Η νεοελληνική ταυτότητα και το διακύβευμα της ένταξης των μεταναστών

*απόσπασμα από το κείμενο της ομάδας μας «Για το μεταναστευτικό, η σχέση της Δύσης με τον μη δυτικό κόσμο και το ζήτημα της ιθαγένειας«, από το 8ο τεύχος του Προτάγματος.

[… ]

Η σύγχρονη Ελλάδα ως πολιτιστική οντότητα

Αν, λοιπόν, αποδεχτεί κανείς τον αναπόδραστο και δομικό χαρακτήρα της σύγχρονης μαζικής μετανάστευσης, αλλάζει αίφνης ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα. Μοιραία, η πολιτική της περιφρούρησης και της καταστολής, ακόμα κι αν δεν είχε κανείς ενστάσεις εναντίον τους σε επίπεδο αρχών, ελάχιστα μπορούν να κάνουν απέναντι σ’ αυτή τη διαρκή αιμορραγία του μη δυτικού κόσμου. Αντίστοιχα, θα πρέπει να υπενθυμίζουμε στους αριστερούς θιασώτες της ιδέας πως, εφόσον η Δύση προκαλεί το πρόβλημα, αυτή θα πρέπει να παρέμβει για να εξαλείψει τις ρίζες του, ότι έχουν πλέον περάσει οι εποχές κατά τις οποίες ο δυτικός κόσμος ήταν σε θέση να βοηθά οικονομικά αλλά και ιδεολογικά τον μη δυτικό του ομόλογο[1]. Αυτά όλα σημαίνουν πως η ικανότητα απορρόφησης και ένταξης ενός κομματιού των συνεχιζόμενων και πολλαπλασιαζόμενων μεταναστευτικών ροών θα αποτελέσει βασική προϋπόθεση της μελλοντικής ομαλής λειτουργίας των δυτικών κρατών αλλά και χωρών της άμεσης δυτικής περιφέρειας σαν την Ελλάδα, εξ αιτίας των γνωστών της γεωγραφικών αλλά και γεωπολιτικών ιδιαιτεροτήτων.

Πρόκειται για μια διαπίστωση που προκαλεί άγχος σε ορισμένους, οι οποίοι φοβούνται, όπως είδαμε, ότι μια ολιγάνθρωπη χώρα, με σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, θ’ «αλλοιωθεί» πληθυσμιακά και πολιτιστικά από τις ορμητικές μάζες που θα έρθουν να την κατακλύσουν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, εφόσον το νομοσχέδιο δεν προβλέπει την άνευ προϋποθέσεων απόδοση ιθαγένειας σ’ όποιον μετανάστη κατορθώσει να πατήσει ελληνικό έδαφος. Το γεγονός πως το νομοσχέδιο παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο από τους επικριτές του, αν μη τι άλλο, δείχνει τον φόβο και τη βαθιά καχυποψία με την οποία αυτοί αντιμετωπίζουν την εκ των πραγμάτων είσοδο της Ελλάδας σ’ έναν κόσμο «πολυπολιτισμικό». 10996276_10153210648386936_4321548140854180909_nΔιότι, δεδομένου του ρόλου της Ελλάδας στις διαδρομές των μεταναστευτικών δικτύων, υπάρχουν πλήθος μεταναστών που ήδη ζουν στη χώρα κι είναι ντε φάκτο ενταγμένοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δίχως, μολοντούτο, να δικαιούνται, νομικά και τυπικά, την ελληνική ιθαγένεια. Έχει, λοιπόν, παρατηρηθεί καμία «αλλοίωση» του ελληνικού χαρακτήρα προς το καλύτερο ή το χειρότερο; Έχουν βάση οι φόβοι πως θα σταλούν ορδές Αλβανών να πολιτογραφηθούν Έλληνες, προκειμένου να προωθηθούν τα σχέδια των αλβανών εθνικιστών περί της «Μεγάλης Αλβανίας», όταν οι ίδιοι οι εγκατεστημένοι Αλβανοί μετανάστες γυρνάνε πλέον στην πατρίδα τους, καθώς δε βρίσκουν πια δουλειές λόγω της κρίσης; Έχει ανάγκη η Τουρκία να στείλει αντίστοιχες ορδές μουσουλμάνων να πολιτογραφηθούν Έλληνες, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, τα οποία, προς το παρόν, περνούν από τη σύναψη σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα, στα πλαίσια της προσπάθειας να πιέσουμε προς την κατεύθυνση της ένταξης της χώρας στην ΕΕ;

Αυτός όμως ο φόβος απέναντι στο μέλλον της χώρας, που τείνει να βλέπει τη νεοελληνική ταυτότητα ως κάτι το τόσο εύθραυστο, που δήθεν θα χάσει κάθε οντότητα με την παραμικρή επαφή με το αλλότριο στοιχείο, συνιστά χαρακτηριστική κι ιδιαιτέρως εύγλωττη έκφραση των κλασικών νεοελληνικών εθνικιστικών συνδρόμων περί της Ελλάδας ως ενός ηρωικού και κατατρεγμένου Έθνους που βάλλεται από παντού. Εν προκειμένω, το επιχείρημα που διαδίδεται παντού, από την Ακροδεξιά και τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, μέχρι πιο σοβαρούς διαφωνούντες με τον νέο νόμο, είναι το εξής: Το νομοσχέδιο κατατέθηκε επίτηδες πάνω στην αναμπουμπούλα της διαπραγμάτευσης[2], προκειμένου να περάσει χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι[3]. Γιατί; Διότι συνιστά το πολιτιστικό αντίστοιχο του οικονομικού αφανισμού στον οποίον μας καταδικάζουν οι κακοί Δυτικοί!

Ταυτόχρονα εκφράζει και την παραδοσιακή αλλεργία του εθνικισμού (γενικώς αλλά και νεοελληνικού ειδικότερα) απέναντι στην αποδοχή βασικών ιστορικών αληθειών. Εν προκειμένω συγκαλύπτεται το γεγονός πως η νεότερη Ελλάδα υπήρξε πάντοτε μια κοινωνία ντε φάκτο πολυπολιτισμική, η οποία, εντούτοις, λόγω του κυρίαρχου εθνικισμού, προσπάθησε πάντοτε να κρύψει από τον εαυτό της το γεγονός πως συνιστά ένα από τα πιο «μπάσταρδα» έθνη αν όχι του κόσμου, τουλάχιστον σίγουρα της Ευρώπης, ακολουθώντας το κλασικό βαλκανικό μοντέλο της επιμειξίας αλλοεθνών πληθυσμών. Ειδικά οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια αλλά κι αμέσως μετά από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, με την προσπάθεια άνωθεν εθνικής ομογενοποίησης των νεοκατακτηθεισών περιοχών, συνιστούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς προσπάθειας συγκάλυψης του πραγματικού στάτους της νεοελληνικής κοινωνίας αλλά και παραδειγματική εφαρμογή της βασικής ιδέας του νεοελληνικού εθνικισμού: του μύθου της εθνικής συνέχειας και του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» (κατά τον Μεταξά), της ιδέας, με άλλα λόγια, πως υπάρχει μια οντότητα με το όνομα «ελληνισμός», η οποία ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και διαμέσου του Βυζαντίου εκβάλλει σήμερα στον «νεότερο Ελληνισμό». Είναι προφανές πως μια τέτοια αντίληψη της ιστορίας του έθνους προϋποθέτει την ιδέα μιας διαρκούς «ομοιογένειας», η οποία και συνιστά το συγχρονικό, κατά κάποιον τρόπο, υπόστρωμα της περίφημης διαχρονικής και ιστορικής συνέχειας. Μια ματιά, ωστόσο, στα διάφορα επίπεδα της νεοελληνικής γλώσσας αρκεί για να μας πείσει για το αντίθετο: στοιχεία αρχαιοελληνικά και βυζαντινά, ιταλοφραγκικά και τούρκικα, βλάχικα και αλβανικά, αντανακλούν μια κοινωνία σε διαρκή επαφή κι αλληλεπίδραση με το ξένο στοιχείο, τις περισσότερες, μάλιστα φορές, από θέση αδυναμίας, άρα υποχρεωμένη να υποστεί την επιβολή αλλότριων πολιτιστικών επιδράσεων.

4000

Περί ένταξης: φιλελεύθερο ή ρεπουμπλικανικό μοντέλο;

Προφανώς και τα πιο πρόσφατα μεταναστευτικά ρεύματα που η νεοελληνική κοινωνία κατάφερε να ενσωματώσει και να εντάξει επιτυχώς, όπως οι μικρασιάτες «τουρκόσποροι» (όπως αποκαλούσαν, μεταξύ άλλων, οι ελλαδίτες Έλληνες τους νεοφερμένους του 1922), κατά τη δεκαετία του ’30, και οι Αλβανοί και λοιποί ανατολικοευρωπαίοι, κατά τη δεκαετία του ’90, διακρίνονταν ήδη από πολιτισμικές συγγένειες. Το γεγονός, ωστόσο, πως η Ελλάδα ουδέποτε ενεπλάκη σε αποικιοκρατικού τύπου περιπέτειες της επιτρέπει να μην έχει ν’ αντιμετωπίσει ρεβανσιστικά σύνδρομα, όπως, π.χ., η σχεδόν αντιφατική στάση μεγάλου μέρους των αράβων μεταναστών στη Γαλλία, οι οποίοι, μολονότι γάλλοι πολίτες, συχνά εμφορούνται από πραγματική περιφρόνηση αν όχι απέχθεια για τη χώρα στην οποία έχουν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει. Εξάλλου, σε αντίθεση με τις καθεαυτό δυτικές κοινωνίες, η Ελλάδα διασώζει ακόμη σημαντικό μέρος αυτής της πρωταρχικής κοινωνικότητας διά της συμμετοχής στην οποία εντάσσονται ευκολότερα οι νεοφερμένοι στο νέο τους τόπο, έστω στην φθαρμένη, λόγω της κατίσχυσης της κοινωνίας της κατανάλωσης, εκδοχή της: από το γηπεδάκι του μπάσκετ της γειτονιάς και το «άραγμα» στις πλατείες, μέχρι το γήπεδο, το καφενείο, που παραμένει ακόμη ζωντανό, τις λαϊκές και τόσα άλλα μέρη καθημερινής τριβής. Έτσι εντάσσεται όλα αυτά τα χρόνια η αλβανικής, αφρικανικής, φιλιππινέζικης κ.λπ. καταγωγής νεολαία στο κέντρο της Αθήνας και των επαρχιακών πόλεων.

Ο μόνος παράγοντας που μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει προβλήματα ένταξης, είναι η άνοδος του λεγόμενου «ριζοσπαστικού» Ισλάμ στις τάξεις πολλών αφρικανικών (μαγκρεμπίνικων κι υποσαχάριων) και ασιατικών κοινωνιών. Εντούτοις, πρόκειται εδώ για ένα πρόβλημα που αφορά τη Δύση στο σύνολο της και σε καμία περίπτωση μόνο την Ελλάδα. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε το γεγονός πως οι τζιχαντιστές που δρουν εντός της Ευρώπης έχουν ως στόχο τους τα αστικά κέντρα των μεγάλων δυτικών χωρών (που συμμετέχουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός του μουσουλμανικού κόσμου) κι όχι την Ελλάδα, οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως η άνοδος του τζιχαντισμού είναι ένα πρόβλημα με το οποίο ο σύγχρονος κόσμος είναι αναγκασμένος να παλέψει σε παγκόσμιο επίπεδο και απέναντι στο οποίο δεν μπορούμε εμείς να κλείνουμε τα μάτια. Στο βαθμό που το πρόβλημα μας αφορά κι εμάς, θα πρέπει να βρούμε τρόπους αντιμετώπισής του, μιας και πρόκειται για πρόβλημα όχι εθνικό μα βαθιά πολιτικό.

Γενική μας ιδέα είναι η διαπίστωση πως, διά των ζητημάτων που αναγκαστικά θα εγείρει, η διαδικασία προώθησης και περαιτέρω συστηματοποίησης της νόμιμης κι επίσημης ένταξης των μεταναστών στη χώρα, έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια πραγματικά πολιτική κοινωνία, στο μέτρο πάντοτε του δυνατού. Για να γίνει βέβαια αυτό -ή, εν πάση περιπτώσει, για να υπάρξουν οι προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να το καταστήσουν δυνατό, χρειάζεται να επιλέξουμε ένα ρεπουμπλικανικό σκεπτικό ένταξης, σαν αυτό που υιοθετούν χώρες όπως η Γαλλία. Η φιλελεύθερη λογική κινήθηκε ιστορικά ανάμεσα στα εξής δύο μοντέλα: αρχικά στις ΗΠΑ εμφανίστηκε η ιδέα του «κοινωνικού χωνευτηρίου» (του περίφημου melting-pot), σύμφωνα με την οποία η ένταξη των νεοφερμένων πληθυσμών απαιτούσε την απέκδυση κάθε ιδιαίτερου πολιτιστικού χαρακτηριστικού εκ μέρους τους· στη συνέχεια όμως αναδύθηκε και η ιδέα του «πολιτιστικού μωσαϊκού» (cultural mosaic), σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει ανάγκη πραγματικής μείξης των διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων, παρά μόνο συμπερίληψής τους, ως έχουν, στην κοινωνία υποδοχής, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα συστατικά μιας σαλάτας[4]. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις παρατηρείται μια υποτίμηση του πολιτιστικού παράγοντα και προωθείται μια αντίληψη η οποία εξαντλεί την ενσωμάτωση των νεοφερμένων στο εντελώς λειτουργικό της κομμάτι (ένταξη στον οικονομικό μηχανισμό της κοινωνίας, διασφάλιση μιας δυνατότητας κοινωνικής ανόδου κ.λπ.).

Αντίθετα, η ρεπουμπλικανική λογική πιστεύει πως τα νεοφερμένα μέλη της εκάστοτε κοινωνίας οφείλουν να εντάσσονται πιο ενεργά στις αξίες και τις πολιτιστικές πρακτικές της. Και τούτο δε σημαίνει βίαιη ενσωμάτωσή τους στα εκάστοτε πάτρια ήθη, αλλά προσπάθεια να τους μεταδώσουμε κάποιες αξίες τις οποίες κι οι ίδιοι εμείς αποδεχόμαστε, όχι απαραίτητα επειδή είμαστε Γάλλοι, Έλληνες ή Αμερικανοί, αλλά επειδή τις κρίνουμε πολιτικά ορθές και δημοκρατικές. COX66jQWUAAdqfTΑναφερόμαστε εδώ σε συνήθειες και πρακτικές όχι εγγεγραμμένες σε κάποιο δήθεν εθνικό DNA αλλά επεξεργασμένες σε κάποιο βάθος χρόνου και αποδεκτές ως τέτοιες, όπως, λόγου χάριν, είναι η ιδέα του κοσμικού κράτους και της κριτικής στη θρησκεία. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, ο ρεπουμπλικανισμός δεν πιστεύει πως θεμέλιο της κοινωνίας μπορεί να αποτελέσει ο «αυθόρμητος» συντονισμός που υποτίθεται πως προκύπτει όταν κάθε μέλος της κοινωνίας αφήνεται στην επιδίωξη της εξυπηρέτησης των οικονομικών του συμφερόντων. Αυτή είναι η λογική που οδηγεί στην ιδέα του «χωνευτηρίου», στην ιδέα, δηλαδή, πως αρκεί η εξασφάλιση μιας κάποιας δυνατότητας κοινωνικής ανόδου προκειμένου να ενταχθούν ομαλά οι νεοφερμένοι στην κοινωνία. Κάτι τέτοιο όμως διόλου δεν ισχύει, όπως αποδεικνύεται καθημερινά στην περίπτωση, π.χ., των Ελλήνων των ΗΠΑ ή του Καναδά, οι οποίοι, αν και συχνά έχουν κάνει περιουσία στις νέες τους πατρίδες, ελάχιστα έχουν επηρεαστεί από αυτές σε πολιτιστικό επίπεδο. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, ο ρεπουμπλικανισμός πιστεύει πως η πολιτική κοινότητα οφείλει να διαμορφώνει τους πολίτες με γνώμονα το κοινό καλό και την πνευματική τους χειραφέτηση. Πρόκειται για το διαφωτιστικό ιδεώδες του οποίου κακέκτυπη προσπάθεια εφαρμογής συνιστά, όπως ήδη αναφέραμε, η σημερινή Γαλλία, όπου την έννοια της πολιτικής κοινότητας έχει εξ ολοκλήρου σφετεριστεί ένα παντοδύναμο και γραφειοκρατικό κράτος. Σε κάθε περίπτωση, αν είμαστε υπέρμαχοι των δημοκρατικών αξιών, το ρεπουμπλικανικό μοντέλο είναι αυτό που ταιριάζει περισσότερο με τις πολιτικές μας αρχές, καθώς θέτει ως βάση της κοινωνικής συμβίωσης όχι το παντοδύναμο κι εγωιστικό άτομο, μα την αυτοοργανωμένη κοινότητα.

Στα πλαίσια της διαχείρισης του μεταναστευτικού προβλήματος, μια ρεπουμπλικανική πολιτική συνίσταται στις εξής δύο βασικές παραδοχές: α) Ότι ένταξη ενός νέου μέλους στην κοινωνία σημαίνει αναγκαστικά και αποδοχή ενός μέρους των αξιών ή των πολιτιστικών πρακτικών της χώρας υποδοχής· β) Ότι η νομιμοποίηση των νεοφερμένων θα πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνεται βάσει ποσοστών και ορίων που καθορίζονται, κάθε φορά, από την ικανότητα της κοινωνίας ν’ απορροφά και να εντάσσει ομαλά τα νέα μέλη. Αν αυτό το τελευταίο κριτήριο δεν εξασφαλίζεται, τότε μοιραία οι νεοφερμένοι θα βρεθούν σε μια κατάσταση «δομικού» αποκλεισμού στα κατώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας, αναγκασμένοι να στραφούν προς τη μικροπαρανομία και την οικονομία του εγκλήματος για να τα βγάλουν πέρα, όντας, ταυτόχρονα, πολύ πιο ευάλωτοι σε διακρίσεις και ρατσιστικές συμπεριφορές, λόγω της κατάστασής τους. Πιστεύουμε πως οι βασικές αυτές γραμμές εξασφαλίζουν ένα βιώσιμο (στο βαθμό που μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο δεδομένης της έκτασης του προβλήματος) πρόταγμα, το οποίο, εξασφαλίζει μεν, τις αξίες της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του διεθνισμού απέναντι στην εθνικιστική μισοξενία και τα σχετικά κυκλοθυμικά σύνδρομα αυτοοικτιρμού και μεγαλείου, ενώ, την ίδια στιγμή, αποφεύγει τις πολύ σοβαρές συνέπειες του ουτοπικού και ανεύθυνου διεθνισμού της γραμμής «χαρτιά σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις»[5]. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι η φιλελεύθερη αλλά και ελευθεριακή λογική του κοινωνικού χωνευτηρίου που οδηγεί στις αφελείς και χίπστερ εμμονές με την «πολυπολιτισμικότητα», όντας ανίκανη να διακρίνει τα φαινόμενα κομινοταρισμού και πολιτιστικής ή εθνοφυλετικής γκετοποίησης στα οποία οδηγεί αυτή η υπερφίαλη κι επιφανειακή διαχείριση του φαινομένου[6].

 11891196_506104966211711_1735126943934559443_n

Μπορεί η Ελλάδα να γίνει πολιτική κοινωνία;

Άλλωστε, μόνο ένα ρεπουμπλικανικό πλαίσιο ένταξης μπορεί να βοηθήσει τη νεοελληνική κοινωνία να κάνει επιτέλους τα πρώτα βήματα του περάσματος προς μια πραγματικά πολιτική κοινότητα. Αν θεωρούμε πως το κράτος (καθώς, δυστυχώς, προς το παρόν αυτό κυρίως ενσαρκώνει την πολιτική κοινότητα) αλλά και η κοινωνία γενικότερα οφείλουν να διαπαιδαγωγούν τα άτομα, τότε, μοιραία, ο τρόπος μετάδοσης ορισμένων από τις «νεοελληνικές» αλλά και δυτικές αξίες (στο βαθμό που έχουν περάσει στην ελληνική κοινωνία) στους νεοφερμένους, θα θέσουν το ζήτημα του αναστοχασμού πάνω σε ορισμένα βασικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο διδασκόμαστε την ιστορία μας στο σχολείο και, κατ’ επέκταση, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν μας και τελικά, το ίδιο το έθνος. Καιρός είναι, για παράδειγμα, ο ελληνικός εθνικισμός –στο βαθμό που συνεχίζει, δυστυχώς, να υφίσταται-, ν’ αρχίσει να απογαλακτίζεται από τα ρομαντικά-αντιδραστικά του πρότυπα (που χρησιμοποιούν ως κριτήριο ύπαρξης του Έθνους το φυλετικό και πολιτιστικό στοιχείο) και να περάσει προς ένα είδος πολιτικού πατριωτισμού, σαν αυτόν που δημιούργησαν οι δυτικοί λαοί κατά τις λεγόμενες αστικές επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα.

Αυτό που οι εχθροί του Κώδικα Ιθαγένειας καταγγέλλουν ως «αποεθνικοποίηση της έννοιας του πολίτη»[7] στην πραγματικότητα είναι ένας επανορισμός της ιδέας του Έθνους και των στοιχείων που θεωρούμε ως πυλώνες του και κριτήρια της ένταξης κάποιου σε αυτό: Από τον ρομαντικής καταγωγής παραδοσιακό νεοελληνικό εθνικισμό που ορίζεται πολιτιστικά-θρησκευτικά (οδηγώντας, προφανώς, στα γνωστά θυματικά σύνδρομα), περνάμε σ’ έναν εθνικισμό που έχει περισσότερο τη μορφή πολιτικού πατριωτισμού. Το έθνος, με άλλα λόγια, τείνει να συνδέεται με τους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας και να μην περιστέλλεται στην πολιτιστική ταυτότητα του Νεοέλληνα. Άλλωστε, όταν μιλάμε για ένταξη κάποιου ξένου σε μια κατεστημένη κοινωνία, αυτό που μπορούμε ν’ απαιτούμε ως προϋπόθεση, είναι η αποδοχή, από την πλευρά του, των βασικών πολιτικών θεσμών της κοινωνίας αυτής. Η προσχώρηση στο πολιτιστικό μοντέλο γίνεται με τον χρόνο κι εκ των πραγμάτων και δύσκολα μπορεί να διαπιστωθεί και να ελεγχθεί μέσω επίσημων διαδικασιών, ακόμα κι αν εφαρμοστεί με εξονυχιστικό τρόπο το μοντέλο της «εξατομικευμένης κρίσης»[8]. Η ιδέα πως «Έλληνας» δεν είναι πλέον μόνο ο λογιζόμενος ως εθνοφυλετικά «καθαρός» τέτοιος, ίσως μας βοηθήσει να σπάσουμε το κουκούλι του ευνουχιστικού μας εθνικού ναρκισσισμού, αυτής της πολιτιστικής διαιώνισης του υπερπροστατευτικού πλαισίου στο οποίο μας καταδικάζει η μεσογειακή μητριαρχία. Ίσως να καταλάβουμε τότε πως η Ελλάδα δεν έχει κανένα ιστορικό προνόμιο στη δυστυχία του κόσμου, πως είναι ένα έθνος ανάμεσα στ’ άλλα κι όχι κάποιος μουσαντένιος επιούσιος λαός, απομίμηση των Εβραίων[9].

Ταυτόχρονα, το ζήτημα όχι μόνο του «ριζοσπαστικού» Ισλάμ αλλά και η απλή ύπαρξη προς ένταξη (δηλαδή μη υποκείμενων σε εθιμικού τύπου ρυθμίσεις όπως αυτές που καθορίζουν το στάτους των μουσουλμάνων της Θράκης ή των συριανών και άλλων Καθολικών) μη Ορθόδοξων και μη χριστιανών Ελλήνων, θα θέσει αναγκαστικά το ζήτημα της σχέσης πολιτείας/Κράτους-Εκκλησίας[10]. Ο θρησκευτικός εμπλουτισμός του ελληνικού πληθυσμού θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να στείλει κι επισήμως πλέον στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας το επάρατο ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας, που τόσα κακά έχει προκαλέσει στη χώρα. Ίσως επιτέλους να δούμε την ελληνική κοινωνία να παύει να ορίζεται με χαρακτηριστικά θρησκευτικά-πολιτιστικά, και να προσπαθεί να επεξεργαστεί μια ταυτότητα κατά κύριο λόγο πολιτική, όπως είναι ο κανόνας εντός της Δύσης.

Δεν πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο θα είναι εύκολο, όπως εύκολο πράγμα δεν είναι ούτε η προσπάθεια εφαρμογής ενός ρεπουμπλικανικού μοντέλου ένταξης –περιπτώσεις χωρών σαν τη Γαλλία, δείχνουν τη δυσκολία αυτής της πορείας, ως προς το δεύτερο αυτό σημείο· πιστεύουμε, ωστόσο, πως είναι ο μόνος τρόπος, σε ό,τι αφορά στο εξεταζόμενο πρόβλημα, για να βγει η χώρα από την ιστορική της αδράνεια και τον κοινωνικό μαρασμό προς τον οποίο βαδίζει σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, του οποίου επακόλουθο κι επισφράγισμα συνιστά ο πληθυσμιακός της μαρασμός. Άλλωστε, εκτός από μάταιο, είναι κι εντελώς γελοίο να προσπαθεί να χώσει κανείς το κεφάλι του ως στρουθοκάμηλος μες στο βραχώδες ελληνικό έδαφος, όταν πίσω του φτάνουν ορμητικά τα κύματα της Ιστορίας. Όσο και να χτυπιόμαστε, δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων «να αποτρέψουμε αυτά που μας φέρνει η νομοτέλεια των γεγονότων»[11]. Ίσα ίσα που χρειάζεται να εκμεταλλευτούμε τις νέες συνθήκες, προκειμένου να επιτελέσουμε τους μετασχηματισμούς εκείνους που θα κάνουν την Ελλάδα μια κοινωνία ικανή να επιβιώσει, στο μέτρο του δυνατού, των συνεπειών της συγκυρίας.

[1] Βλ. σχετικά και την ανάλυση του «Εντιτόριαλ» αυτού του τεύχους και συγκεκριμένα την ενότητα «Η αδυναμία επίλυσης του προβλήματος του μη δυτικού κόσμου».

[2] «Το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια, που συζητείται και ψηφίζεται αυτές τις μέρες στο ελληνικό Κοινοβούλιο, μέσα στη σύγχυση της διαπραγμάτευσης για το χρέος και τα μνημόνια –γεγονός που είναι προσχεδιασμένο»-…» (Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών για την απόσυρση του εθνομηδενιστικού νομοσχεδίου για την Ιθαγένεια», περ. Άρδην, τ. 100, Απρίλιος-Ιούνιος 2015, σ. 32.).

[3] «Μέσα στην αναμπουμπούλα του εάν θα έχουμε ή όχι χρεωκοπία και έξοδο από το Ευρώ και μέσα από την τρομοκράτηση του κόσμου, που σχημάτιζε ουρές στα αυτόματα μηχανήματα των τραπεζών για να πάρει τη σύνταξή του, πέρασε “στο ντούκου” το εθνοκτόνο νομοσχέδιο, με το οποίο δίδεται ελληνική ιθαγένεια (sic!) με συνοπτικές διαδικασίες στους λαθρομετανάστες, που μας έρχονται με καταιγιστικούς ρυθμούς […] με τη συνέργεια της Τουρκίας» («Και συ, λαέ μου προδομένε, πρόσεξε μη διχασθείς!», εφ. Παρακαταθήκη, τ. 102, Μάιος-Ιούνιος 2015).

[4]  Γι’ αυτό και στις ΗΠΑ το εν λόγω μοντέλο αποκαλείται «salad-bowl».

[5] Με αυτό δεν εννοούμε ασφαλώς ότι δε θα πρέπει οι δυτικές κοινωνίες να συμπεριφέρονται στοιχειωδώς ανθρωπιστικά και αλληλέγγυα στους ταλαιπωρημένους μετανάστες που τις περισσότερες φορές ρισκάρουν πολλαπλώς τη ζωή τους στο δρόμο προς τη Δύση. Άλλο αυτό, και άλλο η ανυπαρξία στοιχειωδών κριτηρίων για την ένταξη μεγάλων πληθυσμών σε κάθε χώρα.

[6] Σχετικά με αυτά τα φαινόμενα, βλ. και το κείμενο του Κριστόφ Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», που δημοσιεύουμε στο παρόν τεύχος.

[7]  Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών…», ό. π.

[8]  Γι’ αυτό, προφανώς, το εξής επιχείρημα ενάντια στον Κώδικα Ιθαγένειας είναι καθαρά προσχηματικό: το νομοσχέδιο «εμφορείται από έναν “θεσμικό εθνομηδενισμό”, υπό την έννοια ότι καθιερώνει μια διαδικασία απόδοσης της ιθαγένειας βάσει τυπικών γραφειοκρατικών προσόντων, αφαιρώντας έτσι το εθνικό και πολιτιστικό της βάθος» (Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών…», ό. π.). Ένα κράτος μόνο «τυπικά γραφειοκρατικά προσόντα» μπορεί να αναγνωρίσει και να ελέγξει, εκ των πραγμάτων! Άλλωστε, το κριτήριο της απαραίτητης γνώσης της γλώσσας αλλά και μιας ελάχιστης περιόδου φοίτησης σε σχολείο της χώρας έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να παρέχει τις απαραίτητες αντικειμενικές βάσεις για την «πολιτιστική» ένταξη του νεοφερμένου.

Όταν, λοιπόν, κάνει κανείς κριτική στον νέο νόμο υπό το σκεπτικό πως τα κριτήρια ένταξης που αναγνωρίζει, στα πλαίσιά του, το κράτος είναι «τυπικά» και «γραφειοκρατικά», δύο τινά μπορεί να εννοεί: είτε ότι, εν τέλει, δεν πρέπει να δεχόμαστε κανέναν νεοφερμένο, καθώς η «ελληνικότητα» είναι ένα χαρακτηριστικό υπό μορφήν ουσίας, μια ιδιότητα που ή την έχει κανείς ή δεν την έχει, δίχως να μπορεί, ποτέ, να την αποκτήσει μέσω σταδιακής και προοδευτικής προσπάθειας· είτε ότι, στην περίπτωση που αυτή η «ελληνικότητα» είναι τελικά μεταγγίσιμη, οι νεοφερμένοι που δεν την έχουν ακόμη «πλήρως» αφομοιώσει, πρέπει να παραμένουν σε καθεστώς πολιτών β’ διαλογής. Τι σημαίνει όμως «πλήρης» αφομοίωση; Και τα ελληνόπουλα, που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει πνευματικά, δε θα πρέπει, τότε, να παίρνουν την ιθαγένεια στα 18, μαζί με το δικαίωμα ψήφου; Γνωρίζουν, μήπως αυτά καλύτερα τι είναι «ελληνικότητα» από τους συνομηλίκους τους, γόνους μεταναστών, που έχουν πάει στο ίδιο σχολείο κι έχουν ζήσει στις ίδιες γειτονιές; Εξάλλου, ποιος θα κρίνει αν κανείς έχει πράγματι αφομοιώσει την ελληνικότητα; Οι γραικύλοι που δε δέχονταν ως σημαιοφόρους αλβανούς μαθητές, επειδή ζήλευαν που οι βλαστοί τους δε μπορούσαν να έχουν τόσο καλούς βαθμούς; Αυτοί που ελληνοποιούν τον Αντετοκούμπο, τον Κουφό και τον Καλάθη κι εξυμνούν τον Πύρρο Δήμα, ενώ, την ίδια στιγμή, βρίζουν τους Αλβανούς και τα «αμερικανάκια»; Κι εν τέλει, τι είναι αυτή η περίφημη ελληνικότητα; Τι σημαίνει η απόφανση πως «ο Έλληνας είναι βίωμα» (Β. Τσεκούρας, «Για την απονομή ιθαγένειας», Άρδην, ό. π.) –ποιος μπορεί να μετρήσει και ν’ αξιολογήσει βιώματα; Υπάρχουν μέθοδοι καθαρά υποκειμενικής αξιολόγησης;

[9]  Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ελληνορθοδοξία, η επίσημη, δηλαδή ιδεολογία του νεοελληνικού Έθνους-Κράτους αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, εν πολλοίς, συνιστά μια προσπάθεια να μετατραπεί η Ορθοδοξία σ’ ένα χριστιανικό αντίστοιχο του ιουδαϊσμού, δηλαδή σε μια θρησκεία με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά, η οποία δεν αναφέρεται στο σύνολο του ανθρώπινου γένους, αλλά σ’ έναν μόνο λαό, ο οποίος λογίζεται ως ο Επιούσιος κι ο προνομιακός συνομιλητής του Θεού. Παρά τον αντισημιτισμό, που πολύ συχνά τους διακρίνει, οι οπαδοί της ελληνορθοδοξίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται πως με την υποταγή της θρησκείας στον εθνικισμό ουσιαστικά καταργούν ολόκληρη τη διδασκαλία του Ιησού και το στοιχείο που έκανε τον χριστιανισμό να ξεχωρίσει από τα παραδοσιακά ιουδαϊκά δόγματα. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, δε θ’ αποκαλούσαμε τον Απόστολο Παύλο «απόστολο των Εθνικών» και θα ‘πρεπε να καταργήσουμε τις «εθνικές» του επιστολές απ’ την Καινή Διαθήκη. Για μια ιστορικά τεκμηριωμένη πολεμική ενάντια στον Χ. Γιανναρά, διατυπωμένη από μιαν ανάλογη σκοπιά, βλ. το βιβλίο του αρχαιολόγου και καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Δ. Ι. Πάλλα, Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.

[10] Πράγμα που ήδη συνέβη με τα τελευταία χρόνια, έστω και σε βαθμό περιορισμένο κι επιδερμικό, με το ζήτημα της ανέγερσης επίσημα αναγνωρισμένου τζαμιού στην Αττική.

[11] Α. Λαυρέντζος, «Δημογραφία και μετανάστευση. Η Ελλάδα σε παγίδα χαμηλής γονιμότητας», περ. Άρδην, τ. 100, ό. π., σ. 31.

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

9 Responses to Η νεοελληνική ταυτότητα και το διακύβευμα της ένταξης των μεταναστών

  1. Ο/Η Libcommunist λέει:

    «Στα πλαίσια της διαχείρισης του μεταναστευτικού προβλήματος, μια ρεπουμπλικανική πολιτική συνίσταται στις εξής δύο βασικές παραδοχές: α) Ότι ένταξη ενός νέου μέλους στην κοινωνία σημαίνει αναγκαστικά και αποδοχή ενός μέρους των αξιών ή των πολιτιστικών πρακτικών της χώρας υποδοχής· β) Ότι η νομιμοποίηση των νεοφερμένων θα πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνεται βάσει ποσοστών και ορίων που καθορίζονται, κάθε φορά, από την ικανότητα της κοινωνίας ν’ απορροφά και να εντάσσει ομαλά τα νέα μέλη. Αν αυτό το τελευταίο κριτήριο δεν εξασφαλίζεται, τότε μοιραία οι νεοφερμένοι θα βρεθούν σε μια κατάσταση «δομικού» αποκλεισμού στα κατώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας, αναγκασμένοι να στραφούν προς τη μικροπαρανομία και την οικονομία του εγκλήματος για να τα βγάλουν πέρα, όντας, ταυτόχρονα, πολύ πιο ευάλωτοι σε διακρίσεις και ρατσιστικές συμπεριφορές, λόγω της κατάστασής τους. »

    Το πιο σάπιο επιχείρημα του κάθε μικροαστού! Προκειμένου δηλαδή να μην σας ενοχλούν οι μετανάστες θα πρέπει να γίνουν ελληναράδες και ευρωπαίοι. Ταυτόχρονα μας λες ότι θα πρέπει να έχουμε ποσοστώσεις και όρια. Δηλαδή ότι ακριβώς μας έλεγε και ο Καρατζαφέρης. Για δες για δες http://prezatv.blogspot.co.uk/2009/09/blog-post_22.html Ποσοστώσεις και αποδοχή των Χριστιανικών μας αξιών! Έχετε ακριβώς τις ίδιες ρατσιστικές απόψεις με τον Καρατζαφέρη λοιπόν. Ποσόστωση στον αριθμό μεταναστών και οι ντόπιοι κάνουν κουμάντο στον τόπο τους και λοιπά ωραία. Ριζικές αμεσοδημοκρατικές τομές κι αυτές… Φυσικά δε θ’ ασχοληθώ καν με όλους αυτούς τους φασιστικούς εμετούς διότι υπερασπίζομαι την ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

    Και δεν μας λες, ποιός περιμένεις να εφαρμόσεις τις ποσοστώσεις ρατσιστάκο? Το κράτος και οι αστυνομικές αρχές? Και όσοι κατά τα δικά σου κριτήρια δεν χωράνε και δεν ενστερνίζονται τον κομφορμισμό σου τί θα τους κάνουμε? Απελάσεις? Άντε γιατί γεμίσαμε ακροδεξιούς φασίστες που το παίζουν ελευθεριακοί διανοούμενοι…

    • 1. Θα μπορούσαμε να έχουμε μια συζήτηση δίχως τα τυπικά κλισεδάκια «μα αυτά τα λέει ο Καρατζαφέρης», «μα αυτά τα λέει ο ΓΑΠ», «μα αυτά τα λέει ο Τσίπρας»; Δηλαδή αν ο Καρατζαφέρης πει πως η γη είναι στρόγγυλη εμείς θα πούμε «όχι είναι επίπεδη»; Έχεις καθόλου ιδέα τί πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο; Αυτή τη στιγμή περίπου 700.000.000 άνθρωποι σκέφτονται να μεταναστεύσουν http://www.gallup.com/poll/124028/700-million-worldwide-desire-migrate-permanently.aspx Σου λέει τίποτα αυτός ο αριθμός αυτός; Ακόμα και αν ο αριθμός αυτός δεν ευσταθεί απόλυτα, πάλι μιλάμε για εκατομμύρια ανθρώπων! Πού ακριβώς πιστεύεις ότι θα φιλοξενηθούν όλες αυτές οι μάζες; Έχεις την εντύπωση ότι υπάρχουν πόροι στην Ευρώπη ή έστω στην Αμερική, για να ζήσουν όλα αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων, ακόμα και αν η κατανομή του πλούτου ήταν απόλυτα ίση; Αν η απάντησή σου είναι ΟΧΙ τότε δεν στέκει να λες πως λύση είναι απλά και μόνο το δικαίωμα της μετακίνησης των προσφύγων μέσα στην πολυπολιτισμική μας παγκοσμιοποίηση. Αν θέλεις να είναι συνεπής, τότε θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτείς όλα αυτά τα εκατομμύρια, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τους ίδιους τους γηγενείς, για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες εξίσου. Λυπάμαι αλλά άλλη οδός δεν υπάρχει πέρα από τη διαμόρφωση μιας μεταναστευτικής πολιτικής, βασισμένη σε ποσοστώσεις και όρια. Δεν μπορούμε να είμαστε καί με τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση των ανοιχτών συνόρων, της ελεύθερης μετακίνησης κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού, αλλά ταυτόχρονα να θεωρούμε και την αυτο-οργάνωση στις γειτονιές εξίσου σημαντικό πολιτικό πρόταγμα. Ή διαλέγουμε το δεύτερο, βάζοντας κάποιους περιορισμούς, όχι απαραίτητα αυστηρούς ή εξοντωτικούς (του τύπου θα δεχόμαστε μόνο 0.1% μετανάστες, όπως λένε οι αστείοι ακροδεξιοί), ή υπερασπιζόμαστε το υπάρχον πολιτικό μοντέλο όπως είναι. Από ένα σημείο και μετά πρέπει να πληρώσουμε και το τίμημα των επιλογών μας και ταυτόχρονα να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.

      2. Δυστυχώς, είτε σας αρέσει είτε όχι, κάθε ομάδα, κοινότητα, δήμος, συλλογικότητα, κράτος έχουν κάποια χαρακτηριστικά που τα διαχωρίζουν από το υπόλοιπο σύνολο και έτσι δηλαδή μπορούν να υφίστανται. Θες πες τα όρια, θες πες τα σύνορα… δεν αλλάζει κάτι. Άρα υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν το μέλος από το μη μέλος και αντίστοιχα κάποιες προϋποθέσεις για την εισαγωγή νέου μέλους. Όσο πλουραλιστική, ανοιχτή, κλειστή, προοδευτική ή συντηρητική και να είναι η ομάδα/κοινότητα/κλπ δεν μπορεί να μην τα έχει αυτά έστω στο ελάχιστο γιατί αλλιώς δεν θα ήταν ομάδα ξεχωριστή από το υπόλοιπο. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με ρατσισμό, άσχετα και αν πάνω σε αυτή την πραγματικότητα οι Καρατζαφέριδες συναθροίζουν μισανθρωπικό λόγο. Επίσης, αν σέβεσαι τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των ξένων στην κοινότητά σου, αλλά παρόλα αυτά για τους λόγους σου δεν τους δίνεις εύκολα πολιτικά δικαιώματα, δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό είναι ρατσιστικό ή φασιστικό. Να θυμίσω ότι οι κοινότητες ιθαγενών στο Μεξικό, που τόσο τους θαυμάζουμε οι Έλληνες ελευθεριακοί, έχουν δύσκολες προϋποθέσεις για να γίνεις δεκτός στην κοινότητα, πχ 2 χρόνια υποχρεωτική συμμετοχή στην ένοπλη περιφρούρηση της κοινότητας. Ή ότι η κοινότητά τους με τα ήθη και τη κουλτούρα της δεν είναι και τόσο φιλική προς την ομοφυλοφιλία! Φασίστες και αυτοί;

      3. Ποιός μίλησε για εκχριστιανισμό των μή Ευρωπαίων; Η θρησκεία είναι αυστηρά προσωπικό στοιχείο και δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με τη δημόσια σφαίρα. Αυτή είναι μια από τις βασικότερες αξίες του ρεπουμπλικανισμού. Είτε είσαι μουσουλμάνος, είτε είσαι Χριστιανός, άθεος ή οτιδήποτε άλλο, η θρησκεία αφορά κατά κύριο λόγο την ιδιωτική σφαίρα. Αυτό συνεπάγεται πως ναι σε κάποια συγκεκριμένα πράγματα – και σε μόνο αυτά – οι μουσουλμάνοι θα πρέπει να μην είναι μουσουλμάνοι. Το ίδιο ισχύει και για τους Χριστιανούς, τους Εβραίους, τους Βουδιστές κτλ κτλ. Κάθε κοινωνία διέπεται από μια Χ αξιακή συνοχή η οποία όταν διαβρώνεται χάνονται και οι δεσμοί επικοινωνίας μεταξύ των μελών της. Τότε δημιουργούνται τριβές, γκετοποίηση, συγκρούσεις, διαμάχες και στην τελική από αυτό ζημιώνονται όλοι. Αυτό δε σημαίνει πως όλοι όσοι δεν προέρχονται από το δικό μας πολιτισμικό πλαίσιο θα πρέπει να μπουν στη μηχανή του κιμά και να περάσουν από καλούπι ώστε να γίνουν δυτικοποιημένοι «ορθολογιστές». Ίσα ίσα που ο δυτικός πολιτισμός, στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, στη σήψη του και την παρακμή του, με τίποτα δεν αποτελεί αντίδοτο στους μή δυτικούς ανορθολογισμούς για τους οποίους τόσο μόνο υποκριτικά κόπτεται. Ωστόσο ένα μίνιμουμ αποδοχής κάποιων βασικών αξιών της κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομήσουμε είναι απαραίτητο. Παράδειγμα, στη Νορβηγία http://www.huffingtonpost.gr/2015/12/21/life-h-norvigia-mathainei-stous-prosfyges-pws-na-ferontai-stis-gynaikes_n_8854700.html κάποιοι ήδη άρχισαν να σκέφτονται πιο σοβαρά την ένταξη των νεοφερμένων, δίχως την υποκριτική κατήχηση που υποβάλουν κάποιες χώρες στους νέους μετανάστες, του τύπου «ήρθατε σε μια χώρα που όλοι σέβονται όλους και εδώ συμπεριφερόμαστε πολιτισμένα». Δεν λέω πως η Νορβηγία έδωσε τη σωστότερη απάντηση, αλλά συγκριτικά με το laissez faire των φιλελεύθερων και των αναρχικών (όσο για τους δεύτερους, αν τους έβλεπε ο Ντουρούτι σήμερα, έτσι πως έχουν μετατραπεί σε ένα συνονθύλευμα lifestyle SJWs, θα το είχε ρίξει στα αντικαταθλιπτικά), ή με τις αυταρχικές πολιτικές των ακροδεξιών, οι Νορβηγοί βρίσκονται σε μια κατεύθυνση «πιο σωστή».

      • Ο/Η protagma λέει:

        Συμπληρωματικά, σε όσα -σωστά- σχολιάζει ο Μιχάλης:

        Νομίζω ότι είναι τέτοιο το κόλλημα στο βάλτο του αντι-αυταρχικού φαντασιακού για την πλειοψηφία του αριστερίστικου και αναρχικού χώρου που δυστυχώς δεν μπορεί εύκολα να μιλήσει για κάτι άλλο, παρά να ψελλίζει τσιτάτα περί «σύγχρονου ολοκληρωτισμού», «καθεστώτων εξαίρεσης» κ.λπ. Εξού και ό,τιδήποτε κινείται γύρω μας, θα πρέπει να το πούμε «εχθρό», «φασίστα» κ.λπ. Οχι, δε θα κάνουμε κάποια ανάλυση τι λέει κάποιος, γιατί τα λέει, σε ποιο πλαίσιο τα λέει…Θα του κολλήσουμε την ταμπέλα μας, για να λέμε ότι «κάνουμε και αντιφασιστικό αγώνα!». Στο πλαίσιο αυτής της (τρομάρας μας) σκέψης, τα υποκείμενα και ο λόγος τους κρίνονται μόνο επί τη βάση του εάν λένε και προτάσσουν αυτά που λέμε κι εμείς (δηλ. κομμουνισμό, αναρχία). Ετσι, π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ αφού δεν έχει καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία ή τον σοσιαλισμό (που όντως δεν έχει!), εεε σιγά μην κάτσουμε να κάνουμε και καμιά φοβερή ανάλυση, «πρώτη φορά φασιστερά!» και τελειώσαμε! Το ίδιο και στο μεταναστευτικό: τις περιπτώσεις κερδοσκοπίας και εκμετάλλευσης στα νησιά (αναλογικά λιγοστές!) τις κατατάσσουμε στο φασιστικό-ξενοφοβικό DNA του Νεοέλληνα, σιγά μην αναλωνόμαστε τώρα με εξηγήσεις για μικροαστισμούς και κουτοπόνηρο βαλκανικό φαντασιακό που κατοικοεδρέυει στο βασίλειό μας…

        Το θέμα όμως είναι ότι πολλοί αριστερο-αναρχικοί (το λέω χονδροειδώς και σχηματικά) έχουν φτάσει στο σημείο πάνω στη σπουδή τους να επιβεβαιώσουν τις θεωρίες τους να μην σκέφονται ούτε καν το παρόν και το μέλλον των ίδιων των μεταναστών, για τους οποίους γράφουν και λένε τόσα. Δηλαδή, τι διάολο λύση είναι το περιβόητο σύνθημα «χαρτιά σε όλους»;;; Και μετά τι? Θα επικρατήσει κάποιος ανθρωπισμός? Ή θα συσσωρεύονται αποκλεισμένοι και γκετοποιημένοι, λόγω του απλού γεγονότος ότι πάρα πολύ δύσκολα μπορεί αυτή η περιοχή (Ελλάδα) να δώσει δουλειές ή σχετικές ανέσεις με υλικούς όρους. Κι εδώ δε μιλάμε για το 1 εκατομμύριο Σύρων από τον πόλεμο , αλλά για το συνολικότερο κύμα μετανάστευσης που ανέφερε και ο Μιχάλης.

        Και κάτι άλλο. Εδώ δε μιλάμε για το δικαίωμα να περνά κανείς τα σύνορα ή να ταξιδεύει ανενόχλητος, σε αυτό συμφωνώ. Μιλάμε για ΕΝΤΑΞΗ, κάτι που σημαίνει -τουλάχιστον σύμφωνα με τη δική μου οπτική της ιδότητας- για ίσα δικαιώματα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και αντίστοιχες ίσες υποχρεώσεις. Πώς μπορεί να γίνει αυτό με το μέγεθος και την κρίση της μετανάστευσης, εγώ δεν το βλέπω (μιλώντας μόνο για την ΕΛλάδα, αφού η Ευρώπη κάνει την πάπια). Επομένως ναι, σε μια μικρή κλίμακα και σταδιακά αυτό μπορεί να γίνει, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι ευχολόγια, που απλώς καταλήγουν να αποφεύγουν την ουσία του ζητήματος.

        Πέρα από αυτά, όπως γράφουμε και στο κείμενο, το κομβικό σημείο είναι η ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της «εθνικής ταυτότητας» και της «πολιτικής συμμετοχής», πράγματα με τα οποία ο εθνικισμός των Νεοελλήνων βγάζει σπυριά. Και τέλος κάτι ακόμα πιο σημαντικό, σύμφωνα με όσα έχουμε γράψει κατά καιρούς και στο περιοδικό: η ευκαιρία της αλληλεπίδρασης του δυτικοτραφούς παρακμιακού φαντασιακού της κατανάλωσης (που περιφρουρεί το Είναι μας) με παραδόσεις μη δυτικές και στοιχεία που διατηρούν ακόμα γερές δόσεις λαϊκού πολιτισμού και πρωτογενούς κοινωνικότητας (την οποία χάνουμε εμείς οι «Δυτικοί»). Αν και ακόμα και αυτό φαίνεται να είναι αρκετά δύσκολο, καθώς μεγάλο κομμάτι των μεταναστών φαίνεται να «αποξηραίνεται» και να παρασύρεται και να έλκεται από τα καταναλωτικά μας πρότυπα.

        Μήτσος.

        • Είναι το πρόβλημα της ιδεολογικοποίησης: φιλτράρουμε την πραγματικότητα μέσα από την ιδεολογία, αντί να κάνουμε το αντίθετο. Έτσι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει κάτι, για τους ιδεολογικοποιημένους αναρχικούς αυτό το κάτι είναι λάθος και οδηγεί περαιτέρω στην κοινωνική καταπίεση. Είναι η γνωστή λογική του reductionism: δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τίποτα. Οτιδήποτε προέρχεται εκτός του δικού μας ιδεολογικού πλαισίου είναι πρόβλημα και οποιοσδήποτε το συμμερίζεται μίασμα κανονικό. Βγαίνει ένα νομοσχέδιο πχ – μια διαδικασία που όντως δεν έχει καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία ή την αναρχία – το οποίο ωστόσο μπορεί να κινείται και σε σωστή κατεύθυνση, αμέσως το καταδικάζουμε ως «πρόβλημα» επειδή δεν είναι προϊόν της δικής μας ιδεολογίας. Λέει κάποιος κάτι που δεν συμβαδίζει 100% με την ιδεολογική μας καθαρότητα, αμέσως… «φασίστας», «μικροαστός», «βολεμένος» μπλα μπλα μπλα… ούτε καν να σκεφτούμε μέσα σε ποιό ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο λέει αυτά που λέει… κατευθείαν την κεφαλή του επί πίνακι… γίνεται μια κινητοποίηση που δεν φέρει αλφάδι ή σφυροδρέπανο; Αμέσως «μικροαστοί», «ακροδεξιοί» μπλα μπλα μπλα…

          Δεν είναι μόνο η απουσία ενός κατά κάποιου τρόπου χειροπιαστού πλάνου ή σχεδίου πάνω στο οποίο θα βασίζονται όλες οι πολιτικές δράσεις, πάντα με στόχο τον ουμανισμό (διότι αυτός είναι ο πραγματικός στόχος) αλλά η συνεχόμενη αναπαραγωγή ιδεολογικών κλισέ, συνθημάτων επί συνθημάτων… μήπως τελικά, ο αναρχισμός και ο αριστερισμός στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ πρόταγμα πολιτικό, όπως στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική, αλλά μια πολιτισμική, lifestyle νεανική έκφραση;

          • Ο/Η protagma λέει:

            Με το τελευταίο σου ερωτημα, ξύνεις…επαναστατικές πληγές. Θα απαντούσα στο ερώτημα «μάλλον ναι», ειδικά για το εν ελλάδι πιο αναρχίζον κομμάτι, καθώς ο αριστερισμός έχει ρίζες πιο βαθιές στο χωροχρόνο και άλλου είδους στράτευση. Μάλιστα, αυτόν τον καιρό ετοιμάζουμε μια νέα έκδοση σχετικά με τον ελευθεριακό χώρο στην Ελλάδα, κάτι σαν κριτική αποτίμησή του, καθώς είναι ζήτημα που μας απασχολεί πολύ στο πλαίσιο της γενικότερης κουβέντας για το «πού πάνε τα πράγματα»…

            Ωστόσο, νομίζω ότι το ζήτημα είναι κι εδώ πιο βαθύ και γενικότερο: δεν έχει να κάνει μόνο με μια «ελληνική ιδιαιτερότητα» τόσο, όσο με μια γενικότερη τάση στις δυτικές χώρες (και στις κοντινές τους!), δηλ. μια νέου είδους πολιτικοποίηση που μετά τα κινήματα του 60 ακολουθεί ένα μοτίβο καθαρά πιο «αισθητικό», «εκφραστικό», «στυλιστικό». Με τέτοιες όμως προτεραιότητες, είναι λίγο επόμενο να εγκλωβίζεσαι στην «αντιαυταρχική ρητορική» και να την πατάς.

            Μ.

  2. Παράθεμα: Λίγο ακόμα περί #Brexit και #Bremain… « απέραντο γαλάζιο

  3. Παράθεμα: Λίγο ακόμα περί #Brexit και #Bremain | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s