο κ.λπ.). Ακόμα ένα βήμα προς την κυριαρχία του χιπστερισμού, δηλαδή αυτής της ιδεολογίας που στη θέση της εργατικότητας βάζει την επιτρεπτικότητα, στη θέση του ωφελιμισμού την αισθητική, στη θέση της αυτοπειθαρχίας την ατομική εξέγερση και τη «δημιουργικότητα» και στη θέση της (δημοκρατικής ανθρωπολογικά) αντίληψης πως, όποιος δουλεύει σκληρά, μπορεί να πλουτίσει, τη νεοαριστοκρατική νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί των happy few.

    Παράλληλα, ένας από τους πιο δυναμικούς κλάδους της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας είναι, ως γνωστόν, η πληροφορική. Οι αρχηγέτες της Σίλικον Βάλεϊ όλο και περισσότερο διαμορφώνουν το ύφος και τις κατευθύνσεις του σύγχρονου παρακμιακού καπιταλισμού. Έχουν την περίβλεπτη θέση που είχαν παλιότερα οι μεγάλοι βιομήχανοι. Ε λοιπόν, όχι μόνο οι ίδιοι, από άποψη ανθρωπολογική, αλλά κι ο ίδιος ο τομέας ο οικονομικός στον οποίο δραστηριοποιούντα συνιστούν κατεξοχήν χιπστερικά δημιουργήματα. Η σύγχρονη πληροφορική, η αρθρωμένη γύρω από τον προσωπικό υπολογιστή, που στόχο της έχει όχι να βοηθά σε αναγκαιότητες στρατιωτικές ή σχετικές με τη διαχείριση της καπιταλιστικής οικονομίας και γραφειοκρατικής οργάνωσης (όπως συνέβαινε με την κλασσική πληροφορική, από το ’40 ως το ’60), αλλά στην παραγωγή καθαρά καταναλωτικών συσκευών, οι οποίες, όλο και περισσότερο, απεκδύονται κάθε χρηστικότητας και τείνουν να μετατραπούν σε παιχνιδομηχανές (σμάρτφοουν, τάμπλετς κ.λπ.), είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γέννημα του χίπικου νεοκαπιταλισμού που αναδύεται κατά τη δεκαετία του ’60-’70. Εμείς στο περιοδικό την ορίζουμε ως νεοτεχνολογία, μιας και συνιστά τη χίπικη εκδοχή της τεχνολογίας, δηλαδή του τεχνικού συστήματος της νεοτερικής Δύσης, το οποίο, ως τέτοιο, ενσάρκωσε τις αστικές αξίες: ορθολογισμός, αποδοτικότητα, χρηστικότητα κ.λπ. Η νεοτεχνολογία, αντίθετα, εκφράζει τις μετα-αστικές, «ηδονιστικές»-επιτρεπτικές αξίες που γίνονται κυρίαρχες με τα κινήματα του ’60 και οι οποίες συνιστούν τη βάση της χίπστερ νοοτροπίας: νομαδικότητα, ακραίος ατομικισμός και πριμοδότηση της ατομικής αυτάρκειας/ανεξαρτησίας, «καλλιτεχνικότητα» και έμφαση στην αισθητική, παιγνιώδες στοιχείο, «δημιουργικότητα», απώθηση των ορίων κ.λπ. Η σύγχρονη πληροφορική, που ενσαρκώνει και αναπαράγει αυτές τις βλέψεις, γεννιέται μέσα στις χίπικες κοινότητες της Καλιφόρνια, από νεολαίους που μελετούσαν βουδισμό, έκαναν παραισθησιογόνα ναρκωτικά κ.λπ. Σήμερα όλοι οι μεγάλοι παράγοντες της νεοτεχνολογίας βρίσκονται σταθερά μέσα στις λίστες με τους 10 πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη και αν όχι είναι σίγουρα δισεκατομμυριούχοι (Γκέιτς, Μπέζος, Λάρι Έλισον, Ζούκενμπεργκ κ.λπ.).

    Οπότε βλέπουμε πως ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ακόμα και από υλική άποψη βαθιά διαμορφωμένος από τη χίπστερ νοοτροπία κι ευαισθησία, ασχέτως αν οι πρωτοχίπστερ baby boomers (όπως ο Τζομπς κι η γενιά του) δε φοράνε καρό πουκάμισα, σκουλαρίκια και δεν έχουν τατουάζ (να σημειωθεί, επί τη ευκαιρία, πως πρέπει να έχουμε και τον πρώτο πρωθυπουργό μεγάλης δυτικής χώρας με τατουάζ πλέον, τον «εναλλακτικό» Τζάστιν Τρυντό στον Καναδά). Αν όμως δώσουμε στον όρο το ανθρωπολογικό εύρος που του χρειάζεται, τα πράγματα γίνονται πιο κατανοητά. Στο τεύχος του περιοδικού που μόλις κυκλοφόρησε κάνουμε μια πρώτη τέτοια απόπειρα.

    Νίκος Μ.

    • Ο/Η Δρ. Γιώργος Δαρεμάς λέει:

      Βλέπω ότι χρησιμοποιείτε τον ‘χιπστερισμό’ ως όρο-ρουμπρίκα που προσπαθεί να καλύψει μια ολόκληρη κυρίαρχη κουλτούρα (την αισθητιστική τεχνολατρεία) παρά ένα επιμέρους ‘στυλ ζωής’ που συνυπάρχει ανάμεσα σε άλλα και ‘ζει και πεθαίνει’ ανάλογα με τις ανακυκλωνόμενες τάσεις της μόδας και τα υβρίδια τους. Ουσιαστικά υπονοείται (αν το διαβάζω σωστά) ότι έχουμε μια μεγάλης κλίμακας αλλαγή πολιτισμικού «υποδείγματος» (a la Kuhn). Σε αυτή την περίπτωση ο όρος ‘χιπστερισμός’ ή παράγωγα του μάλλον δεν μπορεί να συλλάβει-περιγράψει τον ουσιώδη πυρήνα αυτού του καινοφανούς υποδείγματος-παραδείγματος, αν μη τι άλλο επειδή η έννοια του hipster-ism σηματοδοτεί μια αντι-συμβατική (ακόμα και αντι-κονφορμιστική) στάση. Αν όμως πρόκειται για ένα κυριαρχικό πολιτισμικό πρότυπο ζωής ευρείας εμβέλειας θα ήταν αντιφατικό να του προσάψουμε αντισυμβατικότητα (ασχέτως του πώς γίνεται αντιληπτό από τους ίδιους τους ενσαρκωτές του) και συνεπώς κενώνεται ο όρος από το νόημα του. Πάντως αν η θεωρητική ανάλυση στοχεύει να περιγράψει, κατανοήσει, εξηγήσει, ερμηνεύσει τα συστατικά στοιχεία αυτού του νέου ‘υποδείγματος’ τη βρίσκω πολύ γόνιμη επεξεργασία και απολύτως απαραίτητη. Η ένσταση που διατύπωσα στο σχόλιο μου δεν αφορούσε τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που αποδίδετε στις ‘χιπστερικές’ κοινωνικές κατηγορίες (τουναντίον νομίζω ότι τα επισημαίνετε πολύ όμορφα) αλλά στον χαρακτηρισμό αυτών των στρωμάτων ως «ολιγαρχίες». Μια ιδεολογία είναι κυρίαρχη όχι απλώς επειδή είναι κρατούσα αλλά κυρίως γιατί υιοθετείται από τους ίδιους τους κυριαρχούμενους. Ένας προλετάριος που προσπαθεί να μιμηθεί (ή φαντασιώνεται ότι μπορεί ή επιθυμεί ακράδαντα) το στυλ ζωής ενός μεγαλοαστού δεν σημαίνει ότι ανήκει στην άρχουσα τάξη. Εννοώ λοιπόν ότι τα ‘χιπστερικά’ μεσοστρώματα (που είναι σχετικά προνομιούχα, μορφωτικά και εισοδηματικά σε σχέση με άλλες κοινωνικές κατηγορίες και στρώματα) δεν μπορούν να εκληφθούν ως ανήκοντα στις ελίτ επειδή υιοθετούν πολιτισμικά σημεία, στυλιστικά ομοιώματα και εμφορούνται από παραπλήσια νοοτροπία με τις άρχουσες ελίτ. Είναι συχνό κοινωνικό φαινόμενο (και σχετικά διαχρονικό σε ιεραρχικές κοινωνίες) οι υποτελείς τάξεις να ενστερνίζονται τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των επικυρίαρχων (trickle down theory) χωρίς βέβαια να συγκαταλέγονται σε αυτούς. (Ακόμα και σε δουλοκτητικά καθεστώτα αλλά και στη φεουδαρχία, ο επιστάτης του αφέντη προσπαθούσε να μιμηθεί τον αφέντη στους τρόπους παρότι ήταν και ο ίδιος δούλος – αναδιπλασιάζεται η ιεραρχική σχέση εντός του στρώματος των καταπιεσμένων). Στις συνθήκες της ύστερης καπιταλιστικής (μετα)νεωτερικότητας η δημοκρατική επίφαση της πολιτισμικής ισότητας επιτρέπει σε τμήματα της ‘κοσμοπολιτικής άρχουσας τάξης’ να μεταμφιέζονται ‘χιπστερικά’ ώστε η ίδια η ταξική διαφορά/ανισότητα/κυριάρχηση να αποκρύπτεται καθιστάμενη αόρατη. Πόσω μάλλον όταν οι μεγιστάνες των ‘νεο-τεχνολογικών’ καπιταλιστικών επιχειρήσεων είναι αυτοί οι ίδιοι πλασιέ των εμπορευμάτων τους, δηλαδή υποχρεωμένοι να μην ‘παρεκκλίνουν’ πολιτισμικά από τις ιδεατές προδιαγραφές του μέσου πελάτη τους.
      Ευχαριστώ για την εκτεταμένη απάντηση στο σχόλιο μου.

    • Ο/Η george P. λέει:

      Με προβληματίζει το πως συνδυάζεται η εξεγερσιακότητα(εναλλακτικότητα) με τον απόλυτο κομφορμισμό. Ο χιπστερισμός(κουλτούρα επιτρεπτικότητας) με την άνοδο του ακροδεξιού λόγου(Τραμπ, Λεπέν, Άδωνης). Ο νέο-δεξιός χίπστερ θα είναι υπέρ του συμφώνου συμβίωσης αλλά μπροστά στο» φόβο του Λαζοπούλειου λαϊκισμού» καταφεύγει στην τσιρίδα «λογικής» του Άδωνιδος(που ως παλιοδεξιός είναι κατά του συμφώνου). Επίσης, θα έχει κοινωνικές ανησυχίες όπως διάφορα χάπενιγκς για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τον διαβήτη και θα κινητοποιείται μόνο όταν κάποιος παπάρας αφήνει το αυτοκίνητό του στη διάβαση(όπως συνέβη στη Θεσσαλονίκη προ ημερών). Πώς συνταιριάζεται η ελευθεριότητα και η θρησκεία των δικαιωμάτων με το καλώς μας» βάζει σε τάξη οικονομικά¨ ο Σόιμπλε; Αποτελεί συνέχεια της ελευθερογαμίας των χίπηδων η τρέλα με το safe sex και η σεξουαλική υγιεινή ή κάποιου είδους ρήξη; Tι σχέση έχει ο ηδονισμός των 60’s ή η απώθηση των ορίων σήμερα,όπως λέτε, με την αγχώδη ιατρική αυτοεπιτήρηση και την θεραπευτική κουλτούρα; Ακόμη η απουσία εργατικότητας και ο σταρχιδιμός με την αύξηση των μεταπτυχιακών και διδακτορικών;

      Θα συμπεριελάμβανα στην συνομοταξία των χίπστερ και πολλούς νέους γιατρούς, δικηγόρους, αρχιτέκτονες και γενικά επαγγέλματα που παραδοσιακά θωρούνται ότι έχουν κύρος γιατί έχουν απωλέσει τον καθωσπρεπισμό ή το αστικό ήθος, αν θέλετε, με ό,τι καλό τον συνόδευε και επιπλέον αποτελούν παιδιά της εποχής τους.

  4. Ο/Η protagma λέει:

    Δύσκολο να βρει πλέον κανείς σοβαρούς συνομιλητές, Γιώργο, οπότε χαλάλι! Ως προς το θέμα που βάζεις, έχω να πω ότι χτυπάς διάνα, έστω κι αν τα συμπεράσματα που βγάζουμε είναι διαφορετικά. Σε επίπεδο διαπίστωσης, πάντως, συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό που λες: ο χιπστερισμός είναι μια «αρνητική» ιδεολογία, όπως κι ο μεταμοντερνισμός. Ορίζονται πάντοτε ως αντί-, εφόσον είναι τέκνα της βασικής ιδεολογίας των κινημάτων του ’60, δηλαδή του αντι-αυταρχικού πνεύματος και της εξέγερσης ενάντια στην αστική ιδεολογία. Αυτό που για εσένα συνιστά παράδοξο –πώς είναι, δηλαδή, δυνατόν μια τέτοια αρνητικού τύπου ιδεολογία να επέχει θέση κυρίαρχης ιδεολογίας σε μια κοινωνία-, για εμάς αποτελεί εξέχον δείγμα της ιδιαιτερότητας της σημερινής κατάστασης και, πιο συγκεκριμένα, της αργής αποσύνθεσης των δυτικών κοινωνιών. Με άλλα λόγια, εσύ κρίνεις με όρους αστικής κοινωνίας και, γενικώς, με όρους κοινωνιών που δε βρίσκονται σε παρακμή. Εντός αυτών των πλαισίων ισχύει, λίγο πολύ, το κλασικό σχήμα: η άρχουσα τάξη προσπαθεί να οργανώσει την κοινωνία βάσει των δικών της αρχών και αξιών, τις οποίες προωθεί, με αποτέλεσμα αυτές να συνιστούν την κυρίαρχη ιδεολογία της εν λόγω κοινωνίας.

    Το ιδιάζον χαρακτηριστικό της Δύσης, όμως, εδώ και 3-4 δεκαετίες, είναι πως οι πλήττεται από μια διαδικασία ολιγαρχικοποίησης. Δηλαδή υποχωρεί το ανθρωπολογικώς δημοκρατικό φαντασιακό του καπιταλισμού (η ιδεολογία, δηλαδή, πως η σκληρή εργασία ανταμείβεται με κοινωνική άνοδο) και η άρχουσα τάξη της κοινωνίας μετατρέπεται σε ολιγαρχία: σε κλειστή κάστα, πολύ λιγότερο προσβάσιμη από ό,τι ήταν η παλιά αστική τάξη και πολύ λιγότερο ανοιχτή στις κατώτερες τάξεις, όλο και πιο αποκομμένη από αυτές κατά το μοντέλο των gated communities. Αυτή η αποκοπή από το κοινωνικό σώμα βασίζεται από μια αυξανόμενη ανευθυνότητα απέναντι στη μοίρα της κοινωνίας, όπως σωστά το είχε δει ο Κρίστοφερ Λας, όταν μιλούσε για «εξέγερση των ελίτ». Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτού του ζαμανφουτισμού της, η σημερινή ολιγαρχία δεν έχει ανάγκη από «θετική» ιδεολογία. Καθώς βρίσκεται κι η ίδια σε παρακμή πολιτιστική, όντας μόρφωμα όλο και περισσότερο παρασιτικό, μετατρέπει σε κυρίαρχη «ιδεολογία» τα αντικοινωνικά της ήθη, δηλαδή τον χίπστερ τσογλανισμό, τον ανοιχτό κι ακομπλεξάριστο αριβισμό.

    Και φυσικά, στα πλαίσια της μαζικής κουλτούρας, η οποία προωθεί την καταστροφή των τάξεων, όχι ως σκαλοπατιών της κοινωνικο-οικονομικής ιεραρχίας, αλλά ως πολιτιστικών οντότητων που ήταν φορείς διαφορετικών προταγμάτων και αξιών, αυτή η αντικοινωνική ιδεολογία, που στα πλαίσια του χιπστερισμού παίρνει την πιο εκλεπτυσμένη της εκδοχή, βρίσκει το χοντροκομμένο της αντίστοιχό της στο λούμπεν. Το σημερινό λούμπεν (βλ. το γκάνγκστα ραπ, την κουλτούρα μαφιόζικης πλουτοθηρίας των προαστίων, τη χυδαιότητα των μεγαλοαθλητών κ. ο. κ.) συναντάται με την εκ των άνω διαδιδόμενη αντικοινωνική ιδεολογία κι έτσι βλέπουμε να γίνονται mainstream έμποροι ναρκωτικών και εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου (βλ. τους αστέρες της ραπ και της r’n’b π.χ.) μέσα από τα κανάλια και τους διαύλους της μαζικής κουλτούρας που δημιουργήθηκαν μετά το ’60, από τους χιπστεροειδείς διαφημιστές και νέους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (ΜΤV κ.λπ.).

    Λογικό είναι μια κοινωνία σε παρακμή, εντός της οποίας έχουν φθαρεί όλες οι φαντασιακές σημασίες, να μετατρέπει σε «ιδεολογία» τις αντικοινωνικές και αρπακτικές ροπές των λόμπι και των μαφιών που, όλο και περισσότερο, την απαρτίζουν.

    Να πω δυο λόγια και για τις παρατηρήσεις του έτερου συντρόφου:
    Είναι πολύ σωστή η γενική σου ιδέα και την πιάνουμε κι εμείς σε επερχόμενο τεύχος του Προτάγματος! Το μόνο στο οποίο προσωπικά διαφωνώ, είναι η τάση σου να θεωρείς εκφάνσεις της ίδιας τάσης δυο διαφορετικά φαινόμενα. Τι εννοώ; Το ότι, παρά την κυριαρχία του χιπστερισμού, όχι μόνο επιβιώνουν εκτοπλασματικές αποφύσεις τύπου Αδώνιδος, αλλά και η Ακροδεξιά, γενικώς, βρίσκεται σε άνοδο, δε θα πρέπει να μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε περί μιας κάποιας περίεργης αντίφασης του ίδιου του χιπστερισμού. Η άνοδος της Ακροδεξιάς και του δεξιού λαϊκισμού, γενικώς, συνιστά ανορθολογική μορφή αντίδρασης στον τελευταίο, από την πλευρά των λουμπενοποιούμενων λαϊκών στρωμάτων. Οπότε, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με άλλο κοινωνικό φαινόμενο κι όχι με τις ίδιες τις πιθανές εσωτερικές αντιφάσεις του χιπστερισμού.

    Οι οποίες, εν τέλει, δεν είναι απλώς πιθανές, αλλά ολωσδιόλου πραγματικές. Γι’ αυτό είπα εξ αρχής πως συμφωνώ απόλυτα με την παρατήρησή του. Η διαφορά μου είχε να κάνει με το ότι δεν πρέπει να εντάσσουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς σ’ αυτήν. Ως προς τον ίδιο τον χιπστερισμό, τώρα, είναι, όντως, αληθές, πως η κυρίαρχη επιτρεπτικότητα των ‘60ς έχει δώσει τη θέση της σε μια πιο ενδιάμεση και αντιφατική κατάσταση. Δεν πρόκειται περί πισωγυρίσματος, αλλά για μια ιδεολογική μετεξέλιξη της νοοτροπίας των baby boomers. Ο μέγας αμερικανός κωμικός, ο George Carlin τα έχει αναλύσει πολύ ωραία όλα αυτά: από τη διεκδίκηση της ελευθεροστομίας, έχουμε φτάσει στην κυριαρχία του αντιρατσιστικώς και φεμινιστικώς πολιτικώς ορθού, από τον ελεύθερο έρωτα στα φεμινιστικά ταμπού, από τα ναρκωτικά στον υγιεινισμό κ.λπ. Ωστόσο η αλλαγή είναι μικρότερη απ’ όσο φαντάζει.

    Η ουσία του χιπστερισμού παραμένει ίδια κι απαράλλακτη: η ενασχόληση του ατόμου με τον εαυτό του και η αναγωγή του ναρκισσισμού σε τρόπο συγκρότησης του υποκειμένου. Πρόκειται για την επιμέλεια εαυτού, για το φουκωικό souci de soi. Αυτό που χίπστερ λαθραναγνώστες του Καστοριάδη όπως ο Θ. Τάσης προκρίνουν ως «πολιτικές του βίου». Δηλαδή μια διαρκής ενασχόληση του ατόμου με την ταυτότητά του, την «αυτοολοκλήρωσή» του, τη «θεραπεία» του κ.ο.κ. Αυτή η κουλτούρα του θεραπευτικού δεν έρχεται επ ουδενί σε αντίφαση με τον κυρίαρχο ευδαιμονισμό, εφόσον είναι εντός των πλαισίων του που κυριαρχεί πλήρως: δίχως ευδαιμονισμό κι επιτρεπτικότητα, δίχως έκλειψη του καθήκοντος και της υπευθυνότητας, το άτομο δε θα μπορούσε ν’ ανάγει σε κέντρο της ζωής του την ενασχόληση με τον εαυτό του.
    Διότι, φυσικά, όταν μιλάμε περί «ευδαιμονισμού», «ηδονισμού» κ.λπ., δεν πρέπει να ξεχνάμε την βαρύτατη κληρονομιά του θνήσκοντος δυτικού κόσμου: 5 αιώνες «εξορθολογισμού» των κοινωνικών συμπεριφορών και προσπάθειας δημιουργίας ενός «ορθολογικού» υποκειμένου με δρακόντειο υπερεγώ και την κληρονομιά ενός χριστιανισμού της αμαρτίας και της ενοχής (όπως είναι οι Καθολικοί κι οι Προτεστάντες), δεν καταρρέει έτσι απλά. Εντός αυτών των πλαισίων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που τελικά άλλαξε δεν είναι τόσο αυτή η τάση του δυτικού υποκειμένου προς τον αυτοέλεγχο και την αυτοπειθαρχία, όσο το περιεχόμενό τους. Κατέρρευσε, δηλαδή, ο αστικού τύπου εξορθολογισμός, που αρθρωνόταν γύρω από την ιδέα της εργατικότητας και της μετάθεσης της ικανοποίησης των ορμών και αντικαταστάθηκε από τον χίπστερ εξορθολογισμό, που είναι αριστοκρατικής έμπνευσης. Σα να έχουμε, με άλλα λόγια, μια νεκρανάσταση –σε πολιτιστικό επίπεδο- του Παλαιού Καθεστώτος.

    Ο χιπστερισμός είναι ένας εξορθολογισμός της εκλέπτυνσης και του στυλ, αρθρωνόμενος γύρω από την αισθητική. Ένα είδος ανέμπνευστου νεοδανδισμού. Στα πλαίσια αυτά, η ενασχόληση με τον εαυτό μας, η «καλλιέργειά» του, η ολοκλήρωσή του, η φροντίδα της καθημερινής ζωής κι όλες αυτές οι έγνοιες δημιουργούν το πλαίσιο αυτής της διαρκούς εμμονής με το σώμα, με την υγεία κ.λπ., εφόσον πλέον δε μετρά η ηθική μας ολοκλήρωση και η πνευματική (με την παραδοσιακή έννοια του όρου) καλλιέργεια, αλλά τα αισθητικά-στυλιστικά τους κακέκτυπα. Πρέπει να είσαι φιτ, στυλάτος, να έχεις σωστά γούστα, να ‘σαι ενήμερος για το «τι παίζει», να τρέφεσαι οικολογικά κ. ο. κ. Είναι έκφραση του κυρίαρχου ναρκισσισμού αυτή η εμμονή με την «ευζωία».

    Προσοχή όμως: δεν έχουμε εδώ την «ιατρική» ιδεολογία της αστικής εποχής, με την εμμονή της με την «καθαρότητα». Όλη αυτή η ενασχόληση με το σώμα προωθείται στα πλαίσια της ατομικής ευζωίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, πως η εισαγωγή όλων αυτών των ρευμάτων και πρακτικών «ανατολικής σοφίας» ξεκινά μεν κατά το β’ μισό του 19ου αιώνα, ωστόσο κυριαρχεί πραγματικά μετά το ’70, όταν ο χιπισμός, με τον εγγενή του τριτοκοσμισμό-αντιδυτικισμό, έφεραν στη Δύση πλήθος πρακτικών και θεωριών «ανατολικής σοφίας», οι οποίες, αναμεμειγμένες, συχνά, μ’ έναν αγοραίο ραϊχισμό, οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς τσαρλατάνικων «θεραπειών» κάθε είδους. Ουσιαστικά πρόκειται κι εδώ για έκφανση της παρακμής του αστικού πολιτισμού: από τη σοβαρή ψυχανάλυση, που είχε στόχο να βοηθήσει το υποκείμενο να γίνει φορέας μιας ορθολογικής και συνεκτικής συμπεριφοράς, περνάμε, είτε σε λακανικού τύπου παραληρήματα (με πολυετείς ψυχαναλύσεις που, αντί να στοχεύουν στην επίλυση προβλημάτων και στο ξεπέρασμα των συμπτωμάτων, απλώς μετατρέπονται στο εβδομαδιαίο ναρκωτικό του διαλυμένου υποκειμένου) είτε σε «χαλαρωτικές» κατευθύνσεις τύπου γιόγκα κ.λπ.

    Δηλαδή σαν τα κινήματα του ’60 να ‘ταν ένα υπερβολικό ξέσπασμα, που τελικά οδήγησε σε μια χαλάρωση της κυρίαρχης τάσης προς τον «εξορθολογισμό», σε μια απώθηση της αστικής του εκδοχής και σε μια παρακμιακή της συνέχιση (στα πλαίσια της γενικότερης αποσύνθεσης των δυτικών κοινωνιών) υπό τη μορφή ενός νεοαριστοκρατικού του αντιστοίχου. Εγώ έτσι θα ερμήνευα αυτήν την όντως περίεργη κατάσταση…

    Νίκος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s