Η τάξη των εξειδικευμένων επαγγελματιών

*Απόσπασμα από το κείμενο του Τ. Φρανκ «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

[ … ]

 

Η καλή καταγωγή και τα καλά πτυχία

Στο άρθρο που έγραψε για τους New York Times της 21ης Νοεμβρίου του 2008, αμέσως μετά την πρώτη εκλογική νίκη του Ομπάμα, ο Ντέιβιντ Μπρουκς (David Brooks) χαιρέτιζε τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο για τις ψαγμένες επιλογές προσώπων που ανακοίνωνε τότε για τη μελλοντική του κυβέρνηση. Ο Μπρουκς δεν περιλαμβανόταν ακόμη στους αγαπημένους αρθρογράφους του μέλλοντος προέδρου και το περίφημο «μπρουκσύλλιο» ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν είχε ακόμη φτάσει στο στάδιο της εκρηκτικής έκλυσης αμοιβαίου θαυμασμού που ζήσαμε λίγο αργότερα. Η σπίθα όμως είχε ήδη ανάψει. Κι αυτό που κέρδισε την εκτίμηση του αρθρογράφου ήταν τα ακαδημαϊκά βιογραφικά της υπό διαμόρφωση, ακόμη τότε, ομάδας κυβερνητικών στελεχών και συμβούλων του Ομπάμα. Σχεδόν κάθε όνομα που ανέφερε ο Μπρουκς –οι οικονομικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής ή ακόμη κι η ίδια η Πρώτη Κυρία- ήταν πτυχιούχοι ενός από τα οχτώ πανεπιστήμια της Ivy League, οι περισσότεροι μάλιστα άνω του ενός[1]. Η νέα κυβέρνηση θα ήταν μια «επαινοκρατία», κατά τον αστεϊσμό του Μπρουκς: «η διακυβέρνηση από τους αποφοιτήσαντες με τους καλύτερους βαθμούς του πανεπιστημιακού τους τμήματος».

Από τότε που τον ξέρω ο Μπρουκς επιδεικνύει πραγματική μια εμμονή με τα γούστα και τις συνήθειες των αξιοκρατών της Ανατολικής Ακτής[2]. Μπορεί κάπου κάπου να ‘ναι δεικτικός, ουδέποτε όμως ξεφεύγει πραγματικά από τη θεμελιώδη του πεποίθηση, τούτο το άρθρο πίστης του που καθιστά έναν αρθρογράφο του είδους του τόσο ταιριαστό με το πνεύμα των Νιου Γιορκ Τάιμς: πρόκειται για την ιδέα πως οι απόφοιτοι των καλών πανεπιστημίων είναι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι. Επόμενο ήταν, λοιπόν, ο Μπρουκς να λιποθυμά από συγκίνηση καθώς παρακολουθούσε το υπό σύσταση υπουργικό συμβούλιο και την ομάδα των συμβούλων του Ομπάμα, τον Νοέμβριο του 2008, τότε που παρήλαυναν όλα αυτά τα πτυχία του Χάρβαρντ –Θεέ, μου, τι εγγύηση ταλέντου! «Είμαι βαθύτατα εντυπωσιασμένος από την κυβερνητική μετάβαση του Ομπάμα», εξομολογούνταν. Αναρωτιέστε γιατί; Επειδή «διαλέγουνε τους πιο καταρτισμένους ανθρώπους στην Ουάσινγκτον»: «ανοιχτόμυαλους ανθρώπους» που δεν είναι «φορείς ιδεολογιών» και διαθέτουν μπόλικη «πρακτική δημιουργικότητα». Ήταν «θαυμαστοί επαγγελματίες», ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο επαγγελματικός και γνωστικός τομέας καθενός εξ αυτών.

Βέβαια, τόσο ο Μπρουκς όσο και όλοι οι υπόλοιποι σχολιαστές εκείνης της περιόδου παρέβλεψαν το εξής ουσιώδες μα και στοιχειώδες γεγονός: ότι το να διαλέγει κανείς τόσο πολλούς ανθρώπους με το ίδιο ταξικό υπόβαθρο –ήταν όλοι τους μέλη της τάξης των εξειδικευμένων επαγγελματιών [professionals], όπως είδαμε- μάλλον συνιστούσε εγγύηση πνευματικής κλειστότητας και ιδεολογικής ομοιομορφίας. Αν συνήθως παραγνωρίζουμε τα ταξικά συμφέροντα τούτης της επαγγελματικής τάξης, είναι γιατί δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε όσους εξασκούν εξειδικευμένα επαγγέλματα ως «τάξη». Όπως ακριβώς κι ο Μπρουκς, τους αντιλαμβανόμαστε απλώς και μόνον ως «τους καλύτερους». Πιστεύουμε πως έγιναν ό,τι έγιναν, επειδή είναι υπερβολικά έξυπνοι και ταλαντούχοι, όχι επειδή έχουν αριστοκρατική καταγωγή ή κάτι ανάλογο.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολλοί Αμερικανοί ανακουφίστηκαν και μόνο στη σκέψη πως όλο αυτό το συσσωρευμένο ταλέντο θα αντικαθιστούσε τους ντιλετάντηδες και τους λογής «ημέτερους» που επάνδρωσαν τις κυβερνήσεις Μπους. Περάσαμε δύσκολα χρόνια κατά την οχταετία αυτή· ωστόσο, αν θέλουμε να καταλάβουμε από τι νοσεί πλέον ο προοδευτισμός [liberalism], αν θέλουμε, με άλλα λόγια, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που αποτρέπει τούτο το πολιτικό ρεύμα απ’ το να δράσει ενάντια στην ανισότητα και τι είναι αυτό που μας έχει επαναφέρει σ’ ένα κοινωνικό μοντέλο που μας θυμίζει 19ο αιώνα, ιδού πού πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στις πεποιθήσεις και τα συλλογικά συμφέροντα των εξειδικευμένων επαγγελματιών, δηλαδή στην αγαπημένη εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Ο ιστορικός Κρίστοφερ Λας –τούτο το οντολογικό αντίθετο του Ντέιβιντ Μπρουκς!- παρατηρούσε το 1965 ότι «ο σύγχρονος ριζοσπαστισμός ή προοδευτισμός μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των διανοούμενων»[3]. Σε ό,τι με αφορά, στόχος μου είναι σε αυτό το βιβλίο να ανανεώσω τούτο το ρητό του Λας. Ισχυρίζομαι ότι τα έργα και οι θέσεις του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των μελών της επαγγελματικής τάξης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες; Κατ’ αρχάς, δεν ταυτίζονται με τους «διανοούμενους» του Λας. Η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αποτελείτο κυρίως από συγγραφείς και ακαδημαϊκούς και είχε ως κύριο γνώρισμα την κριτική τοποθέτηση των μελών της απέναντι στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Υπό αυτήν, λοιπόν, την παραδοσιακή χρήση του όρου, δεν υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι διανοούμενοι ώστε να σχηματίσουν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Οι «εξειδικευμένοι επαγγελματίες», από την άλλη, συνιστούν μια πολυπληθή και ευκατάστατη ομάδα. Είναι όλοι αυτοί που εξασκούν τα επαγγέλματα που κάθε γονιός θα επιθυμούσε για το παιδί του. Εκτός από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους κληρικούς, τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς -που συνιστούν τα βασικά επαγγέλματα της κατηγορίας-, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην εν λόγω ομάδα τους οικονομολόγους, τους ειδικούς επί της διεθνούς ανάπτυξης, τους πολιτικούς επιστήμονες, τους μάνατζερ, τους οικονομικούς συμβούλους, τους προγραμματιστές, τους αεροναυπηγούς ή ακόμη και όσους γράφουν βιβλία όπως αυτό εδώ.

Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι μια κοινωνική ομάδα υψηλού κύρους. Ωστόσο θεμέλιο της υψηλής τους θέσης στην κοινωνική ιεραρχία δεν είναι το εισόδημά τους αλλά η μόρφωσή τους. Κυβερνούν επειδή είναι προικισμένοι και έξυπνοι. Ένας καλός κοινωνιολογικός ορισμός της «επαγγελματικής τάξης» είναι πως συνιστά μια «δεύτερη ιεραρχία» -δίπλα στην κύρια ιεραρχία, αυτή του χρήματος- η οποία «βασίζεται στην πιστοποιημένη τεχνογνωσία»[4]. Τουτέστιν, ένα κοινωνικό καθεστώς που στηρίζεται σε βαθμολογίες εξετάσεων και υψηλού επιπέδου πτυχία και προστατεύεται από όλες αυτές τις επαγγελματικές ενώσεις που έχουν σχηματισθεί με τον καιρό προκειμένου να καθορίζουν την ορθή πρακτική, να επιβάλλουν την προσήκουσα επαγγελματική ηθική και να πολεμούν όσους δε διαθέτουν νόμιμη άδεια άσκησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Ένα επιπλέον διακριτικό γνώρισμα των εξειδικευμένων επαγγελμάτων είναι η αυθεντία που ενσαρκώνουν. Ο Ιβάν Ίλιτς, ο εξέχων κοινωνικός κριτικός της δεκαετίας του ’70, όριζε κάποτε τους εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κατόχους της «εξουσίας να επιτάσσουν»[5]. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι αυτοί που γνωρίζουν τα προβλήματά μας και προσφέρουν πολύτιμες διαγνώσεις: προβλέπουν τον καιρό, οργανώνουν τις οικονομικές μας συναλλαγές και καθορίζουν τους κανόνες των αρραβώνων· σχεδιάζουν τις πόλεις μας και χαράσσουν τις κυκλοφοριακές δομές βάσει των οποίων όλοι εμείς οι υπόλοιποι ταξιδεύουμε· γνωρίζουν επίσης πότε κάποιος είναι ένοχος ηθικών ή ποινικών παραπτωμάτων και ποια πρέπει να είναι η ακριβής μορφή της τιμωρίας που η εκάστοτε παράβασή μας επισύρει. Οι δάσκαλοι γνωρίζουν τι πρέπει να μαθαίνουμε. Οι αρχιτέκτονες πώς πρέπει να είναι τα κτήριά μας. Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ποιο πρέπει να είναι το ποσοστό με το οποίο δανείζουν οι Κεντρικές Τράπεζες τις υπόλοιπες τράπεζες μιας χώρας. Οι τεχνοκριτικοί γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και πιο το κακό γούστο.

Και παρ’ όλο που υποκείμεθα όλοι μας σε όλες αυτές τις διαγνώσεις και τις υπαγορεύσεις, οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες δε λογοδοτούν στην κοινωνία αλλά στους ομοίους τους (όπως επίσης, βέβαια, και στους εκάστοτε πελάτες τους). Στην πραγματικότητα ακούν μόνο ο ένας τον άλλον. Τα εξειδικευμένα επαγγέλματα έχουν αυτονομηθεί και δεν είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους όσα τους λένε όσοι δεν ανήκουν στον κύκλο τους. Με αυτόν τον τρόπο χτίζουν και διατηρούν μονοπώλια επί των εκάστοτε καθορισμένων πεδίων τους. Ίσως ο όρος «μονοπώλιο» να ηχεί κάπως βαρύς, ωστόσο είναι γενικά αποδεκτός μεταξύ των κοινωνιολόγων που μελετούν την εξειδίκευση. Σύμφωνα με μια ομάδα κοινωνιολόγων, επί παραδείγματι, η έκφραση «μονοπώληση της γνώσης» αποτελεί τη στοιχειώδη περιγραφή αυτού που κάνουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιορίζουν την είσοδο στους τομείς τους: πιστοποιούν την ειδημοσύνη των γνωστικά μυημένων, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται και απορρίπτουν κάθε αξίωση των «εκτός» ότι η δική τους γνώση είναι επίσης έγκυρη[6].

Είναι προφανές ότι η εξειδικευμένη γνώση συνιστά στοιχείο απαραίτητο για τη λειτουργία του πολύπλοκου κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Είτε πρόκειται για καπενάνιους πλοίων είτε για νευροχειρουργούς, η λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας εξαρτάται σε καίριο βαθμό από την εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Όπως, λοιπόν, τονίζουν οι κοινωνιολόγοι, οι κοινωνίες προσδίδουν στους εξειδικευμένους επαγγελματίες το ανώτερο κύρος που αυτοί κατέχουν έναντι της υπόσχεσης πως θα εκπληρώνουν τις κοινωνικές τους υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα θεωρούνται ανιδιοτελείς ενασχολήσεις και οι τεχνοκράτες ως «κοινωνικοί εντολοδόχοι», καθώς υποτίθεται ότι, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν έχουν ως κίνητρό τους το κέρδος και την απληστία. Αν μας φαίνεται ακόμη κάπως απωθητικό όταν γιατροί ή δικηγόροι κάνουν διαφημίσεις και αν κάποτε οι Αμερικανοί σοκάρονταν κάθε φορά που μάθαιναν πως κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός έπαιρνε χρήματα προκειμένου να παίξει δίσκους που δεν του άρεσαν, είναι ακριβώς επειδή θεωρούμε πως οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα πρέπει να διαπνέονται από ιδεώδη πιο υψηλά από την απλή επιδίωξη προσωπικού κέρδους[7].

Η άνοδος της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προκάλεσε μια εκρηκτική διεύρυνση του φάσματος των εξειδικευμένων επαγγελμάτων. Πολλοί από αυτούς τους «εργάτες γνώσης [knowledgeworkers]» -σύμφωνα με ένα όρο που είναι πολύ της μόδας- δεν εντάσσονται εύκολα στο παραδοσιακό σχήμα. Συχνά είναι μισθωτοί που εργάζονται σε εταιρίες και εκτελούν τις εντολές του διευθυντή τους κι όχι ελεύθεροι επαγγελματίες που εξασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους. Δεν είναι ούτε εργάτες ούτε όμως και καπιταλιστές, με τη στενή έννοια των όρων. Κάποιοι εξ αυτών, ωστόσο, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις δύο αυτές κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι μισθοί ορισμένων από τους λογιστές της τοπικής μας ΔΟΥ είναι αντίστοιχοι με τους μισθούς ενός εργάτη, ενώ οι σχολικοί δάσκαλοι είναι πολύ συχνά μέλη συνδικάτων, όπως κι οι βιομηχανικοί εργάτες. Αντίθετα, στο άλλο άκρο του φάσματος, ορισμένοι τυχεροί «εργάτες γνώσης» της Σίλικον Βάλεϊ φιγουράρουν ανάμεσα στους κορυφαίους καπιταλιστές της χώρας. Αντίστοιχα, το χάσμα ανάμεσα στον διευθυντή ενός κερδοσκοπικού κεφαλαίου [hedge fund] και στους πλούσιους πελάτες του, των οποίων το χρήμα επενδύει, είναι συχνά ιδιαίτερα μικρό. Όπως μας δείχνουν τα δύο τελευταία παραδείγματα, τα ανώτερα κλιμάκια των εξειδικευμένων επαγγελμάτων περιλαμβάνουν πολύ πλούσιους ανθρώπους. Μπορεί οι τελευταίοι να μη συγκρίνονται με τους δισεκατομμυριούχους μετόχους και κληρονόμους της Wal-Mart, ωστόσο διεκδικούν κι αυτοί το μερίδιό τους στη διαχείριση της χώρας[8]. Σε κάθε περίπτωση, τούτες οι δύο δομές εξουσίας, η ιδιοκτησία και η γνώση, συνυπάρχουν –ορισμένες φορές έρχονται σε σύγκρουση αλλά κατά κανόνα συμβιώνουν αρμονικά.

Στόχος αυτού του βιβλίου δεν είναι η ανάλυση της ιδιαίτερης, κάθε φορά, τεχνογνωσίας που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ευρύτερη πολιτική νοοτροπία των μελών της επαγγελματικής τάξης. Όπως παρατηρεί ο πολιτικός επιστήμονας Φρανκ Φίσερ, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα αποτελούν σήμερα κάτι παραπάνω από μια απλή επαγγελματική κατηγορία: «είναι μια ιδεολογία της μεταβιομηχανικής εποχής»[9]. Πολύ συχνά θεωρείται ως το πραγματικό πλαίσιο κατανόησης του σύγχρονου κόσμου. Ταυτόχρονα, ως ιδεολογία, η λογική των εξειδικευμένων επαγγελμάτων συνιστά προνομιακή πηγή πολιτικής εξαπάτησης. Πρώτα και κύρια είναι εγγενώς αντιδημοκρατική, μιας και δίνει προτεραιότητα στις απόψεις των ειδικών σε βάρος των μη ειδικών[10]. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό μέχρις ενός βαθμού –κανείς δε διαφωνεί, για παράδειγμα, με την ύπαρξη κανόνων που ορίζουν ότι μόνο εκπαιδευμένοι πιλότοι έχουν το δικαίωμα να πετούν· τι γίνεται όμως όταν μια ολόκληρη κατηγορία ειδικών παύει να βλέπει τον εαυτό της ως «κοινωνική εντολοδόχο»; Τι συμβαίνει όταν τα μέλη της κάνουν κατάχρηση της μονοπωλιακού τύπου εξουσίας που κατέχουν; Τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να ενδιαφέρονται κυρίως για το συμφέρον τους –όταν δηλαδή αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως τάξη;

 

[ … ]

 

[1] Σ.τ.μ.: Τα πανεπιστήμια της Άιβι Λιγκ βρίσκονται στην βορειοανατολική ακτή των ΗΠΑ και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα και ιστορικότερα της χώρας. Συνεπώς, είναι σήμερα τα πανεπιστήμια με το μεγαλύτερο κύρος και τον πιο ελιτίστικο χαρακτήρα.

[2] Σ.τ.μ.: Αναφορά στην ολιγαρχία της μόρφωσης των βορειοανατολικών, Ατλαντικών πολιτειών των ΗΠΑ, οι οποίες αναπαράγονται κοινωνικά μέσω των πανεπιστημιακών σχολών της Άιβι Λιγκ. Συμβολικό επίκεντρο αυτής της ελίτ είναι η Βοστώνη με τα πολλά της πανεπιστήμια και γι’ αυτό ένα κομμάτι τούτης της ολιγαρχίας αποκαλούνταν παλιότερα και «Βοστωνέζοι Βραχμάνοι» (Boston Brahmins), ώστε, μέσω της αναφοράς στις ινδικές κάστες, να υποδηλώνεται ο κλειστός χαρακτήρας αυτής της ελίτ.

[3] Πρόκειται για ένα κομμάτι από την πρώτη πρόταση του βιβλίου του Λας, The New Radicalism in America 1889-1963 [Ο νέος πολιτικός ριζοσπαστισμός στην Αμερική], N. Υόρκη, Norton, 1965.

[4] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree: Professionals and the Rise of a New Mandarin Order [Η εξουσία των δυνατότερων πτυχίων. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες και η άνοδος ενός νέου μανδαρινάτου], Οξφόρδη, Oxford U. P., 1990, σ. 4.

[5]I. Illich, “Disabling Professions [Τα παραλυτικά εξειδικευμένα επαγγέλματα]”, στον ομώνυμο, συλλογικό τόμο, Λονδίνο, Marion Boyars, 1977, σ. 17.

[6] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree…, ό. π., σσ. 16-17. Σχετικά με τη χρήση εξειδικευμένης γλώσσας και τη συνακόλουθη μυστικοποίηση, βλ. σσ. 92-94. Η κοινωνιολόγος Μαγκάλι Λάρσον σημειώνει ότι «η τεχνητή διατήρηση της σπάνης (στην οποία καταφεύγουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα), συνεπάγεται μονοπωλιακές τάσεις: διατήρηση του μονοπωλίου της τεχνογνωσίας σε επίπεδο αγοράς αλλά και μονοπώληση του κύρους εντός ενός συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας»: M. Larson, The Rise of Professionalism: A Sociological Analysis [Μια κοινωνιολογική ανάλυση της ανόδου της λογικής των εξειδικευμένων επαγγελμάτων], Μπέρκλεϊ, University of California Press, 1977, σ. xvii.

[7]  Σχετικά με τους «εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κοινωνικούς εντολοδόχους», βλ. S. Brint, In an Age of Experts: The Changing Roles of Professionals in Politics and Public Life [Στην εποχή των ειδικών: η αλλαγή του ρόλου των εξειδικευμένων επαγγελματιών στην πολιτική και τον δημόσιο βίο], Πρίνστον, Princeton U. P., 1996, κεφ. 2.

[8] Σ.τ.μ.: Ο Φρανκ αναφέρεται εδώ στην οικογένεια των Walton, οι οποίοι είναι κληρονόμοι της περιουσίας που δημιούργησε ο SamWalton, ιδρυτής της Wal-Mart, του μεγαλύτερου ομίλου καταστημάτων λιανικής πώλησης στις ΗΠΑ. Η συνολική περιουσία όλων των μελών της οικογένειας εκτιμάται (σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε το Forbes τον περασμένο Ιούλιο) στα 149 δις δολάρια. Ωστόσο, το επιχείρημα του Φρανκ δε στέκει, μιας και κανένας από τα μέλη των Γουάλτον δε διαθέτει, μόνος του, περιουσία ανώτερη των 36,5 δις. Αντίθετα, ορισμένοι από τους μεγιστάνες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν περιουσίες λιγότερο ή περισσότερο μεγαλύτερες (83,7 δις ο Γκέιτς, 65,8 δις ο Τζεφ Μπέζος, 50,6 δις ο Ζούκενμπεργκ, 50,3 δις ο Λάρι Έλισον, 39,2 δις o Σεργκέι Μπριν κ.ο.κ.).

[9] F. Fischer, Technocracy and the Politics of Expertise [Τεχνοκρατία και η πολιτική της τεχνογνωσίας], Ν. Υόρκη, Sage Publications, 1990, σ. 104.

[10] Ο Φίσερ συνοψίζει ως εξής την τεχνοκρατική κοσμοαντίληψη: «Ελάχιστοι τεχνοκράτες θα ισχυρίζονταν ότι η δημοκρατία είναι απορριπτέα αυτή καθεαυτή. Αυτό που συνήθως υποστηρίζουν είναι ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ριζικά το περιεχόμενό της, προς μια ιεραρχική και ελιτίστικη κατεύθυνση. Πιστεύουν ότι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία είναι ασύμβατος με την πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (F. Fischer, Technocracy and the Politics, ό. π., σ. 35).

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

One Response to Η τάξη των εξειδικευμένων επαγγελματιών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s