Nεοελληνικό χιούμορ: μεταξύ αυτοσχεδιασμού και αυτοσαρκασμού

*απόσπασμα από το κείμενο του Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός», από το 11o τεύχος του Προτάγματος.

[ … ]

Εδώ η σάτιρα είναι στο αίμα μας. Είμαστε ίσως, από τους λίγους λαούς στην Ευρώπη που χρησιμοποιούμε το χιούμορ ως μέσο αντίστασης. Είναι εξαιρετικά ισχυρό μέσο αντίστασης, το στοιχείο της διατήρησης της εθνικής ταυτότητας του γέλιου μας και του άγραφου κώδικα της σάτιρας.

Χάρρυ Κλυνν

 

Έστω κι έτσι, η συμβολή του παραμένει θεμελιώδης, πράγμα που καταδεικνύεται από το γεγονός πως ένας τόσο αθυρόστομος και υβριστής των πάντων, που συστηματικά γελοιοποιούσε τα ιερά και τα όσια της Φυλής (από την Εκκλησία, τον Μεγαλέξανδρο και τα παραληρήματα περί εθνικής συνέχειας ως τον Σαββόπουλο, τον Θεοδωράκη και τον Νταλάρα) έγινε σχεδόν λαϊκό ίνδαλμα κατά τον θάνατό του, αναγκάζοντας μέχρι και τον Κουμουτσάκο ή τον Καμίνη να γράψουν εξυμνητικές αναφορές στα σόσιαλ μήδια. Είναι προφανές πως η απήχηση του Πανούση θέτει αντικειμενικά το ερώτημα γύρω από τη φύση της νεοελληνικής παράδοσης και κουλτούρας ως πολιτισμού θεμελιωδώς κι ουσιαστικά αρθρωμένου γύρω από την ατάκα αλλά και το χιούμορ γενικότερα, όπου τίποτε δεν είναι ιερό και όσιο κι όλα μπορούν να γελοιοποιηθούν, λες και δεν υπάρχει κανένα ταμπού.

Όπως σημείωνε κάπου κι ο ίδιος ο αποθανών, «πρέπει να διαθέτει φοβερό χιούμορ ο Έλληνας. […] Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την εξουσία. […] Μια ζωή σε θυμάμαι να σκύβεις –όχι από δουλοπρέπεια και φόβο, αλλά σκασμένος στα γέλια, να διπλώνεσαι στα δύο από συστολή μπροστά στον ξεβράκωτο βασιλιά»[1]. Αυτό συμβαίνει, φυσικά, επειδή στα καθ’ ημάς υφίσταται η εξής ιδιαιτερότητα: ενώ υπάρχει βέβαια η εξουσία, δηλαδή αυτό που στις λατινογενείς γλώσσες και στα αγγλικά καλείται power, pouvoir, potere κ.ο.κ. (προερχόμενο απ’ το λατινικό possum, τη ρίζα του potestas) –τουτέστιν η ανισοκατανομή της δύναμης, που καθιστά κάποιους ισχυρότερους και πιο πλούσιους απ’ τους υπόλοιπους–, λείπει η «αυθεντία», το κύρος που σε κάθε οργανωμένη κοινωνία συνιστά την άλω της εξουσίας: αυτό που στις λατινογενείς γλώσσες και στα αγγλικά καλείται authority, autorité κ.ο.κ. και προέρχεται απ’ το λατινικό auctoritas[2]. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε εδώ τα αίτια τούτης της κατάστασης, η οποία πάντοτε εξέπληττε τους Δυτικούς επισκέπτες μας[3]. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι είναι αυτή που μας επιτρέπει να διατηρούμε μια σχεδόν μοναδική δυνατότητα ελευθεροστομίας και κριτικής/γελοιοποίησης των πάντων, αδιανόητη εντός τόσο των πιο οργανωμένων δυτικών κοινωνιών όσο και αρκετών μη δυτικών κοινωνιών που παραμένουν πατριαρχικές ή/και θεοκρατικές.

Γι’ αυτό και μας φαίνεται παράξενο που ένας κωμικός του επιπέδου του Τζέρι Λιούις δήλωνε ότι «ο Πρόεδρος Μπους είναι ο πρόεδρός μου. Δεν θα πω τίποτε αρνητικό για τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Δεν θα το κάνω κι ούτε θα επιτρέψω και στα παιδιά μου να το κάνουν. Αντίστοιχα, όταν έρχομαι στην Αγγλία, μην τολμήσεις να μου κάνεις τίποτε αστεία για τη Βασίλισσα. Πρόκειται για τη Βασίλισσα της Αγγλίας, ηλίθιε! Και ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να ’σαι Βασίλισσα της Αγγλίας;»[4]. Αντίθετα, ήδη από τις απαρχές της διαδρομής μας ως αυτόνομου κρατιδίου, ένας ξένος επισκέπτης συμπέραινε, μιλώντας για τη χαρισματική –κατ’ αυτόν– προσωπικότητα του Καποδίστρια, ότι «Τέτοιες ιδιότητες χρειάζεται να έχει ο κυβερνήτης ενός λαού όπως οι Έλληνες, περισσότερο από την ακαδημαϊκή μόρφωση και την υψιπετή σκέψη. Διατηρώντας τη σατιρική τάση των ξέγνοιαστων προγόνων τους οι σημερινοί Έλληνες γρήγορα ανακαλύπτουν σ’ έναν χαρακτήρα την αστεία ή την αδύναμη πλευρά του και αντί του σεβασμού, που είναι απαραίτητος για την πειθαρχία και την υπακοή, τού συμπεριφέρονται με αστειότητες»[5]. Ο ιδιόμορφος σουρεαλιστικός μηδενισμός του σύγχρονου, παρακμιακού Νεοέλληνα, συνιστά τη σημερινή έκφραση τούτης της συνθήκης, εντός της οποίας η Εξουσία –αλλά κι οι θεσμοί γενικώς– έχουν ελάχιστο κύρος στα μάτια του πληθυσμού και τείνουν με κάθε αφορμή να γίνουν στόχος γελοιοποίησης[6].

Ο Ανρί Μπερξόν τόνιζε ότι «για να κατανοήσουμε το γέλιο, θα πρέπει να το εντάξουμε στον φυσικό του χώρο που είναι η κοινωνία. Πρέπει κυρίως να καθορίσουμε τη χρησιμότητά του, δηλαδή την κοινωνική του λειτουργία. […] Το γέλιο οφείλει ν’ ανταποκρίνεται σε ορισμένες απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής»[7]. Μόνο που μιλούσε γενικότερα, σ’ ένα ανθρωπολογικό επίπεδο, ενώ εμείς θα πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουμε τούτη την πολύ σωστή προτροπή, αναζητώντας την ιδιάζουσα λειτουργία του γέλιου εντός της εκάστοτε δοσμένης κοινωνίας –εν προκειμένω της νεοελληνικής. Κάτι σαν αυτό που έκανε η Αμερικανίδα λαογράφος, Constance Rourke στο βιβλίο της για το Αμερικανικό χιούμορ[8], μέσα από το οποίο η προσπαθεί, μέσω της ανάλυσης του αμερικανικού χιούμορ, να εμβαθύνει στην κατανόηση του αμερικανικού ανθρωπολογικού τύπου γενικώς.

Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός της ατάκας. Διότι εντός μιας κοινωνίας με χρόνια προβλήματα θεσμικής αλλά και δημοκρατικής συγκρότησης, για να πετύχει κανείς οτιδήποτε πρέπει να ’ναι μάγκας, «γάτος», «καπάτσος» και «μαφία» –μιας κι οι επίσημοι θεσμοί δεν λειτουργούν. Ο μόνος τρόπος διάκρισης κι απόκτησης κοινωνικού κύρους για τους μη επιτυχημένους της ζωής είναι η ατάκα και το ευφυολόγημα –τούτες οι εκλάμψεις ευφυίας, οίστρου και διαύγειας που ανατρέπουν για λίγες στιγμές την τάξη του κόσμου.

Αναμφίβολα η νεοελληνική κοινωνία είναι πολιτικώς ξένη προς κάθε μορφή δημοκρατικής συγκρότησης –γι’ αυτό άλλωστε κι οι θεσμοί της δεν λειτουργούν: διότι συνιστά θεμελιώδες στοιχείο κάθε δημοκρατικής κοσμοαντίληψης ο σεβασμός των θεσμών από την πλευρά του πολίτη[9]. Και παρ’ όλα αυτά, σε ανθρωπολογικό επίπεδο είναι εξόχως «δημοκρατική»: καθώς η οθωμανική κατάκτηση δεν ενδιαφέρθηκε να οργανώσει κάποιο ιδιαίτερα περιεκτικό σύνολο ιεραρχικών θεσμών[10], η αναδυόμενη νεοελληνική κοινωνία –μόλις ξεπεταγμένη από τη σταδιακή αποσύνθεση της βυζαντινής κοινωνίας– δεν γνώρισε ποτέ συγκροτημένες ιεραρχικές δομές, οι οποίες χωρίζουν την κοινωνία σε στεγανοποιημένες ομάδες και τάξεις, κι έτσι δεν έμαθε ποτέ να υπακούει «διά δέος» στους εκάστοτε θεσμούς και κρατούντες –υπάκουε μόνο επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς ή λόγω συμφέροντος. Αυτή η ουσιωδώς αταξική κοινωνία, από ανθρωπολογικής απόψεως, συνιστά τη σκηνή εντός της οποίας μπορεί ο καθένας να παίρνει ισότιμα τον λόγο. Εξ ου κι η σημασία βασικών θεσμών της όπως ο ταξιτζής ή ο περιπτεράς (αλλά και παλιότερα ο καφετζής, ο παντοπώλης κ.ο.κ.), οι οποίοι όχι μόνο συλλέγουν και διακινούν περεταίρω φήμες και απόψεις κάθε είδους –στο πλαίσιο μιας αστικοποιημένης εκδοχής κουτσομπολιού, η οποία δεν ασχολείται πλέον με τα συγκεκριμένα πρόσωπα μιας μικρής κοινότητας– αλλά και δημιουργούν οι ίδιοι πρωτογενές περιεχόμενο με τις ατάκες και τις εμπνεύσεις τους.

Ο έτερος μεγάλος αποθανών, ο Χάρρυ Κλυνν, το είχε δείξει εξαιρετικά με την περίπτωση του ταξιτζή, ο οποίος προσφέρει το ταξί του ως δημόσιο χώρο μείξης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ιδεολογιών[11], ενώ κι ο Βέγγος είχε κάνει κάτι αντίστοιχο με το καφενείο, παρουσιάζοντάς το ως «λαϊκό πανεπιστήμιο»[12]. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα τέτοιας «αγοράς» των τελευταίων ετών είναι φυσικά και το περίφημο «Καφενείο των φιλάθλων» του Γ. Γεωργίου στις ποικίλες του εκδοχές. Πρόκειται για ένα θετικό, ανθρωπολογικώς δημοκρατικό στοιχείο, καθώς βασίζεται στην απουσία κάθε οργανωμένης ολιγαρχίας της γνώσης και της επιστήμης. Εντός αυτού, ο καθείς νιώθει ελεύθερος να πει και ν’ αναπτύξει διά μακρών την άποψή του, μιας και καμία κοινωνική ομάδα «ειδικών» και επαϊόντων δεν διαθέτει το κύρος εκείνο που θα της επέτρεπε να διεκδικεί το μονοπώλιο της γνώσης και της εκφοράς γνώμης. Η τσαρλατανίστικη τροπή που παίρνει συνήθως αυτή η τάση συνιστά το πιο εύφορο έδαφος για την ανάδυση ενός λαϊκού χιούμορ δίχως ιερό και όσιο, στο πλαίσιο του οποίου η αγορά, ως τόπος δημόσιας εμφάνισης, γίνεται κυρίως αντιληπτή ως σκηνή πάνω στην οποία αριστεύει κανείς διά μέσου της ατάκας και του ευφυολογήματος.

[ … ]

[1] Τζ. Πανούσης, Magic Baf, ό. π., σ. 269.

[2] Σχετικά με τούτη τη θεμελιώδη διάκριση, βλ. το κείμενο της H. Arendt, «Τι είναι αυθεντία», Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, Αθήνα, Λεβιάθαν, 1996.

[3] Χαρακτηριστική η εξής παρατήρηση του Εντμόντ Αμπού: «Η εξουσία δεν ξέρει να γίνεται σεβαστή και μοιάζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Με δυο λόγια, όλα συμβάλλουν για να γίνεται ο ελληνικός λαός ο πιο απείθαρχος λαός της γης. […] Ρωτήστε έναν Έλληνα για όλα τα μεγάλα ονόματα της χώρας του. Κανέναν δεν θα αφήσει χωρίς να τον λερώσει με το άγγιγμά του. Ο τάδε έχει προδώσει, ο δείνα έχει κλέψει, ένας άλλος οργάνωσε δολοφονίες» (Η Ελλάδα του Όθωνος [1854], μτφρ. Α. Σπήλιου, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 67).

[4] “My dream is to be perfect”, συνέντευξη στον Guardian, http://www.theguardian.com, 8/4/2004.

[5] Κ. Μ. Μπαζίλι, Ένας Ρώσος στην Ελλάδα του Καποδίστρια. Το Αρχιπέλαγος και η Ελλάδα στα 1830-1831 (1834), μτφρ. Ο. Τσυμπένκο, επ. Κ. Ι. Τσαούσης, Αθήνα, Καλέντης, 2000, σ. 133.

[6] Ο περίφημος συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ με το γυαλί ηλίου, την κομπολόγα και το πόδι πάνω στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, που τόσα σχόλια κι αντιδράσεις προκάλεσε, συνιστά βέβαια μια κίνηση μηδενιστική αλλά και ταυτοχρόνως ουσιωδώς αντιμιλιταριστική κι αντιεθνικιστική.

[7] H. Bergson, Le rire. Essai sur la signification du comique, Œuvres, Παρίσι, PUF, 2001, σ. 390 (ελλ. έκδοση: Το γέλιο. Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού, μτφρ. Β. Τομανάς, Αθήνα, Εξάντας, 1998).

[8] C. Rourke, American Humor. A Study of the National Character (1931), Ν. Υόρκη, NYRB Classics, 2004.

[9] Πρόκειται για το περίφημο «διά δέος» του Θουκυδίδη, από τον Επιτάφιο του Περικλή (Θουκυδίδης, ΙΙ, 37): «σαν πολίτες είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους» (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή).

[10] Βλ. σχετικά, Β. Ι. Φίλιας, Κοινωνία και εξουσία στην Ελλάδα, τ. 1, Η νόθα αστικοποίηση: 1880-1864, Αθήνα, Gutenberg, 1996.

[11] Στην περίφημη «κούρσα» από το Made in Greece με πελάτες τους Κ. Φέρρη, Γ. Κακουλίδη και Δ. Σαββόπουλο.

[12] Στην ταινία Τρελός και πάσης Ελλάδος (1983), όπου, καφετζής ο ίδιος, προεδρεύει κυριολεκτικά επί των συνεδριάσεων του πανεπιστημίου του αυτού.

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s