Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας

Σε παλιότερο σημείωμά μας, γράφαμε τα εξής: «αρχής γενομένης από την επαύριον του δημοψηφίσματος, επίσημη γραμμή έγινε πλέον μια πετσοκομμένη εκδοχή αυτού του αφηγήματος, από την οποία απαλείφθηκε το κομμάτι το σχετικό με τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας κι έμεινε μόνο η ρητορική περί μεταρρυθμίσεων, που αποτέλεσε και βασικό προεκλογικό σύνθημα τον Σεπτέμβριο. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, για την ομάδα Τσίπρα, μέσα σε αυτό το κλίμα γενικής παραίτησης και πλήρους μεταστροφής προς ένα “μεταρρυθμιστικό” κι “εκσυγχρονιστικό” προφίλ, να εκπονήσει ένα σχέδιο πραγματικά χρήσιμων μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα; Γιατί στις αρχικές ελληνικές προτάσεις που έστελνε τον Ιούνιο στους δανειστές (π.χ. σε αυτή των περίφημων 47 σελίδων) δεν έθιξε καν ζητήματα όπως ο Στρατός, η Εκκλησία ή η μη φορολόγηση του εφοπλιστικού κεφαλαίου; Πού καλύτερη ευκαιρία για τη ριζική μείωση των στρατιωτικών δαπανών και φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, όταν μπορεί κανείς να απορροφήσει τις πιθανές συντηρητικές αντιδράσεις λέγοντας πως πρόκειται για μέτρα “ισοδύναμα” με σκοπό τον περιορισμό των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων απαιτήσεων των δανειστών στο εργασιακό πεδίο, π.χ.; Και τι μας εμποδίζει, τώρα που το οικονομικό πήρε τον δρόμο του, να στραφούμε προς την επεξεργασία ενός σχεδίου για τον πραγματικό διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας;»[1].

Από ό,τι φαίνεται, η ατολμία της ομάδας Τσίπρα δεν περιορίζεται μόνο στην πλήρη απουσία στήριξης στις πρωτοβουλίες του Ν. Φίλη (ο οποίος αρχικά είχε δείξει διαφορετική στάση), αλλά οδήγησε σε ουσιώδη αλλαγή στάσης της κυβέρνησης απέναντι στην Εκκλησία μετά τη συνάντηση με τον Ιερώνυμο στο Μαξίμου, στις 5 Οκτωβρίου, με αποτέλεσμα να γίνουν αποδεκτές όλες οι απαιτήσεις της Ιεραρχίας. Όπως και να ‘χει το πράγμα, εμείς δεν περιμέναμε τίποτε από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ώστε ν’ αναλωθούμε εδώ σε τετριμμένες και παντελώς άχρηστες ρητορικές ασκήσεις περί «προδοσίας», ούτε και κατατρυχόμαστε από τίποτε αντιαριστερά σύνδρομα ώστε να κάτσουμε ν’ ασχοληθούμε για πάνω από μια παράγραφο με το τι κάνει ή τι δεν κάνει ο Τσίπρας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ζήτημα που αντικειμενικά άνοιξε μέσα από όλη αυτή την κατάσταση, η οποία δεν απέχει και πολύ από το να μετατραπεί σε φάρσα.

Το θρησκευτικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα

α) Εμπρός της γης οι πικραμένοι!

Ως συνήθως, όποτε πρόκειται για «περιεχομενικού» τύπου αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα του ελληνικού σχολείου, δηλαδή όταν πρόκειται για αλλαγές που άπτονται της κατάρτισης της διδακτέας ύλης ή του τρόπου διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων, έχουν βγει στο προσκήνιο τα πιο συντηρητικά και παρασιτικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας για να πολεμήσουν υπέρ πίστεως και πατρίδος: η εκκλησιαστική Ιεραρχία και δη τα πιο ακροδεξιά της μέλη (όπως ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος), ο (ψε)Κα(σ)μμένος που απείλησε «να ρίξει την κυβέρνηση », διάφοροι ξεπεσμένοι πασοκονεοδημοκράτες πολιτευτάδες (τύπου Παπαθεμελή, Κεδίκογλου, Φορτσάκη και Στυλιανίδη), οι χρυσαυγίτες, οι αντι-νεοταξίτες συνωμοσιολόγοι, οι ακροδεξιοί τηλεπλασιέ βιβλίων κ.ο.κ. Αυτό που για εμάς έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη συγκυρία, είναι πως οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν εκπονούνται στο πλαίσιο ενός «εκσυγχρονιστικού» προγράμματος (όπως συνέβη παλιότερα επί υπουργείας Διαμαντοπούλου, λόγου χάριν) αλλά με πρωτοβουλία ενός αριστερού υπουργού, πρώην ψάλτη, ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται το έχει πάρει προσωπικά να περισώσει την όποια τιμή της σημερινής Κυβέρνησης. Το γεγονός, λοιπόν, ότι, ακόμη και απέναντι σ’ έναν τέτοιον υπουργό, οι αντίπαλοί του ξεθάβουν την παλιά «αντιεκσυγχρονιστική» και «αντινεοταξίτικη» ρητορική μαρτυρεί περί του απόλυτου ιδεολογικού τους κενού: ό,τι και να συμβαίνει, αυτοί οι άνθρωποι απλώς υπερασπίζονται μια σειρά ταριχευμένων και σκοροφαγωμένων πρακτικών και ιδεολογημάτων που μόνο βαρίδια συνιστούν για την οποιαδήποτε πνευματική ανάπτυξη της νεοελληνικής κοινωνίας. Είναι οι ίδιοι που, σε συνεργασία με τους πάντα πρόθυμους -όταν δεν ασχολούνται με την προσπάθεια αύξησης των μισθών τους- δικαστές, μεθοδεύουν την καταδίκη του σατυρικού μπλόγκερ «Παστίτσιου» κι επιτυγχάνουν την απαγόρευση κυκλοφορίας έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών προϊόντων που ενοχλούν τα ελληνοχριστιανικά τους ήθη.

Σε ό,τι μας αφορά, η συγκυρία αυτή μάς προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να ξεκαθαρίσουμε και πιθανές παρεξηγήσεις που έχουν προκληθεί από τη μεγάλη μας επιμονή με το ζήτημα του σύγχρονου ισλαμισμού. Ενδεχομένως κάποιοι από τους αναγνώστες μας -δεδομένης της αντιρατσιστικής εμμονής των αναρχικών κι ενός μέρους της σύγχρονης Αριστεράς, που τους κάνει να βλέπουν παντού «φασίστες και ρατσιστές» (εσχάτως μάλιστα και «ρατσίσταρους»)- να έχουν σχηματίσει την εντύπωση πως μιλάμε με τέτοια συχνότητα ενάντια στον σύγχρονο ισλαμισμό με σκοπό να δικαιώσουμε έμμεσα κάποιον λανθάνοντα πολιτικό ή πολιτιστικό πατριωτισμό. Αν δεν είχε τα ιδεολογικά ελατήρια που μόλις αναφέραμε, μια τέτοια στάση θα μπορούσε να είχε βάση, δεδομένου πως δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να βλέπει κανείς ανάμεσα στην πρωτοπορία των σύγχρονων κριτικών του Ισλάμ χριστιανούς ιδεολόγους -τόσο Καθολικούς ή φανατικούς Προτεστάντες εντός της Δύσης όσο και Ορθόδοξους στα καθ’ ημάς-, οι οποίοι χρησιμοποιούν την κριτική στο Ισλάμ προκειμένου να δικαιώσουν τον χριστιανισμό.

β) Οργανωμένη θρησκεία και προσωπική θρησκευτική συνείδηση

Δυστυχώς, στη σημερινή εποχή της γενικής καχυποψίας και της ιδεολογικής σύγχυσης, πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα τέτοιων ερμηνευτικών παρεκτροπών. Ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν, ότι η κριτική μας στον σύγχρονο τζιχαντίζοντα ισλαμισμό αλλά και στα θεοκρατικά στοιχεία του ίδιου του Ισλάμ ως θρησκείας, γενικότερα, γίνονται από τη σκοπιά της κοσμικότητας: δηλαδή από την βασική μας πεποίθηση πως καμία πρόοδος δεν μπορεί να γίνει προς δημοκρατικότερες μορφές κοινωνίας, αν η θρησκεία δεν πάψει να έχει πολιτικές –και ως εκ τούτου θεοκρατικές– βλέψεις και αν, ως εκ τούτου, δεν περισταλεί σε ζήτημα της προσωπικής συνείδησης κάθε ατόμου. Εμείς μπορεί να είμαστε άθεοι, αλλά δεν υπάρχει καμία απαραίτητη σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και την κοινωνική απελευθέρωση, γενικότερα, και την αθεΐα, όπως λανθασμένα πίστεψαν -λόγω των εγελιανών τους φιλοσοφικών καταβολών- ο Μαρξ κι ο Μπακούνιν. Προφανώς, αν τα δει τα πράγματα κανείς από την ιδεώδη τους σκοπιά, η ατομική αυτονομία, ως δυνατότητα του ατόμου να καθορίζει το ίδιο, δίχως εξάρτηση ή καταπίεση από τρίτες αυθεντίες, τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του, είναι ασύμβατο με τη θρησκεία ως πίστη σε κάποια ανώτερη δύναμη, της οποίας η παρουσία τίθεται ως υπεράνω κάθε αμφισβήτησης και η οποία καθορίζει τι πρέπει να σκεφτόμαστε και πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ωστόσο εδώ έχουμε το πιο «φιλοσοφικό» κομμάτι του χειραφετητικού προτάγματος, που αφορά τη διαμόρφωση του ατόμου εντός μιας πραγματικά δημοκρατικής και αυτόνομης κοινωνίας. Κάτι τέτοιο, ακόμη και στην περίπτωση όπου μια τέτοια κοινωνία διαφαινόταν στον σημερινό ορίζοντα, θα άρχιζε να μας απασχολεί μετά από αρκετές γενιές.

Άλλωστε, δεν πρόκειται εδώ τόσο για τη θρησκεία, ως οργανωμένο σύστημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, ενσαρκωμένο σε θεσμούς με κοινωνική, οικονομική κι ενίοτε πολιτική εξουσία, όσο για ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε θρησκευτική συνείδηση. Αυτό, αντιθέτως, που για εμάς έχει πρωταρχική σημασία είναι η κριτική στους εκκλησιαστικούς θεσμούς αλλά και η πάλη εναντίον τους στον βαθμό που αυτοί αναπτύσσουν θεοκρατικές τάσεις. Η θρησκευτική συνείδηση, αν έχει περιοριστεί σε ζήτημα προσωπικής επιλογής κάθε ατόμου και δεν προκαλεί κινήματα θρησκευτικής επιβολής στον δημόσιο χώρο, είναι τότε κάτι δευτερεύον και σε μεγάλο βαθμό συμβατό με τους δημοκρατικούς θεσμούς. Όπως, άλλωστε, μας διδάσκει η εμπειρία της λεγόμενης Τρομοκρατίας, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι όχι μόνο γελοίο μα και πολιτικώς επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να νομοθετήσει επί του τι θα πιστεύουν οι άνθρωποι, επί του πώς θα αναζητούν κάποια παρηγοριά στα βάσανα της ζωής και πώς θα προετοιμάζονται για τον θάνατο.

γ) Έχουμε θεοκρατία στην Ελλάδα;

Αυτή η διάκριση είναι πολύ βασική για την κατανόηση της κατάστασης στην Ελλάδα σήμερα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικού τύπου αναπαραγωγής τσιτάτων του Μπακούνιν αλλά και του νεαρού Μαρξ, τόσο εξέχοντες θεωρητικοί του εγχώριου αναρχομαρξισμού σαν τον Φ. Τερζάκη (που θεωρεί το σημερινό κράτος πολιτική έκφραση του «μονοθεϊσμού»[2]) όσο πολλοί στον αναρχικό Χώρο αναλύουν ακόμη τη «θρησκεία» υπό μια εντελώς φιλοσοφική σκοπιά, αδυνατώντας να προβούν σε πιο συγκεκριμένες αναλύσεις του ρόλου του εκάστοτε συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος κατά την εκάστοτε δοσμένη εποχή και γεωγραφικό χώρο. «Θρησκεία» είναι γι’ αυτούς το Ισλαμικό Κράτος, θρησκεία οι χριστιανοί «φονταμενταλιστές» στις ΗΠΑ, «θρησκεία» και η Ορθοδοξία στην Ελλάδα. Κι έτσι έχουμε και στην Ελλάδα «ταλιμπάν» και «μονοθεϊσμό» κατά τον ίδιο τρόπο που έχουν, ας πούμε, στο Ιράν και στα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους ή σε περιοχές του Αφγανιστάν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, για λόγους που έχουν να κάνουν με ευρύτερες, καθώς φαίνεται, κοινωνικές και γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες της Βαλκανικής που επηρεάζουν στις γειτονικές μας χώρες ακόμη και το Ισλάμ, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στη Βοσνία Ερζεγοβίνη ή την Αλβανία[3].

Στην Ελλάδα, λοιπόν, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας και παρ’ όλο που, υπό μια στενά νομικίστικη ερμηνεία του Συντάγματος, θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο ακόμη και για θεοκρατικά στοιχεία -μιας και το κράτος παρουσιάζεται να έχει επίσημη θρησκεία-, η κοινωνική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Καταρχάς διότι και από στενά πολιτειακή άποψη να το δει κανείς το θέμα, το μοντέλο που ακολουθείται στην Ελλάδα, σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, είναι αυτό του καισαροπαπισμού: μπορεί μεν το κράτος ν’ αναγνωρίζει την Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του, ωστόσο η εξουσία δεν ασκείται από την Ιεραρχία αλλά από τους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας. Η Εκκλησία απλώς συνιστά το πιο εξέχον και καλοβολεμένο από τα παρασιτικά λόμπι που καρκινοβατούν επί της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έχει κατορθώσει να θεωρείται από το κράτος η εγγυήτρια της ιδεολογικής του ταυτότητας. Γι’ αυτό και το τελευταίο τής έχει αναγνωρίσει ιστορικώς πλήθος προνομίων. Είναι η επίγνωση αυτής της κατάστασης που, σε συνδυασμό με την ενδοτικότητα του κράτους, επιτρέπει στην Ιεραρχία να υιοθετεί κατά καιρούς επιθετική ρητορική. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, πρόκειται απλώς για υπεράσπιση προνομίων, όχι για προσπάθεια περαιτέρω επιβολής στη δημόσια σφαίρα ή διεκδίκησης εξουσιών από το κράτος.

Κατά δεύτερον -και για λόγους οι οποίοι μένει να διαυγαστούν, μιας και δε γνωρίσαμε ποτέ κάποιο εκκοσμικευτικό κίνημα στα καθ’ ημάς-, στην Ελλάδα η θρησκεία έχει περιοριστεί σε αυτό που προηγουμένως περιγράψαμε ως θρησκευτική συνείδηση, σε ό,τι έχει να κάνει με το καθαρά πνευματικό και δογματικό της περιεχόμενο. Διότι, κατά τα άλλα, επιβιώνει κυρίως ως συνιστώσα του νεοελληνικού εθνικισμού, δηλαδή ως συστατικό μιας κοσμικού τύπου ιδεολογίας που περισσότερο νομιμοποιεί την εξουσία στα μάτια της κοινωνίας παρά ελέγχει το παιχνίδι. Η πραγματική επιρροή της θρησκείας στην καθημερινή ζωή των ατόμων είναι αμελητέα, καθώς, αφενός μειώνεται σταθερά ο αριθμός των εκκλησιαζομένων και, αφετέρου, ελάχιστοι πλέον τηρούν τις προσταγές της Ορθόδοξης ποιμαντικής στην καθημερινή τους ζωή (απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων, νηστεία κ.λπ.) και αν τηρούν κάποιες από αυτές (κυρίως την τέλεση θρησκευτικού γάμου και βάφτισης και ενίοτε την πασχαλινή νηστεία) το κάνουν είτε από συνήθεια και για ικανοποίηση των γονέων είτε για «αποτοξίνωση». Είναι χαρακτηριστική, από αυτήν την άποψη, η ιδιαίτερα προοδευτική νομοθεσία της χώρας γύρω από ένα θρησκευτικώς ευαίσθητο θέμα σαν την άμβλωση, το οποίο ακόμη προκαλεί εντάσεις και προστριβές, καθορίζοντας συχνά τον πολιτικό διάλογο, τόσο εντός Καθολικών χωρών, σαν την Πολωνία, όσο κι εντός Προτεσταντικών εθνών, όπως οι ΗΠΑ. Κατά τα άλλα, ακόμη κι ένας συντηρητικός ακροδεξιός σαν τον μακαριστό Παρασκευαΐδη είχε φτάσει να κάνει τεμενάδες στη νεολαία («σας πάω», «ελάτε και με το σκουλαρίκι ακόμη!») προκειμένου να ξαναφέρει κόσμο στις λειτουργίες, ενώ το γεγονός πως στην Ελλάδα ο λαϊκός κλήρος βρίσκεται στην πρωτοπορία του υπαρκτού σουρεαλισμού έχει ακριβώς να κάνει με το γεγονός ότι κανείς πλέον δεν παίρνει στα σοβαρά τη θρησκεία. Έτσι οι παπάδες κι οι μοναχοί απορροφώνται από τις συνήθειες των «κοσμικών»: πάνε στο γήπεδο (σαν τον παπα-Χρήστο στον ΠΑΟΚ αλλά, άμα λάχει, ακόμα και έφιπποι, όπως στη Λάρισα), βρίζουν την αστυνομία, κάνουν συνωμοσιολογικές τηλεοπτικές αναλύσεις, πλακώνονται στον Τριανταφυλλόπουλο με τον λαϊκό αγωνιστή Νίκο Αλέφαντο, κάθονται και σχολιάζουν μέσω Φέισμπουκ, τραγουδάνε λαϊκά σε γιορτές κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, που κρατά ζωντανή την Ορθοδοξία στη χώρα, σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι η καθαρά κοσμική (αν και φυσικά αντι-διαφωτιστική!) ιδέα πως η Εκκλησία συνιστά «πυλώνα του Έθνους» -κι αυτό είναι άλλωστε το επιχείρημα τόσο της ίδιας της Εκκλησίας όσο και των εθνικιστών, κάθε φορά που κάποιος ασκεί κριτική στις θέσεις ή τη στάση της (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχόλια κι οι σχετικές αντιρρήσεις του Μάκη Κουρή -μεγάλου ταγού του λεγόμενου «λαϊκού ΠΑΣΟΚ»- κατά την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Ν. Φίλη). Ταυτόχρονα, αυτό που κάνει τους πολιτικούς που δε θα έβλεπαν με κακό μάτι έναν διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας να λακίζουν (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αντρέα του 48%, στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ), δεν είναι η πίεση της ίδιας της κοινωνίας, όσο ο ακτιβισμός των διάφορων ελληνορθόδοξων λόμπι που, λόγω των σχέσεών τους με κομμάτια του κράτους και του παρακράτους, κινητοποιούνται στην παραμικρή υπόνοια ψήφισης κάποιας νομοθεσίας τέτοιας έμπνευσης. Όπως όμως είδαμε και στην περίπτωση των ταυτοτήτων επί Σημίτη, ο ακτιβισμός τούτων των δραστήριων μειοψηφιών δεν αρκεί, μιας και τελικά ρουθούνι δεν άνοιξε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Χρήστου του Παρασκευαΐδη, που επιστράτευσε μέχρι και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στον αγώνα ενάντια στον 666, τους «θιασώτες της Ευρώπης» και τους Εβραιομασώνους. Κατέβηκαν τότε τα κατηχητικά, οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα τιμημένα γηρατειά, αλλά η αναγραφή του θρησκεύματος καταργήθηκε δίχως κανένα πρόβλημα, παρά και τις κατάρες και τις δυσοίωνες προφητείες του Μακαριστού σύμφωνα με τις οποίες «Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει, αν ο λαός δεν συναινεί δεν εφαρμόζεται» και πως «την Εκκλησία όποιο χέρι τόλμησε να την αγγίξει, ξεράθηκε». Το ίδιο συνέβη και με την τέλεση πολιτικού όρκου κατά τις ορκομωσίες των δύο κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης και με την θέσπιση του πολιτικού γάμου παλαιότερα και του συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια προσφάτως.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στη νεοελληνική κοινωνία

α) Οι λόγοι της ιδεολογικής ασυλίας

Λίγο η ατολμία των πολιτικών, λίγο η δράση των ελληνορθόδοξων λόμπι και ο συνακόλουθος λαϊκισμός των επάρατων ΜΜΕ (που παλιότερα μας παίζανε τον Μακαριστό απ’ το πρωί ως το βράδυ και σήμερα κυκλοφορούν τις «βάιραλ» επιστολές του κάθε πικραμένου καταστροφολόγου εκπαιδευτικού, όταν δεν βγάζουνε στις εκμπομπές τους τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής), λίγο ο Ρωμιός που συνηθίζει να δηλώνει στις δημοσκοπήσεις πως τρέφει μεγάλο σεβασμό για ό,τι πιο παρασιτικό και διεφθαρμένο περιλαμβάνει η ελληνική κοινωνία σε θεσμικό επίπεδο (με τον Στρατό και την Αστυνομία στις πρώτες θέσεις μαζί με την Εκκλησία), η τελευταία έχει καταφέρει να χαίρει μεγάλης ασυλίας και, όπως συμβαίνει και με το ΚΚΕ, να επιβάλει να μην της ασκείται ποτέ και από πουθενά κριτική. Φάνηκε για μια ακόμη φορά η αλλεργία τόσο της ίδιας όσο και των εθνοπατριωτών υποστηρικτών της σε οποιαδήποτε κριτική μέσα από τις υπέρμετρες αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τα όσα αυτονόητα τόλμησε να πει ο Ν. Φίλης σχετικά με τον ιστορικό της ρόλο κατά τον 20ό  αιώνα. Διόλου τυχαίο που συνεχίζουμε ακόμη να της κάνουμε τα γλυκά μάτια προκειμένου να μην εξοργίσουμε τον Άνθιμο και τον Αμβρόσιο. Όπως έγραψε πρόσφατα ένα μεγάλο κεφάλι του εκσυγχρονιστικού χώρου (δηλαδή σημιτικός εβραιομασώνος), «Στην Ελλάδα των μνημονίων, το κοινωνικό έργο που επιτελεί η Εκκλησία είναι σπουδαίο. Θα ήταν κρίμα αν, στο πνευματικό πεδίο, οι ακραίοι, με την ανεξήγητη εμπάθειά τους, την παγιδεύσουν στις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας της». Δε γνωρίζουμε το εύρος των περίφημων συσσιτίων και του λοιπού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας (μέσω των περίφημων ΜΚΟ της[4]) στην «Ελλάδα των μνημονίων», παρ’ όλο που το πιθανότερο είναι πως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν ακόμη αστικό μύθο που προωθεί η Ιεραρχία προκειμένου ν’ αποφύγει τη φορολόγηση. Διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, όποιο και να ‘ναι το εύρος του εν λόγω «κοινωνικού έργου» (ακόμα κι αν παραβλέψουμε, δηλαδή, τη διόλου σπάνια συγχρηματοδότησή του από πλείστους χορηγούς), πληρωμένο από την τσέπη μας είναι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, 10.000 κληρικοί μισθοδοτούνται από το κράτος θεωρούμενοι δημόσιοι υπάλληλοι (περισσότεροι δηλαδή από τους γιατρούς ή τους δικαστές!), ενώ, την ίδια στιγμή, η τεράστια έγγειος ιδιοκτησία της Εκκλησίας συνεχίζει να μη φορολογείται.  Το επιχείρημα περί «κοινωνικού έργου» θα είχε νόημα αν η Εκκλησία εξασφάλιζε μόνη της τους πόρους της και, ως εκ τούτου, «έδινε απ’ το υστέρημά της». Υπό τις σημερινές συνθήκες, αντίθετα, όχι μόνο δεν περιποιεί τιμή στην Εκκλησία μια τέτοια δράση αλλά απλώς μας υπενθυμίζει ποια είναι η στοιχειώδης της υποχρέωση απέναντι στα σκανδαλώδη προνόμια τα οποία της επιδαψιλεύει διαχρονικά το νεοελληνικό κρατίδιο.

Στο πλαίσιο αυτής της γραμμής κατευνασμού των «πιο ακραίων φωνών» ακούμε συχνά για την κουλτούρα και τις σπουδές διάφορων ιεραρχών, τα οποία συνιστούν, δήθεν, δείγμα ανοιχτότητας πνεύματος και «προόδου» ή «εκμοντερνισμού» της Εκκλησίας, δηλαδή οριστικής εξόδου από την εποχή που η τελευταία πετύχαινε τη φυλάκιση του Θεόφιλου Καΐρη, καταδίκαζε τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, αφόριζε τον Καζαντζάκη και ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης ακόμη και ενάντια στον Βασίλη Αυλωνίτη, βασιζόμενη σε κατοχικούς λογοκριτικούς νόμους. Τι να τα κάνουμε όμως, για παράδειγμα, τα διδακτορικά του Μεσογαίας από το Χάρβαρντ και το ΜΙΤ, όταν οι λογικές που εκφράζει τόσο ο ίδιος (θεωρώντας, επί παραδείγματι,  «ενάντια στη φύση» «παθολογία» την ομοφυλοφιλία) όσο κι η συντριπτική πλειονότητα των Ορθόδοξων κληρικών παραμένει προσκολλημένη σε παρελθούσες εποχές; Πέραν ορισμένων εξαιρέσεων μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού, η συντριπτική πλειονότητα των μεγαλοκληρικών παραμένει δέσμια της πατροπαράδοτης βυζαντινοφαναριώτικης λογικής: μανιασμένη υπεράσπιση των προνομίων και παρασκηνιακή ίντριγκα με την εξουσία με σκοπό την περαιτέρω απόσπαση προνομίων και ευκαιριών για «δουλειές». Στο δε ιδεολογικό επίπεδο καραδοκούν πίσω από γελοίες διατάξεις του ελληνικού Ποινικού Κώδικα όπως η «κακόβουλη βλασφημία» (άρθρο 198/1951) και η «καθύβριση θρησκευμάτων» (άρθρο 199/1951) για να απαιτούν απαγόρευση πολιτιστικών εκδηλώσεων ή κυκλοφορίας βιβλίων που τους ενοχλούν.

β) Η Ορθοδοξία ως κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτη θρησκεία

Αν ξαναπιάσουμε εδώ την κουβέντα για τα περίφημα συσσίτια, οφείλουμε να τονίσουμε ότι πρόκειται κυρίως για πολιτική δημοσίων σχέσεων της Εκκλησίας, καθώς δε συνιστά κεντρική της πρωτοβουλία αλλά εξαρτάται από τις κατά τόπους ενορίες. Στην Ελλάδα, λόγω της προστασίας που απολαμβάνει η Εκκλησία από το κράτος αλλά και της ιδεολογικής της ασυλίας που εξετάσαμε προηγουμένως, δεν έχει κανένα λόγο να προβεί σε φιλανθρωπίες προκειμένου να εξασφαλίσει κοινωνική αποδοχή (όπως συμβαίνει, επί παραδείγματι, στο σουνιτικό Ισλάμ). Αν τα τελευταία χρόνια είχαμε έναν πιο συστηματικό τονισμό τούτου του μύθου, είναι ακριβώς επειδή η Ιεραρχία φοβήθηκε μήπως αποτελέσει κι η ίδια στόχο των διαδοχικών φοροεπιδρομών που έχουν λιανίσει αυτά τα πέντε χρόνια της κρίσης την ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό άλλωστε διαδόθηκαν τεχνηέντως και διάφορα εξωπραγματικά σενάρια σύμφωνα με τα οποία θα έδινε δήθεν κομμάτι της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας για την εξυπηρέτηση του χρέους της χώρας ή ότι θα πρόσφερε αμισθί χωράφια της σε νέους αγρότες για να τα καλλιεργήσουν: τα πάντα γίνονται για να εξαιρεθεί η Εκκλησία από τον ΕΝΦΙΑ.

Διότι η Ιεραρχία είναι «γάτα» σε ό,τι έχει να κάνει με κομπίνες τέτοιου είδους: δεν είναι μόνο ότι κατάφερνε πάντοτε ν’ αποσπά σκανδαλώδεις ρυθμίσεις από το παντελώς αδύναμο και αναξιόπιστο ελληνικό κράτος (όπως για παράδειγμα –μιας και μιλάμε για τα φορολογικά- η δυνατότητα να έχει κανείς έκπτωση φόρου σε περίπτωση που έκανε δωρεά στην ενορία του, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε επίπεδο «ξεπλύματος» εισοδημάτων προερχόμενων από «περίεργες» δραστηριότητες κάθε είδους)· αυτές οι δυνατότητες αυγατίσματος και αύξησης της περιουσίας της μέσω τέτοιων παρασιτικών οδών συνιστούν τον λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας ως θεσμού που συμμετέχει ενεργά στη λειτουργία βασικών σφαιρών της κοινωνικής ζωής (μέσω των θρησκευτικών γάμων και βαφτίσεων και του ρόλου που παίζει ειδικά στην επαρχία η υπογραφή ενός παπά για πλήθος ζητημάτων) και η οποία, λόγω του θεσμικού της ρόλου, συνιστά βασικό παράγοντα στο παρασκηνιακό παιχνίδι εξουσίας σε πολλά επίπεδα (σχέσεις με κράτος και παρακράτος, επιρροή σε τοπικές κοινωνίες και ειδικά στην επαρχία κ.λπ.). Υπό αυτή την έννοια είναι προφανές ότι υπάρχουν ισχυρά συμφέρονται πίσω από τη διατήρηση τούτου του θεσμικού ρόλου, τα οποία μάλιστα πιθανόν και να ενδιαφέρονται για αυτήν περισσότερο τώρα, στον βαθμό που μηχανισμοί όπως τα κόμματα έχουν πλήρως απαξιωθεί. Τα ακροδεξιά κι ελληνορθόδοξα λόμπι –και ζόμπι- που παίρνουν κάθε φορά τα όπλα προκειμένου να υπερασπιστούν την Εκκλησία συνιστούν σάρκα από τη σάρκα τούτου του σάπιου συστήματος (ας θυμηθούμε π.χ. τη σχέση μαφιόζων ή μικρομαφιόζων και μεσαζόντων όπως ο «Μπιγκ Μακ» Ψωμιάδης, οι νεοδημοκράτες Μαντούβαλος και αφοί Ψωμιάδη ή ο «Τίγρης» Δ. Μελισσανίδης με την Εκκλησία ή το Πατριαρχείο –ο τελευταίος ανακηρύχθηκε απ’ τον Βαρθολομαίο «Άρχων Κουροπαλάτης» !- για να πάρουμε μια γεύση, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις πολύ στενές σχέσεις του Πειραιώς Σεραφείμ με τον Β. Μαρινάκη –από τις καταγγελίες για μοίρασμα ψηφοδελτίων του συνδυασμού του Γ. Μώραλη μαζί με τρόφιμα  μέχρι την ανοιχτή διατράνωση υπέρ της πίστης στην αθωότητα του κατηγορούμενου για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Ολυμπιακός).

Η ικανότητα των μεγαλοκληρικών να παίζουν έναν τέτοιο μεσολαβητικό ρόλο στο παρασκηνιακό παιχνίδι οφείλεται, φυσικά, στην ιδιαίτερη θέση της Εκκλησίας ως της συντεχνιακής ομάδας με την ισχυρότερη θεσμική κάλυψη μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η διαμόρφωση τούτης της θέσης έχει μακρά ιστορία και εξηγείται από το γεγονός ότι η Ανατολική Εκκλησία είναι ένας κατεξοχήν κρατικοδίαιτος θεσμός που από την εποχή του βυζαντινού καισαροπαπισμού  έχει μάθει να απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση από το κράτος. Σε αντίθεση με τον παπισμό, ο οποίος σήκωσε το βάρος της οργάνωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, για μεγάλο διάστημα μετά την κατάρρευση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 475 μ.Χ. (και στην πραγματικότητα από πολύ νωρίτερα), και στη συνέχεια συγκρούστηκε επανειλημμένως με την κοσμική εξουσία μέσα στη Δύση (αλλά και στην Ανατολή, όπως συνέβη κατά τη διένεξη του επισκόπου Μεδιολάνων Άγιου Αμβρόσιου με τον Θεοδόσιο τον Μεγάλο), η Ανατολική Εκκλησία είχε ευθύς εξαρχής τη στήριξη του Αυτοκράτορα, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά ή ακόμη και σε καθαρά δογματικό επίπεδο[5]. Το κρατικοδίαιτο αυτό μοντέλο συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας, με τη μορφή του φαναριωτισμού. Αυτό που αλλάζει με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι το γεγονός ότι, από τη στιγμή που εκλείπει ο Αυτοκράτορας ή ο Σουλτάνος, δηλαδή μια πανίσχυρη μορφή κοσμικής εξουσίας που την είχε υπό την απόλυτη κυριαρχία της (ως αντάλλαγμα για την προστασία που τής παρείχε)[6], η Εκκλησία προσπαθεί σταθερά να ‘χει λόγο στις δημόσιες υποθέσεις του κράτους στο βαθμό που οι αδυναμίες της κοσμικής εξουσίας της το επιτρέπουν. Όποτε, αντίθετα, υπήρξε κάποιο ισχυρό δικτατορικό καθεστώς, πάντοτε έσπευσε να τεθεί υπό την προστασία του, ευλογώντας το και στηρίζοντάς το ιδεολογικά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ακόμη και η παραμικρή και ελάχιστη αλλαγή σε ζητήματα που την αφορούν (όπως, π.χ., ο τρόπος διδασκαλίας των Θρησκευτικών) της προκαλούν τέτοιο πανικό, ο οποίος εκφράζεται με υπερβολικές αντιδράσεις: επειδή φοβάται πως ενδεχομένως να χάσει αυτό το μακραίωνο καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης και τις συνακόλουθες δυνατότητές της να ενεργεί ως μηχανισμός εξυπηρέτησης πελατειακών συμφερόντων.

Αυτό που της επέτρεψε να διατηρήσει τούτη την προνομιακή θέση μετά την απελευθέρωση, εντός του νεοελληνικού κρατιδίου, υπήρξε το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας που διόλου δεν ανέκυψε με τρόπο αυθόρμητο από την έως τότε ιστορία αλλά, αντιθέτως, έτυχε συνειδητής και σταδιακής επεξεργασίας: από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, συνεργάτη του Μαυροκορδάτου από τον καιρό της Πίζας, ο οποίος προσπάθησε να δουλέψει, σε θεωρητικό επίπεδο, το ζήτημα της μετάβασης από το (Ορθόδοξο) Γένος στο (νεοελληνικό) Έθνος μέχρι την προπαγάνδιση και επεξεργασία αντίστοιχων θέσεων από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο και τους υπόλοιπους ρωσόφιλους στα μέσα του 19ου αιώνα και από την καθιέρωση του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) σε Εθνική Εορτή ως την αποκατάσταση της φήμης του Γρηγορίου του Ε’ διά της μετακομιδής των οστών του στην Αθήνα και της ανέγερσης της προτομής του μπροστά από το κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1872. Κατά τη διαδρομή αυτή, και για τους δικούς τους κάθε φορά λόγους, τόσο η Εκκλησία όσο και το νεοελληνικό κράτος, θεώρησαν ότι η Ορθοδοξία θα έπρεπε ν’ αποτελέσει το ιδεολογικό στήριγμα της νεόκοπης κρατικής εξουσίας –της οποίας ο εθνικός χαρακτήρας, άλλωστε, οριζόταν, ευθύς εξ’ αρχής όπως μαρτυρούν τα επαναστατικά Συντάγματα, βάσει της Ορθόδοξης ομολογίας των κατοίκων της. Αυτή η ιστορική διαδικασία σύμφυρσης Ορθοδοξίας και εθνικισμού, από τη μια μεριά, και της συνακόλουθης απόδοσης προνομιακής σχέσης στην Εκκλησία, ως θεσμό, από την άλλη, συνιστά πάγιο χαρακτηριστικό των Ορθόδοξων εθνών, εντός των οποίων υφίστανται εθνικές εκκλησίες, επί των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει την παραμικρή εξουσία. Είναι γνωστός, λόγου χάριν, ο ρόλος της βουλγαρικής Εξαρχίας στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα των Βουλγάρων, όπως, φυσικά, και η οργανική ένταξη της σημερινής ρωσικής εκκλησίας –υπό τον νεόπλουτο μαφιόζο Κύριλο- στον πουτινισμό, ο οποίος της αναθέτει καίριες πλευρές της επεκτατικής του, εκτός Ρωσίας, δράσης.

Το γεγονός ότι οι ελληνορθόδοξοι κύκλοι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα (από τον Γ. Μεταλληνό και τον Χ. Γιανναρά μέχρι τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο στην ομιλία του στην Ιερά Σύνοδο στις 4/10/2016[7]) να χαρακτηρίζουν «πραξικοπηματική» την κήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδας από την Αντιβασιλεία, το 1833, βλέποντάς την ως κομμάτι της αντιρωσικής διπλωματίας των Δυτικών, διόλου δεν αλλάζει αυτό που λέμε. Όπως έχει σωστά καταδειχθεί, τόσο αυτή η κριτική όσο και η αντίστοιχη καταδίκη της εισαγωγής μιας λογικής «φυλετισμού» στο Ορθόδοξο δόγμα -με αφορμή την κήρυξη του βουλγαρικού Αυτοκέφαλου (διά της ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας, το 1870)-, συνιστά μια προσχηματική αναφορά στον Ορθόδοξο οικουμενισμό με σκοπό τη δικαίωση του νεοελληνικού εθνικισμού, βάσει του γεγονότος πως η Ορθοδοξία, στην οικουμενική, κωνσταντινουπολίτική της εκδοχή, ήταν ήδη από καιρό, κατά τον 19ο αιώνα, μια «ελληνική» -δηλαδή φαναριώτικη-νεοελληνική- Ορθοδοξία[8]. Εν προκειμένω ο νεοελληνικός εθνικισμός προσπαθεί να πλασαριστεί ως εγγενώς οικουμενικός, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος κατά τη σύγκρουσή του, αφενός, με τη Δύση και, αφετέρου, με τους υπόλοιπους βαλκάνιους εθνικισμούς, ενεργώντας, παράλληλα, ως πράκτορας του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Και σε κάθε περίπτωση, αυτό που μετρά είναι η ελληνοποίηση, δηλαδή η «εθνικοποίηση» της Ορθοδοξίας –είτε κανείς επιλέγει ως έκφρασή της το εξελληνισμένο (και ως εκ τούτου ουδόλως οικουμενικό) Πατριαρχείο, είτε επιλέγει την ανεξάρτητη ελληνική Εκκλησία.

γ) Ελληνορθοδοξία και Ακροδεξιά

Αυτό ακριβώς το εθνικιστικό ιδεολόγημα συνεχίζουν σήμερα να υποστηρίζουν στην Ελλάδα όχι μόνο οι δεδηλωμένοι ακροδεξιοί, από τη Χρυσή Αυγή -η οποία, διόλου τυχαία, έχει κάνει πέρα τις τευτονοπαγανιστικές και αρχαιολατρικές νεανικές φαντασιώσεις των βλαχοφύρερ Μιχαλολιάκου και Παππά, προκειμένου να συμμαχήσει με τους λογής λογής Αμβρόσιους (αρχής γενομένης από τον ρόλο της στην καταδίκη του «Γέροντα Παστίτσιου»)- μέχρι το περιβάλλον Σαμαρά και τους οπαδούς της νεορθοδοξίας. Ενάντια σε κάθε ιστοριογραφική λογική, η βυζαντινολατρεία, δηλαδή η υποστήριξη μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήθελε εαυτήν «απείκασμα» της βασιλείας του Θεού επί της γης και η οποία, ως τέτοια, υπήρξε απότοκο του ρωμαϊκού οικουμενισμού[9] και συνεχίστρια του ουσιωδώς οικουμενικού πνεύματος του χριστιανικού Ευαγγελίου, κατέληξε ν’ αποτελεί τον βασικότερο ίσως πυλώνα του νεοελληνικού εθνικισμού και όχημα για την υποστήριξη του ιδεολογήματος περί «ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού» από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Οι αλχημείες του Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας και του Κωνσταντίνου Οικονόμου συνεχίζονται σήμερα από τους νεορθόδοξους, με αποτέλεσμα ακόμη και το Άγιον Όρος, η υποτιθέμενη κιβωτός της Ορθόδοξης συνείδησης, που διοικητικά υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μιας και συνιστά στην πραγματικότητα μια πολυεθνική μοναστική κοινότητα (περιλαμβάνοντας και ρώσικα, σέρβικα, βουλγαρικά και ρουμάνικα μοναστήρια και σκήτες), να είναι βαθιά απορροφημένο από τον νεοελληνικό εθνικισμό, σε ιδεολογικό επίπεδο («Ακρόπολη της Ορθοδοξίας και του ελληνισμού» το χαρακτήρισε πριν κάποιον καιρό ο Πρωτεπιστάτης του), αλλά και δομικά ενταγμένο στον ρωσικό επεκτατισμό, σε πολιτικό επίπεδο (σε ό,τι αφορά στις πιο δραστήριες και οικονομικά εύρωστες από τις ελληνικές μονές του, όπως το Βατοπαίδι). Δε θέλει και πολύ μετά για να βγαίνει η μυστακοφόρος ορντινάτσα της Βέρμαχτ, ο υπαρχηγός της ΧΑ Παππάς, ν’ αποκαλεί τον αγιορείτη Γέροντα Παΐσιο «ιερή μορφή της Ελληνορθοδοξίας».

Ο νέος Περιούσιος Λαός ως Δον Κιχώτης

α) Η ελληνορθοδοξία και ο μύθος της εθνικής συνέχειας

Η μεγάλη εκείνη ιδεά για τον εαυτό μου λόγω των «ιστορικών» μου καταβολών δεν ήταν βέβαια ξιπασιά, αλλά παιδική αρρώστια. Την είχα λησμονήσει ωσότου άρχισα, διαβάζοντας, να σκέπτομαι. […] Κατάλαβα όμως από τη μικρή αυτή περιπέτεια πρώτα τι είναι η πτωχαλαζονεία· και έπειτα, ότι πρέπει κανείς να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις.

Δ. Ι. Πάλλας[10]

Αν κάτι υποσκάπτουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου -είτε το έχει αντιληφθεί ο Φίλης είτε όχι- είναι ο κεντρικός ρόλος της ελληνορθοδοξίας ως κυρίαρχης λογικής του νεοελληνικού κρατιδίου, τούτης της ιδεολογίας που στήριξε και δικαίωσε διάφορες τρισένδοξες στιγμές του Έθνους όπως η 4η Αυγούστου κι η 21η Απριλίου μεταξύ άλλων. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, κόντρα, πάλι, σε κάθε ιστοριογραφικό ορθολογισμό, το θεωρητικό τέρας της ελληνορθοδοξίας προσπαθεί να συγκεράσει κάτω από την ίδια ταμπέλα δύο εντελώς αντιθετικές, από την άποψη των θεμελιωδών προσανατολισμών τους, κοινωνικοϊστορικές δημιουργίες: έναν πολιτισμό της ελευθερίας, σαν τον αρχαιοελληνικό, με έναν πολιτισμό της δουλοπρέπειας και της ελέω Θεού μοναρχίας, όπως υπήρξαν ο υστερορωμαϊκός και βυζαντινός πολιτισμός αλλά ακόμη και ο μακεδονικός πολιτισμός που τόσο εξάπτει τη φαντασία των διάφορων αρχαιόπληκτων[11]. Το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας συνιστά βάση και γενεσιουργό μήτρα του νεοελληνικού εθνικισμού τόσο στην καθεαυτό δεξιά του εκδοχή (βλ. την περίφημη θεωρία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» του Μεταξά την οποία αναπαράγει αυτούσια και ο Ελύτης στο Άξιον Εστί και η οποία βασίζεται στο περίφημο τριμερές σχήμα ανάλυσης της ελληνικής ιστορίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου) όσο και στην αντίστοιχη αριστερή (βλ. τον περίφημο «Λόγο της Λαμίας» του Βελουχιώτη ή τις ιστορικές αναλύσεις του Σβορώνου στο κείμενό του Το ελληνικό έθνος, Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού όπως φυσικά και την επανάληψή τους ως φάρσα από τον Θ. Πελεγρίνη διά της ατάκας του περί «κατάλυσης του ελληνικού κράτους» λόγω της έκβασης της ναυμαχίας στο Άκτιο, το 31 π.Χ .).

Αν εξετάσουμε, λοιπόν, τις αρχικές προτάσεις του Υπουργείου, θα διαπιστώσουμε ότι χτυπούν τον προνομιακό ρόλο της Ορθοδοξίας, μέσω της μετατροπής των θρησκευτικών από ομολογιακό και κατηχητικό σε θρησκειολογικού τύπου μάθημα. Ταυτόχρονα, στηλιτεύεται και η ιδεολογικού τύπου ελληνολατρία διά του περιορισμού των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο αλλά και ιστορικών θεμάτων όπως οι εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στο μάθημα της Ιστορίας της Α’ Λυκείου. Ως προς αυτό ο Φίλης έχει υπάρξει αρκούντως σαφής, όταν τονίζει, πολύ σωστά, ότι η διδασκαλία των Αρχαίων στην Ελλάδα είναι πρώτα και κύρια ζήτημα ιδεολογικό, και γι’ αυτό οι υποστηρικτές της μιλούν πολύ συχνά πέραν κάθε παιδαγωγικής λογικής, αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για το αν τα παιδιά μαθαίνουν πράγματι να μιλούν στοιχειωδώς σωστά Νέα Ελληνικά ή όχι (κάτι που, παρεμπιπτόντως, είχαν παραβλέψει μη δεξιοί πολέμιοι του μονοτονικού, όπως ο Βρεττάκος ή ο Καστοριάδης, κατά την σχετική πολεμική τους ενάντια στον Κριαρά). Πολύ συχνά οι πιο διαπρύσιοι κήρυκες της αρχαιομάθειας είναι εξίσου ή και περισσότερο γλωσσικώς κι ιστοριογραφικώς αστοιχείωτοι από τους σημερινούς μαθητές, αν κρίνουμε από περιπτώσεις τύπου Χρυσαυγιτών, Πανίκα –Ζορό- Ψωμιάδη, Γιάννη Ιωαννίδη, Π. Καμμένου, Ε. Στυλιανίδη κ.ο.κ. Ο ισχυρισμός πως ο περιορισμός των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων διόλου δεν πλήττει τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών είναι πολύ βασικός. Αν δεν ήταν έτσι, στη Γαλλία τα παιδιά θα μάθαιναν Παλαιογαλλικά ή έστω Λατινικά, στη Γερμανία Παλαιογερμανικά κ.ο.κ. Είναι βέβαια δείγμα της πλήρους αδιαφορίας των διάφορων ελληνορθόδοξων και λοιπών ελληναράδων για την ποιότητα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα το γεγονός πως βγαίνουν να φωνάξουν μόνο όταν θεωρούν πως θίγονται στοιχεία που την καθιστούν θρησκευτική και εθνική κατήχηση. Τίποτε άλλο δεν τους απασχολεί.

β) Εθνικός ναρκισσισμός κι η μετατροπή της αδυναμίας σε αρετή

Τα ελαττώματά μας, αυτά που οι άλλοι ονομάζουν ελαττώματα, είναι εν τέλει η ρίζα της υπεροχής μας· αυτά που οι άλλοι χλευάζουν ως τα κουσούρια ή τις διαστροφές μας, το θεμέλιο των αρετών μας.

Μ. Ντε Ουναμούνο[12]

Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζουν όλες αυτές οι δυνάμεις είναι να συνεχίσει η χώρα να ζει και να πορεύεται με μύθους, κλείνοντας τα μάτια απέναντι στις σύγχρονες εξελίξεις. Είναι οι ίδιοι που διαδήλωναν υπέρ των σφαγέων Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς παρουσιάζοντας τους «Ορθόδοξους αδερφούς» μας ως αθώα θύματα των Αμερικανών, οι ίδιοι που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους υπέρ της διδασκαλίας της περί του Κρυφού Σχολειού μυθολογίας, οι ίδιοι  που πιστεύουν τους μύθους του άρχοντα της βλαχογκλαμουριάς Γ. Πατούλη περί έμπολα και ελονοσίας και δε θέλουν τα προσφυγάκια στα σχολεία επειδή «δεν είναι εμβολιασμένα», τη στιγμή που αμελούν να εμβολιάσουν τα ίδια τους τα παιδιά ! Μπορεί κατά τα άλλα να παραληρούν ενάντια στους πράκτορες του «εκσυγχρονισμού» και του «κοσμοπολιτισμού» οι οποίοι, σε πολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο, διαβρώνουν την εθνική μας ανεξαρτησία, προσδένοντάς μας στο «δυτικό άρμα», ωστόσο το μόνο που κάνουν οι ίδιοι –όταν δεν προτείνουν απλώς ν’ αλλάξουμε αφεντικό προκειμένου να γίνουμε ενεργούμενα του Πούτιν ή των ιρανών μουλάδων- είναι ν’ ανάγουν σε απόλυτα τα ιδεολογικά σχήματα που δημιουργήθηκαν ιστορικά προκειμένου να εκλογικεύσουν την πλήρη γεωπολιτική ανυπαρξία του νεοελληνικού κρατιδίου αλλά και τη θεμελιώδη ανικανότητα του νεοελληνικού λαού όχι μόνο να φέρει εις πέρας την ίδια του την εθνική απελευθέρωση (η οποία και επετεύχθη χάρις στη σωτήρια παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων το 1827 στο Ναυαρίνο) αλλά και να δημιουργήσει βιώσιμους θεσμούς, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικοκοινωνικό επίπεδο. Απέναντι σε αυτές τις θεμελιώδεις πραγματικότητες, το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας συνιστά απλώς και μόνον παρηγοριά στον άρρωστο: του πουλά ένδοξα εθνικά παρελθόντα («όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι κουτόφραγκοι ήταν πάνω στα δέντρα ροκανίζοντας βελανίδια»), του πουλά εθνικό ναρκισσισμό («είμαστε Ορθόδοξοι Ρωμιοί, όχι υλόφρωνες και αποπνευματοποιημένοι κουτόφραγκοι, δούλοι του Μαμωνά»), του εκλογικεύει την αδυναμία στοιχειώδους αυτοθέσμισης («Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μια μόνιμο, πλήρη, και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του “ήθους” που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! […] Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις, θα έλεγε κανένας, ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. […] Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των “παρεκκλίσεων” της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω “προστατευτική” κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος, της “παράδοσης”»[13], όπως έλεγε ο Ελύτης κι επαναλάμβαναν ή επαναλαμβάνουν από τότε σα χαλασμένο γραμμόφωνο ο Γιανναράς κι ο Ράμφος της νεορθόδοξης περιόδου του αλλά, υπό μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή, και ο Γ. Καραμπελιάς).

Πάντοτε φταίνε οι Άλλοι, όπως μας διδάσκει το Άξιον Εστί, οι κακοί άλλοι, οι εχθροί που έρχονται ντυμένοι φίλοι με σκοπό να μας υπονομεύσουν και το θεσμικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι συνέπεια όχι της δικής μας αδυναμίας αλλά των «πιεστικών μορφών του εισηγμένου εξ Εσπερίας βίου» (όπως σημείωνε ο Ράμφος). Και κατά τα άλλα κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι είναι οι δυτικοί αυτοί που μας έμαθαν όχι μόνο να μελετάμε το ίδιο το «δικό μας» παρελθόν (καθώς όχι μόνον όλοι οι μεγάλοι ελληνιστές αλλά ακόμη κι οι βυζαντινολόγοι υπήρξαν Δυτικοί!) αλλά και μας παρείχαν τα ιδεολογικά εργαλεία δημιουργίας αυτού του εθνορομαντικού ναρκισσισμού με τον θεμελιώδη του αντιδυτικισμό (αρκεί να κοιτάξουμε την κριτική των γερμανών Ρομαντικών στη Γαλλία ως πατρίδα του επάρατου Διαφωτισμού).

Όπως δείχνει και το παράθεμα του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο που παραθέτουμε στην αρχή αυτής της ενότητας, δεν πρόκειται εδώ για κάποια νεοελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά για πάγιο χαρακτηριστικό πλήθους μη δυτικών κοινωνιών ή κοινωνιών της δυτικής περιφέρειας, οι οποίες αντιλαμβάνονται πως αδυνατούν είτε να ανταγωνιστούν τη Δύση είτε, σε άλλες περιπτώσεις, να της αντισταθούν με αξιώσεις. Η κριτική του Ντοστογιέφσκι στην «άθεη» και «υλιστική» Δύση και η συνακόλουθη -και παραληρηματική- εξύμνηση της ρωσικής «πνευματικότητας», από τις οποίες τόσο εμπνέονται πολλοί ελληνορθόδοξοι, συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ως πιο ορθολογιστής, ο Ουναμούνο είχε προσπαθήσει να εκλογικεύσει αυτή την υπαρξιακή στάση, επιστρέφοντας στην περσόνα του Δον Κιχώτη: από εκεί που, κατά την «εκσυγχρονιστική» του νεότητα ο ισπανός συγγραφέας θεωρούσε τον ήρωα του Θερβάντες χαρακτηριστικό σύμβολο των ισπανικών αρτηριοτηκοσκληρωτικών συνδρόμων και της αδυναμίας εκσυγχρονισμού της χώρας, κατά την ωριμότητά του έφτασε να τον ανάγει σε πολιτιστικό σύμβολο. Ερμήνευσε αυτήν την αδυναμία εκσυγχρονισμού και «εξευρωπαϊσμού» ως «αγνότητα», ως ένα είδος προστατευτικής ανικανότητας που μας κρατά αμόλυντους από τον Διαφωτισμό.

Μπορεί όμως να πάει μπροστά ένα έθνος που έχει ως καμάρι του το γεγονός πως μπορεί να πάσχει συνεχώς, ν’ αντέχει τα χτυπήματα που δε σταματούν ποτέ, όπως οι περίφημες γάτες του Άι Νικόλα απ’ το ομώνυμο -τελευταίο- ποίημα του Σεφέρη κι όπως ο Λευτέρης απ’ το Άξιον Εστί που ‘ναι «σα να ‘χει πάρει επάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης»; Προφανώς και όχι, καθώς σε αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εκφράζονται τα ενοχικά σύνδρομα και η ταυτοτική περιδίνηση των δυτικοθρεμμένων αντιδυτικιστών διανοούμενων. Ο λαός μπορεί να μην τα πήρε όλα αυτά ποτέ τόσο στα σοβαρά, ωστόσο βολεύεται με αυτά τα σχήματα για ν’ αποποιείται των ευθυνών του, βαυκαλιζόμενος, παράλληλα, με τον παιδικό νακρισσισμό της «ελληνικής ψυχής» και του περίφημου «τράχηλού» μας που ζυγό δεν υπομένει, αλλά δε μας έχει αποτρέψει κιόλας από το να είμαστε, από τον 13ο αιώνα κι εδώθε, αιώνιοι καρπαζοεισπράκτορες. Επηρεάζεται, λοιπόν ο λαός, έστω κι αν δεν είναι τόσο αφελής όσο είναι συχνά οι διανοούμενοι, καθώς ανάλογη είναι, όπως είδαμε, η λογική πίσω από τη δράση των πιο διαπρύσιων κηρύκων της διατήρησης του στάτους κβο μεταξύ κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα: διότι αυτό το τελευταίο συνιστά την υλική και συμβολική έκφραση ολόκληρου του ιδεολογικού συμπλέγματος που προσπαθούμε να αναλύσουμε.

Μπορεί να εκσυγχρονιστεί η Ορθοδοξία;

α) Υλικοτεχνικός εκσυγχρονισμός και ιερές μπίζνες

Φυσικά η Ορθοδοξία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο αυτής της ιδεολογίας και κοινωνικής λογικής. Απορίας άξιον είναι το πώς ορισμένοι, τόσο από το «εκσυγχρονιστικό» όσο και από το «αντιεκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο, προτείνουν μετά από όλα αυτά την «αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως καθοριστικού στοιχείου της παράδοσής μας, πάνω στην οποία παράδοση συνολικότερα μπορεί να στηριχθεί ένας αυθεντικός εκσυγχρονισμός μας» ή πιστεύουν πως «όπως διδάσκει ο Οικουμενικός Πατριάρχης από το Φανάρι, η Ορθοδοξία είναι ανοιχτή θρησκεία. Και μπορεί να συμφιλιωθεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις, με τις μεγάλες αξίες του δυτικού ουμανισμού, την οικολογία και τα δικαιώματα του ανθρώπου». (Πραγματική) Ορθοδοξία και (αυθεντικός) εκσυγχρονισμός ή πνευματική ανοιχτότητα είναι έννοιες εγγενώς αντίθετες, ειδικά όταν μιλάμε για μια χώρα όπου το 1988 ρασοφόρες ορδές έκαναν ακόμη ντου σε κινηματογραφικές αίθουσες για να ακυρώσουν την προβολή του Τελευταίου πειρασμού! Ακόμη και ο Πάπας συζητά τη θέσπιση κοινής, για Ορθόδοξους και Καθολικούς, ημερομηνίας για τον εορτασμό του Πάσχα ή την αποδοχή γυναικών ιερομένων στην Καθολική εκκλησία (έστω ως διακονισσών). Στα καθ’ ημάς, αντίθετα, ο Πάπας θεωρείται ακόμη «καταληψίας και αιρεσιάρχης»[14], οι Καθολικοί «παπικοί» σχισματικοί, ενώ ο –ομολογουμένως «εκσυγχρονιστής»- Οικουμενικός Πατριάρχης συναντά -ήδη από την εποχή του Αθηναγόρα- σθεναρή αντίσταση ως προς τα ανοίγματά του προς τους Καθολικούς από μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων και σε καμία περίπτωση μόνο από τους Παλαιοημερολογίτες, παρ’ όλο που, σε μεγάλο βαθμό, τα εν λόγω ανοίγματα υπαγορεύονται από αναγκαιότητες γεωπολιτικής φύσης, εξ αιτίας της επισφαλούς θέσης του Πατριαρχείου στην Τουρκία.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως, εντός της ελληνικής Ορθοδοξίας, παρατηρείται συχνά ένας εντελώς αντιφατικός συνδυασμός καραμπινάτου «εκσυγχρονισμού» σε υλικοτεχνικό επίπεδο, από τη μια μεριά, και διακηρυγμένου νεοσυντηρητισμού, από την άλλη. Αρκεί να σκεφτούμε το «Περιβόλι της Παναγίας», το Άγιον Όρος, που βάδιζε με γοργά βήματα προς την απόλυτη παρακμή κατά τη δεκαετία του ‘60 και τελικά σώθηκε μέσω της εισροής μιας νέας γενιάς μοναχών, με σπουδές και διπλώματα, ικανών οικονομικών διαχειριστών, οι οποίοι το κατέστησαν πρώτο σε απορροφητικότητα ΕΣΠΑ στην Ελλάδα, εμπνεόμενοι, όμως, σε πνευματικό επίπεδο, από ιδεολογίες όπως η νεορθοδοξία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το Βατοπαίδι ίσως να μην υπάρχει: εκεί έχουμε έναν μοναδικό συνδυασμό businessfriendly περιβάλλοντος, θρησκευτικού συντηρητισμού και πολιτικού φιλορωσισμού που απλώς αναπαράγει το γνωστό κυπριακό μοντέλο των (μαφιόζικων, πολύ συχνά) μπίζνες με ελληνορθόδοξο «εποικοδόμημα».

β) Η αναγκαία αυτοκριτική

Από αυτήν την άποψη η ρωσοκυπριακών επιρροών Ορθοδοξία μας θυμίζει την τεράστια γοητεία που ασκούν ο πλούτος και το χρήμα πάνω στο σύγχρονο Ισλάμ, ακόμη και στις πιο συντηρητικές του εκδοχές (όπως φαίνεται, επί παραδείγματι, από τον τρόπο με τον οποίον το Ισλαμικό Κράτος χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα και τη νεοτεχνολογία, γενικότερα), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πόλη της Μέκκας, που έχει μετατραπεί σ’ ένα είδος σαουδαραβικού Λας Βέγκας, με τεράστια κι υπερπολυτελή ξενοδοχεία να περικυκλώνουν το περίφημο τέμενος Μασγίντ αλ-Χαράμ, τον ιερότερο τόπο του Ισλάμ . Αυτή η πλήρης απορρόφηση από τον «κόσμο», στη χειρότερη μάλιστα εκδοχή του, αφαιρεί από την Ορθοδοξία κάθε δείγμα γνήσιας πνευματικότητας κι έτσι σηματοδοτεί τον πραγματικό της θάνατο όχι μόνο ως ζωντανού δόγματος αλλά και ως κοινωνικής δύναμης ή παράδοσης ικανής ν’ ασκεί κάποια ηθική επιρροή. Διότι η προοδευτική εκκοσμίκευση μιας θρησκείας οδηγεί, από ένα σημείο κι έπειτα, σε μια αναγκαστική απώλεια κάθε πνευματικότητας, εφόσον η θρησκεία χάνει τον ακοσμικό και «υπερβατικό» της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε απλό ηθικό αξεσουάρ μιας ζωής ολωσδιόλου κοσμικής (όπως συμβαίνει σήμερα εντός της Δύσης). Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι και το μόνο αρνητικό επακόλουθο της νεωτερικού τύπου εκκοσμίκευσης, καθώς έτσι χάνονται ορισμένα στοιχεία της θρησκείας, τα οποία, εν είδει ηθικών παραινέσεων, έχουν μεγάλη αξία (όπως η αίσθηση των ορίων και του μέτρου, το κήρυγμα υπέρ της ολιγάρκειας, η αναζήτηση μιας υπαρξιακής αυθεντικότητας ή η αγάπη για τη φύση), ειδικά μάλιστα στην περίπτωση της Ορθοδοξίας, η οποία εκφράζει μια λογική που ξεφεύγει τόσο από το τιμωρητικό και αυτοενοχικό πνεύμα του δυτικού χριστιανισμού όσο και από την «ιμπεριαλιστική» και επεκτατική νοοτροπία της Δύσης, η οποία διαποτίζει τόσο τον Καθολικισμό (σε μικρότερο βαθμό) όσο και τον Προτεσταντισμό (σε πολύ μεγαλύτερο). Όμως η σύγχρονη Ορθοδοξία, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ρωσία δείχνει να έχει απεμπολήσει από μόνη της κάθε τέτοιο στοιχείο, προσχωρώντας, αντίθετα στη λατρεία του πλούτου και της δύναμης. Τίποτε δεν έχει πλέον να προσφέρει σε πνευματικό επίπεδο και το μόνο που μας μένει είναι τα κειμήλια του παρελθόντος: η αισθητική ομορφιά της βυζαντινής τέχνης και των εκκλησιαστικών κειμένων. Όπως μας δείχνει όμως το έργο καθ’ όλα άθεων και άθρησκων καλλιτεχνών και στοχαστών που εμπνεύστηκαν από αυτήν, από τον Εμπειρίκο και τον Τσαρούχη ως τον Καρούζο και τον Κώστα Παπαϊωάννου, σε καμία περίπτωση αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για τη διαιώνιση των προνομίων προς το εκκλησιαστικό κατεστημένο και τις ιδεολογικές του παραφυάδες.

Αντί, λοιπόν, οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας να κάθονται και να βαυκαλίζονται με γελοία ζητήματα όπως η διατήρηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία, καλύτερο θα ήταν ν’ ασχοληθούν λιγάκι και με τα του οίκου τους και να σκεφτούν ποιες υπήρξαν οι συνέπειες τόσων αιώνων υποταγής της Εκκλησίας στον «κόσμο» για το ήθος και την ποιότητα των κηρυγμάτων της σε ό,τι αφορά στην πνευματικότητά της. Κι αντί οι διάφοροι Γιανναράδες ν’ αναλίσκονται σε παιδικού τύπου δαιμονοποιήσεις της επάρατης Εσπερίας και των εν Ελλάδι πρακτόρων της –που συνιστούν απλώς μια πιο διανοούμενη εκδοχή των συνωμοσιολογικών σεναρίων που διαβάζουμε στα έντυπα των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων-, καλό θα ήταν να σκεφτούν το παράδειγμα μεγάλων δυτικών χριστιανών στοχαστών όπως π.χ. ο Σέρεν Κίργκεγκωρ και την ανελέητη κριτική τους στην απορρόφηση του χριστιανισμού της εποχής τους από το κράτος και τον «κόσμο», γενικότερα, στη σύμφυρσή του με το κράτος και την πολιτική εξουσία. Τ’ αντιγράφουν που τ’ αντιγράφουν όλα από τους δυτικούς φιλοσόφους –που κατά τα άλλα κατακεραυνώνουν ως πνευματικώς ανάπηρους-, ας προσπαθήσουν, έστω, να εμπνευστούν και από πραγματικά δημιουργικές κριτικές που οι τελευταίοι άσκησαν σε θέματα που άπτονται, τηρουμένων των αναλογιών, της σημερινής κατάστασης της Ορθοδοξίας. Αλλά φυσικά όλα αυτά πρέπει ν’ ακούγονται εντελώς ξένα σ’ όλους αυτούς που έχουν μετατρέψει μια πανανθρώπινη θρησκεία σε ιδεολογία ενός περιούσιου και μαρτυρικού Έθνους, κλείνοντας, ταυτόχρονα, τα μάτια στον πραγματικό ρόλο της ελληνικής Εκκλησίας όχι μόνο μέσα στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, αλλά και σήμερα, κατά την καθημερινή της δράση ως «μαφίας» γραπωμένης από τα προνόμια και τους ποικίλους μηχανισμούς άντλησης κέρδους μέσω αδιαφανών διαδικασιών.

13336145_1156949794385577_301706891241215021_n

[1] «Εντιτόριαλ», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015, σ. 26.

[2] Βλ. π.χ. το κείμενό του, «Η μακάβρια επιστροφή του Νόμου και του Πατέρα», περ. Σημειώσεις, τ. 66, Δεκέμβριος 2007.

[3] Βλ. σχετικά και την ανάλυσή μας στη μπροσούρα μας Με αφορμή τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo. Ένα σχόλιο για το ιστορικό τέλος της Αριστεράς ως χειραφετητικού κινηματος, σσ. 20-24.

[4] Για τις οποίες άχνα δε βγάζουν, φυσικά, οι λαλίστατοι κατά τα άλλα απηνείς διώκτες της Νέας Τάξης που θεωρούν «τις ΜΚΟ» ως ένα είδος πολιορκητικού κριού της τελευταίας στα πλαίσια της προσπάθειάς της να βλάψει τον «ελληνισμό».

[5] Είναι ενδεικτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ορίζεται ως δεύτερος τη τάξει επίσκοπος της χριστιανικής οικουμένης μετά τον Πάπα (δηλαδή τον επίσκοπο Ρώμης) από την οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, το 381 μ.Χ., μόνο και μόνο επειδή ήταν επίσκοπος της «Νέας Ρώμης», μιας πρωτεύουσας που είχε ιδρυθεί άνωθεν πριν πέντε δεκαετίες. Αντίθετα, ιστορικά κέντρα της χριστιανοσύνης της εποχής, όπως η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια ή ακόμη κι η Ρώμη είχαν αποκτήσει τη φήμη τους χάρις στην ιστορική τους παρουσία κι όχι εξαιτίας της προστασίας κάποιου μονάρχη.

[6] Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως τόσο βολικά για την ιδεολογία τους κάνουν οι ελληνορθόδοξοι, νεορθόδοξοι και λοιποί βυζαντινολάτρες, πως μεγάλες φωνές της Ορθόδοξης θεολογίας (όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή ο Μάξιμος ο Ομολογήτής) υπέστησαν εξορίσεις, καταναγκαστικούς εγκλεισμούς σε μοναστήρια και άλλες, πολύ συχνά ιδιαιτέρως βάρβαρες ποινές (ακροτηριασμούς κ.λπ.), επειδή τα κυρήγματά τους ενοχλούσαν την κοσμική εξουσία.

[7] «Ενδιαφέρουσα υπήρξε η εκτενέστατη κριτική του [Αρχιεπισκόπου] προς τον “προτεστάντη” Γκιοργκ Μάουερ, που εισάγοντας το Αυτοκέφαλο το 1833 απέκοψε την Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να εξυπηρετήσει την πολιτική των Δυτικών Δυνάμεων έναντι της Ρωσίας».

[8] Γι’ αυτό το μείζον ζήτημα, επί του οποίου δε μπορούμε εδώ να επεκταθούμε, βλ. το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Π. Ματάλα, Έθνος και ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2003.

[9] Ο οποίος από το 212 μ.Χ., με το περίφημο διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα, αναγνώριζε την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη στο σύνολο των κατοίκων των ρωμαϊκών εδαφών.

[10] Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, σ. 57, 59.

[11] Τόσο λόγω ορισμένων συνηθειών και μοντέλων εξουσίας που επέβαλε ο ίδιος ο Αλέξανδρος όσο και λόγω της αποφασιστικής σημασίας που έπαιξαν τα βασίλεια των επιγόνων του στην εισαγωγή του μοντέλου του ανατολικού δεσποτισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ουσιαστικά αυτό που δεν κατάφεραν οι Πέρσες, με την αποτυχία τους να καταλάβουν την Αρχαία Ελλάδα, το κατάφεραν οι μακεδόνες μονάρχες, οι οποίοι ουσιαστικά κατέκτησαν τεράστιες περιοχές της Μέσης και Άπω Ανατολής όχι για να τις «εξελληνίσουν», όπως βλακωδώς πιστεύουν οι νεοέλληνες εθνικιστές, αλλά, αντίθετα, για να εξανατολίσουν την Ελλάδα, μιμούμενοι τα ανατολικά μοντέλα εξουσίας και διοίκησης.

[12] M. de Unamuno, Περί εξευρωπαϊσμού, μτφρ. Δ. Σαραφείδου, επίμετρο Β. Ιβάνοβιτς, Αθήνα, Ροές, σ. 51.

[13] Ο. Ελύτης, «Τι φταίει για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής;» (1958), Συν τοις άλλοις. 37 συνεντεύξεις του Ο. Ελύτη (1942-1992), Αθήνα, Ύψιλον, 2011, σ. 39, 40.

[14] Κατά την επιστολή με την οποία ο Πειραιώς Σεραφείμ ανακοίνωσε, τον προηγούμενο Μάιο, πως δε θα συμμετάσχει στο «ανόσιο παίγνιο της λεγόμενης» Αγίας και Μεγάλης Ιεράς Συνόδου των Ορθόδοξων Εκκλησιών, την πρώτη μετά το 1053, ακριβώς επειδή δεν προβλέπεται η επίσημη αποκήρυξη του Πάπα κι η αντικατάστασή του από Ορθόδοξο επίσκοπο Ρώμης.

[15] Για να δώσουμε και μια σουρεαλιστική πινελιά σ’ αυτά που λέμε, αρκεί να αναφέρουμε ότι στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Πεμπτουσία, που εκδίδει η μονή, βρίσκουμε αφιερώματα για την ομορφιά παλιών αυτοκινήτων όπως οι Μπέντλεϊ, ή ακόμη και ειδική «εφαρμογή» για σμάρτφοουνς με το όνομα «Βηματάρισσα»!

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

19 Responses to Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας

  1. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας – manolisgvardis

  2. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας – manolisgvardis

  3. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας – manolisgvardis

  4. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας – ellogos.net

  5. Reblogged στις agelikifotinou και σχολίασε
    με ισχυρή ένσταση για τον χαρακτηρισμό »εβραιομασώνος» που είναι βαρειά ρατσιστική εκτροπή ……

    • Ο/Η protagma λέει:

      Ειρωνικό είναι το «εβραιομασώνοι», και μάλιστα κολλάει στο πώς έβλεπαν ο χριστόδουλος και οι ακόλουθοί του τα τεκταινόμενα. Δεν είναι ξεκάθαρο? Και, γίνεται ξαφνικά να πετά κανείς κάτι ρατσιστικό όταν σε 20 σελίδες ανάλυση (να μην πω για τα 9 τεύχη) δεν έχει κάτι αντίστοιχο για να κατηγορηθεί?

      Στην ίδια φράση, βλ. παρακάτω, έχουμε και το «666». Δηλ. δίνουμε υπόσταση και σε αυτό? Είμαστε π.χ. ας το πούμε «ιδεολογικά αντίχριστοι»?

      «παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Χρήστου του Παρασκευαΐδη, που επιστράτευσε μέχρι και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στον αγώνα ενάντια στον 666, τους «θιασώτες της Ευρώπης» και τους Εβραιομασώνους.»

  6. Ο/Η nikos λέει:

    Τι εννοείτε λέγοντας ότι ο Παρασκευαϊδης επιστράτευσε τους Εβραιομασώνους;

  7. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  8. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  9. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  10. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  11. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  12. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  13. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  14. Παράθεμα: Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis | Χρονογρ

  15. Ο/Η Το ποίημα λέει:

    Ο Καρούζος ήταν άθεος; Εσείς πώς μπορείτε να το ξέρετε;

    Κάποιος δημοσιογράφος είχε ρωτήσει, σε μια συνέντευξη τύπου, νομίζω, για το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», τον Παζολίνι, πώς είναι δυνατόν αυτός, ένας άθεος, να γυρίζει μια τέτοια ταινία. Η απάντηση που πήρε ήταν η εξής: Αν γνωρίζετε ότι είμαι άθεος, τότε με ξέρετε καλύτερα απ’ ό,τι γνωρίζω εγώ τον εαυτό μου.

    Και ύστερα τι θα πει άθεος; Ο οπαδός του Παναθηναϊκού που φωνάζει «ΠΑΟ – Θρησκεία – Θύρα 13», αυτός είναι «άθεος»; Το ότι προβαίνετε σε τέτοιες φρονηματικού τύπου κατηγοριοποιήσεις, ταυτίζοντας την πίστη με «θρησκευτικές πεποιθήσεις», και με τέτοια βεβαιότητα, δεν δείχνει ότι διακατέχεστε από τέτοιες; Σας θυμίζω ότι αυτή που ήξερε τι πιστεύει και τι δεν πιστεύει ο καθένας, ανεξαρτήτως του τι ήξερε το ίδιο το υποκείμενο, ήταν η Ιερά Εξέταση.

    Αναρωτιέμαι προς τι αυτές οι ονομαστικές αναφορές. Είναι για να στηρίξετε έναν ισχυρισμό σας αντλώντας από το κύρος όσων αναφέρετε, χαρακτηρίζοντάς τους; – ποίος είπε ότι η ποίηση δεν είναι χρήσιμη! Ή για να μας ενημερώσετε ότι τον έχετε διαβάσει τον Καρούζο; Και καταλάβατε ότι είναι άθεος. Ωραία, όμως ο νεκρός, πιθανολογώ, θα είχε φάκελο στην ασφάλεια του Μετεμφυλιακού κράτους όσο ζούσε – τότε όλοι ήταν αυτό ή εκείνο, αλλά δυστυχώς μας τρώει το ίδιο και σήμερα.

    Αν ζούσε πάντως είναι βέβαιο ότι θα ήταν καλωδιωμένος και θα σέρφαρε στο ίντερνετ, όπου οι πάντες ξέρουν τα πάντα για τα πάντα και τους πάντες –δι έιτζ οφ ιμφορμέισιον, γαρ– και θα σας απαντούσε αυτοπροσώπως.

  16. Ο/Η Το ποίημα λέει:

    Αυτό ακριβώς, αγαπητέ φίλε. Η αντίρρησή μου είναι ότι για εσάς τα σημαντικά είναι ασήμαντα και τ’ ασήμαντα σημαντικά. Αν δεν ήταν έτσι, και μπορούσατε να τα διακρίνετε, το κείμενο σας δεν θα ήταν τόσο αχρείαστα εκτενές. Νομίζω ότι θα σας απάλλασσε και από τον κόπο να το γράψετε, γιατί θα διαπιστώνατε πως υπάρχουν άλλες προτεραιότητες πολύ πιο επείγουσες. Τώρα ένα τέτοιο μακροσκελές κείμενο αφορά τα μέλη της ομάδας σας, πιθανόν τους όμορους χώρους και τις αντίπαλες ομάδες• δεν μπορεί να πείσει παρά μόνο του ήδη «πεισμένους», ώστε φαίνεται ότι αυτό το οποίο προέχει για εσάς είναι η επιβεβαίωση ορισμένων παραδοχών.

    Η παρατήρησή μου ήταν ότι για εσάς πολύ σημαντικό είναι να ξέρετε. Τόσο που έχετε ανάγκη να ξέρετε ποιος είναι άθεος και ποιος όχι. Όμως αν ξέρετε ότι ο Καρούζος είναι άθεος, αυτό που θα μάθετε ξεφυλλίζοντας τον θα είναι αυτό που ξέρατε ήδη, δηλαδή τίποτα. Το ίδιο αν ξέρετε ότι ο Σολωμός είναι Εθνικός Ποιητής. Αυτό αντίθετα που θα χρειαζόταν, είναι να ξεχάσετε ό,τι ξέρετε. Δηλαδή είναι πρόβλημα δικό σας οι γενικότητες. Αυτοί που πρέπει να συναντήσουν την ποίηση του Καρούζου θα τη συναντήσουν, όπως συμβαίνει μ’ αυτά τα πράγματα, χωρίς να ξέρει κανείς το γιατί.

    Ύστερα, επειδή ο Θεός ήταν πάντα ακριβώς το άρρητο, αυτό που διαφεύγει και δεν μπορούμε να ξέρουμε, το ό,τι για εσάς δεν υπάρχει εξηγείται πολύ απλά, αφού ό,τι δεν μπορείτε να ξέρετε υποεκπροσωπείται, για να το θέσουμε επιεικώς. Βέβαια ένα τέτοιο ερώτημα, ίσως δεν το καταλαβαίνετε, αλλά είναι εκτός θέματος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι έτσι οι άνθρωποι ζούσαν, γιατί έτσι μόνο κανείς το μπορεί, δεχόμενος τη ζωή, που ‘ναι το απρόοπτο, μ’ εμπιστοσύνη όπως έρχεται, χωρίς να ζητάει να ξέρει τα πράγματα που ‘ναι ανεξήγητα. Τότε διαπιστώνει ότι είναι έτοιμος για τη ζωή, την κατάλληλη στιγμή πάντοτε, εκεί που δεν το ‘ξερε.

    Απ’ την άλλη υπάρχει ο Θεός που ξέρουμε, και αυτοί που τον ξέρουν. Αυτό είναι ψυχολογισμός και θωράκιση με βεβαιότητες, του οχυρωμένου Εγώ. Είναι κάτι άλλο από το προηγούμενο, απόλυτη διαστροφή, αλλά εσείς θέλετε να τα ταυτίζεται. Αυτό το κάνετε επειδή θέλετε να ‘χετε έναν εχθρό που να τον γνωρίζετε. Θα μπορούσα να πω απλά ότι θέλετε έναν εχθρό. Κανείς διαλέγει τον εχθρό του για κάποιο λόγο, και όπως συμβαίνει πάντα, στην πορεία του μοιάζει όλο και περισσότερο, στην περίπτωσή σας ειδικά επειδή ο εχθρός αυτός που διαλέγετε είναι τέτοιος που δεν θα μπορούσατε ποτέ να τον αγαπάτε. Ώστε αυτό που μένει είναι το αχαλίνωτο μεταξύ σας σεξ χωρίς αγάπη για να μπορείτε απλά ν’ αναπαράγεστε και οι δύο.

    Κατόπιν αυτών θέλω να πω ότι άθεοι δεν υπάρχουν. Δεν με νοιάζει η σχετική βιβλιογραφία, δεν έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν, ούτε κι εμένα όταν ήμουν κι εγώ άθεος. Ο ίδιος ο Μαρξ ήταν ως γνωστόν ιδρυτής μιας θρησκείας με Θεό τον εαυτό του. Αυτό που υπάρχει σε αφθονία είναι οι πιστοί του δεύτερου αυτού Θεού. Μπορεί να είναι ο Παναθηναϊκός – ή και ο Ολυμπιακός, δεν θα τα χαλάσουμε εδώ• μπορεί να είναι πάρα πολλά πράγματα, γιατί τέτοια είναι η ιδιότητα της πλάνης να προσλαμβάνει ποικίλες μορφές πολλαπλασιαζόμενη. Είναι κυρίως ο απρόσωπος Θεσμός στη Δυσή και η αποτελεσματικότητά του. Πίσω της κρύβεται το αβυσσαλέο κενό. Όμως τα πυρά της κριτικής σας απέναντι σε αυτόν αποδεικνύονται άσφαιρα. Γιατί άραγε;

    Ο ισχυρισμός σας ότι «η Ορθοδοξία τίποτα δεν έχει πλέον να προσφέρει σε πνευματικό επίπεδο», έωλος και εκτός τόπου και χρόνου ήδη και μόνο από το διαχωρισμό αυτού του «πνευματικού επιπέδου» που παρουσιάζεται έτσι αυτονομημένο –ώστε δείχνεται ότι δεν έχετε στην πραγματικότητα ιδέα για το τι μιλάτε–, διαψεύδεται χωρίς να χρειαστεί να σταθούμε ούτε στους «άθεους» που παρουσιάζετε ως απόδειξη, ούτε καν στο ότι θα μπορούσε να αντιπαραθέσει σε αυτό κανείς πολύ περισσότερους ποιητές και στοχαστές “ένθεους” πέραν πάσης αμφιβολίας –και δεν μπορώ εδώ να μην αναρωτηθώ αν έχετε έστω υπ’ όψιν σας το χαμένο κέντρο του Λορεντζάτου, που αν το ‘χετε είναι ακατανόητο πώς μπορείτε να λέτε αυτά που λέτε, ακόμα και αν τον απορρίπτετε προφανώς, δίχως να είστε αδίστακτα ιδεολόγοι, ενώ αν δεν το έχετε, πώς νομίζεται ότι έχετε το δικαίωμα να τ’ αγγίζεται αυτά τα πράγματα–, αλλά από την ίδια την ανάγκη σας να υπερθεματίσετε και να επικαλείστε τέτοιες «αποδείξεις» (διαβάστε αυτό που γράψατε για να δείτε ότι είναι παράλογο και καλά καλά δεν βγάζει νόημα). Το πώς και το γιατί είναι κάτι που δεν θα σας το πω εγώ, αλλά θα πρέπει να το βρείτε μόνοι σας. Αν σας νοιάζει. Σας το εύχομαι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s