Ελλάς – Ευρώπη – Φιλελευθερισμός…

Απόσπασμα από το editorial του 8ου τεύχους του περιοδικού «Πρόταγμα».
[αφιερωμένο στον Κυριάκο Μ. και στα γραβατωμένα κινήματα του υπαρκτού μπογδανισμού]

ÄéáäçëùôÝò äéêçãüñïé ðïõ óõììåôÝ÷ïõí óôçí äéáìáñôõñßá åíÜíôéá óôï íÝï áóöáëéóôéêü öùíÜæïõí óõíèÞìáôá êáôÜ ôçí äéÜñêåéá ðïñåßáò Ýîù áðü ôï õðïõñãåßï Åñãáóßáò, ÐÝìðôç 21 Éáíïõáñßïõ 2016. ¼ëïé ïé äéêçãïñéêïß óýëëïãïé êáé ôá äéêçãïñéêÜ ãñáöåßá ìáæß ìå ìç÷áíéêïýò, ãéáôñïýò óå üëç ôçí åðéêñÜôåéá óõììåôÝ÷ïõí óôï Ðáíåëëáäéêü ÓõëëáëçôÞñéï "Åðéóôçìüíùí-ÅëåõèÝñùí Åðáããåëìáôéêþí", åíÜíôéá óôï íÝï áóöáëéóôéêü íïìó÷Ýäéï. ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁËÅÎÁÍÄÑÏÓ ÂËÁ×ÏÓ

 

[ … ]

γ) Φόβος και φιλελεύθερη παράνοια στο Ελλάς Βέγκας

 Υπαρξιακά διλήμματα άμεσης τακτικής συναιρούνται με τη μακροχρόνια μοίρα του τόπου, τίθενται πλέον ταυτόχρονα και αλληλένδετα. Απαντώντας στο ένα, απαντάμε μεμιάς και στα υπόλοιπα. Συμφωνία ή χρεοκοπία. Ευρώ ή δραχμή. Ευρωπαϊκή δημοκρατία ή εθνολαϊκιστικός αυταρχισμός. Ας μη θεωρηθεί υπερβολή το τρίτο δίλημμα.
Γ. Βούλγαρης[1]

Σε κάθε περίπτωση, αυτόν τον μικροαστικό δήθεν ρεαλισμό και τους φόβους που τον τροφοδοτούν εκμεταλλεύεται το φιλελεύθερο και μνημονιακό στρατόπεδο για να εντείνει το κλίμα πανικού και την τρομολαγνεία περί δήθεν κινδύνου απώλειας του «ευρωπαϊκού κεκτημένου της χώρας». Αν εξαιρέσουμε τους κατσαπλιάδες της λαϊκής Δεξιάς, που απλώς αναμασούν τέτοια σλόγκαν για μικροπολιτικούς λόγους, οι ποτάμιοι, παραποτάμιοι και λοιποί φιλελεύθεροι περιστέλλουν τεχνηέντως κάθε συζήτηση περί «ευρωπαϊκής ταυτότητας» στη επισήμανση του κινδύνου να πηδήξει η Ελλάδα απ’ το τρένο του «εκσυγχρονισμού», δηλαδή της πορείας σύγκλισης με τη Δύση. Λες και το να ανήκει κανείς στη Δύση καθορίζεται απ’ το αν ανήκει στην Ευρωζώνη ή στην ΕΕ! Δηλαδή η Βρετανία, η Νορβηγία, η Ελβετία ή οι ΗΠΑ δεν είναι δυτικές χώρες; Και είναι η Ελλάδα, απλώς επειδή, για γεωπολιτικούς και βραχυπρόθεσμα οικονομικούς λόγους, μας έμπασαν από το παράθυρο στους «ευρωπαϊκούς θεσμούς»; Η Βουλγαρία μήπως; Κι αν κάποτε μπει κι η Τουρκία στην ΕΕ, θα μετατραπεί αυτομάτως σε δυτική χώρα; Είναι η φαρσοκωμωδία της ΕΕ ο θεματοφύλακας των δυτικών ιδεωδών ή μήπως το «κοινό νόμισμα» συνιστά κάποιο είδος φυλαχτού που μας προφυλάσσει από τη μάστιγα του τριτοκοσμισμού, όπως τόσο κουραστικά επαναλαμβάνει ο ινστρούχτορας του μεσαίου χώρου Γ. Βούλγαρης; Μήπως εδώ οι φιλελεύθεροι πολέμιοι του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν μέσες άκρες στις ίδιες ψευδαισθήσεις με τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη, που συγχέουν την ΕΕ με τον Διαφωτισμό;

Πάντως με κάτι τέτοιο έδειξε ότι τρέφεται ο θίασος που συγκεντρώθηκε στο Σύνταγμα και στο Καλλιμάρμαρο τη βδομάδα του δημοψηφίσματος, κάτω από την ομπρέλα του «Μένουμε Ευρώπη». 10438315_10206871017439229_3041550157052414687_nΠλάι στους οργανωμένους οννεδίτες του Σαμαρά είδαμε να διαδηλώνουν αριστερόφοβοι παππούδες και ευκατάστατες γιαγιάδες του Κολωνακίου, φερέλπιδες νέοι της γενιάς των χίπστερς που φοβάται μήπως χαθεί κάτω απ’ τα πόδια τους το «ευρωπαϊκό έδαφος», αλλά και επιχειρηματικός κόσμος που «γονατίζει» και στη σκέψη ότι ο ελληνικός λαός θα πει ένα ΟΧΙ. Τα τραγελαφικά πλακάτ του στυλ «όχι στον ελληνικό σταλινισμό», «ΕΑΜ: ευρωπαϊκό απελευθερωτικό μέτωπο», «όχι στις μονομερείς ενέργειες της κυβέρνησης» κ.λπ. συνοψίζουν ίσως με τον πιο σουρεαλιστικό τρόπο την υστερία και την πλήρη έλλειψη χιούμορ των λεγόμενων ευρωλιγούρηδων στον τόπο αυτό. Εδώ, ο βιωματικός εκσυγχρονισμός του Νεοέλληνα συναντά (και μάλιστα στο δρόμο!) μια αυτιστικού τύπου αριστεροφοβία, γεννώντας τελικά αυτήν την χαζοχαρούμενη ευρωλατρεία με την οποία μας έχουν πάρει τ’ αυτιά οι Ψυχάρηδες και οι Μπογδάνοι. Είναι σαν όλο αυτό το χιπστερο-διανοουμενίστικο μπλοκ των εν Ελλάδι φιλελεύθερων[2] να απέκτησε -προσωρινά και στο δρόμο- μια «λαϊκή βάση», μόνο και μόνο μπροστά στο φόβο του Γκρέξιτ.

Δυστυχώς αυτούς τους φόβους αντανακλά η στάση ακόμα και σχολιαστών πολύ πιο «τίμιων» και μεγαλύτερης αναλυτικής διαύγειας, όπως π.χ. του Ν. Σεβαστάκη. Ο τελευταίος, μολονότι είναι από τους πιο αξιόλογους θεωρητικούς της Αριστεράς στην Ελλάδα, τώρα τελευταία έχει μετοικήσει στις στήλες της Lifo απ’ όπου και έβαλλε, πριν τη διάσπαση του καλοκαιριού, κατά ενός φανταστικού και ολωσδιόλου λαφαζανοποιημένου ΣΥΡΙΖΑ, όταν είναι προφανές πως ο Τσίπρας, φορέας ενός αφελούς φιλοευρωπαϊσμού, έχει προβεί σε πλήθος συμβιβασμών κι επ ουδενί εκφράζει κάποιο αριστερίστικο ή «αντιευρωπαϊκό» πνεύμα. Διότι όχι μόνο τονίζει με κάθε τρόπο την προσήλωση του στην «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας», μα έχει ως υπουργό Οικονομικών έναν διακηρυγμένα σοσιαλφιλελεύθερο και «δυτικοποιημένο» οικονομολόγο, ο οποίος διακηρύττει ανοιχτά, ευθύς εξ αρχής, πως «διαφωνούμε μόνο με το 30% του Μνημονίου». Προφανώς κι ο δημόσιος λόγος του ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαντλείται στην τεχνοκρατική και «χίπστερ» ή «μεταμοντέρνα» αντίληψη του Βαρουφάκη ή μεγάλου μέρους του λεγόμενου «περιβάλλοντος Τσίπρα»[3]. Κριτικές σαν αυτή του Σεβαστάκη, ώστόσο, θα μπορούσαν να σταθούν στην περίπτωση της ΛΑΕ, με τις αναφορές της στο ΕΑΜ και τις περίεργες πολιτικές φιλίες ορισμένων στελεχών της[4], αλλά, ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση, θα παρέμενε υστερόβουλη και παραμορφωτική της πραγματικότητας. Διότι πυρήνας της δεν είναι απλώς η κριτική σε πιθανές λαϊκιστικές υπερβολές του αριστερού ή και ελευθεριακού αντιμνημονιακού λόγου, αλλά η υπόρρητη ταύτιση κάθε κριτικής στο μνημόνιο με τον λαϊκισμό -η ιδέα πως η κριτική στην τωρινή ΕΕ δεν μπορεί παρά να γίνεται από εθνικιστική σκοπιά, έστω κι αν δεν είναι αυτός ο διακηρυγμένος στόχος των φορέων της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανερυθρίαστη προσχώρηση στο φιλελεύθερο εκείνο μπλοκ όσων κατακεραυνώνουν ως δείγμα «εθνολαϊκισμού» -άρα ως πρόπλασμα φασιστικών τάσεων, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους- την κριτική στον κοινοβουλευτισμό.

Περί φιλελεύθερης τυφλότητος

α) Ο θεωρητικός χυλός

Βέβαια για τους φιλελεύθερους το να λέει κανείς κυριολεκτικά ό,τι του κατεβαίνει, κάνοντας την τρίχα τριχιά και το άσπρο μαύρο, είναι μια πολύ βολική επιλογή, ένας τέλειος αντιπερισπασμός που τους επιτρέπει να κάνουν γαργάρα μερικά από τα πιο ουσιώδη μα και δυσεπίλυτα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Σ’ ένα χαρακτηριστικό άρθρο της περιόδου των διαπραγματεύσεων, διαβάζαμε, π.χ. σχετικά με την πορεία των τελευταίων τα εξής: «Είναι συνέπεια της διαχείρισης της χρεοκοπίας. Αυτή η εγκληματική διαχείριση είναι η αιτία της μισής τουλάχιστον ύφεσης. Απόδειξη ότι, ενώ μειώσαμε τα ελλείμματα και φτάσαμε σε πλεονάσματα, ξαναγυρίσαμε το 2015 πάλι σε πρόβλημα. Το παλιό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο και το παλιό οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να ξαναπάρει μπρος, χρειάζεται ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό σοκ»[5]. Ως συνήθως, τα χρεώνουμε όλα στο διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό, στο «παρασιτικό κι ανίκανο δημόσιο», δίχως ποτέ ν’ αναρωτιόμαστε περί των δυνατοτήτων ανάπτυξης του περίφημου ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα. Η «αγορά» θεωρείται αμέμπτου ηθικής, έτοιμη πάντοτε ν’ απογειωθεί μόλις γίνουν οι σωστοί χειρισμοί απ’ την πλευρά του κράτους και του πολιτικού προσωπικού. Είναι, δηλαδή, μόνο η πολυθρύλητη «γραφειοκρατία» και το «δυσλειτουργικό κράτος» που καταπνίγουν τις καπιταλιστικές ορμές του ελληνικού ιδιωτικού τομέα;

europe1

Ακούμε πράγματα απίστευτα. «Γραφειοκρατία» το ελληνικό μπάχαλο, όταν ακόμα κι ένας σχετικά μελετηρός πρωτοετής φοιτητής κοινωνιολογίας (που έχει ίσως ακούσει κάτι αμυδρά περί Μαξ Βέμπερ) ξέρει πως γραφειοκρατία σημαίνει οργάνωση: «η γραφειοκρατία […] είναι το κοινωνικό πλαίσιο το πιο πρόσφορο για την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και για την οργάνωση μιας κοινωνίας προσαρμοσμένης στους στόχους της παραγωγής αυτής. Η εξάλειψη, στα πλαίσιά της, των προσωπικών σχέσεων, η υποταγή όλων των δραστηριοτήτων στην εφαρμογή μιας νόρμας που συνδέεται με μιαν αντικειμενική σκοπιμότητα, την κάνουν πρότυπο της οικονομικής ορθολογικότητας που εγκαθιδρύει ο βιομηχανικός καπιταλισμός»[6]. Κάτι που ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχει στα καθ’ ημάς –προφανώς η γραφειοκρατία γεννά τους δικούς της ανορθολογισμούς και αντιφάσεις και η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού μόνο εντός εισαγωγικών πρέπει να γράφεται. Ωστόσο άλλο πράγμα αυτού του είδους οι ανορθολογισμοί κι άλλο πράγμα η ελληνική κατάσταση. Πρόκειται για σημείο καίριο που η παράβλεψή του καθορίζει τη στάση των φιλελεύθερων ιδεολόγων απέναντι στο δημόσιο. Το δημόσιο, λοιπόν, δεν ήταν «υπερτροφικό» προ των μνημονιακών περικοπών (αρκεί η σύγκριση με τα αντίστοιχα γαλλικά ή γερμανικά νούμερα για να το καταλάβουμε), αλλά στραβά και ανορθολογικά στελεχωμένο, εφόσον οι διορισμοί γίνονταν με πελατειακά κριτήρια. Η λύση των περικοπών προσωπικού απλώς επιδείνωσε το πρόβλημα, καθώς πετσόκοψε ένα ήδη κακοσχεδιασμένο και ανοργάνωτο κράτος. Ενδεχομένως, άλλωστε, να ξέρει ο πρωτοετής μας φοιτητής -οι φιλελεύθεροί μας, πάντως, σίγουρα αγνοούν- πως η δυτικού τύπου γραφειοκρατία -αυτό, ντε, που οι ίδιοι ονειρεύονται ως «ορθολογική δημόσια διοίκηση δυτικού τύπου»- συνιστά γέννημα του ίδιου πολιτισμού ο οποίος γεννά και τον καπιταλισμό, δηλαδή αυτό το πρωτόγνωρο εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης. Πρόκειται για τον αστικό πολιτισμό που δημιουργείται σταδιακά εντός της Δύσης από τον 11ο-12ο αιώνα κι εξής[7].

Αυτός ο πολιτισμός μόνο ξώφαλτσα κι ιδιαιτέρως επιφανειακά έφτασε στην Ελλάδα, ό,τι κι αν υποστηρίζουν εθνικιστές μαρξιστές τύπου Σβορώνου[8]. Στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε πραγματική αστική ανάπτυξη και γι’ αυτό το ελληνικό κεφάλαιο υπήρξε πάντοτε κυρίως εφοπλιστικό (και κατ’ ουσίαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, λαθρεμπορικό), τραπεζικό και κατασκευαστικό. Ελάχιστα όμως βιομηχανικό[9]. Το νεοελληνικό κράτος, που ιδρύεται ως κράτος-μαριονέτα για να εξυπηρετήσει τα βρετανικά γεωπολιτικά συμφέροντα, κατοικείται από έναν λαό ανίκανο να φέρει εις πέρας ακόμα και τον ίδιο του τον απελευθερωτικό αγώνα, εφόσον, ως γνωστόν, η περίφημη «Επανάσταση» του ’21 υπήρξε από πολύ νωρίς το θέατρο ενός γενικευμένου εμφυλίου πολέμου[10]. Αυτή λοιπόν η κοινωνία, που μέχρι τον 19ο αιώνα συνιστούσε μόρφωμα αγροτικό-κτηνοτροφικό/αλιευτικό και δευτερευόντως εμπορικό, ως προς την οικονομική της διάρθρωση, και φυλετικό-πατριαρχικό, ως προς την πολιτική και κοινωνική του δομή (βασισμένη στα δίκτυα πατρωνίας μεσογειακού-βαλκάνιου τύπου και την κυριαρχία των τοπικών αρχόντων κάθε είδους), κατάφερε να αποτελέσει κομμάτι του Πρώτου Κόσμου όχι επειδή αναπτύχθηκε οικονομικά[11], αλλά επειδή σχεδόν πάντοτε απολάμβανε της οικονομικής στήριξης των δυτικών, η οποία, φυσικά, παρεχόταν για την εξυπηρέτηση των δικών τους γεωπολιτικών σκοπών και είχε ως τίμημα την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Από μαγαζί των Βρετανών γίναμε μαγαζί των Αμερικανών, με την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος που έλαβε χώρα, σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τον Β’ Π. Π., και φτάσαμε τις τελευταίες δεκαετίες να απολαμβάνουμε τις χρηματοδοτικές φροντίδες της Ενωμένης Ευρώπης, και δη του βορείου (πλεονασματικών οικονομιών) κομματιού της. Η κοινωνία όμως ελάχιστα άλλαξε ως προς τις βαθύτερες οικονομικές δομές και τη συνακόλουθη νοοτροπία της. Το καθεαυτό καπιταλιστικό πνεύμα της οικονομικής δημιουργικότητας ελάχιστα άγγιξε τους κεφαλαιούχους και την οικονομική ολιγαρχία. Περάσαμε από το αγροτικό στάδιο απευθείας στην κοινωνία της κατανάλωσης και την κυριαρχία του τριτογενούς τομέα (δηλαδή στα παρακμιακά προϊόντα του σήποντος δυτικού καπιταλισμού) δίχως να περάσουμε από το ενδιάμεσο καπιταλιστικό-αστικό στάδιο[12]. Όπως έχει παρατηρηθεί με αφορμή τη μελέτη άλλων μη καπιταλιστικών οικονομιών, αυτή η «διόγκωση ενός τριτογενούς τομέα χαμηλής παραγωγικότητας» πάει μαζί με την «στενότητα της εκβιομηχάνισης» και συνιστά ένα φαινόμενο χαρακτηριστικό της βιομηχανικής και γενικότερης οικονομικής υπανάπτυξης: την «τριτογενή παραμόρφωση» της οικονομίας[13].

Και γι’ αυτό «βαριά βιομηχανία» μας -όπως βλακωδώς λέγεται- είναι ένας τομέας καθαρά και βαθιά παρασιτικός, αυτός του τουρισμού. Κατά τα άλλα, οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις μακράν του να δίνουν έστω και την ελάχιστη ώθηση σε παραγωγικού τύπου επενδύσεις μετουσιώνονται αρειμανίως σε τατουατζίδικα και frozen yogurt. Κι αν το 2014 πανηγυρίζαμε επειδή, για πρώτη φορά από το 1948 -δηλαδή για πρώτη φορά από τότε που υπάρχουν επίσημα στοιχεία!- η χώρα παρουσιάζει εμπορικό πλεόνασμα, αυτό δε συνέβη, επειδή, επιτέλους, αναπτύχθηκε η οικονομία, με αποτέλεσμα είτε να εξάγουμε περισσότερα απ’ όσα εισάγουμε είτε να παράγουμε αυτά που χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι αντί να τα εισάγουμε -όχι: Η επίτευξη πλεονάσματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών οφείλεται, πολύ απλά, στο γεγονός πως, λόγω της φτωχοποίησης της κοινωνίας και της μείωσης της αγοραστικής της δύναμης, έπεσε αισθητά ο αριθμός των εισαγωγών, ο οποίος και είχε αγγίξει υψηλότατες τιμές κατά την περίοδο του μεγάλου «μπαμ» της δεκαετίας του 2000, όταν υπήρχε δυνατότητα κατανάλωσης[14].

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο παρασιτικός χαρακτήρας της πολιτικής ολιγαρχίας συνιστά αντανάκλαση του εξίσου παρασιτικού χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου, εφόσον συνιστούν προϊόν του ίδιου ανθρωπολογικού μοντέλου. Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτήν την άποψη, πως, όποτε εκφράστηκαν αστικές και γνήσια φιλελεύθερες τάσεις στο πολιτικό επίπεδο γύρω τους συνασπίστηκαν και τα λιγότερο παρασιτικά και πιο προοδευτικά κομμάτια της ελληνικής οικονομικής ολιγαρχίας. Αυτό συνέβη, π.χ., επί Βενιζέλου, «την εποχή που οι μεγαλοαστοί, αντί να παίζουν κουμ-καν, δημιουργούσανε την Ελλάδα» όπως έλεγε ο Ελύτης, μιλώντας για τον Εμπειρίκο[15], αμφότεροι οι πατεράδες των οποίων υπήρξαν στρατευμένοι βενιζελικοί.

β) Υπάρχει σοβαρός «ιδιωτικός τομέας» στην Ελλάδα;

Είναι λοιπόν εντελώς γελοίο όλες αυτές οι λάβρες επιθέσεις ενάντια στον κρατισμό και το παρασιτικό κράτος -των οποίων οι φορείς έχουν κυριολεκτικά ξεσαλώσει τώρα που το κράτος αυτό είναι κι επισήμως αριστερό- να μην αναφέρονται ποτέ στον εντελώς αστείο ελληνικό ψευτοκαπιταλισμό του κρατικοδίαιτου επιχειρείν, των κονέ με το κράτος, της διαφθοράς και των σκανδάλων. O Μαξ Βέμπερ (που αποκαλούσε τον καθεαυτό, τον δυτικό καπιταλισμό ως «έλλογο» ή «αστικό» καπιταλισμό) μιλούσε, στην περίπτωση, προκαπιταλιστικών ή ημικαπιταλιστικών μορφωμάτων του μη δυτικού κόσμου, για «πολιτικά προσδιορισμένο καπιταλισμό»[16], εννοώντας με αυτήν την έννοια ένα οικονομικό σύστημα εντός του οποίου τα οικονομικά υποκείμενα δε βασίζουν την πλουτοθηρία τους στις κινήσεις της αγοράς, αλλά χρησιμοποιούν πολιτικά -δηλαδή εξωοικονομικά- μέσα για να επιβάλουν τη βούλησή τους αλλά και να επωφεληθούν, δημιουργώντας προνομιακές συνθήκες για τη δραστηριότητα και τις επενδύσεις τους. Με άλλα λόγια: Έχεις κονέ με το κράτος και παίρνεις δουλειές. Αυτό που παραδοσιακά γίνεται στην Ελλάδα.

Το εν λόγω φαινόμενο καταδεικνύει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την ανικανότητα της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας -η οποία, ως εκ τούτου, δεν έχει χαρακτήρα αστικό και καπιταλιστικό- να ενεργήσει ως γνήσιο οικονομικό υποκείμενο και να προσπαθήσει να πλουτίσει κυρίως με καθαρά οικονομικά μέσα, καινοτομώντας, παίρνοντας ρίσκα κ.λπ. Γι’ αυτό και ο μεταπρατισμός, όπως έχει σωστά αναλυθεί από τους διαυγέστερους των νεοελλήνων μαρξιστών, συνιστά δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής νοοτροπίας. Όχι όμως μόνο σε οικονομικό επίπεδο, μα και σε πολιτικό. Ο νεοέλλην ολιγάρχης δεν είναι μεταπράτης μόνο στην οικονομία, όπου -στην καλύτερη περίπτωση- συνήθως συνιστά εισαγωγέα ξένων βιομηχανικών αγαθών –είναι και πολιτικός μεταπράτης, εφόσον αυτό στο οποίο από καταβολής νεοελληνικού κράτους (και στην πραγματικότητα ήδη από την περίοδο της Επανάστασης) διαπρέπει είναι η πώληση εκδούλευσης στον εκάστοτε ξένο τοποτηρητή. Όπως ωραία το έθεταν οι Α. Λουριώτης και Ι. Ορλάνδος (μέλη της αντιπροσωπείας που είχε σταλεί στο Λονδίνο για να διαπραγματευτεί το πρώτο επαναστατικό δάνειο, τον Ιανουάριο του 1824), «αφού η Ελλάς στερωθή εσωτερικώς και ενδυναμωθεί όσον χρειάζεται, εμπορεί να γίνει ώριμος σκέψις εις ποίαν από τας ευρωπαϊκάς δυνάμεις μας συμφέρει περισσότερον να προσκολληθώμεν»[17]. Αυτή η λογική επιβιώνει άθικτη μέχρι σήμερα: από τους κοτζαμπάσηδες που ήταν «μπροστινοί» (κατά τη σημερινή ορολογία της «νύχτας») των Οθωμανών και τους εκπροσώπους των περίφημων «εθνικών» κομμάτων (Αγγλικό, Γαλλικό, Ρώσικο) μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθεί να βρει λιγότερο απαιτητικούς προστάτες απ’ τους Γερμανούς στο πρόσωπο των Αμερικανών ή ακόμα και των Ρώσων (μέσω του ανεκδιήγητου Κοτζιά).

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο κι επ’ ουδενί έχει απλώς να κάνει με την ύπαρξη ενός υπερτροφικού κράτους, δυσλειτουργικού κι ανοργάνωτου, που πνίγει τη σπαργώσα τάση της κοινωνίας προς την οικονομική καινοτομία. Η οικονομική δημιουργικότητα, ως κομμάτι του καπιταλιστικού φαντασιακού, συνιστά γέννημα κοινωνιών σε μεγάλο βαθμό χειραφετημένων, εντός των οποίων οι άνθρωποι επιζητούν από μόνοι τους νέους τρόπους πλουτισμού και δεν αρκούνται στην είσπραξη προσόδου ή στο εμπόριο. Κάτι που δεν ίσχυσε ποτέ στην Ελλάδα.

γ) Οι άεργοι σφουγγοκωλάριοι του νεοφιλελευθερισμού

Άντε τώρα να τα εξηγήσεις αυτά στους αντικρατιστές σταυροφόρους… Άντε να τους φέρεις το παράδειγμα της μετακομουνιστικής Ρωσίας (άλλης μιας χώρας δίχως καπιταλιστική παράδοση και ισχυρή αστική τάξη), τότε που η αυτοκατάργηση του κράτους (υπό τις ευλογίες μεγάλων νεοφιλελεύθερων φωστήρων της εποχής) όχι μόνο δεν έδωσε ώθηση στην άνθιση της οικονομικής δημιουργικότητας από πλευράς ιδιωτικού τομέα, αλλά έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις του πουτινισμού, εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι συνέβη επί Μπρέζνιεφ το καθεστώς κλεπτοκρατίας απ’ το οποίο αναδύθηκαν οι λεγόμενοι ολιγάρχες[18]. Μπορεί στην Ελλάδα να μην έχουμε φτάσει σε ανάλογα επίπεδα, καθώς, αφενός, δε βιώσαμε ποτέ συνθήκες τέτοιας ολικής κοινωνικής κατάρρευσης και, αφετέρου, δεν αναπτύχθηκε ποτέ ένα τόσο ισχυρό εγκληματικό δίκτυο (σαν τη ρώσικη μαφία), ικανό ν’ αμφισβητεί ανοιχτά την κυριαρχία του κράτους, όπως συμβαίνει στη Νότιο Ιταλία αλλά και σε άλλες περιοχές με παράδοση στο ευρείας κλίμακας οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο, η παράνομη οικονομία και το έγκλημα (λαθρεμπόριο, ναρκωτικά κι εμπόριο λευκής σάρκας, πώληση προστασίας, έλεγχος του ποδοσφαίρου κ.λπ.) συνιστούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, εφόσον εκφράζουν τη λογική προέκταση του προσοδοθηρικού και παρασιτικού μοντέλου της νεοελληνικής οικονομικής συμπεριφοράς όπως επίσης και την έλλειψη σοβαρής κρατικής οργάνωσης που χαρακτηρίζει τη χώρα. Εδώ μας πιάνει πλέον ανατριχίλα, καθώς το να μας κουνά το δάχτυλο ένας Φ. Γεωργελές, τολμούμε να πούμε ότι είναι κομματάκι υπερβολικό. Δηλαδή να μας κάνει μάθημα παραγωγικών οικονομικών ο κατεξοχήν συνειδητός, στρατευμένος και διακηρυγμένος εκπρόσωπος της πιο παρασιτικής και σπάταλης από τις παρασιτικές ανθρώπινες δραστηριότητες -της κατανάλωσης; Ο αρχισυντάκτης του εντύπου που, δίπλα στο άρθρο του που παραθέσαμε παραπάνω, σου βγάζει ρεπορτάζ για τους παλλόμενους γλουτούς της Λιζ Χάρλεϊ[19]; Ο άνθρωπος που βγάζει λεφτά αποκλειστικά και μόνο από τη διαφημιστική δαπάνη, δίχως να παράγει απολύτως τίποτε;

Θα πρέπει άλλωστε να είναι σαφές πως το επιχείρημα που χρεώνει όλες τις κακοδαιμονίες της ελληνικής οικονομίας στην κακοδιοίκηση του δημοσίου και στην ανικανότητα κράτους και πολιτικού προσωπικού συνιστά -είτε το γνωρίζουν οι υποστηρικτές του είτε όχι- το κυριλέ κι εκλεπτυσμένο περίβλημα της πιο ωμής νεοφιλελεύθερης λογικής. Πρόκειται για τη λογική που βρίσκεται πίσω από τα διαδοχικά μνημόνια και υποστηρίζει πως ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες μιας μελλοντικής αύξησης της περίφημης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η συμπίεση του μισθολογικού κόστος. Γιατί -σου λένε-, αν μειωθούν οι μισθοί, θα μειωθεί το κόστος της παραγωγής κι έτσι τα ελληνικά εξαγωγικά προϊόντα θα γίνουν πιο φθηνά και πιο ανταγωνιστικά. Κι έτσι θα μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα, αφού θ’ αυξηθούν οι εξαγωγές, ενώ παράλληλα θα προσελκύσουμε και πλήθος ξένων κεφαλαίων, που θα έρθουν να επενδύσουν στο νέο Ελ Ντοράντο[20]. Εκτός του ότι αυτές οι λογικές βασίζονται σε πλήρη αγνόηση των εμπειρικών δεδομένων[21], αναπαράγουν τη γνωστή νεοφιλελεύθερη εμμονή: Η «αγορά» είναι πάντοτε ικανή να μεγαλουργήσει, αρκεί να αφαιρεθούν τα εξωγενή προς αυτήν εμπόδια που την κρατούν δέσμια -το υπερτροφικό κράτος, οι διεκδικήσεις των εργαζόμενων κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση δεν αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα στην ίδια τη μηχανή αυτής της «αγοράς» και γι’ αυτό η οικονομία δεν παίρνει μπρος… Εξάγει μήπως η ελληνική οικονομία τίποτε βιομηχανικά και καταναλωτικά αγαθά ικανά ν’ ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα δυτικά και ιαπωνοκορεατικά ή έστω τα κινεζικά;

Με τέτοια μυαλά δεν είναι ν’ απορεί κανείς που τα πουλέν του Φ. Γεωργελέ κάθονται και συντάσσουν «ύμνους στον ιδιωτικό υπάλληλο» για τα δεινά του οποίου δεν φταίει πρωταρχικά το αφεντικό του, που επωφελείται των Μνημονίων για να τον μετατρέψει σε κανονικό σκλάβο, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν καταφέρνει να τον προστατέψει[22]! Δηλαδή ο ιδιωτικός τομέας δεν ενεργεί μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι απλό παίγνιο των συνθηκών. Άμα είναι έτσι όμως, να τον καταργήσουμε εντελώς, εφόσον είναι εξ ορισμού ανίκανος να παράγει έστω και την ελάχιστη ανάπτυξη –γιατί αυτός είναι ο επίσημος και διακηρυγμένος ρόλος του στα πλαίσια του σημερινού καθεστώτος.

oi-kalontumenoi-diadilwtes-pou-kateklusan-ta-propulaia_8.w_l

[1] Από το άρθρο του με τίτλο «Θέλουμε Ελλάδα ευρωπαϊκή ή τριτοκοσμική;», Τα Νέα, 06/06/2015.

[2] Για το μπλοκ αυτό βλ. το κείμενό μας «Το τέλος της Μεταπολίτευσης; Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού», ειδικά το κομμάτι «Οι νέοι Φιλελεύθεροι και ο ιδεολογικός τους ρόλος», Πρόταγμα τ. 6, Δεκέμβριος 2013.

[3] Όπως πιστεύουν, εντελώς λανθασμένα, διάφοροι εθνοπατριωτικοί αντιμνημονιακοί κύκλοι, προκειμένου να κλείσουν τα μάτια απέναντι στα αδιέξοδα του αντιμνημονιακού πατριωτισμού.

[4] Βλ. σχετικά το άρθρο του Δ. Ψαρρά, «Η “αριστερή” και η “δεξιά” δραχμή», Εφ Συν, 14/9/2015.

[5]  Φ. Γεωργελές, «Edito 529», Athens Voice, τ. 529, 3/6/2015.

[6] Κ. Λεφόρ, «Τι είναι γραφειοκρατία;» (1960), Τι είναι γραφειοκρατία;, μτφρ. Β. Τομανάς, Εκδοτική Ομάδα, Θεσ/νίκη, 1985, σ. 16.

[7] Για τον αστό, ως ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος δημιούργησε κι ενσάρκωσε αυτόν τον αστικό πολιτισμό, βλ. το κλασικό έργο του Β. Ζόμπαρτ, Ο Αστός. Πνευματικές προϋποθέσεις και ιστορική πορεία του δυτικού καπιταλισμού (1913 –μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Αθήνα, Νεφέλη, 1998), όπως επίσης και τη μελέτη του Ντ. Μπελ, Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης (1976 –μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Νεφέλη, 1999).

[8] Βλ. π.χ. το κεφάλαιο «Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός και η εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία» του έργου του Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, Πόλις, 2004.

[9] Σχετικά με τις εγγενείς δυσκολίες περάσματος της ελληνικής βιοτεχνίας στο καθεαυτό βιομηχανικό στάδιο, βλ. το βιβλίο του Στ. Τσοτσoρού, Η συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα 1898-1939. Η αργόσυρτη εκβιομηχάνιση (Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1993), που παραθέτει πλήθος αριθμών και στατιστικών στοιχείων τα οποία δίνουν πειστικά το πορτραίτο της ελληνικής οικονομίας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Η ανικανότητα του πατέρα του Εμπειρίκου να φτιάξει την υψικάμινο που σχεδίαζε κατά τη δεκαετία του ’30, προκειμένου να περάσει από τον εφοπλιστικό στον βιομηχανικό τομέα δείχνει, εν είδει ανεκδότου, τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού «καπιταλισμού».

[10] Οι αναλύσεις του Κωστή Παπαγιώργη επί του ζητήματος αυτού είναι αξεπέραστες. Βλ. τα τρία βιβλία του τα αφιερωμένα στο ’21: Κανέλλος Δεληγιάνης (2002), Τα καπάκια. Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος (2003) και Εμανουήλ Ξάνθος (2005).

[11] Όπως θριαμβολογούσαν πριν λίγα χρόνια διάφοροι μετέπειτα θερμοί μνημονιολάτρες σαν τον Γ. Βούλγαρη, που είδαμε προηγουμένως –βλ. το βιβλίο του Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, Πόλις, 2008.

[12] Σε πρόσφατη έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης παρατηρεί πως, «με μόνο 8,5% της οικονομίας της να αφιερώνεται στη βιομηχανική παραγωγή, η Ελλάδα είναι η λιγότερο βιομηχανοποιημένη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης (εκτός από το Λουξεμβούργο). Επιπλέον, η όποια βιομηχανία της σχετίζεται κυρίως με την επεξεργασία τροφίμων, το πετρέλαιο και την επεξεργασία βασικών μετάλλων. Αντίθετα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες συνεργάζεται η ΕΤΑΑ (κυρίως τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης), αναπτύσσεται βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, η οποία έχει ενταχθεί στην γερμανική αλυσίδα εφοδιασμού» (βλ. «Έκθεση της EBRD: Η Ελλάδα πάσχει από “ισχνή” βιομηχανία και διογκωμένο δημόσιο τομέα», in.gr, 17/9/2014).

[13] Βλ. σχετικά J.-L. Margolin, Singapour 1959-1987. Genèse d’un nouveau pays industriel [Η Σιγκαπούρη μεταξύ 1959 και 1987: η γέννηση μιας νέας βιομηχανικής χώρας], Παρίσι, L’Harmattan, 1989, σ. 22, 19.

[14] Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισαγωγές εμπορευμάτων μεταξύ 2004 και 2008 ανήλθαν από 37.434,1 σε 62.130,2 εκατ. Ευρώ (όταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας κινούνταν σταθερά γύρω στα 32 με 33 τρις) για ν’ αρχίσουν να πέφτουν σταδιακά από το 2009 και το 2014 ν’ ανέρχονται πλέον σε 39.023,8 εκατομμύρια. (Για όλα τα σχετικά στοιχεία, βλ. την επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/Statistics/externalsector/balance/commercial.aspx αλλά και τους αντίστοιχους πίνακες που αναδημοσιεύει μπλογκ http://mitarola.blogspot.gr/2013/07/14.html).

[15] Ο. Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Αθήνα, Ύψιλον, 1980, σ. 23.

[16] M. Weber, «Εισαγωγή», Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφρ. Μ. Κυπραίος, Αθήνα, Gutenberg, 2000, σ. 22.

[17] Παρατίθεται από τον Κ. Παπαγιώργη, Κανέλλος Δεληγιάννης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2001, σ. 309.

[18] Με την ανθηρότατη ρωσική μαφία να ελέγχει το 40% της οικονομίας της χώρας σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, «ποσοστό που σε ορισμένους τομείς της οικονομίας αυξάνεται ακόμα περισσότερο» (Louise I. Shelley, “The Price Tag of Russia’s Organized Crime” [«Το κόστος του οργανωμένου εγκλήματος στη Ρωσία»], Transition. The Newsletter about Reforming Economies, Φεβρουάριος 1997, σ. 7).

[19] «Η Λιζ Χάρλεϊ κάνει pole dancing και το Ιnstagram παθαίνει ντελίριο», athensvoice.gr, 3/6/2015.

[20] Στην πραγματικότητα η μείωση των μισθών έχει το αντίθετο αποτέλεσμα! Η μείωση της εσωτερικής ζήτησης αγαθών προκαλεί διατήρηση των ίδιων τιμών επί των προϊόντων που θα εξαχθούν προκειμένου να αντισταθμιστεί η απώλεια κερδών και, κυρίως, κλείσιμο επιχειρήσεων, δηλαδή αποεπένδυση, η οποία μειώνει την παραγωγή και άρα τον συνολικό όγκο των εξαγωγών. Η εξέλιξη αυτή επιφέρει, με τη σειρά της, μείωση της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας προϊόντων, δηλαδή σπάνη, άρα αύξηση της τιμής τους και ούτω καθ’ εξής. Όλα αυτά αποτελούν, προφανώς, στοιχειώδεις οικονομικούς συλλογισμούς, αλλά μάλλον οι νεοφιλελεύθεροι εγκέφαλοι των κρασάρουν εύκολα…

[21] Βλ. σχετικά τα στοιχεία που παραθέτουν οι Γ. Δαφέρμος και Μ. Νικολαΐδη στο άρθρο τους «Πώς μπορεί να βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας;», Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΣΕ, Κείμενα Πολιτικής/5, Δεκέμβριος 2012 (διαθέσιμο εδώ: http://www.inegsee.gr/wp-content/uploads/2014/04/files/policy-brief-5.pdf). Βλ. ειδικά το Διάγραμμα 1, όπου συγκρίνονται οι πορείες, αφενός, του λόγου εισαγωγών-εξαγωγών και, αφ’ ετέρου, του μοναδιαίου κόστους εργασίας.

[22] Βλ. το κείμενο της Λ. Παπαδάκη, «Ύμνος στον ιδιωτικό υπάλληλο», http://m.athensvoice.gr/index.php?r=site%2Fpage&view=article&id=98785&cat=politics. Φυσικά στο σάιτ της Athens Voice τα περισσότερα σχόλια αναγνωστών εξυμνούν το κείμενο. Τα σχόλια των αναγνωστών του αθλητικού –κι ως εκ τούτου λαϊκού και μη χίπστερ- Gazzetta.gr, κατά την αναδημοσίευση του άρθρου, είναι πολύ πιο σωστά κι επικριτικά (http://www.gazzetta.gr/plus/article/753712/umnos-ston-idiotiko-ypallilo).

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

5 Responses to Ελλάς – Ευρώπη – Φιλελευθερισμός…

  1. Παράθεμα: Ελλάς – Ευρώπη – Φιλελευθερισμός… | agelikifotinou

  2. Ο/Η F!âneur λέει:

    Γεια χαρά,
    Αν και θα αναζητήσω το νέο τεύχος για να διαβάσω ολόκληρο το κείμενο καθώς και τα υπόλοιπα, θα ήθελα να κάνω μια ερώτηση. Μπορεί να γίνεται κακός η δαιμονοποίηση του δημόσιου τομέα και του κράτους. Όμως, δεν θα πρέπει να υπάρχει ένα σταθερό, ευνοϊκό και πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα, χωρίς όλους αυτούς τους δυσβάστακτους φόρους για τον ελεύθερο επαγγελματία, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται αυτή η παραγωγικότητα που λείπει από την οικονομία και οι επενδύσεις από την κατανάλωση να στραφούν σε πιο δημιουργικούς κλάδους;
    Ευχαριστώ.

    • Ο/Η protagma λέει:

      Για το «καλό του καπιταλισμού», Ναι, έτσι θα έπρεπε να γίνει. Ελα μου ντε που ο ίδιος ο καπιταλισμός είναι στημένος σήμερα στον τζόγο, τα χρηματιστηριακά καζίνο και τις φούσκες. Χώρια την ανυπαρξία του ανθρωπολογικού τύπου του «ορθολογιστή καπιταλιστή». Αυτά λέμε, και αυτά ακριβώς κάνουν πως δε βλέπουν οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι και αρθρογράφοι. Για ρίξε π.χ. μια ματιά, τι απέγινε η περιβόητη ποσοτική χαλάρωση του Ντράγκι και αν επενδύθηκε εκ νέου σε τοξικά «χαρτιά». τι να λέμε…

      Το θέμα για εμάς είναι ότι λόγω της πλήρους αδυναμίας υποστήριξης σοβαρών κινημάτων, το πράγμα οδηγείται σε εντελώς νεοφιλελεύθερα μονοπάτια, ασχέτως αν και αυτά πολύ δύσκολα θα επιφέρουν κάποιου είδους ισορροπία λόγω των παραπάνω λόγων.

      Μήτσος.

  3. Ο/Η blackboy1955 λέει:

    έχουμε παραδώσει τα κλειδιά της χώρας. Τη μετέτρεψαν σε νομαρχία. Ακόμα χειρότερα. Σε επιχείρηση με έσοδα έξοδα.
    Περιμένουν ανάπτυξη μέσα από δάνεια. Ποιος τρελός θα δανεισθεί μετά απ’ ό,τι έγινε τα τελευταία 6 χρόνια.
    Το ελάχιστο για να καταπολεμηθεί η ανεργία είναι η κυβέρνηση με το ένα χέρι να ρίχνει φρεσκοτυπωμένο χρήμα στην αγορά (δημόσιες επενδύσεις) και με το άλλο να φορολογεί όταν φαίνεται να ανεβαίνει ο πληθωρισμός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s