Το αδιέξοδο της αναρχικής κουλτούρας και η έλλειψη αυτοκριτικής

*απόσπασμα από το κείμενο «Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου» (α΄ μέρος) από το 11ο τεύχος του Προτάγματος

[ … ]

Ο Χώρος εντός της ελληνικής κοινωνίας: 4 χαμένες δεκαετίες;

Όπως έχουμε ξαναγράψει, δεδομένων των ιδεολογικών και κοινωνικών συσχετισμών της Μεταπολίτευσης, αλλά και της δομής του ελληνικού Κράτους, ο αναρχικός χώρος θα έπρεπε να είχε εκμεταλλευτεί ορισμένες ευνοϊκές για αυτόν πολιτικές συνθήκες ώστε να αποκτήσει μια κάποια απήχηση στην κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε πως συνεχίζει να παραμένει, ουσιαστικά, μια νεανικού τύπου υποκουλτούρα, δίχως ουσιαστικά κοινωνικά ριζώματα, εσωστρεφής και ουσιωδώς ή «δομικά» αυτοαναφορική. Οι αναρχικές ή ελευθεριακές ιδέες δεν έχουν διαδοθεί παρά ελάχιστα έξω από τα πλαίσια ενός κομματιού της νεολαίας και το ίδιο ισχύει και για την τελευταία δεκαετία, παρά την σταδιακή –και ολοένα αυξανόμενη στην περίοδο της κρίσης– απονομιμοποίηση και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και των θεσμών που το στηρίζουν. Ακόμα και στη σημερινή κατάσταση πρωτοφανούς απαξίωσης αποτελεσματικότητας της όποιας πολιτικής αντιπροσώπευσης, ο κόσμος περισσότερο δείχνει να οδηγείται προς ένα καθεστώς κυνικής απάθειας και μηδενισμού παρά να στρέφεται προς ελευθεριακές ή δημοκρατικές επιλογές. Κι όσο κι αν αποτελεί μια βολική εξήγηση το ρίξιμο του φταιξίματος γενικά κι αόριστα στον λαό, μέσω της λογικής του ότι «ο κόσμος δεν τραβάει, είναι βολεμένος, και φέρει την πλήρη ευθύνη», πιστεύουμε πως στη σημερινή συγκυρία ισχύει μάλλον το «και ο γιαλός είναι στραβός και εμείς (ως πολιτικοί χώροι) στραβά αρμενίζουμε». Έτσι, αντί ο Χώρος να έχει καταφέρει να επηρεάσει προς μια περισσότερο πολιτική κατεύθυνση τον διάχυτο, στη νεοελληνική κοινωνία, καθημερινό «αντικρατισμό», δείχνει να έχει ο ίδιος αφομοιώσει τα πιο λούμπεν χαρακτηριστικά του τελευταίου.

Είναι εντυπωσιακό –αλλά και λίγο πολύ αναμενόμενο δεδομένου των όσων ισχυριζόμαστε εδώ– πως την πρώτη φορά που ο Χώρος αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μη ευνοϊκό γι’ αυτόν, δείχνει να ξεπερνιέται από την ιστορία. Διότι τι άλλο σηματοδοτεί η είσοδος στο καθεστώς κρίσης, από το 2010 κι εξής; Αν δούμε τα πράγματα από κοινωνικοϊστορική σκοπιά, ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά μετά την πτώση της Χούντας κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα, αφενός, της μαζικής φτώχειας και της διάψευσης των ονείρων περί μιας κατακτημένης και ανεξάντλητης ευημερίας, και, αφετέρου, του κρατικού αυταρχισμού αλλά και μιας δεξιάς αντεπίθεσης σ’ επίπεδο ιδεολογικό (είτε πρόκειται για τη δεξιά στροφή της ΝΔ ως αποτέλεσμα του παραγκωνισμού των καραμανλικών στελεχών από τη συμμαχία νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών είτε για την χρυσαυγίτικη και λοιπή Ακροδεξιά). Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια μοναδική και πρωτόγνωρη περίοδο πολιτικής σταθερότητας και φιλελευθεροποίησης, από τη μια πλευρά, αλλά και ανόδου του βιοτικού επιπέδου για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, από την άλλη, συνοδευόμενη από μια σαφή κυριαρχία των αριστερών ιδεών σε ιδεολογικό επίπεδο. Και είναι μέσα σε αυτά τα ιδιαίτερα ευνοϊκά κι επιτρεπτικά πλαίσια που γεννιέται ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι ο Χώρος θα έχει καταφέρει να αποκτήσει κάποιο στοιχειώδες κοινωνικό έρεισμα και να εδραιώσει τη θέση του, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτές τις οποίες βιώνουμε με την κρίση. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν φαίνεται να έγινε. Mάλιστα ο Χώρος φαίνεται να οπισθοχώρησε, ως προς τα κοινωνικά του ερείσματα, ξεμένοντας μόνο με ορισμένα κομμάτια μιας μηδενιστικών –στα όρια του αντικοινωνικού– τάσεων νεολαίας. Όσο κι αν μετά το 2008 και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ένας κόσμος στις παρυφές του φαίνεται να  κινητοποιείται πιο ενεργά και δυναμικά, για την πλειοψηφία της κοινωνίας η –έστω επιφυλακτική– στήριξη αυτού του τύπου της πολιτικής δραστηριοποίησης ακούγεται μάλλον σαν παραμύθι.

Σήμερα, με το περίφημο «τέλος της Μεταπολίτευσης» και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που αυτό συνεπάγεται, θα πρέπει επιτέλους να στοχαστούμε πάνω στο μοντέλο δράσης και πολιτικής παρουσίας που ακολουθήθηκε καθ’ όλη αυτήν την περίοδο. Είναι αυτονόητο πως σήμερα που οι συνθήκες αλλάζουν τόσο ριζικά σε σχέση με το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο εντός του οποίου πρωτοαναδύθηκε αλλά και ανδρώθηκε ο αναρχικός χώρος, χρειάζεται να αλλάξουν και τα κληρονομημένα μοντέλα σκέψης, δράσης και ομιλίας.

Η αλλεργία στην κριτική

Όλα αυτά μπορεί να συζητιούνται από εδώ κι από ’κει στους κόλπους και τα πέριξ των Εξαρχείων, ωστόσο αυτού του είδους οι κουβέντες, ακόμα κι όταν δεν περιορίζονται σε μισόλογα, παραμένουν στενά προσωπικού χαρακτήρα και ποτέ δεν εκφράζονται δημόσια και συγκροτημένα, μιας και προτιμάται η λύση των «κλειστών» ηλεκτρονικών λιστών συζήτησης, στο πλαίσιο μιας νοοτροπίας ομερτά η οποία απορρέει από τη γενικότερη αυτογκετοποίηση του Χώρου και τη θεμελιώδη του καχυποψία απέναντι στην κοινωνία. Αν κανείς τονίσει την ανάγκη τέτοιων κριτικών ενδεχομένως να βρει και ευήκοα ώτα, ωστόσο ποτέ η κριτική δεν θα φτάσει ως εκεί που πρέπει, ενώ, παράλληλα, ακόμη κι όσα από τα μέλη του Χώρου τη βλέπουν με συμπάθεια, δύσκολα θα βγουν μπροστά τα ίδια να υπερασπιστούν τέτοιες απόψεις. Η ένσταση, που συχνά λαμβάνουμε ως απάντηση είναι η εξής: «Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι και σοβαροί άνθρωποι μέσα στον Χώρο κι είναι λάθος να προβαίνουμε σε ισοπεδωτικές κρίσεις· εξάλλου όλα αυτά που περιγράφετε κι αναλύετε αφορούν κυρίως το στενότερο κομμάτι του στενά εξαρχειώτικου Χώρου, ο οποίος εκ των πραγμάτων, μιας και δεν έχει τοπικό ρίζωμα, ρέπει προς τον ανεύθυνο ιδεολογικό μαξιμαλισμό, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην επαρχία ή ακόμη και σε τοπικά εγχειρήματα των γειτονιών της Αθήνας, όπου οι σύντροφοι αναπτύσσουν δράση μέσα και δίπλα στις τοπικές κοινωνίες». Δεν αρνούμαστε πως αυτή η ανάλυση έχει βάση. Αυτό που θέλουμε, εντούτοις, να υπογραμμίσουμε είναι το γεγονός πως, για λόγους που δεν μπορούμε εδώ να αναλύσουμε, τον γενικό τόνο τον δίνει πάντοτε το «εξαρχειώτικο» κομμάτι του Χώρου, ακριβώς επειδή όλες οι υπόλοιπες συνιστώσες πιστεύουν πως οι ίδιες κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, δίχως να θεωρούν πως πρέπει να γίνει ανοιχτή, δημόσια και συγκροτημένη κριτική στα νοσηρά φαινόμενα που όλοι γνωρίζουμε αλλά κανείς δεν καταγγέλλει. Πολλώ δε μάλλον που ορισμένες πρακτικές και ιδεοληψίες που θα συζητήσουμε στη συνέχεια (τα «μπάχαλα», ο «αντιμπατσιμός» κ.λπ.) υιοθετούνται και ακολουθούνται από το σύνολο του Χώρου, ασχέτως του πώς μπορεί κάθε συνιστώσα του να ενεργεί σε γενικότερο επίπεδο[1].

Η βασική αντίδραση που προβάλλει συνήθως κάποιος που προσδιορίζεται ως μέλος του Χώρου σε αυτές τις αιτιάσεις είναι να απαριθμήσει τις δράσεις των ομάδων που τον συναπαρτίζουν: από τα «βασικά», όπως η αλληλεγγύη σε συλληφθέντες και απολυμένους και η αντιπαράθεση σε επίπεδο δρόμου με τη ΧΑ και τις διάφορες νεοφασιστικές παραφυάδες της, μέχρι πιο καθεαυτό πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως τα στέκια και οι καταλήψεις, οι διάφορες συνεργατικές κολεκτίβες, η συμμετοχή σε λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.

Σωστά· μόνο που κανείς δεν αμφισβήτησε πως γίνονται όλα αυτά τα πράγματα, ασχέτως του αν: α) ο τρόπος με τον οποίο γίνονται είναι συχνά πολύ προβληματικός· β) ορισμένες από αυτές τις δράσεις ή τις συνήθειες (όπως π.χ. τα περίφημα στέκια και οι καταλήψεις) δεν είναι απαραιτήτως ή απολύτως θετικές, από πολιτική άποψη, καθώς δεν έχουν τίποτε το εγγενώς ελευθεριακό (όπως φαίνεται απ’ το γεγονός πως τις υιοθετούν με μεγάλη επιτυχία φασιστικές οργανώσεις σαν την ιταλική Casa Pound[2])· γ) πολλές από τις εκστρατείες αλληλεγγύης και στήριξης σε συλληφθέντες ή κρατούμενους δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης, αν ο Χώρος δεν επιδιδόταν με τέτοια ζέση σε παντελώς άχρηστες πρακτικές όπως, λόγου χάριν, οι θεαματικού τύπου οδομαχίες με τα ΜΑΤ σε κάθε πορεία ή δεν κατατρυχόταν από βλακώδεις εμμονές όπως η αναγκαιότητα της «βίας» και της ένοπλης δράσης. Παρ’ όλα αυτά, αλλού είναι το πρόβλημα και ήδη αυτή η ενστικτωδώς αμυντική στάση αποδεικνύει την πρωτοκαθεδρία των τάσεων που προσπαθούμε να περιγράψουμε: Η κριτική αντιμετωπίζεται ως απειλή, ως αμφισβήτηση των κόπων και των προσπαθειών του κόσμου που συμμετέχει σε αυτά τα εγχειρήματα. Κι έτσι η πολιτική συζήτηση σχεδόν καταργείται στο όνομα του σεβασμού μιας άγραφης αγωνιστικής ηθικής: «καλά αυτά που λέτε, αλλά οι σύντροφοι ρισκάρουν τον κώλο τους»· «λες αυτά που λες, επειδή δεν έχεις δικούς σου ανθρώπους στη φυλακή»[3] κ.λπ.

Ο Χώρος αποφεύγει την αυτοκριτική όπως ο Διάολος το λιβάνι και μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις έχει ψελλίσει, με απροθυμία και μέσα απ’ τα δόντια του, ορισμένες μισοκριτικές, όπως κατά τα γεγονότα της Μαρφίν. Η συνήθης του στάση απέναντι στην κριτική συνίσταται είτε στην άρνηση του προβλήματος, μέσα από χονδροειδή και αστεία επιχειρήματα (του τύπου «εδώ καταστρέφονται ζωές κι εσείς ασχολείστε μ’ ένα νεοκλασικό που κάηκε», «κι ο Γοργοπόταμος είχε παράπλευρες απώλειες» κ.λπ.), είτε στην άσκηση λεκτικής ή και σωματικής βίας. Η περίπτωση του «Κάιν» είναι γνωστή σε όλους και δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση το γεγονός πως, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί (με βιαιοπραγίες εναντίον του), τολμούν ορισμένοι να του ασκούν κριτική με ύφος που μας θυμίζει τις καλύτερες εποχές των σταλινικών φυλλάδων, όταν εγκαλούσαν στην τάξη τους διαφωνούντες και τους αποστάτες[4]. Γνωστές είναι επίσης ιστορίες με απειλές προς βιβλιοπωλεία, επειδή προέβαλαν βιβλία ή ιδέες με τα οποία ή τις οποίες διάφοροι δεν συμφωνούσαν, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την επίθεση με βαριοπούλα ενάντια στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στη Θεμιστοκλέους.

Αν καταφέρουμε και αποφύγουμε τέτοιες δυσάρεστες παρεκτροπές και παραμείνουμε στο επίπεδο μιας κατά το δυνατόν πολιτισμένης κουβέντας, θα διαπιστώσουμε τότε πως, πολύ συχνά, η κριτική δεν γίνεται καν αντιληπτή, εφόσον το σάβανο της ιδεολογίας είναι τόσο ασφυκτικό που αμέσως ο νους ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά που ενεργούν διά του αντιπερισπασμού: «ναι αλλά ο καπιταλισμός κάνει αυτό, το Κράτος κάνει εκείνο». Λες και δεν μπορεί κανείς να παραμένει πολέμιος του «Κράτους και του Κεφαλαίου», δίχως, από την άλλη πλευρά, να συμφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο (δεν) ασκεί πολιτική ο Χώρος! Αυτή η λογική μας θυμίζει τη γραφειοκρατική μη-σκέψη της Αριστεράς, για την οποία, αν δεν είναι κανείς με τον καπιταλισμό ή με τη Δύση στη σημερινή της εκδοχή, πρέπει απαραίτητα να συντάσσεται με το εκάστοτε «αντίπαλο δέος» (δηλαδή με το σταλινικό μπλοκ και τους τριτοκοσμικούς-αντιδυτικούς εθνικισμούς, παλιότερα, και με τον –δήθεν αντιιμπεριαλιστικό– ισλαμισμό σήμερα).

[ … ]

[1] Είναι χαρακτηριστικό των όσων λέμε πως, ακόμη και τα κείμενα που –έστω σε επίπεδο λόγου και θεωρίας– ασκούν σωστή κριτική σε πρακτικές όπως τα «μπάχαλα» και εμμονές όπως η θεοποίηση της «εξέγερσης» και της καταστροφικότητας, στην πραγματικότητα απλώς καλούν σε μια πιο λελογισμένη χρήση όλων αυτών των πρακτικών και των σχημάτων, αδυνατώντας να βγουν από το κεντρικό σχήμα της «κοινωνικής αντί-βίας», το οποίο και τα δικαιολογεί, θεμελιώνοντάς τα θεωρητικά. Βλ. π.χ. το κείμενο της Αναρχικής Ομάδας Cumulonimbus από την Κέρκυρα, «Κείμενο με αφορμή τον “Μαύρο Δεκέμβρη”», περ. Γη & Ελευθερία, τ. 2, Μάρτιος 2016.

[2] Βλ. σχετικά με αυτήν την οργάνωση και τις πρακτικές της το κείμενο του Μάρκο Ζερμπίνο, «Casa Pound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα», περ. Λεύγα, τ. 8, Σεπτέμβριος 2012.

[3] Όπως ειπώθηκε σε κουβέντα στο αθηναϊκό Indymedia (https://athens.indymedia.org/post/1543186/), κατά την προσπάθεια ενός χρήστη να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο διοργανώθηκε η απεργία πείνας της περιόδου.

[4] Βλ. το κατάπτυστο κείμενο «Ο Κάιν επέστρεψε και ζητά συγχώρεση» που δημοσίευσε η ιστοσελίδα Provo.gr (5/5/2015). Σε ό,τι μας αφορά, διαφωνούμε με τον πασιφισμό και τις σχετικές υπερβολές του Κάιν. Ωστόσο δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίσουμε το ήθος του και τη συνέπειά του ως αγωνιστή. (Ο «Κάιν» –κατά κόσμον Παναγιώτης Παπαδόπουλος– είναι ιστορική μορφή της εγχώριας Αναρχίας που έχει έρθει κατ’ επανάληψη σε κόντρα με το σύνολο σχεδόν της τελευταίας εξ αιτίας των απόψεών του περί βίας αλλά και του τρόπου με τον οποίο συχνά τις υπερασπίζεται –συμμετοχή σε τηλεοπτικά πάνελ, συνεντεύξεις κ.ο.κ.)

Advertisements
Posted in Κείμενα | 12 Σχόλια

Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και τα πολιτικά ζητήματα που μας θέτει

 

Η εξέγερση των ελίτ κι οι νέες κοινωνικές πολώσεις
Αν κάτι χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες των τελευταίων δεκαετιών είναι ολοένα και πιο έντονη πόλωση μεταξύ δύο κοινωνικών κατηγοριών: από τη μια της ολιγαρχίας και των ανώτερων μεσοστρωμάτων των μεγάλων αστικών κέντρων που υιοθετούν ιδεολογικά και καρπώνονται υλικά την κοινωνική κινητικότητα που τους προσφέρει η παγκοσμιοποίηση· από την άλλη φτωχές ή μικρομεσαίες τάξεις, αποκλεισμένες στην «περιφέρεια» των global «μητροπόλεων», που αισθάνονται παραπεταμένες στο περιθώριο αυτού του κατακερματισμένο κόσμου. Πρόκειται για ένα σχήμα με το οποίο έχουμε προσπαθήσει αλλού να εξηγήσουμε τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, από την άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς μέχρι το Μπρέξιτ και την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ.

Χάριν συντομίας, θα λέγαμε πως η βαθιά μετάλλαξη της σύγχρονης οικονομίας και η σύστοιχή της παρακμή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα παραγωγής απολήγουν σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο πολιτισμικό χάσμα. Από τη μια πλευρά όσοι ασκούν επαγγέλματα «αιχμής» καταφέρνουν να ακολουθήσουν τον ρυθμό εξέλιξης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Από την άλλη, οι εργάτες, οι αγρότες και όσοι ασκούν επαγγέλματα που η εξέλιξη των δυτικών οικονομιών αχρηστεύει (από τον υδραυλικό, τον μηχανικό αυτοκινήτων, τον ξυλουργό και τον επαγγελματία οδηγό, μέχρι τον κατώτερο δημόσιο υπάλληλο και τον μικρέμπορο) δεν βιώνουν μόνο μια δραστική πτώση του επιπέδου ζωής αλλά την πραγματικότητα της εξαφάνισης ενός ολόκληρου κοινωνικού μοντέλου που οδηγεί αναπόφευκτα και στην δική τους εξαφάνιση. Οι κοινωνικές αυτές κατηγορίες έχουν μέχρι τώρα επιδείξει πιο «συντηρητικά» αντανακλαστικά, με την έννοια όχι της αξιακής οπισθοδρόμησης αλλά της προσκόλλησης σε ένα φθίνον κοινωνικό μοντέλο που όμως έδινε νόημα στην ύπαρξή τους. Φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ ή το Μπρέξιτ εκφράζουν –έστω, στρεβλά- ακριβώς αυτή την ανάγκη πολιτισμικής αλλά και υλικής προστασίας. Αντιθέτως, η πρώτη κατηγορία συσπειρώνεται γύρω από νεοφιλελεύθερες αξίες και πολιτικές, είτε με την αριστερή είτε με την δεξιά τους παραλλαγή, με σκοπό να ενισχύσει την κοινωνική εκείνη τάση που την κρατά ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία και πραγματώνει τις αξίες της.

Εξέχων εκφραστής της τελευταίας κοινωνικής κατηγορίας, ο Μακρόν, φετιχιστής της start-up επιχειρηματικότητας και υμνωδός της παγκοσμιοποίησης, εξελέγη από τα «κοσμοπολίτικα» στρώματα των μεγάλων πόλεων, με βασική, μάλιστα υπόσχεση να ανανεώσει και να σώσει την Ευρώπη, η οποία απειλείται θανάσιμα από την εκλογή του Τράμπ και το Μπρέξιτ, αλλά και να «μεταρρυθμίσει» τη Γαλλία προς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Στην αντίπερα όχθη, έκφραση της πρώτης κοινωνικής κατηγορίας, είναι τα Κίτρινα Γιλέκα. Γι’ αυτό κι η σύνθεση του κινήματος, βάσει των μέχρι τώρα πληροφοριών, έχει άξονα τα μεσαία στρώματα και δη τα κατώτερα εξ αυτών. Βάσει των ρεπορτάζ και των «μαρτυριών» από συμμετέχοντες που έχουμε δει, πλείστα επαγγέλματα διανθίζουν τη λίστα: αυτοαπασχολούμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι, φορτηγατζήδες και υδραυλικοί, φοιτητές, μικροστελέχη κ.ο.κ. Τον τόνο έδωσαν, αρχικά, σε συμβολικό επίπεδο, ελεύθεροι επαγγελματίες της «περιφέρειας» που χάνουν ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους λόγω του κόστους των καυσίμων που καταναλώνουν για επαγγελματικούς λόγους. Σύμφωνα με μια πρώτη έρευνα που διεξήχθη, πρόκειται για ηλικίες μεταξύ 35 και 64 χρονών (και στη συνέχεια 24-35), κατά κύριο λόγο υπάλληλους και επαγγελματικά «ανενεργούς» κι εν συνεχεία εργάτες και μικροβιοτέχνες-αυτοαπασχολούμενους, όπως κι ένα μικρό αριθμό μεσαίων στελεχών, με μέσο όρο μισθού τα 1700 ευρώ (που για τα γαλλικά δεδομένα ισοδυναμεί περίπου με ενάμιση κατώτατο μισθό).

Παρ’ όλο που το Κίνημα, για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια, είναι ως τώρα αρκετά ασαφές ως προς τις βλέψεις και τον χαρακτήρα του, μπορούμε να το εντάξουμε στην κατηγορία των κινημάτων-βέτο: πρόκειται, δηλαδή, για κίνημα δίχως θετικό περιεχόμενο, που έχει ως βασική του κατεύθυνση τη διαμαρτυρία ενάντια στις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Εν προκειμένω –απ’ ό,τι προκύπτει από τα συνθήματα που έχουμε δει ν’ αναγράφονται στους τοίχους των γαλλικών πόλεων αλλά και στα πανό των διαδηλωτών, όπως επίσης και από τις διάφορες λίστες «αιτημάτων» που έχουν εμφανιστεί– πρόκειται για μια «σοσιαλδημοκρατικής» κατεύθυνσης κριτική στις πολιτικές σταδιακής αποδόμησης του κοινωνικού κράτους, αν και αυτό που προέχει –σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα– είναι η «αύξηση της αγοραστικής δύναμης» κι η «μείωση των φόρων». Χωρίς να είναι κανείς εναντίον τέτοιων διεκδικήσεων, αυτό που φρονούμε ότι προέχει δεν είναι να πάρουμε ξεκάθαρα θέση υπέρ ή κατά αλλά να προσπαθήσουμε να διαυγάσουμε την πραγματικότητα. Η επιλογή στρατοπέδου και η μάχη χαρακωμάτων έχει νόημα μόνο για τα κόμματα, τις σέχτες και τους πολιτικούς χώρους και γίνονται κυρίως για εσωτερική κατανάλωση. Άλλωστε, οι χώροι αυτοί βρίσκονται σε παρακμή και αδυνατούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τις εξελίξεις.

 

 

 

 

Ενάντια στην πολιτική των ταυτοτήτων

Το σίγουρο είναι πως χρειαζόμαστε ένα πιο δίκαιο σύστημα. Συμμετέχουν και ακροδεξιοί στο κίνημα; Ε και; Στη Γαλλία υπάρχουν κι ακροδεξιοί κι εδώ είναι ολόκληρος ο λαός που διαδηλώνει.

(Λεγόμενα ενός συμμετέχοντα στις διαδηλώσεις στο Παρίσι)

Βέβαια, εδώ στην Ελλάδα η ανάλυση των γεγονότων αντικαθίσταται από την προσπάθεια μικροπολιτικής εκμετάλλευσης της επικαιρότητας με σκοπό τη δικαίωση της εκάστοτε ιδεολογικής και πολιτικής μας ταυτότητας. Αντί να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει, αρκούμαστε απλώς να εφαρμόζουμε προκαθορισμένα σχήματα επί της πραγματικότητας. Έτσι, από τη μια μεριά έχουμε ορισμένες εκδοχές του εγχώριου νεολαιίστικου αναρχοαριστερισμού που έσπευσαν να κατεβάσουν τη γνωστή γραμμή περί «φασιστών» και «εθνικού κορμού» -τα Κίτρινα Γιλέκα δεν είναι απλά «φασίστες» (όπως έχουν βγάλει το φιρμάνι από την αρχή των κινητοποιήσεων οι Γάλλοι αναρχικοί και «Αντιφά») αλλά βασιλόφρονες· από την άλλη πλευρά, έχουμε τη συμμετρικώς αντίθετη θέση η οποία προφανώς αντιλαμβάνεται το κίνημα ως μια μορφή «πατριωτικής» κριτικής στην παγκοσμιοποίηση και τις «εθνομηδενιστικές ελίτ». Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η πολιτική «ανάλυση» συνίσταται απλώς στη διατράνωση μιας απόρριψης ή υποστήριξης, εξίσου άκριτης σε αμφότερες τις περιπτώσεις, λες κι επρόκειτο να διαλέξουμε ποδοσφαιρική ομάδα, ενώ βασίζεται και σε έλλειψη πληροφόρησης [1].

Βλέπουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό δείγμα του εξαιρετικά δυσυπέρβατου πολιτικού αδιεξόδου της εποχής μας: τη συνήθεια να αντιλαμβανόμαστε και ν’ αποτιμούμε την εκάστοτε πολιτική επικαιρότητα με κριτήρια που προκύπτουν όχι από έναν κατά το δυνατόν ορθολογικό στοχασμό, αλλά από προσωπικές προτιμήσεις πολιτιστικού κι αισθητικού τύπου. Πιο συγκεκριμένα: οι αντιμικροαστικών συμπαθειών αναρχικοί και λοιποί φαρμακόγλωσσοι αντιεθνικιστές, με τις αναλύσεις τους περί «εθνικού κορμού», «σκουληκιών μικροαστών» και «λαϊκού καθωσπρεπισμού» (!!), νιώθουν αλλεργία απέναντι σε οποιοδήποτε κίνημα απαρτίζεται από «πρωτοκοσμικούς», «λευκούς» και «μεσοστρώματα», μιας και τους αντιλαμβάνονται ως μια σύγχρονη εκδοχή των «γυναικοκτόνων» μικροαστών που στήριξαν τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 από την αντίπερα όχθη, οι εκπρόσωποι του «δημοκρατικού πατριωτισμού», λόγω της απέχθειάς τους για τις «κοσμοπολίτικες» κι «εθνομηδενιστικές» ελίτ, συντάσσονται με οποιονδήποτε τούς αντιτίθεται -ή καμώνεται ότι τους αντιτίθεται (από τον αντιμακεδονικό εθνικισμό μέχρι τα Κίτρινα Γιλέκα)-, ασχέτως του πολιτικού περιεχομένου των αιτημάτων και των διεκδικήσεών τους.

Οι λεγόμενες «πολιτικές ταυτότητας (identity politics)» μπορεί να εκφράζουν, ρητά και συνειδητά, τη μεταμοντέρνα, νεολαιίστικη Αριστερά που προέρχεται από τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, στην πραγματικότητα, αποτελούν μία μόνο εκδοχή ενός ευρύτερου φαινομένου που συνίσταται στη συνήθεια να κρίνουμε και ν’ αποτιμούμε τα πολιτικά ζητήματα βάζει κριτηρίων ουσιαστικά πολιτιστικής φύσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον εδώ και κάποιον καιρό η Ακροδεξιά αντιγράφει την Αριστερά, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της πολιτιστικής πολιτικής: «αντιλευκός ρατσισμός», «περιθωριοποίηση» του ιθαγενούς πληθυσμού κ.λπ. Οποιοσδήποτε έχει μελετήσει την ιστορία των φασιστικών κινημάτων (δηλαδή της ριζοσπαστικής Δεξιάς της δεκαετίας του 1920 και 1930), γνωρίζει ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής υπήρξε χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτικού αδιεξόδου που γέννησε αυτή την ιδεολογία. Αντιστοίχως σήμερα, παρ’ όλο που προφανώς δεν τίθεται θέμα «φασιστικοποίησης» της κοινωνίας, όπως πιστεύει η Αντιφά ιδεολογία, το ιδιάζον στην εποχή μας πολιτικό αδιέξοδο εκφράζεται διά μιας αντίστοιχης αδυναμίας πολιτικού στοχασμού, η οποία μετατρέπει την πολιτική από πεδίο μάχης για την κοινωνική δικαιοσύνη σε πεδίο διαμόρφωσης πολιτιστικών ταυτοτήτων.

Προφανώς –και πέραν του γεγονότος ότι πάντοτε οι πολιτικοί και κοινωνικοί ανταγωνισμοί συνοδεύονται και από πολιτιστικού τύπου πολώσεις– η πραγματικότητα σήμερα ευνοεί μια τέτοια ανάγνωση της πραγματικότητας –δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στην Αμερική γίνεται λόγος εδώ και δεκαετίες περί «πολιτιστικού πολέμου (culturewar)». Μπορεί η πόλωση των σημερινών δυτικών κοινωνιών να μην είναι απλώς πολιτική ή/και οικονομική αλλά πραγματικά ανθρωπολογική, ωστόσο δεν θα πρέπει να παρασυρόμαστε σε εύκολες λύσεις (όπως κάνουν, ορισμένες φορές, ακόμη και τα καλύτερα πνεύματα της εποχής).

Η συγκάλυψη των πολιτικών διακυβευμάτων
Πολύ εύγλωττο είναι το παράδειγμα του Ζαν-Κλωντ Μισεά, ο οποίος έχει συνεισφέρει με τις αναλύσεις του σε ουσιαστικό βαθμό στην κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά στην ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής επικαιρότητας, όσο κι αν ο Γάλλος δημοκρατικός στοχαστής φωτίζει κρίσιμες πολιτιστικές κι ανθρωπολογικές πλευρές του ζητήματος, σε καθαρά πολιτικό επίπεδο παραμένει γενικόλογος και ασαφής, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτει τα πολιτικά διακυβεύματα που θέτει, αντικειμενικά, το Κίνημα.

Όπως σημειώναμε προσφάτως, το χαρακτηριστικό των σημερινών αντί-ελίτ κινημάτων έγκειται στο γεγονός πως, ενώ έχουν σωστά αντιληφθεί τον ρόλο των σημερινών ολιγαρχιών, αδυνατούν να εκφέρουν μια πραγματικά ριζική κριτική στο σημερινό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο. Περιορίζονται έτσι στην καταγγελία επιμέρους πτυχών του, τις οποίες συχνά εκλαμβάνουν ως το θεμέλιο του «Συστήματος». Και ταυτόχρονα, σε πρακτικό επίπεδο, δείχνουν μια χαρακτηριστική αδυναμία δημοκρατικής οργάνωσης. Το αποτέλεσμα είναι πως η καλώς εννοούμενη λαϊκή δυσφορία μετατρέπεται συχνά σε πραγματικό λαϊκισμό, τον οποίο περιμένουν στη γωνία για να καρπωθούν η λαϊκή Δεξιά κι η Ακροδεξιά.

Από αυτήν την άποψη, βέβαια, τα Κίτρινα Γιλέκα συνιστούν ένα κίνημα πολύ πιο ελπιδοφόρο από την ψήφο υπέρ του Μπρέξιτ και του Τραμπ, η οποία υπήρξε τυφλή πράξη απελπισίας, μιας και είναι η πρώτη φορά μετά τους «Αγανακτισμένους» που έχουμε μια πραγματική κινητοποίηση ενός κομματιού του πληθυσμού αντί για την παθητική συμπόρευση με ορισμένες άνωθεν ενδεδειγμένες επιλογές (υπέρ ή κατά του Μπρέξιτ, με τον Τραμπ ή με την Χίλαρι κ.ο.κ.). Ωστόσο δεν έχουμε δει μέχρι σήμερα καμία σαφή απόπειρα αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης, έστω σ’ επίπεδο απλά οργανωτικό. Το γεγονός ότι το κίνημα έχει κρατηθεί μακριά από τις διάφορες κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες αλλά και τ’ αριστερίστικα και ακροδεξιά γκρουπούσκουλα συνιστά πασιφανώς ένα καθ’ όλα θετικό κι ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό, όπως επίσης και το γεγονός ότι έχει ως τώρα αντισταθεί στις προσπάθειες ορισμένων να χριστούν εκπρόσωποί του.

Εντούτοις, τα πάντα οργανώνονται με αδιαφανή τρόπο, μέσα από τα επάρατα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς να υπάρχει πραγματική εγγύηση ενεργητικής συμμετοχής του μεγαλύτερου μέρους των συμμετεχόντων στη λήψη των αποφάσεων ούτε, όμως, και δυνατότητα πραγματικού ελέγχου, με αποτέλεσμα τη «γραμμή» συχνά να δίνουν μέσω διαδικτύου ορισμένες αμφιβόλου σοβαρότητας προσωπικότητες. Προφανώς η κατάσταση αυτή είναι κατανοητή, αν αναλογιστούμε τα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων (δεν πρόκειται για τα σπουδαγμένα μεσοστρώματα που πρωταγωνίστησαν στο κίνημα των Αγανακτισμένων και τα οποία, ως τέτοια, είχαν μεγαλύτερη -έστω κι επιδερμική- εξοικείωση με συνελευσιακές και κινηματικές διαδικασίες, αλλά για απολίτικα μικρομεσαία στρώματα, τα οποία ποτέ τους δεν είχαν ασχοληθεί με την πολιτική, μιας και η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από τον βιοπορισμό και την οικογένεια) όπως επίσης και την επαγγελματική και γεωγραφική τους κατάσταση (δεν πρόκειται για φοιτητές ή αποκλειστικά για μισθωτούς αλλά για αυτοαπασχολούμενους των μικρομεσαίων πόλεων και της επαρχίας, οι οποίοι, ως τέτοιοι, δε διαθέτουν κάποιον αντικειμενικό χώρο συνεύρεσης και διαβούλευσης) [2].

Διόλου τυχαία βέβαια δεν είναι κι η ως τώρα αδυναμία του Κινήματος να εκφράσει μια σειρά μεσοπρόθεσμων, έστω, αιτημάτων [3]. Μέχρι τώρα πολιτική του ταυτότητα είναι η αντιφορολογική εξέγερση και η αόριστη κριτική στην ολιγαρχία που κρύβεται πίσω από το σύνθημα «Μακρόν, παραιτήσου!» και τη γενική και διαρκή αναφορά στον θυμό και το «δεν πάει άλλο!». Αποτέλεσμα τούτης της πολιτικής αοριστίας είναι η προσκόλληση σε μια «θεαματικού» τύπου πολιτική (χαρακτηριστικότερο δείγμα της οποίας είναι η ιδέα της «απόβασης» στο Παρίσι) αλλά και η παγίδευση σε καθαρά αδιέξοδες και αυτοκαταστροφικές επιλογές (όπως τα γενικευμένα «μπάχαλα» γύρω απ’ την αψίδα του Θριάμβου). Μπορεί εδώ να μην πρόκειται για τον επιλεγμένο, συνειδητό και αντικοινωνικό μηδενισμό του Μπλακ Μπλοκ, ωστόσο, όταν ένα κίνημα δε μπορεί, αφενός να προστατευτεί απέναντι στην πιθανή παρείσφρηση λούμπεν στοιχείων στις γραμμές του και, αφετέρου, ανάγει τον θυμό σε ύψιστη κατευθυντήρια γραμμή, το αποτέλεσμα είναι αντίστοιχα λειψό.

Η πολιτική οπισθοδρόμηση
Κατά συνέπεια, όσο κι αν μας προκαλούν ευχαρίστηση τέτοιες εισβολές στην καρδιά του βαθέως γαλλικού πλούτου κι όσο κι αν νιώθουμε μια αυθόρμητη συμπάθεια για κινήματα που απαρτίζονται όχι από επαγγελματίες της πολιτικής και κινηματίες νεολαίους αλλά από απλούς ανθρώπους, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι το σημερινό κίνημα μακράν του να συνιστά πρότυπο για το τι θα μπορούσε να είναι σήμερα μια δημοκρατική, αντιολιγαρχική κινητοποίηση συνιστά, αντιθέτως, χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής αδυναμίας των κοινωνιών. Ακόμα κι όταν υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θέλουν ν’ αγωνιστούν ενάντια στην κοινωνική αδικία, 30 και πλέον χρόνια καταναλωτικού ευδαιμονισμού και πολιτικής απάθειας ή ακόμη και κυνισμού μάς έχουν κάνει να ξεχάσουμε τα βασικά. Η έλλειψη κάθε πολιτικής παράδοσης και η απουσία κάθε λαϊκού κινήματος μετά τον σταδιακό θάνατο του εργατικού κινήματος, κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, καθιστούν κάθε προσπάθεια δημοκρατικής δραστηριοποίησης σήμερα εξαιρετικά δύσκολη [4].

Φυσικά τα κοινωνικά κινήματα εκφράζουν πάντοτε την ανάδυση του απρόβλεπτου μέσα στην ιστορία, υπό την έννοια πως ποτέ δεν τα περιμένει κανείς. Ωστόσο δεν αναδύονται ποτέ μέσα από το κενό, μιας και συνιστούν, κάθε φορά, έκφραση μιας παράδοσης, στην οποία και βασίζονται, έστω και ασυνείδητα, προκειμένου να αρθρωθούν, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και –κυρίως!– σ’ επίπεδο θεσμικό και πρακτικό: μορφές οργάνωσης και κινητοποίησης κ.ο.κ. [5]. Πρόκειται ακριβώς για το στοιχείο που λείπει κατά τις τελευταίες δεκαετίες εντός της Δύσης: δεν είναι μόνον η έκλειψη της παράδοσης του εργατικού κινήματος, αλλά και τα αποτελέσματα της διαρκούς διαδικασίας αποκοινωνικοποίησης και ατομικοποίησης που μάς έχουν κάνει να ξεχάσουμε όχι απλώς «πώς ν’ αγωνιζόμαστε» (που ’λεγε κι ο Καστοριάδης) αλλά να συντονιζόμαστε στοιχειωδώς και να συζητάμε προκειμένου να οργανωθούμε και να δράσουμε από κοινού, δίχως την ανάγκη ειδικών κι επαγγελματιών της πολιτικής [6].

Να ξεχάσουμε την αποανάπτυξη;
Στο Editorial μας που αναφέραμε παραπάνω, σημειώναμε ότι το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο μπορεί να συνοψιστεί στην εξής διαπίστωση: «το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη έχει υφαρπαχθεί απ’ τον δεξιό λαϊκισμό, ενώ το αίτημα για ατομική ελευθερία έχει γίνει έρμαιο των παραληρημάτων του κάθε αστοιχείωτου τριαντάρη πανεπιστημιακού και των ανεκδιήγητων σημερινών φεμινιστριών». Στο πλαίσιο τούτης της διάκρισης, το αίτημα οικολογικού μετασχηματισμού των σημερινών ρυπογόνων κοινωνιών της κατανάλωσης λογίζεται πλέον ως χούι της λευκής, εκλεπτυσμένης και χίπστερ ολιγαρχίας (η οποία ζει στις μεγάλες πόλεις, μετακινείται με το μετρό και με το ποδήλατο, προωθεί την πεζοδρόμηση του κέντρου τους, επιβάλλει περιορισμούς -φόρους, διόδια κ.λπ.- στη χρήση αυτοκινήτου, τρέφεται με «οικολογικά» και «βιολογικά» προϊόντα κ.ο.κ.), ενώ, αντίθετα, η προσκόλληση στη ρυπογόνο οικονομία του αυτοκινήτου συνιστά πολιτιστικό χαρακτηριστικό των λαϊκών στρωμάτων. Βάσει αυτής της συνθήκης λογικό είναι, για τα τελευταία, κάθε κουβέντα περί οικολογίας να θεωρείται ως πρόφαση για την εφαρμογή πολιτικών που ευνοούν την ολιγαρχία κι έχουν οικονομικό κόστος για τα ίδια. Στην καλύτερη περίπτωση επικρατεί η ιδέα ότι «κι οι πλούσιοι μολύνουν και μάλιστα πολύ περισσότερο από εμάς», λες και η φύση καταλογίζει ευθύνες με βάση ταξικά κριτήρια!

Προφανώς οι ολιγαρχίες έχουν αντιληφθεί ότι το οικολογικό πρόβλημα συνιστά πλέον κάτι που χρήζει αντιμετώπισης, έστω κι υπό την καθαρά ωφελιμιστική σκοπιά της διαχείρισης του οικονομικού κόστους των συνεπειών της μόλυνσης για τον πληθυσμό και γι’ αυτό προσπαθούν να πάρουν μέτρα, τα οποία, προφανώς, στρέφονται προς τους πιο αδύναμους. Γι’ αυτό και τούτη η κοντόθωρη, διαχειριστική λογική όχι μόνον ελάχιστα αλλάζει την κατάσταση της οποίας το Κίνημα υπήρξε ένα τόσο χαρακτηριστικό σύμπτωμα, αλλά την οξύνει ακόμα περισσότερο (κοινωνική υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών της γαλλικής επικράτειας, εντός των οποίων οι υψηλοί φόροι έχουν πολύ λιγότερα ανταποδοτικά οφέλη από ό,τι στα μεγάλα αστικά κέντρα, χαρακτηριστική αδυναμία της οικονομίας να λειτουργήσει με στοιχειώδη συνοχή και να προσφέρει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, δυναμικές εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κοινωνίας με πολλαπλές συνέπειες κ.ο.κ.).

Χαρακτηριστική εκδήλωση του πνεύματος αυτού είναι και η οπορτουνιστική εκμετάλλευση του τυφλού αντι-φορολογισμού του Κινήματος, ο οποίος βολεύει όσο τίποτε άλλο την γαλλική ολιγαρχία –και παράλληλα έρχεται σε αντίφαση με τις όποιες προσπάθειες, εντός του κινήματος, έχουν γίνει προς την κατεύθυνση επεξεργασίας μιας πιο συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας, οι οποίες, όπως είδαμε, κινούνται προς μια αόριστα σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση. Στην άρνηση της –επιβεβλημένης από την ίδια!– φοροαφαίμαξης βρίσκει την ιδεολογική δικαιολόγηση που θα της επέτρεπε να περάσει πια στην ανοιχτή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, το οποίο θεωρείται, ακόμα και σήμερα, ως κάτι ιερό για τους Γάλλους (μιας και το γαλλικό Σύνταγμα ορίζει το καθεστώς της χώρας ως «Δημοκρατική, κοσμική και κοινωνική Πολιτεία»). Όπως έσπευσε να δηλώσει, λόγου χάριν, ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας, «Λιγότερες δημόσιες δαπάνες, λιγότεροι φόροι το ταχύτερο δυνατό θα είναι το καλύτερο, επειδή βλέπουμε από αυτήν την κοινωνική, δημοκρατική κρίση την ανυπομονησία εκατομμυρίων Γάλλων».

Αντίστοιχα ο Μακρόν, στο διάγγελμα της 10ης Δεκεμβρίου εμμέσως πλην σαφώς ερμήνευσε τα σημερινά προβλήματα της χώρας ως προϊόν των πολιτικών που ο ίδιος εξελέγη για ν’ ανατρέψει –δηλαδή του «κρατισμού»! Η ευκολία με την οποία παραχωρήθηκαν τα μέτρα ανακούφισης είναι εντυπωσιακή, επειδή ακριβώς λειτουργούν μακροπρόθεσμα υπέρ ενός κεντρικού, στρατηγικού στόχου της ολιγαρχίας: την εγκατάλειψη της κοινωνίας, η οποία καθίσταται ένα περιττό βάρος στον βαθμό που η προαναφερθείσα κατεύθυνση της παγκόσμιας οικονομίας και το ανερχόμενο κοινωνικό μοντέλο δεν την ενσωματώνουν οργανικά, μιας και την έχουν ολοένα και λιγότερο ανάγκη [7]. Έτσι, η παρούσα πολιτική κρίση μετατρέπεται σε μια θαυμάσια ευκαιρία να ξεπεραστούν και τυπικά οι απαρχαιωμένες αξίες της κοινωνικής προστασίας και της στοιχειώδους αναδιανομής του πλούτου [8]. Ταυτόχρονα, τα κυβερνητικά μέτρα που προσανατολίζονται στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης μέσα από την μείωση των κοινωνικών δαπανών καταδεικνύουν το αδιέξοδο μέσα στο οποίο έχει παγιδευτεί το κίνημα των κίτρινων γιλέκων και η κοινωνία γενικότερα. Η ψυχαναγκαστική προσκόλληση σε ένα βιοτικό επίπεδο που είναι πλέον αντικειμενικά αδύνατο να διατηρηθεί μας οδηγεί τελικά στην ενδυνάμωση των πιο ακραίων συνεπειών της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας: Χυδαίος ατομικισμός, λογικές κοινωνικού δαρβινισμού, τεράστιες οικονομικές ανισότητες, περιθωριοποίηση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας.

Αν όμως θελήσουμε να απαλλαγούμε από την ανευθυνότητα και τον κυνισμό των σημερινών ολιγαρχιών, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι βιώσιμες λύσεις σε τέτοια κεντρικά προβλήματα όπως το οικολογικό και η αναπόφευκτη πτώση του βιοτικού επιπέδου δίνονται όταν αντιμετωπιστούν ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή συνιστώσες και αποτελέσματα της βαθύτερης ιστορικής τάσης του τέλους της αφθονίας, της επανόδου στο ιστορικό προσκήνιο της σπάνης των υλικών αγαθών κι όχι απλώς ως προϊόν των μακιαβελικών επιλογών μιας «κακιάς» ολιγαρχίας [9]. Για την ολιγαρχία το παιχνίδι παίζεται στην επιβολή της λιτότητας στα κατώτερα στρώματα και στην ταυτόχρονη εξαπάτησή τους με την υπόσχεση της μελλοντικής υπέρβασης (μέσα από την επανεκκίνηση ενός σχιζοφρενούς οικονομικού συστήματος, την ατομική επιτυχία σε συνθήκες ανεργίας και πτώσης των αμοιβών, την ψευδαίσθηση γρήγορου πλουτισμού που προσφέρουν ο αθλητισμός ή οι μαφίες: κάπου εκεί εξαντλούνται οι επιλογές). Για τον λαό, αντίθετα, το ζητούμενο είναι ακριβώς στο να μην αρκεστεί σε βραχυχρόνιες παραχωρήσεις και την επιστροφή στην αμέριμνη και κουτσουρεμένη κατανάλωση που θα ενδυναμώσει τα πραγματικά αδιέξοδα –και προς την οποία κατεύθυνση καμώνονται πως κινούνται τα μέτρα που εξήγγειλε ο Μακρόν.

Πρόκειται με άλλα λόγια για την ανάγκη ενός είδους κοπερνίκειας στροφής στις ιδέες, τις επιθυμίες και την πολιτική πράξη ολόκληρης της κοινωνίας. Ας πάρουμε για παράδειγμα το αίτημα που υποτείνει την κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων και που άρχισε τις τελευταίες μέρες να εκδηλώνεται με ρητό τρόπο: Την αύξηση των αμοιβών ως μέσο για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Καθόλα δικαιολογημένο και θεμιτό αίτημα, αλλά υπό το πρίσμα της ανθρωπολογικής καταστροφής που επιφέρει η κοινωνία της κατανάλωσης, της ισοπέδωσης του περιβάλλοντος και των κινδύνων που ενέχει η σπατάλη των όλο και πιο σπάνιων φυσικών πόρων, το φαινομενικά παράδοξο είναι ίσως λογικότερο: Αυτό που μας χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι μια εξίσωση των περισσότερων αμοιβών ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ (και μάλιστα σε σχετικά χαμηλά επίπεδα) και σε καμία περίπτωση ένα κλείσιμο της ψαλίδας προς τα πάνω [10].

Κι όσο κι αν μπορεί να μας χαροποιεί το γεγονός ότι στις 8 Δεκεμβρίου τα Κίτρινα Γιλέκα διαδήλωσαν μαζί με τους οικολόγους –που την ίδια μέρα είχαν προγραμματίσει πορείες για την κλιματική αλλαγή– σε πολλές μεγάλες πόλεις, το ζήτημα δεν λύνεται με εύκολα και συχνά λαϊκιστικά συνθήματα («Η κλιματική αλλαγή συνιστά πόλεμο ενάντια στους φτωχούς», «Οι πολυεθνικές πλουτίζουν απ’ την περιβαλλοντική υποβάθμιση») κι ευχολόγια περί «σύμπλευσης των αγώνων» (στα οποία επιδόθηκαν τόσο οι Γάλλοι Πράσινοι όσο κι ο Μελανσόν), λες κι υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στο αίτημα οικολογικού μετασχηματισμού των κοινωνιών μας, από τη μια μεριά, και στην προσπάθεια να διαφυλάξουμε την αγοραστική μας δύναμη με κάθε κόστος, από την άλλη. Διότι το ζήτημα που εδώ τίθεται, δεν είναι απλώς αυτό του οικολογικού αποτυπώματος της πραγματικής κατανάλωσης των λιγότερο εύπορων στρωμάτων των δυτικών κοινωνιών, αλλά των συνεπειών του τρόπου ζωής τον οποίον ένα μεγάλο μέρος από τα στρώματα αυτά ονειρεύεται κι επιδιώκει, έστω και μάταια. Εξάλλου η εξάρτηση από το αυτοκίνητο δεν είναι μόνο μια επαχθής αναγκαιότητα –όπως λανθασμένα την παρουσιάζει ο Μισεά στην επιστολή του–, αλλά πολύ συχνά συνιστά πραγματικό φετίχ, συνδεδεμένο με τον κυρίαρχο ατομικισμό αλλά και με τις υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου με τις οποίες μάς αποβλακώνει η κοινωνία της κατανάλωσης. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, χρειάζεται να ξαναπιάσουμε από την αρχή, και με μεγάλη περίσκεψη και σοβαρότητα, το ζήτημα του καθορισμού του περιεχομένου ενός σύγχρονου δημοκρατικού προτάγματος, θέτοντας το εξής καίριο ερώτημα: πώς επανερμηνεύεται σήμερα, υπό συνθήκες οικολογικής κρίσης, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη;

Μια τέτοια διαμόρφωση ενός συνολικού προτάγματος απαιτούν τα ζητήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωπα κινήματα όπως αυτό των Κίτρινων Γιλέκων. Η ανάγκη αυτή κρίνεται ακόμα πιο επιτακτική, αν αναλογιστούμε αφενός τις υπάρχουσες εναλλακτικές και τις δυναμικές τους, αφετέρου τις φθίνουσες αντοχές του υπάρχοντος κοινωνικού μοντέλου. Ενώ η ψήφος υπέρ του Τραμπ και του Μπρέξιτ αποδεικνύεται σχετικά ανώδυνη επιλογή, και παρόλο που η ολιγαρχία επιμένει στην άνοδο της ακροδεξιάς με σκοπό να εκβιάσει πολιτικά το λαό, ο πραγματικός κίνδυνος είναι εκείνος μιας εγκαθίδρυσης σκληρά κατασταλτικών και ανελεύθερων καθεστώτων από τις ίδιες τις κυρίαρχες ελίτ μπροστά στον κίνδυνο γενικευμένης κατάρρευσης. Από την άλλη πλευρά, η συσσώρευση και ο συνδυασμός των κρίσεων (οικολογική, ενεργειακή, μεταναστευτική, διατροφική, γεωπολιτικής σύγκρουσης, ανάδυσης παράλληλων δομών κοινωνικής οργάνωσης ελεγχόμενων από το οργανωμένο έγκλημα –όπως συμβαίνει σε πολλές φτωχές συνοικίες ευρωπαϊκών μητροπόλεων) μπορεί να οδηγήσουν σε συνθήκες διαρκούς αστάθειας και ημιελεγχόμενου χάους.

Απέναντι σε τέτοιες πιθανές εξελίξεις, κινήματα όπως αυτά των Κίτρινων Γιλέκων είναι προφανώς ευάλωτα στην πολιτική δημαγωγία, στην εκμετάλλευση από λαϊκίστικά πολιτικά κόμματα (χαρακτηριστικά είναι εκείνα των Ποδέμος στην Ισπανία και των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία), στην ύπουλη χειραγώγηση από παρεμβατικές ανελεύθερες ξένες δυνάμεις (το καθεστώς Πούτιν στηρίζει τις διεκδικήσεις του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, ενώ χρηματοδοτεί τα λαϊκίστικα ακροδεξιά κόμματα στις ευρωπαϊκές χώρες τα οποία προσπαθούν να ωφεληθούν από την εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια), στις παραχωρήσεις και την παραπλανητικά ευμενή αντιμετώπισή τους από την ολιγαρχία. Άλλωστε, η πρόσφατη ιστορική εμπειρία κινημάτων όπως των Αγανακτισμένων στην νότια Ευρώπη και των Πλατειών στην Ελλάδα δείχνει πως είναι πολύ δύσκολο για τέτοια κινήματα-βέτο να αντέξουν στον χρόνο και να αποκτήσουν μια εσωτερική δυναμική. Οι μεταπτώσεις των κοινωνιών που έχουν δοκιμαστεί από τη λιτότητα και αμφιταλαντεύονται μεταξύ αγρίων εκρήξεων θυμού και γενικευμένης παραίτησης, δεν προσφέρουν και πολλούς λόγους για να αισιοδοξούμε.

Ωστόσο, η ιστορική δυναμική που γέννησε ένα τέτοιο κίνημα ενδεχομένως να φέρει την κοινωνία αντιμέτωπη με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής πορείας, πέρα από τον φαταλισμό και την παραίτηση από την μια πλευρά, τις αυταπάτες και την αφελή πίστη στην βελτίωση των συνθηκών ζωής μέσα από μια μαγική διαχειριστική φόρμουλα, από την άλλη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο, το οποίο υπερβαίνει από κάθε άποψη επιμέρους διεκδικητικά κινήματα και εγγράφεται στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα των μεγάλων ιστορικών εκείνων κινημάτων, όπως το δημοκρατικό κίνημα την εποχή της φεουδαρχίας στην Ευρώπη, το εργατικό και φεμινιστικό κίνημα μετέπειτα, που στην ώριμη μορφή τους δεν μετουσιώνονται μόνο σε μια μορφή πολιτικής οργάνωσης ή σ’ ένα οικονομικό σύστημα, αλλά σ’ έναν ολόκληρο, νέο κάθε φορά, πολιτισμό.

______________

[1] Στην πραγματικότητα, αν στην πρώτη φάση του κινήματος υπήρξε σαφής ακροδεξιά παρουσία, στη συνέχεια συμμετείχαν σε αυτό ρητά και σε συλλογικό επίπεδο όχι μόνο οργανώσεις όπως το Collectif Justice pour Adama (που συστήθηκε μετά τον θάνατο του αφρικανικής καταγωγής Ανταμά Τραορέ κατά την κράτησή του από αστυνομικούς της χωροφυλακής, τον Ιούλιο του 2016, στα παρισινά προάστια και αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από έγχρωμους και αραβικής καταγωγής Γάλλους) αλλά ακόμα και παρισινές Αντιφά ή και φεμινιστικές-κουήρ οργανώσεις. Γι’ αυτό και το απόγευμα του Σαββάτου 8 Δεκεμβρίου προσήχθη μέχρι κι ο γνωστός Julien Coupat, που συμμετείχε κι αυτός στις κινητοποιήσεις! Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η συμμετοχή «προαστιακών» λυκείων των μεγάλων γαλλικών πόλεων στις μαθητικές κινητοποιήσεις της εβδομάδας μεταξύ 3 και 7 Δεκεμβρίου, οι οποίες προέκυψαν στα πλαίσια της αναταραχής που προκάλεσαν τα Κίτρινα Γιλέκα και με σαφή αναφορά σε αυτά. Εξάλλου στα «μπάχαλα» τόσο της 1ης όσο και της 8ης Δεκεμβρίου στο Παρίσι, τη Μασσαλία αλλά και στη Λυών ή στο Μπορντό συμμετείχε «προαστιακή», δηλαδή μεταναστευτικής καταγωγής νεολαία.

[2]Σύμφωνα με την έρευνα στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, μόνο ένα 20% των συμμετεχόντων διαθέτει πανεπιστημιακό δίπλωμα και μόνο ένα 5% εξ αυτών έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές. Σχεδόν οι μισοί εξ αυτών (47%) συμμετέχουν για πρώτη φορά σε διαδηλώσεις και γενικότερα πολιτικές κινητοποιήσεις, μιας και μόνο ένα 44% εξ αυτών είχε μέχρι τώρα απεργήσει έστω και μία φορά, ενώ οι πολιτικές τους προτιμήσεις και διαδρομές είναι «ανορθόδοξες», υπό την έννοια πως δεν συνιστούν σταθερούς υποστηρικτές κάποιου κόμματος ή πολιτικής ιδεολογίας.

[3]Δεδομένης της οργανωτικής αδιαφάνειας που επικρατεί και, κατά συνέπεια της απουσίας κάποιου οργάνου επίσημης εκφοράς λόγου, ο καθένας τείνει να προβάλλει στο Κίνημα τα δικά του αιτήματα κι έτσι δεν μπορούμε να στηριζόμαστε ανεξέταστα στις διάφορες σχετικές λίστες που έχουν κυκλοφορήσει.

[4]Βλ. σχετικά με το ζήτημα αυτό ένα άρθρο που είχε γράψει ο Αμερικανός ιστορικός Στιβ Φρέιζερ με αφορμή το κίνημα «Occupy»: «Ευχαριστούμε Tea Party», περ. Πρόταγμα, τ. 2, Ιούνιος 2011.

[5] Βλ. σχετικά το κείμενο του Καστοριάδη, «Για το ζήτημα της ιστορίας του εργατικού κινηματος», (1973), Η πείρα του εργατικού κινήματος, τ. Α΄, Πώς ν’ αγωνιστούμε, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Β. Ψιμούλη, Αθήνα, Ύψιλον, 1984.

[6]Βλ. σχετικά και την ανάλυσή μας σχετικά με το πολύ κρίσιμο αυτό  ζήτημα: «Το τέλος της αφθονίας και τα πολιτικά διακυβεύματα που μας θέτει», Πρόταγμα, τ. 4, Ιούνιος 2012, ειδικά σ. 131 κ. ε.

[7] Έχουμε προσπαθήσει να αναλύσουμε τον θεμελιώδη ρόλο της σύγχρονης τεχνολογίας σε τούτη τη διαδικασία «αχρήστευσης» μεγάλων κομματιών της κοινωνίας, στο «Editorial» του 10ου τεύχους του Προτάγματος (Ιούνιος 2017), στην ενότητα «Η νεοτεχνολογία και το νεοαριστοκρατικό καθεστώς που γεννά».

[8] Την ίδια μέρα με τις ανακοινώσεις του Μακρόν επικυρώθηκε από την γαλλική Γερουσία μια μεταρρύθμιση με σκοπό την ελάφρυνση του φόρου μεταφοράς της έδρας φυσικών και νομικών προσώπων στο εξωτερικό, διευκολύνοντας ακόμα περισσότερο την μεταφορά γαλλικών κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους.

[9] Θα πρέπει να τονιστεί, από αυτήν την άποψη, ότι η αύξηση της τιμής των καυσίμων, που υπήρξε αφορμή για την εμφάνιση των Κίτρινων Γιλέκων, δεν οφείλεται μόνο –και τόσο– στην επιπρόσθετη φορολογία όσο στην αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου, η οποία με τη σειρά της συνιστά συνέπεια της μείωσης της παραγωγής.

[10] Για τα τεράστια ζητήματα που ανοίγονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσπάθειας, τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, βλ. και το κείμενό μας, «Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στη σημερινή ιστορική συγκυρία», Πρόταγμα, τ. 9, Ιούλιος 2016, σ. 63 κ. ε.

 

Posted in Κείμενα | 3 Σχόλια

Πρόταγμα, τεύχος 11o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 11ο τεύχος του Προτάγματος.

Editorial (Το Μακεδονικό και οι «φιλελέδες» – Το ιδεολογικό και ανθρωπολογικό αδιέξοδο του Προοδευτισμού) · Νίκος Μάλλιαρης Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός · Άντολφ Ριντ ο νεότερος Τουριστική ιδεολογία και πολεοδομική ανάπλαση στη Νέα Ορλεάνη · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου (Η σημασία της κριτικής στον «Χώρο» – Το αδιέξοδο της αναρχικής κουλτούρας και η έλλειψη αυτοκριτικής – Το ιστορικό πλαίσιο) · Άντολφ Ριντ ο νεότερος Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας · Νίκος Μάλλιαρης Γνωριμία με τον Φιλίπ Μυρέ · Φρανσουά Ρικάρ Για τον Φιλίπ Μυρέ · Μανώλης Γ. Βαρδής Ο νέος προφητισμός

 

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

Ηράκλειο

-Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, Κοραή 21

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 5 Σχόλια

Η τουριστικοποίηση ως ανθρωπολογικό φαινόμενο

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το Editorial του επερχόμενου, 11ου τεύχους του Προτάγματος)

 

[ … ]

α) Αχ Ευρώπη, εσύ μας μάρανες…

Ο πρόσφατος, και ξαφνικός, θάνατος του Τζίμη Πανούση μάς προσφέρει μια αφορμή να εμβαθύνουμε σε ορισμένες αναλύσεις μας σχετικά με την ανθρωπολογική παρακμή της νεοελληνικής κοινωνίας, παρακμή που ο ίδιος ο καλλιτέχνης ανέδειξε, σατίρισε και στηλίτευσε όσο κανείς άλλος μέχρι σήμερα. Αν κάτι μάς ωθεί να καταθέσουμε την άποψή μας για το έργο του μεγάλου αποθανόντος, είναι το γεγονός πως όλα μέλη της συντακτικής ομάδας του Προτάγματος τον είχαμε όχι μόνο σε μεγάλη εκτίμηση ως καλλιτέχνη –πράγμα που μπορεί απλά και μόνο να εκφράζει κάποιες προσωπικές προτιμήσεις–, αλλά και βασική μας έμπνευση ως προς τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αναλύουμε τις σημερινές κοινωνίες, τόσο τη νεοελληνική όσο και τις δυτικές. Ουσιαστικά πρόκειται για τον πραγματικό κοινό παρονομαστή των θεωρητικών μας αναφορών. Αναλύσεις μας όπως η κριτική της νεοτεχνολογίας και της κοινωνίας της κατανάλωσης, η κριτική της πολιτικής ορθότητας, η ιδέα περί δημοκρατικής λαϊκότητας κ.ο.κ. προέρχονται εν πολλοίς από τις εμπνεύσεις του Πανούση. Μόνο στη συνέχεια, με τα κατοπινά μας διαβάσματα, βρήκαν μια πιο συνειδητή και συστηματική, σε θεωρητικό επίπεδο, έκφραση μέσω του Καστοριάδη, του Όργουελ, του Μισεά, του Κρίστοφερ Λας, της Σιμόν Βέιλ και μιας σειράς άλλων θεωρητικών αναφορών που εμφανίζονται συχνά πυκνά στις σελίδες του εντύπου μας.

Για τον λόγο αυτό, το κείμενο που δημοσιεύουμε στη μνήμη του μεγάλου καλλιτέχνη (Ν. Μάλλιαρης, «Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός») εστιάζει σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενα ζητήματα: τη σχέση λόγιου και λαϊκού πολιτισμού, εντός της νεοελληνικής κοινωνίας, αλλά και την τουριστικοποίηση της τελευταίας. Με κίνδυνο να προβάλουμε δικές μας εμμονές στο έργο του Πανούση, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ζητήματα αυτά αποτελούν βασικά σκέλη του προβληματισμού του αποθανόντος σχετικά με το μέλλον της νεοελληνικής κοινωνίας αλλά και των δυτικών της ομολόγων. Είναι προφανές πως, καθώς το Πρόταγμα είναι πολιτικό κι όχι λογοτεχνικό ή φιλολογικό έντυπο, η προσέγγισή μας είναι πολιτική-κοινωνιολογική, όχι φιλολογική ή μουσικολογική, και γι’ αυτό αντιμετωπίζουμε τον Πανούση περισσότερο ως στοχαστή και θεωρητικό παρά ως καθαρόαιμο καλλιτέχνη.

Ως εκ τούτου, το άρθρο του Ν. Μάλλιαρη –η δημοσίευση του οποίου θα ολοκληρωθεί στο επόμενο τεύχος του Προτάγματος– θα πρέπει να διαβαστεί σε σύνδεση με δύο ακόμα κείμενα που μεταφράζουμε στο τεύχος αυτό και τα οποία, δίχως να σχετίζονται άμεσα με το θέμα του κινούνται γύρω από την κοινή θεματική του τουρισμού και της τουριστικοποίησης ως φαινομένων ουσιαστικά ανθρωπολογικής φύσης.

 

β) Τουρισμός και εθνικισμός

Ας ξαναπιάσουμε, λόγου χάριν, το Μακεδονικό. Θα διαπιστώσουμε τότε ότι ένα μεγάλο μέρος των περήφανων Μακεδονομάχων και λοιπών ψωμιάδειων Μυρμιδόνων ζουν αποκλειστικά και μόνο από την τουριστική δαπάνη των Σλάβων Ορθόδοξων αδελφών παντός είδους. Η τουριστική βιομηχανία της Βορείου Ελλάδος, με επίκεντρο την καταστροφή της Χαλκιδικής, συνιστά χαρακτηριστική εκδοχή κουτοπόνηρης εθελούσιας αυτο-αποικιοποίησης με σκοπό το εύκολο κέρδος. Είναι λοιπόν οι ίδιοι αυτοί που συστηματικά, εδώ και δεκαετίες, συνεχίζουν να καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα (τόσο περιβαλλοντικά και χωροταξικά όσο και πολιτιστικά), που ωρύονται σήμερα ότι η αγαπημένη κι ιερή πατρίδα κινδυνεύει επειδή οι γείτονές μας θα ονομάζονται πλέον κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας.

Είναι προφανές όμως, για οποιονδήποτε διατηρεί μια στοιχειώδη διαύγεια, ότι η τουριστικοποίηση της Ελλάδας συνιστά την οριστική καταστροφή της χώρας σε πολιτιστικό επίπεδο, ενώ είναι και πρόξενος μύριων κακών σε κοινωνικό επίπεδο. Διότι, αν μέχρι πριν λίγο καιρό, ο τουρισμός περιοριζόταν σε συγκεκριμένες, λίγο πολύ ζώνες, και αποτελούσε μια βασική μεν αλλά όχι την αποκλειστική βάση της εθνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια, εξ αιτίας μιας συμπαιγνίας παραγόντων, η κατάσταση έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Λίγο η κρίση, λίγο το Airbnb, λίγο η ποιοτική αναβάθμιση της πρωτεύουσας ως «εναλλακτικού» και χίπστερ προορισμού (λόγω της Ντουκουμέντα και του κέντρου «Σταύρος Νιάρχος», όπως επίσης και του στρατευμένου, φιλομεταναστευτικού noborder και ΜΚΟ τουρισμού), έχουμε φτάσει πλέον η χώρα ν’ αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε αυτή τη μαζική εισβολή ξένου πληθυσμού: τα νησιά δεν μπορούν πλέον να σηκώσουν το βάρος της φιλοξενίας τους, οι ντόπιοι αδυνατούν πλέον να βρουν σπίτια σε προσιτά νοίκια, οι υποδομές καταρρέουν, προωθούνται εργασιακές συνθήκες Κίνας κ.ο.κ. Για να μη μιλήσουμε προφανώς για τη βαθύτατη ανθρωπολογική φθορά που προκαλεί η ελαφρά τη καρδία μεταστροφή ενός μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού προς το εύκολο –ή υποτιθέμενα εύκολο χρήμα– του τουριστικού κλάδου[1].

Δυστυχώς όμως ελάχιστες αν όχι ανύπαρκτες είναι οι αναλύσεις που προσπαθούν να φωτίσουν εις βάθος το φαινόμενο. Είναι προφανές ότι η τουριστική εισβολή, η οποία πραγματικά αλλοιώνει τα εντόπια ήθη κι εξαχρειώνει τον πληθυσμό, ελάχιστα απασχολεί τους διάφορους υπερευαίσθητους εθνοπατριώτες θεματοφύλακες της παράδοσης και των ιερών και οσίων της Φυλής, οι οποίοι κατά τα άλλα ανησυχούν μήπως οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες μάς επιβάλουν αλλότρια ήθη και διαδηλώνουν ενάντια στο «ξεπούλημα της πατρίδας μας» με αφορμή το Μακεδονικό. Το γεγονός πως ουδείς δεξιός λαϊκιστής φαίνεται να ενοχλείται από το ξεπούλημα της χώρας στους τουρ οπερέιτορς και τις αεροπορικές εταιρείες δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι, ως συνήθως, η υποκρισία συνιστά τη ραχοκοκαλιά του εθνικιστικού-πατριωτικού-συντηρητικού χώρου· όπως θα δούμε στη συνέχεια του ανά χείρας σημειώματος, ο τουρισμός συνιστά την ιδεώδη κατάληξη κάθε μορφής σύγχρονου εθνικισμού, μιας και πατά στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής αυθεντικότητας και στη φτιαχτή και ιστορικά ανυπόστατη αφήγηση περί καταγωγής που υπάρχει πίσω από τον εκάστοτε εθνικισμό, ο οποίος δεν είναι, σε τελική ανάλυση, παρά ένας ρομαντικός φολκλορισμός που μετατρέπει την παράδοση σε αισθητικό αντικείμενο προς κατανάλωση. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου και της οπαδικού τύπου υπεράσπισης της «ανάπτυξης» που συνιστά ουσία των πολιτικών θέσεων των διάφορων «φιλελεύθερων» κι εκσυγχρονιστών, οι μόνοι που έχουν προσπαθήσει ν’ αναλύσουν το φαινόμενο του τουρισμού είναι ορισμένες συνιστώσες της Αριστεράς και της Αναρχίας. Εντούτοις, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση η ματιά παραμένει επιφανειακή κι η εξέταση του θέματος περιορίζεται στο στενά οικονομικό επίπεδο –κι εκεί ακόμα αρκετά περιγραφικά[2].

[…]

[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη κι η περίφημη «γενιά του brain drain», η τεχνοκρατικής παιδείας νεολαία που εγκαταλείπει τη χώρα προκειμένου να αναζητήσει μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση στο εξωτερικό, επιλέγει πρώτο-πρώτο τον «τουρισμό-πολιτισμό» στο ερώτημα «σε ποιον τομέα θα θέλατε να δραστηριοποιηθεί η επιχείρησή σας;», κάτι, φυσικά, που ισχύει και για την εγχώρια νεολαία. Βλ. για τα πορίσματα της σχετικής έρευνας: «Έρευνα: Ένα κράτος διαφθοράς και αναξιοκρατίας που διώχνει τα παιδιά του», http://www.huffingtonpost.gr, 8/9/2018.

[2] Φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το 4ο τεύχος του περιοδικού Kaboom με το σχετικό του αφιέρωμα στον τουρισμό.

Posted in Κείμενα | 2 Σχόλια

Ο διμέτωπος αγώνας της κριτικής

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 11ου τεύχους του Προτάγματος)

[ … ]

Σε ό,τι αφορά τη θεωρητική δουλειά που κρίνουμε σήμερα απαραίτητη, φρονούμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για έναν διμέτωπο αγώνα. Από τη μια μεριά έχουμε τον άμεσο πολιτικό μας αντίπαλο, τουτέστιν τις δεδηλωμένα ολιγαρχικές κι αντιδημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες εκτείνονται πλέον από την Ακροδεξιά κάθε είδους μέχρι τις ηπιότερες μορφές δεξιού λαϊκισμού. Στις δυνάμεις αυτές συγκαταλέγουμε και το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων, όπως θα δούμε στη συνέχεια τούτου του σημειώματος. Βασικό χαρακτηριστικό των εν λόγω δυνάμεων είναι η ιδιαίτερη εκδοχή πολιτιστικής κριτικής την οποία ασκούν σε ό,τι θεωρούν ως κατακτήσεις της Αντικουλτούρας και των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 ή, απλούστερα, της παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο εκφράζουν μια παραχαραγμένη εκδοχή ποπουλισμού, στερημένη από κάθε δημοκρατικό στοιχείο, η οποία τον μετατρέπει σε καθαρό λαϊκισμό: ναι μεν μιλούν για τις κοινωνικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, έχοντας σωστά αντιληφθεί πως οι κερδισμένοι της σύγχρονης οικονομίας είναι οι νέας κοπής hightech ολιγαρχίες, τα μορφωμένα μεσαία στρώματα και οι άμεσοι κληρονόμοι των αντιαυταρχικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, ενώ μιλούν στο όνομα του λαού, το μόνο που του προτείνουν είναι να γίνει το παθητικό πεζικό αυταρχικού τύπου «χαρισματικών» ανδρών (ή και γυναικών) κάθε είδους –από τον Τραμπ και τη Λεπέν ως τον Όρμπαν και τον Πούτιν. Ταυτόχρονα, η κριτική τους στην παγκοσμιοποίηση, ενώ υποτίθεται ότι καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, αποφεύγει να συζητήσει την ταξική-κοινωνική διάσταση του προβλήματος και απορροφάται πλήρως από το εθνικιστικό σχήμα «διεθνή κέντρα εξουσίας»-«Έθνος», κάνοντας γαργάρα το ζήτημα της ταξικής διάρθρωσης του εκάστοτε έθνους.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις δυνάμεις που θα χαρακτηρίζαμε γενικά ως «αριστερές» κι οι οποίες εκτείνονται από τις λιγότερο ακραίες –οικονομικά– και μη συντηρητικές, Προοδευτικές –σε αξιακό και πολιτιστικό επίπεδο– εκδοχές νεοφιλελευθερισμού (όπως ο λεγόμενος σοσιαλφιλελευθερισμός) μέχρι τις διάφορες συνιστώσες της καθαυτό Αριστεράς αλλά και του ελευθεριακού ή αναρχικού χώρου. Κοινό σημείο των δυνάμεων αυτών είναι η πολιτιστική τους τοποθέτηση: συνιστούν όλες τους θυγατέρες του αντιαυταρχικού πνεύματος της δεκαετίας του ’60 κι ενώ μιλούν στο όνομα της ισότητας, στην πραγματικότητα περιστέλλουν την τελευταία στη φιλελεύθερου τύπου ισότητα ευκαιριών. Σε ό,τι αφορά τους σοσιαλφιλελεύθερους η μετατόπιση αυτή από την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί ισότητας στη νεοφιλελεύθερη παραχάραξή της είναι σαφής. Η περίπτωση της Αριστεράς –ειδικά της εξωκοινοβουλευτικής– αλλά και της Αναρχίας είναι πιο περίπλοκη: μπορεί μεν εδώ, σ’ επίπεδο διακηρύξεων, να συνεχίζουμε να μιλάμε για οικονομική (στην περίπτωση της Αριστεράς) και για κοινωνική και πολιτική (στην περίπτωση της Αναρχίας) ισότητα, ωστόσο, στην πραγματικότητα, βασική μας ιδεολογία είναι ένας γενικευμένος αντιρατσισμός, τουτέστιν η πάλη ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεων φυλετικού, θρησκευτικού, εθνοτικού, έμφυλου κ.ο.κ. τύπου, και η περιστολή της πολιτικής στην αγωνιώδη υπεράσπιση των κάθε λογής ιδιαίτερων κι επί μέρους «ταυτοτήτων». Αυτό που τελικά μας κόφτει, έστω κι αν προσδιοριζόμαστε ως αντικαπιταλιστές, δεν είναι οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές ανισότητες, αλλά οι πατριαρχικού τύπου αντιλήψεις που παρακωλύουν την κοινωνική ανέλιξη των ατόμων επικαλούμενες παράγοντες όπως το χρώμα, το φύλο, οι σεξουαλικές και θρησκευτικές τους προτιμήσεις, η εθνοτική τους καταγωγή κ.λπ.

Όπως έχουμε αναλύσει αλλού εν εκτάσει[1], τα δύο αυτά στρατόπεδα αλληλεπιδρούν διαρκώς, μιας και θεωρούν αμφότερα ότι συνιστούν αντίδραση το ένα στο άλλο, βλέποντας τον αντίπαλό τους ως έκφραση των κυρίαρχων στρωμάτων ή κοινωνικών λογικών: οι δεξιοί λαϊκιστές πιστεύουν –είτε από αφέλεια είτε λόγω κουτοπονηριάς– ότι ακόμα κι οι αναρχικοί («οι αναρχικοί Βορείων Προαστίων») συνιστούν «δεκανίκια της υπερεθνικής ελίτ», δηλαδή της παγκοσμιοποίησης, ενώ, αντίθετα, οι φορείς του σύγχρονου προοδευτισμού και αυτιαυταρχισμού είναι αντιρατσιστές, επειδή θεωρούν –λόγω των ιδεολογικών τους προκαταλήψεων και εμμονών– τον «ρατσισμό», δηλαδή την Ακροδεξιά, ως τον κύριο πολιτικό κίνδυνο της εποχής.

Μπορεί, σε ό,τι μας αφορά, να είμαστε πιο κοντά στο Προοδευτικό στρατόπεδο –έστω λόγω της πολιτικής μας καταγωγής, έστω και μόνο γιατί το στρατόπεδο του δεξιού λαϊκισμού περιλαμβάνει στους κόλπους του δεδηλωμένους φασίστες και νεοναζί[2]–, ωστόσο δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το στρατόπεδο αυτό συγκεντρώνει πλέον, όλο και περισσότερο τα ανώτερα στρώματα και τη σύγχρονη «εκλεπτυσμένη» ολιγαρχία της «γνώσης» και του πολιτιστικού κεφαλαίου. Την ίδια ώρα ο δεξιός λαϊκισμός εκφράζει ένα σημαντικό μέρος των κατώτερων και λαϊκών στρωμάτων, τα οποία χαϊδεύουν διάφοροι διανοούμενοι του χώρου, προκειμένου να τα προσεταιριστούν, με τον όρο «εθνοπληβείοι»[3]. Γι’ αυτό και φρονούμε ότι πρέπει να βάλλουμε εναντίον και των δύο αυτών δυνάμεων, μιας και συνιστούν τις δύο όψεις της σύγχρονης πολιτικής μας παρακμής: το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη έχει υφαρπαχθεί απ’ τον δεξιό λαϊκισμό, ενώ το αίτημα για ατομική ελευθερία έχει γίνει έρμαιο των παραληρημάτων του κάθε αστοιχείωτου τριαντάρη πανεπιστημιακού και των ανεκδιήγητων σημερινών φεμινιστριών.

Για τον λόγο αυτό, το ανά χείρας σημείωμα είναι χωρισμένο σε δύο μέρη: στο πρώτο εξ αυτών ασκούμε κριτική στις εγχώριες εκδοχές του δεξιού εθνολαϊκισμού, ενώ στο δεύτερο μέρος προσπαθούμε να φωτίσουμε ορισμένες όψεις του αντιαυταρχικού-Προοδευτικού φαντασιακού (αρχής γενομένης από την κριτική μας στην εγχώρια Αναρχία) αλλά και της πολύ σημαντικής του υποκατηγορίας, της περίφημης «πολιτικής των ταυτοτήτων [identity politics]. Θα διαπιστώσουμε εκεί ότι ορισμένες ιδεολογικές τάσεις χαρακτηριστικές των πιο διανοούμενων εκδοχών δεξιού λαϊκισμού, τις συναντάμε και πίσω από την τελική και καταληκτική εκδοχή του αντιαυταρχισμού, τουτέστιν της τουριστικής ιδεολογίας.

[1] Βλ. το «Εντιτόριαλ» του 10ου τεύχους του Προτάγματος.

[2] Οι οποίοι συνεχίζουν συχνά να ενεργούν κατά τα πολιτικά τους πρότυπα της δεκαετίας του ’30, εν αντιθέσει με τους τροτσκιστές και σταλινομαοϊκούς οπαδούς του ολοκληρωτισμού, του Προοδευτικού στρατοπέδου, οι οποίοι είναι μόνο κατ’ όνομα τέτοιοι, μιας και στην πραγματικότητα έχουν αφομοιωθεί από τον νεολαιίστικο χιπο-χιπστερισμό.

 [3] Βλ. Γ. Ράκκας, «Η ανάδυση των εθνοπληβείων;», ardinrixi.gr, 18/06/18.

Posted in Κείμενα | 6 Σχόλια

Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στην οδό Θεμιστοκλέους, όπου στεγάζονται και οι εκδόσεις Κουκκίδα, εδώ και πάρα πολλά χρόνια διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διακίνηση των βιβλίων σχεδόν όλων των ελευθεριακών εκδοτικών οίκων της Αθήνας. Το κάνει ουσιαστικά χωρίς κέρδος και στην πραγματικότητα αρκετές ελευθεριακές απόπειρες είναι χρεωμένες στο βιβλιοπωλείο, χωρίς να δέχονται καμία σχετική πίεση για εξόφληση.

Το βιβλιοπωλείο το διατηρεί ο Δημήτρης Δ. και όχι ο Καραμπελιάς, όπως γράφουν στην «ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης» οι μπετόβλακες που το έσπασαν και υπογράφουν ως «Πρακτόρισσες 315» (σιγά μη σπάσουμε κάνα δάχτυλο).

Οι ιδέες και οι αντιλήψεις του Δημήτρη είναι μακριά από τις δικές μας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζουν τον φασισμό. Η εκδοτική του δουλειά δε, δεν έχει την παραμικρή σχέση με οτιδήποτε εθνικιστικό. Κυκλοφορεί βιβλία που σχετίζονται με το επαναστατικό κίνημα, την ελευθεριακή και οικολογική κριτική στον καπιταλισμό και τον μαρξισμό, τους Ζαπατίστας κ.ά.

Φασιστική πρακτική στα Εξάρχεια (που «έχουν ιστορία» και άλλα τέτοια χαριτωμένα) είναι το σπάσιμο μικρών βιβλιοπωλείων. Η ιδέα ότι η ύπαρξη ενός βιβλιοπωλείου που διακινεί ελευθεριακό λόγο είναι «φασιστική» και το σπάσιμό του «αναρχικό», αντιστοιχεί στο επίπεδο σκέψης ενός πλαγκτόν.

Και πρέπει να τελειώνουμε κάποια στιγμή με τα πλαγκτόν που παριστάνουν τους αναρχικούς και τις αναρχικές, πριν αρχίσουν να καίνε βιβλία και μάγισσες στη μέση της πλατείας.

Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Uncategorized | 6 Σχόλια

Η αλογόμυγα που λεγόταν Όργουελ

Η βασική διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό δεν είναι διαφορά τεχνικής
Τζ. Οργουελ1

Ο ρόλος του διανοούμενου είναι ένας και μοναδικός: να σε τσιγκλάει χωρίς την παραμικρή διάθεση εντυπωσιασμού, να φτιάχνει με τα χέρια του μια μπάλα χαρτιού και να σου την πετάει στο πίσω μέρος του κεφαλιού όσο εσύ, αμέριμνος, προσθέτεις ζάχαρη στον καφέ σου. Ενας γνήσιος διανοούμενος δεν έχει τον θεό του και συνεχίζει να μιλάει, ακόμα κι αν στέκει μόνος σε μια αίθουσα όπου τον καταριούνται όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Αν ο Όργουελ κέρδισε τον τίτλο του διανοούμενου, το κατάφερε διατηρώντας την αυτονομία της σκέψης του και παραμένοντας ίδιος και απαράλλακτος μέσα σε μία από τις χειρότερες περιόδους της δυτικής ιστορίας, όταν διανοούμενοι της Αριστεράς είτε ανέβαιναν στο ατσάλινο τρένο της Σοβιετικής Ένωσης, είτε παραδίνονταν στην απάθεια του πεσιμισμού και του πασιφισμού.

Ένας σοσιαλιστής που εχθρεύτηκε τον μπολσεβικισμό και μίσησε την κυριαρχία των -ξένων προς τα αισθήματα του λαού- διανοουμένων, ένας αναρχικός με κριτική στάση απέναντι στον διεθνισμό, όταν ο τελευταίος απαξίωνε τα πρωταρχικά αισθήματα αγάπης του ατόμου για τον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ένας πατριώτης που διαφωνούσε με τη νεωτερική σύλληψη του έθνους-κράτους ως πηγή δύναμης και επεκτατισμού, ένας φιλελεύθερος που εναντιωνόταν στη λογική της προόδου.

Ο Όργουελ, παρεξηγημένος όσο λίγοι συγγραφείς, έμοιαζε να μη χωρά σε καμία από τις καθιερωμένες κατηγορίες σκέψης. Η ταύτισή του απλώς με την «προφητική» και «αντι-ολοκληρωτική» οπτική της Φάρμας των ζώων και του 1984 λαμβάνει διαστάσεις θεωρητικού αξιώματος στα καθ’ ημάς. Ωστόσο η αποσπασματική χρήση του έργου του συνιστά αυτό που λέμε: «η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από ψέμα».

Στο βιβλίο του Ζαν-Κλοντ Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός – Σχετικά με το 1984, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα, σε μετάφραση του Νίκου Ν. Μάλλιαρη, ο Γάλλος συγγραφέας συλλέγει τα κομμάτια του ιδεολογικού πορτρέτου του Οργουελ που με τα χρόνια είχαν σκίσει με τα χέρια τους κάθε λογής πολιτικές σέχτες, αποκαλύπτοντας παράλληλα το βάθος της σκέψης του, η οποία ταξιδεύει πολύ μακριά, αφήνοντας πίσω την ταμπέλα του δυστοπικού συγγραφέα που του έχουν κολλήσει κριτικοί και αναγνώστες.

Οπως πολύ ωραία αναλύει ο Μισεά, ο Όργουελ σχεδόν σε όλη τη συγγραφική του ζωή πραγματεύεται ουσιαστικά μια κριτική στον διανοούμενο της εποχής του και στον κόσμο τον οποίο αυτός πασχίζει να χτίσει. Αναφερόμαστε στον διανοούμενο που υποτάσσεται στο κόμμα-ιδέα, χάριν του οποίου θα μπορούσε να κάνει γης μαδιάμ ολόκληρες κοινωνίες. Τις επιδιώξεις τούτων των αριστερών διανοούμενων ο Όργουελ τις τοποθετεί στην τάση για επιστημονική θεμελίωση του οράματος της επανάστασης, μια τάση που σχηματίστηκε εντός του ιστορικού ρεύματος του σοσιαλισμού. Πρόκειται για τη σύσταση μιας διανοητικής ελίτ που με τη δράση της οδηγεί στην εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας διευθυντών κι επαγγελματικών τάξεων. Ο ρόλος των τελευταίων είναι να κατευθύνουν τη μάζα, η οποία ενστικτωδώς και μόνο προσεγγίζει το σοσιαλιστικό όραμα.

Ο Οργουελ, όντας ένας αμετανόητος αντι-λενινιστής, αντιτάχθηκε στην πίστη του Ρώσου επαναστάτη ότι η σοσιαλιστική συνείδηση θα εισαχθεί στην εργατική τάξη από τα έξω, ισχυριζόμενος ακριβώς το αντίθετο: ότι η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί παρά να πηγάζει από τα μέσα, από τις ίδιες τις λαϊκές τάξεις. Ο ‘Αγγλος συγγραφέας, εκφράζοντας ένα είδος λαϊκού σοσιαλισμού, αξιοποιεί τις ποικίλες και ιστορικά καταγεγραμμένες, αυθόρμητες και διαισθητικές αντιλήψεις των απλών ανθρώπων, κωδικοποιώντας τες σε έννοιες όπως αυτή της common decency, που ο μεταφραστής την αποδίδει ως «κοινή ευπρέπεια». Η έννοια αυτή, μαζί με άλλες, αποτελεί και το όπλο του Όργουελ απέναντι στο τείχος απαξίωσης που συνήθως χτίζουν οι διανοούμενοι αποφεύγοντας την επαφή με τις λαϊκές αντιλήψεις, αλλά και -εν τέλει- την ίδια την πραγματικότητα.

Τι μπορεί όμως να δηλώνει αυτός ο βολονταρισμός του Οργουελ; Αρχικά οι αναζητήσεις του, η πίστη του στους απλούς ανθρώπους ή ακόμα η πεποίθησή του ότι η γλώσσα μπορεί να παραμείνει ζωντανή ακόμη και μέσα στα ψυχρά νερά στα οποία έπνιξαν οι στρατευμένοι διανοούμενοι τη Δύση, αποδεικνύουν ότι επ’ ουδενί ήταν ένας πεσιμιστής συγγραφέας, όπως κατά κόρον χαρακτηρίστηκε μετά τη συγγραφή του «1984». Αντιθέτως, τον χαρακτήριζε ένας βολονταρισμός και μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν.

Ο βολονταρισμός του Οργουελ ενίοτε μπορεί να οδηγεί σε υπερβολές όπως η αστόχαστη υποστήριξη των λαϊκών τάξεων ή σε διανοητικές παγίδες όπως η τυφλή αγάπη για τον κόσμο των εργατών. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι ο Οργουελ μέσα σ’ αυτές τις άκρως διχαστικές στιγμές της εποχής του επέλεξε να μιλήσει εκ μέρους των λαϊκών ανθρώπων, οι οποίοι βίωναν τότε τις συνέπειες του καπιταλισμού. Πίστευε ότι η διανόηση, εάν θέλει να λειτουργήσει ηθικά, θα πρέπει να αντλήσει τη ζωντάνια της από κει, αφουγκραζόμενη τη φωνή τους.

Αλήθεια, μήπως ο Οργουελ ήταν από τους τελευταίους που ανέπτυξαν τον στοχασμό τους πάνω σε μια ηθική του σοσιαλισμού; Η υποστήριξη του λαϊκού σοσιαλισμού έναντι του επιστημονικού αποτελεί τη μεγάλη παρακαταθήκη του συγγραφέα αλλά κι ένα καλό παράδειγμα για τους σύγχρονους διανοητές της Αριστεράς, της Αναρχίας και της Προόδου, οι οποίοι απαξιώνουν τα λαϊκά αισθήματα, ή αντίστοιχα τους φόβους τους, προτρέχοντας να χαρακτηρίσουν τον μέσο άνθρωπο βλάχο και εν δυνάμει φασίστα γιατί δεν αποδέχεται τα κοσμοπολίτικα οράματα της φιλελεύθερης ελίτ ή τα ελευθεριακά διεθνιστικά συνθήματα του open borders.

1 Τζορτζ Οργουελ, Το λιοντάρι και ο μονόκερος, μτφρ. Χρ. Τσαλικίδου, Αθήνα, Εξάντας, 2003.

Posted in Κείμενα | 6 Σχόλια