Με αφορμή το βιβλίο του Γ. Χαμηλάκη «Το έθνος και τα ερείπιά του»

Απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική του Α. Φασούλα που περιλαμβάνεται στο τρέχον, 7ο τεύχος του περιοδικού.

Xamilakis_cover

[ ... ]

Αρχαίος και Νέος Παρθενώνας: η τυραννία του παρελθόντος

 

Μας πήρανε τα μάρμαρα! Ποιος θα ζητήσει τώρα τα οστά των προγόνων μας;

Μ. Μερκούρη

 

Τον Αύγουστο του 2013 ξέσπασε μια μηντιακή καταιγίδα σχετικά με την δήθεν ανακάλυψη του τάφου του Μεγαλέξανδρου στην Αμφίπολη. Το σύντομο αυτό επεισόδιο, ένα ακόμη στην μακρόχρονη σαπουνόπερα του κυνηγιού του χαμένου τάφου-θησαυρού, ξεφούσκωσε λίγες μέρες μετά, αφού προκάλεσε, βέβαια, σωρεία άρθρων. Η συζήτηση για τον «Μέγα Στρατηλάτη», την ελληνικότητα της Μακεδονίας και το ιστορικό συνεχές του ελληνικού έθνους, είχαν γι’ άλλη μια φορά την τιμητική τους κι όλο το ενδιαφέρον για την αρχαιολογική ανασκαφή ενός μνημειώδους τύμβου, έμελλε να ξοδευτεί, σαν ένα ακόμη κούτσουρο, στην φωτιά της εθνικής μας υπερηφάνειας.

samaras_amfipoli_arx_1

κυνηγός νεκρών

Η είδηση για τον τάφο της Αμφίπολης, που επανήλθε και αυτόν τον Αύγουστο αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον, αποτελεί μια θαμπή αντανάκλαση ενός πολύ παλιότερου εγχειρήματος, της σχεδόν εμμονικής προσπάθειας του εθνικού μας αρχαιολόγου Μ. Ανδρόνικου ν’ αποκαλύψει το «μυστικό της Μεγάλης Τούμπας» στη Βεργίνα, ενός εγχειρήματος που κατέληξε το 1977 στην αποκάλυψη δύο τάφων, ένας εκ των οποίων ταυτοποιήθηκε από τον ίδιο τον ανασκαφέα ως ο τάφος του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας. Το «σύνδρομο της Βεργίνας» όπως αποκάλεσε τις «θησαυροθηρικές εξάρσεις» της ελληνικής αρχαιολογικής έρευνας ο αρχαιολόγος Αντώνης Ζώης, φαίνεται να συνδέεται ουσιωδώς με τις εθνικιστικές μας αγωνίες. Το κυνήγι τάφων των Μακεδόνων βασιλέων αποτελεί, στην πραγματικότητα, κυνήγι της ταυτότητας του γένους.

Τα οστά του Φιλίππου βγήκαν από τη μακεδονική γη για να την θωρακίσουν «κατά των πολεμίων της» (ΕκΕ, σ. 153), δένοντας έτσι την μακεδονική αρχαιότητα με τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό και το εθνικό συνεχές γενικότερα. Το ελληνικό πνεύμα, η προγονική αυτή ουσία που διαποτίζει την ιστορία του έθνους από την προϊστορία ως σήμερα, αποκτά υλική υφή, γίνεται απτό κι ορατό· και μέσω της αρχαιολογικής σκαπάνης, γεωγραφικές περιοχές ενώνονται φαντασιακά στο μεγάλο σώμα του έθνους. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι χρόνοι αποκαθαίρονται και απορροφούνται από τον εθνικό μύθο. Ο Ανδρόνικος, όπως σημειώνει ο Χαμηλάκης, είχε απόλυτη συνείδηση του ρόλου του. Το έργο του εντάσσεται στην μεγάλη προσπάθεια του έθνους να ολοκληρωθεί. «Γι’ αυτόν, ο ελληνισμός, σύγχρονος και παρελθών, προϊστορικός, κλασικός και βυζαντινός, τα δημοτικά τραγούδια και τα αρχαία τέχνεργα, η ηπειρωτική Ελλάδα, η ελληνική Ανατολία και η Κύπρος ήταν ένα. Η συνέχεια του ελληνικού πνεύματος ήταν αδιαμφισβήτητη» (ΕκΕ, σ. 162- 163). Ο ελληνισμός του Ανδρόνικου μοιάζει, λοιπόν, με κολλάζ του Ελύτη, όπου κλασικά αγάλματα και ορθόδοξα χερουβείμ παντρεύονται με νησιώτικα ξωκλήσια και θαλάσσια όστρακα[1].

Όσο κι αν φανεί περίεργο, η εικόνα αυτή θυμίζει τρομαχτικά την μεταξική ρητορεία περί του παρελθόντος του τόπου. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο κατεξοχήν τεταρταυγουστιανός αρχαιολόγος και υποστηριχτής της μεταξικής δικτατορίας, σε λόγο του το 1939, προσπαθεί να δείξει «πόσο αδιάσπαστος είναι η συνέχεια των γεγονότων, όσα εξειλίχθησαν από της απωτάτης εποχής επί του πατρίου ελληνικού εδάφους. Ηθέλησα να δείξω, ότι η προϊστορία και η ιστορία του εδάφους της πατρίδος μας αποτελούν μιαν συνεχή άλυσιν γεγονότων. [..] Διότι είναι πράγματι αφάνταστος η συνοχή και η συντηρητικότης της φυλής, της ψυχής και της γλώσσης, ήτις ανεπτύχθη επί του εδάφους τούτου επί του οποίου ζώμεν» (ΕκΕ, σ. 225).

Η σύνδεση των ιστορικών χρόνων συνοδεύεται από την επιθυμία σύνδεσης των γεωγραφικών τόπων, των μνημών και των υλικών καταλοίπων. Το εθνικό σώμα πρέπει να είναι ολόκληρο! Και είναι αυτή ακριβώς η «νοσταλγία για το όλον», κατά την έκφραση του Χαμηλάκη, που προστάζει και την επιστροφή των ελληνικών (κατά κανόνα κλασικών) αρχαιοτήτων από τα μουσεία όλου του κόσμου, πίσω, «στη χώρα που τα γέννησε». Το εθνικό φαντασιακό βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση ολοκλήρωσης. Η «Μητέρα-Πατρίδα» αποζητά τα τέκνα της: έλληνες ξενιτεμένους, αγάλματα και μάρμαρα, αλύτρωτες πατρίδες οφείλουν να επιστρέψουν στην θαλπωρή του κόρφου[2].

«Ο Τόμας Μπρους, κόμης του Έλγιν, αφαίρεσε περισσότερα από το ήμισυ των γλυπτών. Μερικά από αυτά τα πήρε από το έδαφος. Μερικά τα γκρέμισε από τον ίδιο το ναό! Από τότε, το πιο εμβληματικό μνημείο κλασικού πολιτισμού στον κόσμο παραμένει ακρωτηριασμένο. Από τότε, τα μάρμαρα της Ακρόπολης ζητούν την επιστροφή των μαρμάρων που λείπουν! Από τότε η χώρα μου προσπαθεί να επιτύχει την επανένωση του Παρθενώνα. Λίγα χρόνια μετά τη λεηλασία του Έλγιν, οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Αλλά τα κλεμμένα μάρμαρα εξακολουθούν να λείπουν από τον τόπο τους και από τις καρδιές μας». Με αυτά τα λόγια ο Α. Σαμαράς, απευθυνόμενος στου ευρωπαίους υπουργούς οικονομικών στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, υπενθύμισε γι’ άλλη μια φορά την εθνική αξίωση της επιστροφής των τμημάτων του Παρθενώνα από το Βρετανικό μουσείο. Η αλυτρωτική αυτή υπενθύμιση, όμως, αποκαλύπτει και μιαν άλλη πλευρά της εθνικιστικής ρητορείας που, όπως υπογραμμίστηκε και σε προηγούμενα τεύχη μας[3], θέλει τον αγώνα του Γένους, έναν μεγαλειώδη αγώνα επιβίωσης κόντρα στην σκληρή κι αγνώμονα Δύση απ’ την μια πλευρά και στους «εξ ανατολάς εχθρούς» από την άλλη. Στριμωγμένο ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες, το «ανάδελφον έθνος» επιμένει να υπάρχει και να μεγαλουργεί!

Η Μ. Μερκούρη, πρωτεργάτρια της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, έλεγε πως αυτά τα μάρμαρα είναι «η ουσία της ελληνικότητάς μας»[4]. Υπό μία έννοια η Μερκούρη είχε δίκιο. Το αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων φαίνεται πράγματι να ενσαρκώνει απόλυτα όλα τα χαρακτηριστικά της «ελληνικότητας»: θυματικό εθνικισμό, αντιδυτικισμό και νοσταλγία για το όλον. Η μη επιστροφή των εξόριστων αδερφών μας στην πάτρια γη γίνεται σύμβολο των αδικιών που αυτός ο δύσμοιρος λαός, από την αρχή της ιστορίας του φαίνεται να υφίσταται, σύμβολο του ατελείωτου «ρωμαίικου καημού».

Αυτή η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνικότητας, με τα παραπάνω πάντα χαρακτηριστικά, και η συνεπακόλουθη ένταξη των αρχαίων καταλοίπων σ’ αυτό το σχήμα, διατρέχει την ελληνική κοινωνία οριζόντια και κάθετα. Ο Χαμηλάκης, προσεγγίζοντας την λειτουργία του παρελθόντος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, αναδεικνύει τις βαθιές ρίζες του εθνικιστικού φαντασιακού, καθώς ο πυρήνας του εντοπίζεται ακόμη και στην σκέψη των εξορίστων. Ο συγγραφέας επαναφέρει έτσι με θάρρος το ζήτημα του αριστερού εθνικισμού, σκαλίζοντας με προσοχή τις μνήμες των κολασμένων του «Νέου Παρθενώνα».

Με αυτόν τον τίτλο μοστράριζε το επίσημο κράτος εν μέσω Εμφυλίου, τον τόπο που είχε επιλεχθεί για την «αναμόρφωση» και την «εθνική επανένταξη» των κομμουνιστών κι άλλων αριστερών ή γενικώς «αντιφρονούντων» πολιτών. Η υποδήλωση του κλασικού παρελθόντος είναι πασιφανής. Οι εξόριστοι κατασκευάζοντας μικρογραφίες αρχαίων μνημείων και ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες, έπρεπε να εξαγνιστούν, «ν’ ανανήψουν», να αποτινάξουν το «βαρβαρικό» -ουδόλως ελληνικό, αλλά ξενόφερτο- αριστερό τους παρελθόν και ν’ επιστρέψουν και πάλι στην αγκάλη του Έθνους. Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν στη Μακρόνησο.

Έχει ενδιαφέρον ν’ αντιπαραβάλουμε την ανάλυση του Χαμηλάκη με αυτήν που επιχειρεί ο Άκης Γαβριηλίδης στο βιβλίο του Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού[5]. Ο Γαβριηλίδης περιγράφει καταρχάς με εξαιρετικό τρόπο τις διάφορες όψεις του αριστερού εθνικισμού. Προχωρώντας όμως στην ερμηνεία του φαινόμενου, υποστηρίζει πως πρόκειται για μια ψυχολογική προσπάθεια απ’ την πλευρά των αριστερών να επιβιώσουν υπό την ασφυκτική πίεση του κράτους της Δεξιάς, για μια στρατηγική επιλογή συνειδητή ή ασυνείδητη[6]. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικισμός παρουσιάζεται ως ένα χαρακτηριστικό εξωτερικό της αρχικής, αυθεντικής αριστερής σκέψης.

Ο Χαμηλάκης επιχειρώντας με τη σειρά του να ερμηνεύσει το φαινόμενο, φαίνεται να επιλέγει μια πιο σωστή, κατά τη γνώμη μας, ανάγνωση. Χρησιμοποιώντας την έννοια των «υποκρυπτόμενων κειμένων» του Τζαίημς Σκοτ, εξηγεί καταρχήν την υιοθέτηση του εθνικιστικού λόγου ως «στρατηγική συγκεκαλυμμένης αντίστασης». Η εξήγηση αυτή λίγο διαφέρει απ’ την «στρατηγική στροφή» του Γαβριηλίδη. Όμως, ο Χαμηλάκης προχωρά επισημαίνοντας πως «πολλές φορές στον δημόσιο λόγο που παρήγαγαν τα θύματα και οι πολέμιοι της Μακρονήσου, η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνισμού και ελληνικότητας (που συνεπάγεται την άρρηκτη εθνική συνέχεια και την πολιτισμική ανωτερότητα), αν δεν αναπαραγόταν, τότε τουλάχιστον γινόταν σιωπηρά ή ρητά αποδεκτή. Η ηθική αυθεντία της κλασικής αρχαιότητας δεν αμφισβητούνταν»[7].

Η μεταξική δικτατορία, η Δεξιά, η Χούντα αργότερα, κατηγορήθηκαν συχνά από την Αριστερά για ανθελληνισμό, για προδοσία του αυθεντικού ελληνικού πνεύματος και για προσβολή της μνήμης των προγόνων. Για ό,τι ακριβώς και η Δεξιά κατηγορούσε πάντα την Αριστερά. Η Αριστερά, απ’ την πλευρά της, προέβαλλε ανέκαθεν τον εαυτό της ως την πραγματική πατριωτική δύναμη, πιστή στο αληθινό πνεύμα του ελληνικού λαού που παλεύει αιώνια για την ελευθερία του ενάντια σ’ Ανατολή και Δύση. Λίγο παρεκκλίνουμε από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση: «οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουν για την λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το 21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους»[8].

[ ... ]

[1] Ο κόσμος που παρουσιάζεται στα κολλάζ του ποιητή αντιστοιχεί βεβαίως στην ευρύτερη αντίληψή του για την ελληνικότητα η οποία διαπνέει όλη του τη δημιουργία, με το Άξιον Εστί, φυσικά, σε εξέχουσα θέση. Ο ελληνισμός κι εδώ αρθρώνεται ως ένα σύμπλεγμα στοιχείων διαφορετικών ιστορικών περιόδων του ίδιου αιώνιου Έθνους.

     Σε αντίστοιχο εγχείρημα φαίνεται να επιδόθηκε πολύ πρόσφατα ο Τζιμ Φρέκλινγκτον, ο οποίος κατασκεύασε μια πραγματική άμαξα-κολλάζ για την βασίλισσα Ελισάβετ του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην άμαξα αυτή συγκολλήθηκαν υλικά θραύσματα της βρετανικής ιστορίας, όπως κομμάτι του πλοίου που κυβερνούσε ο ναύαρχος Νέλσων το 1805 κατά τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, μια παλιά πόρτα της πρωθυπουργικής κατοικίας στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, μια σφαίρα μουσκέτου που χρονολογείται από τη μάχη του Βατερλώ ή ακόμη κομμάτια προερχόμενα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου, τον Πύργο του Λονδίνου, τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ. Ο κατασκευαστής της άμαξας δήλωσε: «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι αληθινά ιδιαίτερο για να σηματοδοτήσω τη βασιλεία της βασίλισσας».

[2] Ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης των αρχαίων μνημείων με όρους συγγένειας, είναι το πολύ πρόσφατο χάπενινγκ της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, που με μια δραματοποιημένη εκδήλωση διαμαρτυρίας, ζήτησε «να επιστρέψουν την Καρυάτιδα στην γη που την γέννησε». Συγκεκριμένα, όπως έγραφαν οι διαδικτυακές σελίδες αναπαράγοντας με θαυμασμό την είδηση: «η διεθνούς φήμης σοπράνο, Σόνια Θεοδωρίδου, συνοδευόμενη από έξι πανέμορφες Ελληνίδες ντυμένες στα λευκά, ως άλλες Καρυάτιδες, μπήκαν στο Βρετανικό μουσείο αναζητώντας την χαμένη «αδερφή τους».

[3] Βλ. το κείμενο της ομάδας μας Η άνοδος της φασιστικής ακρο­δεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός, Πρόταγμα τ.5, Δεκέμβριος 2012 και την βιβλικριτική του Ν.Ν. Μάλλιαρη, για τον Α. Γαβριηλίδη , Πρόταγμα τ.6, Δεκέμβριος 2013.

[4] Λόγος που εκφώνησε η τότε υπουργός εξωτερικών στο Oxford Union, στις 12 Ιουνίου 1985.

[5] Στο 6ο τεύχος του Προτάγματος δημοσιεύεται το πρώτο μέρος λεπτομερούς παρουσίασης και κριτικής στο συγκεκριμένο βιβλίο από τον Ν. Μάλλιαρη, ενώ σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται το δεύτερο μέρος.

[6] Βλ. τη παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση, Πρόταγμα 6, σ. 239- 240

[7] Χαμηλάκης, ό.π, σ. 258

[8] Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, στο Εκλεκτές σελίδες, τομ. 1, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1975 [1942], σ. 142. Παρατίθεται στο Χαμηλάκης, ό.π., σ. 259. Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο αναδιανεμήθηκε πέρσι, δωρεάν από την Αυγή, ενώ στον Ριζοσπάστη συχνά εμφανίζονται αποσπάσματά του, χαρακτηριζόμενα ως «Ευαγγέλια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα».

Posted in Κείμενα | 1 σχόλιο

Ανοιχτή συνάντηση της ομάδας

Με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου τεύχους του Προτάγματος, θα μαζευτούμε στο Polis Art Cafe (Πεσματζόγλου 5,  στο Αίθριο της Στοάς του Βιβλίου, στην Αθήνα), το ερχόμενο Σάββατο, 1η Νοεμβρίου, κατά τις 5 το απόγυεμα, για καφέ και πολιτική κουβέντα, περί επικαιρότητας αλλά και γενικώς. Όσοι πιστοί και όσες πιστές, προσέλεθετε…

Posted in Ανακοινώσεις | 1 σχόλιο

Παράδοση και Πρόοδος: το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων

Απόσπασμα από το editorial του 7ου τεύχους του περιοδικού που κυκλοφορεί.

[ ... ]

Παράδοση και Πρόοδος: το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων

 

Ο κόσμος σήμερα υποφέρει από άχρηστες ελευθερίες. Αυτές οι άχρηστες ελευθερίες είναι χειρότερες από την απαγόρευση και την σκλαβιά. Πρέπει κανείς να βρει νέους τρόπους πειθαρχίας, στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας. Εκείνο που ‘ναι γεγονός, είναι ότι αυτή η ελευθερία ερεθίζει, σκοτώνει και δεν οδηγεί πουθενά. «Κάνε ό,τι θέλεις». Τότε θ’ απαντήσει ένας άνθρωπος λογικός: «Θέλω να με βοηθήσετε να μάθω τι θέλω…».

Γ. Τσαρούχης

Το κύριο πολιτικό διακύβευμα

Από την αρχή της πολιτικής μας διαδρομής προσπαθούμε με κάθε δυνατό τρόπο να τονίζουμε πως τα σημερινά κοινωνικά διακυβεύματα είναι ταυτόχρονα πολιτικά και πολιτιστικά -κοντολογίς ανθρωπολογικά- με τρόπο μάλιστα αξεδιάλυτο. Η αργή αποσύνθεση των κοινωνιών μας (καθεαυτό δυτικών αλλά και εκείνων της δυτικής περιφέρειας) θέτει επιτακτικά το ζήτημα του είδους της κοινωνίας που θα μπορούσε να τις αντικαταστήσει. Παράλληλα, η ενεργητική συμμετοχή της πλειοψηφίας του κόσμου στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης κοινωνικής θέσμισης -μέσω της προσχώρησής του στην κουλτούρα της κατανάλωσης, των ανέσεων και της κοινωνικής ανόδου- υποχρεώνει κάθε κριτική προσέγγιση να συνυπολογίζει όχι μόνο τις σχέσεις κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης που οργανώνουν τις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και τον τρόπο ζωής της συντριπτικής πλειονότητας των συνανθρώπων μας.

Ο πλήρης εκτροχιασμός της σύγχρονης οικονομίας, η ανεξέλεγκτη πορεία της τεχνοεπιστήμης, η γενικότερη οικολογική υποβάθμιση του πλανήτη στην οποία οδηγεί όλη αυτή η δυναμική, βαδίζουν χέρι-χέρι με το τσαλαπάτημα των κοινωνικών σχέσεων, ένα πελώριο ψυχικό κενό και την εξάπλωση της μοναξιάς. Μέσω της ολοένα και βαθύτερης εμπέδωσης του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης εντός της Δύσης και της επέκτασής του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, δημιουργείται σταδιακά μια κατάσταση μη ελέγξιμη.

Ο θρυμματισμόςdalaiphone του σημερινού ατόμου, η αποσάθρωση των κοινωνιών και το ρήμαγμα της φύσης θα τελειώσουν, αναπόφευκτα, είτε με την εκμηδένισή τους είτε με την επιβολή κάποιου φραγμού. Αργά ή γρήγορα, λοιπόν, θα τεθεί επιτακτικά το ζήτημα των ορίων. Ποιος, όμως, θα επιβάλει τα όρια αυτά; Αυτό, πιστεύουμε, πως θα είναι το βασικό και κύριο πολιτικό ερώτημα στο προσεχές μέλλον. Η πιθανότητα εμφάνισης ενός αυταρχικού ή οικοφασιστικού καθεστώτος που θα επιβάλει όρια στους πολλούς, μόνο και μόνο για να διασώσει τις ανέσεις και την πρόσβαση στους σπανίζοντες φυσικούς πόρους μιας διεφθαρμένης ολιγαρχίας, δεν είναι τόσο μακρινή, όσο ίσως μας φαίνεται. Όπως ακριβώς γίνεται σήμερα με τα «προγράμματα λιτότητας» στο οικονομικό επίπεδο, η επιβολή ορίων θα γίνει με τρόπο άδικο και αυταρχικό. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για φονταμενταλιστικά και νεοθρησκευτικά κινήματα που μπορούν κάλλιστα να αναδυθούν, όπως έχει συμβεί επανειλημμένως στην ιστορία μετά από περιόδους μεγάλης υλικής αφθονίας ή γενικευμένης φθοράς των αξιών και των σημασιών μιας κοινωνίας. Η άνοδος ενός πρωτόγονου και χονδροειδούς ισλαμισμού όπως και η –ευτυχώς περιορισμένη- διάδοση ορισμένων αντιδραστικών οικολογικών ρευμάτων θρησκευτικής υφής είναι δείγματα μιας τέτοιας πιθανής εξέλιξης: μια προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν βεβαιότητες μέσα στο γενικευμένο χάος, αλλά και να τιθασεύσουν τις ενοχές που τους γεννά μια ζωή μέσα στη γενικευμένη καταναλωτική ασωτία.

Εν τέλει, όσο οι ίδιες οι κοινωνίες δεν προσπαθούν να αυτοπεριοριστούν, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος, μπροστά στο επερχόμενο χάος, τον ρόλο του χωροφύλακα να αναλάβουν αυταρχικοί σχηματισμοί που θα στηρίξουν την εξουσία τους στον γενικευμένο φόβο, τον πανικό και τα ενοχικά σύνδρομα των πληθυσμών. Κι όσο, αντίστοιχα, οι πολιτικοί χώροι και τα κινήματα που επικαλούνται τις αρχές της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης αρνούνται να θέσουν το ζήτημα στους πραγματικούς του όρους, συνεχίζοντας να κολακεύουν τα καταναλωτικά ένστικτα των πληθυσμών στα πλαίσια λαϊκιστικού τύπου κριτικών στις επιβαλλόμενες πολιτικές λιτότητας, μην καταβάλλοντας την παραμικρή προσπάθεια να επεξεργαστούν ιδέες και λύσεις δημοκρατικού τύπου, η Ακροδεξιά, τόσο στην πολιτική όσο και στη θρησκευτική της εκδοχή, θα παρασιτεί επί των κοινωνικών προβλημάτων, αυξάνοντας ολοένα τη δύναμή της.

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με το μεταναστευτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου αυτού: όταν η Αριστερά κι οι αναρχικοί -ειδικά οι δεύτεροι- αποκαλούσαν ρατσιστή όποιον τολμούσε να υποστηρίξει πως η αθρόα προσέλευση τόσων πολλών εξαθλιωμένων ανθρώπων σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα -και ειδικά τα τελευταία χρόνια με την κρίση-, συνιστά μείζον κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο κάτι πρέπει να πούμε, η Ακροδεξιά είχε όλη την ελευθερία να μονοπωλήσει το ζήτημα, καταφέρνοντας να καταστήσει σχεδόν αυτονόητη τη δική της, αυταρχική και μισαλλόδοξη οπτική. Διότι, φυσικά, όταν, όχι μόνο δεν παίρνεις συγκεκριμένες θέσεις, αλλά αρνείσαι ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος, μοιραίο είναι να επιτρέπεις στην Ακροδεξιά να παρουσιάζεται ως η μόνη «υπεύθυνη» δύναμη που δήθεν βλέπει χωρίς παρωπίδες την πραγματικότητα, προσπαθώντας να βρει λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τη στιγμή που οι δημοκρατικοί πολιτικοί χώροι ενδιαφέρονται μόνο για την υπεράσπιση των ιδεολογικών τους σχημάτων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι μέσα σε αυτούς τους χώρους έχουν αντιληφθεί τη διαλεκτική διαπλοκή της δικής τους στάσης με την αντίστοιχη των ακροδεξιών: όσο οι πρώτοι αρνούνται την ανάγκη εξεύρεσης και διαμόρφωσης κάποιου είδους ορίων ή ρυθμίσεων, τόσο οι δεύτεροι θα πλειοδοτούν υπέρ της επιβολής φραγμών δρακόντιων και αυταρχικών, δικαιολογώντας τους στα πλαίσια ιδεολογικών σχημάτων αντιδραστικών κι αρχαϊκών. Πρόκειται εδώ για τη σημερινή εκδοχή ενός πολύ παλιότερου φαινομένου, βαθιά ριζωμένου στην ιστορία όχι μόνο της καθεαυτό Δύσης αλλά και των περιφερειακών της ή μη δυτικών χωρών που ήρθαν αντιμέτωπες με την επέκτασή της: όσο η βαθειά ριζωμένη στο δυτικό φαντασιακό εμμονή της επ’ άπειρον επέκτασης και υπέρβασης κάθε ορίου διέλυε τους παραδοσιακούς δεσμούς και «απομάγευε» τον κόσμο (είτε μέσα στην ίδια τη Δύση είτε στις περιοχές του μη δυτικού κόσμου που υπέστησαν τον οικονομικοστρατιωτικό ή πολιτιστικό της ιμπεριαλισμό), τόσο γεννιούνταν αντιδραστικά ή νεοαντιδραστικά κινήματα που ζητούσαν μια επιστροφή στη χαμένη Ολότητα και την διαταραγμένη Αρμονία της χιλιετούς παράδοσης, της μόνης εγγύησης κάθε σοφίας και υγιούς συμπεριφοράς.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι η διαρκής αλληλοδιαπλοκή των δύο άκρων: της παραδοσιολαγνείας από την μια πλευρά, που εξαγγέλλει πως «δεν πρέπει να αμφισβητούμε τα κατεστημένα όρια, καθώς αυτό οδηγεί, αν όχι στη βλασφημία, σίγουρα στην έκπτωση, την παρακμή και τον μηδενισμό», και της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό, από την άλλη. Πρόκειται για τις δύο βασικές όψεις της κυρίαρχης ετερονομίας, που φράσσουν το δρόμο σε κάθε πραγματικά ριζική και διαυγή κριτική των σύγχρονων συνθηκών ζωής: η μεν προτείνοντας μια ουτοπική φυγή προς τα εμπρός, προς τον επερχόμενο επί γης Παράδεισο, η δε μια εξίσου ουτοπική φυγή προς τα πίσω, προς κάποια υποτιθέμενη χαμένη Εδέμ. Αν υποστηρίζουμε το πρόταγμα δημιουργίας μιας κοινωνίας χειραφετημένης και δημοκρατικής, τότε πρέπει να τονίζουμε πάντοτε πως μια αυτόνομη κοινωνία είναι μια κοινωνία που όχι μόνο κατακτά κι εξασκεί η ίδια την ελευθερία της, αλλά και που θεσμίζει η ίδια και τα όρια αυτής της ελευθερίας. Πράγμα που σημαίνει πως πρέπει από θέση αρχής να πολεμάμε κάθε θεωρία που προσπαθεί να απωθήσει αυτήν την ανάγκη αυτοπεριορισμού πίσω από νεφελώδη παραληρήματα περί επερχόμενων ή απερχόμενων μεγαλείων.

Δε νοείται, άλλωστε, κοινωνία που να μη δημιουργεί κάποιο είδος θετικού ορίου: οι ετερόνομες κοινωνίες π.χ. μέσω της θρησκείας (η οποία επιβάλλει απαγορεύσεις, αυστηρούς κώδικες διαβίωσης και συμπεριφοράς, διδάσκει την ταπείνωση και την ευσέβεια απέναντι σε ένα ανώτερο ον κ.λπ.) και οι κοινωνίες διαρρηγμένης ετερονομίας (όπως, για παράδειγμα, η κλασική Αθήνα) μέσω της προσπάθειας να αποδεχτούν τη θνητότητά τους[20]. Η μόνη, κατά τα φαινόμενα, ανθρώπινη κοινωνία που δε διαθέτει καμία τέτοια έννοια θετικών ορίων είναι η Δύση. Ίδιον της Δύσης δεν είναι -όπως λανθασμένα έχει υποστηριχθεί- η δημιουργία ενός γραμμικού χρόνου που σπάει, δήθεν, τον κυκλικό χρόνο και την «αρμονία» της Αρχαιότητας[21]. Αυτή η κρυστάλλινη -υποτίθεται- αρμονία του φαντασιακού της «κοσμικής τάξης» (που επεξεργάστηκαν οι στωικοί φιλόσοφοι, κατά την περίοδο της παρακμής της Αρχαιότητας) ελάχιστη σχέση έχει με το κλασικό αρχαιοελληνικό φαντασιακό και συνιστά απλώς φαντασίωση του δυτικού κλασικισμού, πράγμα που είχε από νωρίς καταδείξει ο Νίτσε (στη Γένεση της τραγωδίας). Ο πολιτισμός που προσπαθεί, αντίθετα, να δημιουργήσει μια κοινωνία απολύτως ορθολογική και διαφανή, σχεδόν κρυστάλλινη στη διαύγεια και τη λειτουργία της είναι η Δύση, με τον ρασιοναλισμό και την εμμονή της για το ξεπέρασμα κάθε είδους ορίου -δηλαδή για την προσπάθεια υπέρβασης της ίδιας της Αναγκαιότητας ως συνόλου περιορισμών που θέτει η πραγματικότητα στο ανθρώπινο υποκείμενο (τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο).

Ποιος θα επιβάλλει τα όρια, λοιπόν; Είναι πολύ σημαντικό να θέτουμε αυτό το ερώτημα. Σε τελική ανάλυση, η απάντηση που θα δώσουμε, ανοίγει ταυτοχρόνως έναν συγκεκριμένο πολιτικό ορίζοντα, σκιαγραφώντας τους βασικούς πυλώνες της κοινωνίας που θέλουμε να γεννηθεί απ’ αυτήν την περιδίνηση. Με βάση όσα προείπαμε, πιστεύουμε πως μόνο ένα δημοκρατικό κίνημα που θα είναι ταυτόχρονα και κίνημα ριζοσπαστικής οικολογίας, δηλαδή αποανάπτυξης, θα μπορέσει να θέσει όρια απελευθερωτικά, στα μέτρα μας, όρια ανοιχτά στην αλλαγή και στην επανεξέταση. Ένα κίνημα, με άλλα λόγια, που θα αναγνωρίσει ότι οι αξιώσεις του ανθρώπου απέναντι στη φύση θα πρέπει να περιοριστούν σημαντικά, ότι μια τέτοια εθελούσια πτώση του «επιπέδου ζωής» θα πρέπει να κατανεμηθεί δίκαια κι όχι να επωμισθούν τις συνέπειές του οι πολλοί, προκειμένου να συνεχίσουν κάποιοι λίγοι να ζουν πλουσιοπάροχα. Ένα κίνημα, τέλος, που θα αντιλαμβάνεται το ζήτημα της εξεύρεσης θετικών ορίων ως άρρηκτα δεμένο με το αίτημα της κοινωνικής ισότητας και της διεκδίκησης μιας ζωής με νόημα.

 

Άνευ ορίων, άνευ όρων;

Χωρίς να πλατειάσουμε, πρέπει να τονίσουμε ότι η εμμονή με το ξεπέρασμα των ορίων υπήρξε, ιστορικά, διφυής. Μπορεί, αφενός, να παρουσιάζεται σήμερα με μια ακραία μορφή, δηλαδή ως μονομανία, που, εφόσον καταστρέφει κάθε είδος κοινωνικής παράστασης, θεσμού και ορίου, τελικά, οδηγεί στον μηδενισμό αφετέρου, όμως, έγινε ιστορικά δυνατή μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνίας που έχει κάνει σημαντικά βήματα εξόδου από την ετερονομία της και κατέκτησε την ικανότητα να θέτει τον εαυτό της υπό αμφισβήτηση[22].tumblr_ls6fztbCfp1r3jupyo1_500

Αυτό είναι που συνέβη, ιστορικά, στη Δύση από τον κυρίως Μεσαίωνα και μετά. Ο καπιταλισμός είναι αδιανόητος δίχως την ύπαρξη ενός προτάγματος αυτονομίας, καθώς προϋποθέτει έναν πρωτόγνωρο, ιστορικά, κοινωνικό δυναμισμό, αδιανόητο μέσα σε ετερόνομες κοινωνίες, εντός των οποίων η τήρηση των εθίμων και των παραδόσεων συνιστά τη βασική αρχή λειτουργίας τους. Αντίστοιχα, ο ολοκληρωτισμός, άλλο ένα κατεξοχήν δυτικό δημιούργημα, ως κοινωνικό πρόταγμα πραγμάτωσης του «αδύνατου» (όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ) είναι δυνατόν να αναδυθεί μόνο μέσα σε μια κοινωνία που έχει ξεφύγει οριστικά από τη μέγγενη της θρησκείας και δεν έχει πλέον κάποιο όριο να περιορίζει την πράξη και την παράστασή της. Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία, δηλαδή για το τεχνικό σύστημα της Δύσης, που είναι ταυτόχρονα κι ένα είδος εφαρμοσμένης ιδεολογίας: της ιδέας ότι κάθε μορφή παράδοσης και εθίμου θα πρέπει να ανατραπεί και να αναδομηθεί με τρόπο «ορθολογικό» κι «επιστημονικό».

Όπως είναι προφανές, αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε από αυτήν την έννοια του απεριόριστου είναι η θετική του πλευρά: δηλαδή η κατάκτηση, από τις νεότερες κοινωνίες, της ικανότητας να μην έχουν όρια στη σκέψη τους. Το περίφημο «άνευ ορίων, άνευ όρων» του Εμπειρίκου έχει, καταρχάς, νόημα μόνο στο επίπεδο της σκέψης και της αναπαράστασης, οι οποίες θα πρέπει να μένουν ελεύθερες κι αδάμαστες. Το ζήτημα του αυτοπεριορισμού, αντίθετα, τίθεται στο επίπεδο της πράξης: εκεί είναι που πρέπει να ανακτήσουμε την ικανότητα να θέτουμε όρια στον εαυτό μας, όπου πιστεύουμε πως χρειάζεται, δίχως να περιοριζόμαστε από αυτήν την ουσιαστικά παιδική μανία υπέρβασης για την υπέρβαση. Αυτή, πιστεύουμε, θα πρέπει να είναι κι η στάση μας απέναντι στην εκάστοτε παράδοση. Ούτε απόρριψη για την απόρριψη ούτε απλώς τυφλή υποταγή, αλλά λελογισμένη επιλογή του τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε.

 

Η ανάγκη αλλαγής μοντέλου

Ένα σημείο εξαιρετικής σημασίας είναι η διαπίστωση πως οι νεότερες επαναστατικές ιδεολογίες και ειδικότερα αυτές του 19ου και του 20ού αιώνα κινήθηκαν, ως επί το πλείστον, εντός των πλαισίων αυτής της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό. Αυτό είναι σαφές στις δύο βασικές επαναστατικές θεωρίες αυτής της περιόδου, στον μαρξισμό και τον αναρχισμό. Όντας αμφότεροι τέκνα του νεότερου φιλελευθερισμού, φέρουν βαθιά την κληρονομιά του: μια ουσιώδη οντολογική «αισιοδοξία», μια βαθιά πίστη στην Πρόοδο -η οποία τείνει πάντοτε να ανάγει την ιστορία σε ένα ασταμάτητο «προτσές» προς την ελευθερία και την υλική ευημερία-, όπως και την πίστη στη θεμελιώδη καλοσύνη του ανθρώπου και στον απελευθερωτικό ρόλο της τεχνικής. Ο μαρξισμός έκλινε περισσότερο προς ορισμένα από αυτά τα στοιχεία (όπως, π.χ., ο ιστορικός ντετερμινισμός ή η τεχνοφιλία) ενώ ο αναρχισμός προς ορισμένα άλλα (όπως η πίστη στη θεμελιωδώς αγαθή φύση του ανθρώπου). Σε κάθε περίπτωση, αμφότερες οι ιδεολογίες αυτές βασίζουν –με ορισμένες επιμέρους διαφοροποιήσεις- το πολιτικό τους πρόταγμα σ’ ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού: όταν πλέον καταρρεύσουν οι καταπιεστικές δομές του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, θα λάμψει, πλέον, ανεμπόδιστη η βαθύτερη αλήθεια του ανθρώπινου όντος και θα εγκαθιδρυθεί ο επί γης Παράδεισος, στα πλαίσια του οποίου δε θα έχουμε πλέον ανάγκη θεσμών, νόμων και κωδίκων συμπεριφοράς. Δε θα καταργηθεί -ή απονεκρωθεί- μόνο το κράτος, αλλά κάθε μορφή εξουσίας, δηλαδή κάθε μορφή λήψης κι εφαρμογής αποφάσεων με σκοπό τη διαχείριση της κοινωνίας. Όλα θα λειτουργούν πλέον αυτόματα ακολουθώντας την φυσική τους αρμονία, καθώς δε θα υφίστανται πλέον οι παραμορφωτικές συνέπειες των καταπιεστικών κοινωνικών δομών επί της βαθύτερης ουσίας του Ανθρώπου. Πράγμα που συνεπάγεται πως, γι’ αυτήν την αντίληψη, βασικό καθήκον της Επανάστασης δεν είναι η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, αλλά η καταστροφή της υπάρχουσας. Διότι αν κι εφόσον καταστραφεί η τελευταία, η διάδοχός της θα αναδυθεί σχεδόν αυτόματα, δίχως να υπάρχει πλέον η παραμικρή ανάγκη συνειδητής δράσης. Η πτώση του Παλαιού Κόσμου θα επιτρέψει την άνθηση του Καινούργιου που δεν μπορεί παρά να είναι ο επιθυμητός!

Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ έτσι, για τον απλούστατο λόγο πως το ανθρώπινο ον δεν είναι το ορθολογικό αυτόματο που υπονοούν ο μαρξισμός κι ο αναρχισμός. Ωστόσο, μέχρι και τη δεκαετία του ’60 -χονδρικά- θα μπορούσαμε να πούμε πως η κοινωνία της κατανάλωσης δεν είχε ακόμα καταφέρει να αλώσει εντελώς ούτε την αστική κουλτούρα ούτε τις επιβιώσεις παραδοσιακότερων, προαστικών ή μη αστικών πολιτιστικών μορφών (αγροτικής, προλεταριακής κ.λπ.), όπως συμβαίνει σήμερα μέσα στη Δύση. Έτσι το άτομο διατηρούσε ακόμα μια σημαντική συνοχή ενώ βασικοί θεσμοί δίχως τους οποίους καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει (όπως κάποιο είδος ανατροφής κι εκπαίδευσης των παιδιών, μια κάποια ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων κ.λπ.) κατάφερναν ακόμη να λειτουργούν με έναν στοιχειωδώς συνεκτικό τρόπο.

Στα πλαίσια, ωστόσο, της πλήρους κατάρρευσης κάθε μορφής κουλτούρας που συντελείται εντός της κοινωνίας της κατανάλωσης, αποδεικνύεται κραυγαλέα ανεπίκαιρη κι αβάσιμη αυτή η φιλελεύθερης προέλευσης ψευδαίσθηση ότι αρκεί απλώς η ανατροπή των καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών δομών προκειμένου να αναδυθεί μια νέα συνεκτική κοινωνία. Σήμερα βλέπουμε πως ακόμα κι οι ίδιοι οι κυρίαρχοι θεσμοί καταρρέουν από μόνοι τους, εξαιτίας αυτής της έλλειψης συνοχής και προσανατολισμού που συνιστά συνέπεια της διάβρωσης κάθε είδους παράδοσης, αξίας, ιδεολογίας και πολιτικού ή πνευματικού προτάγματος. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση είναι πλέον όχι μόνο ανεπίκαιρο ή γελοίο μα και πολιτικά επικίνδυνο να συνεχίζουμε να αναμασάμε τα «αντι-αυταρχικά» κλισέ που καθιερώθηκαν από τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60, στα πλαίσια της εξέγερσής τους ενάντια στην αστική κουλτούρα και ηθική, και συνιστούν την κορύφωση του ρεύματος που περιγράφουμε. Πλέον αυτή η κριτική μόνο κομμάτι ειδικότερο μπορεί να αποτελεί της ευρύτερης και συνολικής μας προσέγγισης, περιορισμένη να αναφέρεται, όλο και περισσότερο, στην εκτός Δύσης κατάσταση[23].

2228178a88fa

Εν ολίγοις, θα πρέπει κάποια στιγμή να βγούμε από το αντί-αυταρχικό μοντέλο, το οποίο πάντοτε ήταν υπόρρητο στις παλιές επαναστατικές ιδεολογίες και κατέστη πλέον αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο την εποχή των κινημάτων του ’60. Η προερχόμενη από αυτό το μοντέλο κριτική επηρέασε βαθειά την κατεστημένη κοινωνία της εποχής, με αποτέλεσμα να ζούμε, τα τελευταία σαράντα χρόνια, μέσα στη Δύση σε κοινωνίες που βρίσκονται υπό την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του πολιτιστικού φιλελευθερισμού: κυρίαρχη νόρμα είναι μια γενικευμένη επιτρεπτικότητα που θεμελιώνεται στην αναγωγή του ατόμου και της ατομικής ελευθερίας σε υπέρτατο γνώμονα[24].

Είδαμε παραπάνω τι σόι αντιδραστικά ανακλαστικά γεννά αυτή η κυρίαρχη τάση σε μια αυξανόμενη μερίδα των πληθυσμών, οι οποίοι βιώνουν στο πετσί τους το κενό και τον κυρίαρχο μηδενισμό. Ψάχνοντας για κάποια απάντηση στα ψυχικά και συναισθηματικά αδιέξοδα που τους κατατρώνε, παραδίδονται με ανακούφιση στην πιο βέβαιη λύση που βρίσκουν μπροστά τους. Κι η λύση αυτή δεν είναι παρά η καταφυγή σε παραδοσιακού τύπου βεβαιότητες και σε πρωτόγονα, αταβιστικά αντανακλαστικά, από τις φασίζουσες ή μη ευρωπαϊκές ακροδεξιές ως τις ακραίες μορφές του νεοσυντηρητικού Ισλάμ στην Ασία και την Αφρική.

Πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε πλέον βγει από το παραδοσιακό πολιτικό «παράδειγμα» της χειραφετητικής πολιτικής. Δεν μπορεί να ισχύει πια το δίλλημα μεταξύ συντήρησης και προόδου. Πώς μπορούμε να συζητάμε σήμερα εάν θ’ άξιζε να συντηρήσουμε το παλιό ή ν’ απελευθερώσουμε το νέο, εφόσον το παλιό διαμελίζεται και το πραγματικά νέο δεν εμφανίζεται πουθενά; Η ανοικοδόμηση της ανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή ένα καθήκον κατεξοχήν «θετικό», πρέπει να είναι το ζητούμενο. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι η καταστροφή των θεσμών, οι οποίοι ως δήθεν «μεσολαβήσεις»[25] σακατεύουν τον αυθορμητισμό και τη δημιουργικότητα των μαζών. Αυτό που χρειάζεται είναι η αναδημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν στις κοινωνίες να αρθρώνουν τη δημιουργικότητά τους, φτιάχνοντας μορφές ζωής μεστές νοήματος. Δηλαδή, για να το θέσουμε λιγάκι προκλητικά, αυτό που θέλουμε είναι η δημιουργία νέων «μεσολαβήσεων», δημοκρατικού τύπου, οι οποίες θα διασώζουν την αυτενέργεια των κοινωνιών και τη δημιουργικότητα των ατόμων. Δε γίνεται αλλιώς να εδραιωθεί αυτός ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός των αναγκών και των επιθυμιών μας, αυτή η αλλαγή τρόπου ζωής και μοντέλου κοινωνίας που είναι τόσο απαραίτητη για την υπέρβαση των σημερινών ανθρωπολογικών και οικολογικών αδιεξόδων. Μόνο εντός αυτού του πλαισίου θα μπορέσει μια δημοκρατική κοινωνία να θέσει η ίδια τα αναγκαία όρια στην νεοκατακτηθείσα ελευθερία της.

[20] Βλ. σχετικά με αυτό το σημείο τις αναλύσεις του Καστοριάδη περί Αρχαίας Ελλάδας: Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα (Αθήνα, Ύψιλον, 1999), Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Τόμος Α’: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο (μτφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Αθήνα, Κριτική, 2007).

[21] Βλ. π.χ. τις σχετικές αναλύσεις του Κ. Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της Ιστορίας (1967), μτφρ. Σ. Κακουριώτης, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1992, 1ο κεφάλαιο.

[22] Βλ. ως προς αυτό το σημείο τις δύο βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην ανάδυση της αρχαιολογίας και της εθνολογίας μέσα στη Δύση ως χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ικανότητας να σχετικοποιούμε τον εαυτό μας και να ανοιγόμαστε στον Άλλο.

[23] Άλλωστε ένα από τα βασικά προβλήματα της αναγωγής μιας τέτοιας προσέγγισης σε συνολικό σχήμα εξήγησης της κοινωνίας έγκειται στην πλήρη συσκότιση των διαφορών που υπάρχουν, ως προς το θέμα που μας απασχολεί, μεταξύ δυτικού και μη δυτικού κόσμου. Ένας οπαδός της αντι-αυταρχικής ιδεολογίας, για παράδειγμα, θα σου πει πως δε μπορούμε να κατηγορούμε το Ισλαμικό Κράτος ή το Ιράν για θεοκρατική βαρβαρότητα και καταπίεση των γυναικών ή των σεξουαλικών μειονοτήτων, εφόσον ακόμα και στις ίδιες τις ΗΠΑ έχουμε ως επίσημο μότο το “In God we Trust”, στις δυτικές χώρες οι αργίες ακολουθούν το χριστιανικό θρησκευτικό εορτολόγιο, σημειώνονται βιασμοί και ομοφοβικές επιθέσεις κ.λπ.

[24] Πρόσφατα, για παράδειγμα, διαβάσαμε πως στη Γερμανία εγκαινιάζονται οίκοι ανοχής για κτηνοβάτες, οι οποίοι υπερασπίζονται τις επιλογές τους απέναντι σε φιλοζωικές οργανώσεις με την ατάκα «Είμαστε μια μειονότητα που γινόμαστε στόχος διακρίσεων φανατικών εξ αιτίας του σεξουαλικού μας προσανατολισμού» («Ανοίγουν οίκους ανοχής για κτηνοβάτες στη Γερμανία!», topontiki.gr, 6/5/2014).

[25] Καθώς το έθεταν οι καταστασιακοί, στους οποίους βρίσκουμε τη διαυγέστερη, ίσως, σύνοψη των κυριότερων ουτοπικών εμμονών τόσο του μαρξισμού όσο και του αναρχισμού.

[ ... ]

Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση…

Posted in Κείμενα | Χωρίς σχόλια

Ολόκληρο το 5ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

Τεύχος 5, Δεκέμβριος 2012.

Πατήστε στην εικόνα του εξωφύλλου.

 

protagma#5-exwfyllo

Posted in Κείμενα | Σχολιάστε

Πρόταγμα, τεύχος 7o

Κυκλοφορεί από σήμερα το 7ο τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

protagma#7-exwfyllo-2

Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Η γενική άνοδος της Ακροδεξιάς – Παράδοση και Πρόοδος (το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων) – Νεοτεχνολογία και μαζική κουλτούρα · Δημήτρης Μαρκόπουλος Μια κριτική του φιλελεύθερου πλουραλισμού (Σκέψεις για την πολιτιστική διάσταση του αδιεξόδου των δυτικών κοινωνιών) · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Με αφορμή τον θάνατο του Στιβ Τζομπς (β’ μέρος). Ιδέες για μια ανθρωπολογική προσέγγιση της σύγχρονης καταναλωτικής τεχνολογίας · Ζαν-Μαρκ Μaντoζιό Το τέλος του ανθρώπινου είδους; (β’ μέρος) · Νίκος Κασφίκης Φασισμός και ελληνική Ακροδεξιά: συγκλίσεις και αποκλίσεις · Βιβλιοκριτικές: Για τη θεωρία του Α. Γαβριηλίδη περί Αριστεράς και θυματικού εθνικισμού (β’ μέρος) – Για το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, Το έθνος και τα ερειπιά του.

Σημεία πώλησης (προς το παρόν*):

 Αθήνα

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

-Χώρος της Ελευθεριακής Κουλτούρας (Ερεσσού 52, Εξάρχεια)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Ερεσσού 35, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Κουκίδα (Τροίας 4 και Ομήρου, Νέα Σμύρνη)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν (Εθνικής Αμύνης 14)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Cittα Futura- κινούμενο κινηματικό βιβλιοπωλείο​

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | Χωρίς σχόλια

Όλη η αλήθεια για την Αμφίπολη

Η άποψή μας για το αρχαιολογικό θρίλερ των ημερών:

Posted in Αναδημοσιεύσεις | Σχολιάστε

Σχετικά με το 7ο τεύχος.

Μιας κι έχουμε ήδη καθυστερήσει την έκδοση του επόμενου τεύχους μας, θα θέλαμε να ενημερώσουμε τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του περιοδικού ότι το 7ο τεύχος του Προτάγματος θα κυκλοφορήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Διάφορα πρακτικά ζητήματα όπως κι η μόνιμη έλλειψη χρόνου μας αναγκάζουν, δυστυχώς, να καθυστερήσουμε για κάποιον καιρό την έκδοση του τεύχους. Θα το παραλάβετε τον Σεπτέμβριο μαζί με τα νέα μέτρα, αμέσως μετά τα καλοκαιρινά μπάνια!

Posted in Ανακοινώσεις | Χωρίς σχόλια