Το Μπρέξιτ απο ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά

  1. Η πολιτική και ανθρωπολογική διάσταση του προβλήματος

Η περιφρόνηση των σύγχρονων ολιγαρχιών για τον λαό

Πριν το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία ο μέγας πολιτικός ανήρ, Ντόναλντ Τουσκ είχε δηλώσει απερίφραστα και κατηγορηματικό ότι «πιθανό Μπρέξιτ θα σηματοδοτούσε το τέλος του δυτικού πολιτικού πολιτισμού». Φαίνεται λοιπόν ότι ορισμένοι ομοϊδεάτες του πήραν στα σοβαρά τούτον τον χρησμό και τελούν εδώ και λίγες εβδομάδες εν πλήρη πανικώ. Δεν εξηγούνται αλλιώς τα όσα απίστευτα ακούμε και διαβάζουμε αυτές τις μέρες σχετικά με τους ψηφοφόρους που τάχθηκαν υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. Και τι δεν ακούσαμε: τι για «γερο ηλίθιους, ρατσιστές και ξενόφοβους», τι για «εγωιστές και άμυαλους ηλίθιους», τι για «νίκη των μπαχαλάκηδων και των ηλίθιων αριστεριστών, των φασισταριών και των μεθυσμένων χούλιγκανς, των αναλφάβητων επαναστατών και των νεοεθνικιστών που βρωμάνε ιδρωτίλα και έχουν κάτι μέτωπα σαν βόδια».

Τα ίδια όμως δεν ακούγαμε και πριν ένα χρόνο από τους εκπροσώπους  του εγχώριου νεο-φιλελέ-«Μένουμε Ευρώπη»-και-δε-συμμαζεύεται τόξου σχετικά με τους υποστηρικτές του «ΟΧΙ» στο δικό μας δημοψήφισμα; Βλέπουμε για ακόμη μια φορά όχι μόνο την απέχθεια και συνάμα τον φόβο των σημερινών ψευτο-φιλελεύθερων απέναντι σε πρακτικές όχι απαραίτητα δημοκρατικές μα με αδιαμφισβήτητα δημοκρατικές δυνατότητες όπως το δημοψήφισμα, αλλά και τη βαθειά τους περιφρόνηση για τις σημερινές λαϊκές τάξεις, οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι ένα συνοθύλευμα «βλάχων», «ρατσιστών», «αντιδραστικών» και «μικροαστών». Σε ό,τι αφορά δε στους τεχνοκράτες της Ε.Ε., είναι γνωστή η παράδοση επιδεικτικής αγνόησης της λαϊκής ετυμηγορίας, όποτε αυτή δεν συμβαδίζει με τις βλέψεις και τα σχέδιά τους –όπως συνέβη σε προηγούμενες περιπτώσεις δημοψηφισμάτων (στη Δανία, τη Γαλλία κ.λπ.).

Ο Κρίστοφερ Λας είχε εδώ και δεκαετίες αναλύσει τη ριζική αποκοπή των σύγχρονων ολιγαρχιών από το κοινωνικό σώμα προτείνοντας την περίφημη ιδέα της «εξέγερσης των ελίτ». Κι είχε σωστά εντοπίσει τις ρίζες αυτής της εξέλιξης όχι μόνο στην εμπέδωση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας μα και στην αριστερίστικη ιδεολογία της δεκαετίας του ’60, η οποία ουσιαστικά προετοίμασε το έδαφος για την πλήρη κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Διόλου τυχαίο που αυτός ο μεταμοντέρνος αριστερισμός, εμμονικά «αντιρατσιστικός» και «αντισεξιστικός», έχει μάθει να βλέπει την κοινωνία ως έναν «βόθρο» ή «εμετό» και τις λαϊκές τάξεις ως «σκουλήκια μικροαστούς» (για να παραθέσουμε μόνο τρεις από τις πολύ χαρακτηριστικές εκφράσεις με τις οποίες ορισμένες ομάδες του ελληνικού αναρχικού Χώρου χρησιμοποιούν όταν αναφέρονται στην ελληνική κοινωνία). Όπως έχουμε προσπαθήσει να δείξουμε, αυτή η εστέτ περιφρόνηση για το κοινωνικό σώμα (τον περίφημο «εθνικό κορμό» των μεταμοντέρνων αριστεριστών) συνιστά την βαθύτερη ουσία του «χιπστερισμού», δηλαδή της πολιτιστικής ευαισθησίας των σύγχρονων ολιγαρχιών.

Η νέα κοινωνική γεωγραφία των δυτικών χωρών

Βασική ιδεολογία αυτών των ολιγαρχιών, που, ως προερχόμενες από την πολιτιστική επανάσταση των κινημάτων του ’60 και του ’70, δεν είναι πλέον συντηρητικές και «αντιδραστικές», είναι ο πολιτιστικός φιλελευθερισμός -δηλαδή η αντίθεση σε κάθε είδους όριο και περιορισμό στις επιλογές και την ελευθερία κινήσεων του ατόμου. Βασική συνιστώσα τούτης της πολιτιστικής ευαισθησίας είναι η αποθέωση της ελευθερίας μετακίνησης -ανθρώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων. Αν οι τόσοι και τόσοι από τους σημερινούς «σταρς» και λοιπούς μεγαλοκαλλιτέχνες συγκινούνται τόσο με το δράμα των προσφύγων, είναι ακριβώς επειδή βλέπουν σ’ αυτούς -μέσα στην εστέτ και μπλαζέ τους αφέλεια- το ίδιο στοιχείο εκρίζωσης και νομαδισμού που χαρακτηρίζει και τους ίδιους (παραβλέποντας, φυσικά, πως στη δική τους περίπτωση τούτη η κατάσταση συνιστά ηθελημένη και δίχως το παραμικρό κόστος επιλογή). Λογικό είναι, λοιπόν, όποιος δεν ενθουσιάζεται από αυτόν τον αφελή ψευτο-κοσμοπολιτισμό να κατακεραυνώνεται ως «ρατσιστής» και «φασίστας».

Κι αν εμείς, με τη σειρά μας, δίνουμε τόση σημασία σε τούτες τις φαινομενικά εντελώς δευτερεύουσες εξελίξεις και πολιτιστικές διακρίσεις, είναι γιατί, παρά τα φαινόμενα, στην πραγματικότητα φτάνουν μέχρι και να διαμορφώνουν τη νέα κοινωνική γεωγραφία της Δύσης: από τη μια μεριά, λοιπόν, έχουμε τις δυτικές μητροπόλεις που τείνουν όλες τους να αρνούνται τα τοπικά και λαϊκά στοιχεία τους και να μετατρέπονται σε global cities, μιας και συγκεντρώνουν τη νέα αυτή «κοσμοπολίτικη», υπερεθνική και εκριζωμένη ολιγαρχία που βασίζει την οικονομική της ισχύ στην παγκοσμιοποίηση· και από την αλλη έχουμε τις διάφορες «βαθιές» ενδοχώρες -κατά το πρότυπο της «Βαθιάς Αμερικής»- στις οποίες συγκεντρώνονται οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης, οι «περιφερειακοί» πληθυσμοί του Κριστόφ Γκιλουί, δηλαδή η ταξικώς ξεπεσμένη -εξ αιτίας της αποβιομηχανοποίησης- εργατική τάξη και τα λαϊκά και πρώην μεσαία στρώματα που εγκαταλείπουν τις μεγαλουπόλεις μιας και δεν μπορούν πλέον να τα βγάλουν πέρα από οικονομικής άποψης[2]. Όλο και περισσότερο, οι δυτικές μητροπόλεις συνιστούν πλέον μεγαλουπόλεις δίχως λαό, μιας και οι πολιτικές του πολεοδομικού εξευγενισμού (gentrification) δημιουργούν ένα είδος αποστειρωμένης πόλης-λούνα παρκ πολιτιστικής διασκέδασης για τις σημερινές «εναλλακτικές» κι «εκλεπτυσμένες» ολιγαρχίες. Το μόνο λαϊκό στοιχείο που επιβιώνει εντός τους (ή, ορθότερα, στην «προαστιακή» τους περιφέρεια) είναι οι μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό προσωπικό των ολιγαρχιών (μικροτεχνίτες, νταντάδες, καθαρίστριες, ιδιοκτήτες εστιατορίων, ψιλικατζήδικων κ.λπ.). Και μιας και το σύνολο σχεδόν των σημερινών «μορφωμένων» και «λόγιων» τάξεων ανήκει, πολιτιστικά, στην ολιγαρχία και τον κόσμο των «μητροπόλεων», το σύνολο της πολιτιστικής παραγωγής, σε ό,τι έχει να κάνει με την αναπαράσταση της κοινωνίας, αναπαράγει αυτήν την εικόνα, με αποτέλεσμα να καταδικάζει τη Βαθιά Ενδοχώρα στην αφάνεια, παρουσιάζοντάς την, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα βούρκο ακινησίας, έλλειψης καλλιέργειας και πολιτιστικής οπισθοδρόμησης. Το μόνο, αντίθετα, που αναγνωρίζεται πλέον ως λαός μέσα στις δυτικές χώρες είναι είτε οι μετανάστες είτε λούμπεν στρώματα της λεγόμενης υποτάξης (underclass).

Μαζί με τις ΗΠΑ η Βρετανία συνιστά το αποκορύφωμα της αποκρυστάλλωσης αυτών των τάσεων. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αρχικά της Θάτσερ κι εν συνεχεία των Νέων Εργατικών, διέλυσαν την εργατική τάξη, καταστρέφοντας ολόκληρο τον ανθρωπολογικό ιστό ενός μεγάλου μέρους του λαϊκού κόσμου, όχι μόνο των μεγάλων πόλεων μα και των μικρομεσαίων βιομηχανικών πόλεων της περιφέρειας. Ταυτόχρονα, η πλήρης διασύνδεση της χώρας με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία μετέτρεψε τις μεγάλες πόλεις σε προπύργια του νέου, κυρίαρχου πολιτιστικού ήθους, με τον τόνο να δίνουν τα στελέχη του Σίτι του Λονδίνου και της σόουμπιζ (τηλεοπτικές περσόνες και μεγαλοαθλητές, μεγαλοκαλλιτέχνες και εργαζόμενοι στον χώρο των ΜΜΕ και του θεάματος), οι καραβιές των ξένων φοιτητών και εκκολαπτόμενων στελεχών επιχειρήσεων κι οι μετανάστες από τις πρώην αποικίες που έρχονται στα μεγάλα αστικά κέντρα σε αναζήτηση εργασίας. Πρόκειται ακριβώς για τον κόσμο που ψήφισε υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε. –μαζί με όσους γοητεύονται από αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως οι νέοι που ψηφισαν μαζικά υπέρ της παραμονής-, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουν όλοι τους τη βασική της αρχή ως θεμέλιο της ύπαρξής του: ελευθερία μετακίνησης ανθρώπων κι εμπορευμάτων. Μπροστά στη θεσμική κατοχύρωση τούτου του θεμελιώδους για την ανθρωπολογική συγκρότηση αυτών των στρωμάτων νομαδισμού, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Ο πολιτιστικός εμφύλιος και η άνοδος της Ακροδεξιάς

Και στην αντίπερα όχθη, ο κόσμος που ψήφισε υπέρ της εξόδου ήταν η περιφέρεια, δηλαδή η αχανής επικράτεια των ξεχασμένων της παγκοσμιοποίησης, των λαϊκών αυτών στρωμάτων που φυτοζωούν πλέον μεταξύ ανεργίας και χρόνιας επισφάλειας. Ο χάρτης των αποτελεσμάτων είναι κάτι παραπάνω από ενδεικτικός. Αν εξαιρέσουμε την κατεχόμενη Ιρλανδία και τη Σκωτία, οι οποίες ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., καθώς παραδοσιακά την βλέπουν ως αντίβαρο στην αγγλική επικυριαρχία, στο εσωτερικό της τελευταίας (αλλά και της Ουαλίας), η κατάσταση είναι χαρακτηριστική: όλος ο χάρτης καλύπτεται από το χρώμα της Εξόδου με μόνες νησίδες Παραμονής το Λονδίνο με τα περίχωρά του και τις υπόλοιπες βασικές πόλεις. Η διάκριση ανάμεσα στις μητροπόλεις και την ενδοχώρα είναι κάθετη και ριζική και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρείται ως το βασικό ερμηνευτικό δεδομένο.

Ενθυμούμενοι, λοιπόν, έναν όρο που έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί στις ΗΠΑ για να περιγράψει τη σύγκρουση των νεολαιίστικων κινημάτων του ’60 και των αποτόκων τους με την παραδοσιακή αμερικανική ιδεολογία (της «ενήλικης» Αμερικής), θα λέγαμε πως συναντάμε εδώ τον πυρήνα αυτού του πολιτιστικού πολέμου (για cultural wars γίνεται λόγος στις ΗΠΑ) που μαίνεται, υπογείως, στο εσωτερικό κάθε δυτικής χώρας από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα. Τόσο το Μπρέξιτ όσο και η άνοδος του Τραμπ στις ΗΠΑ συνιστούν προσπάθειες απάντησης της βουβής Ενδοχώρας απέναντι στην πολιτική, οικονομική μα και πολιτιστική κυριαρχία που ασκούν οι εκριζωμένες παγκόσμιες μητροπόλεις επί των εκάστοτε εθνικών τους μετόπισθεν. Και το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε, σε μεγάλο βαθμό, για τη σταθερή άνοδο της Ακροδεξιάς και του δεξιού λαϊκισμού μέσα στον δυτικό κόσμο, μιας κι η εν λόγω άνοδος χαρακτηρίζεται από μια θεμελιωδώς πολιτιστική διάσταση.

Αυτή η διαπίστωση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τον ρόλο που παίζει το μεταναστευτικό ζήτημα στην ατζέντα του σύγχρονου λαϊκισμού, ο οποίος, όπως βλέπουμε, θα πρέπει να θεωρείται ως η άναρθρη κραυγή της περιφερειακής Βαθιάς Ενδοχώρας. Μακράν του να είναι απαραιτήτως ρατσιστές και ξενοφοβικοί, οι κάτοικοί της έχουν διαισθητικά αντιληφθεί την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο φιλομεταναστευτισμός για τα πολιτιστικά ήθη της μητροπολιτικής ολιγαρχίας κι έτσι βρίσκουν στον αντιμεταναστευτισμό ένα ακόμα μέσο για την έκφραση της αντίθεσής του προς αυτήν. Διότι, φυσικά, υπάρχουν κι οι καθαρά υλικοί παράγοντες που εξηγούν τούτη την καχύποπτη στάση: αρχικά το γεγονός πως οι μετανάστες ρίχνουν τα μεροκάματα αλλά και αντικαθιστούν, σε ορισμένες περιπτώσεις (λόγω της αποβιομηχανοποίησης των δυτικών οικονομιών), τον γηγενή πληθυσμό όπως επίσης κι η διαπίστωση πως, όντας εγγύτερα στα κέντρα της παγκόσμιας οικονομίας οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί έχουν συχνά δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης που δεν έχουν οι ξεχασμένοι περιφερειακοί. Προφανώς και η ερμηνεία του φαινομένου δε σημαίνει απαραιτήτως και δικαιολόγησή του. Είναι όμως απαραίτητο να ξεκαθαρίζονται κάποια πράγματα, προκειμένου να ξέρουμε, κάθε φορά, τι έχουμε πραγματικά ν’ αντιμετωπίσουμε, δίχως να παρασυρόμαστε από αντιρατσιστικά παραληρήματα.

Το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο

Διότι, κατά τα άλλα, τέτοιες αντιλήψεις συνιστούν δείγμα του σημερινού αδιεξόδου: από τη μια μεριά οι κοντόθωρες και αδιέξοδες πολιτικές των δυτικών ολιγαρχιών αλλά και η γενικότερη κοινωνική και οικονομική εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών, που οδηγεί σ’ ένα είδος εξοστρακισμού των λαϊκών στρωμάτων χάριν της κυριαρχίας των «χίπστερ» μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων· και από την άλλη ένας λαός απογοητευμένος και θυμωμένος, παραιτημένος όμως και ανίκανος να κινητοποιηθεί, που αφήνεται να άγεται και να φέρεται από απατεώνες λαϊκιστές διάττοντες αστέρες (όπως οι Φαράτζ και Τζόνσον στην Αγγλία) οι οποίοι προσπαθούν να βγουν στον αφρό της Ιστορίας. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε η πλευρά του Leave στην Αγγλία είναι χαρακτηριστικός: ψεύτικα στοιχεία, προσπάθεια δημιουργίας αντιμεταναστευτικής υστερίας (με επιχειρήματα του τύπου «θα μπει η Τουρκία στην ΕΕ και θα γεμίσουμε με 76 εκατομύρια μουσουλμάνους»), συνωμοσιολογικά σενάρια για τον δήθεν «ύποπτο» ρόλο των στυλό που πρόσφεραν τα εκλογικά κέντρα και άκρατος λαϊκισμός κάθε είδους από δύο γελοίες προσωπικότητες που προσπάθησαν να γίνουν ηγέτες του κινήματος (Φαράτζ και Τζόνσον). Στο πλαίσιο αυτό όσοι στήριξαν την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. το έκαναν όχι απλώς ως αντίδραση στην άρχουσα ολιγαρχία αλλά ως αντίδραση εντελώς τυφλή και συναισθηματική. Ίσως να μην είναι υπερβολικά, υπό αυτήν την έννοια, ορισμένα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι μερίδα των οπαδών του Leave είναι πλέον πανικόβλητοι, καθώς δε φαντάζονταν ποτέ ότι η επιλογή τους θα κέρδιζε με αποτέλεσμα να έχουν τρομοκρατηθεί από τις επικείμενες συνέπειες του αποτελέσματος.

Άλλο πράγμα, δηλαδή, αυτό που αντικειμενικά μπορεί να σημαίνει μια τέτοια ψήφος και άλλο οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους την επέλεξαν οι ψηφοφόροι. Αδυνατούμε, ως εκ τούτου, να συμμεριστούμε τη χαρά διάφορων αριστερίστικων ή πατριωτικών κύκλων για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος -από πότε η τυφλή αντίδραση καθιερώνεται κι εγκωμιάζεται ως δείγμα πολιτικής ωριμότητας; Σίγουρα συνιστά ηθική ικανοποίηση να φαντάζεται κανείς τα ξυνισμένα μούτρα του Σόιμπλε ή των διάφορων χαρτογιακάδων τύπου Ντάιζελμπλουμ και Τουσκ κατά το άκουσμα των αποτελεσμάτων, ενώ επόμενο είναι η απέχθεια κάθε δημοκρατικώς σκεπτόμενου ανθρώπου για τη σύγχρονη ολιγαρχία να τον κάνει αυτομάτως να συμπαθεί κάθε αντίδραση των λαϊκών τάξεων απέναντι της, έστω κι αν πρόκειται για αντίδραση ανορθολογική -μέχρι εκεί όμως. Διότι οι πρώτες ενδείξεις δεν προμηνύουν τίποτε καλό: η γενικότερη στάση της Ε.Ε. («φύγετε το γρηγορότερο δυνατό») φανερώνει μάλλον ρεβανσισμό ενώ οι φήμες που κυκλοφορούν δείχνουν τον Σόιμπλε ακόμη πιο πεπεισμένο πως μόνο διά της οδού της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» θα ξεπεράσει η Ε.Ε. τα προβλήματά της. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων προς το παρόν ευνοεί μόνο τον δεξιό και ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό ο οποίος, με τη σειρά του, θα χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως φόβητρο από την ολιγαρχία των Βρυξελλών και του Βερολίνου με σκοπό την επιβολή ενός ακόμη πιο αντιδημοκρατικού πλαισίου. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, τα σενάρια περί ενός αριστερής κατεύθυνσης συνασπισμού των μεσογειακών χωρών υπό τις προτροπές Ρέντσι και Τσίπρα μόνο γέλιο προκαλούν.

 

  1. Τα γεωπολιτικά διακυβεύματα.

Το συμβολικό πλήγμα που το Μπρέξιτ επέφερε στην ιδεολογία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι καίριο. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτούμε πως, από ιστορικής άποψης, η Βρετανία θεωρείται ως η σημαντικότερη μήτρα της νεοφιλελεύθερης ψευδοϊδεολογίας (ως πατρίδα του κλασικού φιλελευθερισμού) αλλά και ως ένας από τους πιο δυναμικούς εκφραστές της στο πλαίσιο του σημερινού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αλλά το πλήγμα αυτό δε θα έχει καμία καθαρά θετική συνέπεια αν δεν ενσωματωθεί μέσα σ’ ένα γενικότερο πολιτικό πρόταγμα, προερχόμενο από τον λαό και κυρίως από τα κομμάτια εκείνα που υποφέρουν εδώ και χρόνια από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και, στην περίπτωση της Βρετανίας, στήριξαν μαζικά την έξοδο από την Ε.Ε. Είδαμε όμως ότι αυτά παραμένουν μέχρι σήμερα στο επίπεδο της ασαφούς ψήφου διαμαρτυρίας, ευνοώντας προς το παρόν τις δυνάμεις του δεξιού λαϊκισμού. Κατά συνέπεια, οι ανακατατάξεις στο στενά οικονομικό πλαίσιο δεν αναμένεται να είναι εξαιρετικά δυσμενέστερες για την Βρετανία, την Ε.Ε. και τον πλανήτη από αυτές που ήδη διαφαίνονταν από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και οι οποίες οφείλονται στα βαθύτερα, δομικά αδιέξοδα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, όπως προσπαθούμε να εξηγήσουμε αλλού[3]. Οι πραγματικοί κίνδυνοι λοιπόν δε φαίνεται να προέρχονται από τα καπρίτσια της «ελεύθερης αγοράς», τις κοντόθωρες μανούβρες των τεχνοκρατών και χαρτογιακάδων και την ανικανότητα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ολιγαρχίας, αλλά από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που το Μπρέξιτ συνεπάγεται.

Θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο σαφείς γίνεται: Η Ευρώπη αντιμετωπίζει κατά τη γνώμη μας έναν παράξενο συνδυασμό αδιεξόδων. Πρώτον, τον ανερχόμενο ρωσικό επεκτατισμό ο οποίος έχει δομηθεί πάνω σε μια νεοαυτοκρατορική βάση. Δεύτερον, τα ασταμάτητα κύματα μετανάστευσης που αποσταθεροποιούν βαθιά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, σε συνδυασμό με τη δημογραφική κρίση των γηγενών πληθυσμών που μεταβάλλει αθόρυβα την εθνική σύνθεση των ευρωπαϊκών κρατών. Σύστοιχος με αυτό είναι και ο ανερχόμενος ισλαμικός ριζοσπαστισμός που κατακτά σημαντικά κομμάτια των εντός Ευρώπης μουσουλμανικών πληθυσμών, ακόμα και όσων έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Τρίτον, τη χρηματοπιστωτική κρίση που μετεξελίσσεται σε μια διαδικασία καταστροφής των ίδιων των βάσεων της καπιταλιστικής οικονομίας και ροκανίζει την υπεροχή της Ευρώπης, και της Δύσης γενικότερα, από την άποψη των στρατιωτικών συσχετισμών ισχύος. Τέταρτον, την παταγώδη αποτυχία της Ε.Ε. να προβάλει ένα συνολικό πολιτικό πρόταγμα για το μέλλον των κρατών της ανατολικής και νοτιοδυτικής Ευρώπης, λύνοντας έτσι οριστικά το παλιό και τακτικά επανερχόμενο πρόβλημα του εγκλωβισμού τους μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων. Πέμπτον, την πλήρη κατάρρευση των ισσοροπιών που διαμορφώθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή -εξέλιξη μοναδικής ιστορικής σημασίας που είναι δύσκολο να αξιολογηθεί πλήρως αυτή τη στιγμή. Έκτο, την απαράμιλλη αδράνειά της, οφειλόμενη στο γεγονός πως δεν αποτελεί μια θετική πολιτική δομή: Δεν έχει κεντρικούς στρατηγικούς άξονες, δε διαθέτει ένα κέντρο λήψης αποφάσεων και κανένα ενιαίο στρατιωτικό μηχανισμό. Δεν είναι ικανή να αποτελέσει έναν σοβαρό γεωπολιτικό παράγοντα παρά μια συσσωμάτωση με αποφατικό πρόσημο, η οποία απλά συμβάλλει στο να αποφεύγονται τα χειρότερα τόσο εντός Ευρώπης όσο και στα σύνορά της. Έβδομο, την αδυναμία της να διαμορφώσει μια κεντρική ευρωπαϊκή ταυτότητα ικανή να της προσφέρει εκείνο τον βαθμό πολιτικής ενότητας και κυριαρχίας που έχουν πετύχει ιστορικά τα εθνικά κράτη, ακόμα και όσα εξ αυτών είναι οργανωμένα σε ομοσπονδιακή βάση (όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, λ.χ.). Όγδοο, τον πρωτοφανή πολιτικό λήθαργο μέσα στον οποίο είναι βυθισμένοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, αποτέλεσμα και της ανθρωπολογικής κρίσης του δυτικού ανθρώπου αλλά και της ιδιαίτερης ιστορίας της Ευρώπης, με τις τραγωδίες του 20ού αιώνα, την αποτυχία των εργατικών κινημάτων και την κτηνωδία των κομμουνιστικών καθεστώτων να παίζουν έναν καίριο ρόλο.

Από αυτή την άποψη, φάινεται πως το Μπρέξιτ σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αποσάθρωσης της ευρωπαϊκής αλλά και γενικότερα δυτικής ισχύος, καθώς φαίνεται πως ανοίγει το πρώτο σοβαρό μεταπολεμικό ρήγμα εντός των δυτικών συμμαχιών. Έχουμε και στο παρελθόν δει αντιθέσεις μεταξύ των δυτικών συμμάχων, όπως στην περίπτωση της εναντίωσης Γαλλίας και Γερμανίας στην αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, ή παλιότερα την αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, την διαφοροποίηση της αμερικανικής πολιτικής σχετικά με τον χειρισμό της κρίσης του Σουέζ κ.ο.κ. Ωστόσο, από το 1949 μέχρι τις 23 Ιουνίου 2016 καμία κυβέρνηση, και κυρίως κανένας λαός, δεν αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά κάποιον υπερεθνικό οργανισμού όπως το ΝΑΤΟ ή η ΕΟΚ-Ε.Ε.-Ευρωζώνη. Ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτού του ρήγματος; Θα πρέπει πρώτα-πρώτα να λάβουμε υπόψιν μια παλιά και δοκιμασμένη τακτική των εχθρών της Δύσης: την προσπάθεια να διασπάσουν τις δυτικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουν την μία ενάντια στην άλλη. Απέναντι σε αυτή την τακτική, συσσωματώσεις όπως η Ε.Ε. και ειδικά το ΝΑΤΟ αποτελούσαν κατά τα τελευταία 70 χρόνια μια πολύ αποτελεσματική ασπίδα.

Βαλκανοποίηση της Ευρώπης;

Συνεπώς, η κατάσταση που διαμορφώνεται από το Μπρέξιτ είναι πρωτοφανής για την ευρωπαϊκή και αμερικανική διπλωματία και, φυσικά, τους απορρέοντες από αυτές στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Στο Εντιτόριαλ του προηγούμενου τεύχους μιλούσαμε για τον φόβο των Αμερικανών απέναντι σε μια διάσπαση της Ευρώπης και τις ανάγκες ανασχεδιασμού της νατοϊκής στρατηγικής για τη Γηραιά Ήπειρο. Και αν αυτό ισχύει για το μικρό οικόπεδο στην ανατολική Μεσόγειο που λέγεται Ελλάδα, τι ισχύει στην περίπτωση μιας χώρας με τη συμβολική και πραγματική βαρύτητα της Μεγάλης Βρετανίας; Το ΝΑΤΟ θα πρέπει τώρα να λάβει υπόψιν του και την πιθανότητα ανάπτυξης ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών σε κρίσιμες για την ασφάλεια της Ευρώπης μελλοντικές εποχές. Κάτι που αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο εφιάλτη των Αμερικανών, καθότι όχι μόνο χρειάστηκε να επέμβουν δύο φορές μέσα σε μισό αιώνα για να τους τερματίσουν, αλλά και να παραμείνουν παρόντες στην Ευρώπη εδώ και 70 χρόνια για να είναι σίγουροι -μεταξύ άλλων- πως αυτοί δε θα ξαναρχίσουν.

Σημάδια τέτοιων πιθανών επιπλοκών είδαμε πρόσφατα, με τις περίεργες δηλώσεις του Γερμανού υπουργού εξωτερικών Στάϊνμάϊερ απέναντι στις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις που πραγματοποίησε το ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη, την γενικότερη αύξηση του επιπέδου ετοιμότητας και την ενίσχυση των δυνάμεών του σ’ αυτήν. Πιστεύουμε πως αυτή η κίνηση θα πρέπει να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια να διατηρήσει η Γερμανία καλές σχέσεις με τη Ρωσία, δηλαδή με τον βασικό -και κρίσιμο για την βιομηχανία της- ενεργειακό της προμηθευτή, απέναντι στον οποίο άλλωστε έχει υπάρξει αρκετά επιπόλαιη: Στήριξε με απροθυμία τις κυρώσεις εναντίον του μετά την ουκρανική κρίση, ασκεί παρασκηνιακές πιέσεις για να αρθούν σύντομα, δεν έδειξε αρκετά αποφασιστική στάση απέναντι στην προσάρτηση της Κριμαίας και στις συγκρούσεις στην ανατολική Ουκρανία. Έτσι, με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, που υπήρξε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της σκληρής στάσης απέναντι στον Πούτιν, η Ε.E. χάνει έναν αντισταθμιστικό παράγοντα απέναντι στην πιθανή ενδοτικότητα της ηπειρωτικής ευρώπης προς την Ρωσία, λόγω ενεργειακής εξάρτησής της αλλά και της γενικότερης αίσθησης ανασφάλειας. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η σημασία της στρατιωτικης προστασίας που παρέχουν οι ΗΠΑ και, συνακόλουθα, το ερώτημα του ποιος θα αναλάβει τα ηνία του «αμερικανικού δακτύλου» εντός Ε.E., που παραδοσιακά κρατούσε η Μεγάλη Βρετανία. Αν αυτή είναι η Γαλλία, τότε αυτή η χώρα καλείται να παίξει έναν ρόλο στον οποίο δε θα μπορέσει εύκολα να ανταποκριθεί: Μέχρι πρότινος, συμμαχώντας με την Μ. Βρετανία ή, ευκαιριακά, με την Ιταλία και την Ισπανία, κατάφερνε να συγκρατεί τις επιδιώξεις του κεντροευρωπαϊκού «άξονα», της Γερμανίας και των κολαούζων της. Δίχως την Μ. Βρετανία, με μια προβληματική οικονομία, με αδύναμους συμμάχους, με μια εντελώς ανίκανη -στα όρια του γελοίου- πολιτική τάξη, η Γαλλία δε θα μπορέσει κατά πάσα πιθανότητα να αποτελέσει σημαντικό αντίβαρο απέναντι στις κοντόθωρες, υπαγορευόμενες από τα στενά οικονομικά συμφέροντα και από μια άκαμπτη λογική, τακτικές της Γερμανίας σε ζητήματα εσωτερικής αλλά κυρίως εξωτερικής πολιτικής. Τα αδιέξοδα, η αδράνεια, η σταθερή αβεβαιότητα και, πιθανόν, η ουσιαστική απαξίωση της Ε.E.-Ευρωζώνης και η διάσπασή της σε δύο ή περισσότερους περιφερειακούς σχηματισμούς, θα πρέπει να θεωρούνται ως πιθανές εξελίξεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να υποστηριχθεί in fine και απο τις ΗΠΑ προκειμένου να λήξει η αβεβαιότητα και να βρεθούν πιο αποτελεσματικά πολιτικο-οικονομικά σχήματα που θα κρατούν την Ευρώπη στοιχειωδώς ενωμένη.

Ενα δεύτερο σημείο είναι το σημαντικό πλήγμα αξιοπιστίας που δέχεται η Ε.Ε. ως παράγοντας ισχύος και η ενίσχυση, παράλληλα, των αποσχιστικών τάσεων των ευρωπαϊκών κρατών αλλά και επαρχιών που διαφοροποιούνται πολιτισμικά εντός της επικράτειάς τους. Εκτός από τη περίπτωση της Σκωτίας που ανακινεί το ζήτημα της επανάληψης του δημοψηφίσματος του 2015 αλλά και της Καταλωνίας που ψήφισε το 2014 υπέρ της δημιουργίας ανεξάρτητου κρατους (το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ακυρώθηκε έπειτα από το συνταγματικό δικαστήριο), είδαμε προσφατα τις συγκρούσεις στη Βρετάνη της Γαλλίας με το κίνημα των λεγόμενων «κόκκινων σκούφων», που έφεραν στην επιφάνεια το ξεχασμένο ζήτημα της διαφοροποίησης της τοπικής ταυτότητας. Εχουμε επίσης το παλιό αυτονομιστικό κίνημα στην Κορσική που είναι μεν σε λήθαργο αλλά που θα μπορούσε θεωρητικά να ξαναφουντώσει βασιζόμενο στην παραδοσιακή έχθρα των Κορσικανών απέναντι στους Γάλλους, την Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία που θέλει να αποχωριστεί το ελεγχόμενο από τις τοπικές μαφίες νότιο τμήμα της χώρας και βέβαια την περίεργη ισορροπία δυνάμεων στα Βαλκάνια, όπου ένα σωρό ζητήματα παραμένουν άλυτα.

Ταυτόχρονα, η ιστορική αμφιταλάντευση των κρατών της ανατολικής Ευρώπης, σε συνδυασμό με την κάμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και τις σύστοιχες κοινωνικές κρίσεις που αυτή μπορεί να προκαλέσει ενδυναμώνουν τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της ηπείρου. Τέτοιες τάσεις εκφράζονται προς το παρόν με την άνοδο στην εξουσία ευρωσκεπτικιστικών τάσεων, όπως στην Πολωνία και παρολίγον στην Αυστρία, με την ενδυνάμωση του Εθνικού Μετώπου στην Γαλλία και του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία στην Γερμανία και, βέβαια, με την περίπτωση του ακροδεξιού Ορμπάν στην Ουγγαρία. Ακόμα και αν τέτοιες τάσεις απορροφώνται από το ΝΑΤΟ και την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, δίχως κάποια άμεση ανατροπή συσχετισμών από γεωπολιτικής άποψης, το συμβολικό μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Η Ευρώπη και η Δύση γενικότερα αδυνατεί να συμμαζέψει τα του οίκου της και έτσι καθίσταται πιο ευάλωτη στα μάτια όσων την επιβουλεύονται.

Πρόκειται με άλλα λόγια για μια μοναδική ιστορική ευκαιρία που η ρωσική ολιγαρχία δε θα αφήσει να πάει χαμένη. Η κρίση στην Ουκρανία κατέδειξε τις πρωτοφανείς αδυναμίες της Ε.E. από άποψης γεωπολιτικού σχεδιασμού, οικονομικής προστασίας και στρατιωτικής αποτροπής. Χώρες όπως η Μολδαβία, όπου επιβιώνει ένας περίεργος ρωσικός θύλακας στην περιοχή της Υπερδνειστερίας, η Γεωργία και η γενικότερη περιοχή του Καυκάσου έχουν δίπλα τους έναν αποφασισμένο Πούτιν, ικανό να χρησιμοποιήσει την στρατιωτική απειλή, τα οικονομικά ανταλλάγματα και τον ενεργειακό εκβιασμό για να τις καθυποτάξει. Και από την άλλη πλευρά, μια αμφιταλαντευόμενη και ασταθής Ε.E., χωρίς επαρκή επιρροή σε κρίσιμες περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και ο Καύκασος. Αυτή η αδυναμία της στερεί την άνετη πρόσβαση σε κοιτάσματα που θα της επέτρεπαν να παράσχει ενεργειακή ασφάλεια στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και να τις απαλλάξει από την ρωσική επιρροή. Συν τοις άλλοις, η Ε.E. αρκείται σε κομπορρήμονες διακηρύξεις για θεσμικές αλλαγές, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταπολέμηση της διαφθοράς, δίχως να προτείνει μια συγκεκριμένη μακροπρόθεσμη στρατηγική και έμπρακτες, αξιόπιστες λύσεις[4]. Αυτές οι αδυναμίες είναι προφανείς σ’ αυτούς τους λαούς από καιρό, πράγμα που εκφράστηκε ξεκάθαρα με την υποστήριξη που όλες οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης (από την Νορβηγία μέχρι την Ουκρανία και τη Βουλγαρία!) αλλά και του Καυκάσου προσέφεραν στην αμερικανική «εκστρατεία των προθύμων» κατά του Ιράκ, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός πυρήνας ήταν αντίθετος με αυτήν.

Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις της κρίσης ταυτότητας.

Η πίεση να εγκαταλειφθούν από τους ευρωπαϊκούς λαούς οι εθνικές τους ταυτότητες υπήρξε η ανομολόγητη κεντρική στρατηγική της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας εδώ και πολλά χρόνια. Παρ’ όλο που η προσπάθεια να κατασιγαστούν τα εθνικά πάθη και οι ανταγωνισμοί κατά τα πρώτα χρόνια της γέννησής των ευρωπαϊκών κοινοτήτων και, γενικότερα, να συναδελφωθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μας βρει αντίθετους, πρέπει να τονίσουμε πως αυτή η τάση μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε μια δυναμική διάλυσης των δομών αυτοπροσδιορισμού των ευρωπαϊκών λαών, βυθίζοντάς τους σε μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας: Από τη μία οι κλασσικές εθνικές ταυτότητες υπήρξαν υποτίθεται αιτίες όλων μας των δεινών, από την άλλη η ενναλλακτική που ο ευρωπαϊκός Μολώχ μας παρέχει είναι εκείνη ενος διαδικασιο-τεχνοκρατικού τέρατος χωρίς κανένα θετικό αξιακό περιεχόμενο. Ο στεγνός νεοφιλελευθερισμός, η στείρα τεχνοκρατική κουλτούρα και η ελεύθερη κυκλοφορία στις μητροπόλεις της Ευρώπης δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση διαμόρφωσης μιας κοινής ταυτότητας, καθώς, όπως είδαμε, συνιστούν κυρίως μια θεσμική κατοχύρωση του τρόπου ζωής και της κοσμοαντίληψης της σημερινής ολιγαρχίας που ελάχιστα έχει να πει στον απλό κόσμο, ο οποίος επιπλέον πλήττεται βάναυσα από τις βασικές τους πρακτικές συνεπαγωγές. Εντός αυτού του πλαισίου, το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» συνιστά κτίσμα με σαθρότατα θεμέλια, καθώς θα έλεγε κανείς πως χτίστηκε στα θεσμικά παρασκήνια, πίσω από κλειστές πόρτες κι ερήμην των λαών. Λειτούργησε όσο λειτούργησε στο βαθμό που η Ευρώπη δεν αντιμετώπιζε κάποια ουσιαστική κρίση αλλά άρχισε να κλυδωνίζεται από τη στιγμή που η ήπειρος μπήκε σε μια εποχή αναταράξεων, κατά την οποία οι λαοί βλέπουν την ταυτότητα αλλά και την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση να βάλλονται πολλαπλά. Έτσι, σήμερα, οι παλιές πατριωτικές αναφορές έχουν ξεφτίσει, ενώ το υποτιθέμενο σύγχρονο «κοινό ευρωπαϊκό όραμα» προκαλεί στην καλύτερη περίπτωση γέλια. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η ακεραιότητα της ηπείρου κινδυνεύσει στα σοβαρά, για ποιούς λόγους θα δεχτεί ένας Ευρωπαίος να ρισκάρει τη ζωή του για να την υπερασπιστεί;

Αυτό δε σημαίνει πως επίκειται στο άμεσο μέλλον η επιστροφή στις εθνικές ρίζες και η διάλυση της Ε.Ε. Κατά πάσα πιθανότητα, τα μέλη που θα απομείνουν σε αυτό τον περίεργο σχηματισμό θα συσφίξουν τους δεσμούς τους, αλλά δεν θα μεταβάλλουν αυτές τις βαθύτερες δομικές αδυναμίες. Επομένως, στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές όπου θα απειληθεί η ασφάλεια και η ακεραιότητα κάποιων μελών της, η Ε.Ε. μπορεί να καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα εξαιτίας της άρνησης των λαών της να υπερασπιστούν ένα άγνωστο έως εχθρικό για αυτούς πολιτικό σχηματισμό.

Η μεταναστευτική κρίση πρέπει να εξεταστεί κυρίως από την σκοπιά της όξυνσης της κρίσης ταυτότητας που μαστίζει τους ευρωπαϊκούς λαούς και όχι μόνο από τη στενότερη σκοπιά της αδυναμίας οικονομικής αφομοίωσής τους λόγω της αποβιομηχάνισης και της κρίσης. Πιστεύουμε πως η μαζική μετανάστευση δοκιμάζει τις περιορισμένες δυνατότητες χειρισμού κρίσεων από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατική βαβέλ, ενώ ταυτόχρονα εξασθενεί σημαντικά την όποια διάθεση των ευρωπαϊκών λαών να προστατεύσουν το κατ’ ευφημισμόν «κοινό τους σπίτι» μιας και, όπως είδαμε παραπάνω, το μεταναστευτικό αποτελεί γι’ αυτούς προνομιακό πεδίο έκφρασης της αποξένωσής τους από τις πρώτες. Από την άλλη πλευρά, η αργή αλλαγή της εθνικής σύνθεσης των ευρωπαϊκών λαών που επιτελείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση του πληθυσμού στην αφρικανική ήπειρο και στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για περιοχές με διαρκή αδυναμία διαμόρφωσης βιώσιμων πολιτικών δομών που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τους πληθυσμούς τους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να προτιμούν την εύκολη λύση της μετάθεσης ενός μέρους των συνεπειών του προβλήματος -μέσω της μαζικής μετανάστευσης- στον δυτικό κόσμο κι εν προκειμένω στην Ευρώπη[5]. Εντούτοις, τα αλλεπάλληλα κύματα φυγής προς μια καχεκτική ευρωπαϊκή οικονομία οξύνουν τα ενδημικά προβλήματά μας και αυξάνουν τον κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων. Η σταδιακή αποδυνάμωση της πολιτιστικής συνοχής των ντόπιων ευρωπαϊκών πληθυσμών, που μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα πολιτικής σταθερότητας, θα οδηγήσει σε άνοδο ακροδεξιών κομμάτων, σε γενικευμένες συγκρούσεις πληθυσμών σε ζώνες εντός ή πέριξ των μητροπόλεων, στην υιοθέτηση δραστικών λύσεων περιορισμού της μετανάστευσης, και σε ένα γενικότερο κοινωνικό χάος που καθιστά τα ευρωπαϊκά κράτη πολύ πιο ευάλωτα και δίνει πόντους φερεγγυότητας σε αυταρχικά και λαϊκιστικά μορφώματα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς τα οποία θα παρουσιάζονται, όλο και περισσότερο, ως οι μόνοι πολιτικοί παίκτες ικανοί να πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους αλλά και να βάλουν τάξη στο διαφαινόμενο χάος (η περίπτωση του ούγγρου Ορμπάν είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω).

Η δυναμική του χάους στη Μέση Ανατολή

Ενα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η κατάρρευση των ισορροπιών στην Μέση Ανατολή. Η παρουσία των Αμερικανών και του Ισραήλ εγγυώνται, προς το παρόν, το ότι ούτε οι επεκτατικές βλέψεις του Ερντογάν, ούτε και εκείνες των παρανοϊκών σαουδαράβων ή καταριανών πατρόνων του δεν πρόκειται να λάβουν την μορφή μιας συμπαγούς οντότητας ικανής ν’ αποτελέσει σοβαρό γεωπολιτικό κίνδυνο. Ωστόσο, μια παγιωμένη κατάσταση διαρκούς αστάθειας δεν είναι μικρότερος παράγοντας ανησυχίας, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν την σταθερή προσπάθεια διείσδυσης της Ρωσίας στην περιοχή προκειμένου να αποκτήσει την πολυπόθητη, εδώ και αιώνες, άνετη πρόσβαση στα νερά της Μεσογείου[6]. Η ανάσχεση της δυτικής επιρροής σε αυτή την περιοχή δεν θα είναι εύκολη υπόθεση για κανέναν από τους αντιπάλους της. Αλλά αν για τις ΗΠΑ τα διακυβεύματα είναι κατά βάση ενεργειακά και οικονομικά, για την Ευρώπη είναι κυρίως υπαρξιακά. Ο ρωσικός, καθώς και ο κινεζικός επεκτατισμός[7], σε συνδυασμό (ή ίσως και μελλοντική τακτική συνεργασία;) με το ριζοσπαστικό Ισλάμ θα λάβουν έτσι τη μορφή μιας ημικυκλωτικής κίνησης απέναντι σε μια Ευρώπη η οποία τρέχει σταθερά πίσω από τις εξελίξεις και κινδυνεύει να χάσει την όποια αποτρεπτική ισχύ της προσέφερε η ενότητά της και η οικονομική της ευρωστία.

Έπειτα, η κατάρρευση των κρατών της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα. Αν και κακέκτυπα των δυτικών εθνων-κρατών, τα κράτη αυτά λειτούργησαν σε κάποιο βαθμό ως φορείς των απελευθερωτικών δυτικών ιδεωδών και εισήγαγαν ορισμένα θετικά στοιχεία της δυτικής κουλτούρας στις ανατολικές κοινωνίες (μια μορφή εκκοσμίκευσης, εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας, δημιουργία μιας στοιχειώδους κεντρικής διοίκησης κ.λπ.). Η εξαφάνισή τους θα σφραγίσει την από καιρό δρομολογημένη οπισθοχώρηση του δυτικού προτάγματος και τον γεωγραφικό περιορισμό του εντός των ιστορικών του συνόρων της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Εν κατακλείδι, είναι σε κάθε περίπτωση πολύ δύσκολο να φωτίσουμε καλύτερα την κατάσταση που διαμορφώνεται. Αλλά δεν πιστεύουμε πως το Μπρέξιτ θα είναι καταλύτης καινοφανών εξελίξεων. Οι συσχετισμοί ισχύος στην ανατολική ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την βόρεια Αφρική έχουν κλονισθεί εδώ και αρκετό καιρό. Η επέλαση του ριζοσπαστικού Ισλάμ έχει τις ρίζες της στην αποτυχία των λαών της Μέσης Ανατολής να διαμορφωθούν ως συνεκτικά εθνικά κράτη, ενδυναμώνοντας τις τάσεις αναβίωσης του χαλιφάτου. Η ανατολική Ευρώπη δεν κατάφερε να απαλλαχθεί από τον ενοχλητικό της γείτονα, ο οποίος, πάλι λόγω της αδυναμίας συγκρότησης μιας εθνικής κοινότητας, ρέπει προς τον αυτοκρατορικό επεκτατισμό. Οι δύο αυτές τάσεις συγκλίνουν προς τον στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της δυτικής και βόρειας Ευρώπης, σε μια δυσμενή για αυτήν περίοδο. Έπειτα, η αναμφισβήτητη βαρύτητα της -ηπειρωτικών διαστάσεων- Κίνας, η οποία ενδυναμώνεται χάρη στις στρεβλώσεις και την παρασιτική φύση του δυτικού καπιταλισμού, προσθέτει έναν ακόμα παράγονται αποσταθεροποίησης της δυτικής ισχύος τόσο στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου (μέσω της οικονομικής διείσδυσης) όσο και στην Αφρική αλλά και στην Απω Ανατολή (μέσω της αναζωπύρωσης των εντάσεων με την Ιαπωνία και τις ευθείες προκλήσεις απέναντι στην στρατιωτική πρωτοκαθεδρία των Αμερικανών στην περιοχή[8]).

Από την άλλη πλευρά, η παραπάνω ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης στην Ευρώπη αποκλείει μια αναβίωση των μοντέλων ένωσης που επικράτησαν κατά τις ιστορικές περιόδους που προηγήθηκαν του Β´Π.Π. Το μοναρχικό μοντέλο που νοσταλγούσε ο Δάντης, αλλά και η μεττερνίχεια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ανταγωνιζόμενων κυρίαρχων εθνικών κρατών φαντάζουν ως ιστορικά απολιθώματα μπροστά στην αργή αλλά σταθερή κατάρρευση των δομών των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ενώ η αμφίσημη προσπάθεια ένωσης που ξεκίνησε μετά τον Β´Π.Π. πνέει τα λοίσθια. Εν τέλει, κατά πάσα πιθανότητα το Μπρέξιτ θα επιδράσει ως επιταχυντής εξελίξεων που έχουν από καιρό δρομολογηθεί στα πλαίσια της βαθύτερης ιστορικής τάσης που περιγράφεται ως παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά τι θα επακολουθήσει.

_________________________________________________________

[2] Βλ. σχετικά με αυτήν την ανάλυση το κείμενο του Κ. Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015.

[3] Βλ. το πρώτο μέρος του «Εντιτόριαλ» του 8ου τεύχους του Προτάγματος.

[4] Η περίπτωση της Ουκρανίας θα καταγραφεί πιστεύουμε ως μια πολύ σημαντική στρατηγική αποτυχία. Η πρόταση σύνδεσης που η ΕΕ παρουσίασε περιελάμβανε ολόκληρα κατεβατά θεσμικών αλλαγών και ένα μικρό κονδύλι πεντακοσίων εκκατομμυρίων ευρώ, ενώ δεν είχε σοβαρά πολιτικά ερείσματα εντός της χώρας. Αντίθετα, ο Πούτιν προσέφερε 15 δισ δολλάρια και μια σειρά από ενεργειακά ανταλλάγματα που έμμεσα ξεφτίλισαν τους Ευρωπαίους, ενώ είχε φροντίσει να αποκτήσει σημαντική πολιτική επιρροή. Στο τέλος, μαζί με τις σχεδόν εμφύλιες συγκρούσεις, τα ειδεχθή εγκλήματα και την γελοιοποίηση της Ε.Ε. παγκοσμίως, η ευρωπαϊκή πορεία βρέθηκε να εκπροσωπείται από τους νεοναζί του Δεξιού τομέα και, ουσιαστικά, να βασίζεται στην ιστορική πείρα της βαναυσότητας των ρώσων (μαζική εξόντωση ουκρανών χωρικών από τoν Στάλιν κλπ). Το ανατολικό τμήμα της χώρας, παρά τις συμφωνίες μεταξύ δυτικών και Πούτιν έχει ουσιαστικά περάσει υπό τον έλεγχο του ρωσικού στρατού, αποτελώντας, μαζί με την περιοχή του Καυκάσου, την Υπερδνειστερία και τα Βαλκάνια, έναν ακόμα θύλακα αστάθειας στην ανατολική Ευρώπη.

[5] Το συγκριμένο πρόβλημα είχε ήδη επισημανθεί και από τον Καστοριάδη στο κείμενό του «Ποιά Ευρώπη; Ποιές απειλές; Ποιά άμυνα;»

[6] Η προσάρτηση της Κριμαίας πρέπει να ιδωθεί ώς ενα στρατηγικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Είχε προηγηθεί η επεμβαση στη Γεωργία το 2008, πάνω στην ίδια λογική καθώς και η προσπάθεια προσεταιρισμού της Ελλάδας, που έληξε άδοξα με την πτώση του Κώστα Καραμανλή, επαναλήφθηκε ως σύντομη μπλόφα από την κυβέρνηση Τσίπρα και συνεχίζεται υπό μορφήν έμμεσης διείσδυσης, διά του προσεταιρισμού βασικών και δραστήριων μονών του Αγίου Όρους, όπως το Βατοπαίδι. Παράλληλα, η ανοιχτή αμφισβήτηση της οικουμενικότητας του Οικουμενικού Πατριάρχη από πλευράς (του πατριάρχη Ρωσίας) Κύριλλου, στα πλαίσια της προσπάθειας του τελευταίου ν’ ανακηρυχθεί ποιμένας ολόκληρης της Ορθοδοξίας (μιας και άρχει του μεγαλύτερου, πληθυσμιακά, ποιμνίου), συνιστά ακόμα μια ένδειξη του ρωσικού επεκτατισμού.

[7] Η οικονομική διείσδυση των Κινέζων στην Αφρική αυξάνεται σταθερά και σύντομα δε θα μπορεί να αγνοηθεί, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί κι η άφιξή τους στην ίδια την Ευρωπαϊκή μεθόριο, μέσω των επενδύσεων στο λιμάνι του Πειραιά, το οποίο ήδη έχει καταστεί τρίτος σημαντικότερος μεσογειακός κόμβος σε ό,τι αφορά στη διακίνηση κοντέινερ.

[8]  Χαρακτηριστική είναι η αναβίωση από πλευράς Κίνας του ξεχασμένου ζητήματος της κυριαρχίας επι δύο βραχονησίδων της ανατολικής θάλασσας της Κίνας, κοντά στην Ταϊβάν, που αποκαλούνται Senkaku για τους Ιάπωνες και Diaoyou για τους Κινέζους. Οι βραχονησίδες κατακτήθηκαν το 1895 από την Ιαπωνία κατά την επέμβασή της στην Ταϊβάν και μέχρι πρόσφατα οι Κινέζοι δεν είχαν προβάλει αξιώσεις για αυτές. Η ύπαρξη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων είναι αναμφισβήτητα ένας από τους λόγους, αλλά η γενικότερη πολιτική επέκτασης της επιρροής και της ισχύος της Κίνας παίζει στο σημείο αυτό τον σημαντικότερο ρόλο. Μια κλιμάκωση μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας απειλήθηκε πριν μερικά χρόνια, αλλά έληξε με την αποφασιστική στάση των Αμερικανών και τις ευθείες απειλές προς την Κίνα. Η ένταση στην περιοχή παραμένει, καθότι η Κίνα έχει στήσει στρατιωτικές βάσεις σε βραχονησίδες στη νότια θάλασσά της, ενώ η διέλευση των Αμερικανικών πλοίων και αεροσκαφών πάνω από ορισμένα σημεία της περιοχής δεν είναι απρόσκοπτη. Πράγμα που συνέβαλε στην μερική μετατόπιση του στρατηγική ενδιαφέροντος των Η.Π.Α από την Μέση στην Άπω Ανατολή τα τελευταία χρόνια.

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

64 απαντήσεις στο Το Μπρέξιτ απο ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά

  1. Ο/Η george λέει:

    Η ανάλυσή σας είναι ωραία και ψύχραιμη. Όσον αφορά το ανθρωπολογικό-πολιτιστικό κομμάτι με καλύψατε απόλυτα. Όμως, έχω κάποιους ενδοιασμούς με τη γεωπολιτική ανάλυση- όχι με το περιεχόμενό της, που το βρίσκω λογικό, όσο με τη φιλοσοφία της. Όταν καταφεύγουμε στην γεωπολιτική δεν είναι σαν να μετακομίζουμε την πολιτική από το υπόγειο των πολλών στο ρετιρέ των Πούτιν, Ερντογάν και των σκοτεινών βλέψεων τους; Βέβαια, ας πρόσεχαν και οι πολλοί που αφήνουν την πολιτική. Αλλά ,όπως έχετε πει και σεις, η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι στημένος ποδοσφαιρικός αγώνας κάποιων ηγετών. Δηλαδή, νοιώθω πως όταν καταφεύγουμε στην γεωπολιτική, βγάζουμε από το κάδρο της ιστορίας το λαό, αποπολιτικοποιούμε την πολιτική κάνοντάς την έρμαιο οικονομικών παραγόντων και στρατιωτικών τακτικισμών και την αφήνουμε στα χέρια των ειδικών των διεθνών σχεσεων- άρα η πολιτική είναι θέμα γνώσης κάποιων λίγων. Επίσης, δεν υπάρχει και ο κίνδυνος να αυτολογοκριθούμε απέναντι στις παθογένειες της Δύσης καταφεύγοντας στη λογική απ΄ τ΄ολότελα(Πούτιν, κίνα, η αδρανεια της ΕΕ) καλή κι η Παναγιώταινα( νάτο); Ενώ στο εντιτόριαλ του 8 τεύχους σχολιάσατε την δομική αδυναμία του μη δυτικού κόσμου να απαντήσει στην οικονομική και πολιτιστική κυριαρχία της Δύσης, τα σαθρά θεμέλια της κινέζικης οικονομίας και τα προβλήματα της ρωσικης που στηρίζεται στο φυσικό αέριο, τώρα τους δίνετε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην παγκόσμια σκακιέρα. Κι αν είναι έτσι τα πράγματα τι το διαφορετικό κάνει ο κινέζικος ή ρωσικός λαός στο πολιτικό επίπεδο που δικαιολογεί αυτήν την αναβάθμιση τους; Όσο κοιμάται πολιτικά ο Ευρωπαίος, άλλο τόσο(και πιο πολύ) κοιμάται και ο Ρώσος και ο Κινέζος. Και τέλος αν το Βρέξιτ δεν ταρακουνσε την παγκόσμια οικονομία πως περιμέναμε κάτι αναλογο από το Γκρέξιτ;

  2. Σωστό το άρθρο! Αν και λιγάκι πλαδαρό, πιάνει τα πιο βασικά σημεία του ζητήματος.

    Είναι αλήθεια πως η προπαγάνδα που έστησαν οι υποστηρικτές του Remain (ή αλλιώς οι Remaniacs) κατά κύριο λόγο βασίστηκε στη γνωστή ελιτίστικη γραμμή του «να μην επιτρέψουμε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να αφεθεί στην κρίση του λαού» και στη γνωστή προπαγάνδα τρόμου: «σε περίπτωση εξόδου από την ΕΕ θα βαφτεί ο Τάμεσης με το αίμα εκατομμυρίων παρθένων και θα μας τρώνε τις σάρκες μας αρκούδες ενώ θα έχουμε τις αισθήσεις μας». Η μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι ενώ στο εγχώριο πολιτικό καζίνο οι μενουμευρώπιδες ήταν κυρίως οι δεξιοί και ακροφιλελεύθεροι, στη Βρετανία οι φανατικοί υποστηρικτές του Remain ήταν οι αριστεροί. Δηλαδή, η μπλουμσμπεριανή «διανόηση», οι γνωστοί οχισυνοράκιδες, οι οπαδοί του φαντασμένου Κόρμπιν (ο οποίος σιγά σιγά αλλάζει την Βρετανία, την Ευρώπη, τον κόσμο, τον γαλαξία και το σύμπαν παράλληλα), των PODEMOS και της «προοδευτικής αριστεράς» που «μάχεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα ενάντια στους ρατσιστές δεξιούς» (όπου ρατσιστές και δεξιοί είναι όλοι/ες όσοι/ες διαφωνούν μαζί τους). Βασικό τους αίτημα υπέρ της παραμονής ήταν να διασφαλιστεί το δικαίωμα των ελεύθερων μετακινήσεων για τους μετανάστες (λες και είναι υποχρεωμένοι οι λαοί όλης της Ευρώπης να δέχονται μεταναστευτικές ροές από τις 4 γωνιές της ΕΕ) και να μην πέσουμε στα χέρια του Φαράτζ και του Μπόρις. Και φυσικά, όποιος διαφωνεί με αυτή τη θέση «είναι ακροδεξιό εθνίκι», «είναι ανόητος που δεν ξέρει τί λέει», «σκουλήκι της δεξιάς» και διάφορα άλλα ωραία!

    Αν θα έβαζα λοιπόν στην θεωρία αυτών των αυτόκλητων εξυπνάκιδων μια ταμπέλα, θα ήταν περίπου η εξής: «δεν έχουμε άλλη εναλλακτική οπότε προκειμένου να μην ενδώσουμε στις αντιδραστικές δυνάμεις στηρίζουμε το άρμα της Ευρωπαϊκής ολιγαρχίας». Τουτέστιν, το μοναδικό που μπορεί να προτάξει σήμερα η αριστερά είναι το «δικαίωμα» ενός Πολωνού, Βούλγαρου ή Ρουμάνου, να μπορεί να γίνει βοθρατζής, και να καθαρίζει τις τουαλέτες των πλούσιων Βρετανών. Άντε και το «δικαίωμά» του να ανέλθει στην κοινωνική πυραμίδα! Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο να μην θέλουμε να καταργήσουμε τις ταξικές ανισότητες, αλλά να τις συντηρούμε επειδή και μόνο αυτές βοηθάνε να βρίσκουμε λόγο ύπαρξης για να τρολάρουμε ιδεολογία στη «δημόσια» σφαίρα! Και φυσικά όταν ο Βρετανικός απέρριψε όλον αυτό τον δηθενισμό, τότε επιστρατεύτηκε ξανά ο γνωστός αριστεροελιτισμός: «μα πώς αφήσαμε έναν τέτοιον λαό να αποφασίσει;» ή «να ξανακάνουμε δημοψήφισμα γιατί το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό». Και δώσε πάρε διαδηλώσεις κατά του Brexit και υπέρ της παραμονής! Αναρχικοί, αριστεροί, «αλληλέγγυοι», γκρουπούσκουλα, ακροφιλελεύθεροι, τραπεζίτες, όλοι μαζί σε μια ανίερη συμμαχία! Μάλιστα, γνωστή μου αριστερή καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο ανάρτησε τα εξής: «where it Tomas Hobbes when you need him?». Και ρωτάω εγώ τώρα: οι νοεφιλελεύθεροι τί διαφορετικό λένε;

    Στην τελική οι Βρετανοί δεν ψήφισαν υπέρ της εξόδου από την ΕΕ για να έχουν κλειστά σύνορα. Μόνο κάτι περιθωριακές γκρούπες πιστεύουν σε τέτοιες ανοησίες. Αυτό που επιθυμούν είναι ΠΟΣΟΣΤΩΣΗ για τις μεταναστευτικές ροές, δηλαδή να δέχονται μέχρι συγκεκριμένο αριθμό τον χρόνο. Πράγμα που δεν είναι καθόλου ρατσισμός αλλά μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική, η οποία ενδιαφέρεται καί για τον ντόπιο αλλά καί για τον μετανάστη, καθώς αποτρέπει να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες συνωστισμού ξένων πληθυσμών. Ο συνωστισμός μεταναστών, που αυτό επί της ουσίας μας προτείνει η αριστερή ιδεολογία, έχει ως άμεση συνέπεια οι ίδιοι οι μετανάστες να πεταχτούν στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας. Έτσι, οξύνονται οι τριβές στα χαμηλά στρώματα και ενισχύονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ μεταναστών και ντόπιων.

    Από την άλλη, δεν καταλαβαίνω, πώς τολμά κανείς να απαιτεί από τους λαούς να μην οδηγούνται σε εθνικισμούς, όταν τους στερείται η ταυτότητά τους. Είναι αναμενόμενο πως όταν λες στους Γάλλους, στους Βρετανούς, στους Ιταλούς, κοκ, ότι δεν «είστε πλέον Γάλλοι αλλά Ευρωπαίοι», θα στραφούν προς μια πιο επιθετική μορφή ταύτισης. Αυτός ο Ευρωπαϊσμός θα είχε νόημα αν πραγματικά η Ευρωπαϊκή ταυτότητα σήμαινε κάτι. Όμως δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί καν η έννοια του «ευρωπαίος πολίτης»: δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα που να συνδυάζει καί τα τόσο διαφορετικά 28 κράτη. Φυσικά, πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για ταυτότητες από ένα οικοδόμημα που βασίζεται στις αρχές του κοσμοπολιτισμού (δηλαδή, της έννοιας του πολίτη του κόσμου, μια ιδεολογία που απαιτεί τη διάλυση κάθε εθνικού πολιτικού σώματος. Είναι αναμενόμενο οι λαοί να αισθάνονται πως ξεριζώνονται κάτω από τέτοιες διαδικασίες. Σε αυτό συμβάλει φυσικά και η μαζική μετανάστευση που καλλιεργεί το συναίσθημα πως όλοι/ες μας μετατρεπόμαστε σε μετακινούμενες μάζες, έτοιμες να εξυπηρετήσουν συμφέροντα οικονομικά στη μηχανή του κιμά. Δυστυχώς είτε το θέλουμε είτε όχι, τα έθνη κράτη υπάρχουν. Και με το να λέμε «κάτω τα έθνη, κάτω τα σύνορα» δεν οδηγούμαστε εκεί που θέλουμε. Το πολύ πολύ να ενισχύσουμε το ξερίζωμα, πράγμα που όπως έχουμε ήδη δει δυο φορές οδήγησε σε πολύ χειρότερους εθνικισμούς. Τί να κάνουμε λοιπόν που χίλια δυο πράγματα που δεν μας αρέσουν υπάρχουν; Να καθόμαστε και να αφορίζουμε «πόσο βόθρος με σκατά είναι η κοινωνία» και μάλιστα μέσω facebook; Μα αν όντως είναι βόθρος με σκατά γιατί να ασχοληθούμε; Ας ψηφίσουμε έναν Τσίπρα, μια Λεπέν, έναν Κάμερον, και να μας λύνουν αυτοί τα προβλήματα. Μην ασχοληθούμε τώρα εμείς τα νήπια!

    Και κάτι ακόμα, όταν πέρυσι γίνονταν οι «διαπραγματεύσεις» και έπεφταν σφαλιάρες από την ΕΕ εναντίον της Ελλάδας, όλοι οι αριστεροί της Βρετανίας μας έλεγαν «This is a coup» και πώς οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί «συμπεριφέρονται με τρόπο αντιδημοκρατικό σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση». Φέτος για τους Βρετανούς αριστερούς η ΕΕ ήταν ό,τι καλύτερο γέννησε ο άνθρωπος; Αυτό αν δεν είναι ασυνέπεια τί είναι; Και φτάσαμε και στο σημείο να βλέπουμε τους αριστερούς μαζί τους φιλελεύθερους και τους μεταμοντέρνους αναρχοδιάφορους να προσπαθούν να αντιστρέψουν το δημοψήφισμα επειδή κινήθηκε από δυνάμεις που δεν τους αρέσουν. Δηλαδή πραξικόπημα είναι μόνο όταν κάποιες δυνάμεις στρέφονται ενάντια στην ιδεολογία μας; Όταν η ιδεολογία μας δεν επιβεβαιώνεται τότε θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να την επιβάλουμε! Και μετά απορούμε γιατί ο κόσμος στρέφεται στην ακροδεξιά! Μπορούμε, τέλος πάντων, να θέσουμε ένα απλό ερώτημα: σημαίνει κάτι για εμάς η ΕΕ ή δεν σημαίνει; Αν δεν σημαίνει τότε γιατί να την υπερασπιστούμε με τέτοιο πάθος; Επειδή οι φασίστες δεν τη θέλουν; Και αν δηλαδή οι φασίστες πουν ότι η γη είναι στρόγγυλη εμείς τί θα κάνουμε; Θα πούμε «όχι είναι επίπεδη»;

    Πάντως, να θυμίσω πως ένα πάγιο αίτημα των Μπρεξιτάδων και των «ακροδεξιών» σε όλη την Ευρώπη είναι η σφόδρα καταδίκη της Τουρκίας ως ένα κράτος πέρα για πέρα αντιδημοκρατικό, με το οποίο δεν μπορεί να συνεργάζεται η ΕΕ, η οποία δήθεν προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα! Αν κανείς δεν βλέπει πως αυτή η θέση επιβεβαιώθηκε πλήρως μέσα στην εβδομάδα που μας πέρασε, ή ηλίθιος πρέπει να είναι ή ιδεολόγος!

  3. Ο/Η protagma λέει:

    Προς Γιώργο: Σε βλέπω διαβασμένο! Δε λέμε όμως ακριβώς αυτό στο σχετικό κομμάτι του Εντιτόριαλ. Εκεί μιλάμε για την αδυναμία των μη δυτικών χωρών –πέραν ελάχιστων εξαιρέσεων όπως η Ιαπωνία, λ.χ.- να επιτύχουν μια σταθερή ανάπτυξη καπιταλιστικού τύπου. Σταθερή με την έννοια πως δημιουργεί πλούτο για ένα σημαντικό κομμάτι του συνόλου της κοινωνίας, το οποίο, εν συνεχεία, μετατρέπεται σε πυλώνα λειτουργίας αυτού του είδους οικονομίας. Και γι’ αυτό δίνουμε το παράδειγμα της αδυναμίας των μη δυτικών χωρών να δημιουργήσουν μεσαία τάξη. Έλλειψη μεσαίας τάξης σημαίνει οικονομικά μοντέλα που εξαρτώνται από εξωγενείς προς αυτά παράγοντες, μιας και πρόκειται κυρίως για ραντιέρικα και προσοδοθηρικά μοντέλα, όπου η ανάπτυξη δε βασίζεται στον ίδιο τον ενδογενή δυναμισμό της οικονομίας. Έτσι η πτώση της τιμής των εξαγώγιμων φυσικών ή ενεργειακών πόρων, διπλωματικές εξελίξεις (όπως οι κυρώσεις στη Ρωσία) και άλλοι τέτοιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την απόδοση αυτών των οικονομιών. Δες π.χ. το παράδειγμα της Βραζιλίας, την οποία μέχρι πριν κάποιο καιρό όλοι χαιρέτιζαν ως δυναμική κι αναπτυσσόμενη οικονομία. Δες και τις επιπτώσεις της τιμής του πετρελαίου στην οικονομία της Σ. Αραβίας.

    Η σκοπιά από την οποία προβαίνουμε σε αυτές τις παρατηρήσεις είναι πολιτική και έχει να κάνει με το μοντέλο κοινωνίας και πολιτικού καθεστώτος που είναι ομοούσιο τέτοιου τύπου ραντιέρικων οικονομιών: σε αυτές όλος ο πλούτος πάει στην ολιγαρχία που μονοπωλεί τα προς εκμετάλλευση κι εξαγωγή κοιτάσματα και οι υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις –πλην όσων εργάζονται στον κρατικό μηχανισμό- παίρνουν ψίχουλα με αποτέλεσμα να είναι σε μια διαρκή κατάσταση μικρότερης ή μεγαλύτερης φτώχειας, εφόσον δε μπορούν να ελπίζουν πως κάποια στιγμή θα γίνουν μεσαία στρώματα με την καπιταλιστική έννοια του όρου.

    Οπότε, σε ένα πρώτο επίπεδο, τίποτε δεν εμποδίζει τέτοιου είδους ολιγαρχίες, ακόμη κι αν άρχουν επί κοινωνιών φτωχοποιημένων και αποσαθρωμένων, να διατηρούν μια σημαντική γεωπολιτική ισχύ, ειδικά απέναντι σε μια Δύση η οποία, για τους λόγους που αναφέρουμε στο κείμενο, έχει πάψει να έχει μια επιθετική και ιμπεριαλιστική πολιτική όπως αυτή που ακολουθούσε σε προηγούμενες δεκαετίες και, ταυτόχρονα, βρίσκεται σε γενικότερη παρακμή. Υπό μια έννοια, μάλιστα, απέναντι σε μια αποδυναμωμένη Δύση, τέτοια αυταρχικά καθεστώτα έχουν σε μεσοβραχυπρόθεσμο επίπεδο το προβάδισμα, εφόσον μπορούν να υιοθετούν «βρώμικες» πρακτικές, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, που τα δυτικά καθεστώτα δε θα μπορούσαν ακόμη να μιμηθούν δίχως να προκαλέσουν σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις (διότι το δημοκρατικό πρόταγμα, παρ’ ότι μάλλον νεκρό, έχει αφήσει βαθιά χνάρια μέσα στις δυτικές κοινωνίες). Το θέμα που τίθεται –και το οποίο σωστά καταδεικνύεις- είναι τι γίνεται σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Αλλά κι εκεί τίποτε δε μας εμποδίζει να φανταζόμαστε την επιστροφή σε πιο παραδοσιακά κοινωνικά μοντέλα, κατά τα οποία η σταθερότητα ενός καθεστώτος θα βασίζεται σε κριτήρια εντελώς διαφορετικά από τη διασφάλιση της οικονομικής ευημερίας των υπηκόων του (αυτό το τελευταίο είναι το νεωτερικό, καπιταλιστικό-δημοκρατικό παράδειγμα).

    Επίσης πρέπει εδώ να σταθούμε και σε μια ακόμη πολύ σημαντική διαπίστωση. Αν δεν είμαστε αριστεριστές και αναρχικοί, απορρίπτουμε τον αγοραίο οικονομισμό-υλισμό που αποδίδει την πρωτοφανή, ιστορικώς, παντοδυναμία της Δύσης σε κριτήρια οικονομικά και στρατιωτικά. Πίσω από αυτή την εκπληκτική ισχύ που μέχρι τώρα κατάφερνε πάντοτε να επιβάλλεται επί των αντιπάλων της, βρίσκονται οι ανθρωπολογικές ιδιομορφίες της Δύσης (χονδρικά ένας συνδυασμός δημοκρατικότητας και επεκτατικών ορμών κυριάρχισης και «εξορθολογισμού», ο οποίος επέτρεπε την ασταμάτητη στρατιωτικοτεχνική καινοτομία, μια πρωτόφαντη γεωπολιτική ευελιξία κ.ο.κ.), όπως πολύ ωραία το έχει δείξει ο αμερικανός φιλόλογος και ιστορικός του πολέμου Βίκτορ Ντέηβις Χάνσον.Εν ολίγοις, αν η Δύση δημιουργεί ιστορικά ένα νέο τύπο διεξαγωγής πολέμου, όπως ισχυρίζεται ο Χάνσον, στο βαθμό που τις τελευταίες δεκαετίες βρίσκεται σε αποσύνθεση και παρακμάζει, μοιραία χάνει σιγά σιγά τα χαρακτηριστικά εκείνα που της επέτρεψαν να υπερισχύει με τέτοιο θεαματικό τρόπο. Και φυσικά αυτό συμφέρει τις προνεωτερικές, παραδοσιακού τύπου δυνάμεις οι οποίες και έχουν αρχίσει να σηκώνουν κεφάλι γεωπολιτικά. Πράγμα το οποίο επίσης συνδέεται και με την υποχώρηση των δυτικών αξιών (όπως, π.χ., η ιδεά του έθνους που πλέον αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από την ιδέα της αυτοκρατορίας ή του θρησκευτικού διεθνισμού –βλ. Ισλάμ- που επανέρχονται δυναμικά) και το οποίο, με τη σειρά του, περιορίζει όλο και περισσότερο την ύπαρξη αυτών των αξιών στο εσωτερικό της Δύσης. Πράγμα που είχε να συμβεί αιώνες.

    Κατά τα άλλα, το γεωπολιτικό επίπεδο πάντοτε υφίσταται, ακόμη και μέσα στην πιο δημοκρατική (ανθρωπολογικά) κοινωνία. Πάντοτε οι κυβερνώντες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους και αυτό το επίπεδο, εφόσον ο κόσμος δεν αποτελείται μόνο από φιλελεύθερα καθεστώτα αλλά και από πολύ πιο καραμπινάτες και αυταρχικές ολιγαρχίες, οι οποίες δε χαρακτηρίζονται διόλου από τους περιορισμούς που έχουν ιστορικά επιβάλει στη συμπεριφορά των κρατών και των κυβερνήσεων οι δημοκρατικές αρχές και η ιστορία των χειραφετητικών κινημάτων εντός της Δύσης. Αυτό δε σημαίνει ότι σε επίπεδο ανάλυσης παρασυρόμαστε στον δελαστικισμό ή στη συνωμοσιολογία, καθώς όλο το ζουμί είναι κάθε φορά να συνδέουμε το ανθρωπολογικό με το γεωπολιτικό –δηλαδή τις δύο θεμελιώδεις διαστάσεις εντός των οποίων κινείται το πολιτικό. Μέσα στις πιο δημοκρατικές κοινωνίες, το πολιτικό ρέπει προς την πρώτη διάσταση, εφόσον η ενεργητικότητα της κοινωνίας δεν αφήνει τους κυβερνώντες να κάνουν ό,τι θέλουν. Εντός όμως των μη δυτικών κοινωνιών, η παθητικότητα των υπηκόων αφήνει το πολιτικό μονοπώλιο στα χέρια των ολιγαρχιών και των μυστικών υπηρεσιών και μηχανισμών τους.

    Προς Μιχάλη: Αν εξαιρέσουμε πως τα περί Τουρκίας συχνά τα λένε διάφοροι πραγματικοί εθνικιστές, καθώς βρίσκουν εκεί ευκαιρία να εκφράσουν τον αντιμουσουλμανισμό τους (χρακτηριστική η περίπτωση ενός σκέλους της γαλλικής Ακροδεξιάς, π.χ., από την οποία είχε ξεπηδήσει τη δεκαετία του ’60 και του ’70 και μια τρομοκρατική ομάδα που έβαζε βόμβες σε γραφεία τουρκικών αερογραμμών κ.λπ. αν δεν απατώμαι) όπως και το γεγονός ότι αυτά όλα τα πολύ σωστά που αναφέρεις προσπαθούν να τα εκμεταλλευτούν οι ακροδεξιοί, συμφωνώ απόλυτα. Η πλήρης ιδεολογική και θεωρητική αφασία Αριστεράς και αναρχικών αντί να τους κάνει να σκεφτούν πάνω στο πώς θα αποσυνδέσουμε πολλές από αυτές τις πολύ λογικές και σωστές διεκδικήσεις από την ακροδεξιά καπηλεία που υφίστανται, τους κάνει αντίθετα να παίζουν το παιχνίδι της Ακροδεξιάς και να δικαιώνουν ιδεολογικά αυτή την καπηλεία. Όπως στη Γαλλία, όπου, επειδή η Ακροδεξιά είναι η μόνη πλέον που υπεραμύνεται του κοσμικού κράτους (διότι, πολύ συχνά, της επιτρέπει έτσι να καταφέρεται εμμέσως ενάντια στους μουσουλμάνους), οι αριστεροί και οι αναρχικοί μιλούν εναντίον της κοσμικότητας, χαρακτηρίζοντάς την ως δείγμα του δυτικού «μετααποικιοκρατικού ρατσισμού» και δε συμμαζεύεται.

    Όταν όμως ο μέσος άνθρωπος σε ακούει να τον αποκαλείς «βλάχο», «ρατσιστή» και όλα τα συναφή από το πρωί ως το βράδυ, μοιραία θα στραφεί –λανθασμένα, αλλά τι να κάνουμε- προς αυτούς που δείχνουν να τον αφουγκράζονται –ακόμη κι αν είναι παράσιτα της ολιγαρχίας σαν τον Τραμπ. Κι εκεί, απέναντι στον δηθεν «φασίστα» Τραμπ, είχαμε από την πλευρά της Αριστεράς –με την ευρεία έννοια του όρου- τα ίδια αντανακλαστικά που περιγράφεις στη βρετανική περίπτωση: συστράτευση με τη Χίλαρι για να σώσουμε τη χώρα από τον επικείμενο φασισμό (βλ. τη στροφή του Σάντερς π.χ.). Γι’ αυτό μιλάμε κι εμείς στο κείμενο για αδιέξοδο: σωστά έχουν αντιληφθεί οι κοινωνίες πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά λόγω της παθητικότητας αλλά και του κυνισμού τους, στρέφονται προς εντελώς ανορθολογικές επιλογές, καθώς το μόνο που δείχνει πλέον να τις νοιάζει είναι να την «πουν» στις ολιγαρχίες κι όχι ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους. Ό,τι συνέβη και στα καθ’ ημάς με τη Χρυσή Αυγή δηλαδή.

    Νίκος

    • Ο/Η protagma λέει:

      Να προσθέσω σε αυτά που είπε ο Νίκος Μ. από πάνω πως ακριβώς η αδυναμία διαμόρφωσης ενός συνεκτικού έθνους-κράτους με έναν στοιχειωδώς δημοκρατικό χαρακτήρα δίνει μεγαλύτερη ώθηση στον επεκτατισμό, εξαιτίας του ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις από τη μία και η προσοδοθηρική φύση της οικονομίας από την άλλη απαιτούν την κατάκτηση νέων εδαφών για να λύθούν-προσωρινά-τα αδιέξοδα στα οποία οδηγείται η χώρα. Η αδυναμία για την οποία κάναμε λόγο στο εντιτόριαλ του προηγούμενου τεύχους βρίσκει την κατά κάποιον τρόπο λογική συνέχειά της στην επέκταση. Σε διαφορετική περίπτωση η οντότητα απειλείται σοβαρά με κατάρρευση, όπως άλλωστε συνέβη και με την Σοβιετική Ένωση λόγω- μεταξύ άλλων- και της τακτικής του containment (συγκράτησης) που επιτυχημένα εφάρμοσαν οι δυτικοί (και την οποία ήλπιζαν να την εφαρμόσουν και στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αλλά ο Ερντογάν και οι σαουδάραβες τους χαλάνε τα σχέδια).

      Επειτα υπάρχει το ζήτημα του με ποιόν συντασσομαστε, το οποίο δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να λάβει μια οριστική απάντηση. Μπροστά στην πρωτοφανή υποχώρηση του δημοκρατικού κινήματος, δεν μπορούμε παρά να τηρούμε μια στάση κατά κάποιον τρόπο αντιφατική: Να ασκούμε κριτική στην πολιτική, τις στρατηγικές, τις βλέψεις, τα λάθη, τις αστοχίες των δυτικών ολιγαρχιών αλλά ταυτόχρονα, χάρη στα ψήγματα ελευθεριών που – για την ώρα τουλάχιστον- απολαμβάνουμε εντός των δυτικών κρατών, να θεωρούμε πως η πιθανότητα το δυτικό στρατιωτικό σύμπλεγμα να συγκρατήσει τις επεκτατικές βλέψεις των αντιπάλων του ή, ακόμα καλύτερα, να τις ακυρώσει χωρίς ευρείας κλίμακας σύγκρουση, είναι προτιμώτερη εξέλιξη από μια ζωή κάτω από τη ρωσική ή τζιχαντιστική μπότα. Ταυτόχρονα, ξέρουμε πως αυτή η στάση δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή και υπό την προυπόθεση οτι θα υπάρξει μια γρήγορη αφύπνιση των λαών, ως των μόνων παραγόντων που θα μπορούσαν, μέσα από την αυτόνομη δράση τους, να αποτρέψουν τις άσχημες εξελίξεις που προοιωνίζονται. Σε διαφορετική περίπτωση, πιστεύουμε πως η ιστορική ροπή των δυτικών καθεστώτων είναι τέτοια που, μεσο-μακροπρόθεσμα, δεν θα έχουν ουσιώδεις διαφορές από τους σημερινούς αντιπάλους τους.

      Νίκος Γ.

    • Συμφωνώ… όχι μόνο αποκαλούν τον μέσο άνθρωπο «φασίστα» και «ρατσιστή» επειδή δεν τους αναγνωρίζει, αλλά μάλιστα τελευταία από κάποιους αναρχικούς ακούω ότι θα πρέπει να καταργήσουμε έννοιες όπως «απλός πολίτης» γιατί μια τέτοια «επίκληση» συνιστά… φασισμό! Δηλαδή, ο «απλός πολίτης» είναι ένας «κρυφοφασίστας» και «μικροαστός» και μόνο κράξιμο του αξίζει. Στην τελική, αυτή η στάση, δεν διαφέρει σε τίποτα από το νεοφιλελεύθερο σκεπτικό, που θεωρεί πως ο λαός είναι ένας αχρείος όχλος, ένα νήπιο που δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη του, και μόνο ένας τεχνοκράτης μπορεί να βγάζει πάντα τα κάστανα από τη φωτιά. Για έναν φιλελεύθερο είναι απόλυτα δικαιολογημένη η θέση αυτή: οι άνθρωποι είναι άπληστοι, καταβάλλονται από πάθη και συναισθηματισμούς, και, συνεπώς, η μόνη οδός είναι η αντιπροσώπευση και η ρητή ανάθεση των πολιτικών αποφάσεων σε «αυτούς που ξέρουν». Αυτή ήταν η πάγια θέση του Χομπς (πατέρα του φιλελευθερισμού, όπως πολύ σωστά τον αποκαλεί η Άρεντ), καθώς και των θετικιστών του 19ου και 20ου αιώνα (βλ Taine και Le Bon). Μπορεί εμείς να διαφωνούμε με αυτή τη θέση, αλλά ωστόσο είναι σεβαστή, γιατί πάνω απ’ όλα διακατέχεται από συνέπεια και συνοχή, ως προς τη θεωρητική βάση και φιλοσοφία που ακολουθεί. Η θέση του αναρχικού, ωστόσο, είναι ασυνεπής ως προς τις επιδιώξεις και τους στόχους του αναρχισμού, και την ίδια την θεωρία εν γένει. Δηλαδή, οι αναρχικοί εδώ αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα είναι να βγάζουν το Κράτος από την πόρτα μας λένε πως ο λαός είναι «ένα σίχαμα ρατσιστών» που θα πρέπει να εκπαιδευτεί, και μετά να μάθει να λάβει μέρος στη λήψη των αποφάσεων; Να μάθει δηλαδή τί; Να μάθει να δέχεται τις μεταναστευτικές ροές δίχως να λέει κουβέντα, να θεωρεί πως η μαζική μετανάστευση και τον ξεριζωμό εκατομμυρίων ανθρώπων ως κάτι το θετικό για μια κοινωνία, να αναγνωρίζει την ταξική πάλη ως αρχή της ιστορίας, και μόνο τότε θα είναι «συνετός» και «έτοιμος για τις αποφάσεις». Τούτη η θέση δεν είναι μόνο αλαζονική, αλλά έρχεται και σε πλήρη αντίφαση με τη βασική γραμμή του αναρχικού πνεύματος, τον άνθρωπο ως ον καλό και αγαθό (βλ Μπακούνιν). Δυστυχώς, στον αστερισμό του μηδενιστικού σουρεαλισμού και των μεταμοντέρνων σαλατών, όλα χωράνε… και έτσι ο αναρχικός, που κανονικά θα έπρεπε να είναι δίπλα στα πάθη του απλού ανθρώπου, τον αντιμετωπίζει υπεροπτικά, και τον αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας. Επιπλέον, τί διαφορά υπάρχει μεταξύ αυτού που οι νεοφιλελεύθεροι προτάσσουν και του συνθήματος «όχι σύνορα» – βλ No Border (ή αλλιώς, No Bother) Camp – των αναρχικών ή μεταμοντέρνων αριστερών; Όπως έχει μαλλιάσει η γλώσσα του Μισέα να το λέει… απολύτως καμία! Στην τελική αυτό που παρατηρούμε είναι πως οι «επαναστατικοί» χώροι, δηλαδή αριστερά και αναρχία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση του νεοφιλελευθερισμού. Η μεν αριστερά απλώς αντιτάσσεται σε συγκεκριμένες τάσεις του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή αναζητά τέλος στη λιτότητα αλλά ταυτόχρονα και ανοιχτά σύνορα για όλους αλλά θεωρεί εθνική απομόνωση την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας (δηλαδή την έξοδο από το «κοινό μας σπίτι» την ΕΕ) ή, όπως είχε πει και ο Τσακαλώτος https://newleftreview.org/II/97/stathis-kouvelakis-syriza-s-rise-and-fall , μια πιθανή έξοδος από την ΕΕ ισοδυναμεί με ναζισμό!!! Ίσες αποστάσεις και μπόλικο ιδεολογικό αλαλούμ! Λες και ένα Κρατικά επιδοτούμενο, άρτια οργανωμένο και εξοπλισμένο εθνικό σύστημα υγείας θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες εκατομμυρίων ανθρώπων που προσπαθούν να μετοικήσουν στην δύση! Πάντα μέσα στον ρεαλισμό οι αριστεροί! Παρομοίως, οι αναρχικοί, ενώ λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα, χρησιμοποιούν την ταξική πάλη απλά και μόνο ως αξεσουάρ για να τροφοδοτεί την ψευδαίσθησή τους, πως δήθεν συγκρούονται με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Ο φετιχισμός των αναρχικών μεταναστευτικό – πως δήθεν η αθρόα είσοδος εκατομμυρίων εξαθλιωμένων θα αποτελέσει ταφόπλακα στο ιδεολόγημα του «εθνικού κορμού» και της «φυλετικής καθαρότητας» (ασχέτως και αν στην πράξη αυτό το φαινόμενο οδηγεί στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα) – τους προδίδει, φανερώνοντας διάπλατα την έλλειψη σοβαρότητας όλων όσων υποδύονται έναν τέτοιον ρόλο. Ήταν, άλλωστε, ο ίδιος ο Μαλατέστα που μας δίδαξε πως η εργατική μετανάστευση είναι περισσότερο επιβλαβής, και με τίποτα οι σοσιαλιστές δεν θα πρέπει να την επιδοκιμάζουν:

      Immigration immediately creates problems in the countries where better working conditions exist, for the hordes of hungry workers, willy nilly, offer the bosses an opportunity’ to depress wages all round. And all these facts, which necessarily derive from the capitalist system, conspire in counteracting and often destroying advances made in working class consciousness and solidarity.https://libcom.org/library/an-anarchist-programme-malatesta

      Αν δεν σας έλεγα ότι το παραπάνω quote προέρχεται από τον Μαλατέστα, πιθανότατα κάποιοι θα έλεγαν πως είναι δήλωση του Farage, του Trumpάκουλα, ή της Λεπέν! Και όντως έτσι είναι… σήμερα αποτελεί σήμα κατατεθέν όλων αυτών των παρασίτων, που απλά προσπαθούν να πουν αυτό που οι άλλοι χώροι φοβούνται να αναγνωρίσουν, γιατί φυσικά αν το αναγνωρίσουν τότε καταρρέει και όλος ο μικρόκοσμός τους, που τροφοδοτεί αυτόν τον lifestyle ποπ ακτιβισμό. Με άλλα λόγια, η ακροδεξιά είναι σύμπτωμα του προβλήματος. Ένα σύμπτωμα που προκύπτει έπειτα από την αδυναμία των παραδοσιακών χώρων να διαυγάσουν την πραγματικότητα και να προτάξουν μια πραγματικά ανθρωπιστική πολιτική (και όχι φιλανθρωπίες), έχοντας συγχωνευτεί στην κουλτούρα του νεοφιλελευθερισμού. Και ως σύμπτωμα, λοιπόν, θα πρέπει να αναγνωρίζεται… όχι ως λύση, όχι ως απάντηση στο πρόβλημα! Το ζήτημα της κοσμικότητας, επίσης, είναι ένα ακόμα δείγμα του πως η αριστερά και η αναρχία αποτυγχάνουν να απαντήσουν πραγματικά στα διλήμματα της εποχής. Μια ακόμα ανάλυση για το θέμα αυτό θα δείτε εδώ http://www.respublica.gr/2016/07/column/laicite/

  4. Ο/Η Μπρεξιτ χα... λέει:

    Απαράδεκτο καί το άρθρο και τα σχόλια. Φτηνή δικαιολήγηση του ρατσισμού και του αναδυόμενου φασισμού. Βγήκαν όλοι οι φασιστοκάγκουρες τώρα στην Αγγλία και έρχονται οι θεωρητικοί του νεοσυντηρητισμού να μας πουν ότι δεν φταίνε αυτοί που είναι φασίστες αλλά η παγκοσμιοποίηση. Λέτε τα ίδια ακριβώς που λέει και η ακροδεξιά σε όλες τις χώρες της Ευρώπης μαζί και η Χρυσή Αυγή. Τους δικαιολογείται και τους σιγοντάρετε όπως ακριβώς σιγοντάρετε και την αποικιοκρατία με τη στάση σας απέναντι στους μουσουλμάνους. Πραγματικά απορώ γιατί όσοι διαβάζουν Καστοριάδη καταντάνε ακροδεξιοί αντιδραστικοί, όπως ακριβώς και ο Φωτόπουλος. Ξεκομένοι από τους δρόμους και τις καταλήψεις όπως είναι, τις οποίες βρίζεται και μισείτει, καταντήσατε ακροδεξιοί νεοσυντηρητικοί με απόψεις που μόνο ο Τραμπ θα δεχόταν. Ετοιμαστείτε να πανηγυρίσετε τώρα οι που μαλάκες στις ΗΠΑ θα τον ψηφίσουν. Ναι μαλάκες και βόδια και σιχάματα. Αυτό είναι όλοι όσοι στηρίζουν ακροδεξιές πολιτικές ή τις δικαιολογούν. Λες και η μόνη απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό είναι η ακροδεξιά. Και εφόσον δεν είναι η ακροδεξιά τότε ευθύνη έχουν όλοι όσοι την ενστερνίζονται αντί να δεχτούν κάποιο άλλο πρόταγμα. Βλέπετε λοιπόν πως το κατάπτυστο άρθρο σας σφάλει? Εσείς τους δικαιολογείται ενώ δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Δεν φταίει η παγκοσμιοποίηση που γίνανε φασίστες. Γιατί δεν γίνανε κάτι άλλο? Άντε ψευτοδιανοούμενοι.

    • Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που διακατέχει κάθε ιδεολογικοποιημένο άτομο είναι η αδυναμία του/της να διακρίνει ανάμεσα σε δύο πράγματα: η αιτιολόγηση μιας κατάστασης και η δικαιολόγηση μιας πράξης. Με άλλα λόγια, άλλο πράγμα η κοινωνική διαύγαση και άλλο η θέση μας σε ένα ζήτημα. Είμαστε κατά της ακροδεξιάς, κατά του ρατσισμού και όλων αυτών των φαινομένων. Σωστά μέχρι εδώ; Άρα, θα πρέπει να καθίσουμε και να σκεφτούμε τί τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς. Τα συμπεράσματα που θα βγάλουμε από αυτές τις απαντήσεις μπορεί να μην συμφωνούν με αυτό που θα βόλευε στην ιδεολογία μας. Και ναι, αυτό που γίνεται σήμερα, και αυτό που εν ολίγοις μας λέει το άρθρο, είναι πως η ακροδεξιά μπροστά στα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της πολυπολιτισμικότητας, στην απαξίωση της «αγράμματης πλέμπας» μπορεί να δώσει απαντήσεις. Η αριστερά αντιθέτως μας λέει τί; Να στηρίξουμε την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμικότητα, και τον φιλελευθερισμό εν γένει, δηλαδή όλα αυτά που τροφοδότησαν το πρόβλημα. Κοινώς, η δεξιά δίνει απαντήσεις ενώ η αριστερά αντιθέτως μας λέει πως η μόνη λύση για να μην χειροτερέψει η κατάσταση είναι να εμμένουμε στο μικρότερο κακό. Εξ ου και η στροφή Σάντερς («ψηφίστε την Κίλλαρη για να μην έρθει ο Trumpάκουλας»), εξ ου και η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ και του Κόρμπιν με τον Ευρωπαϊσμό («αν βγούμε από την ΕΕ θα έχουμε ναζισμό» έλεγε ο Τσακαλώτος και πολλοί άλλοι της φαρσοκωμωδίας που αποκαλούμε κυβέρνηση Τσίπρα)… σημαίνει αυτό πως οι απαντήσεις που έχει δώσει η ακροδεξιά – η οποία καρπώνεται από το κενό της αριστεράς – είναι οι σωστές; Σαφέστατα και όχι! Σημαίνει πως ο εθνοφετιχισμός είναι απάντηση στην εθνοφοβία των αριστερών; Με τίποτα!

      Επίσης, δεν βρήκα πουθενά στο άρθρο μέσα κάποιον να λέει πως «καλά κάναν οι εγκαταλελειμμένοι της πλέμπας και στράφηκαν προς τον Φαράτζ». Ίσα ίσα που τους καταλογίζει ευθύνες για τη τάση τους να άγονται και να φέρονται από σκουπίδια της ολιγαρχίας.

      Συμβουλή, πριν βγάλετε συμπεράσματα για κάτι διαβάστε το πρώτα. Αν δεν καταλαβαίνετε κάτι προσπαθήστε να το καταλάβετε και σχολιάστε ρωτώντας, όχι αφορίζοντας και βρίζοντας.

  5. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Αγαπητέ Μπρέξιτ το κείμενο κι ακόμη περισσότερο η συζήτηση δεν έχουν καμία σχέση με την καστοριαδική σκέψη και κακώς της καταλογίζονται εκ μέρους σου.
    Η επιχειρηματολογία του Θεοδοσιάδη είναι εξοργιστικά συντηρητική και αναπαράγει τις εθνικιστικές, παραδοσιοκρατικές θέσεις της δεξιάς ή της αριστεράς. Το ότι τελικά οι του Προτάγματος συμφωνούν μαζί του είναι ενδεικτικό της δικής τους θέσης κι όχι του Καστοριάδη. Στο κείμενο η μεγάλη αντίφαση είναι ότι η κατάρρευση/διάβρωση των παραδοσιακών αξιών στη δύση παρουσιάζεται ως έργο των παγκοσμιοποιημένων ελίτ οι οποίες έχουν ως στόχο την καταστροφή των τοπικών παραδόσεων. Ακριβώς ό,τι υποστηρίζει και ο συνωμοσιολογικός δεξιός ή αριστερός λόγος. Καμία σχέση με την ιστορική-κοινωνική πραγματικότητα και βέβαια καμία σχέση με τον Καστοριάδη ο οποίος μέχρι το τέλος δήλωνε διεθνιστής και ποτέ δεν υποστήριξε την επιστροφή ή την ενδυνάμωση των παραδοσιακών αξιών στη δύση ή του έθνους-κράτους ως αντίστασης στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης. Το αντίθετο, μιλούσε για την αναγκαιότητα δημιουργίας νέων αξιών και επαναστατικού μετασχηματισμού του υπάρχοντος. Η καστοριαδική σκέψη δεν μπορεί να τροφοδοτήσει τον συντηρητισμό γιατί μια κεντρική της σημασία είναι η αμφισβήτηση της παράδοσης και η ανάγκη ανατροπής των κατεστημένων σημασιών. Ανατροπή και δημιουργία που δεν συμβαίνουν στο κενό και δεν επιδιώκουν την tabula rasa του παρελθόντος αλλά μια ριζικά διαφορετική σχέση μαζί του. Δεν είναι τυχαίο που ένας από τους σημαντικότερους αναρχικούς από τη δεκαετία του ’60 και μετά, ο Εντουάρντο Κολόμπο, ταυτίζεται ρητά σε πολλά σημεία με τη σκέψη του Καστοριάδη. Είναι λάθος λοιπόν να αντιμετωπίζεται το κείμενο του »Προτάγματος» ως καστοριαδικό. Το ίδιο βέβαια και πολύ χειρότερα ισχύει και για τον Φωτόπουλο ο οποίος δεν έχει καμία πραγματική σχέση με τον Καστοριάδη.
    Η έλλειψη προοπτικής και εναλλακτικής πρότασης στο προτεινόμενο κείμενο είναι ένδειξη του αδιεξόδου της συγκεκριμένης σκέψης η οποία με τραγελαφικό τρόπο δίνει ερείσματα στον εθνικιστικό – ρατσιστικό λόγο.

  6. Ο Θεοδοσιάδης γράφει (κάτι ανάλογο λέει και ο εθνικιστής Καζάκης σε σχέση με ένα quote του Μαρξ, το ίδιο κάνουν και κάποιοι της πατριωτικής αριστεράς σε σχέση με ένα quote του Μπακούνιν): »Αν δεν σας έλεγα ότι το παραπάνω quote προέρχεται από τον Μαλατέστα, πιθανότατα κάποιοι θα έλεγαν πως είναι δήλωση του Farage, του Trumpάκουλα, ή της Λεπέν!». Από quote σε quote αυθαίρετα αποκολλημένα η επιχειρηματολογία των φασιστών γίνεται οικεία και η κριτική σκέψη αυτοκτονεί. Συμφωνώ, απαράδεκτο και το άρθρο και τα σχόλια.

  7. @Νίκος Χριστόπουλος
    «Η επιχειρηματολογία του Θεοδοσιάδη είναι εξοργιστικά συντηρητική και αναπαράγει τις εθνικιστικές, παραδοσιοκρατικές θέσεις της δεξιάς ή της αριστεράς»
    Σε αυτό έχω ήδη απαντήσει πιο πάνω
    «Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που διακατέχει κάθε ιδεολογικοποιημένο άτομο είναι η αδυναμία του/της να διακρίνει ανάμεσα σε δύο πράγματα: η αιτιολόγηση μιας κατάστασης και η δικαιολόγηση μιας πράξης. Με άλλα λόγια, άλλο πράγμα η κοινωνική διαύγαση και άλλο η θέση μας σε ένα ζήτημα. Είμαστε κατά της ακροδεξιάς, κατά του ρατσισμού και όλων αυτών των φαινομένων. Σωστά μέχρι εδώ; Άρα, θα πρέπει να καθίσουμε και να σκεφτούμε τί τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς…»
    Επιπλέον, κανείς δεν είπε για υπεράσπιση παραδόσεων που σαφέστατα μπορεί να είναι και ετερόνομες, καταπιεστικές (όπως θέλεις πες το) αλλά για αναγνώριση. Μην μπερδεύουμε την διαύγαση μιας κατάστασης με την θέση. Άλλο το ένα άλλο το άλλο. Το γεγονός ότι υπάρχει έθνος κράτος (και ενίοτε παραδόσεις) δεν σημαίνει ότι αυτό είναι το ιδανικό και αυτό πρέπει να το υπερασπιστούμε. Σημαίνει ότι αυτό υπάρχει. Τελεία και παύλα. Τί να κάνουμε τώρα που έτσι είναι τα πράγματα; Αν θέλουμε να μετασχηματίσουμε αυτούς τους θεσμούς τότε θα πρέπει να έχουμε ήδη κάποιο αντιπρόταγμα και ταυτόχρονα κάποια πολιτική ωρίμανση ώστε να μπορούμε να πούμε πως το πρόταγμα αυτό γίνεται δεκτό από μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Έτσι μόνο γίνεται αυτό που έλεγε ο Καστοριάδης ή δημιουργίας νέων αξιών και επαναστατικού μετασχηματισμού του υπάρχοντος. Διαφορετικά με το να αναπαράγουμε μηδενισμό το μόνο που ενισχύουμε είναι η νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα, που ωθεί ολοένα και περισσότερο την διάλυση των εθνών κρατών και τον ξεριζωμό. Θέση μου είναι πως το να καλωσορίζει κανείς αυτήν την πραγματικότητα κάθε άλλο παρά χειραφέτηση δεν είναι. Δεν μας αρέσει το έθνος κράτος σωστά; Αν όμως πάψει να υφίσταται έθνος κράτος δεν μπορεί να μετασχηματιστεί. Πώς θα μετασχηματιστεί κάτι που δεν υπάρχει; Για μετασχηματισμό του υπάρχοντος μιλάμε! Είναι ο απόλυτος ιδεαλισμός να λέμε «πρώτα θα διαλύσουμε το έθνος κράτος και μετά από το μηδέν θα αναδυθεί κάτι νέο». Το πιο πιθανό είναι να βγουν κερδισμένοι οι φασίστες από κάτι τέτοιο (θα εξηγήσω παρακάτω τους λόγους). Αντιθέτως, μπορούμε να αναζητήσουμε τα σπέρματα αυτονομίας μέσα σε αυτόν τον θεσμό και πάνω σε αυτά να χτίσουμε κάτι καινούριο, μετασχηματίζοντας το παλιό. Διαφορετικά μιλάμε για παρθενογενέσεις, το οποίο είναι η επιτομή του ιδεαλισμού. Επιπλέον τη στιγμή που οι δυτικές κοινωνίες δεν είναι φασιστικές και, ως εκ τούτου, τη στιγμή που τα περισσότερα έθνη κράτη στον δυτικό κόσμο δεν είναι ούτε φασιστικά ούτε Σταλινικά, αλλά φιλελεύθερα, εντός των οποίων υφίστανται στοιχεία δημοκρατίας (έστω και λιγοστά) αλλά και βασικά κοινωνικά δικαιώματα, όπως πχ το δικαίωμα στην πρόνοια, θεωρώ απαράδεκτη την ταύτιση κάθε φωνής που μιλά όχι για υπεράσπιση αλλά για αναγνώρισή ως «δεξιά», «εθνικιστική», «φασιστική» κτλ, πράγμα που κάνουν οι αναρχικοί και υπερφιλελεύθεροι. Και να σου πω γιατί είναι απαράδεκτη; Γιατί αυτό δίνει βήμα έμμεσα στις ακροδεξιές φωνές, να βγουν και να πουν μετά πως «εμείς είμαστε αυτοί που θα υπερασπιστούμε το κράτος πρόνοιας» (όπως γίνεται πχ στη Γαλλία και τη Φινλανδία) εφόσον κανένας δεν έχει μείνει να υπερασπιστεί κεκτημένα (διότι η αριστερά, όπως είδαμε με τον ΣΥΡΙΖΑ, μια χαρά στήριξε την ΕΕ και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της).

    Επιπλέον, (άμεση) δημοκρατία δίχως δήμο δεν μπορεί να υπάρξει. Πουθενά δεν είδα ή δεν διάβασα κάποιον να λέει πως η δημοκρατία «υπερβαίνει το έθνος». Σε αυτό θα σε βοηθήσουν και οι αναλύσεις της Margaret Canovan, που ακολουθεί τη γραμμή της Arendt (βλ Origins of Totalitarianism) πάνω στο έθνος κράτος και στον λαό γενικά. Εκτός ίσως αν ταυτίζουμε την δημοκρατία με την μεταεπαναστατική εποχή του κοσμοπολιτισμού, της κατάργησης κάθε διαχωρισμού, ταξικού ή εθνικού, δηλαδή με την πλήρη αναρχία. Αντίθετα από Ρουσσώ εποχή και μετά το έθνος είναι η βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας και εκεί ακριβώς στο εάν είναι εφικτή ή ανέφικτη η εφαρμογή της δημοκρατίας στα πλαίσια του εδάφους-έθνους έχουν ασκηθεί είτε οι κριτικές που υποστηρίζουν πως η δημοκρατία (άμεση) είναι ανέφικτη στα μεγάλα μεγέθη του έθνους είτε η δημοκρατία για να εφαρμοστεί προϋποθέτει την αναίρεση του έθνους αλλά όχι ώς υπέρβαση αλλά ως «σμίκρυνση» και αυτή είναι τουλάχιστον η σχολή του Μπούκτσιν που μιλάει για δημοκρατία δήμων, δηλαδή μικρών τόπων. Αλλά, ξαναλέω, για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρξει μετασχηματισμός από κάτι άλλο. Δεν είναι προτιμότερο να υφίσταται ένα έθνος κράτος που ενσωματώνει μετανάστες, που τους δίνει επιδόματα κτλ, και αυτό να μετασχηματιστεί; Αυτό που προτείνουν οι φιλελεύθεροι αντιεξουσιαστές (βλ No Border Camp) είναι η διάλυση κάθε έθνους κράτους (πράγμα που κάνουν και οι νεοφιλελεύθεροι) και βαφτίζουν φασίστα όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Δεν καταλαβαίνουν όμως πως έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες όχι δημοτισμός δεν υπάρχει αλλά ο χειρότερος ρατσισμός μπορεί να αναδυθεί. Γιατί; Διότι πολύ απλά έτσι διαλύεται η τεχνητή οντότητα του κράτους, που βασίζεται στα ρεπουμπλικανικά ιδεώδη, αυτό που λέμε στα Αγγλικά civic nationalism, και ως αντίδοτο ενισχύεται η άλλη μορφή ετερονομίας που υπάρχει ριζωμένη μέσα στις κοινωνίες μας, ο φυλετικός εθνικισμός (αλλιώς tribal nationalism). Εκτός τούτου, η παγκοσμιοποίηση (ως έννοια που αφορά την πλήρη κυριαρχία του κεφαλαίου και, κατά συνέπεια, τη διάλυση κάθε αξίας, μαζί με τη μαζική κουλτούρα που αναδύεται ως απόρροια της υπερεμπορευματοποίησης) καταστρέφουν όχι μόνο την έννοια τον λαό, αλλά ακόμα και τις συνθήκες να υπάρξει κάποιος λαός!

    Μετά λες
    « Ακριβώς ό,τι υποστηρίζει και ο συνωμοσιολογικός δεξιός ή αριστερός λόγος. »
    Καμία απολύτως σχέση. Καμία συνωμοσία δεν υπάρχει και κανείς δεν προσπαθεί να διαλύσει καταστρέψει παραδόσεις, παρά μόνο το ίδιο το κεφάλαιο. Ο γερο-Μαρξ το έγραφε από δύο αιώνες πριν ότι ο καπιταλισμός είχε διαλύσει κάθε παράδοση και κάθε αξία. Δεν χρειάζεται να μπλέξουμε μέσα υπερεθνικές ελίτ, μυστικές στοές και άλλα εξωτικά πουλιά. Ο χαρακτήρας του καπιταλισμού είναι κοσμοπολίτικος, για να μπορέσει το κεφάλαιο να αναπτυχθεί θα πρέπει πρωτίστως να διαλυθεί κάθε τι που του είναι εμπόδιο, η κοινωνία (όπως έλεγε και η Θάτσερ), το έθνος κράτος (και να μείνει μόνο η αστυνομία και ο στρατός, όπως έλεγε ο Μίλτον Φρίντμαν), οι αξίες και οι παραδόσεις και όλα μαζί να μπουν στη μαζική κουλτούρα και την υπερκατανάλωση. Αυτό δεν το κινεί κάποια μυστική συνωμοσία αλλά το ίδιο το κεφάλαιο, οι αξίες του καπιταλισμού με άλλα λόγια. Πραγματικά δηλαδή απορώ κι εγώ πού την είδες την συνωμοσιολογία! Βρες μου λοιπόν μία λέξη που παραπέμπει σε θεωρίες συνωμοσίας. Εγώ εδώ θα είμαι!

    @ Άγις Θεοδωρίδης
    Καταρχήν Άγι δεν νομίζω μέχρι στιγμής στις συζητήσεις που έχουν γίνει να παίρνει κάποιος θέση «συντηρητισμού» (όπως τον εννοείτε εσείς), «φασιστικές» ή προσπαθεί να δικαιώσει και να οικειοποιήσει τους φασίστες, μήτε εγώ μήτε το άρθρο. Και φυσικά δεν κάνουμε κριτική στους εύκολους στόχους (π.χ. τους φασίστες, τους ακροδεξιούς, τους παπάδες και τη Μέρκελ) οπού εκεί οποιαδήποτε κριτική είναι piece of cake μιας και είτε δαχτυλοδείχνουμε το προφανές (Μέρκελ, κυβέρνηση της αριστεράς) είτε τα πτώματα δεκαετιών (φασισμός, ορθοδοξία κλπ), αλλά εκεί που η πατάτα καίει, ή εκεί που γενικά «ο φιλελευθερισμός βασιλεύει», όπου πάντα έχεις την τάση να κρατάς μια ουδέτερη στάση «ίσων αποστάσεων» και να διαφωνείς γενικώς και αορίστως χωρίς να επιχειρηματολογείς ιδιαίτερα. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή η Αυτοκρατορία είναι χτισμένη πάνω σε 2 βασικούς πυλώνες: την Αγορά και τα «Ανθρώπινα Δικαιώματα». Ιδού τα ταμπού της σημερινής κοινωνίας όπου όποιος κι αν τολμήσει να τους ασκήσει κριτική σημαίνει αυτομάτως είτε ότι «λέει τα ίδια μ’ αυτά που λένε οι φασίστες», «είναι εξωφρενικά συντηρητικός», «είναι συνωμοσιολόγος» και μπλα μπλα μπλα. Φτάσαμε ακόμα και στο σημείο να μπερδεύουμε τον διεθνισμό με τον κοσμοπολιτισμό. Ο διεθνισμός, όμως, ουδέποτε ενθαρρύνει τη μαζική μετανάστευση, αλλά δημιουργεί πυρήνες επαναστατικούς σε όλα τα έθνη και, τελικά, όπου μπορεί. Δεν βλέπει λαούς ανώτερους και κατώτερους, μήτε αναιρεί καν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο The National Question δεν τίθεται κατά των εθνών κρατών αλλά θεωρεί αδύνατο να υπάρξει αυτοπροσδιορισμός μέσα στον καπιταλισμό. Θεωρεί πως πρώτα πρέπει να φτάσουμε στο ιστορικό σημείο της ανατροπής και έπειτα θα μπορέσουν τα έθνη να αυτοπροσδιοριστούν. Αφήνοντας κατά μέρους το πόσο σωστή είναι αυτή η θεωρία ή όχι, και για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα, αυτό που θέλει να σου πει ο Μαλατέστα είναι η παραδοσιακή διενθιστική γραμμή, πως η μετανάστευση πρέπει να θεωρείται τελευταία επιλογή (μιλάμε για την εργατική μετανάστευση) και όχι πρώτη. Οι πρόσφυγες, πχ, δεν έχουν άλλη επιλογή. Αναγκαστικά πρέπει να μεταναστεύσουν. Η μετανάστευση όμως εντός της ΕΕ δεν είναι το ίδιο, και αυτό έχει σημασία στο τί λέμε: πχ όταν μια κατασκευαστική εταιρία στη Βρετανία ξεκινά business και μισθώνει εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη παραμελώντας τους απαιτητικούς Βρετανούς τότε είναι αναμενόμενο να δημιουργηθούν τριβές μεταξύ των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων στα κατώτερα κλιμάκια. Δεν είναι ρατσισμός ούτε φασισμός να συζητάμε αυτά τα πράγματα. Δεν είπε κανείς εδώ πέρα «πετάξτε τους Πολωνούς στη θάλασσα» ώστε να οικειοποιούμαστε τον ρατσισμό και τον φασισμό όπως λες. Δηλαδή πραγματικά δεν καταλαβαίνω αν μιλάμε μαζί. Αντιθέτως προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί συμβαίνουν κάποια άσχημα πράγματα γύρω μας, και πολύ περισσότερο, γιατί στράφηκε το Brexit στην (ακρο)δεξιά. Μα φυσικά γιατί το θέμα του μεταναστευτικού έχει γίνει ταμπού από την αριστερά και την αναρχία. Δεν θέλει να το θίξει η αριστερά αυτό το ζήτημα γιατί βολεύτηκε στον κοσμοπολιτισμό, και βλέπει παντού ρατσιστές και δράκους; Πολύ ωραία! Το ζήτημα το αναλαμβάνει η αντι-αριστερά! Απλό δεν είναι; Δυστυχώς είτε μας αρέσουν είτε όχι οι δεξιές φωνές θίγουν ένα ζήτημα υπαρκτό, το ότι έχει χαθεί ο παλιός κόσμος, ότι η κοινωνία έχει χάσει τον προσανατολισμό της, ή για να το θέσω πιο απλά (και πιο συγκεκριμένα για την περίπτωση του Brexit), ότι η ΕΕ δεν είναι αυτή που μας υποσχέθηκαν ότι θα είναι, και έχει καταντήσει ένα μόρφωμα που εξυπηρετεί τις ολιγαρχίες (δηλαδή το κεφάλαιο). Αυτό εξυπηρετεί η μετανάστευση σήμερα και αυτό μας έλεγε και ο Μαλατέστα (για τον Μπακούνιν δεν ξέρω). Σημαίνει αυτό πως οι απαντήσεις που έδωσε η δεξιά είναι οι σωστές; Σαφέστατα και όχι! Αλλά το πρόβλημα δεν θα πάψει να υφίσταται επειδή η αριστερά δεν θέλει να το δει μήτε επειδή η δεξιά απαντά ξενοφοβικά και ρατσιστικά! Συνεπώς, δεν μπορούμε τώρα να ζητάμε τα ρέστα που οι (ακρο)δεξιοί ανεβαίνουν πάνω ακριβώς στη βάση «να σώσουμε οτιδήποτε μπορεί να σωθεί», σε μια δεδομένη στιγμή που διαλύεται όλος ο παλιός κόσμος, ο οποίος νοηματοδοτούσε την ανθρώπινη ύπαρξη. Ως εκ τούτου, αν θεωρείς ότι η δική μας κριτική σκέψη καταρρέει, καλύτερα κοίτα πρώτα τη δική σου στάση και κάνε μια κριτική στις δικές σου θέσεις, αντί να έρχεσαι και να μας κουνάς και το δάχτυλο. Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα αυτό!

    Κλείνοντας, ας θυμηθούμε τον Καστοριάδη
    «Ακολούθως υπάρχει το ζήτημα της ιστορικότητας. Η ετερονομίας μιας κοινωνίας – όπως και ενός ατόμου – εκφράζεται και ενοργανώνεται στη σχέση που εγκαθιδρύει με την ιστορία της και με την Ιστορία. Η κοινωνία μπορεί να είναι κολλημένο στο παρελθόν της, να το επαναλαμβάνει – να πιστεύει ότι το επαναλαμβάνει – ατελεύτητα, όπως οι αρχαϊκές κοινωνίες ή οι περισσότερες από τις «παραδοσιακές» κοινωνίες. Υπάρχει όμως ένας άλλος τρόπος ετερονομίας που γεννιέται κάτω από τα μάτια μας: η δήθεν tabula rasa του παρελθόντος που, στην πραγματικότητα, συνιστά – διότι δεν υπάρχει ποτέ καθ’ ολοκληρίαν απώλεια της ζωντανής μνήμης της κοινωνίας, τη στιγμή μάλιστα που υπερτροφεί η νεκρή της μνήμη…»
    Τί συντελείται σήμερα περισσότερο; Η διάλυση της ζωντανής μνήμης ή η παραδοσιολανγία; Η αίσθηση που έχω είναι πως οι αναγνώσεις του Καστοριάδη ανάγονται στον μεταμοντέρνο αναρχισμό αντί να είναι αναγνώσεις.

  8. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Είμαι σίγουρος πως ούτε το »Πρόταγμα» συμφωνεί μαζί σου γιατί αν θυμάμαι καλά κι εκείνο ασκεί ριζική κριτική στην έννοια του έθνους και εννοείται βέβαια στην έννοια του »έθνους-κράτους». Τσιτάρεις Καστοριάδη και θολώνεις τα νερά, ο Καστοριάδης όμως δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση του »έθνους-κράτους» στο οποίο ασκεί συντριπτική κριτική. Καμία έννοια δημοκρατίας δεν μπορεί να περιλαμβάνει το κράτος. Όσο για το »έθνος» το παρακάτω κείμενο της ομάδας »Αυτονομία ή Βαρβαρότητα» δίνει αρκετές απαντήσεις στα ερωτήματά σου: http://eagainst.com/articles/%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1/

    Στα περί μεταμοντέρνου αναρχισμού πέφτεις έξω, δεν έχω καμία σχέση. Θεωρώ μάλιστα ότι η κριτική που ασκεί ο Μπούκτσιν είναι σωστή. Επίσης ο Εντουάρντο Κολόμπο στον οποίο αναφέρθηκα στο προηγούμενο μήνυμα ασκεί οξύτατη κριτική εναντίον του μεταμοντέρνου αναρχισμού. Η κριτική στο »έθνος-κράτος» εξάλλου αναδύεται πολύ πριν την εμφάνιση του μεταμοντερνισμού.

    Επίσης, εγώ δεν είπα ποτέ ούτε υποστηρίζω ότι «πρώτα θα διαλύσουμε το έθνος κράτος και μετά από το μηδέν θα αναδυθεί κάτι νέο». Η δική σου πρότασή όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αυταπάτη ενός »δημοκρατικού» αριστερού κρατισμού, ή σκέτα »δημοκρατικού» κρατισμού (πλήρης αντίφαση όρων), γράφεις: »μπορούμε να αναζητήσουμε τα σπέρματα αυτονομίας μέσα σε αυτόν τον θεσμό και πάνω σε αυτά να χτίσουμε κάτι καινούριο, μετασχηματίζοντας το παλιό». Καλά, σοβαρολογείς;

    Για την tabula rasa του παρελθόντος απάντησα ήδη στο προηγούμενο μήνυμα, είναι φενάκη. Ζωντανή μνήμη όμως δεν σημαίνει αποδοχή ή επανάληψη, αλλά συνεχής αναστοχασμός που διαρρηγνύει την κλειστότητα της παράδοσης. Εσύ όμως μιλάς συντηρητικά γιατί υπερασπίζεσαι την κλειστότητα και »αυτά που έχουμε» όπως λες. Με αυτά που έχουμε φτάσαμε εδώ που είμαστε, τώρα πρέπει να δημιουργήσουμε νέους τρόπους.

    • Άντε πάλι το ίδιο κόλλημα…
      «Η δική σου πρότασή όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αυταπάτη ενός »δημοκρατικού» αριστερού κρατισμού, ή σκέτα »δημοκρατικού» κρατισμού (πλήρης αντίφαση όρων), γράφεις: »μπορούμε να αναζητήσουμε τα σπέρματα αυτονομίας μέσα σε αυτόν τον θεσμό και πάνω σε αυτά να χτίσουμε κάτι καινούριο, μετασχηματίζοντας το παλιό». Καλά, σοβαρολογείς;»
      Ναι φίλε μου σοβαρολογώ. Ο φιλελευθερισμός, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα δεν είναι έννοια μονοσήμαντη. Εμπεριέχει καί την αυτονομία εμπεριέχει καί τον καπιταλισμό. Τουλάχιστον αυτά μας λέει ο Καστοριάδης: ο φιλελευθερισμός είναι μια διττή οντότητα. Το έθνος κράτος μπορεί να είναι φορέας φιλελεύθερων πολιτικών, μπορεί να είναι και φασιστικό ή και Σταλινικό. Επιπλέον, το έθνος κράτος εμπεριέχει κάποιους θεσμούς που αν καταργηθούν θα μπορούσε να οδηγηθεί η κατάσταση σε πολύ χειρότερες εκτροπές… είχε άδικο η Σιμόν Βέιλ που έλεγε πως όσο περισσότερο ξεριζώνεις πληθυσμούς τόσο σε πιο αυταρχικές πολιτικές οδηγούνται; Τσαφ! Πάρε έναν Τραμπ τώρα, που νομίζαμε πως ο κοσμοπολιτισμός και η παγκοσμιοποίηση θα μας απελευθερώσουν «από τα δεσμά των εθνικών κρατών».

      Και μην μου λες συνέχεια «τί λέει ο Καστοριάδης» και τί όχι, δεν είμαι υποχρεωμένος να τον ακολουθώ κατά γράμμα. Η ανάλυσή μου για το έθνος κράτος ξεκινά από την Άρεντ στο Origins of Totalitarianism. Αυτό που μας δίνει να καταλάβουμε η συγκεκριμένη ανάλυση είναι πως στη δεδομένη στιγμή αυτό που χάνουμε μέσα στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι το δικαίωμα να αποκτούμε δικαιώματα. Αυτό δηλαδή the right to have rights (βλ δεύτερος τόμος Origins of Totalitarianism). Κάνουμε ένα δημοψήφισμα που δεν εφαρμόζεται ούτε για πλάκα και όλες οι αποφάσεις να παίρνονται από το «αόρατο χέρι». Από την άλλη, τα δικαιώματα των γκέι, τα δικαιώματα των μειονοτήτων (για τα οποία τόσο πολύ κόπτεται η αριστερά), όλα αυτά κερδήθηκαν μέσα σε ένα καθεστώς που σου έδινε τη δυνατότητα να αγωνιστείς και να διεκδικήσεις. Επιπλέον, ο Καστοριάδη μας έλεγε ότι ο αστικός δυτικός κόσμος είναι προτιμότερος από τον ανατολικό αυταρχικό ή τον Σταλινικό γιατί οι θεσμοί του (ένας από αυτός είναι και το έθνος κράτος) μας δίνουν τη δυνατότητα να μπορούμε να αμφισβητούμε (ως ένα βαθμό) τις αναπαραστάσεις (το λεγόμενο σπέρμα της αυτονομίας), και φυσικά λόγω αυτής της δυνατότητας δημιουργήθηκαν κινήματα που ανέδειξαν κάποιες κοινωνικές ομάδες. Αυτή η δυνατότητα όμως υποχωρεί στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, κυρίως λόγω της αυξανόμενης αυταρχικοποίησης των αγορών και της υποχώρησης κάθε εθνοκρατικής αστικής, έστω και κατ’ επίφαση «δημοκρατικής» εξουσίας. Η διάβρωση των εθνών κρατών διαβρώνει παράλληλα και το πολιτικό σώμα εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί μια πολιτική χειραφετική. Κι έτσι χάνουμε το δικαίωμα του να διεκδικούμε δικαιώματα, the right to have rights. Το θέμα είναι η ύπαρξη ενός πολιτικού χώρου εντός του οποίου μπορούμε να έχουμε το δικαίωμα να διεκδικούμε δικαιώματα…

      Επιπλέον, από τη στιγμή που τα κράτη αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο (ακόμα) δεν είναι φασιστικά και εμπεριέχει θεσμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να προσφέρουν πέντε δέκα πράγματα, θα προτιμούσα να χρησιμοποιήσω κάτι από αυτά, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για κάτι ακόμα πιο ουσιαστικό και συμμετοχικό στο μέλλον, από το να μιλώ για την διάλυση και την κατάργησή τους (που επιθυμούν οι αναρχικοί). Προτιμώ να αφιερώσω τις δυνάμεις μου στις δυνατότητες συγκρότησης ενός νέου πολιτικού χώρου, ο οποίος θα είναι ανοιχτός πραγματικά, όχι ανοιχτός με υποσημειώσεις: θα είναι ανοιχτός π.χ. σε μια συζήτηση για τη δημοκρατική μεταρρύθμιση του Συντάγματος, για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων με βάση το Ελβετικό μοντέλο, για τη δημιουργία εκλογικής πολιτικής βάσης και ομοσπονδιακού δημοτισμού, για να ανέχεται και διαφορετικές απόψεις (δεξιές, συντηρητικές, “χαζοχαρούμενες” ακόμα και νεοφιλελέ), για την ανάδυση ενός νέου λαϊκού πολιτισμού (στα πλαίσια της κοινής ευπρέπειας – common decency, που έλεγε ο Orwell). Προτιμώ δηλαδή να συνεισφέρω στην προσπάθεια ανάδυσης ενός χώρου πολιτικού, εντός του οποίου δεν θα εξαντλείται ο διάλογος σε κλισέ και πολλά πολλά άλλα. Προτιμώ να θέσω πλέον άλλου τύπου ερωτήματα τα οποία να απαντώνται και στα πλαίσια του εφικτού στο σήμερα παρά να εξαντλώ την πολιτική μου στράτευση σε άνευ περιεχομένου συνθήματα: “κάτω τα σύνορα και τα κράτη”, “αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο” κ.λπ. Δεν λέω, σαγηνευτικά αυτά τα συνθήματα, μακροπρόθεσμα κι εγώ εύχομαι να καταργηθούν τα κράτη, οι στρατοί και οι μισαλλοδοξίες αλλά το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε, στο σήμερα, με δεδομένες συνθήκες; Υπάρχει σήμερα πολιτική ωρίμανση να καταργηθούν παγκοσμίως τα κράτη ή μήπως όλο αυτό είναι μια στείρα συνθηματολογία που το μόνο που επιζητεί είναι το “δικαίωμα στην ύπαρξη”; “Κοιτάξτε, είμαστε κι εμείς εδώ”. Αυτό περισσότερο μου θυμίζει αυτή η κατάσταση, ν’ αναγνωρίσει η κοινωνία πως υπάρχουν και κάποιοι τρελοί στη γωνία που δεν προτείνουν τίποτα και απλά εύχονται μέσα σε ένα πρωί να ξυπνήσουμε σε έναν πλανήτη δίχως σύνορα. Αλλά αν αυτό είναι το διακύβευμα ας πάμε να γίνουμε ποιητές ή καλλιτέχνες, όχι πολιτικά στρατευμένα υποκείμενα που θέλουμε να παρέμβουμε στην καθημερινότητα και τη ζωή όπως αυτή είναι σήμερα.

      «Για την tabula rasa του παρελθόντος απάντησα ήδη στο προηγούμενο μήνυμα, είναι φενάκη. Ζωντανή μνήμη όμως δεν σημαίνει αποδοχή ή επανάληψη, αλλά συνεχής αναστοχασμός που διαρρηγνύει την κλειστότητα της παράδοσης. Εσύ όμως μιλάς συντηρητικά γιατί υπερασπίζεσαι την κλειστότητα και »αυτά που έχουμε» όπως λες. Με αυτά που έχουμε φτάσαμε εδώ που είμαστε, τώρα πρέπει να δημιουργήσουμε νέους τρόπους»
      Και πάλι αδυνατείς να καταλάβεις τί γράφω. Πού είπα να υπερασπιστούμε την κλειστότητα των υπαρχόντων παραδόσεων; Γιατί βάζεις στο στόμα μου λόγια που δεν είπα; Ενδεχομένως τα παραπάνω σχόλια που έκανα να ήταν λιγάκι υπερβολικά, κυρίως λόγω της φόρτισης των γεγονότων του Brexit που είχα την τύχη να ζήσω από κοντά, αλλά και της «προσοδίας» χώρων οι οποίοι θα έπρεπε να βρίσκονται μπροστά στη γραμμή συνδιαμόρφωσης και συνάθροισης αντί να στηρίζουν άκριτα υπερδομές. Πέρα τούτου και για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα: οι παραδόσεις όλες δεν είναι μονοσήμαντες. Υπάρχουν και στοιχεία που αξίζει να σωθούν (μνήμες, λαϊκότητα κτλ), υπάρχουν και στοιχεία που πρέπει να απορριφθούν (πατριαρχία κτλ). Η στάση των αναρχικών και των φιλελεύθερων όμως είναι λίγο πολύ η γνωστή: όλες οι παραδόσεις είναι καταπιεστικές. Αυτό πηγάζει από την αντικουλτουρίστικη γραμμή των εγχώριων α/α, που αντιλαμβάνονται κάθε ταυτότητα και κάθε νόρμα ως καταπίεση. Αυτή είναι και η κατεξοχήν μεταμοντέρνα γραμμή, βάσει της οποίας κάθε ταυτότητα και νόρμα είναι κυριαρχία και καταπίεση. Άρα για να ξεφύγουμε από την καταπίεση θα πρέπει να διαγράψουμε κάθε αξία, κάθε παράδοση και κάθε ζωντανή μνήμη. Αυτά που δηλαδή ασπάζεται ο αναρχισμός σήμερα (φυσικά όχι όλοι οι αναρχικοί) άθελά του. Αλλά γιατί τα ασπάζεται; Γιατί βασική του γραμμή είναι ο μηδενισμός και ο σχετικισμός, αυτό που θεωρητικά πλασαρίστηκε ως απελευθέρωση από τα κινήματα του 60 και του 70. Έτσι όμως δεν κάνουμε τίποτα. Έτσι απλά πετάμε το νερό μαζί με τα σαπουνόνερα.

      Επιπλέον, γιατί μου δίνεις άρθρα από το Eagainst στο οποίο υπήρξα συνιδρυτής (αν δεν το ξέρεις); Και τί προσπαθείς να πεις με ένα άρθρο που γράφτηκε 10 χρόνια πριν από μια ομάδα που δεν ήταν η ίδια με τη σημερινή σύσταση του Προτάγματος; Πώς σου πέρασε από το μυαλό ότι το Πρόταγμα συμφωνεί με ένα άρθρο 10 χρονών πριν; Συμφωνεί ή διαφωνεί η ομάδα μαζί μου τί σημασία έχει;

  9. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Το σχόλιό σου είναι μεγάλο ξεκινάω από το τέλος. (Υπάρχουν αρκετά σημεία με τα οποία διαφωνώ, θα αναφερθώ σε επόμενο μήνυμα, δυστυχώς δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο).
    Γνωρίζω πολύ καλά ότι υπήρξες συνιδρυτής του Eagainst και γι’ αυτό πρότεινα το συγκεκριμένο άρθρο το οποίο μάλιστα σχολιάζεις εσύ ο ίδιος θετικά σε σχόλιό σου κάτω από την αρχική ανάρτηση. Το πρότεινα σκόπιμα για να έχουμε και μια κοινή βάση για συζήτηση με τον κόσμο του »Προτάγματος». Τι ερώτημα όμως είναι αυτό; Γράφεις: »Πώς σου πέρασε από το μυαλό ότι το Πρόταγμα συμφωνεί με ένα άρθρο 10 χρονών πριν;». Το θεωρώ πολύ φυσικό. Ας μας πουν όμως οι ίδιοι, αν και το κείμενο δεν αφορά ακριβώς το Πρόταγμα όπως λες γιατί αυτή είναι μια άλλη συλλογικότητα κι όχι εκείνη που το υπέγραψε. Όπως και να έχει, θεωρώ ότι το άρθρο που πρότεινα είναι μια καλή βάση για συζήτηση, όχι γιατί δεν έχει προβληματικά σημεία αλλά γιατί στο σύνολό του αποτελεί μια απάντηση στα λεγόμενά σου. Εσύ μιλάς υπέρ του έθνους-κράτους, επιλέγεις δηλαδή μία εκ των δύο κυρίαρχων καθεστωτικών επιλογών και μάλιστα εκείνη που προτείνουν συγκεκριμένα όλοι οι εθνικιστές της δεξιάς ή της αριστεράς και βέβαια οι ακροδεξιοί. Υπάρχει λοιπόν πολύ μεγάλο πρόβλημα με αυτή την πρόταση εξαρχής. Για να μην μακρηγορώ, προσωπικά θεωρώ ότι ο μεγάλος ηττημένος του 20ου αιώνα είναι ο διεθνισμός και ότι η αναγέννησή του με νέους όρους είναι ο δρόμος του προτάγματος της αυτονομίας. Ανέκαθεν. Γι’ αυτό αξίζει να παλέψουμε: ομοσπονδιοποίηση και οριζόντια δικτύωση παντού. Και βέβαια αυτό δεν σημαίνει κατά κανένα τρόπο διάλυση της τοπικής κουλτούρας, σίγουρα όμως σημαίνει μετασχηματισμό της παράδοσης, κοινωνικο-ιστορικό μετασχηματισμό, που σημαίνει ότι διαποτίζεται από ρήξεις, συνέχειες, μεταμορφώσεις. Το ξαναείπα, καμία σχέση με tabula rasa ούτε βέβαια με τον μηδενιστικό αναρχισμό με τον οποίο ούτως ή άλλως δεν συμφωνώ.

    • «Εσύ μιλάς υπέρ του έθνους-κράτους, επιλέγεις δηλαδή μία εκ των δύο κυρίαρχων καθεστωτικών επιλογών και μάλιστα εκείνη που προτείνουν συγκεκριμένα όλοι οι εθνικιστές της δεξιάς ή της αριστεράς και βέβαια οι ακροδεξιοί»
      Νομίζω ότι μία μου πρόταση έχει ήδη απαντήσει σε αυτό που λες:
      «Δεν είναι προτιμότερο να υφίσταται ένα έθνος κράτος που ενσωματώνει μετανάστες, που τους δίνει επιδόματα κτλ, και αυτό να μετασχηματιστεί; »
      Ακροδεξιό και αυτό; Έλεος δηλαδή!!! Θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέραμε τώρα; Υπεράσπιση λοιπόν ή αναγνώριση και κατόπιν μετασχηματισμός; Δηλαδή πόσες φορές πρέπει να το πω; Τώρα αν εσύ δεν θέλεις να στηρίξεις αλλαγές πιθανότατα και στα πλαίσια ενός έθνους-κράτους, με στόχο να μετασχηματιστεί αυτό σε κάτι άλλο αργότερα, μένεις απλά κλεισμένος στις αναρχικές θεωρίες σου και αποκομμένος από την κοινωνία. Τυπική αναρχική απόδραση από την πραγματικότητα. Εκτός και αν θεωρείς ότι υπάρχει κάποια πολιτική ωρίμανση για να μετασχηματιστεί το έθνος κράτος τώρα αυτή τη στιγμή που μιλάμε σε κάτι άλλο! Πιο πιθανό θεωρώ να γίνει μια κίνηση για τροποποίηση του Συντάγματος, μέσα στο οποίο θα εμπεριέχει και προτάσεις για τη δημιουργία εκλογικής πολιτικής βάσης και ομοσπονδιακού δημοτισμού αντί να μιλάμε για κατάργηση των κρατών παγκοσμίως.
      Εκ του γεγονότος, οι διαγώνιες αναγνώσεις στα σχόλια που διαφωνείς δεν αρκούν να κατανοήσει κανείς τί θέλει ο συγγραφέας να πει και σε οδηγούν σε ad nauseum επιχειρηματολογία. Συνεχίζεις να μιλάς τη δική σου γλώσσα και δίχως να επιχειρηματολογείς ιδιαίτερα και εκσφενδονίζοντας κατηγορίες από εδώ και από εκεί: «μα αυτό είναι δεξιό», «μα το άλλο ειναι αριστερό». Καμία απάντηση επί του επιχειρήματος. Ξέρεις πώς λέγεται αυτό; Argumentum ad hominem http://www.respublica.gr/2015/11/column/thoughteconomy/ Δεν δίνουμε βάση στο επιχείρημα αλλά στο τί είναι αυτός που το λέει. Έτσι πχ αν αυτός είναι δεξιός τότε τον απορρίπτουμε μονομιάς. Δεν καθόμαστε να δούμε αν το επιχείρημα είναι σωστό ή λάθος, απλά το απορρίπτουμε με τη σκέψη και μόνο ότι δεν προέρχεται από έναν χώρο δικό μας. Ακόμα χειρότερη είναι η προκατάληψη του να μην προσπαθούμε καν να καταλάβουμε τί λέει ο άλλος, και από τη φούρια μας και την έλλειψη διάθεσης να στοχαστούμε πάνω σε ένα επιχείρημα που κατά πάσα πιθανότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, το κατατάσουμε στην «ακροδεξιά» στον εθνικισμό κτλ… Επί της ουσίας, για τα αυτονόητα δεν μπορώ να εξηγούμε. Σταμάτα να βάζεις την ταμπέλα του «εθνικιστή» και του «ακροδεξιού» σε ό,τι δεν συμφωνεί μαζί σου. Μην προσπαθείς με αυτόν τον τρόπο να καταλογίσεις ηθική ευθύνη στον συνομιλητή σου, ώστε να φανείς ανώτερος στη συζήτηση. Τελεία και παύλα.
      Διάβασε, προσπάθησε να καταλάβεις, και όταν αποδίδεις μια κατηγορία μάθε να τεκμηριώνεις.

  10. «Για να μην μακρηγορώ, προσωπικά θεωρώ ότι ο μεγάλος ηττημένος του 20ου αιώνα είναι ο διεθνισμός και ότι η αναγέννησή του με νέους όρους είναι ο δρόμος του προτάγματος της αυτονομίας»
    Και ποιός ευθύνεται για αυτό αν όχι η ίδια η αριστερά που εγκατέλειψε τον διεθνισμό και ενστερνίστηκε τον κοσμοπολιτισμό από τη δεκαετία του 70 και έπειτα; Πάρε διάβασε τους Λακάν, Μπάτλερ, Ντεριντά, και όλη τη νεοαριστερή σχολή, όλοι συναινούν πως χρειαζόμαστε ένα είδος παγκόσμιας κοινότητας. Αυτό δηλαδή που εν ολίγοις μας λένε και οι νεοφιλελεύθεροι. Κοινώς όταν έχεις μια αριστερά ενσωματωμένη στο νεοφιλελεύθερο παράδειγμα, που έχει μπερδέψει για τα καλά τον διεθνισμό με τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, είναι αναμενόμενο να στραφούν όλες οι αντιδράσεις στην παγκοσμιοποίησης υπέρ της ακροδεξιάς. Περισσότερα εδώ http://www.respublica.gr/2016/11/column/brexittrumpleft/

  11. Ο/Η protagma λέει:

    Συντάξαμε κι εμείς μια απάντηση, αρκετά μακροσκελή, αλλά θέλαμε να πιάσουμε τα ζητήματα και στη θεωρητική τους διάσταση. Αναγκαστικά δεν απαντάμε σε όλα όσα έχουν ειπωθεί κατά τη διάρκεια της κουβέντας. Προσπαθούμε να κάνουμε μια γενικότερη κριτική στην τάση που νομίζουμε ότι εκφράζεται στις τοποθετήσεις των Άγη και Νίκου.

    Είναι προφανές, κατ’ αρχάς, πως η καστοριαδολογία δε μας ενδιαφέρει ως κλάδος. Οι εντελώς άστοχες τοποθετήσεις σας, ωστόσο, Νίκο και Άγη, μας δίνουν την ευκαιρία για ορισμένες διευκρινίσεις. Θεωρούμε τον Καστοριάδη βασική μας αναφορά. Διόλου όμως κάτι τέτοιο δε συνεπάγεται πως συμφωνούμε με οτιδήποτε έχει πει ο φιλόσοφος ή ότι οι αναλύσεις του είναι αλάνθαστες και δε θα χρειαστούν κάποτε κριτική και ξεπέρασμα. Άλλο όμως αυτό κι άλλο να μην καταλαβαίνει κανείς τι είπε ο Καστοριάδης και να τον χρησιμοποιεί όπως του κατεβαίνει, αγνοώντας, εν προκειμένω, ότι ποτέ του δε δήλωσε αναρχικός και ασκούσε πάντοτε κριτική στον αναρχισμό παρ’ όλο που τον έβλεπε με συμπάθεια. Οι έλληνες αναρχικοί πολύ συχνά αναφέρονται στον Καστοριάδη, δίχως όμως να έχουν καταλάβει την ουσία του έργου του, βλέποντάς τον μόνο ως πηγή επιχειρημάτων για μια εξ αριστερών κριτική του σταλινισμού.

    Βασική πεποίθηση και θεωρητική θέση του Καστοριάδη, όμως, υπήρξε η ιδέα πως η ελευθερία θα πρέπει να νοείται ως αυτοπεριορισμός: όχι ως άκριτη πίστη στην ικανότητα υπέρβασης κάθε ορίου και εξάλειψης της ανάγκης για νόμους και θεσμούς, αλλά ως η κατά το δυνατόν λελογισμένη και συνειδητή δραστηριότητα δημιουργίας των ίδιων μας των -δημοκρατικών- νόμων και θεσμών. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον αναρχισμό και ειδικά με τον σύγχρονο αναρχισμό, ο οποίος απλώς δαιμονοποιεί το κράτος και πιστεύει πως αν αυτό εξαλειφθεί, μαζί με ορισμένες ακόμη καταπιεστικές ιδεολογίες (όπως ο εθνικισμός, ο ρατσισμός ή η πατριαρχία), θα απελευθερωθεί η έμφυτη καλοσύνη των ατόμων και θα ζήσουμε όλοι αγαπημένοι; Τέτοιες βαθιά ρουσωικές ιδέες υποστηρίζει κι ο Εντουάρντο Κολόμπο και γι’ αυτό η ανάλυσή του δε μπορεί να πάει πέρα από έναν αφελή αντικρατισμό. Ορισμένοι από εμάς συμμετείχαμε για κάποιον καιρό στη συνέλευση των παλιών μελών της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα στο Παρίσι και θυμόμαστε την επίθεση που μας είχε κάνει όταν, κατά την παρουσίασή μας για τον Δεκέμβριο του 2008, είχαμε υποστηρίξει πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρόβλημα κρατικής καταστολής και πως, ως εκ τούτου, η εξέγερση πήρε, μεν, αφορμή από τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, ωστόσο εξέφρασε το γενικότερο πνευματικό αδιέξοδο και το περίφημο κενό νοήματος –για να θυμηθούμε ακόμη μια κεντρική ιδέα του Καστοριάδη. Αντίθετα ο Κολόμπο μας έλεγε, πολύ εκνευρισμένος, ότι δε μπορεί να δεχθεί μια κοινωνική ανάλυση που δε μιλά για τον κεντρικό ρόλο του Κράτους. Χαρακτηριστική η διαφορά μεταξύ της αναρχικής προοπτικής, από τη μια μεριά, και μιας προοπτικής καστοριαδικής έμπνευσης, από την άλλη, που αναλύει την κοινωνία με όρους ανθρωπολογικούς, προσπαθώντας να μελετήσει το φαντασιακό της και την ενδεχόμενη κρίση και αποσύνθεσή του.

    Διόλου τυχαίο, λοιπόν, που με ανάλογα επιφανειακό τρόπο αντιλαμβάνεστε τον διεθνισμό του Καστοριάδη. Διεθνισμός δεν είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, το τυφλό μίσος για το έθνος ως τέτοιο. Γι’ αυτό και ο Καστοριάδης όριζε τον διεθνισμό ως αίτημα κατάργησης των συνόρων, σε ένα πρώτο επίπεδο. Ταυτόχρονα, όμως, μιλούσε για εκείνο το περίφημο «διασκεδαστικό κατάλοιπο εθνικισμού» που τον έκανε να εξοργίζεται κάθε φορά που άκουγε έναν Έλληνα να λέει μια χαζομάρα, πράγμα που δε συνέβαινε όταν τη χαζομάρα την έλεγε κάποιος Δανός, λ.χ. Σε άλλη του συνέντευξη είχε δηλώσει πως, κάθε φορά που επέστρεφε στην Ελλάδα, ένιωθε «σα να βγάλανε τη μάνα μου να κάνει πιάτσα». Αμφότερες αυτές οι αποστροφές δείχνουν ότι ο άνθρωπος, παρ’ ότι διεθνιστής και κατά το ήμισι εκγαλλισθείς, πάντοτε ένιωθε το δέσιμο με τη γενέθλια γη και την «πατρίδα» την οποία και πονούσε. Παράλληλα, προφανώς, θα θεωρούσε πατρίδα του και τη Γαλλία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ένιωθε αυτό το δέσιμο και δεν ήταν ένας εκριζωμένος, «χίπστερ» διανοούμενος σαν τους δημερινούς περιοδεύοντες ακαδημαϊκούς αριστεριστές.

    Όταν εμείς μιλούμε για την αντίθεση των σύγχρονων, «κοσμοπολίτικων» ολιγαρχιών με τους λαούς της εκάστοτε χώρας καταγωγής τους, οι οποίοι βλέπουν θετικά την εθνική τους ταυτότητα, σε αυτήν ακριβώς την αίσθηση αναφερόμαστε, σε ένα πρώτο επίπεδο. Διότι δίχως μια τέτοια συλλογική ένταξη, είσαι καλαμιά στον άνεμο, είσαι ένα ον εκριζωμένο, ένας «ελάχιστος εαυτός» κατά τον Κρίστοφερ Λας, που βουλιάζει στον μηδενισμό. Όχι ότι μια τέτοια ένταξη αρκεί για να δώσει νόημα στη ζωή του ατόμου ή ότι δίνει απαραιτήτως ένα δημοκρατικό και απελευθερωτικό νόημα –απλώς δίχως αυτή τη στοιχειώδη ένταξη και ικανότητα ταύτισης με κάποιες συλλογικές παραστάσεις, καμία δυνατότητα δημιουργίας άλλων συλλογικών παραστάσεων ή αξιών δε νοείται, καμία ικανότητα στράτευσης σε συλλογικούς στόχους και οράματα. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της εποχής μιας κι όποιος την αγνοεί, μάλλον ζει κυριολεκτικά εκτός τόπου και χρόνου.

    Άλλωστε -και για να περάσουμε στο δεύτερο επίπεδο της ανάλυσής μας περί έθνους- ακόμα και οι κλασικοί του αναρχισμού ήταν σαφείς ως προς αυτό το ζήτημα. Εκτός από τον Μαλατέστα που αναφέρθηκε προηγουμένως από τον Μιχάλη, χαρακτηριστική είναι και η εξής αποστροφή του Μπακούνιν περί πατρίδας/έθνους: «Ο λαός είναι από τη φύση του πατριώτης. Αγαπά τη γη όπου γεννήθηκε, το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτή η αγάπη, όπως όλες οι ανθρώπινες αγάπες, είναι στη βάση της ένα αίσθημα αρχικά εντελώς φυσιολογικό, ζωώδες […] Ο πραγματικός, ζωντανός, ισχυρός, πατριωτισμός του λαού, δεν είναι καθόλου εθνικός πατριωτισμός, ούτε καν τοπικός, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του αποκλειστικά κοινοτικός». Πάνω σε αυτό το αίσθημα είναι που μπορεί να πατήσει ο συνταγματικός εθνικισμός/πατριωτισμός τον οποίο υποστηρίζουμε και τον οποίο χρησιμοποιούμε για να (επαν)ορίσουμε τον διεθνισμό: έθνος δε θα πρέπει να θεωρείται η τρισένδοξη ιστορία, οι μάχες, το αίμα και το τιμημένο έδαφος ή ακόμη κι η γλώσσα, όπως πιστεύει ο αντιδιαφωτιστικός, γερμανικής προέλευσης ρομαντικός εθνικισμός, αλλά οι θεσμοί της κοινωνίας και η ελευθερία που τούτοι οι θεσμοί μας εγγυώνται, στον έναν ή τον άλλο βαθμό. Αυτός ο αναγεννησιακός εθνικισμός, που αναδύεται στις μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πόλεις-κράτη, ενέπνευσε όλους τους μεγάλους ρεπουμπλικανούς στοχαστές της νεωτερικότητας, ενώ η επιρροή του είναι εμφανής στην Αμερικανική Επανάσταση. Όπως ωραία το έθετε ο Ρουσώ, «Δεν είναι ούτε τα τείχη ούτε οι άνθρωποι αυτοί που κάνουν την πατρίδα: είναι οι νόμοι, τα ήθη, τα έθιμα, η Διακυβέρνηση, το σύνταγμα, ο τρόπος του είναι που προκύπτει απ’ όλα αυτά. Η πατρίδα είναι στις σχέσεις του Κράτους με τα μέλη του• όταν αυτές οι σχέσεις αλλάζουν ή καταστρέφονται, η πατρίδα εξαφανίζεται».

    Και για να επανέλθουμε στο καστοριαδολογικό κομμάτι της συζήτησης, παρεμφερής ήταν και η πολιτική συνείδηση των ατόμων ως πολιτών μέσα στις αρχαίες, δημοκρατικές πόλεις-κράτη. Πιστεύετε, δηλαδή, πως ο Καστοριάδης δεν ήταν υπέρμαχος ενός τέτοιου συνταγματικού/πολιτικού πατριωτισμού; Τις αναλύσεις του για τον Επιτάφιο του Περικλή δεν τις έχετε υπόψη σας; Και τι το μεμπτό βρίσκετε σε έναν τέτοιο πατριωτισμό; Δε μπορούμε εδώ να μακρυγορήσουμε, αλλά δε γίνεται να παραβλέπει κανείς πως τα σύγχρονα δυτικά έθνη συνιστούν μερικές ενσαρκώσεις του προτάγματος της αυτονομίας. Όπως ωραία το είχε θέσει και ο Μπούκτσιν στο κείμενό του «The Left that Was: A Personal Reflection», στην περίπτωση των λεγόμενων αστικών επαναστάσεων, έθνος είναι η κοινωνία που εξεγείρεται ενάντια στην αυθαιρεσία του μονάρχη ο οποίος την αντιμετωπίζει απλώς ως πανίδα των εδαφών που κατέχει κληρονομικά. Αν δεν υπήρχε το έθνος, ως μορφή πολιτικής κοινότητας, θα είχαμε μείνει ακόμη στο μοντέλο της αυτοκρατορικής πολυπολιτισμικότητας ή έστω της μοναρχικής απολυταρχίας με το πλήθος συντεχνιών της: μια κοινωνία διασπασμένη σε πλήθος εθνοτικών ή συντεχνιακών ομάδων που τη συνέδεαν μόνον η πυγμή κι οι αυταρχικοί νόμοι του Μονάρχη ή του Αυτοκράτορα. Αυτό, αντίθετα, που επέτρεψε στις δυτικές κοινωνίες να εξεγερθούν ενάντια στους μονάρχες (που, ως μέλη πολυεθνικών δυναστείων, ήταν πολύ συχνά αλλοεθνείς τους) ήταν η αυτοοργάνωσή τους σε έθνη, δηλαδή σε πολιτικές κοινότητες που ζητούν την αυτοκυβέρνησή τους. Υπό αυτήν την έννοια έτσι όπως τίθεται ο τυφλός αντικρατισμός του αναρχισμού («καμία έννοια δημοκρατίας δε μπορεί να περιλαμβάνει το κράτος» λέει κάπου ο Νίκος) αποκρύπτει το θεμελιώδες γεγονός πως τα σύγχρονα δυτικά κράτη περιλαμβάνουν πλήθος δημοκρατικών στοιχείων, τα οποία -όπως διαρκώς τόνιζε ο Καστοριάδης- συνιστούν αντανάκλαση των αγώνων που χαρακτήρισαν τη δυτική ιστορία. Σε πολύ μεγάλο βαθμό όμως αυτοί οι αγώνες έλαβαν χώρα μέσα στα πλαίσια του έθνους το οποίο προσπάθησε και πέτυχε τον εκδημοκρατισμό του μοναρχικού κράτους της Απολυταρχίας.

    Προφανώς το έθνος, ειδικά υπό τη μορφή του έθνους-Κράτους, έδρασε διαχρονικά και ως παράγων αυταρχισμού, καταπίεσης και ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης. Αυτή είναι και η μόνη του διάσταση που αναγνωρίζουν οι σύγχρονοι αναρχικοί και αριστεριστές και γι’ αυτό, όπως άλλωστε κι εσείς, βγάζουν φλύκταινες και μόνο στο άκουσμά του. Ωστόσο εδώ έχουμε την εκδοχή του έθνους-ως-αυτοκρατορίας, η οποία, πολύ συχνά, ήρθε σε αντίθεση με την έτερη διάσταση του έθνους για την οποία μόλις μιλήσαμε, δηλαδή με το έθνος-ως-πόλη (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου), ακόμα και στα πλαίσια της ίδιας κοινωνίας. Κατά τα άλλα, αυτή η ετερόνομη διάσταση ή/και εκδοχή του εθνικισμού προέρχεται από τον ρομαντισμό και, διόλου τυχαία, δεν έχει πολιτικές-πολιτειακές αναφορές, αλλά βασίζεται σε πολιτιστικού τύπου μυθολογίες (παράδοση, γη, γλώσσα, ιστορία, αίμα κ.λπ.). Ως τέτοια, ευδοκιμεί ιδιαίτερα μέσα στον μη δυτικό κόσμο, καθώς, υπο τη μορφή του τριτοκοσμικού αντιδυτικισμού και του θυματικού εθνικισμού, προσπαθεί να εκλογικεύσει την αποτυχία αυτών των κοινωνιών να περάσουν στη νεωτερικότητα, τόσο σε οικονομικό-τεχνικό όσο και σε ευρύτερα κοινωνικό και ανθρωπολογικό επίπεδο (να σημειωθεί ότι τις ρίζες αυτής μας της ανάλυσης τις εντοπίζουμε όχι μόνο στη θεωρία του Κώστα Παπαϊωάννου για τη σχέση υπανάπτυξης και ολοκληρωτισμού αλλά και στο πολύ σημαντικό πρόλογο του Καστοριάδη στη γαλλική έκδοση της Εργατικής αντιπολίτευσης της Αλεξάνδρας Κολλοντάι, «Ο ρόλος της μπολσεβίκικης ιδεολογίας στη γέννηση της γραφειοκρατίας»).

    Σε κάθε περίπτωση, ο επιθετικός, ιμπεριαλιστικός εθνικισμός προέρχεται από μια τέτοια αντίληψη περί του έθνους-ως-αυτοκρατορίας: όχι ως πολιτικής κοινότητας που στοχεύει στην αυτοκυβέρνησή της, αλλά ως κατακτητικής δύναμης. Βλέπετε τίποτε τέτοιο στην περίπτωση του Μπρέξιτ; Στην πιο ακραία περίπτωση συναντά κανείς τον μέσο Άγγλο πατριώτη που έχει βαρεθεί να υφίσταται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και την απώλεια εθνικού ελέγχου των πολιτικών αποφάσεων λόγω των λόμπι των Βρυξελλών ή άλλων υπερεθνικών οργανισμών κι αντί να αναλύσει την κατάσταση, καταφεύγει στην εύκολη λύση της καταγγελίας των μεταναστών, πίνοντας τη μπύρα του στην τοπική παμπ. Και αν το θεωρεί κανείς αυτό ρατσισμό (καθώς σε ένα από τα σχόλια γίνεται λόγος όχι μόνο για εθνικισμό μα και για ρατσισμό), τότε μάλλον δεν έχουμε καταλάβει ούτε τι είναι ο πραγματικός ρατσισμός, ούτε, προφανώς, το ότι δεν ταυτίζεται εξ ορισμού με τον εθνικισμό. Αλλά, είπαμε, για τη σύγχρονη Αριστερά και τους αναρχικούς, και μόνο το ν’ ανησυχεί κανείς για το τι συμβαίνει στην πατρίδα και του και στον τόπο του είναι έγκλημα καθοσιώσεως, καραμπινάτος «εθνικισμός/ρατσισμός».

    Συνθήματα όπως «πατρίδα μας όλη η γη» είναι εξ ορισμού ανεφάρμοστα και συνιστούν δημιουργίες ή φαντασιώσεις κάποιων φιλοσόφων, ποιητών ή θρησκευτικών προφητών. Στην πραγματικότητα, για τη μεγάλη μάζα του κόσμου, δεν υπάρχει ζωή μεστή νοήματος δίχως αναφορά σε κάποιο είδος εντοπιότητας. Το θέμα λοιπόν δεν είναι να προτείνουμε αφηρημένες γενικεύσεις που υποτίθεται θα αντικαταστήσουν κάθε «μερική» (και ως εκ τούτου φασιστική, ρατσιστική, σεξιστική και δε συμμαζεύεται) ένταξη, αλλά να δούμε πώς θα μπορούσαν να εφευρεθούν δημοκρατικές μορφές εντοπιότητας και συλλογικής ένταξης, οι οποίες, ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν αποκλείουν η μία την άλλη αλλά έρχονται και σε δημιουργική αλληλεπίδραση μεταξύ τους, όπου και αν αυτό χρειαστεί. Αυτό σημαίνει πραγματικός διεθνισμός. Στα πλαίσια μιας τέτοιας ανάλυσης απορούμε που δε μπορείτε ν’ αντιληφθείτε τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ μιας τέτοιας στοιχειώδους φιλοπατρίας, από τη μια μεριά, και του καθεαυτό εθνικισμού, από την άλλη -δηλαδή της ιδεολογίας πως η φιλοπατρία πρέπει να οδηγεί στην πίστη πως το δικό μας έθνος έχει πάντα δίκιο, πως η Ιστορία του χρωστά και του επιτρέπει να επεκτείνεται εις βάρος άλλων, να καταπιέζει τις εσωτερικές του μειονότητες κ.ο.κ. Βασιζόμενη σε δύο-τρεις πολύ γενικευτικές και, ως εκ τούτου, άχρηστες κατηγορίες, η ανάλυσή σας δε μπορεί παρά να αναπαράγει αφηρημένες γενικότητες, πλήρως αποκομμένες από την εκάστοτε συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα που διόλου δε βοηθούν στη διαύγαση της πραγματικότητας.

    Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστική η αδυναμία σας να κατανοήσετε την ανάλυσή μας για την «εξέγερση των ελίτ» και την ανάδυση μιας νέας, «χίπστερ» και αντιαστικής ολιγαρχίας, η οποία είναι πλήρως αποκομμένη από τον λαό της χώρας από την οποία εκάστοτε προέρχεται, θυμίζοντάς μας τις πολυεθνικές (ή, πιο σωστά, αεθνικές) μοναρχικές δυναστείες του Παλαιού Καθεστώτος. Βασική ανάλυση του Καστοριάδη για την εποχή μας είναι πως πρόκειται για μια εποχή συνολικής αποσύνθεσης και κρίσης νοήματος, μιας και πρόκειται για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Εμείς εξειδικεύουμε τούτη την ανάλυση και προσπαθούμε να εντοπίσουμε ποιοι εκλογικεύουν και υποστηρίζουν σήμερα αυτό το μοντέλο ζωής χωρίς νόημα, τον μηδενισμό και το κυνήγι του χρήματος και της υλικής ευδαιμονίας. Αν σε κάτι διαφωνούμε με τον Καστοριάδη, είναι στο ότι αποτιμούμε πολύ πιο αυστηρά από εκείνον τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, μιας και θεωρούμε πως είναι εκείνα που οριστικά εμπεδώνουν την άνοδο της ασημαντότηας, τραβώντας στα άκρα τη λογική της κοινωνίας της κατανάλωσης εναντίον της οποίας υποτίθεται πως εξεγέρθηκαν. Και σ’ αυτή μας την οπτική ακολουθούμε τις ιδέες στοχαστών όπως ο Λας ή ο Μισεά, οι οποίοι ήρθαν σε δημιουργικό διάλογο με τον Καστοριάδη, χωρίς να συμφωνούν απαραίτητα με το σύνολο της ανάλυσής του. Εσείς, αντίθετα, τι κάνετε; Αγνοείτε πλήρως την ανάλυση περί ασημαντότητας και κρίσης νοήματος και απλώς αναπαράγετε, από τη μια μεριά, την αναρχική αντιεθνικιστική κασέτα -λες κι ο εθνικισμός είναι το μόνο και κυρίαρχο πρόβλημα σήμερα- και, από την άλλη, τον αριστερίστικο οικονομισμό, μιλώντας απλώς περί «παγκοσμιοποίησης».

    Η δική μας ανάλυση, αντίθετα, είναι ανθρωπολογική, όχι οικονομίστικη. Και γι’ αυτό δίνει τέτοια σημασία στο στοιχείο της αποκοπής των σύγχρονων ολιγαρχιών από το κοινωνικό σώμα. Πιστεύουμε ότι αυτή η εκρίζωση, η οποία χαρακτηρίζει το σύνολο των σημερινών κοινωνιών την οποία όμως τούτες οι ολιγαρχίες ανάγουν σε πολιτισμικό πρόταγμα, οδηγεί στην καταστροφή κάθε κοινωνικού δεσμού, άρα στο τέλος της κοινωνίας. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση προφανώς και το έθνος, υπό τη δημοκρατική του εκδοχή που προτείνουμε εδώ (και η οποία, φυσικά, υπήρξε ουσιώδης του διάσταση κατά την πρόσφατη δυτική ιστορία), μπορεί ν’ αποτελέσει κάποιου είδους αντίβαρο, αν και προφανώς όχι κάποια «λύση» από μόνο του. Όχι στην τωρινή του, παρακμιακή εκδοχή, αλλά ως πεδίο για την δραστηριοποίηση των κοινωνιών και για την ανάδυση νέων κοινωνικών κινημάτων και αξιών. Οι «νέες αξίες» δεν αναδύονται μέσα σε ιστορικό κενό, όπως ενδεχομένως να πιστεύετε εσείς, κρίνοντας βάσει ορισμένων καθαρά αφηρημένων εννοιών. Δίχως τον πλούτο της κοινωνικής ζωής που αναδύεται αναγκαστικά σε αναφορά με μια κάποια εντοπιότητα (η οποία, στην περίπτωση των δυτικών κοινωνιών των δύο τελευταίων αιώνων εκφράστηκε διά του έθνους), κανένα κοινωνικό κίνημα δε μπορεί ν’ αναδυθεί. Είναι, άλλωστε, τυχαίο, πως το εργατικό κίνημα έδρασε μέσα σε εθνικά πλαίσια κάθε φορά; Είναι τυχαίο πως ακόμη και η τόσο φετιχοποιημένη από τους αναρχικούς Ισπανική Επανάσταση υπήρξε από πολλές απόψεις βαθιά ισπανική (από τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού ζητήματος και των προβλημάτων που έπρεπε ν’ αντιμετωπιστούν μέχρι τα είδη δράσης που υιοθετήθηκαν και τη γενικότερη νοοτροπία, την οποία τόσο ωραία έχει αναλύσει ο Όργουελ, π.χ.) κι όχι γενικά κι αόριστα «διεθνιστική», παρά τη συμμετοχή των Διεθνών Ταξιαρχιών, την εμπλοκή ξένων δυνάμεων (από τον Στάλιν ως τον Μουσολίνι) και την ευρύτερη διεθνή της σημασία; Πώς νομίζετε πως αναδύονται τα κοινωνικά κινήματα; Μέσα από τους δοκιμαστικούς σωλήνες της θεωρίας;

    Μιλώντας, άλλωστε, για το ζήτημα των εθνικών ή τοπικών ιδιαιτεροτήτων, δε μπορεί κανείς να μην αναφερθεί και στο μείζον θεωρητικό και αναλυτικό πρόβλημα που προκύπτει από τον «άρριζο» διεθνισμό που εσείς προτείνετε: την πλήρη αδιαφορία για την ανάλυση των εκάστοτε εθνικών ιδιομορφιών. Μέσω της προβολής του διεθνιστικού δέοντος στο εθνικό και πολυεθνικό είναι, καταλήγουμε να θεωρούμε ότι, επειδή το πρόταγμά μας είναι δυνάμει πανανθρώπινο, μοιραία και οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες θα θέλαμε να πραγματοποιηθεί είναι πάνω κάτω οι ίδιες παντού. Αποτέλεσμα είναι να απορρίπτουμε κάθε προσπάθεια να αναλύσουμε την εκάστοτε εθνική πραγματικότητα ως εθνοκεντρική και δυνάμει εθνικιστική. Με βασική συνέπεια αυτής της κατάστασης να οδηγούμαστε σ’ ένα αξεπέραστο θεωρητικό και αναλυτικό τέλμα που μας κάνει, εν τέλει, να ταυτίζουμε τη θεωρία με την αναπαραγωγή τσιτάτων –όπως κάνει, π.χ., εδώ και χρόνια ο αναρχικός Χώρος στην Ελλάδα- ή, στην καλύτερη περίπτωση, με το χάσιμο σε εντελώς αφηρημένες και γενικές αναπτύξεις οι οποίες καταντούν εντελώς ερμητικές κι ακατανόητες, αποκομμένες καθώς είναι από κάθε συγκεκριμένη ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα –όπως κάνει ο σύγχρονος «μαρξισμός», εργατιστικού ή μεταμοντέρνου-αντιπατριαρχικού τύπου.

    Προφανώς, σε καμία περίπτωση τούτη η κριτική μας και η γενικότερη ανάλυσή μας περί έθνους δε συνεπάγεται την ιδέα πως βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι το εθνικό ζήτημα, ότι, με άλλα λόγια, αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια εθνική αναγέννηση και ότι τα προβλήματα του κόσμου σήμερα μπορούν να λυθούν σε πλαίσια αυστηρά εθνικά –όταν εμείς εμμένουμε στη σημασία του έθνους ως θεσμού δεν το αντιλαμβανόμαστε ούτε ως ιδεολογικό πρόταγμα ούτε ως ανυπέρβλητο πολιτικό ορίζοντα μιας κοινωνίας αλλά ως χώρο κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ως πολιτική κοινότητα εντός της οποίας μπορούν ν’ αναδυθούν τα όποια απελευθερωτικά προτάγματα. Αντίθετα, τις εθνοκεντρικές απόψεις εκφράζουν σήμερα οι σύγχρονοι εκπρόσωποι του εθνορομαντισμού, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω. Και ως τέτοιοι, απλώς χρησιμοποιούν αυτές τις αστείες θεωρίες προκειμένου να συγκαλύψουν το εύρος των σημερινών προβλημάτων αλλά και τον δικό τους εθνικό ναρκισσισμό που τους κάνει ν’ αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο πέραν του δικού τους έθνους. Όπως όμως τονίζουμε και στο κείμενό μας για το Μπρέξιτ, κεντρική και θεμελιώδης διάσταση του σημερινού πολιτικού αδιεξόδου είναι το γεγονός πως οι μόνοι που ασκούν σήμερα σοβαρή κριτική σε όψεις της παγκοσμιοποίησης και της εσωτερικής διάλυσης των κοινωνιών είναι τέτοιοι κύρηκες του εθνορομαντισμού, είτε πολιτικοί τσαρλατάνοι είτε διανοούμενοι, περισσότερο ή λιγότερο σοβαροί. Κάνοντάς το, μάλιστα αυτό, έχουν ενσωματώσει στον λόγο τους μια σειρά παραδοσιακά αριστερών ιδεών, τις οποίες όμως η Αριστερά εγκατέλειψε μετά τη «χίπστερ» στροφή της, κατά τη δεκαετία του ’60.

    Εσείς δίνετε την εντύπωση πως αδυνατείτε ν’ αντιληφθείτε ακόμα και τη σημασία του ζητήματος -ασχέτως, δηλαδή, αν εν τέλει θα συμφωνήσετε μαζί μας ως προς την αποτίμησή του ή τις λύσεις που προτείνουμε. Πιστεύουμε πως αυτό οφείλεται στο ότι δεν ακολουθείτε απλώς μια προσέγγιση αναρχική, έτσι γενικά και αόριστα, αλλά την εντελώς ιδιαίτερη εκδοχή αναρχίας της μετά -’60 εποχής. Δηλαδή τον αναρχισμό που έχει απορροφήσει τις βασικές κατευθύνσεις του «χίπστερ» μαρξισμού που γεννάται στα φοιτητικά αμφιθέατρα των δυτικών μητροπόλεων της δεκαετίας του ’60 και είναι ουσιωδώς αντιδυτικός και εχθρικός προς κάθε μορφή συλλογικής ταυτότητας και ένταξης, μεταξύ των οποίων φυσικά και το έθνος. Η αντίθεση ανάμεσα στους κλασικούς του αναρχισμού ή ακόμα και στους Μαρξ-Ένγκελς, από τη μια μεριά, και τους σύγχρονους αναρχομαρξιστές, από την άλλη, σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα του έθνους είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω. Για τους πρώτους, διεθνισμός ήταν η υπέρβαση των εθνικών ανταγωνισμών και του μίσους ανάμεσα σε λαούς που δεν είχαν τίποτε να χωρίσουν όπως επίσης, βέβαια, και η πρόταξη της πολιτικής/ταξικής ταυτότητας των εργατών ενάντια σε επίπλαστους εδαφικούς και συνοριακούς διαχωρισμούς που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των εθνικών, τότε, αστικών τάξεων. Αντίθετα για εσάς διεθνισμός είναι η εξάλλειψη των εθνών και κάθε είδους αγάπης ή δεσίματος του ατόμου με τον τόπο καταγωγής του, παράγοντες οι οποίοι θεωρούνται δείγματα «πατριαρχίας» και αντιδραστικής νοοτροπίας. Και ως προς αυτό το ζήτημα, ο σύγχρονος αναρχισμός συνιστά ουρά των πανεπιστημιακών αστέρων του σύγχρονου ψευτομαρξισμού-στρουκτουραλισμού: Φουκώ, Σαΐντ, Μπάτλερ, Αγκάμπεν και δε συμμαζεύεται. Όλων αυτών, δηλαδή, που απλώς εκλογικεύουν τη σύγχρονη γενικευμένη εκρίζωση, τον ξέφρενο ατομικισμό (του κώλου, φυσικά!) και την καταστροφή κάθε νοήματος –ιδιαίτερα αν πρόκειται για συλλογικό νόημα. Τότε είναι που ο διεθνισμός μετατρέπεται σε υστερική φασιστοφοβία και τάση να θεωρούμε τους πάντες ρατσιστές. Τότε είναι που η κοινωνική κριτική μετατρέπεται σε μίσος προς την κοινωνία, η οποία γίνεται αντιληπτή ως «φασιστικός βούρκος» και «σκουλήκια μικροαστοί». Αυτές όμως είναι οι απόψεις της σημερινής ολιγαρχίας με τα εκλεπτυσμένα γούστα και τα παγκοσμιοποιημένα ήθη που οικτήρει τους λαούς ως «βλάχους», «αντιδραστικούς» και «φασίστες».

    Απευθυνόμενοι γενικότερα σε διάφορους σχολιαστές που πολύ εύκολα ξιφουλκούν εναντίον οποιασδήποτε προσπάθειας ανάλυσης της πραγματικότητας, πέραν των καθιερωμένων και καθαγιασμένων α/α θεωρητικών σχημάτων, θα λέγαμε τα εξής: Αντί να μας κουνάτε το δάχτυλο ή να προσφεύγετε με περισσή αφέλεια σε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, μήπως θα ήταν καλύτερο ν’ αναρωτηθείτε γύρω από τους λόγους που έχουν καταστήσει τη σημερινή αναρχία πιστό σκυλάκι όλων αυτών των τσαρλατάνων και ιδεολογικών κολαούζων των σημερινών «χίπστερ» ολιγαρχιών; Μήπως η παντελής έλλειψη παραγωγής ελευθεριακής θεωρίας να συνδέεται με αυτήν την οικτρή κατάσταση; Μήπως η περιστολή του πολιτικού στοχασμού στην αναπαραγωγή τσιτάτων να συνιστά μία ακόμη έκφραση αυτής της κατάστασης και της ευρύτερης παρακμής του αναρχισμού ως ιστορικού ρεύματος; Ένα ακόμη χαρακτηριστικό αυτής της παρακμής είναι η ανικανότητα τόσο η δική σας όσο και του σημερινού Χώρου, γενικότερα, να διαβάσετε ψύχραιμα ένα κείμενο. Η «λυρική» σας ανάγκη ν’ ανακαλύψετε παντού εχθρούς και να καταγγείλλετε τους πάντες, ακόμη κι αυτούς που ενδεχομένως, παρ’ όλο που δεν ταυτίζονται με τις θέσεις σας, είναι αρκετά κοντά σε αυτές, σάς κάνει να διαβάζετε όπως θέλετε εσείς τα εκάστοτε κείμενα.

    Μας κατηγορείτε για εθνικισμό και ρατσισμό ή, έστω, για έμμεσο κλείσιμο του ματιού σε αυτούς, μιας και τους προβάλλουμε ως αναγκαίο κακό στα πλαίσια μιας αντιδραστικού τύπου αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση. Μα καλά, πριν μπείτε να «κράξετε», δεν κοιτάτε να ενημερωθείτε πρώτα γύρω από τις ευρύτερες θέσεις που εκφράζει η ομάδα με της οποίας το κείμενο διαφωνείτε; Π.χ. τις αναλύσεις μας στο Πρόταγμα για τον θυματικό εθνορομαντισμό ως χαρακτηριστικά αδιέξοδη πολιτική συγκάλυψης των προβλημάτων κοινωνιών ανίκανων ν’ αντισταθούν στη Δύση δεν τις έχετε διαβάσει; Έστω το πιο πρόσφατο κείμενό μας, σε τούτο εδώ το μπλογκ, σχετικά με το ζήτημα των θρησκευτικών, όπου αφιερώνουμε σχετικό κομμάτι στα πλαίσια της ανάλυσής μας για την ελληνορθοδοξία; Την πολεμική μας με τον Φωτόπουλο που έχει καταγγείλει μέχρι και επωνύμως μέλη μας ως πράκτορες της «Υπερεθνικής Ελίτ» δεν τη γνωρίζετε –ούτε καν τα σχετικά μας κείμενα που φιλοξενεί το μπλογκ στο οποίο σχολιάζετε; Ή, για να το περιορίσουμε ακόμη περισσότερο το ζήτημα: μας κατηγορείτε πως στο κείμενό μας αυτό (περί του Μπρέξιτ) συντασσόμαστε με τους εθνικιστές αντινεοταξίτες ή έστω με τον Φωτόπουλο. Μα καλά, δε βλέπετε ότι βασική ανάλυση του κειμένου μας είναι πως βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα αδιέξοδο, το οποίο γεννάται ακριβώς από το γεγονός πως οι μόνες λαϊκές αντιστάσεις απέναντι στην παγκοσμιοποίηση είναι η ψήφος στον Φαράτζ, τη Λεπέν και τον Τραμπ; Πάσχετε από πλήρη ανικανότητα επεξεργασίας στοιχειωδών πληροφοριών;

    ΥΓ: Το κείμενο της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα περί έθνους (στο οποίο παραπέμπει ο Νίκος σε προηγούμενο σχόλιο), πράγματι διαφέρει από την τωρινή μας ανάλυση. Λογικό αυτό, αν σκεφτεί κανείς πως το κείμενο αυτό συντάχθηκε πριν κάμποσα χρόνια, όπως σωστά παρατηρεί ο Μιχάλης. Άλλωστε, μόνο ένα από τα τότε μέλη συνεχίζει στη σημερινή μας ομάδα. Αυτό που έχει σημασία να σημειωθεί, πάντως, είναι πως όταν συντάσσαμε αυτό το κείμενο οι μισοί από εμάς ήταν ακόμη επηρεασμένοι από την ελληνική αναρχική κουλτούρα ενώ οι υπόλοιποι είχαν σαφώς φιλελεύθερες τάσεις, οι οποίες και εκφράστηκαν ρητά 3 χρόνια αργότερα, οδηγώντας στη διάλυση της ομάδας. Λογικό, λοιπόν, μιας και επρόκειτο, άλλωστε, για κείμενο κριτικής στο ελληνορθόδοξο λόμπι, να ρέπουμε προς μια σαφώς αναρχική-φιλελεύθερη, α πριόρι απόρριψη του έθνους μέσω της περιστολής του στην ιμπεριαλιστική/«αυτοκρατορική» του διάσταση. Ακόμα κι εκεί όμως θέταμε το ζήτημα του συνταγματικού εθνικισμού/πατριωτισμού (βλ. π.χ. το τσιτάτο του Ρουσώ που παραθέτουμε και στο παρόν σχόλιο). Προφανώς οι ιδέες μας εξελίχθηκαν από τότε –πάνε κοντά δέκα χρόνια!- και γι’ αυτό ήδη από το Εντιτόριαλ του 4ου τεύχους του Προτάγματος θέταμε ως απαραίτητο βήμα ανανέωσης της αντιεθνικιστικής κριτικής την υπέρβαση του αναρχικού «εθνομηδενισμού».

  12. Προς επίρρωση των παραπάνω, ο Νίκος είχε πει ότι η σκέψη του Καστοριάδη δεν έχει σχέση με τον συντηρητισμό. Ο Καστοριάδης όμως μιλά για άμεση δημοκρατία, η οποία κάλλιστα μπορεί να έχει και συντηρητικές συνδηλώσεις, όπως είχε πει στη συνέντευξή του με τη Μούφε (βλ Δημοκρατία και Σχετικισμός). Οπότε η άποψη του «η αυτονομία [δηλαδή η δημοκρατία] δεν έχει σχέση με τον συντηρητισμό» νομίζω πως είναι καινοφανής πράγματι και εντελώς πρωτότυπη να τη λέει κανείς και πραγματικά θα ήθελα να πειστώ πριν υιοθετήσω αυτό το επιχείρημα. Γιατί από όσα γνωρίζω, από όσα διαβάζω και από όσα η Ιστορία έχει να καταθέσει η δημοκρατία είναι θα μπορούσε μια χαρά να αποτελεί πολίτευμα περιοριστικό, μια χαρά πχ θα μπορούσε να υπάρξει ένα δημοψήφισμα που θα έβαζε αυστηρές ποσοστώσεις στους μετανάστες κτλ. Η άμεση δημοκρατία, όπως την εννοεί ο Καστοριάδης, δεν είναι ταυτόσημη με τον προοδευτισμό ή την αναρχία ή την σοσιαλδημοκρατία. Δεν είναι, με άλλα λόγια, ένα Grand Narrative, μια ιδεολογία της μεταφυσικής του “σωστού”: είναι το πολίτευμα της ευθύνης για τους λόγους και τις πράξεις μας. Συλλογικές αποφάσεις δεν σημαίνει a priori ότι είναι “σωστές”. Υπ’ αυτή την έννοια, μπορούν να παρθούν και λάθος αποφάσεις. Η διαφορά είναι ότι οι πολίτες επωμίζονται τα δικά τους λάθη και όχι τα λάθη άλλων (επαγγελματιών πολιτικών κτλ). Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν οι αναρχικοί που τείνουν να βλέπουν συνεχώς τη δημοκρατία ως ένα πολίτευμα προοδευτικό, μαζί και όσοι ανάγουν τον Καστοριάδη στον μεταμοντερνισμό ή την αναρχία.

    Αν πχ σε μια οριζόντια συνέλευση γειτονιάς, ορισμένοι ήθελαν να θέσουν σε δημοψήφισμα το μεταναστευτικό, οι αναρχικοί θα το δεχόντουσαν; Πολύ φοβάμαι πως όχι, διότι για τους μεταμοντέρνους αναρχικούς δημοψηφίσματα δεν θα πρέπει να διενεργούνται για περιορισμό δικαιωμάτων και αποκλεισμό μειονοτήτων. Ναι αλλά αν θέλεις μια αμεσοδημοκρατία (όπως την εννοούσε ο Καστοριάδης) η οποία να ταυτίζεται με τις προγραμματικές σου θέσεις – αντικρατισμός, αντικαπιταλισμός, αντιρατσισμός, αντισεξισμός κ.ο.κ.- είναι σαν να συγκαλύπτεις το γεγονός ότι είσαι απλώς άλλη μια πολιτική πρωτοπορία όπου απλά ζητάς απ’ την κοινωνία να επικυρώσει τις αποφάσεις που ερήμην της και για το καλό της έλαβε μια επιτροπή σοφών διανοουμένων ή επαγγελματιών επαναστατών. Δηλαδή το σύνθημα «άμεση δημοκρατία τώρα» μετατρέπεται σε «άμεση δημοκρατία όταν θα έχει η κοινωνία επικυρώσει τη μαυροκόκκινη». Ένα δημοκρατικό κίνημα δεν μπορεί να φτιάξει μια δημοκρατία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του σαν ευκολοχώνευτο καταναλωτικό προϊόν όπου κάθε πραγματική εσωτερική αντίφαση θα μετατίθεται στις απαράβατες αξίες (πχ ανθρώπινα δικαιώματα, νόμοι της αγοράς κτλ). Η δημοκρατία του Καστοριάδη αφορά όλη την κοινωνία λοιπόν, καί τους συντηρητικούς καί τους προοδευτικούς. Διαφορετικά για τι δημοκρατία μιλάμε; Δημοκρατία για το τι χρώμα κουρτίνες θα αγοράσουμε στο στέκι μας, δημοκρατία για να μοιράσουμε φυλλάδια και όταν προκύπτουν καυτά διλήμματα όπως το ενδεχόμενο μιας ξενοφοβικής αντίδρασης (όπως στην περίπτωση του Brexit) αποφεύγουμε κάθε ζύμωση και αρκούμαστε στο να αφορίζουμε ελιτίστικα για το πόσο «βόθρος είναι αυτή η κοινωνία».

    Με άλλα λόγια, η δημοκρατία χωράει καί τις συντηρητικές απόψεις (δηλαδή τις δεξιές) αλλά καί τις προοδευτικές, ουμανιστικές κτλ. Εμείς, φυσικά, ποιές απόψεις ενστερνιζόμαστε; Μα φυσικά τις ουμανιστικές! Ναι, αλλά αυτές οι αξίες θα πέσουν απ’ τον ουρανό; Ή μήπως θα εμποτίσουν τις
    ατομικές συνειδήσεις πριν απ’ τις συλλογικές πράξεις; Αν δεν ισχύει το δεύτερο τότε μιλάμε για καθαρό ιδεαλισμό. Οι αξίες λοιπόν καλλιεργούνται, δεν έρχονται άπαξ και δια παντός, και καλλιεργούνται μονάχα μέσα στον κοινό κόσμο της πράξης και της ομιλίας. Είναι παράλογο να περιμένουμε πρώτα ν’ αναδυθεί ο ιδεατός τύπος του αναρχικού ανθρώπου και μετά ν’ αναλάβουμε δράση. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί, μέσω της καθημερινής τριβής της υπαρκτών προσώπων θα αρχίσουν να σφυρηλατούνται οι ουμανιστικές αξίες και να εμπεδώνονται στο πολιτικό σώμα. Μέχρι τότε θα πρέπει να πάρεις από κοινού αποφάσεις όχι μόνο με τους 10-20 ομοϊδεάτες αλλά και με ανθρώπους που για τους δικούς τους λόγους θα είναι ξενοφοβικοί, θα έχουν διαφόρων ειδών κόμπλεξ, δεν θα είναι αντιεξουσιαστές και αντικαπιταλιστές, μπορεί να θέλουν ιδιωτική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα, θα θεωρούν ότι η κοινωνική σωτηρία ταυτίζεται με τη δυναμική του νομίσματος. Αυτή ήταν τουλάχιστον η άμεση δημοκρατία έτσι όπως την ενστερνιζόταν ο Καστοριάδης. Βέβαια, υπάρχει και ένα ακόμα επιπλέον κενό εδώ: η άμεση δημοκρατία, η αυτονομία, ο σοσιαλισμός κτλ, αυτά τα πολιτεύματα δεν θα πρέπει να διατηρούν ένα μίνιμουμ κανόνων και θεσμών, οι οποίοι θα τα επιτρέπουν να συνεχίζουν την πορεία τους μέσα στον χρόνο; Δεν προϋποθέτει, με άλλα λόγια, η κατάσταση της αυτονομίας, μια ρητή αναγνώριση πως αυτά που μας δίνουν τη δυνατότητα να αμφισβητούμε τις κυρίαρχες αξίες (και όχι μόνο τις οπισθοδρομικές, αλλά θα μπορούσε το ίδιο να ισχύει και για τις προοδευτικές, πχ, μια κοινότητα να πει ότι δεν θέλει να υιοθετούν οι ομοφυλόφιλοι παιδιά) όλα αυτά δεν θα πρέπει να συντηρηθούν; Η οικονομική ισότητα σε ένα καθεστώς σοσιαλιστικό δεν πρέπει να διέπεται από θεσμούς που την συντηρούν; Άρα είναι πασιφανές ότι η δημοκρατία ως πολίτευμα είναι εκ φύσεως συντηρητικό. Και συντηρητικό δεν είναι μόνο λόγω του ότι μπορεί να εμπεριέχει συνδηλώσεις μή προοδευτικές, ή επειδή προϋποθέτει τη συντήρηση των θεσμών που τη διέπουν (ώστε να συνεχίσει να υφίσταται). Συντηρητικό και από την άποψη της λαϊκότητας, δηλαδή αναγνωρίζει αξίες και αρχές (φυσικά διαρκώς επαναπροσδιορίσιμες) που δίνουν σε ένα πληθυσμιακό σύνολο τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορεί αυτό το σύνολο να είναι ένας λαός (ή έναν δήμος). Αυτό που έχουμε σήμερα και αυτό που συναντά κανείς σε μια πολυπολιτισμική μητρόπολη, όπως το Λονδίνο, δεν είναι καν λαός, αλλά διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά γκέτο, που απλά πληρώνουν φόρους στην ίδια εφορία.

  13. Προς το Πρόταγμα
    Η ανάλυσή σας είναι εξόφθαλμα νεοσυντηρητική και δηλώνει βαθιά άγνοια της καστοριαδικής φιλοσοφίας (την οποία διαστρεβλώνετε στις βασικές της σημασίες), της πολυμορφίας της αναρχικής σκέψης (η οποία περιλαμβάνει διαφορετικές και αντικρουόμενες τάσεις) και άγνοια ειδικότερα των θέσεων του Εντουάρντο Κολόμπο (μόνο τα λιγοστά που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά αν είχατε μελετήσει δεν θα εκστομίζατε τα άσχετα με τη σκέψη του που υποστηρίζετε στο σχόλιό σας). Στο σχόλιό μου αναφέρθηκα στον Καστοριάδη παίρνοντας αφορμή από το εύστοχο σχόλιο του Μπρέξιτ ο οποίος όμως σας αντιμετωπίζει ως ‘’καστοριαδικούς’’ ενώ στην πραγματικότητα δεν έχετε και μεγάλη σχέση. Είναι εξάλλου οφθαλμοφανές ότι βασικές σας πηγές έμπνευσης είναι ο Λας και ο Μισεά τους οποίους χρησιμοποιείτε ως ερμηνευτικά κλειδιά των θέσεων του Καστοριάδη αλλοιώνοντας το νόημα των θέσεών του. Το ίδιο κάνετε και με τη δική μου επιχειρηματολογία στην οποία δεν απαντάτε και αναλώνεστε σε μια κριτική στον μπαχαλοαναρχισμό που έχετε στο κεφάλι σας ή τον μεταμοντερνισμό. Σας θύμισα το κείμενο από »Αυτονομία ή Βαρβαρότητα» για να τονίσω την ασυνέπεια στη θεωρητική πορεία ορισμένων από εσάς : ο μέντορας παραμένει φαινομενικά ο ίδιος ενώ οι θέσεις αλλάζουν ριζικά. Λέτε ότι τότε ήσασταν επηρεασμένοι ακόμη από την ελληνική αναρχική κουλτούρα ενώ η αλήθεια είναι ότι και τότε ασκούσατε ισοπεδωτική κριτική στον αναρχισμό και τους αναρχικούς. Επίσης οι διαστρεβλώσεις και η επιφανειακή ανάγνωση των κειμένων του Καστοριάδη από την ομάδα »Αυτονομία ή Βαρβαρότητα» τότε έδωσαν αφορμή στον Φώτη Τερζάκη να ασκήσει δήθεν κριτική στον Καστοριάδη ενώ στην πραγματικότητα απαντούσε στις άστοχες θέσεις της Α ή Β. Η μετέπειτα εξέλιξη των μελών της εν λόγω ομάδας είναι δηλωτική της στρεβλής σχέσης με τον μέντορα. Δεν θα επεκταθώ άλλο επί του παρόντος, εξάλλου τα θέματα που ανακινείτε με το μακροσκελές σας κείμενο είναι πολλά. Θα σταθώ κλείνοντας σε δύο θέματα:
    1. Είναι απαράδεκτο να συνδέετε την έννοια του Κράτους με τη δημοκρατία κι ακόμη περισσότερο να ισχυρίζεστε ότι κάτι τέτοιο κάνει και ο Καστοριάδης. Πάντα τόνιζε με κάθε ευκαιρία το αντίθετο.
    2. Η κριτική που ασκείτε στον αναρχισμό αγνοεί τις ανανεωτικές τάσεις που εμφανίστηκαν από τη δεκαετία του ‘60 και μετά οι οποίες δίνουν απάντηση και στις ενστάσεις του Καστοριάδη προσεγγίζοντας και εμπλουτίζοντας μάλιστα τις θέσεις του. Χαρακτηριστικό βέβαια παράδειγμα είναι ο Εντουάρντο Κολόμπο όπως έχω ήδη προαναφέρει όμως υπάρχει μια πλειάδα στοχαστών ( Nico Berti, Amedeo Bertolo, Colin Ward, Murray Bookchin, Ruben Prieto, D. Graeber, Thomas Ibanez, Andrea Papi, L. Lanza, Claudio Venza, Andrea Staid, F. Codello κ.α) οι οποίοι βασίζουν τη σκέψη τους στη σύνδεση της έννοιας της ελευθερίας με την έννοια του αυτοπεριορισμού και τη στενή σχέση της κοινωνίας-θεσμών επιχειρηματολογώντας υπέρ της οικοδόμησης μιας ελευθεριακής κοινωνίας πάνω σε ελευθεριακούς θεσμούς. Ένα παράδειγμα προσφέρει το λήμμα ανομία στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο http://xwroselkoul.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html):
    ΑΝΟΜΙΑ
    Η αναρχία καθόλου δεν σημαίνει απουσία ρυθμίσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, μια διαδεδομένη άποψη υποστηρίζει ότι η αναρχία, ακριβώς ως άρνηση κάθε μορφής κυριαρχίας, οραματίζεται μια κοινότητα χωρίς κανόνες. Μια τέτοια εννοιολογική σύγχυση είναι συχνά παρούσα ανάμεσα στους νεότερους, οι οποίοι εκδηλώνουν τη θέλησή τους για αυτονομία διεκδικώντας, προκλητικά, το δικαίωμα να απελευθερωθούν από κάθε ρύθμιση. Στην πραγματικότητα το νόημα της αναρχίας είναι πολύ διαφορετικό, αφού δεν αντιστοιχεί καθόλου με την πεποίθηση (συχνά εργαλειακής φύσεως) ότι πρέπει να αρνούμαστε κάθε κοινωνική υποχρέωση και όχι μόνο τις πολιτικές και δικαιικές μορφές της. Υπάρχουν στην πραγματικότητα δεσμοί και ρυθμίσεις που είναι παρόντες σε κάθε πλαίσιο σχέσεων και έχουν να κάνουν με την υποχρέωση της αλληλοβοήθειας ή με συμφωνημένες συμβάσεις. Η αναρχία, συνεπώς, δεν ισοδυναμεί με την ανομία, εφόσον δεν προβλέπει την εξαφάνιση οποιουδήποτε κανόνα, με τη δικαιολογία ότι όλοι οι κανόνες υποχρεώνουν. «Η ελεύθερη συμφωνία απαιτεί τήρηση αυτού που έχει συμφωνηθεί. Τιμούμε το συμβόλαιο, σεβόμαστε τον λόγο που έχουμε δώσει. Ένας κανόνας γίνεται σεβαστός, διαφορετικά δεν είναι πλέον κανόνας. Αυτό ισχύει και για τους αναρχικούς, και μάλιστα για τους αναρχικούς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αναρχία και ανομία είναι όροι αντίθετοι» (Εντουάρντο Κολόμπο, Ο πολιτικός χώρος της αναρχίας, 2009). Ο αναρχισμός δεν προτείνει μια κοινωνία στην οποία κάθε σύγκρουση θα εξαφανιστεί, κάθε διαίρεση θα εξαλειφθεί και θα βασιλεύει μια απόλυτη αρμονία. Τότε θα μιλάμε για το τέλος της ιστορίας, για μια εσχατολογία. Αντιθέτως, όπως πάντοτε υποστήριζε ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, η πολλαπλότητα και οι συγκρούσεις είναι το αλάτι της κοινωνικής ζωής, αλλά η ρύθμισή τους πρέπει να γίνεται μέσα από ελεύθερες,άμεσες και τροποποιήσιμες συμφωνίες…
    Το λήμμα ανομία περιλαμβάνεται στο ελευθεριακό λεξικό του Φραντσέσκο Κοντέλο «Ούτε υποτασσόμαστε ούτε διατάζουμε», εκδόσεις Eleuthera, Μιλάνο 2009.

  14. Τρία κομβικά κείμενα της νεότερης αναρχικής σκέψης περιέχονται στο βιβλίο του Αμεντέο Μπερτόλο »Πέρα από τη Δημοκρατία: Αναρχία», (εκδ. Ευτοπία). Σε αυτά ο συγγραφέας διαλύει τους μύθους που κουβάλαγε μέρος του παραδοσιακού αναρχικού κινήματος (όχι μόνο όμως) περί της δυνατότητας μιας κοινωνίας χωρίς θεσμούς και κανόνες και επικεντρώνεται σε μια εξαιρετική διαύγαση των σχέσεων ανάμεσα στη ριζοσπαστική δημοκρατία και τον αναρχισμό.

  15. Ο/Η protagma λέει:

    Κατ’ αρχάς οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως δε μας αρέσει καθόλου το ύφος σου. Συζητάμε εδώ δε μονομαχούμε. Ποιος ο λόγος λοιπόν ν’ απαντάς με τόσο υποτιμητικό τρόπο; Η κριτική μπορεί να γίνει και με πιο χαλαρό ύφος. Κριτική στις ιδέες κάποιου δε σημαίνει απόρριψή του ως προσωπικότητας και ως ατόμου. Ας ενηλικιωθούμε επιτέλους κι ας μην αρπαζόμαστε με το παραμικρό. Κατά τα άλλα:

    1)Περί νεοσυντηρητισμού. Γνωρίζεις τι υποστηρίζουν οι νεοσυντηρητικοί; Πόθεν εξάγεται το κατηγορητήριο πως είμαστε κι εμείς «νεοσυντηρητικοί»; Το ότι δε θεωρούμε όλους τους ανθρώπους φασίστες και ρατσιστές είναι συντηρητισμός; Το ότι δε συμπαθούμε τις λύσεις που ευαγγελίζονται την ολική καταστροφή κοινωνικών θεσμών και δημιουργημάτων αλλά προσπαθούμε να δούμε τι μέσα σε αυτά μπορεί να επιτρέψει τη γέννηση του νέου; Το ότι δεν είμαστε εναντίον της παράδοσης και «του υπάρχοντος» συνολικά κι εξ ορισμού; Αν εννοείς αυτό, τότε ναι, δεν είμαστε απλώς νεοσυντηρητικοί αλλά γνησίως συντηρητικοί, μιας και πιστεύουμε ότι –όπως έλεγε κι ο Καστοριάδης- ο καπιταλισμός ιστορικά οδηγεί την κοινωνία σε πλήρη κατάρρευση, μιας και κατατρώγει σταδιακά τα ανθρρωπολογικά θεμέλια χάρις στα οποία μπόρεσε κι ο ίδιος ν’ αναπτυχθεί. Όταν λοιπόν το πρόβλημα είναι η ολική φθορά τρισχιλιετών θεσμών και δημιουργημάτων ή συνηθειών από τις πόλεις, ως ζωντανές κοινότητες, ως την ικανότητα ν’ απομνημονεύουμε γνώσεις, ποιήματα, τραγούδια ή πλήθος άλλων δεξιοτήτων και συνηθειών που η νεοτεχνολογία σήμερα καταστρέφει συστηματικά, τότε, ναι, συντασσόμαστε με τον «τόρικο αναρχισμό» του Όργουελ και πιστεύουμε ότι κάποιες παραδοσιακές αξίες έχουν καθολική ισχύ, ασχέτως του αν δημιουργήθηκαν μέσα σε ολιγαρχικές ή ετερόνομες κοινωνίες. Και πως, ως τέτοιες, πρέπει να διατηρηθούν πάση θυσία. Με αυτήν την έννοια, ναι, είμαστε «συντηρητικοί».

    Η βασική μας διαφορά με τον αναρχισμό, τόσο στη σημερινή, μεταμοντέρνα, όπως την αποκαλείς, εκδοχή του, όσο και στην κλασική του μορφή, είναι πως τον θεωρούμε κομμάτι της κυρίαρχης, εντός της δυτικής πολιτικής θεωρίας, παράδοσης της φιλοσοφίας της Προόδου. Πρόκειται για τον δυτικό φιλελευθερισμό, που κορυφώνεται με τον Διαφωτισμό. Βασικός πυλώνας τούτης της θεωρίας, ως προς ό,τι εδώ συζητάμε, είναι η ιδέα πως το άτομο είναι αυθύπαρκτο και πως, ως εκ τούτου, η χειραφέτησή του συνίσταται στην καταστροφή των καταπιεστικών δομών που του επιβάλλει η κοινωνία, με αποτέλεσμα να το διαφθείρει. Όσο κι αν υπάρχουν αναρχικοί και μαρξιστές που θα απορρίψουν αυτήν την περιγραφή του βαθύτερου πνεύματος των φιλοσοφικών τους θεωριών ως καρικατούρα, δε νομίζουμε πως υπερβάλλουμε. Εξ ου κι η αδυναμία των περισσότερων εξ αυτών να κάνουν οποιαδήποτε κριτική ουσίας πέραν της διαρκούς καταγγελίας του «Κράτους» και του «κεφαλαίου», εξ ου κι η βαθύτατη ιδέα των αναρχικών πως οι κοινωνίες κρατιούνται όρθιες χάρις στην καταστολή, εξ ου κι η διαρκής χρήση όρων όπως «καταπιεζόμενοι». Αυτό που δεν αμφισβητείται ποτέ είναι το «αντι-πειθαρχικό» ή «αντι-πατριαρχικό» παράδειγμα.

    Μια τέτοια παράδοση μοιραίο είναι, αν όχι να βλέπει πάντοτε με καχυποψία –έστω ασυνείδητη- κάθε είδος θεσμών ή συλλογικών δομών, τουλάχιστον ν’ αδυνατεί να κατανοήσει και να αναλύσει το σημερινό πρόβλημα: δηλαδή την κατάρρευση της κοινωνίας και την ανάγκη να προστατέψουμε το άτομο από τις διαλυτικές συνέπειες όχι κάποιων υπερκαταπιεστικών θεσμών, αλλά, αντιθέτως, της έλλειψης κάθε γνήσιας δομής και πλέγματος αξιών που θα μπορούσαν να αναθρέψουν σωστά το άτομο (οικογένεια, γειτονιά, λαϊκή κουλτούρα, δομές μετάδοσης της γνώσης κ.λπ.). Ελλείψει όλων αυτών το άτομο εκπίπτει σ’ έναν «ελάχιστο εαυτό», όπως έλεγε ο Λας, ανίκανο να αντισταθεί στη χειραγώγηση από τη μαζική κουλτούρα, την τεχνολογία και τη «θεραπευτική» κουλτούρα που το διαπλάθουν σήμερα που έχουν καταρρεύσει όλες οι δομές που αναλάμβαναν παλιότερα τη διαπαιδαγώγησή του. Προσπάθεια αντίστασης σε αυτήν την εξέλιξη σημαίνει ρητή αναγνώριση του γεγονότος πως το άτομο είναι κοινωνικό δημιούργημα και πως, κατά συνέπεια, χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις δομές εκείνες που το διαπλάθουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, επιτρέποντάς του να αποκτήσει τις δεξιότητες και τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά που θα τον καταστήσουν δυνητικά ικανό να λειτουργεί όχι ως καταναλωτής-γκατζετάκιας αλλά ως δημοκρατικός πολίτης. Με αυτήν την έννοια, η προσέγγισή μας είναι «συντηρητική», καθώς θέλει να προστατέψει και να διατηρήσει αυτούς τους παιδευτικούς θεσμούς και τις αντίστοιχες αξίες και φαντασιακές σημασίες. Θεωρεί ότι το «αντι-πειθαρχικό» παράδειγμα, αν ποτέ είχε κάποια αξία, σήμερα έχει ξεπεραστεί πλήρως από τις εξελίξεις: απέναντί μας δεν έχουμε τον αστικό καπιταλισμό με την πουριτανική του ηθική, αλλά το αντι-πατριαρχικό, αφορμαλιστικό κι ευδαιμονιστικό ντελίριο της κοινωνίας της κατανάλωσης. Αυτό που, ως εκ τούτου, μας χρειάζεται δεν είναι λιγότερη αλλά περισσότερη «πειθαρχία» -δεν είναι η καταστροφή των «μεσολαβήσεων» (που έλεγαν κι οι Καταστασιακοί) αλλά η υπομονετική διατήρηση κι αναδημιουργία τους.

    2)Για τη σχέση Λας-Καστοριάδη. Στη βιβλιογραφία της γαλλικής έκδοσης τους κειμένου του «Ο Φρόυντ, η κοινωνία κι η ιστορία» (λήμμα για ένα γαλλικό Λεξικό πολιτικής φιλοσοφίας) ο Κ. παραθέτει την Κουλτούρα του ναρκισσισμού και τον Ελάχιστο εαυτό του Λας ως δύο από τα τέσσερα έργα της κατηγορίας «Σύγχρονη εποχή». Ταυτόχρονα, στα γενικά έργα παραθέτει το βιβλίο του Philipp Rief, Freud, the Mind of the Moralist το οποίο και συνιστά όχι απλώς δικηρυγμένη επιροή αλλά και τη βάση των ψυχοκοινωνικών αναλύσεων του Λας (βλ. «Freud, la société, l’histoire» [«Ο Φρόιντ, η κοινωνία, η ιστορία], C. Castoriadis, La montée de l’insignifiance [Η άνοδος της ασημαντότητας], Παρίσι, Seuil, 1996, σ. 187 – για την ελληνική εκδοχή αυτού του κειμένου, βλ.: «Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γένεσης της κοινωνίας», Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, Αθήνα, Ύψιλον, 2001, σσ. 37-67, όπου δεν υπάρχει όμως η βιβλιογραφία). Ταυτόχρονα, υπάρχει και η περίφημη συζήτηση των Λας και Καστοριάδη με τον Ιγκνάτιεφ, σε μια εκπομπή του BBC, το 1986, την οποία έχουμε μεταφράσει κι εμείς εδώ:

    https://protagma.files.wordpress.com/2012/03/cebbceb1cf82-cebaceb1cf83cf84cebfcf81ceb9ceacceb4ceb7cf82.pdf

    Φρονούμε πως τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι οι προσεγγίσεις του Λας και του Καστοριάδη είναι ιδιαίτερα συγγενείς και γι’ αυτό ο Μισεά βασίζεται και στους δύο τους, ουσιαστικά παρουσιάζοντας μια σύνθεση των ιδεών τους. Το ότι εσύ δεν το βλέπεις αυτό, είναι επειδή ερμηνεύεις αναρχικά-μεταμοντέρνα, δηλαδή «αντιρατσιστικά»-«αντιεθνικιστικά» τον Καστοριάδη. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν παραθέτεις ούτε ένα επιχείρημα υπέρ της δικής σου, τέτοιου είδους, ερμηνείας του έργου του. Είναι χαρακτηριστικό πως στην απάντησή σου δε σχολιάζεις καθόλου την ανάλυσή μας περί έθνους.

    Ήδη η ανάλυση του Καστοριάδη για τον ουσιαστικά ανθρωπολογικό χαρακτήρα της κρίσης των δυτικών κοινωνιών συνιστά απλώς διαφορετική διατύπωση της κριτικής του Λας στην Πρόοδο: το φαντασιακό της Προόδου καταστρέφει κάθε παραδοσιακή και λαϊκή κουλτούρα, θεωρώντας τες ως εξ ορισμού οπισθοδρομικές, συντηρητικές και αρχαϊκές, με αποτέλεσμα τα πλέον εξατομικευμένα άτομα να παραδίδονται βορά στον παρηκμασμένο καπιταλισμό και τη νεοτεχνολογία, με αποτέλεσμα να μη μπορούν ούτε για κατούρημα να πάνε πλέον δίχως να έχουν ανάγκη από κάποια «έξυπνη» συσκευή. Όταν ο Καστοριάδης έλεγε πως δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει μια κοινωνία εντός της οποίας ο καπιταλισμός έχει καταστρέψει κάθε αξία και έθιμο, τι διαφορετικό έλεγε; Ή μήπως ήταν κι αυτός συντηρητικός επειδή ήταν υπέρ της διατήρησης των υψηλών κριτηρίων, κατά του μονοτονικού, προτιμούσε τον Μπαχ από τους Ρόλινγκ Στόουνς και τους Τζέφερσον Έρπλεϊν, τους οποίους δε θεωρούσε πραγματική μουσική κ.ο.κ.; Δεν ήταν, άραγε, στο κέντρο των ενασχολήσεών του η ιδέα πως τα μεγάλα επιτεύγματα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς θα πρέπει να παραμένουν πάντοτε σημεία αναφοράς; Ξεχνάς ότι την ανάλυσή του για την άνοδο της ασημαντότητας την είχανε βάλει ως θέμα στο μάθημα της Έκθεσης της Γ’ Λυκείου στις Πανελλήνιες του 2003, ακριβώς επειδή αυτού του είδους η κριτική στη σύγχρονη αποσύνθεση μπορεί να γίνει αποδεκτή και από έναν κάποιον σοβαρό δεξιό ή τον μέσο σημερινό άνθρωπο που διαθέτει ένα μίνιμουμ διαύγειας και κοινής λογικής;

    3)Περί δημοκρατίας και Κράτους: μας κάνει τρομερή εντύπωση πόσο αδυνατείς να προσεγγίσεις το έργο κάποιου στοχαστή δίχως αναρχικά γυαλιά. Μα καλά, δεν είναι κεντρική ιδέα του Καστοριάδη ότι οι δυτικές ολιγαρχίες είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες, επειδή περιλαμβάνουν πλήθος συνταγματικών και άλλων εγγυήσεων, οι οποίες τις αναγκάζουν να σέβονται ορισμένα βασικά δικαιώματα, ν’ ακολουθούν κοινωνική πολιτική σε πολλά θέματα κ.λπ.; Και σάμπως αυτός ο φιλελεύθερος χαρακτήρας δεν είναι προϊόν της πίεσης των κοινωνιών, οι οποίες πέτυχαν την ψήφιση νόμων, την απόσπαση δικαιωμάτων και γενικώς τον εκδημοκρατισμό του κράτους, το οποίο εντός της Δύσης εμφανίζεται, για πρώτη φορά, ως μοναρχικό και απολυταρχικό κράτος; Αν δεν έχεις καταλάβει ούτε αυτή την απλούστατη ιδέα του Καστοριάδη, τότε να τη σταματήσουμε εδώ την κουβέντα.

    Αλλά, ας πάει στο διάολο, δε θα συννενοηθούμε περί Καστοριάδη –άλλωστε το θέμα δεν είναι να συνεννοηθούμε τόσο ως προς το τι λέει ο Καστοριάδης όσο επί του πολιτικού ζητήματος που εν προκειμένω μας απασχολεί, δηλαδή επί της φύσης του σύγχρονου, δυτικού κράτους. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Καστοριάδη κι ας στραφούμε σε κάποιον διακηρυγμένο αναρχικό, τον Τσόμσκι. Ενδεχομένως να θυμάσαι την περίφημη «συζήτησή» του με τον απατεώνα Φουκώ. Ενδεχομένως να θυμάσαι και τις ασυναρτησίες ή τα ρητορικά τρικ με τα οποία ο τελευταίος προσπαθούσε ν’ αποφύγει κάθε ορθολογική ανταλλαγή απόψεων. Ο Τσόμσκι, φύσει μιλίχειος λόγω ιδιοσυγκρασίας, αντί να τον στείλει στο διάολο, κατέβαλλε φιλότιμη προσπάθεια να του απαντά τεκμηριωμένα και αναλυτικά. Εκεί λοιπόν που ο Φουκώ ανέπτυσσε την -κυρίαρχη εντός των σημερινών αναρχικών κύκλων- ιδέα ότι το Κράτος και ο Νόμος δεν είναι παρά η έκφραση της βούλησης των ισχυρών, ο αμερικανός γλωσσολόγος του απαντούσε το εξής: «Νομίζω ότι είναι πολύ βιαστικό να χαρακτηρίσουμε τα υπάρχοντα συστήματα δικαιοσύνης απλά συστήματα ταξικής καταπίεσης […]. Νομίζω ότι ενσωματώνουν συστήματα ταξικής καταπίεσης και στοιχεία άλλων ειδών καταπίεσης, αλλά επίσης εκφράζουν κι ένα είδος ψηλαφητής αναζήτησης των αληθινά ανθρώπινων, πολύτιμων εννοιών της δικαιοσύνης, ευπρέπειας, αγάπης, καλοσύνης και συμπάθειας» (βλ. Μ. Φουκώ, Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα, Ύψιλον, σ. 56). Διαφωνείς εσύ με αυτήν την ανάλυση; Κι αν ναι για ποιον λόγο; Αν, πάλι, συμφωνείς, τότε θα πρέπει ν’ αποδεχτείς πως το σύγχρονο κράτος μέσα στον δυτικό κόσμο διαθέτει ακόμη δημοκρατικά στοιχεία (στο βαθμό που αυτά χωνεύονται από τον σύγχρονο τύπο ανθρώπου) και ότι οι περισσότεροι αναρχικοί το παραβλέπουν αυτό το βασικό δεδομένο, μιας και πιστεύουν πως «Το Κράτος είναι το κακό καθεαυτό» (για να θυμηθούμε μια ατάκα του Κ. Δεσποινιάδη).

    4)Σχετικά τώρα με την ανάλυσή σου ότι ο αναρχισμός έχει εξελιχθεί μεταπολεμικά και δεν είναι το υποτιθέμενο κακέκτυπό του ενάντια στο οποίο εμείς ξιφουλκούμε, θα σου απαντήσουμε σε τρία επίπεδα. Πρώτον, οφείλεις κι εσύ ο ίδιος να παρατηρήσεις ότι πέραν του Μπούκτσιν, όλοι οι υπόλοιποι συγγραφείς που αναφέρεις είναι ήσσονος σημασίας θεωρητικοί κι ελάχιστα έχουν συνεισφέρει στην εξέλιξη της κριτικής θεωρίας –είτε πρόκειται για τη διαύγαση του ελευθεριακού προτάγματος είτε –κυρίως!- για την ανάλυση των σημερινών κοινωνιών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έχουν απλώς ενσωματώσει κομμάτια της κριτικής των Καστοριάδη, Λεφόρ και άλλων, ώστε να ξεπεράσουν επιτέλους τον ρουσωισμό και τον στείρο αντικρατισμό-αντιεξουσιασμό του κλασικού αναρχισμού (όπως ο Κολόμπο ή ο Μιγκέλ Αμπενζούρ). Ελάχιστα όμως έχουν να μας πουν για τα φλέγοντα ζητήματα της σημερινής εποχής: από την αποχαλίνωση της τεχνολογίας ως την ανθρωπολογική αποσύνθεση του σημερινού ατόμου. Αντίθετα, ο μεγαλύτερος μεταπολεμικός αναρχικός στοχαστής, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν –με πολύ σημαντικό έργο στο επίπεδο της ανθρωπολογικής και οικολογικής θεωρίας-, αποκήρυξε εν τέλει τον αναρχισμό, χαρακτηρίζοντάς τον ως δομικά κι αμετανόητα ατομικιστικό.

    Δεύτερον, όσα τσιτάτα και να παραθέσετε, απλώς αποδεικνύετε, για άλλη μια φορά, πόσο έχει ξεπέσει η σύγχρονη αναρχική θεωρία που, από ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών και προσπάθεια να δει πώς θα μπορούσε να ξαναναδυθεί σήμερα κάποιο χειραφετητικό κίνημα, έχει καταλήξει σε στείρα αναρχολογία, εντελώς αποκομμένη από κάθε πραγματικότητα. Όπως οι εκδόσεις Κουρσάλ και Ναυτίλος εκδίδουν βιβλία για το αν εν τέλει η ανθρωπολογία του κλασικού αναρχισμού είναι ρουσωική ή όχι ή για το πώς αντιλαμβάνεται ο αναρχισμός το κράτος, έτσι κι εσείς διαβάζετε πράγματα που σχολιάζουν τι είπαν άλλοι αναρχικοί, τι είναι τελικά σε εντελώς θεωρητικό επίπεδο ο αναρχισμός, τι θα μπορούσε να είναι, τι δεν είναι κ.ο.κ. Και φυσικά αυτός ο ατελεύτητος βυζαντινισμός το μόνο που δεν κάνει είναι αυτό που έκανε ο Μπούκτσιν (αλλά και ο Καστοριάδης για τον μαρξισμό, σ’ ένα πρώτο επίπεδο –βλ. τις πρώτες σελίδες της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας): μελέτη και ανάλυση του τι είναι σήμερα –εδώ και δεκαετίες- ο αναρχισμός όχι ως θεωρία και αφηρημένη έννοια αλλά ως ενσαρκωμένο, μέσα στην ιστορία, πολιτικό κίνημα. Ο Μπούκτσιν σωστά διείδε πως σήμερα κυρίαρχη τάση στον αναρχισμό είναι η λάιφσταϊλ απονεύρωση κι ο αχαλίνωτος ατομικισμός. Και να σκεφτείς πως μιλούσε για την κατάσταση εντός της Αμερικής. Σκέψου να γνώριζε τη νεοελληνική μπαχαλιάδειο κουμπορολαγνεία ή την αυτιστικών διαστάσεων αποκλειστική ενασχόληση με τα «στέκια», οι οποίες και συνιστούν τον πυρήνα της ελληνικής αναρχικής πράξης. Δε νομίζουμε, ως εκ τούτου, ότι η κριτική μας είναι «ισοπεδωτική», όπως μας καταμαρτυράς, επειδή -καθώς το θέτεις- περιστέλουμε τον αναρχισμό σε κάποιον «αναρχομπαχαλισμό», ο οποίος και δεν τον αντιπροσωπεύει.

    Όμως το να εξετάζει κανείς μια πολιτική ιδεολογία αποκόπτοντάς την από τις εκάστοτε ιστορικές της ενσαρκώσεις συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα θεωρητικής αλλά και πολιτικής ανευθυνότητας όπως επίσης και δειλίας. Κι αυτό είναι, ακριβώς, το τρίτο επίπεδο της απάντησής μας. Όταν, λοιπόν, στην Ελλάδα η αναρχική πράξη έχει μετατραπεί σ’ ένα μείγμα χουλιγκανίστικων πρακτικών και μεταεφηβικών συνδρόμων, βυθιζόμενη όλο και περισσότερο στη βιαιολαγνία και τον αθεωρητικό λουμπενισμό, εσείς κάθεστε άνετοι κι ωραίοι, με τη συνείδησή σας σε πλήρη ησυχία, κι αναλύετε τον αναρχισμό ως φιλοσοφική έννοια. Με αυτόν τον τρόπο όμως αρνείστε να κάνετε την αυτοκριτική σας ως αναρχικοί όπως επίσης βέβαια αρνείστε να αναλάβετε την ευθύνη και να κάνετε κάτι που κάθε αναρχικός θα όφειλε σήμερα να κάνει: να βγει και να καταγγείλει δημοσίως, με σθένος και παρρησία, αυτήν τήν καθημερινή έργω κατασυκοφάντηση των ελευθεριακών ιδεών. Εσείς όμως μάλλον δε διαθέτετε το θάρρος που απαιτείται για κάτι τέτοιο. Κι απλώς κάνετε ό,τι έκαναν οι μαρξιστές παλιότερα, που έλεγαν πως τα γκουλάγκ δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον μαρξισμό κι άρα οι ίδιοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πουν οτιδήποτε σχετικά. Ό,τι κάνουν, με άλλα λόγια, οι μουσουλμάνοι της Δύσης σήμερα, όταν ισχυρίζονται πως οι τζιχαντιστές τρομοκράτες «δεν είναι πραγματικοί μουσουλμάνοι, άρα εμείς δεν έχουμε να δώσουμε λόγο για τίποτε» -ούτε προφανώς να βγούμε να τους αποκηρύξουμε και να τους πολεμήσουμε. Όπως κι εσείς, σε αντίστοιχη κριτική, μας βγάζουν κι εκείνοι το τάδε τσιτάτο και τον τάδε φετφά για το τι είναι «πραγματικά το Ισλάμ» κ.λπ. κ.λπ.

  16. Ο/Η Michael Theodosiadis λέει:

    Νομίζω πως αυτό που υπαινίσσεται εδώ ο Νίκος είναι το εξής: εγώ και το Πρόταγμα εφόσον λέμε ότι το Κράτος και η δημοκρατία δεν είναι έννοιες απόλυτα αντιφατικές μεταξύ τους (ακριβώς επειδή το κράτος εμπεριέχει κάποια στοιχεία αυτονομίας όπως ισχυρίζομαι), άρα εμείς το υποστηρίζουμε ως θεσμό που θα πρέπει να παραμείνει ιστορικά. Στην πραγματικότητα κανείς δεν λέει πως το Κράτος πρέπει να παραμείνει στη θέση του όπως είναι σήμερα. Δική μου θέση πάντως δεν είναι υπέρ του Κράτους. Εφόσον όμως ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος εμπεριέχει κάποια στοιχεία που επιτρέπουν την πολιτική δράση ως ένα (έστω και μικρό) βαθμό (και γι’ αυτόν τον λόγο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με το παράδειγμα της Ελβετίας http://www.anarchy.no/swiss1.html κι εδώ http://oikonomouyorgos.blogspot.co.uk/2014/04/blog-post.html ), τότε μπορούμε να παλέψουμε και μέσα από αυτό, όπως είπα πιο πάνω για τη δημιουργία εκλογικών συνδυασμών βάσει της δημοτοπίας (όπως είχε κάνει αυτή η ομάδα μερικά χρόνια πριν https://web.archive.org/web/20160308123432/http://dimotopia.gr/ ), ή για μια μεταρρύθμιση του Συντάγματος, ώστε να μπορούν να διεξάγονται δημοψηφίσματα, να γίνονται δεκτές οι αποφάσεις συνελεύσεων… κοινώς να χρησιμοποιηθούν όλοι εκείνοι οι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να ανοίξουν περαιτέρω δρόμους για κάτι πιο συμμετοχικό ( ορίστε εδώ μερικές ιδέες http://oikonomouyorgos.blogspot.co.uk/2011/12/blog-post.html ή κι εδώ https://greekdimo.wordpress.com/ ), ακόμα και για το ξεπέρασμα του φιλελευθερισμού του ίδιου (αν και το πάω πολύ μακριά τώρα), και τέλος το ξεπέρασμα του ίδιου κράτους – ως κεντρική δομή – εν γένει. Άρα δεν μιλάμε για υπεράσπιση του κράτους (όπως είπα και πιο πάνω). Μιλάμε για αναγνώριση του θεσμού αυτού, όπως είναι (και όχι όπως θα θέλαμε να είναι βάσει της ιδεολογίας μας), και φυσικά για την προσπάθεια εύρεσης διόδων ώστε να γεννηθούν νέες μορφές συμμετοχικότητας. Αν είναι να περιμένουμε πρώτα να πέσει το κράτος πολύ φοβάμαι ότι αυτό δεν θα το δούμε στα επόμενα 300 χρόνια! Άρα μήπως τελικά (όπως είπα και πιο πάνω πάλι) όλη αυτή η συνθηματολογία του «κάτω τα κράτη» είναι απλά ένα αξεσουάρ για την εκτόνωση μερικών ομάδων που ακόμα δεν έχουν απογαλακτιστεί από τη λογική της αντικουλτούρας; Γιατί κανένας που επιθυμεί πραγματικά να έρθει σε επαφή με την κοινωνία δεν κάθεται να αναπαράγει θεωρίες οι οποίες όσο καλές και αν είναι δεν φαίνεται ότι έχουν έρεισμα σε περισσότερο από το 0.5% του πληθυσμού, ή έστω δεν υπάρχει καμία πολιτική διέξοδος ώστε να υλοποιηθούν στο 100% κάτω από τις παρούσες συνθήκες! Μπορούν όμως οι ιδέες του Bookchin και του Καστοριάδη να υλοποιηθούν ως ένα βαθμό, με στόχο στο μέλλον να διεκδικήσουμε περαιτέρω πράγματα μέσω της πολιτικής δράσης; Μπορούν οι επόμενες γενιές που θα έρθουν να εμπνευστούν από τα δικά μας, να γίνουν δηλαδή αυτά κίνητρο, ώστε να πετύχουν κάτι περισσότερο; Ναι αλλά γιατί ο αναρχισμός έρεισμα; Α ναι ξέρω… «η κοινωνία είναι ένας μικροαστικός βόθρος»! Κι έτσι λοιπόν βρήκαμε μια ωραία δικαιολογία για την μόνιμη αποστασιοποίησή μας, στο στέκι μας με τους κολλητούς μας… «μα δεν φταίω εγώ που δεν αλλάζει κάτι, η κοινωνία είναι σκατά!»

    Πάντως μπορεί οι αναρχικοί να εμφανίζονται ως οι γνήσιοι αντικρατιστές, αλλά μια χαρά κατά το δημοψήφισμα του Brexit (οι της Αγγλίας τουλάχιστον αναρχίζοντες) στήριξαν το Bremain με νύχια και με δόντια! Η μεγάλη καταπίεση που για αυτούς φαντάζει το κράτος, θέλουν να την ανταλλάξουν με… το Υπερ-Κράτος της ΕΕ, απλά και μόνο για να μην «βγει ο Φαράτζ» και μην «χάσουμε τα εργασιακά μας δικαιώματα που τα εγγυάται η ΕΕ»! Εγώ πάντως λέω πως η στροφή του Brexit προς την δεξιά είναι ενδεικτικό της αδυναμίας του επαναστατικού προτάγματος να δώσει απαντήσεις σε τόσο απλά διλήμματα. Αντί να προσπαθήσουν να απαντήσουν σε τέτοια απλά πράγματα οι σύγχρονοι αριστεριστές κάθονται και αναπαράγουν θεωρίες μεταξύ τους, αποκομμένοι από την κοινωνία, και μετά απορούν γιατί η κοινωνία στρέφεται εναντίον τους! Είναι η λογική «του μικρότερου κακού»: εφόσον δεν ξέρουμε ή δεν μπορούμε να προϊδεάσουμε και να προεικονίσουμε τι θα σήμαινε μια ζωή εκτός ΕΕ, ιδίως με τον ηλίθιο Φαράτζ να διεκδικεί πρώτος τα ηνία, (άρα ως άνθρωποι που με όχημα το πείραμα, τον Λόγο, τον ελεύθερο στοχασμό θα έπρεπε για κάθε πρόβλημα να δίναμε μια λύση, και σ’ αυτό οι διανοούμενοι έχουν αποτύχει παταγωδώς!), το μόνο που μας απομένει είναι απλά να νομιμοποιούμε τις πολιτικές της ΕΕ ή, ακόμα χειρότερα, να θεωρούμε το πολιτικό και το κοινωνικό ζήτημα ως κάτι πολύ δευτερεύον με αποτέλεσμα να επιδιώκουμε απλά να γρασάρουμε τα εξαρτήματα της μηχανής (δικαιώματα στους παιδόφιλους, να δοθεί άδεια άσκησης επαγγέλματος στα call girls, να μπορεί να γίνει διευθύνων σύμβουλος της Monsanto και ένας ιρακινός πρόσφυγας ή ελεγκτής του μετρό ένα τρανσέξουαλ κ.λπ.) παίζοντας το παιχνίδι της ισότητας, μοστράροντας μια προσομοίωση της της προόδους και της βελτίωσης. Μετά την υποστήριξη στην ΕΕ τί άλλο να περιμένουμε από τους – αντικρατιστές κατά τ’ άλλα – αναρχικούς; Ποιά θα είναι η στάση τους αν αρχίσει μετά το νεοφιλελεύθερο μοντέλο να μοστράρει την παγκόσμια ηγεμονία διοικούμενη από μια κυβέρνηση που θα μας την προσφέρουν στο πιάτο ώς η εμπραγμάτωση του διεθνισμού. Στην περίπτωση του Brexit το ένα κακό που βλέπουν αυτοί (το έθνος-κράτος) δεν τους ενόχλησε που ήθελαν να το κάνουν να χειρότερο (Υπερ Ευρώπη), και το βάφτισαν και χειραφέτηση απο πάνω. Ξεχάσανε μου φαίνεται πως η δημοκρατία είναι ταυτόχρονα μέγεθος και ποσότητας και ποιότητας. Όσο μεγαλώνει αυτή η ποσότητα τόσο μικραίνει η ποιότητα. Καλύτερη απάντηση πάντως σε αυτά αποτελεί το Ανάγκη για Ριζες της Βειλ. Θυμάμαι το σημείο που περιέγραφε όσους υποσχόταν πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πως η ένωση των περιφερειών σε κράτη (Γερμανία του Μπίσμαρκ πχ) θα έδινε τέλος στις διαμάχες και τον πόλεμο. Η ιστορία τους χλεύασε όλους αυτούς που θεωρούσαν τους μικρούς τοπικισμούς μεγάλες καταπιέσεις, καθώς οι ίδιοι απλά θέλουν να πάνε το κράτος παραπέρα!

    Και λίγο περί καστοριαδολογίας, αν δούμε τους διαλόγους του Καστοριάδη με την PhD μαθήτριά του Νικόλ Λόρω
    Νικόλ Λορώ: «Αναφέρεστε στην αποδιάρθρωση των σεξουαλικών ρόλων ως μια από τις συνέπειες που έχει το «ξεχαρβάλωμα» της σημερινής κοινωνίας. Αναρωτιέμαι πώς μπορείτε να είστε σίγουρος ότι η αποδιάρθρωση των σεξουαλικών ρόλων είναι ένδειξη αυτού του «ξεχαρβαλώματος», και όχι μιας κρίσης. Η εκτίμησή σας αυτή μου φαίνεται ακόμα πιο παράξενη από τη στιγμή που είχατε εκφραστεί με ιδιαίτερα θετικά λόγια – αν δεν κάνω λάθος – πριν από δεκαπέντε χρόνια για το φεμινιστικό κίνημα».
    Στην απάντησή του ο Καστοριάδης ξεκαθάριζε τη θέση του:
    «Θέλω μόνο να επιχειρήσω να άρω ορισμένες παρεξηγήσεις. Δεν πιστεύω ότι μια σεξουαλική τάξη πραγμάτων, όποια μορφή αν έχει και αυτή, είναι προτιμότερη από το σημερινό «ξεχαρβάλωμα». […] Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι επί χιλιάδες χρόνια οι κοινωνίες έχουν ζήσει με κάποιους σεξουαλικούς «κανόνες», περισσότερο ή λιγότερο αυστηρούς. Η σημερινή κοινωνία είναι η πρώτη όπου αυτή η τάξη πραγμάτων τείνει να εκλείψει. Αυτό καθ’ αυτό δεν συνιστά «απελευθέρωση». Εξαρτάται πώς το αξιοποιεί κανείς. Μπορεί κάλλιστα αυτή η εξέλιξη να εμπεριέχει τον κίνδυνο «ξεχαρβαλώματος» και αποσύνθεσης της κοινωνίας (όπως, για παράδειγμα, στη Ρώμη της Αυτοκρατορικής περιόδου). Χαιρέτισα πράγματι πριν από τριάντα χρόνια […] το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών, σε συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι αυτές οι συνθήκες δεν υφίστανται πια, όπως δεν υφίσταται και εκείνο το κίνημα, αυτό που παρατηρείται σήμερα είναι μια βαθιά και χωρίς προηγούμενο σύγχυση».
    Francois Dosse. Καστοριάδης Μια ζωή. Εκδόσης Πόλις, σ.376

  17. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Προς το Πρόταγμα

    Οι απόψεις ως τέτοιες πρέπει να είναι σεβαστές και να συζητούνται, όταν όμως διαστρεβλώνονται οι θέσεις άλλων για να στηριχθεί μια επιχειρηματολογία, μάλιστα με έπαρση επαΐοντος, η κριτική οφείλει να μη μασάει τα λόγια της. Λυπάμαι, αλλά η δική μου γνώμη είναι ότι σε όσα ζητήματα έχετε ανεγείρει σε αυτή τη συζήτηση αποδεικνύεται η επιφανειακή σας σχέση με τις θέσεις του Καστοριάδη (και όχι μόνο). Ξεκάθαρο παράδειγμα η εξοργιστική διαστρέβλωση των θέσεών του σχετικά με τη σχέση δημοκρατίας-φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Δεν έχω άδικο να μιλάω για άγνοια όταν ο ίδιος έχει απαντήσει σε αιτιάσεις σαν τις δικές σας και έχει αποσαφηνίσει πλήρως τη θέση του. Δεν χρειάζεται νομίζω να επεκταθώ αφού ο ίδιος λέει:

    »Μου αποδίδετε την ιδέα ότι οι δυτικές χώρες διατήρησαν πολλά σημεία της αρχαίας δημοκρατίας: ιδέα πολύ περίεργη, καθόλου αθώα, άσχετη εν πάση περιπτώσει με όσα υποστήριξα, και την οποία δεν υιοθετώ. Είπα ότι στην αμερικανική επανάσταση του 1776 ξαναβρίσκουμε κάποια στοιχεία της αρχαίας δημοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την επιβίωση ορισμένων θεσμών που συναντάμε ακόμη και σήμερα στην Αμερική, όπως η μεγάλη δημοτική και τοπική αυτονομία. Αυτό με κανένα τρόπο δεν σημαίνει – ούτε και το είπα εξάλλου – ότι οι σημερινές χώρες διατηρούν πολλά στοιχεία της αρχαίας δημοκρατίας.
    Είπα και το επαναλαμβάνω ότι κάθε φορά που ξεκίνησε ένα πραγματικό κίνημα – όπως η αμερικάνικη επανάσταση ή το εργατικό κίνημα – ξαναανακάλυψε τις ίδιες αρχές της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή της ανακλητότητας των υπευθύνων, με την εκ περιτροπής ανάδειξή τους κλπ.
    Οι δυτικές χώρες διατηρούν πράγματι , σαν συνέπεια των αγώνων που εμφανίστηκαν μέσα σε αυτές και που χρονολογούνται από το τέλος του Μεσαίωνα, ένα σωρό στοιχεία δημοκρατικά, τα οποία, όμως, δεν αρκούν για να τις χαρακτηρίσουν ως δημοκρατίες με την πραγματική έννοια. Εγώ τις ονομάζω φιλελεύθερες ολιγαρχίες. Ασφαλώς σ’ αυτές τις χώρες κυριαρχεί μια μειοψηφία. Ταυτοχρόνως όμως υπάρχουν θεσμοί φιλελεύθεροι κατάλοιπο και υπόλοιπο όλων αυτών των αγώνων του παρελθόντος – αγώνων λαϊκών ως επί το πολύ και στους οποίους η εργατική τάξη έπαιξε, ασφαλώς, τεράστιο ρόλο.
    Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει σε αυτές τις χώρες δημοκρατία με την έννοια ότι ο λαός κυριαρχεί και παίρνει μόνος του τις αποφάσεις».
    Κ. Καστοριάδης Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα.

    • Ο/Η protagma λέει:

      Φανταζόμαστε ότι μας κάνεις πλάκα, έτσι δεν είναι; Μετά από όλα αυτά τα κατεβατά και τα σεντόνια που ανταλλάξαμε σ’ αυτή την κουβέντα καταλήγεις, δίχως ν’ απαντάς στα περισσότερα από τα ερωτήματα που τέθηκαν (θεωρητική συγγένεια Λας-Καστοριάδη, σχέσεις έθνους και κράτους, σχέσεις μεταξύ των δύο εκδοχών εθνικισμού –ή, έστω, η ενδεχόμενη σφαλερότητα ή ορθότητα της δικής μας ανάλυσης γι’ αυτή τη διφυία του νεωτερικού εθνικισμού-, παρακμή της σύγχρονης αναρχικής πρακτικής κ.λπ.), να μας ποστάρεις ένα χωρίο του Καστοριάδη, στο οποίο ο φιλόσοφος συνηγορεί υπέρ όλων όσων προσπαθούμε να σου εξηγήσουμε σε αυτήν την κουβέντα: δηλαδή υπέρ της διαπίστωσης πως τα σημερινά έθνη-κράτη δεν είναι μεν δημοκρατίες, ωστόσο διαθέτουν πολλά δημοκρατικά στοιχεία, που τους έχουν επιβληθεί μέσω των κοινωνικών αγώνων και κινημάτων που αναπτύχθηκαν από τον Μεσαίωνα μέχρι και πριν από ορισμένες δεκαετίες. Και πως γι’ αυτό συνιστούν φιλελεύθερες ολιγαρχίες κι όχι ολοκληρωτικά καθεστώτα ή «καθεστώτα εξαίρεσης» όπως αρέσκονται να τα χαρακτηρίζουν οι αναρχικοί. Αυτό δηλαδή που λέει κι ο Τσόμσκι στην απάντησή του στον Φουκό, την οποία και παραθέτουμε στο προηγούμενο σχόλιό μας.

      Για του λόγου το αλήθες, σ’ εκείνο το σημείο της απάντησής μας (το σημείο «3»), γράφαμε το εξής: «Περί δημοκρατίας και Κράτους: μας κάνει τρομερή εντύπωση πόσο αδυνατείς να προσεγγίσεις το έργο κάποιου στοχαστή δίχως αναρχικά γυαλιά. Μα καλά, δεν είναι κεντρική ιδέα του Καστοριάδη ότι οι δυτικές ολιγαρχίες είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες, επειδή περιλαμβάνουν πλήθος συνταγματικών και άλλων εγγυήσεων, οι οποίες τις αναγκάζουν να σέβονται ορισμένα βασικά δικαιώματα, ν’ ακολουθούν κοινωνική πολιτική σε πολλά θέματα κ.λπ.; Και σάμπως αυτός ο φιλελεύθερος χαρακτήρας δεν είναι προϊόν της πίεσης των κοινωνιών, οι οποίες πέτυχαν την ψήφιση νόμων, την απόσπαση δικαιωμάτων και γενικώς τον εκδημοκρατισμό του κράτους, το οποίο εντός της Δύσης εμφανίζεται, για πρώτη φορά, ως μοναρχικό και απολυταρχικό κράτος; Αν δεν έχεις καταλάβει ούτε αυτή την απλούστατη ιδέα του Καστοριάδη, τότε να τη σταματήσουμε εδώ την κουβέντα». Μετά από αυτό, εσύ μας λες ότι χαλκεύουμε τη σκέψη του Καστοριάδη, παραθέτοντάς μας ένα χωρίο όπου ο ΚΚ λέει ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο με αυτό που εμείς υποστηρίζαμε και το οποίο εσύ αρνιόσουν. Μήπως να ξανακοιτάξεις τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεις ή ακούς τις απόψεις των εκάστοτε συνομιλητών σου;

      Διότι, κατά τα άλλα, αν εν τέλει συμφωνούμε ως προς το ότι οι σύγχρονες ολιγαρχίες είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες κι όχι ολοκληρωτικά καθεστώτα, τότε θα πρέπει να δεχθείς και την άποψη πως το Έθνος-Κράτος, εντός του οποίου διαμορφώνονται τούτες οι ολιγαρχίες, διαθέτει κι αυτό πολλά ουσιωδώς δημοκρατικά στοιχεία. Το δέχεσαι αυτό ή όχι; Δες τα ερωτήματα που σου θέταμε ήδη από το προηγούμενο σχόλιό μας, στο τέλος του σημείου 3, μετά το παράθεμα του Τσόμσκι.

  18. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Υπεκφεύγετε προσπαθώντας να δημιουργήσετε εντυπώσεις. Η αρχική μας διαφωνία αφορούσε τη σχέση δημοκρατίας-φιλελεύθερης ολιγαρχίας στο έργο του Καστοριάδη. Ο Καστοριάδης ξεκάθαρα αναφέρει ότι η φιλελεύθερη ολιγαρχία ΔΕΝ μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατία με την πραγματική έννοια, αυτό υποστηρίζω κι εγώ από την αρχή ενώ εσείς μασάτε ακόμη τα λόγια σας.
    Υπάρχουν λεπτές διαφορές στο απόσπασμα που παρέθεσα τις οποίες αποσιωπάτε διαστρεβλώνοντας το νόημα όπως σας βολεύει. Αυτό που υποστηρίζει ο Κ. είναι ότι παρά τα φιλελεύθερα στοιχεία οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν δημοκρατίες (το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το Έθνος-Κράτος). Βέβαια είναι προτιμότερες από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αυτή είναι η διάκριση που κάνει. Δεν προτείνει όμως αγώνα μέσω του Κράτους, το σύνολο της πολιτικής του σκέψης βροντοφωνάζει ως προς αυτό. Το πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας δεν έχει ΚΑΜΙΑ σχέση με την υποστήριξη του θεσμού του έθνους-κράτους σε προταγματικό πολιτικό επίπεδο. Η πρόταση του Κ. είναι ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας με προσανατολισμό την άμεση δημοκρατία. Αυτή είναι η θέση του και σε αυτό αφιέρωσε τη ζωή του. Ποτέ και πουθενά δεν υποστήριξε αυτό που ισχυρίζεστε.

    Το ίδιο επιφανειακή είναι και η ανάγνωσή σας των θέσεων του Καστοριάδη για την τέχνη (γενικότερα την πολιτισμική δημιουργία) και τη σχέση με την παράδοση . Οι θέσεις του δεν είναι ούτε νεοκλασικές, ούτε συντηρητικές, ούτε τόσο απλοϊκές όσο τις παρουσιάζετε, με το άστοχο παράδειγμα του Μπαχ, τη διαστρέβλωση της αναφοράς του στους Στόουνς ή τη θέση του για το πολυτονικό. Όλως περιέργως αναπαράγετε με θετικό τρόπο (σα να τις έχετε αφομοιώσει) τις κατηγορίες εκείνων που με στόχο να τον λοιδορήσουν ανασύρουν ένα ή δύο παραδείγματα από το έργο του αποδεικνύοντας δήθεν τον συντηρητισμό του, παραδοσιοκρατία ή κλασικισμό. Καμία σχέση.
    Τα παραδείγματά του περιλαμβάνουν εξίσου τις εξέχουσες δημιουργίες του μοντερνισμού, αναφέρεται συγκεκριμένα στους Σένμπεργκ, Βέμπερν, Μπεργκ, τον Πικάσο, τον Τζιακομέτι, τους σουρεαλιστές. Πέρα από τα συγκεκριμένα παραδείγματα είναι χαρακτηριστική η θέση του η οποία διασαφηνίζει τον προσανατολισμό της θέσης του: ‘’ Η ΄΄μεταμοντέρνα΄΄ τέχνη μας προσέφερε μια πραγματικά τεράστια υπηρεσία. Μας επέτρεψε να δούμε πόσο αληθινά μεγάλη υπήρξε η μοντέρνα τέχνη’’.

    Ο Καστοριάδης λοιπόν δεν προτιμάει τον Μπαχ με τον τρόπο που το λέτε, με την ίδια ευκολία θα μπορούσε κάποιος να πει ότι προτιμάει, το μπαλινέζικο γκάμελαν ή την τζαζ ή τους αφρικανικούς χορούς, ακόμη και τον πρώιμο Ξενάκη. Αυτό όμως είναι παρανάγνωση η οποία αγνοεί το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Καστοριάδης αναπτύσσει τη σκέψη του: τη σχέση ανάμεσα στο πολιτικό πρόταγμα για αυτονομία και την πολιτισμική δημιουργία. Από το 1950, το πολύ, διαγιγνώσκει έκλειψη και των δύο παρά τις αναλαμπές. Βασικά στοιχεία της εποχής, η οποία συνεχίζεται, ο κομφορμισμός, η επαναληπτικότητα και η ψευδοεπαναστατικότητα της λόγιας, ακαδημαϊκής αβανγκάρντ η οποία εκβάλλει εν πολλοίς στον μεταμοντερνισμό. Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντάσσεται η αξιολόγηση της έννοιας της παράδοσης: σε αντιδιαστολή με τις φανφάρες περί tabula rasa, ή περί της κενής νοήματος μορφής (η οποία δεν έχει άλλες αναφορές πέραν του εαυτού της) ή, πράγμα που στο βάθος του είναι το ίδιο, περί καταστροφής κάθε μορφής. Απέναντι όμως στην ψευδοεπαναστατικότητα του λόγιου ‘’αντιακαδημαϊσμού’’ ο Καστοριάδης δεν προτείνει επιστροφή στην παράδοση αλλά επανερμηνεία και ριζικό μετασχηματισμό. Το ζητούμενο είναι καινούργιοι τρόποι συμπεριφοράς, καινούργιοι προσανατολισμοί και καινούργιοι τρόποι κοινωνικοποίησης.
    Γι’ αυτό το δίλλημα brexit ή bremain είναι πλαστό από αυτή την οπτική και δεν είναι τυχαίο που τα ‘’όχι στην ΕΕ’’ εκφράζονται αβίαστα από τους συντηρητικούς με βασικό επιχείρημα την παλινόρθωση/ισχυροποίηση του έθνους-κράτους. Από την πλευρά του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας η άποψή μου είναι ότι η πρόταση αφορά την επαναδιατύπωση με νέους όρους του διεθνισμού πράγμα το οποίο θα πρέπει επίσης να σημαίνει μια νέα σχέση με την παράδοση.

    Κλείνω αναφερόμενος σε μια κοινή στους επικριτές παρανάγνωση της αναφοράς του Καστοριάδη στους Στόουνς (την οποία δυστυχώς επαναλαμβάνετε κι εσείς). Εδώ ο Καστοριάδης γίνεται κι εκείνος θύμα της επιπολαιότητας στην ανάγνωση που ο ίδιος κατήγγειλε και την οποία δεν διακρίνει η στοιχειώδης απαιτούμενη αυστηρότητα στη σημασία του κειμένου.

    Γράφει:

    ‘’Ωστόσο – πρόκειται τώρα για την άλλη όψη των ‘’αρνητικών’’ διαπιστώσεων οι οποίες διατυπώθηκαν πιο πάνω σχετικά με τον επίσημο και λόγιο πολιτισμό της εποχής μας- φαίνεται όχι μόνο ότι ένας ορισμένος αριθμός προϋποθέσεων για μια καινούργια πολιτισμική δημιουργία έχει σήμερα συγκεντρωθεί , αλλά και ότι ένας τέτοιος πολιτισμός ‘’λαϊκού’’ τύπου αναδύεται ήδη. Απειράριθμες ομάδες νέων με μερικά όργανα παράγουν μια μουσική που τίποτε δεν τη διακρίνει – αν όχι το τυχαίο της εμπορικής προώθησης – από τη μουσική των Στόουνς [Stones] ή των Τζέφερσον Αιρπλέιν [Jefferson Airplane]’’. Στο κείμενο »Κοινωνικός μετασχηματισμός και πολιτισμική δημιουργία», σελίδα 33 σςτο Παράθυρο

    Παρ’ όλο που δεν είναι λάτρης του ροκ (κοινή στάση σε μεγάλο μέρος του τζαζόφιλου κοινού) αναγνωρίζει την ανάδυση μιας ‘’λαϊκής’’ δημιουργικότητας στις εκφράσεις του ροκ. Καμία σχέση με αυτό που γράφετε εσείς.

    ΝΧ

    • Ο/Η protagma λέει:

      Καμία υπεκφυγή από την πλευρά μας και καμία προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Άλλωστε, απορούμε γιατί κάθεσαι και συζητάς μαζί μας, εφόσον διαρκώς μας αποδίδεις δολερές προθέσεις –εμείς αυτό που καταμαρτυρούμε σ’ εσένα δεν είναι δόλος, δηλαδή συνειδητή προσπάθεια πλαστογραφίας και χάλκευσης απόψεων τρίτων, όπως εν προκειμένω του Καστοριάδη, αλλά αδυναμία κατανόησης• εσύ αντίθετα μας αντιμετωπίζεις επανειλημμένως ως συνειδητούς απατεώνες, πράγμα ενδεικτικό του πώς κατανοείς τον διάλογο: ως ιδεολογική και ρητορική κοκορομαχία, λες κι είμαστε 13 χρονών.

      Πέραν τούτων, αν κάποιος υπεκφεύγει αυτός μάλλον είσαι εσύ. Διότι αντί να απαντήσεις στα καίρια πολιτικά ζητήματα που σου θέσαμε σε προηγούμενα σχόλια, όπως για παράδειγμα η πλήρης χρεωκοπία της αναρχικής πολιτικής σήμερα, εσύ στέλνεις τη μπάλα στην εξέδρα και το ρίχνεις στους καστοριαδολογικούς βυζαντινισμούς. Και ως συνήθως, τα αποτελέσματα είναι κωμικά. Έχεις τέτοια εμμονή με έννοιες-μπαμπούλες (για εσένα) όπως «έθνος-κράτος» ή «συντηρητισμός» και «παράδοση» που δεν καταλαβαίνεις καν τι σου λέμε, ούτε φυσικά, τι λέει ο Καστοριάδης. Ας γίνουμε πιο σαφείς:

      Α) Που διάολο είπαμε εμείς ότι οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες είναι «δημοκρατία»;;; Συνεχώς μας το καταμαρτυράς αυτό, ενώ πουθενά δεν το έχουμε πει. Μήπως τελικά εσύ είσαι που μας βάζεις λόγια; Εμείς εξ αρχής υποστηρίζουμε αυτό που κατέληξες εσύ δήθεν να μας εξηγείς μέσω Καστοριάδη, δηλαδή, ότι τα σημερινά καθεστώτα είναι μεν ολιγαρχικά αλλά φιλελεύθερα, καθώς έχουν ενσωματώσει πλήθος δημοκρατικών στοιχείων που τους επιβλήθηκαν μέσα από κοινωνικούς αγώνες. Αυτό που εμείς προσθέτουμε σε αυτή τη διατύπωση, είναι η ιδέα πως το Έθνος-Κράτος, ο κοινωνικός και ιστορικός χώρος εντός του οποίου διαμορφώθηκαν αυτοί οι αγώνες, περιλαμβάνει αντίστοιχα δημοκρατικά στοιχεία. Το ότι δεν το είπε ακριβώς έτσι ο Καστοριάδης ή ότι ενδεχομένως να μην το έλεγε έτσι, ελάχιστη σημασία έχει. Εμάς μας ενδιαφέρει να εμβαθύνουμε τις ιδέες ενός στοχαστή χάριν της διαύγασης της κοινωνικοϊστορικής πραγματικότητας, όχι να τις μουμιοποιήσουμε. Στα πλαίσια αυτά, αναγνωρίζουμε ότι, όπως οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες είναι καλύτερες από τον ολοκληρωτισμό δίχως όμως να αποτελούν το πραγματικό μας πολιτικό πρόταγμα, έτσι και μια δημοκρατική εκδοχή εθνικής ταυτότητας είναι καλύτερη από τη σημερινή γενικευμένη πολιτιστική εκρρίζωση η οποία, διόλου τυχαία, γεννά την πολιτιστική ακροδεξιά ως προσπάθεια αναπλήρωσης τέτοιων ταυτοτικών κενών.

      Β) Αν, εν πάση περιπτώσει, πιστεύεις ότι μια τέτοια ανάλυση δεν ταιριάζει με τις ιδέες του Καστοριάδη, τότε γιατί ο τελευταίος εκτιμούσε το έργο του Λας, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στη διατήρηση παραδοσιακών μορφών ζωής ως ανάχωμα σε τούτη την εκρίζωση και το κενό νοήματος; Γιατί συνεχίζεις να μη σχολιάζεις τα στοιχεία περί της σχέσης Καστοριάδη-Λας που παραθέσαμε στο προ-προηγούμενο σχόλιό μας; Πιστεύουμε ότι αυτή σου η μανία ενάντια στην παράδοση, στον «συντηρητισμό» κ.λπ. σε κάνει να μη μπορείς να κατανοήσεις κάποια πράγματα, όπως, εν προκειμένω, οι ιδέες του Λας και ο λόγος για τον οποίο μακράν του να ‘ναι ασύμβατες μ’ εκείνες του Καστοριάδη, στην πραγματικότητα τις συμπληρώνουν.

      Γ) Γενικά, αυτή σου η «αντιπαραδοσιακή» εμμονή σ’ εμποδίζει ν’ αναλύσεις σωστά τα κοινωνικά φαινόμενα. Διότι, τι άλλο είναι ο μεταμοντερνισμός παρά μια εμμονική κριτική και απόρριψη κάθε πράδοσης και κάθε «δομής» ή «συνοχής», οι οποίες θεωρούνται όλες τους ως πατριαρχικές, ρατσιστικές, δυτικοκεντρικές, εθνικιστικές και δε συμμαζεύεται; Τι είναι η εννοιακή και οι λοιπές εκδοχές μεταμοντέρνας τέχνης, μετά το ’60, παρά μια διαρκής καταγγελία του μοντερνισμού ως καλλιτεχνικής έκφρασης του λευκού, δυτικού, ιμπεριαλιστή, προτεστάντη; Και τι άλλο είναι, στο επίπεδο της φόρμας, παρά διαρκές εγκώμιο της ασυναρτησίας και συστηματική διάλυση της φόρμας κι εν τέλει αντικατάστασής της από το κοινωνικό σχόλιο και την «εννοιακή (conceptual)» εξυπνάδα (δες π.χ. τις ταινίες του Ντεμπόρ, ο οποίος προερχόταν από τον Λεττρισμό, μια χαρακτηριστική τέτοια παράδοση); Είναι τυχαίο που οι μεταμοντέρνοι ψευτοκαλλιτέχνες είναι πολύ συχνά θαυμαστές όλων αυτών των τσαρλατάνων που θεοποιεί η σύγχρονη πανεπιστημιακή Αριστερά αλλά και μεγάλες μερίδες του αναρχικού Χώρου, από τον Φουκώ ως τη Μπάτλερ και τον Αγκάμπεν, ακριβώς επειδή προωθούν την ανάλυση πως η Δύση, δηλαδή το νεωτερικό έθνος-κράτος, είναι μόνο ρατσισμός, ολοκληρωτισμός, πατριαρχία (δες π.χ. τη φαιδρή Ντοκουμέντα που έλαβε χώρα προσφάτως στην Αθήνα, με τη συμμετοχή ενός υπαρχηγού της Μπάτλερ, του Νέγκρι κ.λπ.);

      Απέναντι σ’ αυτή τη γελοιότητα, διόλου τυχαίο πως ο Καστοριάδης υπεράσπιζε τη «σοβαρή» τέχνη, δηλαδή τη δυτική τέχνη ως το ’30. Χονδρικά σου έλεγε πως η δυτική δημιουργία τελειώνει κάπου στο ’50, αλλά σωστά είχε διακρίνει ότι οι τελευταίοι μεγάλοι δυτικοί καλλιτέχνες και στοχαστές είχαν δώσει τα σημαντικότερα κομμάτια, την ουσία, του έργου τους ως το ’30. Πράγμα που ισχύει για όλους τους μεγάλους μοντερνιστές που αναφέρεις στο χωρίο του που παραθέτεις, με την εξαίρεση του Ξενάκη (σουρεαλιστές, Δεύτερη βιεννέζικη σχολή, Πικάσο και Τζιακομέτι). Και φυσικά, αν το εξετάσεις από κοντά το έργο τους, θα δεις ότι όλοι τους εκφράζουν μια «νεοκλασσική» κατεύθυνση (χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο με το περιεχόμενο που της έδινε ο Ελύτης μιλώντας για τη μετεξέλιξη του αρχικού, «επαναστατικού» σουρεαλισμού στο έργο ποιητών όπως ο Ρενέ Σαρ αλλά κι ο ίδιος), υπό την έννοια πως ξεπέρασαν την αρχική μοντερνιστική εξέγερση απέναντι στις παραδοσιακές φόρμες (όπως η καθαρή αυτόματη γραφή, ο αναλυτικός κυβισμός ή ο πρώιμος ατονισμός), και πέρασαν στην προσπάθεια την πιο «συνθετική» (όπως η «κοντρολαρισμένη» αυτόματη γραφή, ο συνθετικός κυβισμός κι η λεγόμενη Νεοκλασική περίοδος του Πικάσο, ή ο δωδεκαφθογγισμός στη μουσική), με σκοπό να δώσουν μια νέα φόρμα, την οποία όλοι ανεξαιρέτως οι μοντερνιστές θεωρούσαν πως θα ήταν ένα νέο είδος, καθολικά αποδεκτού «κλασσικισμού». Αν δεν ήταν έτσι, ο Πικάσσο δε θα καθόταν να αναλύει, π.χ., τον Βελάσκεθ ως το τελος της ζωής του ούτε, πριν από αυτόν, ο Σεζάν θα μελετούσε παραδοσιακές πραγματείες προοπτικής, όπως αυτή του Βινιόλα.

      Αντίθετα, το ρεύμα που παραμένει εμμονικά κολλημένο στο καθαρά «κριτικό-αρνητικό» σκέλος του μοντερνισμού, είναι ο μεταμοντερνισμός –και γι’ αυτό ακριβώς δεν έχει δώσει τίποτε ουσιαστικό σε επίπεδο περιεχομένου, πέρα από τις γνωστες ψευτοπροβοκατόρικες φλυαρίες, καθώς απλώς ανάγει σε αυτοσκοπό ένα μόνο από τα στοιχεία του μοντερνισμού: την κριτική σε ορισμένα στοιχεία της παράδοσης. Και μάλιστα, αν θέλουμε ν’ ακριβολογούμε, ο μοντερνισμός δεν άσκησε κριτική τόσο πολύ στην ίδια την παράδοση, όσο στις εκχυδαϊσμένες εκδοχές της, δηλαδή στην ακαδημαϊκή τέχνη. Αντίθετα, τα μεγάλα έργα της παράδοσης αποτελούσαν πάντοτε το πρότυπό του, τόσο σε λόγιο όσο και σε λαϊκό/δημώδες επίπεδο. Η αυτονόημηση και η αναγωγή σε αυτοσκοπό μιας αβαθούς εξέγερσης ενάντια στην παράδοση δεν είναι μοντερνισμός αλλά –αυτό που ο μοντερνιστής τεχνοκριτικός Κλήμεντ Γκρίνμπεργκ- αποκαλούσε «αβαντγκαρντισμό»: η εξέγερση ως πόζα, η δανδικής προέλευσης προκλητικότητα, που βλέπουμε στο έργο ανθρώπων (και μετριότατων καλλιτεχνών) όπως ο Ντυσάν, ο Ντεμπόρ κ.λπ. Αυτή είναι η βάση του χιπστερισμού και του μεταμοντερνισμού, δηλαδή της σημερινής πνευματικής αποσύνθεσης κι εκρίζωσης.

      Και μιας και έχουμε ενδώσει κι εμείς στα θέλγητρα της καστοριαδολογίας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι τα λογοτεχνικά γούστα του Καστοριάδη ήταν ακόμη πιο δηλωτικά της τάσης του αυτής, της πιο «νεοκλασσικής». Αν δεις τα παραδείγματα που αναλύει στα «Εκφραστικά μέσα της ποιήσεως» θα το καταλάβεις. Κάνει μάλιστα εντύπωση το γεγονός πως, ενώ έχει επανειλημμένως δηλώσει τον θαυμασμό του για τον Μπρετόν ή τον Εμπειρίκο, εκεί αναλύει μόνο «κλασσικούς» ποιητές. Όπως και να ‘χει, αυτό που εδώ θέλουμε να δείξουμε, είναι πως ο μοντερνισμός διόλου δεν ήταν κάποιου είδους αντιπατριαρχικός τσογλανισμός. Όλως αντιθέτως, οι μεγάλοι μοντερνιστές είχαν πάντοτε βαθύτατο σεβασμό για την παράδοση, την οποία μάλιστα προσπαθούσαν δεδηλωμένα ν’ αναβιώσουν μέσω του έργου τους. Γι’ αυτό και με ορισμένες εξαιρέσεις, με σημαντικότερη ίσως αυτή των σουρεαλιστών, οι περισσότεροι μοντερνιστές ήταν μάλλον αντιδραστικοί ή συντηρητικοί σε πολιτικό επίπεδο.

      Δ) Κατά τα άλλα, όπως έχουμε προσπαθήσει να εξηγήσουμε και αλλού (βλ. https://protagma.files.wordpress.com/2016/01/cf83cf87ceb9cf83cebcceadcebdcebfcf82.pdf, σσ. 5-6 και 8-10), ο Καστοριάδης δεν έχει αναλύσει όπως και όσο θα έπρεπε τα πολιτικά και πολιτιστικά κινήματα που προκύπτουν μέσα από την πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του ’60. Η κριτική του παραμένει γενικόλογη και αναφέρεται μόνο στα ποτελέσματά τους (όπως ο φιλοσοφικός κι ο καλλιτεχνικός μεταμοντερνισμός). Πουθενά όμως δεν προσπάθησε ο φιλόσοφος ν’ αναλύσει συστηματικά την καταγωγή αυτής της κατάστασης (πέρα από τη γενική ανάλυση για την παρακμή της Δύσης και την ανθρωπολογική φθορά των κοινωνιών που προκαλεί ο καπιταλισμός) και πιο συγκεκριμένα να εντάξει τα κινήματα του ’60 στη γενικότερή του ανάλυση για τη σημερινή πολιτιστική παρακμή. Πρόκειται εδώ για σημαντικότατο κενό και γι’ αυτό συχνά τον βλέπουμε να εκφράζει μια αφελή συμπάθεια για πτυχές της αντικουλτούρας του ’60 και του ’70, στα πλαίσια μιας καλών προθέσεων πλην όμως άκριτης στάσης. Στο κείμενο στο οποίο σε παραπέμπουμε γίνεται λόγος για τη σχετική του στάση απέναντι στην τεχνική και ορισμένες συνήθειες των κοινοβίων της δεκαετίας του ’70. Εδώ θα μπορούσαμε να εντάξουμε στο ίδιο πλαίσιο και την ανάλυσή του για το ροκ: αναγνωρίζει κατά βάθος ότι δεν πρόκειται για καλλιτεχνική δημιουργία περιοπής, αλλά δε θέλει, από την άλλη, να είναι και εντελώς απορριπτικός, μιας και θέλει να πιστεύει ότι ενδεχομένως να τίθενται τα νέα σπέρματα μιας πολιτιστικής ανακαίνισης.

      Σε κάθε περίπτωση, εμείς πιστεύουμε ότι οι ιδέες των Λας και Μισεά μας βοηθούν να θεραπεύσουμε τούτο το κενό ή την αντίφαση –όπως θες πες το- του Καστοριάδη. Η συζήτηση για το έργο κάποιου στοχαστή είναι μια διαδικασία ερμηνείας, όχι στείρας τσιτατολογίας. Και ερμηνεία σημαίνει ότι δεν παίρνουμε το έργο ως κάτι δεδομένο και απόλυτα συνεκτικό, αλλά ότι προσπαθούμε, αντίθετα, να διακρίνουμε πιθανές αντιφάσεις, διαφορετικά στρώματα και κατευθύνσεις και να δούμε ποια είναι η κυρίαρχη, ποια η σχέση της με τις υπόλοιπες κ.λπ. Εμείς προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό, στα πλαίσια της χρήσης των καστοριαδικών ιδεών ως εργαλείου για την κατανόηση των σύγχρονων κοινωνιών. Εσύ, αντίθετα, απλώς τις χρησιμοποιείς για την άντληση τσιτάτων κατά τις ηλεκτρονικές σου κοκορομαχίες. Κρίμα δεν είναι;

      ΥΓ: Θερμή παράκληση: ανέβαζε τα σχόλιά σου σε ενιαίες τοποθετήσεις κι όχι το ένα μετά το άλλο, με απόσταση μίας-δύο ημερών, χάριν της διευκόλυνσης του διαλόγου. Μπαίνουμε τώρα ν’ ανεβάσουμε την απάντησή μας στο αρχικό σου σχόλιο και βλέπουμε ότι έχεις ήδη ανεβάσει κι άλλο (αυτό περί Φουκώ και αναρχικών). Δε βοηθά τον συνομιλητή αυτή η πρακτική.

  19. Ο/Η Νίκος Χριστόπουλος λέει:

    Ειδικότερα στα ερωτήματα που μου θέτετε.

    Διαφωνώ ριζικά με τον Φουκό και ως προς το θέμα που επισημαίνετε και στο σύνολο του έργου του. Ο Φουκό δεν αφήνει καμία διέξοδο για ρητή συλλογική αυτόνομη δράση αφού παντού βλέπει το φάντασμα της εξουσίας μπροστά του και θεωρώ τραγελαφικό που έχει συνεπάρει κάποιους αναρχικούς. Το ίδιο υποστηρίζω και για τη μονοδιάστατη κριτική του στον Διαφωτισμό και την απαράδεκτη αποσιώπηση των αυτοκριτικών τάσεων που δημιουργήθηκαν στους κόλπους του. Εξίσου θεωρώ προβληματική την έννοια της »κατάστασης εξαίρεσης» του Αγκάμπεν αλλά δεν θα επεκταθώ εδώ.

    Σχετικά με τον σύγχρονο αναρχισμό θα πρέπει καταρχήν να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται περί ενός πολύμορφου παγκόσμιου κινήματος με διάφορες τάσεις, μερικές από τις οποίες έχουν μεγάλες έως ανυπέρβλητες διαφορές μεταξύ τους. Η βασική διαίρεση αφορά τον κοινωνικό αναρχισμό από τη μία και τον ατομικιστικό από την άλλη (με ποικίλες αποχρώσεις). Επίσης θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γενικότερα η ελευθεριακή τάση (που δίνει έμφαση στην άμεση δημοκρατία, τον συνομοσπονδισμό, τον αντικαπιταλισμό, την ισότητα και την αυτοδιεύθυνση) μπολιάζει με τον πιο θετικό τρόπο τα νέα κινήματα από το ’68 και μετά. Στην Ελλάδα από το ’74 και μετά η κινηματική ιστορία των αναρχικών είναι πολύ σημαντική και η συμβολή της ιδιαίτερα δημιουργική, ιδίως στη διάχυση του ελευθεριακού προβληματισμού και πράξης. Είναι μια κινηματική παράδοση την οποία πρέπει να αναστοχαστούμε αυτοκριτικά. Είναι αλήθεια επίσης ότι στην Ελλάδα επικράτησε ένας γενικευμένος εξεγερτισμός ή μονολιθικός αντικρατισμός με έμφαση στην ‘’αντιβία’’ και τον αντιθεωρητισμό με φενακιστικές και αυτοκαταστροφικές επιπτώσεις (πάντα όμως υπήρχαν οι διαφορετικές φωνές). Σε πολλά της σημεία αυτή η τάση είναι επηρεασμένη από τους αριστεριστές και ιδιαίτερα από την ιταλική »Αυτονομία» (η οποία δεν έχει σχέση με τον αναρχισμό παρόλο που στο δρόμο βρέθηκαν κινηματικά). Κατά την άποψή μου η αριστερίστικη κλίση μεγάλου μέρους του ελληνικού αναρχισμού οφείλεται στον ηλίθιο και πραγματικά αντεπαναστατικό του αντιθεωρητισμό ο οποίος τον οδήγησε τελικά σε κρίση ταυτότητας (εξού και ο δανεισμός της ακροαριστερής ταυτότητας πολλές φορές) ή στην καταφυγή στην ελάχιστη ταυτότητα του ακτιβιστή της »προπαγάνδας της πράξης» κοπής ενός αιώνα και βάλε πριν. Αυτή η κρίση όμως έχει οδηγήσει επίσης στην ανάδυση ενός αναστοχασμού ο οποίος σε αρκετά σημεία είναι πολύ σοβαρός. Νέα περιοδικά, νέες εκδόσεις, νέες συλλογικότητες, με ποικίλες προβληματικές που αναμετρούνται με γόνιμο τρόπο με τη συγκεκριμένη ελληνική αναρχική παράδοση στην οποία ανήκουν. Χρειάζονται βέβαια να γίνουν πολλά ενώ τα απογοητευτικά σημάδια δεν λείπουν.

    Επανέρχομαι στο ζήτημα του Κράτους και της δήθεν δημοκρατίας στην οποία ζούμε. Το Κράτος στις δυτικές κοινωνίες δεν είναι ο μονολιθικός εξουσιαστικός οργανισμός του κάποτε, ούτε είναι φασιστικό ή ολοκληρωτικό (έχει όμως, ιδίως στις περιόδους κρίσης, πολλά, ακόμη και, ακραία αυταρχικά χαρακτηριστικά) όπως περιγράφεται βολικά από πολλούς για να δικαιολογήσουν τη συμβολική νιοστή επίθεσή τους στα χειμερινά ανάκτορα που δεν υπάρχουν πια. Είναι φιλελεύθερο είναι όμως ουσιαστικά μια ολιγαρχία. Δεν είναι ούτε δημοκρατία ούτε ολοκληρωτισμός. Διαπερνάται βέβαια από τα διεκδικητικά αιτήματα της κοινωνίας και παραχωρεί ελευθερίες. Ως εδώ όμως, αποτελεί ένας από τους βασικούς πόλους της ετερόνομης θέσμισης της σύγχρονης κοινωνίας, πηγή καταπίεσης και αποκλεισμού της συμμετοχής του ‘’πολίτη’’ στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής. (Ισχύει σχεδόν κυριολεκτικά το »us and them» των άγγλων που αναφέρει κάπου ο Καστοριάδης). Οι εκλογές και η αντιπροσώπευση δύο από τις βασικές νομιμοποιητικές του διαδικασίες είναι στην ουσία τους αντιδημοκρατικές. (‘’Η κυριαρχία ανήκει στο έθνος’’: φράση που άλλωστε θα χάσει το νόημά της μέσω της πολιτικής ‘’αντιπροσώπευσης’’- Κ.Κ). Ο Δεσποινιάδης δεν έχει άδικο, απλά το Κράτος δεν είναι Το Κακό, γιατί στις σημερινές κοινωνίες υπάρχει μια διαπλοκή ετερόνομων οικονομικών/πολιτικών/πολιτισμικών εξουσιών σε συνεργασία ή και σύγκρουση μεταξύ τους.
    Μια ριζοσπαστική πραγματικά δημοκρατική πολιτική πρόταση δεν μπορεί να περιέχει το Κράτος, το αντιμάχεται και το παρακάμπτει με στόχο την αυτοκυβέρνηση. Στηρίζει τις μερικές διεκδικήσεις (οι οποίες δεν είναι απλώς τυπικές αλλά αποσπασματικές) χωρίς αυταπάτες και με στόχο να τους δώσει ριζοσπαστική χροιά. Το Κράτος δεν είναι δημοκρατία είναι ολιγαρχία. Η φενάκη της αντιπροσώπευσης πρέπει να καταγγελθεί χωρίς μισόλογα και να διεκδικήσουμε συλλογικά την άμεση δημοκρατία. Ένας λοιπόν πρώτος στόχος πολιτικά είναι η δυνάμωση, η εξάπλωση και το ρίζωμα των αμεσοδημοκρατικών και ελευθεριακών κινημάτων παγκοσμίως. Ένα εξέχον παράδειγμα είναι ο κουρδικός αμεσοδημοκρατικός συνομοσπονδισμός (ο οποίος είναι στενά συνυφασμένος με την κριτική στην έννοια του έθνους-κράτους και βρίθει ελευθεριακών στοιχείων).

  20. Πιστεύω πως η συζήτηση περί καστοριαδολογίας έχει πραγματικά ξεφύγει. Και ο πραγματικός λόγος είναι ότι συνεχώς επιμένουμε ακατάπαυστα να ερμηνεύουμε τον φιλόσοφο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, απορρίπτοντας όλες τις άλλες. Δηλαδή πραγματικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω τί θα πει «ορθή καστοριαδική ερμηνεία» και τί όχι; Όλο αυτό μου θυμίζει πιο πολύ τη στάση της κάθε Χ Μαρξιστικής σέχτας που συνεχώς διατείνεται ότι αυτή και μόνο γνωρίζει τη σωστή ερμηνεία των Μαρξιστικών κειμένων και κάθε τρεις και λίγο πάει και κάνει κήρυγμα η μία στην άλλη με ύφος χιλίων καρδιναλίων, «όχι σύντροφοι έχετε παρεκκλίνει, δεν συμβιβάζονται αυτά που λέτε με την Μαρξιστική ηθική». Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους χώρους φυσικά, και οι ακόλουθοι του Καστοριάδη δεν είναι εξαίρεση, δυστυχώς! Νομίζω ότι στη δεδομένη στιγμή καμία «ορθοδοξία» δεν βοηθά. Απεναντίας, περισσότερο θολώνει τα νερά στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε τί πραγματικά γίνεται γύρω μας. Λέγοντας τούτου δεν αντιπροτείνω κανενός είδους σχετικισμό, και ως απάντηση στη σχετικιστική ανοησία που δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε με τίποτα, δεν υπονοώ ότι ο Καστοριάδης μπορεί να θεωρηθεί αριστερός ή αναρχικός ή δεξιός. Δεν μπορούμε να λέμε ό,τι ένας φιλόσοφος είναι ότι μας βολεύει, αποφεύγοντας έτσι να ψάξουμε να δούμε αντικειμενικά τί είπε αυτός ο άνθρωπος όσο ζούσε, ποιό ήταν το έργο του (και φυσικά ποιό ήταν το περιεχόμενο του έργου του) και τί άφησε πίσω του. Θεωρώ, λοιπόν, άστοχο το να αντιπαλεύει κανείς την ερμηνευτική ορθοδοξία με τον σχετικισμό, είτε με οποιαδήποτε αξίωση που θα δικαίωνε την άποψη του τύπου «ο Καστοριάδης συμβαδίζει με την αναρχική σκέψη». Καλό είναι να γνωρίζουμε επίσης πως ο αναρχικός χώρος στη Γαλλία δεν έχει καμία σχέση με τη νεολαιίστικη γραμμή που ακολουθούν οι εγχώριοι αναρχικοί, διότι (όπως πάνω κάτω ισχύει και στην Ισπανία) στην πρώτη περίπτωση έχουμε έναν αναρχισμό ο οποίος προέρχεται μέσα από τα εργατικά κινήματα, και άρα αγγίζει περισσότερο τη γραμμή του Καστο-Λεφορ, τουτέστιν Σοσιαλισμού ή Βαρβαρότητα. Ως εκ τούτου, οι Γάλλοι αναρχικοί που προσεγγίζουν τον Καστοριάδη κατά κάποιον τρόπο ακολουθούν τη γραμμή του «ελευθεριακού σοσιαλισμού» η οποία είναι μια περιορισμένη εξέλιξη της σκέψης του Σ ή Β. Συνεπώς, είναι αναμενόμενο πως κάτω από αυτές τις συνθήκες και ο ίδιος ο Καστοριάδης θα αισθανόταν πολύ κοντά με αυτούς τους ανθρώπους, καθώς δεν υπήρχε κανένας άλλος πολιτικός χώρος που θα μπορούσε να είναι πραγματικά πιο συγγενικός με τις απόψεις του. Αυτό δεν κάνει τον Καστοριάδη ούτε αναρχικό, ούτε Μαρξιστή, ούτε ελευθεριακό. Αντιθέτως, ο φαλακρός μας φίλος ήταν πάντα κριτικός απέναντι στους αναρχικούς, αλλά πολύ λιγότερο σε σχέση με άλλους πολιτικούς χώρους, διότι μεγαλύτερη ενέργεια σπαταλούσε για να κριτικάρει τους Σταλινικούς, και από ένα σημείο και μετά τους φιλελεύθερους. Παρότι συμφωνούσε με τον αντικρατισμό των αναρχικών, ο ίδιος ουδέποτε θα ενστερνιζόταν τις μηδενιστικές τους τάσεις, πως το κράτος είναι η αρχή του κακού. Άλλωστε το είχε θίξει ρητά, ότι διαφωνεί με τη μηδενιστική γραμμή των αναρχικών περί «κοινωνίας δίχως εξουσία». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και έχοντας επισημάνει πολλές φορές πως οι δυτικές κοινωνίες εμπεριέχουν δημοκρατικά στοιχεία, δεν μπορώ να φανταστώ τον ΚΚ να διαφωνεί με μια κίνηση που θα επεδίωκε αλλαγή του συντάγματος, με στόχο τη διενέργεια δημοψηφισμάτων από τους πολίτες, βάσει του Ελβετικού μοντέλου. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να εναντιώνεται σε μια τέτοια κίνηση, όσο και αν δεν την θεωρεί απόλυτη πραγμάτωση της αυτονομίας.

    Είναι αλήθεια πως η κριτική του Καστοριάδη στον πολιτικό φιλελευθερισμό είναι κατά κάποιον τρόπο «περιορισμένη», όπως σωστά λέει το σχόλιο της ομάδας. Απουσιάζει μια συνεκτική κριτική του φιλοσόφου πάνω στις πιο ζωντανές του εκφάνσεις του, όπως αυτό που αποκαλούμε χιπστερισμός, ή στην πολυπολιτισμικότητα ή στην ίδια την παγκοσμιοποίηση. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι ο ίδιος πρόλαβε να ζήσει τη μετά-2000 εποχή, όπου δηλαδή ο πολιτικός και πολιτισμικός φιλελευθερισμός έφτασε στο απόγειό του. Η απουσία, βέβαια, μιας κριτικής σε αυτό το ρεύμα, δίνει έναυσμα σε αρκετούς φιλελεύθερους (συμπεριλαμβανομένων και των αναρχικών) να τον ενστερνιστούν, ως έναν «δικό τους φιλόσοφο», βλέποντάς τον ως μια εξ άριστεράς κριτική στον Σταλινισμό. Σε ό,τι αφορά, όμως τα σύγχρονα φαινόμενα αυτά, μπορούμε να στοχαστούμε σε μια σειρά από άλλους φιλοσόφους, όπως ο Christopher Lasch που μας μιλά για τη διάβρωση του κοινωνικού ιστού λόγω της απόλυτης κυριαρχίας του φιλελευθερισμού, και πιο συγκεκριμένα (όπως ισχυρίζεται στο The Revolt of the Elites) για το κατά πόσο ο φιλελευθερισμός και οι κλίκες των διανοούμενων δεν ενδιαφέρονται πραγματικά να προωθούν προοδευτικές ιδέες, αλλά μένουν μονάχα στο να θεσπίζουν νόμους που απαγορεύουν την έκφραση συγκεκριμένων απόψεων. Το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι στρέφονται ενάντια στις δυνάμεις που στηρίζουν την πολυπολιτισμικότητα και την πολιτική ορθότητα (όπως βλέπουμε στα δημοψηφίσματα σαν αυτό του Brexit) αν μή τι άλλο μας λέει πως η σκέψη του Lasch έχει πραγματική βάση. Ταυτόχρονα έχουμε και τη Simone Weil, με την οποία δυστυχώς δεν ασχολούνται σήμερα οι διάφοροι «πολιτικοί αναλυτές». Η Weil όμως μας λέει για τη σημασία της εντοπιότητας, όπως και η Hannah Arendt που μας μιλά για το πώς τα ολοκληρωτικά κινήματα κατέστρεψαν τα έθνη κράτη αφήνοντας πληθυσμούς δίχως καμία προστασία… Καί οι δύο μας λένε ότι αυτό το ξεχαρβάλωμα που βιώνουμε σήμερα, μαζί και η διάλυση των παραδόσεων, κοινώς η εκρίζωση, δεν είναι χειραφέτηση αλλά μπορεί να οδηγήσει στα αντίθετα αποτελέσματα, όπως είδαμε πρόσφατα με τη «νίκη» του πανηλίθιου Trump. Σε γενικές γραμμές δεν μπορούμε να ανάγουμε τη σκέψη του Καστοριάδη στο τέλος της ιστορίας, διότι και αυτή με τη σειρά της σφάλει σε διάφορα σημεία, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο ίδιος είχε υπερασπιστεί το πολυτονικό (αλλιώς, γλωσσικός εθνικισμός), πράγμα που εγώ που παρότι είμαι «εξωφρενικά συντηρητικός» δεν θα δεχόμουν, όπως φυσικά και δεν είμαι υποχρεωμένος να ενστερνιστώ την εξιδανίκευση της οικογένειας από τον Lasch, ή ορισμένους Χριστιανικού τύπου συναισθηματισμούς της Weil, ή τις απαράδεκτα ομοφοβικές και αντι-Ιρλανδικές θέσεις του Orwell (ένας ακόμα ολιστικός στοχαστής που αγνοείται) ή την τοποθέτησή του για ανάγκη ύπαρξης Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Παρομοίως και δεν είμαι υποχρεωμένος να αποδέχομαι την προβληματική έμφαση στη διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου πεδίου που προωθεί η Arendt. Κλείνοντας με αυτό το θέμα, να πω ότι αν πραγματικά υπάρξει μια αναρχική προσέγγιση πάνω στον Καστοριάδη ή οποιονδήποτε άλλον στοχαστή μελετάμε, η οποία όμως δεν αναπαράγει τα γνωστά κλισεδάκια, του τύπου Κράτος = απόλυτο κακό, παραδόσεις = φασισμός, δεν είναι δηλαδή αναγωγισμός, τότε ευχαρίστως, είμαι όλος αυτιά.

    Για τα περί Brexit: να πω ότι έχει δίκιο ο Νίκος που λέει πως το δημοψήφισμα ήταν φενάκη, και αυτό το έχω πει ουκ ολίγες φορές εδώ, (τί να πω για τους editors αυτής της ιστοσελίδες που μας άλλαξαν τον τίτλο δίχως να μας ρωτήσουν και αλλοίωσαν το νόημα), εδώ κι εδώ. Αλλά ποιός ευθύνεται για αυτό; Αν δεν ευθύνεται η αριστερά που ενστερνίστηκε τον κοσμοπολιτισμό (ως δήθεν αντίδοτο στον εθνικισμό) τότε ποιός άλλος ευθύνεται για τη δεξιά στροφή του Brexit; Έχω μιλήσει και για όλα αυτά εδώ. Τώρα, όσο για τους εγχώριους αναρχικούς, ειλικρινά δεν έχω τα βλέπω όλα αυτά τα «νέα εγχειρήματα» που μας λέει ο Νίκος. Και επί της ουσίας, τί να τον κάνω τον αναστοχασμό πάνω σε κείμενα που είναι κατά βάση αυτοαναφορικά. Δηλαδή τί την ενδιαφέρει την κοινωνία ο χώρος, ή αν πραγματικά υπάρχουν «καλοί αναρχικοί» και «κακοί αναρχικοί»; Μα, εδώ είναι που επί της ουσίας κολλάει η κριτική του Καστοριάδη στον Μαρξισμό και σε όλα τα δόγματα: ο ίδιος στο ξεκίνημα της Φαντασιακής Θέσμισης λέει ξεκάθαρα πως δεν μπορούμε να αποκόψουμε την θεωρία από την πρακτική της εφαρμογή και επιπλέον, μια Χ πραγματικότητα αντιστοιχεί σε κάποια θεωρία. Αν πραγματικά εμπνεόμαστε από τον Καστοριάδη και θέλουμε να είμαστε συνεπής σε κάποιες από τις βασικές του θέσεις τότε ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να μην πούμε το ίδιο και για τον αναρχισμό, ότι δηλαδή οι τάσεις των μπαχαλάκιδων δεν είναι απλά ο «κακός αναρχισμός» αλλά στην ουσία αντανακλά την ίδια την αναρχική θεωρία, όπως και το καθεστώς της ΕΣΣΔ αντανακλά κάτι από τον Μαρξισμό. Γιατί αν είναι να λέμε πως «υπάρχει μια καλή και κακή αναρχία» τότε γιατί να μην πούμε ότι «υπάρχει και μια καλή και μια κακή αριστερά» (όπως λένε συνεχώς τα γκρουπούσκουλα) ή «υπάρχει ένα καλό και ένα κακό Ισλάμ» ή «αυτό που έχουμε σήμερα δεν είναι ο πραγματικός καπιταλισμός αλλά μια λάθος εφαρμογή του» ή «χρειαζόμαστε μια καλή σοσιαλδημοκρατία» και πάει λέγοντας; Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν δεν μπορούμε να πούμε ότι «χρειαζόμαστε έναν αναρχικό αναθεωρητισμό σε αντιδιαστολή με τον λάθος αναρχισμό» διότι και τα μπάχαλα και οι βόμβες και ο μηδενισμός είναι τμήμα του ίδιου του ατομικισμού, ο οποίος αποτελεί βάση του αναρχισμού.

  21. Ο/Η arpa λέει:

    Καλησπέρα, να κάνω μια ερώτηση σχετικά με τη συγγένεια των απόψεων Καστοριάδη-Λας μιας και τώρα είδα τον διάλογο. Πώς εξηγείτε εσείς την παρακάτω φράση του Καστοριάδη: Η εξατομικευση των ατομων δεν σημαινει αυτονομια. Οταν ενα ατομο αγοραζει ενα ψυγειο ή ενα αυτοκινητο, κανει αυτο που κανουν αλλα 40 εκατομμυρια ατομα, και δεν υπαρχει στην πραξη του αυτη ουτε ατομικοτητα ουτε αυτονομια… Εκατομμυρια ατομα ‘‘επιλεγουν προσωπικα’’ αγοραζοντας το ιδιο απορρυπαντικο, ή… εκατομμυρια οικογενειες πατουν την ιδια ωρα το ιδιο κουμπι της tvτους για να δουν τις ιδιες βλακειες… Κι εδω βρισκεται η ασυγχωρητη συγχιση ανθρωπων οπως ο Λιποβετσκι και αλλοι, που μιλουν για ατομισμο, ναρκισσισμο κλπ., σαν να ειχαν χαψει και οι ιδιοι τις διαφημιστικες απατες. Ο καπιταλισμος… δεν εχει αναγκη την αυτονομια αλλα τον κομφορμισμο. (Η Ανοδος της Ασημαντοτητας -σ.134.) Εμένα με βάζει ειλικρινά σε σκέψεις…

    • «Οταν ενα ατομο αγοραζει ενα ψυγειο ή ενα αυτοκινητο, κανει αυτο που κανουν αλλα 40 εκατομμυρια ατομα, και δεν υπαρχει στην πραξη του αυτη ουτε ατομικοτητα ουτε αυτονομια… Εκατομμυρια ατομα ‘‘επιλεγουν προσωπικα’’ αγοραζοντας το ιδιο απορρυπαντικο, ή… εκατομμυρια οικογενειες πατουν την ιδια ωρα το ιδιο κουμπι της tv τους για να δουν τις ιδιες βλακειες»

      Να πω κι εγώ ότι έχει δίκιο ο Καστοριάδης που με τη φράση του αυτή θεωρεί ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι ατομικιστικές αλλά κομφορμιστικές, ή αλλιώς μαζικές κοινωνίες (όπως τις αποκαλούσε η Άρεντ). Στην πραγματικότητα κανένας ατομικισμός δεν υπάρχει γύρω μας, παρά τη μανία εγκλεισμού όλων μας στην ατομική μας σφαίρα. Ο μοναδικός πραγματικός ατομικιστής που γνωρίζω είναι ο George Carlin! Ωστόσο… το ότι δεν ζούμε σε ατομικιστικές κοινωνίες αυτό δεν σημαίνει ότι η θέση του Λιποβετσκί ή του Λας δεν συνδέεται με αυτή του Καστοριάδη. Η σκέψη του Jacques Ellul βάζει ήδη σε τάξη αυτή την παρεξήγηση, καθώς ο ίδιος αναφέρει στο Propaganda, ότι μια μαζικοποιημένη κοινωνία (σαν αυτή που περιγράφει ο Καστοριάδης) μπορεί άνετα να είναι ταυτόχρονα και κοινωνία στην οποία ο ατομισμός κυριαρχεί. Πέρα τούτου, οι άνθρωποι σήμερα ενδιαφέρονται μονάχα για τον εαυτό τους, για τις εφήμερες ιδιωτικές τους απολαύσεις μέσα στον καταναλωτικό τους ηδονισμό. Όλοι κάνουν το ίδιο, δηλαδή όλοι ακολουθούν την τάση αυτή. Πρώτο στοιχείο: ο μαζικός κομφορμισμός (όπως λέει ο Καστοριάδης). Ναι αλλά ποιά είναι αυτή η τάση; Καμιά άλλη από την ιδιωτική μας απόλαυση και αδιαφορία για τα κοινά. Δεύτερο στοιχείο λοιπόν: ο ατομισμός, ο καταναλωτικός ναρκισσισμός. Το ότι όλοι βλέπουμε τα ίδια τηλεσκουπίδια, το ότι όλοι έχουμε τα ίδια ναρκισσιστικά πρότυπα, δεν σημαίνει ότι αυτά τα πρότυπα δεν τα ανάγουμε στην ιδιωτική μας σφαίρα, στον δικό μας ατομικό μικρόκοσμο! Άρα η σκέψη του Καστοριάδη με αυτή του Λιποβετσκί (και του Λας) συνδέονται μια χαρά.

      Δυστυχώς ο Καστοριάδης, παρά του ότι μένει μια από τις βασικές μου επιρροές, ουδέποτε έκατσε να κάνει σοβαρή κριτική σε μια σειρά απο φιλοσόφους που – όπως ο ίδιος πίστευε – δεν συμβαδίζουν με τη σκέψη του. Ακόμα και τον Λακάν τον αντιμετωπίζει με ad hominem αφορισμούς. Δεν αντιλέγω, δικαίως αγανάκτησε από όλη αυτή τη Γαλλική μόδα που κάποιοι αποκαλούσαν φιλοσοφία, και περιλαμβάνει όλους τους μεταμοντέρνους και μετα(σο)δομιστές. Όμως απουσιάζει μια εμπεριστατωμένη κριτική στο ρεύμα αυτό, σαν αυτή ενάντια στον Μαρξισμό όπως μας παρουσίασε στη Φαντασιακή Θέσμιση. Τέλος, από τα τελευταία άρθρα που αναρτήθηκαν στο ResPublica.Gr, ένα αφορά συζήτηση του Λας με τον Καστοριάδη και τον Ιγνάτιεφ, που καταλήγουν να συμφωνούν (τουλάχιστον οι δύο πρώτοι) σχεδόν σε όλα.

  22. Ο/Η protagma λέει:

    Γιατί σε βάζει σε σκέψεις το συγκεκριμένο χωρίο; Εννοείς πως σε προβληματίζει, επειδή δεν αναλύει σωστά το φαινόμενο και η κριτική του ΚΚ στον Λιποβετκσί σου φαίνεται καταχρηστική και λανθασμένη;

    Προτρέχοντας λιγάκι, μιας κι έχουν περάσει κάποιες μέρες από το σχόλιό σου, θα λέγαμε ότι ο Λας ταυτίζεται με τον Καστοριάδη ως προς την ανάλυση αυτή. Αμφότεροι, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, μιλήσανε για τη γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλισμού και για τη γένηση της κοινωνίας της κατανάλωσης, εντός της οποίας ο πολίτης εκπίπτει σε καταναλωτή, ο οποίος όχι μόνο δεν επιλέγει με ποιον τρόπο θα καλύπτει τις ανάγκες του αλλά αυτές οι ανάγκες, ως επί το πλείστον επίπλαστες, του επιβάλλονται άνωθεν από την «αγορά». Ο Καστοριάδης ανέλυσε για πρώτη φορά το κοινωνικό μοντέλο που γεννά ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός στο θεμελιώδες του κείμενο «Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1959, περιλαμβάνεται στο Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση), ενώ ο Λας ανέλυσε αυτή τη γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνίας βάσει της κατηγορίας της θεραπευτικής κουλτούρας, προσπαθώντας να δώσει το ψυχολογικό πορτραίτο του τύπου ανθρώπου που εκτρέφεται στα πλαίσια αυτής (βλ. σχετικά την Κουλτούρα του ναρκισσισμού και ειδικά τον Ελάχιστο εαυτό, όπως επίσης και το κείμενό του «Η ζωή στο θεραπευτικό κράτος», που έχουμε μεταφράσει κι εμείς στο 6ο τεύχος του περιοδικού μας). Η θεραπευτική κουλτούρα διαμορφώνεται τόσο από το κράτος πρόνοιας όσο και από την ίδια τη δυναμική του καπιταλισμού, ο οποίος γεννά την κοινωνία της κατανάλωσης. Το πρώτο, στα πλαίσια της ιδεολογίας του Προοδευτισμού η οποία αντιλαμβάνεται όλους τους από τα κάτω και παραδοσιακούς θεσμούς (όπως η οικογένεια) ως εξ ορισμού «πατριαρχικούς» και «αντιδραστικούς», αναλαμβάνει την οργάνωση και διεύθυνση ολοένα και περισσότερων σφαιρών της κοινωνικής ζωής που αγγίζουν την ιδιωτική σφαίρα των ατόμων. Και το κάνει αυτό μέσω πλήθους ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και θεραπευτών κάθε είδους. Ο καπιταλισμός, από την άλλη πλευρά, δημιουργώντας τεράστιες εταιρικές δομές και επινοώντας τεχνικές χειραγώγησης όπως το μάρκετινγκ και η διαφήμιση, δημιουργεί την κουλτούρα της διευθυνόμενης κατανάλωσης, στα πλαίσια της οποίας πλείστοι ειδικοί, γκουρού, τσαρλατάνοι, σύμβουλοι κάθε είδους καιcoaches σου λένε τι πρέπει να κάνεις για να είσαι υγιής, ψυχικά ισορροπημένος, για να έχεις καλή διάθεση, να είσαι στη μόδα, να γίνεσαι αγαπητός κ.λπ. κ.λπ. Ο Λας μιλά για «θεραπευτική» κουλτούρα, καθώς το άτομο βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με θεραπευτικές/βελτιωτικές προτροπές τις οποίες νιώθει υποχρεωμένο ν’ ακολουθεί, προκειμένου να διατηρεί το κοινωνικό του στάτους αλλά και την ψυχική και ταυτοτική του ισορροπία.

    Ειδικά δε αυτή η τελευταία πλευρά της θεραπευτικής κουλτούρας απογειώθηκε μετά την πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του ’60, οπότε και η παραδοσιακή αστική ηθική (ήθος της αναβολής της ικανοποίησης των επιθυμιών, ηθική της εργασίας, σεξουαλικός πουριτανισμός κ.λπ.) αντικαθίσταται από τη χιπ λογική του ευδαιμονισμού και της προσωπικής αυτοβελτίωσης. Τα κινήματα του ’60 αλλά και η ταυτόχρονη και ανεξάρτητη δράση των νέων στελεχών της διαφημιστικής βιομηχανίας της εποχής έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανατροπή της φθίνουσας αστικής ηθικής και στην αντικατάστασή της από μια νέα εκδοχή «χίπικης» κατανάλωσης. Αυτό το σημείο τονίζει ο Λιποβετσκί όταν μιλά περί «ατομικισμού»: πλέον η κατανάλωση ξεφεύγει από το τεϊλορικό μοντέλο της μαζικής αναπαραγωγής ενός άνωθεν επιβαλλόμενου μοντέλου και «προσωποιείται», δηλαδή επιτρέπει στο άτομο να προσαρμόζει κατά κάποιον τρόπο τα προϊόντα στα προσωπικά του στυλιστικά χούγια. Φυσικά αυτή η λογική της customization είναι εντελώς επιφανειακή και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζει κάποια ουσιαστική παρέμβαση του καταναλωτή στη διαμόρφωση των βαθύτερων προσανατολισμών των προϊόντων και των στυλ που καταναλώνει. Ωστόσο, σε επίπεδο νοοτροπίας και φαντασιακού η αλλαγή είναι πολύ σημαντική. Τούτη η «διαδικασία προσωποποίησης», που εκφράζεται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, από την εργασία ως την τεχνική, προωθεί την αντίληψη ότι οι δεν είναι το άτομο που θα πρέπει ν’ απορροφάται από τις παντοδύναμες μαζικές δομές, αλλά αυτές οι τελευταίες θα πρέπει να γίνονται ελαστικές ώστε να προσαρμόζονται στη «δημιουργικότητα» και την «καινοτομία» του (υπερναρκισσιστικού) ατόμου. Ουσιαστικά βγαίνουμε από το πειθαρχικό παράδειγμα και μπαίνουμε στο ευδαιμονιστικό παράδειγμα. Μην ξεχνάμε ότι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο του Λιποβετσκί είναι και Το λυκόφως του καθήκοντος, όπου προσπαθεί ν’ αναλύσει τη σύγχρονη αυτή ηθική της ευδαιμονίας και της προσπάθειας απελευθέρωσης από κάθε είδους υποχρέωση και καθήκον.

    Ο Λιποβετσκί υπήρξε κι ο ίδιος τέκνο αυτής της γενιάς. Μάλιστα συμμετείχε στην ομάδα Κομουνισμός ή βαρβαρότητα που είχε προκύψει μετά τη διάσπαση της ομάδας Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα (ιδρυτικό και βασικό μελος της οποίας ήταν ο Καστοριάδης) το 1963. Και διαγράφηκε γρήγορα, καθώς, στα πλαίσια του φοιτητικού ευδαιμονισμού της εποχής, δεν πολυπάταγε στις συνελεύσεις της! Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αυτή η βραχύβια ομάδα συγκέντρωνε τότε τους πιο συντηρητικούς και παραδοσιακούς μαρξιστές, οι οποίοι έφυγαν από την ΣήΒ διαμαρτυρόμενοι για την απόρριψη του μαρξισμού από πλευράς Καστοριάδη. Ο ίδιος λέει κάπου ότι τον Μάη του ’68 δεν τον έζησε ως πολιτική επανάσταση, αλλά ως μια πολιτιστική απελευθέρωση, που εξέφραζε τα διαβάσματά του της εποχής (Νίτσε, Χένρι Μίλλερ κ.λπ.). Λογικό λοιπόν να μη μπόρεσε διόλου να συνεννοηθεί με τους σκληρούς μαρξιστές της ΚήΒ που δεν έδιναν την παραμικρή σημασία στον πολιτιστικό παράγοντα και τη λεγόμενη «κριτική της καθημερινής ζωής» (βλ. σχετικά με αυτό το ζήτημα το κείμενο του Καστοριάδη, «Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση» από την Πείρα του εργατικού κινήματος 2).

    Ως εκ τούτου, ο Λιποβετσκί γνωρίζει από πρώτο χέρι τούτο το νέο πνεύμα που αναδύεται τη δεκαετία του ’60 και γι’ αυτό το ‘χει περιγράψει πολύ ωραία. Το πρόβλημα όμως είναι πως, επειδή δεν είναι κριτικός στοχαστής, δεν ενδιαφέρεται ν’ αναλύσει το βάθος του σύγχρονου ατομικισμού, χρησιμοποιώντας, αντίθετα, τους όρους με στενά περιγραφική έννοια. Κι εκεί πατά ο Καστοριάδης για να του ασκήσει –σωστά- κριτική. Εντούτοις, το περίφημο κείμενο του Καστοριάδη («Τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60» από την Άνοδο της ασημαντότητας), ενώ αναλύει σωστά ορισμένα ζητήματα και ασκεί σωστή κριτική στους Φερύ και Ρενώ, όταν σχολιάζει τις θέσεις του Λιποβετσκί μάλλον αστοχεί, καθώς ο Καστοριάδης, παραδοσιακά σκεπτόμενος, αδυνατούσε να δει ότι ο Μάης του ’68 υπήρξε πράγματι κυρίως μια επανάσταση πολιτιστικού τύπου, όπως πιστεύει ο Λιποβετσκί, που στόχο της είχε την ανατροπή όχι του καπιταλισμού ως κοινωνικοοικονομικού συστήματος αλλά της αστικής, παραδοσιακής ηθικής.

    • Ο/Η arpa λέει:

      προς Michael Theodosiadis
      Ο Καστοριάδης μίλησε συγχρόνως για κομφορμισμό και ιδιώτευση των σύγχρονων κοινωνιών. Την ιδιώτευση, την αδιαφορία για τα κοινά, ο Καστοριάδης την ανέπτυξε, ήδη πριν τον Λιποβετσκί και τον Λας. Δεν συμπληρώνουν τη σκέψη του οι απόψεις των Λιποβετσκί και Λας, διότι έχει ήδη μιλήσει ο ίδιος για αυτά τα φαινόμενα και μάλιστα με τρόπο πιο βαθύ, καθώς θέτει και το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες, τον κομφορμισμό. Έχει όμως και μια διαφορετική οπτική γωνία, σε ένα άλλο θέμα, σημαντικότατο κατ’ εμέ: έχει ένα επαναστατικό πρόταγμα και με βάση αυτό αναπτύσσει τις ιδέες του.
      Έχει αναφέρει βέβαια, ότι αυτό που λέει ο ίδιος ιδιώτευση, στην Αμερική κάποιοι ονομάζουν κάποιες άλλες πλευρές του ναρκισσισμό. Για τον Λιποβετσκί η κριτική του είναι σαφής και ονομαστική. Όντως δεν αφιέρωσε τον ίδιο χρόνο ανάλυσης που αφιέρωσε στον Μαρξισμό, επειδή, πιστεύω, δεν συμπεριλαμβάνει τον Λιποβετσκί ως διανοητή στη ίδια κατηγορία με τον Μάρξ, αλλά και γιατί ο Μαρξισμός ιστορικά είχε άλλη βαρύτητα κοινωνικά, για τους γνωστούς λόγους. Το βασικότερο ίσως είναι νομίζω, όπως έχει πει ο ίδιος, ότι επιλέγει να προχωρήσει δημιουργικά τη σκέψη του, παρά να ασχολείται με το να ερμηνεύει και να αναλύει σχολαστικά τι έχουν πει κάποιοι άλλοι διανοητές, όπως κάνουν πολλοί σύγχρονοι «διανοητές». Ωστόσο, έχει αναλύσει τη θέση του σχετικά με τις απόψεις του Λιποβετσκί και με άλλες ευκαιρίες, και είναι γνωστό ότι συμμετείχαν σε δημόσια κοινή συζήτηση για το Μάη του 68, όπου ο Καστοριάδης διαφώνησε έντονα με τις απόψεις του, έχοντας τον Λιποβετσκί απέναντί του, και ανέπτυξε αναλυτικά τις διαφωνίες του. Για τον Λακάν, δεν θα συμφωνήσω, σε πολλά κείμενά του που αναφέρονται στη ψυχανάλυση, χωρίς να αναφέρεται στον Λακάν, βλέπει κανείς να αναπτύσσει μια εντελώς αντι-Λακανική προσέγγιση. Αυτό δεν αρκεί;
      Για τη συζήτηση του Λας με τον Καστοριάδη. Καταρχάς ότι συζήτησε με τον Λας, δεν σημαίνει ότι συμφωνεί με όλες τις απόψεις του. Ο Καστοριάδης ήταν ανοιχτός, συζητούσε με πολλούς, ακόμα και με όσους διαφωνούσε, δεν είναι απόδειξη ότι επειδή συζήτησε και συμφώνησε σε κάποια ζητήματα με τον Λας, ότι οι γενικότερες απόψεις του είναι συμβατές με τις γενικότερες απόψεις του Λας. Συμφώνησε στο θέμα του ιδιωτισμού κυρίως, δεν συμφώνησε, ούτε θίχτηκε το ζήτημα της ευθύνης των κινημάτων του 60 ως υπεύθυνων για τη σημερινή κατάσταση, ούτε αναλύθηκε το θέμα των παραδοσιακών αξιών. Στις δύο τελευταίες παραγράφους από το απόσπασμα της συζήτησης Καστοριάδη-Λας φαίνεται και η ουσιωδώς διαφορετική αντίληψη των δύο στοχαστών: ο Λας αναφέρεται στην βιβλική παράδοση που έχει ο λόγος των κινημάτων για τα πολιτικά δικαιώματα στην Αμερική και επισημαίνει ότι αυτές οι παραδόσεις ίσως δεν είναι ακόμη νεκρές, ενώ ο Καστοριάδης στις ιστορικές τομές που η κοινωνία πέρασε από την ετερονομία στην αυτονομία (μερική έστω), και αμφισβήτησε τις θεσμισμένες μέχρι τότε μορφές. Έτσι, ο μεν Καστοριάδης προτείνει την αναθέρμανση του προτάγματος της αυτονομίας, να αμφισβητήσουν οι κοινωνίες την κατεστημένη τάξη, σε αντίθεση με τον Λας που δεν προτείνει κάποιο πρόταγμα πέρα από το «ανάχωμα» των παραδοσιακών αξιών, για τις οποίες ο Καστοριάδης έχει μια διαφορετική προσέγγιση (θα αναφερθώ σε αυτό το ζήτημα, στην απάντησή μου στο Πρόταγμα, για να μην επαναλαμβάνομαι).
      Δεν μπορεί να περιμένουμε από τον Καστοριάδη να έχει απαντήσει λεπτομερώς σε όλα τα ζητήματα που μας απασχολούν. Από τη γενικότερη σκέψη του προκύπτουν κάποιες απαντήσεις σε πολλά ζητήματα. Ας μην του φορτώνουμε και τις δικές μας επιλογές προσπαθώντας να εκβιάσουμε τη σκέψη του. Και μάλιστα για πράγματα που ο ίδιος είχε ρητά πάρει θέση. Αν θεωρούμε λάθος κάποιες απόψεις του, είναι διαφορετικό ζήτημα και ας το πούμε ευθέως. Στο απόσπασμα κειμένου που παρέθεσα, δεν σχολιάστηκε η παράγραφος που επικρίνει τον Λιποβετσκί. Είναι άλλο να θεωρούμε λάθος την κριτική του, δικαίωμά σας, και άλλο να λέμε ότι δεν ανέλυσε όσο έπρεπε τις απόψεις κάποιων διανοητών. Πόσο πιο καθαρά έπρεπε να διαφωνήσει με τον Λιποβετσκί;

      • Ο/Η arpa λέει:

        προς Πρόταγμα
        Με βάζει σε σκέψεις μήπως η κριτική που ασκεί για τον ναρκισσισμό και τον ατομισμό που αναφέρετε στον «Λιποβιτσκί κ α ι ά λ λ ο ι», αφορά και τον Λας, και ίσως δεν είναι τόσο σίγουρο ότι οι σκέψεις Καστοριάδη-Λας είναι τόσο κοντινές, όσο θέλετε να τις παρουσιάσετε. Τώρα κάνατε -σωστά κατά τη γνώμη μου- ένα βήμα παραπέρα, δέχεστε ότι ο Καστοριάδης κακώς άσκησε κριτική στον Λιποβετσκί. Είναι πιο έντιμο, από το να προσπαθείτε να εντάξετε τέτοιες απόψεις στην Καστοριαδική σκέψη.
        Θα συμφωνήσω με κάποιες απόψεις του Λας, αλλά θα διαφωνήσω επίσης με πολλές. Οι θέσεις του για την οικογένεια, το κράτος πρόνοιας, για τη θρησκεία και τη γυναικεία χειραφέτηση, θεωρώ ότι είναι υπερβολικές και δεν συμφωνούν με τη σκέψη του Καστοριάδη, ο οποίος δεν βλέπει τόσο εξιδανικευμένα την οικογένεια, θεωρεί ότι το κράτος πρόνοιας κατακτήθηκε με πολλούς αγώνες και ήταν υπέρ των εργαζομένων, στήριξε τη γυναικεία χειραφέτηση, και δεν συζητώ καν ότι θεωρεί την θρησκεία «ανάχωμα» όπως την έβλεπε ο Λας. Σαν πυλώνα ετερονομίας σίγουρα. Με λίγα λόγια, καμιά σχέση με τις παραδοσιακές αξίες όπως τις έβλεπε ο Λας, τις οποίες θεωρούσε ότι έπρεπε να τις αντιμετωπίζουμε κριτικά, διότι σωστά αμφισβητήθηκαν πολλές από αυτές από την κοινωνία, αφού περιείχαν καταπιεστικά στοιχεία. Αγωνιά βεβαίως επειδή αυτές οι κοινωνικές αξίες δεν έχουν αντικατασταθεί από άλλες συλλογικές αξίες και βλέπει κενό νοήματος και σύγχυση στις κοινωνικές συμπεριφορές. Είπε επανειλημμένως, λόγου χάρη (με δικά μου λόγια), : ότι η γυναίκα ήξερε παλιά τη θέση της, ήταν στο σπίτι, καταπιεστική θέση, αλλά ήξερε την κοινωνική της θέση. Σήμερα οι ρόλοι έχουν αλλάξει, και η αλλαγή της θέσης της γυναίκας συμπαρασύρει και τη θέση του άνδρα. Όπως επίσης το ίδιο συμβαίνει με τις σχέσεις γονέων και παιδιών κοκ. Θεωρεί όμως αυτές τις κοινωνικές αλλαγές απελευθερωτικές, δεν προκύπτει από τη σκέψη του ότι αυτές οι αξίες θα έπρεπε να διατηρηθούν, όπως προκύπτει από τη σκέψη του Λας. Άλλο πράγμα είναι ότι ασκεί κριτική στη σύγχρονη κοινωνία για ιδιώτευση, κομφορμισμό, κατανάλωση και κενό νοήματος. Στην δε συζήτηση με τον Λας, όπως σημείωσα και στο προηγούμενο σχόλιο, δεν συμφωνούν παρά για θέματα ιδιώτευσης στην ουσία, και όχι για όλα όσα αναλύει ο Λας.
        Και βέβαια είναι έξω από τη σκέψη του, ακριβώς για όλα τα παραπάνω, ότι ευθύνονται τα κινήματα της δεκαετίας του 60 για όλα τα σημερινά κακά. Το αντίθετο, θεωρεί.
        Πέραν του ότι πολλά απ’ όσα είπε γενικότερα ο Λιποβετσκί, είχαν ήδη ειπωθεί και από πολλούς άλλους, εγώ δεν βλέπω κάτι πρωτότυπο και δημιουργικό στη σκέψη του. Από τον Καστοριάδη δεν διέφευγε ασφαλώς ότι στον Μάη του 68 οι συμμετέχοντες δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να πάρουν την εξουσία, το έχει γράψει αρκετές φορές, ούτε του διέφευγαν οι αντιφάσεις και οι ελλείψεις αυτού του κινήματος, δεν περίμενε να του το πει ο Λιποβετσκί. Παρόλα αυτά, θεωρεί τον Μάη ένα επαναστατικό κίνημα, αφενός διότι πιστεύει ότι ο καπιταλισμός πρέπει να χτυπηθεί σε όλες τις δομές του, οικογένεια, καθημερινή ζωή κοκ, και όχι μόνο σαν οικονομικό και πολιτικό σύστημα, και αφετέρου διότι δεν διαχωρίζει το πολιτιστικό στοιχείο από την μεγάλη πολιτική με την ευρεία έννοια. Είναι σε άλλο μήκος κύματος, με άλλα λόγια, από τον Λιποβετσκί, και δεν αδυνατούσε να δει αυτό που έλεγε ο Λιποβετσκί, απλώς διαφωνούσε. Το ότι είναι επιφανειακή η κριτική του Λιποβετσκί, όπως παραδέχεστε, και δεν κριτικάρει σε βάθος τον ατομισμό, είναι για μένα απόδειξη ότι ο Καστοριάδης έχει δίκιο και ότι κάποιοι διανοητές είχαν χάψει τις διαφημιστικές προτροπές του συστήματος, όπως έλεγε. Το κενό και η έλλειψη της αίσθησης καθήκοντος στις σύγχρονες κοινωνίες είχαν αναλυθεί πολύ πιο βαθιά και σωστά κατά την άποψή μου, από τον Καστοριάδη.
        Τα υπόλοιπα που αναφέρετε όσον αφορά στην προσωπική ιστορία του Λιποβετσκί, δεν είναι επιχειρήματα ότι οι απόψεις του ήταν σωστές, επειδή βίωσε τον Μάη ο ίδιος ως πολιτιστική επανάσταση. Ελπίζω να μην ήταν αυτό που τον ώθησε αργότερα να γίνει σύμβουλος της γαλλικής κυβέρνσης και να πάρει τη θέση του (με το αζημίωτο φυσικά) στην κατεστημένη πολιτική σκηνή. Τέλος, την κριτική στην «παραδοσιακή σκέψη» του Καστοριάδη, μόνο ως ανέκδοτο μπορώ να την δεχτώ.

      • Ο/Η Michaeil Theodosiadis λέει:

        Δεν νομίζω ότι κατάλαβες αυτό που έγραψα παραπάνω. Δεν είπα πουθενά ότι ο Καστοριάδης συμφωνεί με τον Λιποβετσκί. Λέω ότι οι σκέψεις καί των δύο μπορούν να συνδυαστούν, αν πάρει κανείς ως αφετηρία τις αναλύσεις του Ellul στο βιβλίο «propaganda». Αναφέρομαι στο σημείο που λέει δηλαδή [ο Ellul] ότι μια ατομιστική κοινωνία μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «μαζική» ή κομφορμιστική:

        For propaganda to succeed a society must have first two complementary qualities: it must be both an individualist and a mass society. These two qualities are often considered contradictory. It is believed that an individualist society, in which the individual is thought to have a higher value than the group, tends to destroy groups that limit the individual’s range of action, whereas a mass society negates the individual and reduces him to a cipher. But this contradiction is purely theoretical and a delusion. In actual fact, an individualist society must be a mass society, because the first move toward liberation of the individual is to break up the small groups that are an organic fact of the entire society. In this process the individual frees himself completely from family, village, parish or brotherhood bonds – only to find himself vis-a-vis the entire society. When individuals are not held together by local structures, the only form in which they can live together is in an unstructured mass society. Similarly, a mass society can only be based on individuals – that is, on men in their isolation, whose identities are determined by their relationships with one another. Precisely because the individual claims to be equal to all other individuals, he becomes an abstraction and is in effect reduced to a cipher […] From this perspective, individualist society and mass society are two corollary aspects of the same reality. This corresponds to what we have said about the mass media: to perform a propagandistic function they must capture the individual and the mass at the same time» (Ellul, Propaganda, σσ.90-91)

        Τί μας λέει εδώ ο Ellul; Ότι μια ατομιστική κοινωνία μπορεί κάλλιστα να είναι μαζική και κοφμορμιστική, που καταναλώνει τηλεπροπαγάνδα και θέαμα αλλά και ταυτόχρονα ατομικιστική. Αν όμως δούμε τους δύο αυτούς φιλοσόφους (τον ΚΚ και τον Λιποβετσκί) αποσπασματικά, τότε ναι η σκέψη τους δεν συμβαδίζει. Αν όμως προσπαθήσουμε να στοχαστούμε κριτικά πάνω σε αυτά που έχουν πει, τότε μπορούμε να καταλήξουμε και στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότατα οι δύο αυτές απόψεις συνδυάζονται. Με βάση τις αναλύσεις του Ellul, μπορούμε να δούμε ότι πραγματικά οι ΚΚ και Λιποβετσκί δεν είναι και τόσο αντίθετοι. Ο ένας λέει ότι η κοινωνία είναι μαζική και κομφορμιστική, ο άλλος ότι είναι ατομικιστική. Ναι αλλά… καί τα δύο «άκρα» είναι στην ουσία η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στην τελική δεν μας ενδιαφέρουν εδώ οι διαμάχες μεταξύ των δύο φιλοσόφων όσο το πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε εμείς κριτικά αυτά που έχουν πει. Εγώ μέσα από τις μελέτες του Ellul καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι δύο αυτοί – αντιθετικοί – στοχαστές έχουν περισσότερα κοινά σημεία από ότι φαίνεται. Τουλάχιστον σε ότι αφορά το δίπολο κοσμοφμισμός ή ατομικισμός, που όπως βλέπουμε μόνο δίπολο δεν είναι. Σε άλλα θέματα ίσως όχι. Εδώ όμως συζητάμε για το ζήτημα ατομικισμού ή μαζικής κοινωνίας/κομφορμισμού.

        Επίσης το ότι ο Καστοριάδης αναπτύσσει μη-Λακανική (και όχι κατ’ ανάγκη αντι-Λακανική) κριτική δεν μου λέει κάτι. Και τί εννοούμε αντι-Λακανική; Ότι δηλαδή δεν συμφωνεί με τις θέσεις του Λακάν; Σίγουρα ο ΚΚ ανήκει σε άλλη σχολή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκλάβω θετικά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έκατσε μία μία να αναιρέσει τις θέσεις του (όπως έκανε με τον Μαρξ). Και πολύ περισσότερο, το ότι θεωρώ λάθος πως (σε ότι αφορά τον Λακάν) ο Καστοριάδης περιορίστηκε σε ad hominem κριτικές – κατηγορία που σωστά του αποδίδει Σταυρακάκης (αν και για τελείως λάθος λόγους βέβαια) – δεν σημαίνει ότι δεν κατανοώ την αγανάκτισή του με όλη αυτό το γκροτέσκο που είχαν στήσει οι νεογαλλικές ψευτοφιλοσοφικές μόδες της εποχής του. Δυστυχώς, κανένας φιλόσοφος δεν κατάφερε να αναλύσει τα πάντα, και πολύ περισσότερο, κανένας στοχαστής δεν προσφέρεται ως μέσο για να αναζητήσουμε εμείς απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα γύρω μας. Απεναντίας, η φιλοσοφία και η πολιτική/κοινωνική θεωρία είναι ένας τομέας ευρύς και πλατύς, κάτι που μας ωθεί να κοιτάμε συνεχώς και το έργο διαφόρων άλλων φιλοσόφων, όχι μόνο ενός. Δηλαδή δεν υπάρχουν μόνο οι ΚΚ και Στίνας, αλλά μια πληθώρα ανθρώπων που παρήγαγαν πλούσιο έργο: Hannah Arendt, Simone Weil, Christopher Lasch, Zygmunt Bauman, Jacques Ellul, Ralf Waldo Emerson, David Henri Thoreau, George Orwell, Alexis De Tocqueville, Nicollo Machiavelli, Tom Paine και ένα σωρό λογοτέχνες, συγγραφείς και μελετητές… ένα πλήθος σκεπτόμενων ανθρώπων που εμπλουτίζουν τους ορίζοντές μας, αντί να αναπαράγουμε μουσειακά έναν (όντως δυνατό) στοχαστή.

        Επίσης, όταν έγραψα ότι συμφωνούν «σε όλα» δεν εννοούσα ότι καί οι δύο κάθισαν και ανέλυσαν μία μία τις θέσεις τους και κατέληξαν σε κοινή συμφωνία, αλλά ότι υπάρχει μια κοινή γραμμή στο σκεπτικό καί των δύο. Ενδέχεται να υπάρχουν και διαφορές, δεν αντιλέγω. Και πώς περιμένουμε να μην υπάρχουν διαφορές όταν έχουμε να κάνουμε με δύο ανθρώπους διαφορετικού υπόβαθρου, τόσο ως προς τις καθημερινές του εμπειρίες, όσο και ως προς το συγγραφικό τους τόνο. Ο δε Lasch ήταν Αμερικανός, οι εμπειρίες του ήταν διαφορετικές από αυτές του ΚΚ. Θα έλεγα ότι οι εμπειρίες του ΚΚ είναι πιο κοινές με αυτές της Arendt (αλλά αυτό είναι άλλη μια πολύ μεγάλη συζήτηση, και αν την ανοίξω μάλλον θα αποπροσανατολιστούμε). Το βασικότερο όλων, όμως, ήταν ότι ο Lasch έγραφε περισσότερο ως ακαδημαϊκός, ενώ ο ΚΚ ως ακτιβιστής. Κι εδώ υφίσταται μια μεγάλη διαφορά ως προς τις μεθοδολογίες και το ύφος που χρησιμοποιούν καί οι δύο. Ο ΚΚ, πολλές φορές, καταφεύγει σε προσωπικό ύφος, δίχως να ακολουθεί μια συγκεκριμένη μεθοδολογία (πόσο μάλλον από τη στιγμή που τα περισσότερα κείμενά του που έχουμε στη διάθεσή μας είναι διαλέξεις και δημόσιοι διάλογοι). Ο δε Lasch ως ακαδημαϊκός αναλύει την πραγματικότητα με τρόπο πραγματιστικό, και αυτό πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι βγάζει «λάδι» συγκεκριμένους θεσμούς, τους οποίους οι αναρχικοί και αριστεροί έχουν ανάγει σε μπαμπούλες. Στο The Culture of Narcissism o Lasch παραδέχεται ότι η οικογένεια είναι πατριαρχικός θεσμός. Αυτό δηλαδή που του καταλογίζουν οι SJWs – ότι είναι παραδοσιοκράτης και απολογητής της πατριαρχίας – με ένα πιο προσεκτικό διάβασμα ήδη μπορεί να αναιρεθεί. Μας λέει λοιπόν ότι η «απελευθέρωση» του γυναικείου φίλου που προβλήθηκε ως τέτοια από το 70 και έπειτα δεν είναι πραγματική απελευθέρωση. Απεναντίας «αποφυλακίζει» τη γυναίκα από το πατριαρχικό περιβάλλον της οικογένειας αλλά την καθιστά όμηρο μιας άλλης κουλτούρας υπερσεξουαλικοποίησης, πράγμα που δεν είναι χειραφετικό.

        «Whereas the hysterical woman, even when she fell in love and longed to let herself go, seldom conquered her underlying aversion to sex, the pseudoliberated woman of Cosmopolitan exploits her sexuality in a more deliberate and calculating way, not only because she has fewer reservations about sex but because she manages more successfully to avoid emotional entanglements» (The Culture of Narcissism, σ.194).

        Αυτό που κάνει ο Lasch (και δεν κάνει ο ΚΚ τόσο ανοιχτά) είναι μια κριτική στον μεταμοντέρνο φεμινισμό, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για την ισότητα των φίλων (ως διαφορετικά όντα) αλλά για την ελαχιστοποίηση όλων των διαφορών μεταξύ γυναίκας και άνδρα. Προωθεί με λίγα λόγια έναν ανδρογυνισμό. Έτσι μας λέει το εξής:

        «The establishment of equality between the sexes, the transformation of the family, and the development of new structures of personality would by no means usher in the androgynous utopia, but neither would it leave the battle of the sexes essentially unchanged» (The Culture of Narcissism, σ.206).

        Μοιραίο είναι λοιπόν αν κανείς ασπάζεται τη μεταμοντέρνα σκέψη, η οποία διατείνεται ότι κάθε ταυτότητα είναι «βαρβαρότητα» εκ φύσεως, να θεωρήσει τη θέση του Lasch αντιδραστική. Σκέψη που πηγάζει από τα κινήματα της δεκαετίας του 60 και του 70, για τα οποία ναι μεν ο ΚΚ δεν είναι ιδιαίτερα αρνητική γνώμη, στη δεδομένη όμως αυτή στιγμή θα πρέπει να ασκηθεί και σε αυτά κριτική – και όχι απαξίωση – καθώς θα πρέπει να αναζητήσουμε τί πραγματικά «πήγε στραβά», και πώς αυτά συνέβαλαν στην διαμόρφωση αυτού που κακώς είμαστε σήμερα. Θέλει φυσικά πολύ θάρος για να ασκηθεί μια τέτοια κριτική, καθώς η πολιτική ορθότητα των ιδεολογικών μαντριών και οι μπάτσοι της σκέψης θα τρέξουν ευθέως να μας κουνήσουν το δάχτυλο. Αυτό το θάρρος λοιπόν ο Lasch το είχε. Τέλος, ουδέποτε ο Lasch είπε για υπεράσπιση όλων των παραδόσεων γενικά και αόριστα. Λέει μάλιστα στο The True and Only Heaven (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα Ελληνικά) ασκεί κριτική στη νοσταλγία που επικαλούνται παραδοσιοκράτες (traditionalists) λέγοντας τα εξής:

        «Nostalgia appeals to the feeling that the past offered delights no longer obtainable. Nostalgic representations of the past evoke a time irretrievable lost and for that reason timeless and unchanging. Strictly speaking, nostalgia does not entail the exercise of memory at all, since the past it idealizes stands outside time, frozen in unchanginging perfection» (σ.83).

        Και τέλος,

        «Nostalgia undermines the ability to make intelligent use of the past” (σ.82).

        Ξεκάθαρα σου λέει ότι η νοσταλγία για τον «παλιό κόσμο» δεν είναι μια κριτική στάση στο παρελθόν. Είναι πασιφανές αυτό που συνδυάζεται με τη σκέψη του Καστοριάδη, η μή κριτική απόρριψη του παρελθόντος, όπως και ο άκριτος εναγκαλισμός του, συνιστά λογική ετερονομίας. Όταν νοσταλγούμε το παρελθόν το κοιτάμε με μή κριτική ματιά, μας λέει ο Lasch, και αυτή η στάση μας ωθεί να το ενστερνιστούμε ως έχειν, αντί να προσπαθήσουμε να στοχαστούμε στον παλιό κόσμο που χάσαμε για να δούμε τί πραγματικά αξίζει σήμερα να κρατήσουμε από αυτό. Αυτό που προωθεί είναι η επιστροφή σε κάποιες αξίες οι οποίες έχουν διαβρωθεί από τον σύγχρονο «πολιτισμό», με μια πιο radical και egalitarian βάση, όπως θα δεις εδώ. Ο Lasch παίρνει ως αφετηρία τα ποπουλίστικα κινήματα της Αμερικής πάνω στα οποία επιθυμεί να χτίσει μια δημοκρατική βάση.

        Σε γενικές γραμμές, το ζητούμενο δεν είναι τί είπε ο Lasch ή ο ΚΚ, αλλά τί λέμε εμείς σήμερα. Δηλαδή, δεν κάνουμε θεωρητικούς διαλόγους για να βγάλουμε λάδι τη σκέψη κάποιου ανθρώπου, ή να την αποστειρώσουμε από τυχόν άλλες επιρροές. Στόχος μας είναι να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τί γίνεται στις κοινωνίες που ζούμε. Σε αυτόν τον στόχο έχουμε εργαλεία, τις θεωρητικές αναλύσεις κάποιων στοχαστών. Αλλά αυτές τις αναλύσεις δεν μπορούμε να τις εκλαμβάνουμε ως αυτούσιες και μονοσήμαντες. Όπως δεν μπορούμε να εκβιάζουμε τη σκέψη ενός φιλοσόφου έτσι το ίδιο απαράδεκτο είναι και να τη σχετικοποιούμε. Αντίθετα, στοχαζόμαστε και συζητάμε, δεν μουσειοποιούμε ούτε ξεχαρβαλώνουμε.

  23. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού | ResPublica

  24. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού – radicalsubjectivityblog

  25. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού

  26. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού… « απέραντο γαλάζιο

  27. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

  28. Παράθεμα: Η εξουσία του ναρκισσισμού - Αντιφωνίες

  29. Ο/Η protagma λέει:

    Προς arpa:

    Την ουσία όσων υποστηρίζεις γύρω από τις σχέσεις Λας-Καστοριάδη την έχει αναπτύξει μέσες άκρες κι ο Ν. Χριστόπουλος, παραπάνω, στη σχετική μας κουβέντα. Οπότε σε παραπέμπουμε στις εκεί αναλυτικές μας απαντήσεις για να μην κουράζουμε με σεντόνια.

    Αυτό που εδώ θέλουμε να σημειώσουμε είναι πως συζήτηση κάνουμε, δε χρειάζεται να μπλέκουμε τα επιχειρήματα με λογικές υπεράσπισης ιερών και οσίων ή επαναστατικής τιμής. Δε χρειάζεται να εξαπολύεις κατηγορίες ότι δήθεν βάζουμε λόγια στον Καστοριάδη, ότι αυτά που λέμε «μόνο ως ανέκδοτο μπορείς να τα δεχτείς» κ.λπ. κ.λπ. Μπορούμε να συζητήσουμε και χωρίς εντάσεις.

    Όπως κι εσύ έτσι κι εμείς προτείνουμε μια ερμηνεία ή ανάγνωση της σκέψης του ΚΚ, την οποία καταθέτουμε προς συζήτηση. Προφανώς, για να το κάνουμε αυτό τη θεωρούμε πιο σωστή από τη δική σου –αν δεν ήταν έτσι, δε θα την υποστηρίζαμε. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, την επεξεργαζόμαστε και τη συζητάμε, ώστε να λύσουμε κάποια ζητήματα που θεωρούμε ότι ο ΚΚ δε λύνει με όσα είπε. Ούτε μειώνουμε τον ΚΚ λέγοντας πως δεν είδε σωστά κάποιο ζήτημα, ούτε τον θίγουμε για να έχει ανάγκη της παθιασμένης σου υπεράσπισης. Είμαστε την άποψης ότι ο Καστοριάδης έχει εν προκειμένω μια βασική αντίφαση στη σκέψη του, την οποία εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε, κατά κάποιον τρόπο, με την ανάλυσή μας για τα κινήματα του ’60.

    Κατά τα άλλα, πιστεύουμε ότι το χωρίο του ΚΚ που παραθέτει ο Μιχάλης παραπάνω σχετικά με το φεμινιστικό κίνημα, όπως επίσης και η κριτική που ασκεί ο φιλόσοφος στον σύγχρονο φεμινισμό στη συζήτηση με τον Λας απαντούν στη σχετική σου ένσταση και δείχνουν ότι οι δυο τους συμφωνούν σε πολλά περισσότερα πέραν της απλής ανάλυσης περί ατομικισμού (διότι, φυσικά, πουθενά ο Λας δεν είναι κατά του εργατικού κινήματος ή της απελευθέρωσης των γυναικών –μάλλον δεν τον έχεις διαβάσει με προσοχή). Και ναι, όσο κι αν αυτό επισύρει την οργή σου, φρονούμε ότι σε ορισμένα ζητήματα η κριτική του ΚΚ στερείται συστηματικότητας και περιορίζεται στην αναπαραγωγή πιο παραδοσιακών σχημάτων. Αυτό συμβαίνει, διότι, από το ’70 και μετά, όταν, δηλαδή, άρχισε να μορφοποιείται το μοντέλο κοινωνίας που προέκυψε μέσα από την πολιτιστική επανάσταση του ’60, ο ΚΚ είχε αφιερωθεί στον πιο φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό του στοχασμό, με αποτέλεσμα τα κείμενά του περί κοινωνίας να είναι συνήθως σύντομες πολεμικές ή συνεντεύξεις κι όχι συστηματικότερα άρθρα όπως τα κείμενά του για την ΕΣΣΔ (τη δεκαετία του ’40 αλλά και τα μεταγενέστερα, όπως π.χ. το Μπροστά στον πόλεμο) ή τα αντίστοιχα για τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό της δεκαετίες του ’50 και του ’60. Το ίδιο ισχύει και για τις οργανωτικές μορφές που προέκυψαν από τα κινήματα του ’60 (οι οποίες διόλου δεν τυγχάνουν της συστηματικής πραγμάτευσης που ο ΚΚ αφιέρωσε στις δομές του εργατικού κινήματος) όπως επίσης και για τη σύγχρονη τεχνική, την οποία εμείς αποκαλούμε «νεοτεχνολογία» προκειμένου να τη διακρίνουμε από το πιο κλασικό, «τεϊλορικό» τεχνικό σύστημα –κι εκεί ο ΚΚ δείχνει, στο βαθμό που τη σχολιάζει (βλ. π.χ. τη συνέντευξή του στην αναρχική εφημερίδα Εκτός Νόμου, στις αρχές του ’90, που αναδημοσιεύθηκε το 2007 στο Contact), ν’ αναπαράγει το παραδοσιακό σχήμα περί μιας τεχνικής επιβαλλόμενης από τα πάνω κ.λπ.

    (Παρεμπιπτόντως, για την κριτική σε αυτό το σχήμα, που έχουμε προσπαθήσει να την αναπτύξουμε μέσα από το Πρόταγμα, βλ. το εξής άρθρο όπως και αυτήν εδώ την πολεμική, σσ. 9-10).

    Αντίστοιχα, το ότι ο Λιποβετσκί έγινε (αμισθί, αν δεν κάνουμε λάθος) σύμβουλος του γαλλικού κράτους για κάποια χρόνια δε σημαίνει ότι οι αναλύσεις του είναι απαραίτητα λανθασμένες σε κοινωνιολογικό επίπεδο! Το ότι χρησιμοποιεί άκριτα ορισμένες έννοιες (όπως «ατομικισμός») δε σημαίνει ότι τα φαινόμενα που περιγράφει δεν υφίστανται. Κατά τα άλλα, το αν οι περιγραφές αυτών των φαινομένων είναι εύστοχες ή όχι, εξαρτάται από τα επιχειρήματά του κι όχι από το αν δουλεύει για το γαλλικό κράτος ή όχι. Εμείς αναφερθήκαμε στον βιωματικό παράγοντα –και, κατά συνέπεια, σε στοιχεία της βιογραφίας του- για να δείξουμε ίσως γιατί ο Λιποβετσκί μπόρεσε ν’ αντιλήφθεί πιο εύστοχα από τον ΚΚ το πνεύμα των κινημάτων του ’60. Άλλωστε, μην ξεχνάς ότι κι ο Καστοριάδης, μιλώντας για την άρνηση του Στίνα ν’ αποδεχτεί μέχρι τέλους τις δικές του αναλύσεις για την παθητικοποίηση της εργατικής τάξης μετά το ’50, σκεφτόταν μήπως αυτό συνέβαινε για ηλικιακούς και βιωματικούς λόγους, μιας κι ο ΑΣ είχε βιώσει το κλασικό εργατικό κίνημα στα ντουζένια του (Θεσσαλονίκη 1936 κ.λπ.) κι έτσι δε μπορούσε πλήρως να «χωνέψει» τη μετέπειτα γραφειοκρατικοποίησή του. Συχνά το σε ποια γενιά ανήκει κανείς παίζει μεγάλο ρόλο στο πώς αντιλαμβάνεται ή δεν αντιλαμβάνεται ορισμένα πράγματα, εν προκειμένω το πνεύμα μιας εποχής.

  30. Ο/Η arpa λέει:

    Μάλλον και εσύ δεν κατάλαβες τι εννοούσα στην πρότασή μου που παραθέτεις. Λέγοντας ότι ο Καστοριάδης μίλησε για κομφορμισμό κ α ι ιδιώτευση συγχρόνως, εννοώ ότι ήδη έθεσε το ζήτημα της απομόνωσης, του κλεισίματος των σύγχρονων ατόμων στην ιδιωτική τους σφαίρα, στις προσωπικές τους ανέσεις και την κατανάλωση, οπότε συμπεριλαμβάνει στην ανάλυσή του με αυτή την έννοια και το στοιχείο του λεγόμενου ατομικισμού. Δεν πρόκειται για δίπολο, καθώς αναφέρεται από την αρχή και στα δύο στοιχεία συγχρόνως, αυτό θέλω να πω. Μόνο που ο Καστοριάδη πιστεύει ότι δεν πρόκειται για πραγματικό ατομικισμό, διότι το άτομο δεν λειτουργεί αυτόνομα, αλλά καθοδηγούμενο από τη διαφήμηση, τα ΜΜΕ και τις επικρατούσες κοινωνικές σημασίες της κατανάλωσης και του θεάματος. Πάντως, ρητά διαφωνεί με τον ατομικισμό του Λιποβετσκί. Το αν εμείς θεωρούμε ότι μπορούμε να συνδυάσουμε τις δύο απόψεις, είναι άλλο θέμα, ο ίδιος πάντως διαφωνεί, το βλέπει διαφορετικά. Αυτό δεν μας απαγορεύει φυσικά να κρατήσουμε την άποψή μας. Βρίσκω πιο διαυγή και ειλικρινή ωστόσο τη θέση του προτάγματος που ασκεί κριτική στην Καστοριδιακή άποψη και εγκρίνει την άποψη του Λιποβετσκί. Κανείς δεν είπε να μην ασκείται κριτική στον Καστοριάδη, το αντίθετο. Αρκεί να ξέρουμε τι λέμε και να μην δημιουργούμε συγχύσεις.
    Επίσης διαφωνεί κάθετα με τις αναλύσεις του Λιποβετσκί για τον Μάη του 68 και γενικότερα για τον κοινωνικό ρόλο που έπαιξαν τα κινήματα της δεκαετίας 60 , το απλά πολιτιστικό και το ατομικιστικό, που υποτίθεται ότι διακρίνει αυτό το κίνημα. Για αυτά τα κινήματα ο Καστοριάδης όπως είναι γνωστό πίστευε:
    «Τα μεγάλα κινήματα που ταρακούνησαν τα τελευταία είκοσι χρόνια τις δυτικές κοινωνίες – οι νέοι, οι γυναίκες, οι εθνικές και πολιτιστικές μειονότητες, οι οικολόγοι – υπήρξαν (και παραμένουν δυνητικά) σημαντικά από κάθε άποψη και θα ήταν επιπόλαιο να θεωρήσουμε ότι ο ρόλος τους τελείωσε. Αυτή τη στιγμή όμως, μετά την υποχώρησή τους έχουν περιέλθει στην κατάσταση ομάδων που όχι μόνο είναι μειοψηφικές αλλά και κατακερματισμένες, ανίκανες να αρθρώσουν τους στόχους και τα μέσα τους με όρους καθολικούς, αντικειμενικά έγκυρους και ικανούς να κινητοποιήσουν κόσμο.»
    Είναι πολλά τα σημεία στα οποία αναλύει ότι δεν έβλεπε ατομικισμό στα κινήματα αυτά, αλλά επιθυμία να αλλάξουν την κατεστημένη κοινωνική τάξη, εμφορούνταν από τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της κοινωνικής απελευθέρωσης και του σοσιαλισμού στο μεγαλύτερο μέρος τους, είχαν αναπτύξει σχέσεις αλληλεγγύης κ.α. Ότι απέτυχαν, είναι άλλο θέμα. Αν και ο Καστοριάδης επισημαίνει ότι αυτό το στοιχείο της αποτυχίας διατρέχει λίγο πολύ όλα τα ιστορικά πολιτικά κινήματα και επαναστάσεις. Στο τέλος όμως πάντα μένει κάτι σημαντικό στις κοινωνίες, και αυτό είναι που τις κάνει βιώσιμες. Και σε αυτές τις απόψεις επιμένει ως το τέλος της ζωής του. Επειδή είναι στη μόδα πάλι μια ορισμένη θεωρία η οποία αποδίδει, όλα τα κακά που συνέβησαν αργότερα, στα απελευθερωτικά κινήματα της δεκαετίας εξήντα και εβδομήντα, στα οποία βλέπουν μονομερώς μόνο ατομικισμό, ηδονισμό και καθόλου θετικά κοινωνικά οφέλη και η άποψή μου συμπίπτει με αυτή του Καστοριάδη, θέλησα να διευκρινιστεί αυτό το σημείο.
    Για τον Λακάν. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Σταυρακάκη, αν και είχα αποθηκεύσει παλιά ένα άρθρο του που αναφέρεται σε αυτό το θέμα, θα το ψάξω. Δεν πιστεύω όμως ότι οι κριτικές του Καστοριάδη στον Λακάν ήταν ad hominem, διότι άσκησε κριτική σε συγκεκριμένες και βασικές θέσεις του Λακάν όπως για παράδειγμα για το φανταστικό, το συμβολικό και τον νόμο, στη θεωρία του για τη σχάση του υποκειμένου, δομή η οποία δεν μπορεί να αλλάξει κατά Λακάν, και κυρίως ασκεί κριτική για το κοινωνικό ζήτημα:
    «Ο Λακάν για παράδειγμα, μιλούσε για το μη-είναι του υποκειμένου και πριν και μετά το 1968. Και πρίν και μετά κανείς δεν είχε διανοηθεί (εκτός από κάποιους αγαθούς πανεπιστημιακούς των μεσοδυτικών πολιτειών της Αμερικής), ούτε ότι ήταν επαναστάτης, ούτε ότι ήταν ατομικιστής. Ηταν καθαρά, αυστηρά και απροκάλυπτα λακανικός και λακανιστής. Η κεντρική του θέση υπήρξε πάντοτε ότι η σχάση (ή το στεγανό) του υποκειμένου ισοδυναμεί με δομική άρα ανυπέρβλητη αλλοτρίωση. Το κεντρικό ζήτημα κάθε πολιτικής δραστηριότητας, παρόν και στη διάρκεια του Μάη του 68, είναι το ζήτημα της θέσμισης. Αυτό το ζήτημα αποκρύπτεται επιμελώς από τον λακανισμό, με τις ομιχλώδεις φενάκες του «Νόμου» και του «συμβολικού» που προβάλλονται σε πρώτο πλάνο ακριβώς για να κάνουν αδύνατη κάθε διάκριση ανάμεσα στην «de facto ισχύ» και στην «de jure ισχύ», και άρα να σταματήσουν την εκ προοιμίου προβληματική κάθε πολιτικής δράσης.»
    Και σε αλλα βιβλία του αναφέρεται ασκώντας κριτική σε συγκεκριμένες θέσεις του. Όμως είναι υπερβολικό να απαιτούμε από τον Καστοριάδη ή όποιον άλλο διανοητή να σχολιάσει και να αναιρέσει μια-μια τις θέσεις ενός άλλου διανοητή, θα έπρεπε να μην παράγει δικό του έργο. Ο Καστοριάδης ανέπτυξε τις δικές του ιδέες που τον διαφοροποίησαν από τους περισσότερους διανοητές της εποχής του και φυσικά δέχτηκε και ο ίδιος επιρροές. Κανείς δεν το αρνείται αυτό. Όπως και δεν αρνείται νομίζω κανείς ότι δεν υπάρχει μόνο ο Καστοριάδης ως διανοητής, αλλά και όλοι αυτοί που αναφέρεις και άλλοι πολλοί ακόμη, οι οποίοι φυσικά και εμπλουτίζουν τη σκέψη μας. Δεν είναι κακό όμως να συζητάμε για το έργο του, εφόσον το θεωρούμε ζωντανό ακόμη, έστω και ασκώντας κριτική, όπως έκανε το πρόταγμα. Εκτός αν η συζήτηση για το έργο του και οι διαφορετικές ερμηνείες θεωρούνται «μουσειακή αναπαραγωγή», όπως αναφέρεις!! Δεν θα συμφωνήσω!
    Για τον Λας. Δεν περίμενα να συμφωνήσουν σε όλα ούτε εγώ. Αυτό που είπα είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, σε βασικά θέματα έχουν κάνει εντελώς διαφορετική ανάλυση και σε μερικά ζητήματα εκ διαμέτρου αντίθετη, γι αυτό ας μην ταυτίζουμε τις απόψεις τους. Αυτό είπα. Πέρα από αυτό, τον Λας τον εκτιμώ σαφώς περισσότερο σαν διανοητή από τον Λιποβετσκί, χωρίς όμως να με πείθουν κάποιες αναλύσεις του, όχι γιατί δεν περιγράφει σωστά αρκετά σημερινά φαινόμενα και τάσεις των σημερινών ανθρώπων, αλλά κυρίως επειδή δεν έχω πεισθεί για τις αιτίες και τις αναγωγές που κάνει σε αρκετά από αυτά τα φαινόμενα. Ακόμη, επειδή δεν συμφωνώ με κάποιες από τις λύσεις, που έστω και υπαινικτικά φαίνεται να προτείνει. Ναι, δέχεται ότι η οικογένεια είναι πατριαρχικός θεσμός, αλλά δεν συμφωνεί και πολύ με την εξαφάνισή της πατριαρχίας μάλλον, δέχεται ότι οι γυναίκες καταπιέζονταν (και καταπιέζονται ακόμη) από τους άνδρες, αλλά δεν συμφωνεί με τις πρακτικές χειραφέτησής τους. Με την ευκαιρία να πω ότι η άποψη του Καστοριάδη για την πατριαρχία είναι: «Συνεπώς δεν βρίσκουμε καμία δομική ψυχαναλυτική ανάγκη μιας πατριαρχικής οργάνωσης της κοινωνίας». Μου φαίνεται λίγο προβληματική αυτή η ανάλυση και οι επαγόμενες συνέπειες που αποδίδει στον φεμινισμό, παρότι αναφέρομαι σχηματικά στις απόψεις του. Κατ’ αρχάς δεν υπήρξε ένας φεμινισμός αλλά πολλοί, με πολύ διαφορετικές απόψεις, στάσεις, πρακτικές αλλά και συγκρούσεις. Ο Λας όλο αυτό το φάσμα το θεωρεί ενιαίο. Βέβαια αναφέρεται στη μεσαία Αμερικανική τάξη της εποχής του και όσο και αν υπάρχουν κοινά στοιχεία υπάρχουν και σημαντικές διαφορές από την Ευρώπη.
    Δεν αναφέρεται ακριβώς σε υπερσεξουαλικότητα μετά τη δεκαετία του 70, αλλά επισημαίνει ότι: «Οι μελέτες δείχνουν ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της σημερινής σεξουαλικής σκηνής είχαν ήδη εγκαθιδρυθεί πολύ πριν την περίφημη σεξουαλική επανάσταση των δεκαετιών του 60 και του 70: πρόχειρη ελευθερογαμία επιφυλακτική αποφυγή συναισθηματικών δεσμεύσεων, επίθεση στη ζήλεια και την κτητικότητα. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν εισαγάγει μια νέα πηγή έντασης: την ολοένα πιο επίμονη απαίτηση της σύγχρονης γυναίκας για σεξουαλική ικανοποίηση.» Πέραν του ότι αυτή η «επίμονη απαίτηση της σύγχρονης γυναίκας για σεξουαλική ικανοποίηση» δεν βλέπω τι παραλογισμό έχει, η άκρατη αντιθέτως σεξουαλικότητα των γυναικών είναι μια ιστορία που εμφανίζεται και στη λογοτεχνία από παλιά, που δείχνει ότι είναι και μια ανδρική φαντασίωση, όπως και η ευνουχιστική γυναίκα που ανακινεί την βαθιά και ασύνειδη συνήθως φαντασίωση του άνδρα για την ευνουχιστική μητέρα, αμφότερες προϋπάρχουσες του φεμινισμού, όπως θεωρεί άλλωστε και ο Λας: «ο φόβος για τις γυναίκες, που συνδέεται στενά με τον φόβο των καταβρωχθιστικών εσωτερικών επιθυμιών, φανερώνεται όχι μόνον ως ανικανότητα αλλά ως απεριόριστη οργή για το γυναικείο φύλο. Αυτή η τυφλή και ανήμπορη οργή, που φαίνεται να επικρατεί τόσο πολύ σήμερα, μόνον επιφανειακά αντιπροσωπεύει μια αμυντική ανδρική αντίδραση εναντίον του φεμινισμού. Μόνον επειδή η πρόσφατη αναβίωση του φεμινισμού αναδεύει τόσο βαθιά ριζωμένες μνήμες, προκαλεί τόσο πρωτόγονα συναισθήματα». Για παρόμοιους λόγους λοιπόν θεωρεί ότι καλύτερα θα ήταν να λυθούν αυτά τα ζητήματα σε μια υποθετική «σοσιαλιστική επανάσταση επανάσταση (….) η εγκαθίδρυση της ισότητας των δύο φύλων, ο μετασχηματισμός της οικογένειας και η ανάπτυξη καινούργιων δομών προσωπικότητας δεν θα μας οδηγούσε καθόλου στην ανδρόγυνη ου τοπία, αλλά ούτε και θα άφηνε ουσιαστικά αναλλοίωτη τη μάχη των δύο φύλων. Η κατάργηση των τριβών μεταξύ των δύο φύλων είναι οπωσδήποτε στόχος που δεν αξίζει τον κόπο η ουσία είναι να ζούμε μαζί μ’ αυτές πιο καλά από όπως ζούσαμε μαζί τους στο παρελθόν». Πέραν του ότι η «ανδρόγυνη» ουτοπία δεν ήταν, ούτε είναι (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει σήμερα τέτοιο κίνημα) αίτημα όλου του φεμινιστικού κινήματος, εκτός από τη θεωρία queer για την οποία και εγώ πολλές ενστάσεις, αντίθετα ένα μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού φεμινισμού στήριξε και στηρίζει την έννοια της διαφορά των δύο φύλων, και όχι κάποιον ανδρόγυνο τύπο, από την άλλη, αυτή η ανάγκη της ισότητας, του μετασχηματισμού της οικογένειας και η ανάπτυξη καινούργιων δομών προσωπικότητας, αναδείχτηκαν κυρίως μέσα από τις επεξεργασίες μιας πλευράς του φεμινισμού, του αναρχικού και σοσιαλιστικού φεμινισμού. Μέχρι τότε τα ζητήματα αυτά θεωρούνταν δευτερεύοντα, ή ότι θα λυνόταν αυτόματα με την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, όπως παραδέχεται ο Λας και μάλιστα διαπιστώνει ότι ήταν σωστές αυτές οι παρεμβάσεις. Επίσης, δεν μου προκύπτει ότι στη δεκαετία του 70, στην Ευρώπη τουλάχιστον, οι φεμινίστριες, εκτός ίσως από κάποιες μειοψηφικές τάσεις, επιδίωκαν μόνο σεξουαλικές ευκαιριακές σχέσεις, χωρίς να επενδύουν συναισθηματικά. Θεωρούσαν αντίθετα ότι οι άνδρες της εποχής, μέσα στο κλίμα της σεξουαλικής επανάστασης, τις θεωρούσαν πιο διαθέσιμες και τις έβλεπαν μόνο σαν σεξουαλικά αντικείμενα, και εκείνοι με τη σειρά τους τις χαρακτήριζαν ανέραστες φεμινίστριες, όταν δεν ενέδιδαν. Για το πρώτο παράδειγμα που αναφέρεις, έχω να πω ότι πολλές φεμινίστριες διαμαρτύρονταν και διαμαρτύρονται για την εμπορικοποίηση και πραγμοποίηση του γυναικείου σώματος από την διαφήμιση. Οι γυναίκες του Κοσμοπόλιταν έχουν κατακριθεί επανειλημμένως από τις φεμινίστριες για μια ψευδοσεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος και τον τρόπο που την χρησιμοποιούν.
    Οι κλινικές περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται δεν αποδεικνύουν όπως ο ίδιος διευκρινίζει οτι «η παρατηρούμενη αύξηση των ναρκισσιστικών ασθενών δεν δείχνει αναγκαστικά ότι οι ναρκισσιστικές διαταραχές είναι συχνότερες από όσο ήταν στον πληθυσμό εν γένει, ή ότι έχουν γίνει πιο κοινές από τις κλασικές νευρώσεις». Πέραν του ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο αριθμός των ναρκισσιστικών ασθενών έχει μεγαλώσει ιδιαίτερα, υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες για το μέγεθος, το σίγουρο είναι ότι έχουν διαφοροποιηθεί -και φυσικά επηρεάζουν οι κοινωνικές αλλαγές- οι κλασικές νευρώσεις και εμφανίζεται μια αύξηση των οριακών(borderline) ασθενών οι οποίοι όμως δεν συμπίπτουν με τους ναρκισσιστικούς ασθενείς, παρότι υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία, όπως διευκρινίζει ο Όττο Κέρνμπεργκ, ο οποίος ασχολήθηκε με την οριακή παθολογία. Δεν έχω πεισθεί αν ο παθολογικός ναρκισσισμός όπως τον προεκτείνει ο Λας σε όλη την κοινωνική ζωή, μπορεί να αποδειχτεί από τα κλινικά περιστατικά που παρουσιάζει. Ούτε έχω πειστεί ότι ο φεμινισμός επηρέασε ώστε να αναπτυχθεί ο ναρκισσισμός.
    Τέλος πάντων είναι τεράστια θέματα αυτά, δεν μπορούν να συζητηθούν διεξοδικά εδώ, πολύ ενδεικτικά ανέφερα τη γνώμη μου για τον Λας, παρότι συμφωνώ σε κάποιες περιγραφές του. Βλέπω όμως τελευταία, σε ορισμένους κύκλους, να υπάρχει η τάση να γίνει ο νέος γκουρού και να προσπαθούν να εξηγήσουν όλα τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και φαινόμενα μέσα από τις αναλύσεις του Λας. Να πω ακόμη, οτι δεν είναι επιχείρημα και απάντηση στα επιχειρήματα κάποιου ότι επειδή είναι αναρχικός ή αριστερός ή ασπάζεται την μεταμοντέρνα σκέψη μοιραία λέει ότι λέει. Τότε να μη συζητάμε καθόλου αφού μόνο όσοι ασπάζονται τις δικές σου απόψεις, μπορούν να κατανοήσουν κάποια πράγματα. Όσο για τις διδακτικές σου παραινέσεις για το πώς θα προσλάβουμε τις θεωρητικές αναλύσεις κάποιων στοχαστών, ώστε να συζητάμε, να σκεφτόμαστε και όχι να μουσειοποιούμε και να ξεχαρβαλώνουμε, θα έλεγα να να το δεις λίγο και προσωπικά μήπως, λέω μήπως, σε αφορά.

    • Ο/Η Michaeil Theodosiadis λέει:

      Ξέρεις έχει γίνει πολύ της μόδας τελευταία να ξεπηδάνε διάφορες μεταμοντέρνες γκρούπες οι οποίες διεκδικούν την Καστοριάδειο Αλήθεια (όπως πχ αυτή) και με το παραμικρό έρχονται – και μάλιστα δίχως επιχειρήματα – και σου αραδιάζουν ένα κάρο κατηγορίες λέγοντάς σου «όχι σύντροφε, αυτό δεν το είπε ο Καστοριάδης». Δεν έχω να πω τίποτα ως προς αυτούς διότι τα καστοριαδικά ξεμαλλιάσματα είναι το τελευταίο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή. Ειλικρινά δηλαδή εδώ γκρεμίζεται το σύμπαν κι εμείς καθόμαστε και κάνουμε κουβέντα με καστοριαδόμετρα! Όπως είπα και πιο πάνω, στόχος μας δεν είναι να μουσειοποιούμε έναν στοχαστή αλλά να μπορούμε να φέρνουμε τη σκέψη του προς συζήτηση, και αυτό θα το κάνουμε δίχως να πάρουμε την άδεια κανενός αναρχικού, μεταμοντέρνου, καστοριαδικού, δεξιού ή αριστερού ή οτιδήποτε.. Ως προς αυτό ισχυρίστηκα πιο πάνω, ότι δεν μπορούμε να βαφτίζουμε τον Καστοριάδη ως αναρχικό ή αριστερό, επειδή αυτό βολεύει στη θεωρία μας (δηλαδή να βλέπουμε μια έτοιμη και ωραία κριτική στους Σταλινικούς). Ουδέποτε είπα ότι κάποιος έχει άδικο επειδή είναι μεταμοντέρνος ή αναρχικός. Και δεν καταλαβαίνω, ποιά είναι η μόδα που ασκεί κριτική στα κινήματα του 60 και του 70; Επίσης, επειδή είναι μόδα – αν είναι – σημαίνει κατ’ ανάγκη πως αυτή η τάση είναι εσφαλμένη; Όπως δεν μπορούμε να αποκλείουμε μια άποψη επειδή είναι μεταμοντέρνα ή αναρχική, έτσι το ίδιο ισχύει και για όλες τις τοποθετήσεις, είτε προέρχονται από κάποιο νέα trend είτε από κάποια Σταλινικό γκρουπούσκουλο, είτε από κάποιον χαζοχαρούμενο νεοφιλελεύθερο, κ.ο.κ. Γι’ αυτό και στο προηγούμενο σχόλιο δήλωσα ξεκάθαρα ότι είμαι ανοιχτός προς μια αναρχική ερμηνεία πάνω στον ΚΚ, ωστόσο, αν αναπαράγει τα ίδια στερεότυπα και αναγωγισμούς του τύπου «κράτος = απόλυτο κακό», τότε μια τέτοια ανάλυση απλά δεν με ενδιαφέρει. Όπως φυσικά πρέπει να αποφεύγουμε τη σχετικοποίηση, δηλαδή να οικειοποιούμαστε έναν φιλόσοφο, βαφτίζοντάς του την ταμπέλα που μας συμφέρει, έτσι δεν μπορούμε και να τον μουσειοποιούμε, δηλαδή να τον βλέπουμε ως σημείο αναφοράς και αυθεντικότητας που δεν μπορεί να τον αγγίξει κανένας πολιτικός χώρος. Αυτό έλεγα στο προηγούμενο μου σχόλιο. Καμία υπόδειξη και καμία συμβουλή από μέρος μου. Μάλλον εσύ το εκλαμβάνεις ως «υπόδειξη» όλο αυτό, οπότε το πρόβλημα φίλε μου είναι δικό σου και όχι δικό μου.

      Επί της ουσίας, δεν ξέρω ποιός ανάγει τον Lasch σε γκουρού, αλλά όπως η Καστοριαδολογία έτσι και η Λασολογία μου είναι αδιάφορη. Μπορώ να βρω στη σκέψη ενός ανθρώπου χρήσιμα εργαλεία, μπορώ να τη συζητάω, αλλά δεν με ενδιαφέρει να τον καταστήσω θέσφατο και να βγαίνω να το παίζω ο έξυπνος σε άλλους, πετώντας τσιτάτα και ορολογίες που αντιστοιχούν σε αυτόν. Το κάναμε αυτό παλιά, στην περίοδο του Eagainst με την Arendt και τον Καστοριάδη, όντας ακόμα επηρεασμένοι από τον αναρχισμό και τον ελιτισμό της τάσης του να τρέχουμε να «διορθώνουμε» όλους όσους δεν σκέφτονται όπως ο συγγραφέας αυτού του πολύ ωραίου βιβλίου που διαβάσαμε πρόσφατα. Αρκετά κράτησε αυτό… επί της ουσίας: δεν νομίζω ότι ο Lasch αγνοεί τις προεκτάσεις του φεμινισμού που ανέφερες, δηλαδή τον αναρχικό ή σοσιαλιστικό φεμινισμό, ή τέλος πάντων όλα ρεύματα που ανέπτυξαν σχέσεις αλληλεγγύης, εντός των οποίων ο φεμινισμός είχε εξέχουσα θέση. Προφανώς ο ίδιος προσπαθεί να επικεντρωθεί σε ένα φεμινιστικό ρεύμα που θεωρεί υπεύθυνο για την ανάδυση μιας νέας μορφής πατριαρχίας, η οποία απλώς αντικατέστησε την παλιά, αντί πραγματικά να χειραφετεί. Αυτό το ρεύμα ο ίδιος εντάσσει στη γενικότερη κουλτούρα της «σεξουαλικής απελευθέρωσης», την οποία δεν θεωρεί πραγματική «απελευθέρωση». Ο λόγος που συμφωνώ με αυτή την τοποθέτηση οφείλεται στο ότι ενώ μεν τα κινήματα της δεκαετίας του 60 κατάφεραν να σπάσουν κάποια ταμπού, την ίδια στιγμή δεν προσπάθησαν να δουν την έννοια της ελευθερίας ως αυτο-περιορισμό. Αντίθετα, υιοθέτησαν το νεολαιίστικο ρεύμα της εποχής, βάσει του οποίου κάθε νόρμα και περιορισμός εκλαμβάνεται ως καταπίεση και τυραννία. Εδώ σκοντάφτουν λοιπόν αυτά τα κινήματα ως προς το σύνολό τους· με εξαίρεση το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, τα περισσότερα αντικομφορμιστικά ρεύματα απλά εναντιώθηκαν στις πουριτανικές αστικές αξίες δίχως να προβάλουν νέες νόρμες και νέες αξίες, δηλαδή να επανακαθορίσουν τα όρια αναφορικά με το τί πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος σε μια κοινωνία η οποία κατά κάποιον τρόπο θεωρείται ιδανική, και τί πρέπει να αποφεύγουμε. Είπαν αυτά τα κινήματα ότι θα πρέπει να αποφεύγουμε τις πατριαρχικές και πουριτανικές αστικές σχέσεις, αλλά δεν έθεσαν ένα νέο πλαίσιο αναφορικά με το τί θα μπορούσε να αντικαταστήσει αυτές τις σχέσεις. Άθελά τους έτσι παρήγαγαν έναν μηδενισμό, μια τάση «αντικαταπίεσης» του τύπου follow your heart γενικά και αόριστα, ανοίγοντας το δρόμο για την ανάδυση της κουλτούρας του Cosmopolitan, η οποία στην τελική δεν προάγει την χειραφέτηση, όπως σωστά λέει ο Lasch. Πρόκειται για την πάγια σκέψη περί φοβίας ως προς τους κανόνες (εκτός φυσικά και αν οι κανόνες ευνοούν τη δική μας politically correct ιδεολογία), που από ένα σημείο και μετά κατέστη κυρίαρχο δόγμα μέσα στην ίδια την κοινωνία. Βέβαια, εδώ ισχύει και το εξής: τα βασικά διδάγματα των κινημάτων του ’60 (εξαιρώ πάντα τη λαμπρή στιγμή του Civil Rights Movement), σε πολιτιστικό τουλάχιστον επίπεδο και πριν την αρχική τους εκδήλωση τους από τη ναιολαιίστικη αντικουλτούρα, είχαν κυριαρχήσει στις τάξεις της αμερικανικής διαφημιστικής βιομηχανίας (δες το βιβλίο του Tomas Frank, The Conquest of Hip). Η ιστορία και η πολιτική βέβαια δεν μια είναι συνωμοσία κάποιας υποχθόνιας «ελίτ». Ο καπιταλισμός κατάφερε και ενσάρκωνε τις αξίες της αστικής τάξης: το εργασιακό ήθος, τον σεξουαλικό πουριτανισμό κ.λπ. Ως αποτέλεσμα των κινημάτων του 60 αυτές οι αξίες σιγά σιγά δίνουν τη θέση τους σε μια κατάσταση χιπστερισμού: πανσεξουαλισμός ή υπερσεξουαλικοποίηση, περιφρόνηση της εργασίας, «ανοιχτότητα», σπάσιμο των ορίων, ξέφρενη ζωή, διάλυση των ταυτοτήτων, μίσος για τον μέσο άνθρωπο, μίσος για τις εθνικές ταυτότητες κτλ, κι έτσι οδηγούμαστε σε αυτό που ο Μπάουμαν αποκαλούσε ρευστότητα. Αυτό που προωθήθηκε είναι η λογική του να κάνεις πολύ σεξ και να μην έχεις σταθερούς πάρτνερ (liquidity), να διασκεδάσεις διαρκώς σα να μην υπάρχει αύριο, να είσαι «επαναστάτης» και «εναλλακτικός», να μην υπακούς σε κανέναν και σε τίποτα κ.λπ, αυτές οι αξίες συνυπάρχουν με τμήμα των παλιών αξιών, δημιουργώντας έτσι μια αντιφατική σύνθεση· τον μποέμ αστό. Για αυτού του είδους τον φεμινισμό/αντικομφορμισμό λέει ο Lasch, αυτόν που αναδείχθηκε μέσα από την αντικουλτούρα, και τον θεωρεί κυρίαρχο (τότε, τέλος πάντων, όταν έγραφε την Κουλτούρα του Ναρκισσισμού) επειδή κατάφερε και δημιούργησε έναν κόσμο μαζικής ανηθικότητας, μήτρα του ιδεολογική είναι η επιδεικτική περιφρόνηση της κοινωνίας (όπως είχε αναλύσει στην εξέγερση των ελίτ). Οι περισσότεροι «διανοούμενοι» βέβαια σήμερα με το που βλέπουν αυτές τις τοποθετήσεις βγάζουν φλύκταινες καθώς δεν θέλουν να ακούσουν καν για αξίες, νόρμες, περιορισμούς, διότι αυτές οι έννοιες θεωρούνται μπαμπούλες και «μας πάνε πίσω στα χρόνια της καταπίεσης και της πατριαρχίας». Μήτε είναι σωστό ότι ο Lasch δεν ήθελε να εξαλειφθεί η πατριαρχία. Αυτό που λέει στην πηγή που παραθέτεις είναι ότι δεν θα εξαλειφθεί ή διαφορά μεταξύ των δύο φύλων και ότι πάντα θα υφίστανται εντάσεις (αν και στο The Minimal Self λέει ρητά ότι ο υποβιβασμός της γυναίκας πρέπει να αμφισβητηθεί. Λίγα χρόνια αργότερα προσπαθεί να ξεκαθαρίσει και να εμπλουτίσει τη θέση του). Σίγουρα κάποιες φεμινίστριες απορρίπτουν τον ανδρογυνισμό, έλα όμως που κυριαρχεί η αντίληψη σε πολλούς προοδευτικούς χώρους ότι οι άνδρες πρέπει να φοράνε φουστάνια, να βάφονται με κραγιόν, να κατουράμε όλοι στις ίδιες τουαλέτες! Σήμερα βέβαια, μερικές δεκαετίες μετά, είναι αναμενόμενο να αναδυθεί και νέο κύμα φεμινισμού το οποίο αμφισβητεί την κουλτούρα του Cosmopolitan. Ήδη ο νέος δήμαρχος του Λονδίνου όταν θέλησε να απαγορέψει κάποιες διαφημίσεις στο μετρό που «προκαλούσαν» βρήκε συνοδοιπόρους φεμινίστριες μαζί και συντηρητικούς μουσουλμάνους (ενίοτε και Χριστιανούς). Τί να κάνουμε, αυτά συμβαίνουν όταν εκλαμβάνουμε αρνητικά έννοιες όπως «όρια»! Μοιραία καταλήγουμε στο σημείο να περιστρεφόμαστε μεταξύ δύο αντίθετων πλευρών, είτε της υπερσεξουαλικοποίησης, είτε του γραφικού ασέξουαλ φεμινισμού. Δεν νομίζω λοιπόν ότι θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, διότι εδώ και τριάντα χρόνια η σχολή Φουκώ, Ντεριντά, Ντελέζ και Γκουατταρί αυτόν τον μηδενισμό αναπαράγει: ότι δηλαδή δεν υπάρχει μια απόλυτη αλήθεια· αντίθετα, η αλήθεια είναι σχετική και ρευστή – γιατί μια υποκειμενική αλήθεια εναπόκειται σε καταπιεστικές εξουσίες και βάρβαρους περιορισμούς. Οι ίδιοι λένε πως όλα είναι πολιτισμικά κατασκευάσματα που η εξουσία τα κάνει σημαία της. Εδώ πως πρέπει να απαντήσει κανείς, με μια “μετα-αλήθεια”;

      Από εδώ και πέρα, δεν έχω κανένα λόγο να υπερασπιστών την «κοινωνία του ναρκισσισμού» ως ένα εργαλείο που θα μπορέσει να δώσει απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της κοινωνίας. Νομίζω κάτι τέτοιο θα ήταν τερατώδες και επί της ουσίας δεν ξέρω ούτε με αφορά ποιός ανάγει τον αντι-ναρκισσισμό σε σημαία για να ερμηνευτεί ο κοινωνικός προσανατολισμός. Όπως είπα πιο πάνω τον Lasch και τον ΚΚ τους βλέπω συνδυαστικά. Γι’ αυτό και έβαλα και το quote του Ellul, για να πω ότι ναι μεν οι τρεις στοχαστές διαφωνούσαν, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει εμένα προσωπικά να μπορώ να βρω στη σκέψη καί των δύο πράγματα που θεωρητικά γεφυρώνουν το χάσμα και τις διαφορές. Σου δείχνω με άλλα λόγια πώς εξηγώ «την φράση του Καστοριάδη» που ανέφερες πιο πάνω. Ο ένας ισχυρίζεται ότι δεν ζούμε σε ατομικιστική κοινωνία αλλά σε κοφμορμιστική, ο άλλος το αντίθετο. Αυτά τα δύο ναι κατά κάποιον τρόπο δημιουργούν ένα «δίπολο». Εγώ απαντώ ότι οι δύο πλευρές μπορούν να γεφυρωθούν, και δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ τον Λιποβετσκι· ουδέποτε ήταν βασική μου επιρροή. Ειλικρινά δεν έχω καμία διάθεση να αναλύσω ξανά όλο αυτό. Το έχω ήδη κάνει δύο φορές. Μέχρι εδώ! Κλείνοντας, επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά, ούτε η σκέψη του ΚΚ ούτε του Lasch είναι ο δρόμος της απόλυτης αλήθειας. Ο καθένας προσφέρει κάποια θεωρητικά εργαλεία μόνο. Η σκέψη του καθενός πρέπει να εκλαμβάνεται συνδυαστικά (έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ). Θα διάλεγα το The True and Only Heaven από τον Lasch, ως μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του έργου του (για μένα), και από τον ΚΚ τους τρεις τόμους της Ελληνικής Ιδιαιτερότητας, από την Arendt το LIfe of the Mind και το Origins of Totalitarianism (φυσικά και το Human Condition)· επίσης υπάρχει και η Simone Weil με το Ανάγκη Για Ρίζες (καθώς και την Ανθολογία), ο Bauman με το Liquid Modernity και Liquid Love, καθώς και ένα σωρό άλλα φιλοσοφικά έργα που δεν μπορώ να παραθέσω για την ώρα, μήτε είναι της παρούσης… χρόνο να έχουμε να συζητάμε!

    • Ο/Η georgeP. λέει:

      Πάντως ο Λας πίστευε πως ο πατριαρχικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας, οικογένειας και ανθρώπων είχε τελειώσει προ πολλού στις δυτικές κοινωνίες, οπότε και η μονολιθική κριτική στην πατριαρχία ή στην οικογένεια από την εποχή του ακόμη(πόσο μάλλον σήμερα) ήταν άκυρη και άκαιρη, και άρα ιδεοληπτική.Και ταυτόχρονα ασκούσε κριτική στην αγορά εργασίας που αλλοτριώνει και επαυξάνει τις οικονομικές ανισότητες που πλήττουν εξίσου σε άντρες και γυναίκες. Πού διαφωνείς με αυτήν την διαπίστωση; Και όταν ο σημερινός «φεμινισμός» έχει σα σύμβολο τη Μαντόνα(όχι την Παναγιά, την άλλη, τη μοντέρνα) https://www.youtube.com/watch?v=r3NDeyR_1-U και ταυτίζεται πλήρως με το χόλυγουντ ή τρέχει να αγκαλιάσει το Ισλάμ(https://www.youtube.com/watch?v=oYCaSJ45dC4&t=1s) σαν ιδιαιτερότητα, κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο του. Και όταν ο συγκεκριμένος φεμινισμός υποστηρίζεται χωρίς κριτική από αριστερά και αναρχία έχουμε τεράστιο πρόβλημα.

  31. Ο/Η arpa λέει:

    Το τελευταίο μου σχόλιο, είναι η απάντησή μου στο σχόλιο του Michaeil Theodosiadis. Εν τω μεταξύ, είδα οτι ανέβηκε συγχρόνως και η απάντηση του Προτάγματος. Θα απαντήσω αύριο.

  32. Ο/Η arpa λέει:

    Αρχίζω την απάντησή μου από το τελευταίο σχόλιο του Michaeil Theodosiadis και προχωρώ στα υπόλοιπα.
    Δεν ξέρω σε ποιες γκρούπες αναφέρεσαι –δεν έχω και πολύ καλή σχέση και ενημέρωση με τι κυκλοφορεί στο ίντερνετ- και δεν μπορώ να ανοίξω και το λινκ που παραθέτεις. Όπως και νάχει, προσωπικά δεν με αφορούν καθόλου ούτε τα «καστοριαδικά ξεμαλλιάσματα», ούτε τα «καστοριαδόμετρα». Όύτε έθεσα ποτέ ζήτημα ότι ο Καστοριάδης ήταν αναρχικός, ή έκανα αναγωγισμούς του τύπου «κρατος =απόλυτο κακό». Δεν χρησιμοποίησα καμιά ταμπέλα όσον αφορά τον Λας. Δεν απαντάς σε μένα, αλλά σε κάποιους άλλους, οπότε δεν με αφορά.
    Διαφώνησα με την άποψη ότι οι ιδέες του Λας συμπίπτουν με κάποιες ιδέες του Καστοριάδη, που είναι παλιά θέση του περιοδικού Πρόταγμα, σε θέματα όπως τα κινήματα του 60-70, η κριτική του στον φεμινισμό και οι αναγωγές που κάνει. Το Πρόταγμα στη νέα του απάντηση αναφέρει οτι δεν θεωρεί οτι συμπίπτουν, αλλά οτι προσπαθεί να καλύψει τα κενά της σκέψης του Καστοριάδη. Οπότε το ζήτημα τίθεται διαφορετικά πλέον. Θεωρώ σημαντικό ζήτημα το πώς ερμηνεύουμε κάποια κοινωνικά γεγονότα και τις συνέπειες τους, και επειδή όπως είπα και σε προηγούμενο σχόλιο, συμβαίνει να με καλύπτει η ανάλυση του Καστοριάδη στα παραπάνω ζητήματα, εξέφρασα την αντίρρησή μου σε αυτή την άποψη του Προτάγματος. Μου επιτρέπεται ή θεωρούμαι a priori Καστοριαδολόγος; Απλά με ενδιαφέρουν πολύ τα συγκεκριμένα θέματα και προσπαθώ να τα διαυγάσω και εγώ, μπορώ, ή θα κατηγορηθώ για «μουσειοποίηση» και «αγιοποίηση» του Καστοριάδη; Όταν διαφωνούμε, απαντάμε με συγκεκριμένα επιχειρήματα και δεν χρειάζεται να αποδίδουμε μομφές του ενός τύπου ή του άλλου, όπως κάνεις εσύ και το Πρόταγμα. Όταν γράφω ότι «ας μην εκβιάζουμε τη σκέψη του Καστοριάδη» ή θεωρώ την άποψη του Προτάγματος γραφική «για την παραδοσιακή σκέψη του Καστοριάδη», αναφέρομαι με βάση τα επιχειρήματα που ανέπτυξα ( εύστοχα ή άστοχα, δεν έχει σημασία) ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν ισχύουν οι ισχυρισμοί που είχε αναπτύξει το Πρόταγμα. Απλά εξέφρασα τη δική μου άποψη και δε βλέπω γιατί θα έπρεπε να κινητοποιήσει τέτοια ένταση εκ μέρους σας για μια διαφορετική άποψη, και να αρχίσουν οι μομφές, για τις οποίες μάλιστα κατηγορείται εμένα. Τέλος πάντων, ας τελειώνουμε με αυτά διότι δεν προσθέτουν τπτ από πλευράς επιχειρημάτων.
    Επί της ουσίας τώρα, επειδή δεν γίνεται από εδώ να αναλύσουμε μία προς μία τις θέσεις του Λας και με μια μερική ανάλυση σίγουρα δημιουργούνται παρεξηγήσεις, προσπάθησα με τα παραδείγματα που έθεσα από τον ίδιο, να δείξω ότι, κατά την γνώμη μου, αυτά που λέει για τα συγκεκριμένα ζητήματα, είναι λίγο αντιφατικά, δεν παρουσιάζουν κάποια συνοχή για τις αναγωγές που κάνει. Αναφέρθηκα στα συγκεκριμένα σημεία που είχες θίξει εσύ προηγουμένως. Επίσης μου δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν γνωρίζει καλά τον φεμινισμό, κάποια μόνο πλευρά του την οποία μάλιστα αποδίδει, σε ένα μεγάλο βαθμό, όλη τη μετέπειτα κοινωνική διάλυση. Τώρα να αναλύσουμε ουσιαστικά όλη την αντικουλτούρα, τα αρνητικά ή θετικά που υπήρχαν σε αυτή, τον αντικομφορμισμό τους, ή τον πανσεξουαλισμό και την έλλειψη ορίων, θέλουμε ώρες, και από την άλλη δε συμφωνώ ότι τα κινήματα του 60 ήταν μόνο αυτά που περιγράφεις. Τέτοια στοιχεία επικράτησαν κυρίως μετά από τα μέσα της δεκαετίας του 70. Στη δεκαετία του 60, σε πολλές ευρωπαικές χώρες, συνέπιπταν με διεκδικήσεις πολιτικών δικαιωμάτων πολύ κοντά στο Αμερικανικό κίνημα, καθώς είχαν επηρεαστεί από αυτό. Ακόμη, να αναφέρω έτσι ενδεικτικά την άποψη του Καστοριάδη, επειδή τυχαίνει να συμφωνώ και όχι επειδη τον αγιοποιώ, ότι από ψυχαναλυτικής πλευράς, θεωρεί ότι ο «πανσεξουαλισμός» ή μη, τα σεξουαλικά κοινωνικά πρότυπα των δύο φύλων, είναι απλώς κοινωνικές θεσμίσεις και δεν υπάρχει κάτι απαράδεκτο στην υπόθεση ότι η κοινωνία αύριο θα θεσμίσει διαφορετικά για όλα αυτά τα ζητήματα. Ίσως αυτό εξηγεί και την επιφυλακτικότητά του για κάποια ζητήματα και όχι έλλειψη θάρρους. Επίσης δεν είναι σωστό ότι ο φεμινισμός που ασκούσε κριτική στην τύπου Κοσμοπόλιταν γυναίκα εμφανίστηκε τελευταία, υπήρχε απο πολλές δεκαετίες πριν. Έχω την εντύπωση ότι διαφεύγουν πολλά στοιχεία για την ιστορία και την πορεία του φεμινισμού. Ακόμη να πω, ότι πολλές από αυτές τις κοινωνικές αλλαγές, η σεξουαλική απελευθέρωση, η διάλυση της οικογένειας που είχε αρχίσει κανένα αιώνα πριν, δεν επιβλήθηκαν, κατά τη γνώμη μου, από τον καπιταλισμό, άρχισαν πολύ πριν από τα κινήματα του 60, υπήρχαν ήδη στην κοινωνία και πολύ αργότερα κάποια στοιχεία από αυτά ο καπιταλισμός τα αφομοίωσε. Τώρα γιατί δημιουργήθηκαν και πώς εξελίχθηκαν, είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία που θέλει συζήτηση. Από την άλλη, συμφωνώ όπως ξανα είπα με πολλά σημεία της κριτικής που ασκεί στην αφομοίωση των κινημάτων αυτών, στην ανάγκη ορίων, στην κριτική στην υποτιθέμενη ριζοσπαστική αριστερά, όπως και στην έννοια του λαϊκισμού, όπως τον περιγράφει. Τέλος πάντων, επειδή δεν γίνεται να λύσουμε όλα αυτά τα ζητήματα εδώ, και επειδή και εμένα με έχει κουράσει αυτή η κουβέντα, συμφωνώ να σταματήσουμε εδώ, καθένας διατηρεί τις απόψεις του, και ευχαριστώ για τον διάλογο που είχαμε.

    Προς Πρόταγμα
    Δεν αναφέρθηκα στα ίδια σημεία που αναφέρθηκε παραπάνω ο Ν. Χριστόπουλος, αλλά δεν έχει και πολύ σημασία. Δεν καταλαβαίνω γιατί ερμηνεύεται ως «οργή» η προσπάθειά μου να καταλάβω πώς εννοείται και ερμηνεύεται κάποιες αντίθετες απόψεις Καστοριάδη-Λας και γιατί θεωρείται ότι υπερασπίζομαι ιερά και όσια, ότι τον υπερασπίζομαι παθιασμένα και άλλα τέτοια. Η τελευταία σας απάντηση εξηγεί οτι δεν θεωρείτε οτι συμπίπτουν, αλλά ότι συμπληρώνετε τις ελλείψεις που θεωρείτε οτι παρουσιάζουν οι αναλύσεις του Καστοριάδη. Αυτό είναι μια διαφορετική τοποθέτηση. Εμένα δεν με πείθει οτι μπορούν να συνυπάρξουν σε κάποια ζητήματα οι δύο αναλύσεις, αλλά αυτό είναι δικό μου ζήτημα. Δεν υπερασπίζομαι παθιασμένα τον Καστοριάδη γενικά, αλλά κάποιες ιδέες του που τυγχάνει να είναι και δικές μου ιδέες (μάλιστα όχι μόνον από επιρροή δική του). Πού είναι το κακό σε αυτό; Αν και σιγά το παθιασμένο της υποστήριξης. Αναφέρθηκα σε συγκεκριμένες απόψεις και των δύο, για τις οποίες δεν θεωρώ ότι πήρα απάντηση, και όχι σε όλη τη σκέψη του Λας. Αντίθετα, συνάντησα μιαν ένταση από τη δική σας πλευρά επειδή δεν συμμερίζομαι τη δική σας άποψη και ασχολούμαι με λεπτομέρειες. Διευκρίνισα και σε προηγούμενα σχόλια, ότι δεν έχω κανένα απολύτως ζήτημα να ασκηθεί κριτική στον Καστοριάδη διότι και εγω έχω ενστάσεις σε κάποια θέματα. Δεν απορρίπτω την ανάλυση του Λας γενικώς και αορίστως, αλλά σε κάποια συγκεκριμένα σημεία της τα οποία είπα ότι δεν με πείθουν και προσπάθησα να εξηγήσω ποια είναι αυτά. Διαφωνώ με πολλές φεμινιστικές θέσεις όπως αναπτύχθηκαν στην πορεία. Ωστόσο, η κριτική που ασκεί ο Καστοριάδης στη συζήτηση με τον Λας, και την οποία θεωρώ σωστή, δεν σημαίνει ότι αλλάζει συνολικά την άποψή του για το γυναικείο κίνημα και τη συνεισφορά του στην κοινωνία. Τελευταίο, φυσικά και δεν θεωρώ ότι οι ιδέες ενός στοχαστή πρέπει να κρίνονται από άλλες επιλογές του πέρα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί. Το ίδιο δεν θεωρούσα σωστό να κρίνονται οι ιδέες του Καστοριάδη επειδή δούλευε στον ΟΑΣΑ, και αυτό ισχύει για όλους λίγο πολύ τους διανοητές. Το ανέφερα λίγο προβοκατόρικα είναι αλήθεια, γιατί πάντα μου κάνει εντύπωση όταν δεν συμπίπτουν οι ιδέες ενός διανοητή με την πολιτική του στάση, αν και ίσως να μην είναι τόσο αντιφατικές στην περίπτωση του Λιποβετσκί. Δεν έχει και μεγάλη σημασία εν τέλει. Όπως και νάχει δεν έχει νόημα να συζητάμε άλλο, όπως αναφέρω και παραπάνω, καθένας ανέπτυξε τις θέσεις του, δεν συμφωνούμε στις ερμηνείες, και δεν υπάρχει λόγος να αναλωνόμαστε άλλο.

    • Ο/Η Michaeil Theodosiadis λέει:

      Κανείς δεν σου επιτέθηκε μήτε σου έκανε υποδείξεις! Για βες μου λίγο πού είδες «διδακτικές παραινέσεις για το πώς θα προσλάβουμε τις θεωρητικές αναλύσεις κάποιων στοχαστών»; Αυτά που είπα στο 25/01/2017 σχόλιο είναι γενικής απεύθυνσης και αφορά τον τρόπο που βλέπω εγώ τα πράγματα, εν αντιθέσει με τα σχόλια των αναρχικών στη συζήτηση πιο πάνω (την οποία λες ότι διάβασες) που το μόνο που αναζητούν είναι μια «ορθή καστοριαδική» γραμμή (που στο κάτω κάτω ούτε αυτό κάνουν, καθώς ανάγουν τη σκέψη του ΚΚ στη μεταμοντέρνα αναρχία). Αυτό εννοούσα όταν έλεγα «ούτε μουσειοποιούμε ούτε σχετικοποιούμε». Δεν αφορά εσένα προσωπικά, αλλά αναφέρομαι στη δική μου μεθοδολογία, αυτή που χρησιμοποιώ εγώ ως προς τις δικές μου προσεγγίσεις και αναλύσεις. Θεωρώ πως μια φιλοσοφική τοποθέτηση πρέπει να συζητηθεί λαμβάνοντας υπόψη και άλλες θεωρίες. Γι’ αυτό και με με αφορμή τις διαφορές μεταξύ ΚΚ και Λιποβετσκί παραθέτω τον Ellul, και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι δύο αντίθετες πλευρές μπορούν να γεφυρωθούν. Άλλος μπορεί να μην θέλει να το δει έτσι. Μπορεί κάποιος να βγει και να πει «αφού αυτά λέει ο Χ ενάντια στον Ψ, άρα θα πρέπει να πάρω θέση με έναν από τους δύο». Ναι, μερικές φορές δεν μπορούν να γεφυρωθούν όλα. Όμως, τυχαίνει σε κάποιες άλλες (καλή ώρα, το παράθεμα από την «άνοδο της ασημαντότητας») τα λεγόμενα ενός άλλου ανθρώπου να μπορούν να συνδυάσουν δύο φαινομενικά διαφορετικές τοποθετήσεις. Γι’ αυτό και ισχυρίζομαι στην παρακάτω παράγραφο ότι ένα φιλοσοφικό κείμενο δεν το βλέπω αυτούσιο καθώς μια τέτοια προσέγγιση απλά αποστειρώνει τον φιλοσοφικό λόγο. Αντίθετα, προσπαθώ να συμπεριλάβω ταυτόχρονα και τους συλλογισμούς άλλων ανθρώπων, και από ότι βλέπουμε αυτή η «μεθοδολογία» αποδίδει ίσως. Πίστευα ότι θα συμφωνούσες με τούτη την τακτική και μου κάνει τρομερή εντύπωση που δεν σχολίασες καν την άποψη του Ellul. Μετά λες το εξής:

      Όύτε έθεσα ποτέ ζήτημα ότι ο Καστοριάδης ήταν αναρχικός, ή έκανα αναγωγισμούς του τύπου «κρατος =απόλυτο κακό». Δεν χρησιμοποίησα καμιά ταμπέλα όσον αφορά τον Λας. Δεν απαντάς σε μένα, αλλά σε κάποιους άλλους, οπότε δεν με αφορά.

      Δηλαδή, μιλάμε σοβαρά τώρα; Για βρες μου σε ποιό σημείο είπα ότι εσύ προσωπικά ανάγεις τον ΚΚ στην αναρχία! Δεν βλέπεις ότι με αυτή την πρόταση «είμαι ανοιχτός προς μια αναρχική ερμηνεία πάνω στον ΚΚ, ωστόσο, αν αναπαράγει τα ίδια στερεότυπα και αναγωγισμούς του τύπου «κράτος = απόλυτο κακό», τότε μια τέτοια ανάλυση απλά δεν με ενδιαφέρει» υπονοώ ότι δέχομαι αναλύσεις πάνω στον ΚΚ από χώρους με τους οποίους δεν συμφωνώ πολιτικά; Είναι μέσα στα πλαίσια αυτού που λέω «συνδυαστική μεθοδολογία». Αυτό σημαίνει ανοιχτότητα, και αυτό θέλω να πω με την παραπάνω φράση: μια αναρχική προσέγγιση στο έργο του ΚΚ μπορεί να φωτίσει άλλες πτυχές στο έργο του, και να μας κάνει να ξανασκεφτούμε πέντε δέκα πράγματα. Παρότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα θέλει να προωθήσει ένα αναρχικό πρόταγμα, το οποίο δεν ασπάζομαι, θα είχε ενδιαφέρον να παρακολουθήσω πώς η σκέψη ενός διανοούμενου που με έχει σημαδέψει τόσο πολύ μπορεί να ανοίξει δρόμους, έστω και μέσα από αυτή την ιδεολογία. Και ενώ θα με ενδιέφερε μια τέτοια ανάλυση – αρκεί να είναι ποιοτική – δεν θα έλεγα πουθενά ότι ο ΚΚ είναι αναρχικός ή ότι εγώ έχω σκοπό να ασπαστώ τον αναρχισμό, όπως δεν μπορώ να πω ότι η Weil θα συμφωνούσε μαζί του (ιδίως στην ανάλυση που κάνει η δεύτερη για την αρχαία Ελλάδα ο ΚΚ θα έβγαζε μαλλιά). Με όλα αυτά δεν προσπαθώ να υποδείξω σε κανέναν πώς θα σκέφτεται, αλλά προωθώ τη δική μου οπτική, να προσεγγίζω μια φιλοσοφική σκέψη μαζί με άλλες τοποθετήσεις.

      Εν ολίγοις, οι από πάνω σχολιαστές μας είπαν ότι ο Lash και ο ΚΚ δεν συμβαδίζουν και πως θα πρέπει να μην επικαλείται το Πρόταγμα τον ΚΚ επειδή είναι «πολύ συντηρητικό» ενώ ο ΚΚ «δεν είχε σχέση με τον συντηρητισμό». Εσύ λες ότι ο ΚΚ και ο Λιποβετσκί είναι αντίθετοι. Πάνω σε αυτά τα πλαίσια εγώ έρχομαι λέω ότι μπορούν να βρεθούν γέφυρες μεταξύ των δύο αντίθετων απόψεων. Η σκέψη του Ellul γεφυρώνει τις διαφορές του ΚΚ με τον Λιποβετσκί. Οι θέσεις δύο φιλοσόφων μπορεί να μην είναι συμβατές εξ’ αρχής, αλλά μια τρίτη ή και τέταρτη άποψη ενδέχεται να μπορεί να τις φέρε πιο κοντά. Το ίδιο προσπαθώ να κάνω τελευταία, αναφορικά με τον ΚΚ, την Arendt, τον Lasch και την ύστερη Simone Weil σε πρώτο ρόλο (αν και δεν την έχω δουλέψει όσο θα έπρεπε πάνω σε αυτό το σχήμα). Παρότι η Weil ήταν θρησκευόμενη (πράγμα που δεν ήταν ο ΚΚ) και η Arendt μιλά για ρεπουμπλικανισμό (που προϋποθέτει ένα minimum εγκοσμιότητας), ένας κοινός τόπος μπορεί να βρεθεί μεταξύ των δύο αντίθετων στρατοπέδων, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί δίχως να σχετικοποιείται ούτε η Weil ούτε ο ΚΚ. Αυτό το αναφέρω ως παράδειγμα (δεν μπορώ να το συζητήσω περαιτέρω).

      Και αν η δική μου στάση είναι «διδακτική» και «επιθετική», η δική σου «αυτό μόνο ως ανέκδοτο μπορώ να την δεχτώ» τί είναι; Αυτό δεν σημαίνει «απαξιώνω τα λεγόμενα κάποιου» επειδή δεν με πείθουν; Ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω άλλο τόνο και άλλο ύφος, αλλά η συζήτηση είναι ήδη φορτισμένη λόγω των παραπάνω σχολίων, και νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο από όλους μας να περιορίσουμε φράσεις που δυναμιτίζουν περαιτέρω το κλίμα. Επιπλέον, δεν θεωρώ ότι είσαι καστοριαδολόγος και αναφέρομαι γενικά στον τρόπο που εγώ προσωπικά προσπαθώ να προσεγγίσω τα πράγματα. Από την άλλη λες ότι διάβασες όλους τους διαλόγους. Το σχόλιο εδώ το είδες, που μιλάει για ταύτιση απόψεων μεταξύ ΚΚ και Lasch, καθώς και όλη τη συζήτηση από εκεί και κάτω; Δηλαδή, αν θεωρείς εσύ ότι εγώ επιτίθεμαι και προσβάλω τότε με την ίδια λογική μπορώ κι εγώ να πω ότι είναι προσβλητικό που δεν προσέχεις αυτά που ήδη έχουν γραφτεί και αντ’ αυτού επαναλαμβάνεις ad naseum τα ίδια πράγματα. Το ίδιο πρόβλημα που είχαμε και με τους παραπάνω σχολιαστές. Για παράδειγμα:

      Επίσης μου δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν γνωρίζει καλά τον φεμινισμό, κάποια μόνο πλευρά του την οποία μάλιστα αποδίδει, σε ένα μεγάλο βαθμό, όλη τη μετέπειτα κοινωνική διάλυση.

      Όπως είπα πιο πάνω, δεν πιστεύω ότι ο Lasch αγνοεί τις πτυχές του φεμινισμού που εσύ θεωρείς σημαντικές. Αυτό που εξετάζει είναι κατά πόσο ο φεμινισμός που εκφράστηκε μέσα από τα κινήματα της αντικουλτούρας του 70 κατέστη κυρίαρχο ρεύμα, και ως εκ τούτου εντοπίζει μέσα σε αυτόν φαινόμενα που οδήγησαν σε αυτό που λέω υπερσεξουαλικοποίοηση. Δεν τον ενδιαφέρει να ασκήσει κριτική σε όλα τα φεμινιστικά κινήματα. Άλλωστε δεν είναι αυτός ο σκοπός του έργου του και κατά βάση δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στον φεμινισμό. Μιλά γενικά για την κουλτούρα που αναδύεται στην εποχή του «ύστερου καπιταλισμού», και μέσα σε αυτή την κουλτούρα ο mainstream φεμινισμός έχει μια-κάποια θέση. Δεν σου λέει ότι η κοινωνική ανηθικότητα είναι προϊόν του φεμινισμού όπως αναπτύχθηκε στην Ισπανία το 36. Είναι αυτονόητο πως ένα βιβλίο ή μια σπουδή δεν θα καθίσει να αναλύσει την ιστορία του κόσμου όλου, αλλά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα πράγματα. Ως εκ τούτου, σε ορισμένα ζητήματα θα είναι μυωπικό και περιορισμένο. Τώρα, αν θέλουμε μια πιο ολιστική γνώμη πάνω στον φεμινισμό, εδώ ναι, στενεύουν τα περιθώρια ως προς τη σκέψη του Lasch και θα πρέπει να ψαχτούμε με άλλους θεωρητικούς. Όπως και δεν μπορούμε να έχουμε μια πλήρη διαύγαση από τον ΚΚ για το πνεύμα των κινημάτων του 70, όπως και η σκέψη της Arendt δεν αρκεί αναφορικά με τη Γαλλική Επανάσταση κοκ. Άρα πρέπει να εμπλουτίζουμε την έρευνα. Δεν γίνεται διαφορετικά!

      • Ο/Η arpa λέει:

        Θα απαντήσω πολύ σύντομα στο σχόλιό σου διότι δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνουμε και οι δύο τα ίδια πράγματα.
        Αν παρεξήγησα την απάντησή σου και θεώρησα οτι απευθύνονται σε μένα κάποιες μομφές, είναι επειδή περίμενα να απαντήσεις στις εντελώς συγκεκριμένες ενστάσεις μου, και αντι αυτού είδα να διατυπώνεις διάφορες μομφές που δεν είχαν καμία σχέση με όσα εγω διατύπωνα ως ενστάσεις. Το να επαναλαμβάνεις κάθε φορά την προσωπική σου μεθοδολογία στην πρόσληψη και σύνθεση των ιδεών κάποιων διανοητών, δεν απαντάει στα συγκεκριμένα ερωτήματά μου. Διότι κάποιος άλλος, για παράδειγμα εγώ, μπορεί να έχει διαφορετική μεθοδολογία στην πρόσληψη και κριτική διαφορετικών ιδεών. Με ενδιαφέρει κυρίως και η συνοχή των συγκεκριμένων ιδεών, όσο και αν αυτή η συνοχή δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτη. Απάντησα πχ, οτι μπορεί εσύ να συνδυάζεις την σκέψη του Λιποβετσκί με του Καστοριάδη, αλλά ο ίδιος ο Καστοριάδης ρητά αυτό το απορρίπτει. Φυσικά εσύ μπορείς να διατηρήσεις το δικαίωμά σου να θεωρείς οτι λένε το ίδιο πράγμα. Αυτό είναι όμως είναι δικό σου θέμα. Γι αυτό είπα οτι συμφωνώ περισσότερο με τη νέα θέση του προτάγματος, να θεωρεί λάθος την άποψη του Καστοριάδη και σωστή τη θέση του Λιποβετσκί. Και δεν αναφέρθηκα μόνον στην έννοια του ατομικισμού, όσο κυρίως στη διαφορετική ανάλυση που έχει αυτή η έννοια σχετικά με τα κινήματα του 60. Το λινκ που παραθέτεις, παραπέμπει σε μια απάντηση του προτάγματος στην οποία ανταπάντησα, λέγοντας αυτά που εγω νομίζω σωστά. Διάβασα φυσικά τα προηγούμενα σχόλια, αλλά διευκρίνισα οτι οι δικές μου ενστάσεις αφορούσαν διαφορετικά και συγκεκριμένα θέματα.
        Επειδή όλοι επαναλαμβάνουμε τα ίδια επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν παραπάνω στο διάλογό μας, εγώ τουλάχιστον σταματώ εδώ και καθένας που τον απασχολούν αυτά τα θέματα, διαβάζει τον διάλογο και κυρίως τα κείμενα πηγής, και διαμορφώνει τη δική του κρίση.

  33. Ο/Η protagma λέει:

    Προς Arpa:

    Συμφωνούμε ότι δεν έχει νόημα να το πολυκουράζουμε το ζήτημα, άλλωστε εδώ είμαστε πολιτικό μπλογκ, όχι λέσχη φιλοσοφικής συζήτησης. Δηλαδή αυτό που μας ενδιαφέρει από τις διάφορες θεωρίες είναι τι μπορεί να εξάγουμε ως εργαλεία ή σχήματα πολιτικής κριτικής και προσανατολισμού όχι η σχολαστική σύγκριση θεωριών και συγγραφέων.

    Να ξεκαθαρίσουμε, ως εκ τούτου, μόνο ένα ζήτημα, για να είναι σαφής και σε όσους πιθανώς διαβάζουν τούτη τη συζήτηση η πολιτική σημασία που έχει για εμάς το συζητούμενο θέμα (μιας και ο Γιώργος, στο σχόλιό του, ήδη έθεσε ένα μέρος του ζητήματος –το σχετικό με τον φεμινισμό- στη σωστή πολιτική του προοπτική). Εμείς, λοιπόν, δεν υποστηρίζουμε απλώς ότι οι ιδέες του Λας συμπληρώνουν τον ΚΚ, δίχως να υπάρχει σχέση ή σύμπτωση μεταξύ τους. Πιστεύουμε, αντίθετα, πως οι ιδέες τους και συμπίπτουν και δε συμπίπτουν: από τη στιγμή που ο Καστοριάδης ερμηνεύει την ελευθερία ως αυτοπεριορισμό, δε μπορεί να συντάσσεται ανεξέταστα με τα κινήματα του ’60, που σε επίπεδο ιδεολογίας, έφτασαν τη λογική του «άνευ ορίων, άνευ όρων» στα άκρα, με συνθήματα όπως «απαγορεύεται το απαγορεύεται» κ.ο.κ. Δηλαδή εκεί έχει αντίφαση ο Καστοριάδης και γι’ αυτό εμείς επιμένουμε τόσο στο ζήτημα της σωστής αποτίμησης του ‘60. Αυτό φαίνεται από το γεγονός πως, όταν το ζήτημα του τέθηκε με πιο συγκεκριμένο τρόπο, είναι καθαρά κριτικός απέναντι στις ιδεολογίες που προέκυψαν από αυτά τα κινήμτα, όπως, π.χ., ο σημερινός φεμινισμός (βλ. την κουβέντα με τον Λας, όπου είναι ο Καστοριάδης που είναι ο πιο ειρωνικός και κριτικός από τους δύο στο σχετικό σημείο). Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ εκτιμούσε τον φιλελεύθερο Ρεϊμόν Αρόν, όταν είχε διαβάσει την ανάλυσή του για τον Μάη (που ήταν αρκετά συγγενής προς τη μετέπειτα του Λιποβετκσί), είχε εκνευριστεί πολύ και τη χαρακτήριζε ως «λογοδιάρροια θυρωρού», σύμφωνα με κάποιους παλιούς του φοιτητές. Προφανώς εδώ παίζει μεγάλο ρόλο το βιωματικό στοιχείο.

    Οπότε, σε επίπεδο γενικότερης πολιτικής φιλοσοφίας, Λας και Καστοριάδης ανήκουν στο ίδιο ρεύμα σκέψης, σε μια «νεωτερική κριτική της νεωτερικότητας», όπως έλεγε ο Μισεά, μιας κι αναλύουν την ελευθερία ως ανάγκη αυτοπεριορισμού και είναι από αυτή τη σκοπιά που ασκούν κριτική στον καπιταλισμό, στην κοινωνία της κατανάλωσης, στην τεχνολογία, στην ανάπτυξη αλλά και στον μαρξισμό και στον τρόπο με τον οποίον ο Μαρξ αναπαράγει το καπιταλιστικό φαντασιακό –δηλ. σε ό,τι, με λίγα λόγια, ο Λας αποκαλεί «φιλοσοφία της Προόδου». Αν διαβάσεις την εισαγωγή αλλά και το τελευταίο κεφάλαιο του μείζονος φιλοσοφικού έργου του Λας, The True and Only Heaven. Progress and its Critics, θα δεις εκεί ότι ο αμερικανός ιστορικός μιλά διαρκώς για αυτήν την «αίσθηση των ορίων» που έχουμε ανάγκη. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι πως ο Κ. εντόπιζε αυτή την παράδοση ερμηνείας της ελευθερίας ως αυτοπεριορισμού στην Αρχαία Ελλάδα ενώ ο Λας σε μια υποτιμημένη πλευρά της αμερικανικής ιστορίας (συμπεριλαμβανομένου και του Προτεσταντισμού –γι’ αυτό ο Κ. του έκανε πλάκα αποκαλώντας τον «ο κρυπτοχριστανός μου φίλος, ο Κρίστοφερ»!) αλλά και της δυτικής νεοτερικότητας γενικότερα.

    Στα πλαίσια αυτά, η αποτίμηση του Μάη σε ορισμένα περιστασιακά κι όχι συστηματικά γραπτά του Κ., είναι δευτερεύουσας σημασίας. Σα να βλέπουμε το δέντρο κι όχι το δάσος. Η ουσία είναι η ευρύτερη πολιτική φιλοσοφία των δύο, όχι τόσο το τι είπαν επί του τάδε ή του δείνα ειδικότερου ζητήματος. Κι αν αυτή μας ενδιαφέρει, είναι διότι φρονούμε ότι η αριστερή, αναρχική, ελευθεριακή κ.ο.κ. θεωρία και πράξη θα πρέπει ν’ ανακαινιστεί ριζικά αν θέλει να βγει από τα σημερινά της αδιέξοδα. Και μια τέτοια ανακαίνιση περνά αναγκαστικά από την κριτική ανάλυση της κληρονομιάς του ’60. Ο Λας το κάνει αυτό, ενώ ο Καστοριάδης όχι. Και πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει λόγω της αντιφατικής του στάσης απέναντι σε αυτήν την κληρονομιά, η οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, σε πιο βιωματικούς και περιστασιακούς παράγοντες κι όχι σε συνειδητές θεωρητικές επιλογές (Να πούμε, επί τη ευκαιρία, ότι η αναφορά στις συνθήκες ζωής του εκάστοτε στοχαστή είναι ένα περίπλοκο ζήτημα. Εμείς φρονούμε ότι βοηθά να συνεξετάζεται με το έργο, αρκεί να μην προσπαθούμε να εξάγουμε απολύτως και με δόλιο τρόπο το δεύτερο από την πρώτη, ειδικά όπως κάνουν οι αναρχικοί κι οι μαρξιστές όταν θέλουν να σπιλώσουν κάποιον με τον οποίο διαφωνούν, με χαρακτηριστικότερο, φυσικά, παράδειγμα τον Καστοριάδη και τη δουλειά του στον ΟΟΣΑ. Είναι όμως αφελές και το να μη λαμβάνουμε υπόψη μας τέτοιους παράγοντες, όταν ο ίδιος ο Καστοριάδης έχει επανειλημμένως δηλώσει πόσο τον βοήθησε αυτή του η εργασία ως οικονομολόγου να κατανοήσει την οικονομία και τον καπιταλισμό της εποχής του από τα μέσα. Το θέμα που τίθεται, με άλλα λόγια, δεν είναι αν θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τους βιωματικούς και «βιογραφικούς» παράγοντες του εκάστοτε στοχαστή -δεν έγραψαν ούτε σκέφτηκαν εκτός ιστορίας και κοινωνίας!- αλλά το πώς και μέχρι ποιου βαθμού θα πρέπει να το κάνουμε αυτό).

    Υπό αυτήν την έννοια έχει δίκιο ο Μιχάλης όταν αναφέρεται σε αναρχικούς (όπως ο Σχισμένος, ο Ν. Χριστόπουλος παραπάνω αλλά και άλλοι) οι οποίοι, ενώ δέχονται τον Καστοριάδη, δε θέλουν ούτε ν’ ακούσουν για Λας ή Μισεά: ακριβώς επειδή οι τελευταίοι ασκούν ρητή κριτική στις παραληρηματικές πλευρές της πολιτικής κληρονομιάς του ’60 από τις οποίες, διόλου τυχαία, προέρχεται η σύγχρονη αναρχία. Ο Καστοριάδης δεν το κάνει αυτό (παρ’ όλο που, όπως εμείς πιστεύουμε, μια τέτοια κριτική εξάγεται άμεσα από τις γενικότερη φιλοσοφική του τοποθέτηση) κι έτσι οι αναρχικοί μπορούν να τον υποστηρίζουν ανώδυνα και δίχως κόστος, δίχως δηλαδή να υποχρεώνονται στην παραμικρή αυτοκριτική ή αναθεώρηση κάποιων ιδεών ή πολιτικών επιλογών τους.

    ΥΓ: Και μιας κι αναφέρθηκε το ζήτημα του φεμινισμού και τέθηκε το ζήτημα για το αν είναι ή όχι ενημερωμένος επί του θέματος ο Λας, υπενθυμίζουμε ότι έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο επί του θέματος, το οποίο κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, με φροντίδα της κόρης του, της ιστορικού Ελίζαμπεθ Λας-Κουίν, το 1997. Πρόκειται για το Women and the Common Life: Love, Marriage, and Feminism.

    • Ο/Η arpa λέει:

      Και εδώ θα απαντήσω εν συντομία στα σημεία που αφορούν τις δικές μου ενσστάσεις και μόνον, διότι στην ουσία τους τα βασικά τα έχουμε ήδη γράψει.
      Για μένα, όπως ήδη ανέφερα και συμφωνώ μαζί σας, οι απόψεις Καστοριάδη-Λας συμπίπτουν μεν στην κριτική της νεωτερικότητας, στην κριτική της προόδου, στην ανάγκη αυτοπεριορισμού και της σημερινής ιδιώτευσης των ανθρώπων, αν και απο τελείως διαφορετικές αναλύσεις, δεν συμφωνώ μαζί σας οτι συμπίπτουν σχετικά με την κριτική που ασκεί ο Λας στα κινήματα του 60 και στις συνέπειες του γυναικείου κινήματος στην κοινωνία. Και ίσως και σε άλλα θέματα, αλλά αυτά έθεσα εγώ. Ότι μετά το 80 που έγινε η συζήτηση είχε γίνει φανερό οτι ο καπιταλισμός είχε αφομοιώσει κάποια στοιχεία απο τα συνθήματα του 68, αφού πρώτα κατέστειλε τα κινήματα αυτά, των οποίων αντέστρεψε φυσικά το νόημα, δεν σημαίνει οτι τα στοιχεία αυτά το 68, δεν είχαν αντικαπιταλιστικό και αντι-αυταρχικό περιεχόμενο το οποίο στην εποχή του είχε εντελώς διαφορετικό νόημα. Συγχρόνως όμως, εκτός απο αυτού του τύπου τα συνθήματα, υπήρχαν και τα άλλα, που χτυπούσαν τον καπιταλισμό, την κατανάλωση, ήταν κατά της τηλεοπτικής αποχαύνωσης, της απομόνωσης και της ιδιώτευσης. Αυτά τα στοιχεία θεωρεί θετικά ο Καστοριάδης και επιμένει μέχρι τέλους να τα θεωρεί θετικά, παρότι φοβόταν εξ αρχής, μετά το τέλος του Μάη, οτι υπάρχει ο κίνδυνος να αφομοιωθεί απο τον καπιταλισμό, πράγμα που έγινε. Ούτε η άποψή του αλλάζει για την συνεισφορά του γυναικείου κινήματος, παρά την κριτική που εκφράζει. Για παράδειγμα δείτε την διαφορετική θέση που παίρνει στο θέμα των αμβλώσεων με το οποίο ασχολήθηκε ο Λας. Αλλά αν θέλετε, και όλη η προσωπική του ζωή είναι σε μια διαφορετική κατεύθυνση.
      Στο τελευταίο βιβλίο του Λας που εξέδωσε η κόρη του μετά το θανατό του, επαναλαμβάνει κατα γνώμη μου, τα ίδια που είχε ήδη πει για τον φεμινισμό.
      Λοιπόν, επειδή επαναλαμβάνουμε τα ίδια αμφότεροι, εγώ σταματώ εδώ και καλή συνέχεια.

  34. Ο/Η arpa λέει:

    προς georgeP
    Συγνώμη που ξέχασα να απαντήσω, αν και είχα αρχίσει μια απάντηση. Ο πατριαρχισμός τη δεκαετία του 70, δεν είχε ακριβώς εξαφανιστεί αλλά το γυναικείο κίνημα πάλευε για την εξαφάνισή του. Οτι είχε επικρατήσει στα τέλη του 70 ενας mainstream φεμινισμός, εντελώς αποστειρωμένος απο το γυναικείο κίνημα, θα συμφωνήσω. Δεν διαφωνώ με τη θέση του για την αγορά εργασίας, αλλά παρόμοιες θέσεις είχαν εκφραστεί και απο το γυναικείο κίνημα. Δεν νομίζω οτι ο φεμινισμός – ποιός φεμινισμός; – σε κινηματικό τουλάχιστον επίπεδο, σήμερα ασχολείται τόσο με την πατριαρχία αλλά με άλλα θέματα, όπως η τεράστια σε ποσοστά βία που ασκείται ακόμη σήμερα στις γυναίκες.
    Σχετικά με την Μαντόνα, ως πρότυπο αποδεκτό απο το γυναικείο κίνημα κλπ., αν αναφέρεσαι στην πορεία γυναικών που έγινε μετά την ορκομωσία του Τράμπ, η γνώμη μου είναι, οτι σε αυτή την πορεία συμμετείχαν και φεμινίστριες, αλλά κυρίως γυναίκες που δεν είχαν αναφορές στον φεμινισμό, και γενικά κόσμος όπως και άνδρες που συμμετείχαν στην πορεία για διαφόρους λόγους που ατιτίθεντο στην ορκωμοσία Τράμπ. Φυσικά και δεν είναι πρότυπο απ’ ότι ξέρω κανενός φεμινισμού η Μαντόνα. Το ακριβώς αντίθετο. Και βέβαια δεν υπάρχει ο φεμινισμός που περιγράφεις, απο όσο γνωρίζω, και δεν υπάρχει γενικότερα ως γυναικείο κίνημα, παρά σαν αποστειρωμένος mainstream φεμινισμός και σαν σπουδές φύλου, που είναι άλλο πράγμα. Ακόμη, είναι λάθος οτι προέκυψε απο τα κινήματα αντι κουλτούρας, μάλλον επηρέασε πολλά κινήματα απο αυτά σε διάφορες χώρες, και φυσικά ο Μάης επηρέασε με το άνοιγμα του λόγου στον δημόσιο χώρο να εκδηλωθεί, μετά το Μάη, το νεότερο γυναικείο κίνημα. Κατά τη διάρκεια του Μάη, δεν βλέπουμε γυναίκες να ηγούνται μαζί με τους άνδρες, παρότι συμμετέχουν, ή να τίθενται τα ζητήματα που έθεσε μετά το γυναικείο κίνημα. Αυτά τα ολίγα διότι είναι μεγάλα θέματα, δύσκολα να αναλυθούν απο εδώ, ούτε ήταν ακριβώς αυτό το περιεχόμενο του πόστ.

  35. Ο/Η georgeP. λέει:

    Ασκείται σε τεράστια ποσοστά βία στις γυναίκες στην Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική; Με το λίγο το μυαλό μου αμφιβάλλω(αν και θα μας βοηθούσε κάποια έρευνα). Τότε τι να πούμε για τις γυναίκες στο Πακιστάν, στην Ινδία, σε χώρες της Αφρικής; Σαν να έχουμε χάσει το μέτρημα της πραγματικότητας…. Για παράδειγμα μου φαίνεται παράλογο να κινητοποιείσαι τόσο μαζικά για την ορκωμοσία Τραμπ ως απειλή για τις γυναίκες και να μην πηγαίνεις για μαζικές διαδηλώσεις έξω από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας ή του Πακιστάν για να αλλάξει η όντως δυσμενής θέση της εκεί γυναίκας. Νομίζω, μπορούμε, να κάνουμε σαν κοινωνία πιο σωστή ιεράρχηση των προβλημάτων που μας αφορούν…

    • Ο/Η arpa λέει:

      Ναι, ασκείται ακόμη σήμερα δυστυχώς! Μάλλον δεν είσαι ενημερωμένος καλά. Πολλές έρευνες απο επίσημους φορείς, όπως η ΕΕ, η Ελληνική Ιατροδικαστική Εταιρία κ.α, το πιστοποιούν και μάλιστα προσπαθούν να πάρουν και τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή τους. Μερικά λινκs:http://womensos.gr/wp-content/uploads/Violence_Survey_FRA.pdf και στα ελληνικά http://womensos.gr/wp-content/uploads/Review-EIGE-ELL.pdf. Η έρευνα αναφέρεται στην Ευρώπη. Δείχνει οτι μια στις τρείς γυναίκες στη Γαλλία για παράδειγμα, έχει υποστεί σωματική και σεξουαλική βία, και μία στις πέντε αντίστοιχη βία απο τον σύντροφό τους. Τα ποσοστά μεταξύ των χωρών διαφοροποιούνται. Το συνολικό ποσοστό όμως είναι γύρω στο 32% αν θυμάμαι καλά. Είχε προηγηθεί παγκόσμια έρευνα, η οποία κατέληγε σε παρόμοια συμπεράσματα. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν μεγάλη αύξηση της βίας κατά των γυναικών, στην Κύπρο και στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα. Δεν προλαβαίνω τώρα να βρω όλα τα λινκς, αλλά με ένα ψάξιμο στο ίντερνετ θα βρείς πολλά στοιχεία.
      Το γυναικείο κίνημα έδωσε εδώ και δεκαετίες μάχες για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, η οποία εμφανίζεται και ενδοοικογενειακά, γνωστά πράγματα αυτά, και παρόλα αυτά τα συμπτώματα συνεχίζουν να υπάρχουν. Φαίνεται οτι η πατριαρχία είχε βαθύτερες ρίζες, κάτι ήξερε ο Λας.
      Αν για σένα η ιεράρχηση των προβλημάτων που μας αφορούν δεν συμπεριλαμβάνει την άσκηση της βίας κατά των γυναικών, για μένα που είμαι γυναίκα, φυσικά και την συμπεριλαμβάνουν ανάμεσα στα άλλα σημαντικά προβλήματα που έχουμε. Ελπίζω οτι η στάση σου ανάγεται στην ελλειπή πληροφόρηση και όχι στην απαξίωση του συγκεκριμένου σημαντικότατου προβλήματος.

    • Ο/Η Γιώργος λέει:

      Δεν έχω ακριβή εικόνα της βίας κατά των γυναικών στη δύση, σίγουρα η βία σαν μέγεθος δε μπορεί να συγκριθεί με τις χώρες που αναφέρεις. Αυτό σαν γενική διαπίστωση. Θεωρώ, όμως, προβληματικό, όταν μιλάμε για τη βία κατά των γυναικών στη κοινωνία που ζούμε (θεωρητικά ζούμε σε μια δυτική κοινωνία) να στρέφουμε τη συζήτηση στη βία κατά των γυναικών σε μια κοινωνία που δε ζούμε. Με το ίδιο σκεπτικό στην Αφρική τεράστιοι πληθυσμοί λιμοκτονούν και εμείς κάνουμε στη δύση απεργίες για καλύτερα μεροκάματα. Η στροφή της κουβέντας προς τα εκεί οδηγεί κατά τη γνώμη μου στον εκτροχιασμό κάθε προσπάθειας ψύχραιμης αποτίμησης των κοινωνικών προβλημάτων του καθημερινού μας βίου.

      • Ο/Η arpa λέει:

        Με συγχωρείς αλλά δεν καταλαβαίνω τί θέλεις να πείς.

        • Ο/Η georgeP. λέει:

          Αυτό που λέει είναι ότι είναι προβληματικό ότι ενώ μιλάμε γα τις γυναίκες στη Δύση να καταφεύγω στη θέση της γυναίκας στην Ανατολή…

      • Ο/Η georgeP. λέει:

        Έχεις δίκιο στην διαπίστωση σου, ότι αν καταφεύγουμε συνέχεια σε αυτή τη σύγκριση δε βγάζει κάπου. Αλλά αρνούμαι να δεχτώ ότι οι γυναίκες στη Δύση είναι μια καταπιεζόμενη μειοψηφία ή ότι υπάρχει κουλτούρα βιασμού. Και αυτά λέγονται όλο και πιο συχνά από »το γυναικείο κίνημα». Στη δύση όποιος βιάσει πάει φυλακή και είναι κατάπτυστος. End of story. Ακόμη υπερβολική θεωρώ την άποψη ότι η εκλογή Τραμπ θέτει σε κίνδυνο κάποιο από τα κεκτημένα δικαιώματα των γυναικών. Αν ρωτούσες τις συμμετέχουσες στο March με ποιο τρόπο υποβαθμίζεται η θέση της γυναίκας από τον Trump δε θα έπαιρνες μια πειστική απάντηση πέρα από γενικότητες. Η δύση στα θέματα των μειονοτήτων(ειδικά στο θέμα της σεξουαλικής προτίμησης) γίνεται όλο και πιο ανεκτική, οπότε οι συνεχόμενες κατηγορίες περί ρατσιστικής και ομοφοβικής Δύσης δε με πείθουν. Η πολιτική, ως εμμονική ενασχόληση με »μειονότητες» και καμπάνιες σεβασμού της διαφορετικότητας(π.χ. Τρουντό) είναι κουτσή πολιτική. Είναι μια πολιτική που φοβάται τον ίσκιο της, που φοβάται να δει την πραγματικότητα. Τελικά καταλήγει να είναι όχημα για κοινωνικές αντζέντες(π.χ. αυτολογοκρισία μη θιγεί το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων) με αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά και δε δίνει λύσεις σε καθημερινά προβλήματα. Και ταυτόχρονα δυναμιτίζει την πολιτική ατμόσφαιρα(αφού αφήνει προβλήματα να χρονίζουν) καθιστώντας την ακροδεξιά ως τον μοναδικό σχεδόν σοβαρό παίκτη που τουλάχιστον θέλει να δείχνει ότι αναγνωρίζει μέρος τους προβλήματος.

        • Ο/Η arpa λέει:

          Απαντώ σε όλα τα σχόλιά σου.
          Πρώτον, δεν εξομοίωσα τις γυναίκες της δύσης με αυτή των μη δυτικών χωρών, όπως λες. Αυτό το συμπεραίνεις εσύ, παραφράζοντας αυτά που έγραψα, αφού, κατά τη δική σου αντίληψη, δεν υπάρχει λόγος οι γυναίκες στη δύση να αγωνίζονται πλέον, όλα έχουν λυθεί, και άρα όταν μιλάμε για καταπίεση αναφερόμαστε μόνο στις γυναίκες στις μη δυτικές χώρες. Οι γυναίκες στο δυτικό κόσμο πάλεψαν και κατέκτησαν δικαιώματα και σε ένα μεγάλο βαθμό χειραφατήθηκαν, δεν σημαίνει όμως αυτό οτι δεν υπάρχουν προβλήματα ακόμη σήμερα, ή και πισωγυρίσματα. Επειδή οι γυναίκες στις μη δυτικές χώρες είναι σε δυσμενέστερη θέση, αν και εκεί αναπτύσσονται αγώνες, δεν πρέπει οι γυναίκες στη δύση να συνεχίσουν να αγωνίζονται, όταν κρίνουν οτι δεν έχουν λυθεί κάποια σημαντικά ζητήματα, όπως η βία που ασκείται σε ένα μεγάλο ποσοστό, και αποδεικνύεται απο επίσημες έρευνες αλλά και απο την καθημερινή γυναικεία εμπειρία; Δεν είναι σημαντικό ζήτημα αυτό για την καθημερινότητά τους; Και δεν είναι πραγματικό ζήτημα; Το να μην το δέχεσαι εσύ παρά τις επίσημες έρευνες, τις οποίες δεν κάνουν οι φεμινίστριες, είναι άρνηση της πραγματικότητας.

          Δεύτερον, οι γυναίκες δεν είναι κοινωνική μειοψηφία και δεν ανέφερα πουθενά κάτι τέτοιο. Να τις θεωρείς μειοψηφία είναι λάθος. Δεν τα λέει το γυναικείο κίνημα όλα τα παραπάνω, αλλά επίσημες έρευνες. Τις αμφισβητείς; Και με ποιά επιχειρήματα συγκεκριμένα; Για να τιμωρείται ο βιαστής, οι γυναίκες αγωνίστηκαν πολλές δεκαετίες. Καταρχάς για να αρχίσουν να καταγγέλλουν τον βιασμό τους, και στη συνέχεια για να αντιμετωπίζονται απο τα δικαστήρια χωρίς τις κοινωνικές προκαταλήψεις και την ενοχοποίηση οτι έφταιγαν οι ίδιες. Και όχι μόνον απο τα δικαστήρια, αλλά και απο τους πολιτικούς τους συντρόφους συχνά. Ακόμα σήμερα, όπως επισημαίνουν πλήθος ερευνητών και ερευνητριών που δεν είναι φεμινιστές ή φεμινίστριες, δεν καταγγέλλονται οι περισσότεροι βιασμοί κάτω απο το φόβο, τον στιγματισμό και τον ψυχικό τραυματισμό των γυναικών. Διότι ο ψυχικός τραυματισμός που φέρει σε όλη τη ζωή του το θύμα του βιασμού είναι τεράστιος, πολλές φορές δεν αντέχει να τον ξαναβιώσει στο δικαστήριο, και επιπλέον δεν εμπιστεύεται το δικαστικό σύστημα.
          Η Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Βάσω Αρτινοπούλου, για να αναφέρω ενδεικτικά μια ερευνήτρια μεταξύ πολλών που δεν είναι καν φεμινίστρια, επεσήμανε «ότι ο βιασμός ή η απόπειρα βιασμού αποτελεί μια ψευδοσεξουαλική πράξη. Η ταπείνωση και ο εξευτελισμός του θύματος» είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες ώθησης προς την εγκληματική ενέργεια. «Το πέρασμα από την απόπειρα βιασμού στην ανθρωποκτονία διαφοροποιείται μόνον ως προς την ένταση και όχι ως προς το είδος ή τη μορφή της προεγκληματικής κατάστασης. Αποτελεί την ακραία έκφανση της φαινομενικής ανδρικής υπεροχής, της σωματικής δύναμης και της ρώμης. Αξίες με τις οποίες έχουν κοινωνικοποιηθεί οι περισσότεροι βιαστές και δυστυχώς οι… υποψήφιοι μελλοντικοί βιαστές». Δυστυχώς, ακόμα σήμερα υπάρχουν, σε ένα μεγάλο βαθμό, τέτοιου τύπου προκαταλήψεις, δες για παράδειγμα στη χώρα μας πώς αντιμετωπίστηκαν τα τελευταία χρόνια κάποιες περιπτώσεις βιασμού ή κακοποίησης γυναικών. Δεν θα έπρεπε να αντιδράσουν οι γυναίκες κατά τη γνώμη σου; Ποιός θα έπρεπε να το κάνει για λογαριασμό τους; Οπότε η άποψή σου οτι: «Στη δύση όποιος βιάσει πάει φυλακή και είναι κατάπτυστος. End of story.» μάλλον είναι εκτός πραγματικότητας. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

          Ο σεξισμός δε ειδικά στη χώρα μας εμφανίζεται, πολύ συχνά και σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, για διάφορες γυναικείες δραστηριότητες στον κοινωνικο-πολιτικό χώρο. Να τον αγνοεί κανείς, σημαίνει να αγνοεί την πραγματικότητα. Φυσικά, συγκρίνοντας την κατάσταση των γυναικών στη δύση με αυτή των γυναικών στην ανατολή, οι πρώτες βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι δεν υπάρχουν υπολείμματα πατριαρχίας και κουλτούρας βιασμού στην δύση.
          Για τον Τράμπ. Ο Τράμπ έχει μιλήσει σεξιστικά, και άλλοι φυσικά πριν απο αυτόν, πολλές φορές. Γνωστά αυτά. Απο την άλλη, μια απο τις πρώτες ενέργειες του ήταν να απαγορεύσει την χρηματοδότηση σε διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες τάσσονται υπέρ των αμβλώσεων. Πολλοί αξιωματούχοι της κυβέρνησής του έχουν ταχθεί κατά του δικαιώματος της άμβλωσης. Κάτι παρόμοιο είχε επιβάλλει και ο Ρόναλντ Ρίγκαν τη δεκαετία του 80. Όπως βλέπεις, τα δικαιώματα των γυναικών δεν είναι και τόσο σταθερά και αναλοίωτα στον δυτικό κόσμο, όπως και άλλα κοινωνικά δικαιώματα. Την ίδια απαγόρευση πριν λίγο καιρό προσπάθησε να επαναφέρει η Πολωνική κυβέρνηση και μόνο μετά την μεγάλη κινητοποίηση των γυναικών στην Πολωνία, την απέσυρε.
          Η βία κατά των γυναικών στην Αμερική συνεχίζει να έχει τα ίδια ποσοστά που έχει και στην Ευρώπη, όπως δείχνουν πάλι επίσημες έρευνες.

          Αλλά απορώ, γιατί σας ενόχλησε τόσο η πορεία γυναικών κατά του Τράμπ τελικά; Εκτός εαν κάποια δημοκρατικά δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί με αγώνες, και όχι μόνον των γυναικών, για εσάς δεν είναι τόσο σημαντικά, επειδή χρησιμεύουν ως άλλοθι δήθεν στον ύστερο καπιταλισμό να επιβάλλει αυτά που θέλει. Και τι μας εμποδίζει να αγωνιστούμε ενάντια και στον καπιταλισμό και στον σεξισμό συγχρόνως;
          Και κάτι ακόμα, μια που εκεί εστίασες όλη την επιχειρηματολογία σου: στις μη δυτικές κοινωνίες, στις οποίες μεγάλο ποσοστό γυναικών αγωνίζεται σήμερα για την απελευθέρωσή τους, εάν δεν το έκαναν, ποιός άλλος θα το έκανε για πάρτη τους; Κανείς. Ε, το ίδιο έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν οι γυναίκες στις δυτικές κοινωνίες.
          Αν εσύ δεν βρίσκεις κανένα λόγο για να αγωνιζόμαστε ακόμα σήμερα, μας συγχωρείς αλλά έχουμε διαφορετική άποψη, και δεν θα σου ζητήσουμε την άδεια.

      • Ο/Η georgeP. λέει:

        Δηλαδή όταν ακούς φεμινίστριες να μιλάνε για κουλτούρα βιασμού και καταπιεζόμενη μειοψηφία, αυτές είναι που εξομοιώνουν τη θέση της γυναίκας στη Δύση με αυτή κάποιων Ανατολικών χωρών. Εγώ έρχομαι μετά και λέω ότι αυτά που λέτε δεν βρίσκουν εφαρμογή στην Αμερική αλλά ενδεχομένως αλλού, και προσπαθώ να επαναφέρω τη συζήτηση πίσω στις ράγες της πραγματικότητας.

      • Ο/Η arpa λέει:

        Με συγχωρείς, αλλά δεν πρόσεξα οτι το σχόλιο έγινε απο διαφορετικό πρόσωπο, και δεν έβγαζα άκρη λογικά. 🙂

        • Ο/Η arpa λέει:

          Το τελευταίο σχόλιο απεθύνεται στον Γιώργο, τον οποίον μπέρδεψα με τον georgeP και δεν έβγαζα άκρη.

  36. Παράθεμα: Σύγχυση, αντιλαϊκιστικός λόγος και φιλελεύθερα ά-λογα | ResPublica

  37. Παράθεμα: Σύγχυση, αντιλαϊκιστικός λόγος και φιλελεύθερα ά-λογα… « απέραντο γαλάζιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s