Παράδοση και Πρόοδος: το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων

Απόσπασμα από το editorial του 7ου τεύχους του περιοδικού που κυκλοφορεί.

[ ... ]

Παράδοση και Πρόοδος: το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων

 

Ο κόσμος σήμερα υποφέρει από άχρηστες ελευθερίες. Αυτές οι άχρηστες ελευθερίες είναι χειρότερες από την απαγόρευση και την σκλαβιά. Πρέπει κανείς να βρει νέους τρόπους πειθαρχίας, στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας. Εκείνο που ‘ναι γεγονός, είναι ότι αυτή η ελευθερία ερεθίζει, σκοτώνει και δεν οδηγεί πουθενά. «Κάνε ό,τι θέλεις». Τότε θ’ απαντήσει ένας άνθρωπος λογικός: «Θέλω να με βοηθήσετε να μάθω τι θέλω…».

Γ. Τσαρούχης

Το κύριο πολιτικό διακύβευμα

Από την αρχή της πολιτικής μας διαδρομής προσπαθούμε με κάθε δυνατό τρόπο να τονίζουμε πως τα σημερινά κοινωνικά διακυβεύματα είναι ταυτόχρονα πολιτικά και πολιτιστικά -κοντολογίς ανθρωπολογικά- με τρόπο μάλιστα αξεδιάλυτο. Η αργή αποσύνθεση των κοινωνιών μας (καθεαυτό δυτικών αλλά και εκείνων της δυτικής περιφέρειας) θέτει επιτακτικά το ζήτημα του είδους της κοινωνίας που θα μπορούσε να τις αντικαταστήσει. Παράλληλα, η ενεργητική συμμετοχή της πλειοψηφίας του κόσμου στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης κοινωνικής θέσμισης -μέσω της προσχώρησής του στην κουλτούρα της κατανάλωσης, των ανέσεων και της κοινωνικής ανόδου- υποχρεώνει κάθε κριτική προσέγγιση να συνυπολογίζει όχι μόνο τις σχέσεις κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης που οργανώνουν τις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και τον τρόπο ζωής της συντριπτικής πλειονότητας των συνανθρώπων μας.

Ο πλήρης εκτροχιασμός της σύγχρονης οικονομίας, η ανεξέλεγκτη πορεία της τεχνοεπιστήμης, η γενικότερη οικολογική υποβάθμιση του πλανήτη στην οποία οδηγεί όλη αυτή η δυναμική, βαδίζουν χέρι-χέρι με το τσαλαπάτημα των κοινωνικών σχέσεων, ένα πελώριο ψυχικό κενό και την εξάπλωση της μοναξιάς. Μέσω της ολοένα και βαθύτερης εμπέδωσης του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης εντός της Δύσης και της επέκτασής του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, δημιουργείται σταδιακά μια κατάσταση μη ελέγξιμη.

Ο θρυμματισμόςdalaiphone του σημερινού ατόμου, η αποσάθρωση των κοινωνιών και το ρήμαγμα της φύσης θα τελειώσουν, αναπόφευκτα, είτε με την εκμηδένισή τους είτε με την επιβολή κάποιου φραγμού. Αργά ή γρήγορα, λοιπόν, θα τεθεί επιτακτικά το ζήτημα των ορίων. Ποιος, όμως, θα επιβάλει τα όρια αυτά; Αυτό, πιστεύουμε, πως θα είναι το βασικό και κύριο πολιτικό ερώτημα στο προσεχές μέλλον. Η πιθανότητα εμφάνισης ενός αυταρχικού ή οικοφασιστικού καθεστώτος που θα επιβάλει όρια στους πολλούς, μόνο και μόνο για να διασώσει τις ανέσεις και την πρόσβαση στους σπανίζοντες φυσικούς πόρους μιας διεφθαρμένης ολιγαρχίας, δεν είναι τόσο μακρινή, όσο ίσως μας φαίνεται. Όπως ακριβώς γίνεται σήμερα με τα «προγράμματα λιτότητας» στο οικονομικό επίπεδο, η επιβολή ορίων θα γίνει με τρόπο άδικο και αυταρχικό. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για φονταμενταλιστικά και νεοθρησκευτικά κινήματα που μπορούν κάλλιστα να αναδυθούν, όπως έχει συμβεί επανειλημμένως στην ιστορία μετά από περιόδους μεγάλης υλικής αφθονίας ή γενικευμένης φθοράς των αξιών και των σημασιών μιας κοινωνίας. Η άνοδος ενός πρωτόγονου και χονδροειδούς ισλαμισμού όπως και η –ευτυχώς περιορισμένη- διάδοση ορισμένων αντιδραστικών οικολογικών ρευμάτων θρησκευτικής υφής είναι δείγματα μιας τέτοιας πιθανής εξέλιξης: μια προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν βεβαιότητες μέσα στο γενικευμένο χάος, αλλά και να τιθασεύσουν τις ενοχές που τους γεννά μια ζωή μέσα στη γενικευμένη καταναλωτική ασωτία.

Εν τέλει, όσο οι ίδιες οι κοινωνίες δεν προσπαθούν να αυτοπεριοριστούν, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος, μπροστά στο επερχόμενο χάος, τον ρόλο του χωροφύλακα να αναλάβουν αυταρχικοί σχηματισμοί που θα στηρίξουν την εξουσία τους στον γενικευμένο φόβο, τον πανικό και τα ενοχικά σύνδρομα των πληθυσμών. Κι όσο, αντίστοιχα, οι πολιτικοί χώροι και τα κινήματα που επικαλούνται τις αρχές της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης αρνούνται να θέσουν το ζήτημα στους πραγματικούς του όρους, συνεχίζοντας να κολακεύουν τα καταναλωτικά ένστικτα των πληθυσμών στα πλαίσια λαϊκιστικού τύπου κριτικών στις επιβαλλόμενες πολιτικές λιτότητας, μην καταβάλλοντας την παραμικρή προσπάθεια να επεξεργαστούν ιδέες και λύσεις δημοκρατικού τύπου, η Ακροδεξιά, τόσο στην πολιτική όσο και στη θρησκευτική της εκδοχή, θα παρασιτεί επί των κοινωνικών προβλημάτων, αυξάνοντας ολοένα τη δύναμή της.

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με το μεταναστευτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου αυτού: όταν η Αριστερά κι οι αναρχικοί -ειδικά οι δεύτεροι- αποκαλούσαν ρατσιστή όποιον τολμούσε να υποστηρίξει πως η αθρόα προσέλευση τόσων πολλών εξαθλιωμένων ανθρώπων σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα -και ειδικά τα τελευταία χρόνια με την κρίση-, συνιστά μείζον κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο κάτι πρέπει να πούμε, η Ακροδεξιά είχε όλη την ελευθερία να μονοπωλήσει το ζήτημα, καταφέρνοντας να καταστήσει σχεδόν αυτονόητη τη δική της, αυταρχική και μισαλλόδοξη οπτική. Διότι, φυσικά, όταν, όχι μόνο δεν παίρνεις συγκεκριμένες θέσεις, αλλά αρνείσαι ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος, μοιραίο είναι να επιτρέπεις στην Ακροδεξιά να παρουσιάζεται ως η μόνη «υπεύθυνη» δύναμη που δήθεν βλέπει χωρίς παρωπίδες την πραγματικότητα, προσπαθώντας να βρει λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τη στιγμή που οι δημοκρατικοί πολιτικοί χώροι ενδιαφέρονται μόνο για την υπεράσπιση των ιδεολογικών τους σχημάτων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι μέσα σε αυτούς τους χώρους έχουν αντιληφθεί τη διαλεκτική διαπλοκή της δικής τους στάσης με την αντίστοιχη των ακροδεξιών: όσο οι πρώτοι αρνούνται την ανάγκη εξεύρεσης και διαμόρφωσης κάποιου είδους ορίων ή ρυθμίσεων, τόσο οι δεύτεροι θα πλειοδοτούν υπέρ της επιβολής φραγμών δρακόντιων και αυταρχικών, δικαιολογώντας τους στα πλαίσια ιδεολογικών σχημάτων αντιδραστικών κι αρχαϊκών. Πρόκειται εδώ για τη σημερινή εκδοχή ενός πολύ παλιότερου φαινομένου, βαθιά ριζωμένου στην ιστορία όχι μόνο της καθεαυτό Δύσης αλλά και των περιφερειακών της ή μη δυτικών χωρών που ήρθαν αντιμέτωπες με την επέκτασή της: όσο η βαθειά ριζωμένη στο δυτικό φαντασιακό εμμονή της επ’ άπειρον επέκτασης και υπέρβασης κάθε ορίου διέλυε τους παραδοσιακούς δεσμούς και «απομάγευε» τον κόσμο (είτε μέσα στην ίδια τη Δύση είτε στις περιοχές του μη δυτικού κόσμου που υπέστησαν τον οικονομικοστρατιωτικό ή πολιτιστικό της ιμπεριαλισμό), τόσο γεννιούνταν αντιδραστικά ή νεοαντιδραστικά κινήματα που ζητούσαν μια επιστροφή στη χαμένη Ολότητα και την διαταραγμένη Αρμονία της χιλιετούς παράδοσης, της μόνης εγγύησης κάθε σοφίας και υγιούς συμπεριφοράς.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι η διαρκής αλληλοδιαπλοκή των δύο άκρων: της παραδοσιολαγνείας από την μια πλευρά, που εξαγγέλλει πως «δεν πρέπει να αμφισβητούμε τα κατεστημένα όρια, καθώς αυτό οδηγεί, αν όχι στη βλασφημία, σίγουρα στην έκπτωση, την παρακμή και τον μηδενισμό», και της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό, από την άλλη. Πρόκειται για τις δύο βασικές όψεις της κυρίαρχης ετερονομίας, που φράσσουν το δρόμο σε κάθε πραγματικά ριζική και διαυγή κριτική των σύγχρονων συνθηκών ζωής: η μεν προτείνοντας μια ουτοπική φυγή προς τα εμπρός, προς τον επερχόμενο επί γης Παράδεισο, η δε μια εξίσου ουτοπική φυγή προς τα πίσω, προς κάποια υποτιθέμενη χαμένη Εδέμ. Αν υποστηρίζουμε το πρόταγμα δημιουργίας μιας κοινωνίας χειραφετημένης και δημοκρατικής, τότε πρέπει να τονίζουμε πάντοτε πως μια αυτόνομη κοινωνία είναι μια κοινωνία που όχι μόνο κατακτά κι εξασκεί η ίδια την ελευθερία της, αλλά και που θεσμίζει η ίδια και τα όρια αυτής της ελευθερίας. Πράγμα που σημαίνει πως πρέπει από θέση αρχής να πολεμάμε κάθε θεωρία που προσπαθεί να απωθήσει αυτήν την ανάγκη αυτοπεριορισμού πίσω από νεφελώδη παραληρήματα περί επερχόμενων ή απερχόμενων μεγαλείων.

Δε νοείται, άλλωστε, κοινωνία που να μη δημιουργεί κάποιο είδος θετικού ορίου: οι ετερόνομες κοινωνίες π.χ. μέσω της θρησκείας (η οποία επιβάλλει απαγορεύσεις, αυστηρούς κώδικες διαβίωσης και συμπεριφοράς, διδάσκει την ταπείνωση και την ευσέβεια απέναντι σε ένα ανώτερο ον κ.λπ.) και οι κοινωνίες διαρρηγμένης ετερονομίας (όπως, για παράδειγμα, η κλασική Αθήνα) μέσω της προσπάθειας να αποδεχτούν τη θνητότητά τους[20]. Η μόνη, κατά τα φαινόμενα, ανθρώπινη κοινωνία που δε διαθέτει καμία τέτοια έννοια θετικών ορίων είναι η Δύση. Ίδιον της Δύσης δεν είναι -όπως λανθασμένα έχει υποστηριχθεί- η δημιουργία ενός γραμμικού χρόνου που σπάει, δήθεν, τον κυκλικό χρόνο και την «αρμονία» της Αρχαιότητας[21]. Αυτή η κρυστάλλινη -υποτίθεται- αρμονία του φαντασιακού της «κοσμικής τάξης» (που επεξεργάστηκαν οι στωικοί φιλόσοφοι, κατά την περίοδο της παρακμής της Αρχαιότητας) ελάχιστη σχέση έχει με το κλασικό αρχαιοελληνικό φαντασιακό και συνιστά απλώς φαντασίωση του δυτικού κλασικισμού, πράγμα που είχε από νωρίς καταδείξει ο Νίτσε (στη Γένεση της τραγωδίας). Ο πολιτισμός που προσπαθεί, αντίθετα, να δημιουργήσει μια κοινωνία απολύτως ορθολογική και διαφανή, σχεδόν κρυστάλλινη στη διαύγεια και τη λειτουργία της είναι η Δύση, με τον ρασιοναλισμό και την εμμονή της για το ξεπέρασμα κάθε είδους ορίου -δηλαδή για την προσπάθεια υπέρβασης της ίδιας της Αναγκαιότητας ως συνόλου περιορισμών που θέτει η πραγματικότητα στο ανθρώπινο υποκείμενο (τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο).

Ποιος θα επιβάλλει τα όρια, λοιπόν; Είναι πολύ σημαντικό να θέτουμε αυτό το ερώτημα. Σε τελική ανάλυση, η απάντηση που θα δώσουμε, ανοίγει ταυτοχρόνως έναν συγκεκριμένο πολιτικό ορίζοντα, σκιαγραφώντας τους βασικούς πυλώνες της κοινωνίας που θέλουμε να γεννηθεί απ’ αυτήν την περιδίνηση. Με βάση όσα προείπαμε, πιστεύουμε πως μόνο ένα δημοκρατικό κίνημα που θα είναι ταυτόχρονα και κίνημα ριζοσπαστικής οικολογίας, δηλαδή αποανάπτυξης, θα μπορέσει να θέσει όρια απελευθερωτικά, στα μέτρα μας, όρια ανοιχτά στην αλλαγή και στην επανεξέταση. Ένα κίνημα, με άλλα λόγια, που θα αναγνωρίσει ότι οι αξιώσεις του ανθρώπου απέναντι στη φύση θα πρέπει να περιοριστούν σημαντικά, ότι μια τέτοια εθελούσια πτώση του «επιπέδου ζωής» θα πρέπει να κατανεμηθεί δίκαια κι όχι να επωμισθούν τις συνέπειές του οι πολλοί, προκειμένου να συνεχίσουν κάποιοι λίγοι να ζουν πλουσιοπάροχα. Ένα κίνημα, τέλος, που θα αντιλαμβάνεται το ζήτημα της εξεύρεσης θετικών ορίων ως άρρηκτα δεμένο με το αίτημα της κοινωνικής ισότητας και της διεκδίκησης μιας ζωής με νόημα.

 

Άνευ ορίων, άνευ όρων;

Χωρίς να πλατειάσουμε, πρέπει να τονίσουμε ότι η εμμονή με το ξεπέρασμα των ορίων υπήρξε, ιστορικά, διφυής. Μπορεί, αφενός, να παρουσιάζεται σήμερα με μια ακραία μορφή, δηλαδή ως μονομανία, που, εφόσον καταστρέφει κάθε είδος κοινωνικής παράστασης, θεσμού και ορίου, τελικά, οδηγεί στον μηδενισμό αφετέρου, όμως, έγινε ιστορικά δυνατή μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνίας που έχει κάνει σημαντικά βήματα εξόδου από την ετερονομία της και κατέκτησε την ικανότητα να θέτει τον εαυτό της υπό αμφισβήτηση[22].tumblr_ls6fztbCfp1r3jupyo1_500

Αυτό είναι που συνέβη, ιστορικά, στη Δύση από τον κυρίως Μεσαίωνα και μετά. Ο καπιταλισμός είναι αδιανόητος δίχως την ύπαρξη ενός προτάγματος αυτονομίας, καθώς προϋποθέτει έναν πρωτόγνωρο, ιστορικά, κοινωνικό δυναμισμό, αδιανόητο μέσα σε ετερόνομες κοινωνίες, εντός των οποίων η τήρηση των εθίμων και των παραδόσεων συνιστά τη βασική αρχή λειτουργίας τους. Αντίστοιχα, ο ολοκληρωτισμός, άλλο ένα κατεξοχήν δυτικό δημιούργημα, ως κοινωνικό πρόταγμα πραγμάτωσης του «αδύνατου» (όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ) είναι δυνατόν να αναδυθεί μόνο μέσα σε μια κοινωνία που έχει ξεφύγει οριστικά από τη μέγγενη της θρησκείας και δεν έχει πλέον κάποιο όριο να περιορίζει την πράξη και την παράστασή της. Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία, δηλαδή για το τεχνικό σύστημα της Δύσης, που είναι ταυτόχρονα κι ένα είδος εφαρμοσμένης ιδεολογίας: της ιδέας ότι κάθε μορφή παράδοσης και εθίμου θα πρέπει να ανατραπεί και να αναδομηθεί με τρόπο «ορθολογικό» κι «επιστημονικό».

Όπως είναι προφανές, αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε από αυτήν την έννοια του απεριόριστου είναι η θετική του πλευρά: δηλαδή η κατάκτηση, από τις νεότερες κοινωνίες, της ικανότητας να μην έχουν όρια στη σκέψη τους. Το περίφημο «άνευ ορίων, άνευ όρων» του Εμπειρίκου έχει, καταρχάς, νόημα μόνο στο επίπεδο της σκέψης και της αναπαράστασης, οι οποίες θα πρέπει να μένουν ελεύθερες κι αδάμαστες. Το ζήτημα του αυτοπεριορισμού, αντίθετα, τίθεται στο επίπεδο της πράξης: εκεί είναι που πρέπει να ανακτήσουμε την ικανότητα να θέτουμε όρια στον εαυτό μας, όπου πιστεύουμε πως χρειάζεται, δίχως να περιοριζόμαστε από αυτήν την ουσιαστικά παιδική μανία υπέρβασης για την υπέρβαση. Αυτή, πιστεύουμε, θα πρέπει να είναι κι η στάση μας απέναντι στην εκάστοτε παράδοση. Ούτε απόρριψη για την απόρριψη ούτε απλώς τυφλή υποταγή, αλλά λελογισμένη επιλογή του τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε.

 

Η ανάγκη αλλαγής μοντέλου

Ένα σημείο εξαιρετικής σημασίας είναι η διαπίστωση πως οι νεότερες επαναστατικές ιδεολογίες και ειδικότερα αυτές του 19ου και του 20ού αιώνα κινήθηκαν, ως επί το πλείστον, εντός των πλαισίων αυτής της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό. Αυτό είναι σαφές στις δύο βασικές επαναστατικές θεωρίες αυτής της περιόδου, στον μαρξισμό και τον αναρχισμό. Όντας αμφότεροι τέκνα του νεότερου φιλελευθερισμού, φέρουν βαθιά την κληρονομιά του: μια ουσιώδη οντολογική «αισιοδοξία», μια βαθιά πίστη στην Πρόοδο -η οποία τείνει πάντοτε να ανάγει την ιστορία σε ένα ασταμάτητο «προτσές» προς την ελευθερία και την υλική ευημερία-, όπως και την πίστη στη θεμελιώδη καλοσύνη του ανθρώπου και στον απελευθερωτικό ρόλο της τεχνικής. Ο μαρξισμός έκλινε περισσότερο προς ορισμένα από αυτά τα στοιχεία (όπως, π.χ., ο ιστορικός ντετερμινισμός ή η τεχνοφιλία) ενώ ο αναρχισμός προς ορισμένα άλλα (όπως η πίστη στη θεμελιωδώς αγαθή φύση του ανθρώπου). Σε κάθε περίπτωση, αμφότερες οι ιδεολογίες αυτές βασίζουν –με ορισμένες επιμέρους διαφοροποιήσεις- το πολιτικό τους πρόταγμα σ’ ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού: όταν πλέον καταρρεύσουν οι καταπιεστικές δομές του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, θα λάμψει, πλέον, ανεμπόδιστη η βαθύτερη αλήθεια του ανθρώπινου όντος και θα εγκαθιδρυθεί ο επί γης Παράδεισος, στα πλαίσια του οποίου δε θα έχουμε πλέον ανάγκη θεσμών, νόμων και κωδίκων συμπεριφοράς. Δε θα καταργηθεί -ή απονεκρωθεί- μόνο το κράτος, αλλά κάθε μορφή εξουσίας, δηλαδή κάθε μορφή λήψης κι εφαρμογής αποφάσεων με σκοπό τη διαχείριση της κοινωνίας. Όλα θα λειτουργούν πλέον αυτόματα ακολουθώντας την φυσική τους αρμονία, καθώς δε θα υφίστανται πλέον οι παραμορφωτικές συνέπειες των καταπιεστικών κοινωνικών δομών επί της βαθύτερης ουσίας του Ανθρώπου. Πράγμα που συνεπάγεται πως, γι’ αυτήν την αντίληψη, βασικό καθήκον της Επανάστασης δεν είναι η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, αλλά η καταστροφή της υπάρχουσας. Διότι αν κι εφόσον καταστραφεί η τελευταία, η διάδοχός της θα αναδυθεί σχεδόν αυτόματα, δίχως να υπάρχει πλέον η παραμικρή ανάγκη συνειδητής δράσης. Η πτώση του Παλαιού Κόσμου θα επιτρέψει την άνθηση του Καινούργιου που δεν μπορεί παρά να είναι ο επιθυμητός!

Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ έτσι, για τον απλούστατο λόγο πως το ανθρώπινο ον δεν είναι το ορθολογικό αυτόματο που υπονοούν ο μαρξισμός κι ο αναρχισμός. Ωστόσο, μέχρι και τη δεκαετία του ’60 -χονδρικά- θα μπορούσαμε να πούμε πως η κοινωνία της κατανάλωσης δεν είχε ακόμα καταφέρει να αλώσει εντελώς ούτε την αστική κουλτούρα ούτε τις επιβιώσεις παραδοσιακότερων, προαστικών ή μη αστικών πολιτιστικών μορφών (αγροτικής, προλεταριακής κ.λπ.), όπως συμβαίνει σήμερα μέσα στη Δύση. Έτσι το άτομο διατηρούσε ακόμα μια σημαντική συνοχή ενώ βασικοί θεσμοί δίχως τους οποίους καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει (όπως κάποιο είδος ανατροφής κι εκπαίδευσης των παιδιών, μια κάποια ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων κ.λπ.) κατάφερναν ακόμη να λειτουργούν με έναν στοιχειωδώς συνεκτικό τρόπο.

Στα πλαίσια, ωστόσο, της πλήρους κατάρρευσης κάθε μορφής κουλτούρας που συντελείται εντός της κοινωνίας της κατανάλωσης, αποδεικνύεται κραυγαλέα ανεπίκαιρη κι αβάσιμη αυτή η φιλελεύθερης προέλευσης ψευδαίσθηση ότι αρκεί απλώς η ανατροπή των καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών δομών προκειμένου να αναδυθεί μια νέα συνεκτική κοινωνία. Σήμερα βλέπουμε πως ακόμα κι οι ίδιοι οι κυρίαρχοι θεσμοί καταρρέουν από μόνοι τους, εξαιτίας αυτής της έλλειψης συνοχής και προσανατολισμού που συνιστά συνέπεια της διάβρωσης κάθε είδους παράδοσης, αξίας, ιδεολογίας και πολιτικού ή πνευματικού προτάγματος. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση είναι πλέον όχι μόνο ανεπίκαιρο ή γελοίο μα και πολιτικά επικίνδυνο να συνεχίζουμε να αναμασάμε τα «αντι-αυταρχικά» κλισέ που καθιερώθηκαν από τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60, στα πλαίσια της εξέγερσής τους ενάντια στην αστική κουλτούρα και ηθική, και συνιστούν την κορύφωση του ρεύματος που περιγράφουμε. Πλέον αυτή η κριτική μόνο κομμάτι ειδικότερο μπορεί να αποτελεί της ευρύτερης και συνολικής μας προσέγγισης, περιορισμένη να αναφέρεται, όλο και περισσότερο, στην εκτός Δύσης κατάσταση[23].

2228178a88fa

Εν ολίγοις, θα πρέπει κάποια στιγμή να βγούμε από το αντί-αυταρχικό μοντέλο, το οποίο πάντοτε ήταν υπόρρητο στις παλιές επαναστατικές ιδεολογίες και κατέστη πλέον αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο την εποχή των κινημάτων του ’60. Η προερχόμενη από αυτό το μοντέλο κριτική επηρέασε βαθειά την κατεστημένη κοινωνία της εποχής, με αποτέλεσμα να ζούμε, τα τελευταία σαράντα χρόνια, μέσα στη Δύση σε κοινωνίες που βρίσκονται υπό την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του πολιτιστικού φιλελευθερισμού: κυρίαρχη νόρμα είναι μια γενικευμένη επιτρεπτικότητα που θεμελιώνεται στην αναγωγή του ατόμου και της ατομικής ελευθερίας σε υπέρτατο γνώμονα[24].

Είδαμε παραπάνω τι σόι αντιδραστικά ανακλαστικά γεννά αυτή η κυρίαρχη τάση σε μια αυξανόμενη μερίδα των πληθυσμών, οι οποίοι βιώνουν στο πετσί τους το κενό και τον κυρίαρχο μηδενισμό. Ψάχνοντας για κάποια απάντηση στα ψυχικά και συναισθηματικά αδιέξοδα που τους κατατρώνε, παραδίδονται με ανακούφιση στην πιο βέβαιη λύση που βρίσκουν μπροστά τους. Κι η λύση αυτή δεν είναι παρά η καταφυγή σε παραδοσιακού τύπου βεβαιότητες και σε πρωτόγονα, αταβιστικά αντανακλαστικά, από τις φασίζουσες ή μη ευρωπαϊκές ακροδεξιές ως τις ακραίες μορφές του νεοσυντηρητικού Ισλάμ στην Ασία και την Αφρική.

Πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε πλέον βγει από το παραδοσιακό πολιτικό «παράδειγμα» της χειραφετητικής πολιτικής. Δεν μπορεί να ισχύει πια το δίλλημα μεταξύ συντήρησης και προόδου. Πώς μπορούμε να συζητάμε σήμερα εάν θ’ άξιζε να συντηρήσουμε το παλιό ή ν’ απελευθερώσουμε το νέο, εφόσον το παλιό διαμελίζεται και το πραγματικά νέο δεν εμφανίζεται πουθενά; Η ανοικοδόμηση της ανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή ένα καθήκον κατεξοχήν «θετικό», πρέπει να είναι το ζητούμενο. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι η καταστροφή των θεσμών, οι οποίοι ως δήθεν «μεσολαβήσεις»[25] σακατεύουν τον αυθορμητισμό και τη δημιουργικότητα των μαζών. Αυτό που χρειάζεται είναι η αναδημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν στις κοινωνίες να αρθρώνουν τη δημιουργικότητά τους, φτιάχνοντας μορφές ζωής μεστές νοήματος. Δηλαδή, για να το θέσουμε λιγάκι προκλητικά, αυτό που θέλουμε είναι η δημιουργία νέων «μεσολαβήσεων», δημοκρατικού τύπου, οι οποίες θα διασώζουν την αυτενέργεια των κοινωνιών και τη δημιουργικότητα των ατόμων. Δε γίνεται αλλιώς να εδραιωθεί αυτός ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός των αναγκών και των επιθυμιών μας, αυτή η αλλαγή τρόπου ζωής και μοντέλου κοινωνίας που είναι τόσο απαραίτητη για την υπέρβαση των σημερινών ανθρωπολογικών και οικολογικών αδιεξόδων. Μόνο εντός αυτού του πλαισίου θα μπορέσει μια δημοκρατική κοινωνία να θέσει η ίδια τα αναγκαία όρια στην νεοκατακτηθείσα ελευθερία της.

[20] Βλ. σχετικά με αυτό το σημείο τις αναλύσεις του Καστοριάδη περί Αρχαίας Ελλάδας: Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα (Αθήνα, Ύψιλον, 1999), Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Τόμος Α’: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο (μτφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Αθήνα, Κριτική, 2007).

[21] Βλ. π.χ. τις σχετικές αναλύσεις του Κ. Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της Ιστορίας (1967), μτφρ. Σ. Κακουριώτης, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1992, 1ο κεφάλαιο.

[22] Βλ. ως προς αυτό το σημείο τις δύο βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην ανάδυση της αρχαιολογίας και της εθνολογίας μέσα στη Δύση ως χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ικανότητας να σχετικοποιούμε τον εαυτό μας και να ανοιγόμαστε στον Άλλο.

[23] Άλλωστε ένα από τα βασικά προβλήματα της αναγωγής μιας τέτοιας προσέγγισης σε συνολικό σχήμα εξήγησης της κοινωνίας έγκειται στην πλήρη συσκότιση των διαφορών που υπάρχουν, ως προς το θέμα που μας απασχολεί, μεταξύ δυτικού και μη δυτικού κόσμου. Ένας οπαδός της αντι-αυταρχικής ιδεολογίας, για παράδειγμα, θα σου πει πως δε μπορούμε να κατηγορούμε το Ισλαμικό Κράτος ή το Ιράν για θεοκρατική βαρβαρότητα και καταπίεση των γυναικών ή των σεξουαλικών μειονοτήτων, εφόσον ακόμα και στις ίδιες τις ΗΠΑ έχουμε ως επίσημο μότο το “In God we Trust”, στις δυτικές χώρες οι αργίες ακολουθούν το χριστιανικό θρησκευτικό εορτολόγιο, σημειώνονται βιασμοί και ομοφοβικές επιθέσεις κ.λπ.

[24] Πρόσφατα, για παράδειγμα, διαβάσαμε πως στη Γερμανία εγκαινιάζονται οίκοι ανοχής για κτηνοβάτες, οι οποίοι υπερασπίζονται τις επιλογές τους απέναντι σε φιλοζωικές οργανώσεις με την ατάκα «Είμαστε μια μειονότητα που γινόμαστε στόχος διακρίσεων φανατικών εξ αιτίας του σεξουαλικού μας προσανατολισμού» («Ανοίγουν οίκους ανοχής για κτηνοβάτες στη Γερμανία!», topontiki.gr, 6/5/2014).

[25] Καθώς το έθεταν οι καταστασιακοί, στους οποίους βρίσκουμε τη διαυγέστερη, ίσως, σύνοψη των κυριότερων ουτοπικών εμμονών τόσο του μαρξισμού όσο και του αναρχισμού.

[ ... ]

Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση…

Posted in Κείμενα | 1 σχόλιο

Ολόκληρο το 5ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

Τεύχος 5, Δεκέμβριος 2012.

Πατήστε στην εικόνα του εξωφύλλου.

 

protagma#5-exwfyllo

Posted in Κείμενα | Γράψτε ένα σχόλιο

Πρόταγμα, τεύχος 7o

Κυκλοφορεί από σήμερα το 7ο τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

protagma#7-exwfyllo-2

Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Η γενική άνοδος της Ακροδεξιάς – Παράδοση και Πρόοδος (το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων) – Νεοτεχνολογία και μαζική κουλτούρα · Δημήτρης Μαρκόπουλος Μια κριτική του φιλελεύθερου πλουραλισμού (Σκέψεις για την πολιτιστική διάσταση του αδιεξόδου των δυτικών κοινωνιών) · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Με αφορμή τον θάνατο του Στιβ Τζομπς (β’ μέρος). Ιδέες για μια ανθρωπολογική προσέγγιση της σύγχρονης καταναλωτικής τεχνολογίας · Ζαν-Μαρκ Μaντoζιό Το τέλος του ανθρώπινου είδους; (β’ μέρος) · Νίκος Κασφίκης Φασισμός και ελληνική Ακροδεξιά: συγκλίσεις και αποκλίσεις · Βιβλιοκριτικές: Για τη θεωρία του Α. Γαβριηλίδη περί Αριστεράς και θυματικού εθνικισμού (β’ μέρος) – Για το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, Το έθνος και τα ερειπιά του.

Σημεία πώλησης (προς το παρόν*):

 Αθήνα

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

-Χώρος της Ελευθεριακής Κουλτούρας (Ερεσσού 52, Εξάρχεια)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Ερεσσού 35, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Κουκίδα (Τροίας 4 και Ομήρου, Νέα Σμύρνη)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν (Εθνικής Αμύνης 14)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Cittα Futura- κινούμενο κινηματικό βιβλιοπωλείο​

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 8 σχόλια

Όλη η αλήθεια για την Αμφίπολη

Η άποψή μας για το αρχαιολογικό θρίλερ των ημερών:

Posted in Αναδημοσιεύσεις | Γράψτε ένα σχόλιο

Σχετικά με το 7ο τεύχος.

Μιας κι έχουμε ήδη καθυστερήσει την έκδοση του επόμενου τεύχους μας, θα θέλαμε να ενημερώσουμε τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του περιοδικού ότι το 7ο τεύχος του Προτάγματος θα κυκλοφορήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Διάφορα πρακτικά ζητήματα όπως κι η μόνιμη έλλειψη χρόνου μας αναγκάζουν, δυστυχώς, να καθυστερήσουμε για κάποιον καιρό την έκδοση του τεύχους. Θα το παραλάβετε τον Σεπτέμβριο μαζί με τα νέα μέτρα, αμέσως μετά τα καλοκαιρινά μπάνια!

Posted in Ανακοινώσεις | 3 σχόλια

Ο πολιτισμός των ομοιωμάτων (δικαιωμάτων)

Το 2001 στη Γερμανία, όπως αναφέρει ο καθηγητής Μ. Σαντέλ, ο Α. Μέιβες, ένας σαραντάχρονος τεχνικός υπολογιστών, σκοτώνει, τεμαχίζει, μαγειρεύει και τρώει ένα σαραντατριάχρονο προγραμματιστή, τον Γ. Μπράντες, ο οποίος οικειοθελώς προσφέρθηκε γι’ αυτό το γεύμα, απαντώντας σε αγγελία που ο Μέιβες είχε ανεβάσει στο διαδίκτυο. Η υπερασπιστική γραμμή του Μέιβες στο δικαστήριο ήταν ότι στις δυτικές δημοκρατίες τα ατομικά δικαιώματα είναι ιερά, ο κάθε ενήλικας έχει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματός του, ο ίδιος ο Μπράντες προσφέρθηκε να φαγωθεί και αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του. Το δικαστήριο καταδίκασε πρωτόδικα τον Μέιβες σε οκτώμισι χρόνια, αλλά οι δικαστές θεωρώντας επιεική την ποινή του άσκησαν έφεση και τον καταδίκασαν σε ισόβια. Έκριναν με βάση την ηθική, το αναπαλλοτρίωτο της ανθρώπινης φύσης και όχι με γνώμονα τα σαθρά θεμέλια της ρητορικής περί ελευθερίας της επιλογής και των ατομικών δικαιωμάτων.
Ποιοι είναι όμως οι ρήτορες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Είναι νέας κοπής διαφωτιστές, φιλελεύθεροι (και αριστεροί), μια πεφωτισμένη κοσμοπολίτικη δεσποτεία, που θα τους ονόμαζα διαφωτιστές της αγοράς και του ατομικισμού. Αλλά δεν με ικανοποιεί ο όρος. Θα προτιμούσα να τους χαρακτήριζα υβριστές διότι πορεύονται υπέρ μοίραν, πέραν του μεριδίου που τους αναλογεί στην πεπερασμένη ζωή τους. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι το νόημα της ζωής είναι σε φόντο μη νοήματος (Κ. Καστοριάδης) γιατί στα έσχατα υπάρχει έρεβος, ο θάνατος του υποκειμένου. Ίσως πάλι να είναι διπλά υβριστές, γιατί όπως λέει ο Φ. Μπέικον το αίσθημα, η επίγνωση της θνητότητας δημιουργεί την απληστία, το αρπακτικό υποκείμενο. Ας κάνω ότι μπορώ για το δικό μου όφελος πριν πεθάνω, έτσι κι αλλιώς θα μείνω ατιμώρητος, αφού μετά δεν υπάρχει τίποτα. Εξελικτικά, μέσα από μια μακραίωνη διαδικασία, ο homo sapiens, ο κάθε άνθρωπος απέκτησε το δικό του μοναδικό αποτύπωμα συνείδησης. Η ανθρώπινη ατομικότητα, η εξατομίκευση είναι ήδη παρούσα στην ιστορία (ως διάλλειμα;) από την εποχή της κλασσικής Αθήνας. Οι πολίτες της ήταν άτομα σε αντίθεση με τους υπηκόους στις ασιατικές δεσποτείες (Αίγυπτος κλπ).
Με την έλευση του διαφωτισμού, την άνοδο του καπιταλισμού και την κυριαρχία τις τελευταίες δεκαετίες της οικονομίας της αγοράς η ατομικότητα μετασχηματίζεται σε ορθολογική ιδιοτέλεια, σε κτητικό ατομισμό. Το άτομο βιώνει τον εαυτό του ως πρώτο πρόσωπο, ως υποκείμενο αλλά ταυτόχρονα ο άλλος κατοικεί μέσα στο εγώ γιατί ανήκουμε σ’ ένα εμείς (κοινότητα, οικογένεια, φίλους). Η ανάγκη του άλλου είναι ιδρυτικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας. Όταν το κοινωνικό περιβάλλον, όπως πράττει σήμερα ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός, το φιλελεύθερο υπόδειγμα, ενισχύει το εγώ και καταστρέφει τον άλλο, το εμείς που έχουμε μέσα μας, την αλληλεγγύη, τη φιλία, την καλοσύνη, την γενναιοδωρία, τότε το άτομο δεν είναι άτομο αλλά ιδιοτελές υποκείμενο. Το άτομο σύμφωνα με τη ρητορική των ατομικών δικαιωμάτων, που είναι μια φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς (Ζ. Κ. Μισεά) και της απεριόριστης ελευθερίας του υποκειμένου είναι ανίκανο για το καλό και το αληθές, είναι αθεράπευτα ιδιοτελές, και γι’ αυτό πρέπει να αποσυρθεί στον ιδιωτικό ιερό του χώρο για να ασκήσει ελεύθερο από περιορισμούς τα ελαττώματά του παραιτούμενο εκουσίως από το δημόσιο χώρο, από τη προσπάθεια να κάνει καλύτερο τον κόσμο. Η ενάρετη ζωή θα οριστεί ιδιωτικά και σ’ αυτό τον ορισμό δεν υπάρχουν όρια, εκτός ίσως από την ανθρώπινη ιδιωφέλεια. Ότι ορίζεται σήμερα στον δυτικό κόσμο ως ανθρώπινα δικαιώματα, ατομικά δικαιώματα, είναι οι εγωιστικές επιθυμίες ενός αυτοαναφορικού ατόμου που δεν είναι άτομο, υποκείμενο αλλά ομοίωμα του εαυτού του, στο βαθμό που έχει μετατραπεί σε δολοφόνο του άλλου.
Ας ασκήσουμε λοιπόν ελεύθερα με ρυθμιστή την αγορά και το νόμο τα άθλια ελαττώματά μας, χωρίς ηθικές αρχές γιατί αυτές περιορίζουν την ατομική ελευθερία του ορθολογικού ατομιστή. Γιατί να μην είμαι ελεύθερος να πουλήσω ή να αγοράσω από κάποιον ένα νεφρό; Γιατί η πορνεία να μην είναι ένα επάγγελμα σαν όλα τα άλλα, μια προσωπική υπηρεσία, που ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης καθορίζει την τιμή της; Αυτοί που υποστηρίζουν ότι έτσι εμπορευματοποιείται το ανθρώπινο σώμα είναι απλώς εχθροί των ατομικών δικαιωμάτων. Γιατί να καταδικαστεί ο ανθρωποφάγος Μέιβες ή να μην αποκτήσω ένα παιδί πληρώνοντας μια παρένθετη μητέρα; Γιατί να μην είναι ατομικό δικαίωμα να χλευάζουμε τη θρησκεία του άλλου; Γιατί να μην επιτρέπεται η χρήση εμβρύων για τη δημιουργία νέων καλλυντικών ή να μη χρησιμοποιήσουμε τη γενετική μηχανική για να δημιουργήσουμε μωρά με προσχεδιασμένα χαρακτηριστικά;

Χάρης Ναξάκης
Καθηγητής ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας
charisnax@yahoo.gr

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 5 σχόλια

Η σύγκλιση μεταξύ ακροδεξιών και φιλελεύθερων χώρων

Απόσπασμα από το editorial του 6ου τεύχους του περιοδικού.

[ ... ]

Η νεοδεξιά αντεπίθεση

            α) Οι Καλοί Συμμορίτες

Στην ένδοξη κι ηρωική χώρα που λέγεται Ελλάδα, που από καταβολής κόσμου την πολεμάνε οι ισχυροί της γης δίχως αυτή ποτέ να λυγίζει, έλαχε η μοίρα να υφίσταται αυτόν τον τραγέλαφο που λέγεται Σαμαράς και αυλικοί του και του οποίου τις συνέπειες, όπως είδαμε, πληρώνουμε σήμερα με τον πιο άσχημο τρόπο. Το γεγονός πως εν έτει 2013 έχουμε φτάσει η κυβερνητική πολιτική να ασκείται, μεταξύ άλλων, από την «Ομάδα Αλήθειας» (ή αλητείας;), έναν αργόσχολο γόνο βουλευτή και αποτυχημένο γελωτοποιό της Ρούλας Κορομηλά, έναν πρώην λοκατζή μπλεγμένο με το παρακράτος, έναν πρώην αριστεριστή με απωθημένα ενάντια στις παλιές του αγάπες κι έναν τυχάρπαστο κρατικοδίαιτο διπλοθεσίτη δήθεν «επιχειρηματία» που ασχολείται με τη διαδικτυακή συκοφάντηση πολιτικών αντιπάλων, δείχνει τη βαθειά πολιτική αποσύνθεση των διευθυντικών μηχανισμών της χώρας.

Το περσινό εκλογικό αποτέλεσμα και η συγκρότηση της τρικομματικής κυβέρνησης προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία στις κάθε λογής ακροδεξιές φωνές να συγκροτήσουν μια πιο ομογενοποιημένη και εξωστρεφή τάση, ένα μπλοκ ιδεολογικής αντεπίθεσης που επιθυμεί να στρέψει τους Νεοέλληνες στην κατεύθυνση των αξιών που αυτό πρεσβεύει. Αυτός ο σωρός από μυστικοσυμβούλους, αρθρογράφους του διαδικτύου και επιφανείς ήρωες της Νεοδεξιάς έχει αναλάβει να χτίσει ιδεολογικά και πρακτικάτη «Νέα Μεταπολίτευση» 522905_407843599228329_1996156924_n(όπως από καιρό μας σφυροκοπά το Antinews.gr και η Δημοκρατία, τα δύο ημιεπίσημα κανάλια του σαμαρισμού), δηλαδή να γκρεμίσουν οτιδήποτε θετικό περιείχε η πραγματική Μεταπολίτευση: την υποχώρηση του μετεμφυλιακού (παρα)κράτους της Δεξιάς, την οριστική εγκαθίδρυση της συνταγματικής ομαλότητας, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας, μια γενικότερη φιλελευθεροποίηση των ηθών και μια υποχώρηση του κρατικού και αστυνομικού αυταρχισμού μεταξύ άλλων.

 

β) Ο λαϊκιστικός ρεβανσισμός

Όσοι πιστεύουμε στην δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στην Χρυσή Αυγή -και σοβαρολογώ απολύτως. Της το οφείλουμε για την ευκαιρία που μας προσφέρει -και μάλιστα την ώρα που την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη- ώστε να διορθώσουμε λάθη δεκαετιών και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πολιτική ζωή. Είναι η ευκαιρία που δίνεται στη νομιμότητα να αναμετρηθεί, επιτέλους, με την οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης, που όλοι το φοβούνται και κανείς δεν το αγγίζει.

Σ. Κασιμάτης[1]

 Όπως και στη Δύση γενικώς, το διαζύγιο των λαϊκών τάξεων με τα δημοκρατικά και χειραφετητικά κινήματα που παρατηρείται στη δεκαετία του ‘60[2], έφερε στην εξουσία τη γενιά που πήρε τότε τη σκυτάλη, πρωταγωνιστώντας στα νεολαιίστικα κινήματα της περιόδου. Οι κραυγές των συντηρητικών φωνών κατά της Μεταπολίτευσης μας θυμίζουν την κριτική της γαλλικής «Νέας Δεξιάς»[3] ενάντια στις «αξίες του Μάη του ‘68» ή την επίθεση των λαϊκιστών του αμερικανικού TeaParty στις «ελίτ» της Ουάσινγκτον και ειδικότερα στον Ομπάμα και τις αξίες που εκφράζουν σε πολιτιστικό επίπεδο. Ο γίγαντας νάνος Σαρκοζί το είχε αντιληφθεί αυτό και για να προσεταιριστεί τη λαϊκή και ακροδεξιά ψήφο είχε θέσει ως στόχο του, κατά την προεκλογική περίοδο του 2007, «να τελειώνει με το Μάη του ‘68», προεξοφλώντας έτσι τη ρητορική που αναπτύχθηκε από τους συντηρητικούς, τους καθολικούς και την ακροδεξιά (την περίφημη «Διαδήλωση για όλους» [Manifpourtous]) που εξεγέρθηκαν, πριν λίγους μήνες, ενάντια στην ψήφιση του νόμου Τομπιρά ο οποίος αναγνωρίζει τον γάμο μεταξύ ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Στις πιο φανατικές συνιστώσες αυτής της κίνησης βρίσκουμε την ιδέα πως η αντίθεση σε αυτόν τον νόμο συνιστά αντίθεση στο «λόμπι των γκέι» και τη δικτατορία της γενιάς του ’68, την οποία πρέπει να ανατρέψουμε μέσω μιας «Γαλλικής Άνοιξης». Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στην Ελλάδα με τους Καλούς Συμμορίτες, οι οποίοι βάλλουν κατά της «Γενιάς του Πολυτεχνείου» στα πλαίσια μιας ανανεωμένης λαϊκοδεξιάς ρητορείας που, στις πιο εμπνευσμένες της στιγμές, μπορεί να φτάσει σε ακραίες δηλώσεις του τύπου: «δε μας ενδιαφέρουν τα ανθρώπινα δικαιώματα»[4].

γ) Η σύγκλιση μεταξύ ακροδεξιών και φιλελεύθερων χώρων

Η συντηρητική αυτή στροφή αποτελεί έναν κόμβο στον οποίο συναντώνται δύο πολιτικοί χώροι που μέχρι πρότινος χαρακτηρίζονταν από σημαντικές διαφορές: η παλαιοκομματικού είδους, λαϊκιστική Δεξιά τάση με αυταρχικές πολιτειακές καταβολές και συνθηματολογία εμφυλιακού περιεχομένου από τη μια μεριά, κι ένας «συνασπισμός» φιλελεύθερων και κεντρώων χώρων, που για λόγους πολιτικής επιβίωσης, αλλαγής απόψεων προς το συντηρητικότερο αλλά και απλής βλακείας (τα δύο τελευταία, άλλωστε, συνήθως ταυτίζονται!) μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο προς την παραδοσιακή Δεξιά. Εδώ βρίσκεται η ουσία και η σοβαρότητα του ζητήματος. Διότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την επιθετικότητα ή τη σκλήρυνση της λαϊκίζουσας ακροδεξιάς ρητορικής. Οι εθνικιστικές και ρατσίζουσες εξυπνάδες των νεοδεξιών thinktanks και των παλικαράδων του Σαμαρά είναι μεν χυδαίες και πολιτικά επικίνδυνες, ωστόσο, θα λέγαμε, ότι καθίστανται χρήσιμες κυρίως στους ενδοδεξιούς εκλογικούς ανταγωνισμούς σε ότι αφορά το εθνοπατριωτικό (και οπωσδήποτε αριστερόφοβο) κοινό[5]. Η μισαλλόδοξη ρητορική των εθνικιστών της ΝΔ, κουβαλώντας παράλληλα το βαρύ φορτίο της στήριξης του κυβερνητικού μνημονιακού αυταρχισμού, συναντούν κατά κάποιον τρόπο ένα ταβάνι στην επιρροή που μπορεί να έχει, εφόσον απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Αντίθετα, το πλέον ανησυχητικό είναι η πολιτική μετατόπιση μιας μεγάλης μερίδας του φιλελεύθερου χώρου, που φτάνει σε τέτοιο βαθμό αυτοεξευτελισμού ώστε να ανέχεται έως και να συμπράττει σιωπηλά με τις ακροδεξιές επιλογές του Σαμαρά σε πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Και πρόκειται για εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική, εξαιτίας του πολύ ευρύτερου κοινού στο οποίο έχουν πρόσβαση οι συγκεκριμένοι διανοούμενοι και αρθρογράφοι, το οποίο επουδενί δεν περιορίζεται στον παραδοσιακό χώρο της Δεξιάς.

 

Οι σοβαροφανείς μπουφόνοι του φιλελευθερισμού

Μια όσο το δυνατόν λεπτομερή χαρτογράφηση του εν λόγω φιλελεύθερου τόξου επιχειρούμε και στο κείμενο της ομάδας μας στο παρόν τεύχος. Το φιλελεύθερο τοπίο στην σημερινή Ελλάδα αποδεικνύεται εξόχως ποικιλόμορφο: εκτείνεται από ταλιμπάν του ΔΗΜΑΡισμού, όπως ο Ψαριανός και ο Η. Κανέλλης, μέχρι τους διάφορους «φιλελεύθερους» τύπου Τζήμερου και Μανδραβέλη, και από τις αναλύσεις διανοούμενων όπως ο Καλύβας ή ο Ράμφος έως την πολιτιστική γραμμή των freepress και των έτερων protagonιστών του διαδικτύου. Αυτός ο -εκ πρώτης όψεως ανομοιογενής- όμιλος σοβαροφανών σχολιαστών, μαθητευόμενων πολιτικών, δημοφιλών κριτικών και «αντισυμβατικών προσωπικοτήτων», έχει καταφέρει να οικοδομήσει μια νέα τάση παρέμβασης και επιρροής στην κοινωνική ζωή των Νεοελλήνων.

Στην ουσία οι φιλελεύθερες αυτές φωνές προσπαθούν να παραστήσουν τον ιδεολογικό καθοδηγητή της ελληνικής κοινωνίας, συμπληρώνοντας τη δουλειά που κάνει σε κυβερνητικό επίπεδο το κρατίδιο του Σαμαρά και σε επίπεδο «δρόμου» τα τραμπουκοειδή της ΧΑ. Προφανώς οι τρεις αυτές ομάδες δεν είναι σε καμία περίπτωση το ίδιο πράγμα· διαφέρουν στις ιδεολογικές αναφορές τους, στα μέσα που χρησιμοποιούν, στο κοινό στο οποίο κατά βάση απευθύνονται. 598440_4190683685820_1008669217_nΩστόσο -και αυτό είναι που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη-, οι εξελίξεις σήμερα δείχνουν ότι αυτοί οι λεγόμενοι «νέοι φιλελεύθεροι» (κατά την έκφραση του Ν. Σεβαστάκη) παίζουν όσο πιο ανοιχτά γίνεται το παιχνίδι της κυβερνητικής ακροδεξιάς (και, κατά συνέπεια, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, των νεοφασιστών της ΧΑ). Μπορεί ο καθένας από τους τρεις να έχει διαφορετικούς στόχους, αλλά αυτή η «αντικειμενική» σύμπλευση, όπως θα δούμε, δεν παύει να οδηγεί προς ένα κοινό αποτέλεσμα: την προϊούσα συντηρητικοποίηση της κοινωνίας και την επάνοδο ενός παλαιοδεξιού αυταρχισμού.

 

α) Ο ρόλος των φιλελεύθερων μέσα στην παρούσα συγκυρία

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την απεγνωσμένη -αν και όχι πάντα συνειδητή- προσπάθεια όλων αυτών των, υπερηφανευόμενων για την «επαναστατικότητα» των φιλελεύθερων ανοησιών που εκστομίζουν, αρθρογράφων να συστήσουν ένα μπλοκ ιδεών και λύσεων που θα πρέπει -είναι η μόνη μας ελπίδα, όπως λένε!- να υιοθετήσουμε και να εφαρμόσουμε. Οι στήλες εφημερίδων των μεγαλοεκδοτών ή αυτές των freepress, οι ιστοσελίδες περισπούδαστων bloggers, οι αντίστοιχοι χώροι εμπνευσμένης συλλογικής αρθρογραφίας (σαν το Protagon.gr) ή τα προσφάτως εισηγμένα στο χρηματιστήριο ιδεών βιβλιο-περιοδικά[6] είναι γεμάτα με άρθρα και αρθρίδια τέτοιας μεταμοντέρνας φιλελεύθερης επινόησης.

Μπορεί οι συντάκτες τους να εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες ή να υπερασπίζονται διαφορετικά προτάγματα ή και συμφέροντα, ωστόσο, κοινός τόπος των παρεμβάσεών τους είναι η προπαγάνδα υπέρ της ανάγκης για εκσυγχρονισμό και εκδυτικισμό που δήθεν έχει η ελληνική κοινωνία, όπως και υπέρ της επικράτησης της «υπευθυνότητας» και του «πολιτικώς ορθού», που θα αντικαταστήσουν την «ανορθολογικότητα» της «παλαβής Αριστεράς» αλλά και της ελληνικής πραγματικότητας γενικότερα. Ακροβατώντας μεταξύ της ψευδο-επιστημονικότητας, του lifestyle και της επιτηδευμένης εναλλακτικότητας, το φιλελεύθερο αυτό ρεύμα προσπαθεί να αναδειχθεί σε πρότυπο πολιτικής υπευθυνότητας, αλλά και αγώνα ενάντια σε όλες τις «παθογένειες» και τα «κακές συνήθειες» του ελληνικού λαού. Περήφανο για την υποτιθέμενη αντισυμβατικότητά του, πασχίζει να πρωτοστατήσει στην αναμέτρηση με τα δεινά του παρελθόντος και του παρόντος, με όλα αυτά που το ίδιο θεωρεί ως κατάρες της Μεταπολίτευσης.

 

β) Η εμμονή με τη Μεταπολίτευση

img_0081-thumb-mediumΣε αυτό το μήκος κύματος, ο μέσος φιλελεύθερος αρθρογράφος ξελαρυγγιάζεται για να καταγγέλλει το πολιτικο-κοινωνικο-πολιτιστικό DNA του Νεοέλληνα -που οικοδομείται με υλικά όπως η χαλαρότητα, η αμετροέπεια, η γενικευμένη διαφθορά, η καθημερινή αγένεια, η τεμπελιά, η ανοργανωσιά, ο κρατισμός, ο τριτοκοσμισμός κ.λπ.- ως τον απόλυτο φταίχτη για τα δεινά που περνά η χώρα (και, κατά συνέπεια, ολόκληρο το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα»!). Μια τέτοια ανάλυση, όταν δεν είναι προϊόν ενορχηστρωμένης προπαγάνδας ή καλοπληρωμένης στρατευμένης υπηρεσίας, μοιάζει τουλάχιστον αφελής και πολιτικά επικίνδυνη. Όχι γιατί οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν αντιστοιχούν πολλές φορές σε υπαρκτά προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας[7], αλλά διότι: α) στο πλαίσιο της γενικευμένης επίθεσης εναντίον της Μεταπολίτευσης ομαδοποιούνται με εντελώς επιφανειακό και αφελή τρόπο τα χαρακτηριστικά των Νεοελλήνων, με αποτέλεσμα να στοχοποιούνται και στοιχεία που κάθε άλλο παρά αρνητικά και στείρα μπορούν να θεωρηθούν. Έτσι, ο δρόμος προς το φιλελεύθερο «συμμάζεμα» περνά μέσα από την πάταξη της ελευθεριότητας που απολαμβάναμε, όπως και την καταστροφή της όποιας λαϊκότητας -δια της ταύτισής της με τον δαίμονα του λαϊκισμού. Β) Θέλοντας ο εγχώριος φιλελευθερισμός να αποδομήσει και να απονομιμοποιήσει τα «αρχαϊκά» και «απολίτιστα» χαρακτηριστικά μας, προτάσσει με τρομερή αφέλεια την ανάγκη για έναν απλό και δίχως περαιτέρω σχόλια εκδυτικισμό της χώρας, αποκρύπτοντας βέβαια το γεγονός ότι η παρηκμασμένη Δύση λίγα έχει πλέον να μας προσφέρει ως πρότυπο κοινωνικής λειτουργικότητας ή έστω πολιτικής ευταξίας.

Σε τελική ανάλυση, είναι η στάση του υποτιθέμενου ανθού της δυτικοθρεμμένης διανόησης της χώρας, ο οποίος, όχι μόνο δεν αρθρώνει κουβέντα ενάντια στον κωμικοτραγικό τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα, αλλά καμώνεται πως εξασκεί το κριτικό του λειτούργημα βάλλοντας εναντίον οποιουδήποτε άλλου εκτός από αυτούς που ασκούν σήμερα την εξουσία στην Ελλάδα[8],που αποτελεί το πειστικότερο δείγμα της βαθειάς ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης που παρατηρείται μέσα στη Δύση. Όχι πως είμαστε της άποψης ότι θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο κριτική στους εκάστοτε κυβερνώντες, λες κι αυτοί μας πέφτουν, κάθε φορά, από τον ουρανό, δίχως να έχουν τη στήριξη ή, έστω, την ανοχή ενός κρίσιμου μέρους της κοινωνίας· άλλο αυτό όμως κι άλλο η πρόστυχη και αναξιοπρεπής στάση που συνίσταται στο να εξαντλούμε την όποια κριτική μας διάθεση στους πιο εύκολους στόχους.

 

γ) Ο αυτοεξευτελισμός της διανόησης

Η ποιότητα και το ήθος ενός διανοούμενου φαίνεται όχι μόνο από την κριτική του στους κατεστημένους θεσμούς, έτσι γενικά κι αόριστα (όταν με «θεσμούς» εννοούμε τα ήθη και τις νοοτροπίες ενός λαού, τις συνήθειές του, την πολιτική του συμπεριφορά κ.λπ.), αλλά και από τη διάθεσή του να συγκρουστεί με την εκάστοτε εξουσία, τουλάχιστον όταν βρισκόμαστε σε κρίσιμες και εξαιρετικές συγκυρίες όπως η σημερινή. Παλιότερα άλλοι τα έβαζαν με Πάπες, αυτοκράτορες και δικτάτορες, ενώ σήμερα οι εγχώριοι αστέρες φοβούνται να πουν το αυτονόητο για να μην κατηγορηθούν για «λαϊκισμό». Και γι’ αυτό τους έβαλε τα γυαλιά ο σχεδόν αιωνόβιος Νάνος Βαλαωρίτης, με την επιστολή του προς τον Α. Σαμαρά[9]. Η ίδια δουλοφροσύνη φαίνεται να χαρακτηρίζει τις παρεμβάσεις των εν λόγω διανοούμενων και μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα: οι πιο εμμονικοί συνεχίζουν να μιλάνε για τα «δύο άκρα» και τις ευθύνες της Αριστεράς, ενώ οι λιγότερο πωρωμένοι παρουσιάζουν το φονικό ως ενσάρκωση των κακοδαιμονιών του δύσμοιρου έθνους μας.Ειδικά μετά και τον θάνατο των δύο εκ των τριών χρυσαυγιτών που δέχτηκαν δολοφονική επίθεση στις αρχές Νοεμβρίου, το τροπάριο συνεχίζεται ασταμάτητο: καμιά ανάλυση, μόνο οιμωγές για τη «βία» κι αυτούς που την καλλιεργούν τόσα χρόνια.

Αλλά, φυσικά, όπως έχουμε ξαναπεί, αυτή μας η επαναλαμβανόμενη κριτική στους διανοούμενους δεν είναι προϊόν κάποιας εμμονής μαζί τους. Απλώς θεωρούμε την υποχώρηση της οποιασδήποτε κριτικής τους διάθεσης, η οποία δεν συνιστά σε καμία περίπτωση ελληνική ιδιαιτερότητα, χαρακτηριστικό δείγμα της σταθερής παρακμής της νεοτερικής δυτικής κληρονομιάς, στα πλαίσια της οποίας και άνθισε ο ανθρωπολογικός τύπος του διανοούμενου, όπως έχουμε συνηθίσει να τον αντιλαμβανόμαστε. Παρακμή, που προφανώς δεν χαρακτηρίζει απλά το χώρο των διανοούμενων, αφού μπορούμε διακρίνουμε τις ρίζες της σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μέσα στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Με το κείμενoτου Ν. Κασφίκη, «Μια ανθρωπολογική ανάλυση της τριλογίας του Μπάτμαν: σχόλια πάνω στην αποσάθρωση των δυτικών κοινωνιών» μας δίνεται η ευκαιρία να θίξουμε, μεταξύ άλλων, ορισμένες παραμέτρους αυτής της παρακμής, η οποία συμβαδίζει με την ολοένα και μεγαλύτερη εμπέδωση του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης.


[1] «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για τη δημοκρατία», Καθημερινή της Κυριακής, 16/9/2012.

[2] Βλ. σχετικά και το κείμενο του Στιβ Φρέιζερ, «Ευχαριστούμε, TeaParty», Πρόταγμα, τ. 2, Ιούνιος 2011.

[3] Μιας πιο διανοούμενης εκδοχής της ακροδεξιάς, από την οποία εμπνέεται, κατά παλιότερη δήλωσή του, ο Μ. Βορίδης.

[4] Όπως είχε απαντήσει ξερά ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, Π. Μπαλτάκος στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «Κατά τη μόνη συνάντησή του με το προεδρείο της Επιτροπής (7.12.2012), ο κ. γενικός γραμματέας μάς επιφύλαξε υποδοχή περιφρονητική προς τον θεσμό που εκπροσωπούμε και ανάρμοστη με το αξίωμα που του έχετε αναθέσει. Δήλωσε ότι δεν τον ενδιαφέρουν, ως εκπρόσωπο της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, το έργο της Επιτροπής και τα δικαιώματα του ανθρώπου, ούτε οι σχετικές διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, και συνειδητά ώς τώρα δεν έκανε τίποτα για να διευκολύνει την απρόσκοπτη λειτουργία της Επιτροπής» (από επιστολή της ΕΕΔΑ που παραθέτει η Α. Ψαρρά, «Δε μας ενδιαφέρουν τα ανθρώπινα δικαιώματα», Εφημερίδα των Συντακτών, 27/2/2013).

[5] Φαινόμενο που ενισχύεται λόγω της διαφαινόμενης εδραίωσης του δεξιότερου της ΝΔ εκλογικού κοινού.

[6]Βλ. ταAthens Review of Bookκαι The Books’ Journal.

[7] Παγίδα στην οποία πέφτει πολύ συχνά η Αριστερά όταν, στο πλαίσιο του πολιτικο-εκλογικού παιχνιδιού, αποφεύγει να μιλήσει ανοιχτά για τα «κακώς κείμενα» της εποχής μας ή για υπαρκτά ζητήματα των οποίων τη σοβαρότητα εκμεταλλεύεται η ακροδεξιά για να θεωρητικολογήσει υπέρ των αξιών της.

[8] Ξεχνώντας, άλλωστε, πως είναι ο ίδιος προϊόν, σε πολιτιστικό επίπεδο, των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και πως, ως εκ τούτου, είναι αυτοκτονικό να συμμαχεί με τους επίδοξους ιστορικούς τους νεκροθάφτες.

[9] Βλ. «Επιστολή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη στον Αντ. Σαμαρά για τη Χρυσή Αυγή», Το Βήμα, 29/5/2013.

[ ... ]

Posted in Κείμενα | 4 σχόλια