Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της

του Δ. Μαρκόπουλου

Η συζήτηση για τον κοινωνικό ρόλο της τεχνολογίας διεξάγεται σήμερα (όποτε διεξάγεται) μέσα σε ένα ακραιφνώς τεχνοφιλικό περιβάλλον, το οποίο δεν περιορίζεται στον δυτικό κόσμο, αλλά εξάγεται ολοένα και πιο επιθετικά σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Συνήθως ο θαυμασμός για κάθε τεχνικό επίτευγμα ή καινοτομία και γενικώς κάθετι το «νέο», επισκιάζει την ψύχραιμη και διαυγή ανάλυση του ζητήματος. Πυλώνας της τελευταίας θα ήταν η παραδοχή πως η γκατζετομανία και η αποχαύνωση στα πανταχού παρόντα social media, δεν ενσαρκώνουν απλά το καταναλωτικό και κομφορμιστικό πνεύμα της εποχής, αλλά διαπλάθουν επίσης έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο, που βυθιζόμενος συνεχώς στον ναρκισσισμό και την αμετροέπεια, απεμπολεί τις πολιτικές του υποχρεώσεις και απορρίπτει πλέον κάθε συγκροτημένο κοινωνικό δεσμό.

eikoniki_pragmatikotita_curcio_renato

Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του (πάλαι ποτέ ηγετικού στελέχους των Ερυθρών Ταξιαρχιών) Renato Curcio επιχειρείται με ενδιαφέροντα τρόπο μια ανανεωμένη κριτική ματιά γύρω από τη χρήση και τον ιδεολογικό ρόλο των νέων τεχνολογιών. Επιτεύγματα ψηφιακής τεχνολογίας (π.χ. Smartphones, Tablets, εφαρμογές και μέσα κοινωνικής δικτύωσης) αναλύονται διεξοδικά από τον συγγραφέα ως οι νέες δομές που συνθέτουν το πλέγμα του μετα-βιομηχανικού καπιταλισμού, αυτής της «Εικονικής Αυτοκρατορίας» όπως τον βαφτίζει.

Σύμφωνα με τον Curcio οι ιντερνετικές εφαρμογές και οι λοιπές τεχνολογίες αιχμής έχουν αποικίσει το κοινωνικό φαντασιακό σε πρωτοφανή -και σχεδόν ολοκληρωτικό- βαθμό, λειτουργώντας ως ένας ισχυρός μηχανισμός έλξης και οδηγώντας τον σημερινό άνθρωπο σε μια «εθελούσια υποταγή» στις νέες ολιγαρχίες. Οι πολυεθνικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί του κλάδου της νεοτεχνολογίας -έτσι όπως ξεπήδησαν τις προηγούμενες δεκαετίες από τα εργαστήρια της Silicon Valley– εκμεταλλεύονται την απεριόριστη «δωρεάν εργασία» εκατομμυρίων ανθρώπων (το γεγονός δηλαδή ότι η πολύωρη καθημερινή ενασχόλησή μας με το ίντερνετ και τις εφαρμογές του χαρίζει στις εταιρείες αυτές εμπορική -και συνεπώς διαφημιστική- αποδοχή) για να αποκομίσουν υπερκέρδη[1].

Μέσω των ψηφιακών ταυτοτήτων και της εικονοποίησης της ζωής, κάθε χρήστης της τεχνολογίας λειτουργεί ως ένα είδος άμισθου υπαλλήλου που προωθεί το εκάστοτε προϊόν, ακόμα κι αν αυτό διατίθεται δωρεάν. Η εσωτερίκευση της νεοτεχνολογίας γίνεται αντιληπτή από τον Curcio ως ο κομβικός εκείνος παράγοντας που μας ωθεί σε ένα είδος σύγχρονης δουλείας: την άνευ όρων παράδοση στη λογική της μαζικής επιτήρησης και της «διαφάνειας» των προσωπικών μας δεδομένων. Αυτό το «Πανοπτικόν» αυξάνει τον κοινωνικό έλεγχο (π.χ. παρακολούθηση δεδομένων από υπηρεσίες ασφαλείας) και προωθεί την παραγωγικότητα της εργασίας (π.χ. ψηφιακός έλεγχος ρυθμού εργασίας και αποδοτικότητας).

Σε μια τέτοια φουκωϊκού τύπου εξήγηση της πραγματικότητας, όμως, βρίσκονται ίσως και τα όρια της ανάλυσης του Curcio, δείγμα μάλλον των αριστερίστικων θεωρητικών καταβολών του. Διότι χρησιμοποιεί όλη αυτήν την επιχειρηματολογία του περί της τεχνολογικής αποικιοποίησης του φαντασιακού για να στηρίξει μια θεωρία περί «νέων υπηκόων» και «βιοπολιτικής». Ο ίδιος περιγράφει χαρακτηριστικά το παρόν σύστημα ως «μια εξουσία επί των ψηφιακών μας ταυτοτήτων παγκοσμιοποιημένη και ολοκληρωτική, η οποία θεσπίζει πρωτόγνωρες, ριζικές μορφές υπηκοότητας». Παρ’ όλο που ο προβληματισμός του εκκινά από βάσιμες πολιτικές ανησυχίες, δυσκολεύεται να δει ουσιώδεις πτυχές της τεχνολογικής αλλοτρίωσης σε όλο τους το βάθος και κυρίως να απαντήσει στο γιατί ο σημερινός άνθρωπος παρασύρεται στη δίνη του ψηφιακού κόσμου. Θεωρώντας, μάλιστα, ότι η «Εικονική Αυτοκρατορία» συνιστά εξελικτική συνέχεια της βιομηχανικής κοινωνίας, αδυνατεί να διακρίνει τη ρήξη που έχει κάνει η σημερινή κοινωνία της μαζικής κατανάλωσης και της επικράτησης της ασημαντότητας με το παλαιότερο βιομηχανικό πλέγμα του πιο «κλασικού» καπιταλισμού.

Η κουβέντα περί τεχνολογίας αποτελεί μια καλή αφορμή για να απεγκλωβιστούμε από το αιώνιο σχήμα της καταστολής και του παντοδύναμου κράτους. Αλλωστε, από πολιτική σκοπιά ο άνωθεν κοινωνικός έλεγχος -είτε εντός αυταρχικών καθεστώτων είτε στις σημερινές (παρακμάζουσες) φιλελεύθερες ολιγαρχίες- αποκτά σημασία μόνο όταν υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά κινήματα και πολιτικοί αγώνες που προβάλλουν αντιστάσεις. Στην εποχή μας το πρωτεύον είναι μάλλον να εξετάσουμε τις ανθρωπολογικές συνθήκες που καθιστούν δύσκολη ή αδύνατη η ανάπτυξη νέων κινημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει να δούμε τι επιπτώσεις έχει η σύγχρονη «τεχνολογικοποιημένη» ζωή στην ανθρωπολογική συγκρότηση των υποκειμένων. Με άλλα λόγια, να απαντήσουμε στο ερώτημα: τι παρακινεί τους ανθρώπους να χάνονται να αυτογελοιοποιούνται στον βούρκο του hipster ψηφιακού κόσμου; Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία της σύγχρονης τεχνοφιλίας: η διαρκής μανία της δημοσιοποίησης προσωπικών στιγμών, τσιτάτων, εικόνων, και γενικώς κάθε λογής ανούσιων λεπτομερειών, μέσω των πολλαπλών ψηφιακών τεχνολογικών δυνατοτήτων. Μακράν του να διαθέτει κάποια χρηστική αξία, η νεοτεχνολογία περισσότερο αποσκοπεί σε μια «hipster» χρήση της: την αισθητική υιοθέτηση των προϊόντων και την παιγνιώδη αποδοχή των πολυλειτουργιών τους, αλλά και την αδιάκοπη και συχνή ανανέωση των γκάτζετς, χωρίς καν αυτή να προκαλείται απαραίτητα από την (στοχευμένα συχνή) υλική φθορά τους.

Τελικά, τι συνέπειες έχει αυτού του τύπου η καταναλωτική και ναρκισσιστική μετάλλαξη στην ίδια την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων; Μήπως όλα αυτά αποτελούν εκφάνσεις της εμπέδωσης και της ολοκληρωτικής επικράτησης της κοινωνίας της μαζικής κουλτούρας; Μήπως η έλλειψη δυναμικών κινημάτων θα πρέπει να αποδωθεί, όχι τόσο σε μια πρόσκαιρη υποχώρηση της πολιτικής και ταξικής συνείδησης, αλλά κατά βάση στην τάση αποσύνθεσης των κοινωνικών δεσμών και της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας; Τελικά, ενώ σήμερα η εξάπλωση της ψηφιακής κουλτούρας οδηγεί στην πλήρη παρακμή και εξαφάνιση κάθε στοιχείο λαϊκού πολιτισμού και κοινωνικού δεσμού, εμάς μας απασχολεί απλώς το ότι παρακολουθούν τα γκατζετάκια μας;

[1] Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και τις υπερεντατικές έως απάνθρωπες συνθήκες εκμετάλλευσης στα εργοστάσια των εν λόγω ομίλων σε διάφορες γωνιές της γης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα των συντακτών με τον τίτλο «Υποταγή σε νέες ολιγαρχίες».
Posted in Κείμενα | 10 σχόλια

Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας

Σε παλιότερο σημείωμά μας, γράφαμε τα εξής: «αρχής γενομένης από την επαύριον του δημοψηφίσματος, επίσημη γραμμή έγινε πλέον μια πετσοκομμένη εκδοχή αυτού του αφηγήματος, από την οποία απαλείφθηκε το κομμάτι το σχετικό με τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας κι έμεινε μόνο η ρητορική περί μεταρρυθμίσεων, που αποτέλεσε και βασικό προεκλογικό σύνθημα τον Σεπτέμβριο. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, για την ομάδα Τσίπρα, μέσα σε αυτό το κλίμα γενικής παραίτησης και πλήρους μεταστροφής προς ένα “μεταρρυθμιστικό” κι “εκσυγχρονιστικό” προφίλ, να εκπονήσει ένα σχέδιο πραγματικά χρήσιμων μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα; Γιατί στις αρχικές ελληνικές προτάσεις που έστελνε τον Ιούνιο στους δανειστές (π.χ. σε αυτή των περίφημων 47 σελίδων) δεν έθιξε καν ζητήματα όπως ο Στρατός, η Εκκλησία ή η μη φορολόγηση του εφοπλιστικού κεφαλαίου; Πού καλύτερη ευκαιρία για τη ριζική μείωση των στρατιωτικών δαπανών και φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, όταν μπορεί κανείς να απορροφήσει τις πιθανές συντηρητικές αντιδράσεις λέγοντας πως πρόκειται για μέτρα “ισοδύναμα” με σκοπό τον περιορισμό των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων απαιτήσεων των δανειστών στο εργασιακό πεδίο, π.χ.; Και τι μας εμποδίζει, τώρα που το οικονομικό πήρε τον δρόμο του, να στραφούμε προς την επεξεργασία ενός σχεδίου για τον πραγματικό διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας;»[1].

Από ό,τι φαίνεται, η ατολμία της ομάδας Τσίπρα δεν περιορίζεται μόνο στην πλήρη απουσία στήριξης στις πρωτοβουλίες του Ν. Φίλη (ο οποίος αρχικά είχε δείξει διαφορετική στάση), αλλά οδήγησε σε ουσιώδη αλλαγή στάσης της κυβέρνησης απέναντι στην Εκκλησία μετά τη συνάντηση με τον Ιερώνυμο στο Μαξίμου, στις 5 Οκτωβρίου, με αποτέλεσμα να γίνουν αποδεκτές όλες οι απαιτήσεις της Ιεραρχίας. Όπως και να ‘χει το πράγμα, εμείς δεν περιμέναμε τίποτε από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ώστε ν’ αναλωθούμε εδώ σε τετριμμένες και παντελώς άχρηστες ρητορικές ασκήσεις περί «προδοσίας», ούτε και κατατρυχόμαστε από τίποτε αντιαριστερά σύνδρομα ώστε να κάτσουμε ν’ ασχοληθούμε για πάνω από μια παράγραφο με το τι κάνει ή τι δεν κάνει ο Τσίπρας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ζήτημα που αντικειμενικά άνοιξε μέσα από όλη αυτή την κατάσταση, η οποία δεν απέχει και πολύ από το να μετατραπεί σε φάρσα.

Το θρησκευτικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα

α) Εμπρός της γης οι πικραμένοι!

Ως συνήθως, όποτε πρόκειται για «περιεχομενικού» τύπου αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα του ελληνικού σχολείου, δηλαδή όταν πρόκειται για αλλαγές που άπτονται της κατάρτισης της διδακτέας ύλης ή του τρόπου διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων, έχουν βγει στο προσκήνιο τα πιο συντηρητικά και παρασιτικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας για να πολεμήσουν υπέρ πίστεως και πατρίδος: η εκκλησιαστική Ιεραρχία και δη τα πιο ακροδεξιά της μέλη (όπως ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος), ο (ψε)Κα(σ)μμένος που απείλησε «να ρίξει την κυβέρνηση », διάφοροι ξεπεσμένοι πασοκονεοδημοκράτες πολιτευτάδες (τύπου Παπαθεμελή, Κεδίκογλου, Φορτσάκη και Στυλιανίδη), οι χρυσαυγίτες, οι αντι-νεοταξίτες συνωμοσιολόγοι, οι ακροδεξιοί τηλεπλασιέ βιβλίων κ.ο.κ. Αυτό που για εμάς έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη συγκυρία, είναι πως οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν εκπονούνται στο πλαίσιο ενός «εκσυγχρονιστικού» προγράμματος (όπως συνέβη παλιότερα επί υπουργείας Διαμαντοπούλου, λόγου χάριν) αλλά με πρωτοβουλία ενός αριστερού υπουργού, πρώην ψάλτη, ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται το έχει πάρει προσωπικά να περισώσει την όποια τιμή της σημερινής Κυβέρνησης. Το γεγονός, λοιπόν, ότι, ακόμη και απέναντι σ’ έναν τέτοιον υπουργό, οι αντίπαλοί του ξεθάβουν την παλιά «αντιεκσυγχρονιστική» και «αντινεοταξίτικη» ρητορική μαρτυρεί περί του απόλυτου ιδεολογικού τους κενού: ό,τι και να συμβαίνει, αυτοί οι άνθρωποι απλώς υπερασπίζονται μια σειρά ταριχευμένων και σκοροφαγωμένων πρακτικών και ιδεολογημάτων που μόνο βαρίδια συνιστούν για την οποιαδήποτε πνευματική ανάπτυξη της νεοελληνικής κοινωνίας. Είναι οι ίδιοι που, σε συνεργασία με τους πάντα πρόθυμους -όταν δεν ασχολούνται με την προσπάθεια αύξησης των μισθών τους- δικαστές, μεθοδεύουν την καταδίκη του σατυρικού μπλόγκερ «Παστίτσιου» κι επιτυγχάνουν την απαγόρευση κυκλοφορίας έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών προϊόντων που ενοχλούν τα ελληνοχριστιανικά τους ήθη.

Σε ό,τι μας αφορά, η συγκυρία αυτή μάς προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να ξεκαθαρίσουμε και πιθανές παρεξηγήσεις που έχουν προκληθεί από τη μεγάλη μας επιμονή με το ζήτημα του σύγχρονου ισλαμισμού. Ενδεχομένως κάποιοι από τους αναγνώστες μας -δεδομένης της αντιρατσιστικής εμμονής των αναρχικών κι ενός μέρους της σύγχρονης Αριστεράς, που τους κάνει να βλέπουν παντού «φασίστες και ρατσιστές» (εσχάτως μάλιστα και «ρατσίσταρους»)- να έχουν σχηματίσει την εντύπωση πως μιλάμε με τέτοια συχνότητα ενάντια στον σύγχρονο ισλαμισμό με σκοπό να δικαιώσουμε έμμεσα κάποιον λανθάνοντα πολιτικό ή πολιτιστικό πατριωτισμό. Αν δεν είχε τα ιδεολογικά ελατήρια που μόλις αναφέραμε, μια τέτοια στάση θα μπορούσε να είχε βάση, δεδομένου πως δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να βλέπει κανείς ανάμεσα στην πρωτοπορία των σύγχρονων κριτικών του Ισλάμ χριστιανούς ιδεολόγους -τόσο Καθολικούς ή φανατικούς Προτεστάντες εντός της Δύσης όσο και Ορθόδοξους στα καθ’ ημάς-, οι οποίοι χρησιμοποιούν την κριτική στο Ισλάμ προκειμένου να δικαιώσουν τον χριστιανισμό.

β) Οργανωμένη θρησκεία και προσωπική θρησκευτική συνείδηση

Δυστυχώς, στη σημερινή εποχή της γενικής καχυποψίας και της ιδεολογικής σύγχυσης, πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα τέτοιων ερμηνευτικών παρεκτροπών. Ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν, ότι η κριτική μας στον σύγχρονο τζιχαντίζοντα ισλαμισμό αλλά και στα θεοκρατικά στοιχεία του ίδιου του Ισλάμ ως θρησκείας, γενικότερα, γίνονται από τη σκοπιά της κοσμικότητας: δηλαδή από την βασική μας πεποίθηση πως καμία πρόοδος δεν μπορεί να γίνει προς δημοκρατικότερες μορφές κοινωνίας, αν η θρησκεία δεν πάψει να έχει πολιτικές –και ως εκ τούτου θεοκρατικές– βλέψεις και αν, ως εκ τούτου, δεν περισταλεί σε ζήτημα της προσωπικής συνείδησης κάθε ατόμου. Εμείς μπορεί να είμαστε άθεοι, αλλά δεν υπάρχει καμία απαραίτητη σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και την κοινωνική απελευθέρωση, γενικότερα, και την αθεΐα, όπως λανθασμένα πίστεψαν -λόγω των εγελιανών τους φιλοσοφικών καταβολών- ο Μαρξ κι ο Μπακούνιν. Προφανώς, αν τα δει τα πράγματα κανείς από την ιδεώδη τους σκοπιά, η ατομική αυτονομία, ως δυνατότητα του ατόμου να καθορίζει το ίδιο, δίχως εξάρτηση ή καταπίεση από τρίτες αυθεντίες, τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του, είναι ασύμβατο με τη θρησκεία ως πίστη σε κάποια ανώτερη δύναμη, της οποίας η παρουσία τίθεται ως υπεράνω κάθε αμφισβήτησης και η οποία καθορίζει τι πρέπει να σκεφτόμαστε και πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ωστόσο εδώ έχουμε το πιο «φιλοσοφικό» κομμάτι του χειραφετητικού προτάγματος, που αφορά τη διαμόρφωση του ατόμου εντός μιας πραγματικά δημοκρατικής και αυτόνομης κοινωνίας. Κάτι τέτοιο, ακόμη και στην περίπτωση όπου μια τέτοια κοινωνία διαφαινόταν στον σημερινό ορίζοντα, θα άρχιζε να μας απασχολεί μετά από αρκετές γενιές.

Άλλωστε, δεν πρόκειται εδώ τόσο για τη θρησκεία, ως οργανωμένο σύστημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, ενσαρκωμένο σε θεσμούς με κοινωνική, οικονομική κι ενίοτε πολιτική εξουσία, όσο για ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε θρησκευτική συνείδηση. Αυτό, αντιθέτως, που για εμάς έχει πρωταρχική σημασία είναι η κριτική στους εκκλησιαστικούς θεσμούς αλλά και η πάλη εναντίον τους στον βαθμό που αυτοί αναπτύσσουν θεοκρατικές τάσεις. Η θρησκευτική συνείδηση, αν έχει περιοριστεί σε ζήτημα προσωπικής επιλογής κάθε ατόμου και δεν προκαλεί κινήματα θρησκευτικής επιβολής στον δημόσιο χώρο, είναι τότε κάτι δευτερεύον και σε μεγάλο βαθμό συμβατό με τους δημοκρατικούς θεσμούς. Όπως, άλλωστε, μας διδάσκει η εμπειρία της λεγόμενης Τρομοκρατίας, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι όχι μόνο γελοίο μα και πολιτικώς επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να νομοθετήσει επί του τι θα πιστεύουν οι άνθρωποι, επί του πώς θα αναζητούν κάποια παρηγοριά στα βάσανα της ζωής και πώς θα προετοιμάζονται για τον θάνατο.

γ) Έχουμε θεοκρατία στην Ελλάδα;

Αυτή η διάκριση είναι πολύ βασική για την κατανόηση της κατάστασης στην Ελλάδα σήμερα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικού τύπου αναπαραγωγής τσιτάτων του Μπακούνιν αλλά και του νεαρού Μαρξ, τόσο εξέχοντες θεωρητικοί του εγχώριου αναρχομαρξισμού σαν τον Φ. Τερζάκη (που θεωρεί το σημερινό κράτος πολιτική έκφραση του «μονοθεϊσμού»[2]) όσο πολλοί στον αναρχικό Χώρο αναλύουν ακόμη τη «θρησκεία» υπό μια εντελώς φιλοσοφική σκοπιά, αδυνατώντας να προβούν σε πιο συγκεκριμένες αναλύσεις του ρόλου του εκάστοτε συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος κατά την εκάστοτε δοσμένη εποχή και γεωγραφικό χώρο. «Θρησκεία» είναι γι’ αυτούς το Ισλαμικό Κράτος, θρησκεία οι χριστιανοί «φονταμενταλιστές» στις ΗΠΑ, «θρησκεία» και η Ορθοδοξία στην Ελλάδα. Κι έτσι έχουμε και στην Ελλάδα «ταλιμπάν» και «μονοθεϊσμό» κατά τον ίδιο τρόπο που έχουν, ας πούμε, στο Ιράν και στα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους ή σε περιοχές του Αφγανιστάν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, για λόγους που έχουν να κάνουν με ευρύτερες, καθώς φαίνεται, κοινωνικές και γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες της Βαλκανικής που επηρεάζουν στις γειτονικές μας χώρες ακόμη και το Ισλάμ, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στη Βοσνία Ερζεγοβίνη ή την Αλβανία[3].

Στην Ελλάδα, λοιπόν, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας και παρ’ όλο που, υπό μια στενά νομικίστικη ερμηνεία του Συντάγματος, θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο ακόμη και για θεοκρατικά στοιχεία -μιας και το κράτος παρουσιάζεται να έχει επίσημη θρησκεία-, η κοινωνική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Καταρχάς διότι και από στενά πολιτειακή άποψη να το δει κανείς το θέμα, το μοντέλο που ακολουθείται στην Ελλάδα, σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, είναι αυτό του καισαροπαπισμού: μπορεί μεν το κράτος ν’ αναγνωρίζει την Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του, ωστόσο η εξουσία δεν ασκείται από την Ιεραρχία αλλά από τους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας. Η Εκκλησία απλώς συνιστά το πιο εξέχον και καλοβολεμένο από τα παρασιτικά λόμπι που καρκινοβατούν επί της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έχει κατορθώσει να θεωρείται από το κράτος η εγγυήτρια της ιδεολογικής του ταυτότητας. Γι’ αυτό και το τελευταίο τής έχει αναγνωρίσει ιστορικώς πλήθος προνομίων. Είναι η επίγνωση αυτής της κατάστασης που, σε συνδυασμό με την ενδοτικότητα του κράτους, επιτρέπει στην Ιεραρχία να υιοθετεί κατά καιρούς επιθετική ρητορική. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, πρόκειται απλώς για υπεράσπιση προνομίων, όχι για προσπάθεια περαιτέρω επιβολής στη δημόσια σφαίρα ή διεκδίκησης εξουσιών από το κράτος.

Κατά δεύτερον -και για λόγους οι οποίοι μένει να διαυγαστούν, μιας και δε γνωρίσαμε ποτέ κάποιο εκκοσμικευτικό κίνημα στα καθ’ ημάς-, στην Ελλάδα η θρησκεία έχει περιοριστεί σε αυτό που προηγουμένως περιγράψαμε ως θρησκευτική συνείδηση, σε ό,τι έχει να κάνει με το καθαρά πνευματικό και δογματικό της περιεχόμενο. Διότι, κατά τα άλλα, επιβιώνει κυρίως ως συνιστώσα του νεοελληνικού εθνικισμού, δηλαδή ως συστατικό μιας κοσμικού τύπου ιδεολογίας που περισσότερο νομιμοποιεί την εξουσία στα μάτια της κοινωνίας παρά ελέγχει το παιχνίδι. Η πραγματική επιρροή της θρησκείας στην καθημερινή ζωή των ατόμων είναι αμελητέα, καθώς, αφενός μειώνεται σταθερά ο αριθμός των εκκλησιαζομένων και, αφετέρου, ελάχιστοι πλέον τηρούν τις προσταγές της Ορθόδοξης ποιμαντικής στην καθημερινή τους ζωή (απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων, νηστεία κ.λπ.) και αν τηρούν κάποιες από αυτές (κυρίως την τέλεση θρησκευτικού γάμου και βάφτισης και ενίοτε την πασχαλινή νηστεία) το κάνουν είτε από συνήθεια και για ικανοποίηση των γονέων είτε για «αποτοξίνωση». Είναι χαρακτηριστική, από αυτήν την άποψη, η ιδιαίτερα προοδευτική νομοθεσία της χώρας γύρω από ένα θρησκευτικώς ευαίσθητο θέμα σαν την άμβλωση, το οποίο ακόμη προκαλεί εντάσεις και προστριβές, καθορίζοντας συχνά τον πολιτικό διάλογο, τόσο εντός Καθολικών χωρών, σαν την Πολωνία, όσο κι εντός Προτεσταντικών εθνών, όπως οι ΗΠΑ. Κατά τα άλλα, ακόμη κι ένας συντηρητικός ακροδεξιός σαν τον μακαριστό Παρασκευαΐδη είχε φτάσει να κάνει τεμενάδες στη νεολαία («σας πάω», «ελάτε και με το σκουλαρίκι ακόμη!») προκειμένου να ξαναφέρει κόσμο στις λειτουργίες, ενώ το γεγονός πως στην Ελλάδα ο λαϊκός κλήρος βρίσκεται στην πρωτοπορία του υπαρκτού σουρεαλισμού έχει ακριβώς να κάνει με το γεγονός ότι κανείς πλέον δεν παίρνει στα σοβαρά τη θρησκεία. Έτσι οι παπάδες κι οι μοναχοί απορροφώνται από τις συνήθειες των «κοσμικών»: πάνε στο γήπεδο (σαν τον παπα-Χρήστο στον ΠΑΟΚ αλλά, άμα λάχει, ακόμα και έφιπποι, όπως στη Λάρισα), βρίζουν την αστυνομία, κάνουν συνωμοσιολογικές τηλεοπτικές αναλύσεις, πλακώνονται στον Τριανταφυλλόπουλο με τον λαϊκό αγωνιστή Νίκο Αλέφαντο, κάθονται και σχολιάζουν μέσω Φέισμπουκ, τραγουδάνε λαϊκά σε γιορτές κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, που κρατά ζωντανή την Ορθοδοξία στη χώρα, σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι η καθαρά κοσμική (αν και φυσικά αντι-διαφωτιστική!) ιδέα πως η Εκκλησία συνιστά «πυλώνα του Έθνους» -κι αυτό είναι άλλωστε το επιχείρημα τόσο της ίδιας της Εκκλησίας όσο και των εθνικιστών, κάθε φορά που κάποιος ασκεί κριτική στις θέσεις ή τη στάση της (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχόλια κι οι σχετικές αντιρρήσεις του Μάκη Κουρή -μεγάλου ταγού του λεγόμενου «λαϊκού ΠΑΣΟΚ»- κατά την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Ν. Φίλη). Ταυτόχρονα, αυτό που κάνει τους πολιτικούς που δε θα έβλεπαν με κακό μάτι έναν διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας να λακίζουν (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αντρέα του 48%, στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ), δεν είναι η πίεση της ίδιας της κοινωνίας, όσο ο ακτιβισμός των διάφορων ελληνορθόδοξων λόμπι που, λόγω των σχέσεών τους με κομμάτια του κράτους και του παρακράτους, κινητοποιούνται στην παραμικρή υπόνοια ψήφισης κάποιας νομοθεσίας τέτοιας έμπνευσης. Όπως όμως είδαμε και στην περίπτωση των ταυτοτήτων επί Σημίτη, ο ακτιβισμός τούτων των δραστήριων μειοψηφιών δεν αρκεί, μιας και τελικά ρουθούνι δεν άνοιξε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Χρήστου του Παρασκευαΐδη, που επιστράτευσε μέχρι και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στον αγώνα ενάντια στον 666, τους «θιασώτες της Ευρώπης» και τους Εβραιομασώνους. Κατέβηκαν τότε τα κατηχητικά, οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα τιμημένα γηρατειά, αλλά η αναγραφή του θρησκεύματος καταργήθηκε δίχως κανένα πρόβλημα, παρά και τις κατάρες και τις δυσοίωνες προφητείες του Μακαριστού σύμφωνα με τις οποίες «Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει, αν ο λαός δεν συναινεί δεν εφαρμόζεται» και πως «την Εκκλησία όποιο χέρι τόλμησε να την αγγίξει, ξεράθηκε». Το ίδιο συνέβη και με την τέλεση πολιτικού όρκου κατά τις ορκομωσίες των δύο κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης και με την θέσπιση του πολιτικού γάμου παλαιότερα και του συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια προσφάτως.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στη νεοελληνική κοινωνία

α) Οι λόγοι της ιδεολογικής ασυλίας

Λίγο η ατολμία των πολιτικών, λίγο η δράση των ελληνορθόδοξων λόμπι και ο συνακόλουθος λαϊκισμός των επάρατων ΜΜΕ (που παλιότερα μας παίζανε τον Μακαριστό απ’ το πρωί ως το βράδυ και σήμερα κυκλοφορούν τις «βάιραλ» επιστολές του κάθε πικραμένου καταστροφολόγου εκπαιδευτικού, όταν δεν βγάζουνε στις εκμπομπές τους τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής), λίγο ο Ρωμιός που συνηθίζει να δηλώνει στις δημοσκοπήσεις πως τρέφει μεγάλο σεβασμό για ό,τι πιο παρασιτικό και διεφθαρμένο περιλαμβάνει η ελληνική κοινωνία σε θεσμικό επίπεδο (με τον Στρατό και την Αστυνομία στις πρώτες θέσεις μαζί με την Εκκλησία), η τελευταία έχει καταφέρει να χαίρει μεγάλης ασυλίας και, όπως συμβαίνει και με το ΚΚΕ, να επιβάλει να μην της ασκείται ποτέ και από πουθενά κριτική. Φάνηκε για μια ακόμη φορά η αλλεργία τόσο της ίδιας όσο και των εθνοπατριωτών υποστηρικτών της σε οποιαδήποτε κριτική μέσα από τις υπέρμετρες αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τα όσα αυτονόητα τόλμησε να πει ο Ν. Φίλης σχετικά με τον ιστορικό της ρόλο κατά τον 20ό  αιώνα. Διόλου τυχαίο που συνεχίζουμε ακόμη να της κάνουμε τα γλυκά μάτια προκειμένου να μην εξοργίσουμε τον Άνθιμο και τον Αμβρόσιο. Όπως έγραψε πρόσφατα ένα μεγάλο κεφάλι του εκσυγχρονιστικού χώρου (δηλαδή σημιτικός εβραιομασώνος), «Στην Ελλάδα των μνημονίων, το κοινωνικό έργο που επιτελεί η Εκκλησία είναι σπουδαίο. Θα ήταν κρίμα αν, στο πνευματικό πεδίο, οι ακραίοι, με την ανεξήγητη εμπάθειά τους, την παγιδεύσουν στις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας της». Δε γνωρίζουμε το εύρος των περίφημων συσσιτίων και του λοιπού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας (μέσω των περίφημων ΜΚΟ της[4]) στην «Ελλάδα των μνημονίων», παρ’ όλο που το πιθανότερο είναι πως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν ακόμη αστικό μύθο που προωθεί η Ιεραρχία προκειμένου ν’ αποφύγει τη φορολόγηση. Διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, όποιο και να ‘ναι το εύρος του εν λόγω «κοινωνικού έργου» (ακόμα κι αν παραβλέψουμε, δηλαδή, τη διόλου σπάνια συγχρηματοδότησή του από πλείστους χορηγούς), πληρωμένο από την τσέπη μας είναι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, 10.000 κληρικοί μισθοδοτούνται από το κράτος θεωρούμενοι δημόσιοι υπάλληλοι (περισσότεροι δηλαδή από τους γιατρούς ή τους δικαστές!), ενώ, την ίδια στιγμή, η τεράστια έγγειος ιδιοκτησία της Εκκλησίας συνεχίζει να μη φορολογείται.  Το επιχείρημα περί «κοινωνικού έργου» θα είχε νόημα αν η Εκκλησία εξασφάλιζε μόνη της τους πόρους της και, ως εκ τούτου, «έδινε απ’ το υστέρημά της». Υπό τις σημερινές συνθήκες, αντίθετα, όχι μόνο δεν περιποιεί τιμή στην Εκκλησία μια τέτοια δράση αλλά απλώς μας υπενθυμίζει ποια είναι η στοιχειώδης της υποχρέωση απέναντι στα σκανδαλώδη προνόμια τα οποία της επιδαψιλεύει διαχρονικά το νεοελληνικό κρατίδιο.

Στο πλαίσιο αυτής της γραμμής κατευνασμού των «πιο ακραίων φωνών» ακούμε συχνά για την κουλτούρα και τις σπουδές διάφορων ιεραρχών, τα οποία συνιστούν, δήθεν, δείγμα ανοιχτότητας πνεύματος και «προόδου» ή «εκμοντερνισμού» της Εκκλησίας, δηλαδή οριστικής εξόδου από την εποχή που η τελευταία πετύχαινε τη φυλάκιση του Θεόφιλου Καΐρη, καταδίκαζε τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, αφόριζε τον Καζαντζάκη και ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης ακόμη και ενάντια στον Βασίλη Αυλωνίτη, βασιζόμενη σε κατοχικούς λογοκριτικούς νόμους. Τι να τα κάνουμε όμως, για παράδειγμα, τα διδακτορικά του Μεσογαίας από το Χάρβαρντ και το ΜΙΤ, όταν οι λογικές που εκφράζει τόσο ο ίδιος (θεωρώντας, επί παραδείγματι,  «ενάντια στη φύση» «παθολογία» την ομοφυλοφιλία) όσο κι η συντριπτική πλειονότητα των Ορθόδοξων κληρικών παραμένει προσκολλημένη σε παρελθούσες εποχές; Πέραν ορισμένων εξαιρέσεων μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού, η συντριπτική πλειονότητα των μεγαλοκληρικών παραμένει δέσμια της πατροπαράδοτης βυζαντινοφαναριώτικης λογικής: μανιασμένη υπεράσπιση των προνομίων και παρασκηνιακή ίντριγκα με την εξουσία με σκοπό την περαιτέρω απόσπαση προνομίων και ευκαιριών για «δουλειές». Στο δε ιδεολογικό επίπεδο καραδοκούν πίσω από γελοίες διατάξεις του ελληνικού Ποινικού Κώδικα όπως η «κακόβουλη βλασφημία» (άρθρο 198/1951) και η «καθύβριση θρησκευμάτων» (άρθρο 199/1951) για να απαιτούν απαγόρευση πολιτιστικών εκδηλώσεων ή κυκλοφορίας βιβλίων που τους ενοχλούν.

β) Η Ορθοδοξία ως κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτη θρησκεία

Αν ξαναπιάσουμε εδώ την κουβέντα για τα περίφημα συσσίτια, οφείλουμε να τονίσουμε ότι πρόκειται κυρίως για πολιτική δημοσίων σχέσεων της Εκκλησίας, καθώς δε συνιστά κεντρική της πρωτοβουλία αλλά εξαρτάται από τις κατά τόπους ενορίες. Στην Ελλάδα, λόγω της προστασίας που απολαμβάνει η Εκκλησία από το κράτος αλλά και της ιδεολογικής της ασυλίας που εξετάσαμε προηγουμένως, δεν έχει κανένα λόγο να προβεί σε φιλανθρωπίες προκειμένου να εξασφαλίσει κοινωνική αποδοχή (όπως συμβαίνει, επί παραδείγματι, στο σουνιτικό Ισλάμ). Αν τα τελευταία χρόνια είχαμε έναν πιο συστηματικό τονισμό τούτου του μύθου, είναι ακριβώς επειδή η Ιεραρχία φοβήθηκε μήπως αποτελέσει κι η ίδια στόχο των διαδοχικών φοροεπιδρομών που έχουν λιανίσει αυτά τα πέντε χρόνια της κρίσης την ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό άλλωστε διαδόθηκαν τεχνηέντως και διάφορα εξωπραγματικά σενάρια σύμφωνα με τα οποία θα έδινε δήθεν κομμάτι της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας για την εξυπηρέτηση του χρέους της χώρας ή ότι θα πρόσφερε αμισθί χωράφια της σε νέους αγρότες για να τα καλλιεργήσουν: τα πάντα γίνονται για να εξαιρεθεί η Εκκλησία από τον ΕΝΦΙΑ.

Διότι η Ιεραρχία είναι «γάτα» σε ό,τι έχει να κάνει με κομπίνες τέτοιου είδους: δεν είναι μόνο ότι κατάφερνε πάντοτε ν’ αποσπά σκανδαλώδεις ρυθμίσεις από το παντελώς αδύναμο και αναξιόπιστο ελληνικό κράτος (όπως για παράδειγμα –μιας και μιλάμε για τα φορολογικά- η δυνατότητα να έχει κανείς έκπτωση φόρου σε περίπτωση που έκανε δωρεά στην ενορία του, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε επίπεδο «ξεπλύματος» εισοδημάτων προερχόμενων από «περίεργες» δραστηριότητες κάθε είδους)· αυτές οι δυνατότητες αυγατίσματος και αύξησης της περιουσίας της μέσω τέτοιων παρασιτικών οδών συνιστούν τον λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας ως θεσμού που συμμετέχει ενεργά στη λειτουργία βασικών σφαιρών της κοινωνικής ζωής (μέσω των θρησκευτικών γάμων και βαφτίσεων και του ρόλου που παίζει ειδικά στην επαρχία η υπογραφή ενός παπά για πλήθος ζητημάτων) και η οποία, λόγω του θεσμικού της ρόλου, συνιστά βασικό παράγοντα στο παρασκηνιακό παιχνίδι εξουσίας σε πολλά επίπεδα (σχέσεις με κράτος και παρακράτος, επιρροή σε τοπικές κοινωνίες και ειδικά στην επαρχία κ.λπ.). Υπό αυτή την έννοια είναι προφανές ότι υπάρχουν ισχυρά συμφέρονται πίσω από τη διατήρηση τούτου του θεσμικού ρόλου, τα οποία μάλιστα πιθανόν και να ενδιαφέρονται για αυτήν περισσότερο τώρα, στον βαθμό που μηχανισμοί όπως τα κόμματα έχουν πλήρως απαξιωθεί. Τα ακροδεξιά κι ελληνορθόδοξα λόμπι –και ζόμπι- που παίρνουν κάθε φορά τα όπλα προκειμένου να υπερασπιστούν την Εκκλησία συνιστούν σάρκα από τη σάρκα τούτου του σάπιου συστήματος (ας θυμηθούμε π.χ. τη σχέση μαφιόζων ή μικρομαφιόζων και μεσαζόντων όπως ο «Μπιγκ Μακ» Ψωμιάδης, οι νεοδημοκράτες Μαντούβαλος και αφοί Ψωμιάδη ή ο «Τίγρης» Δ. Μελισσανίδης με την Εκκλησία ή το Πατριαρχείο –ο τελευταίος ανακηρύχθηκε απ’ τον Βαρθολομαίο «Άρχων Κουροπαλάτης» !- για να πάρουμε μια γεύση, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις πολύ στενές σχέσεις του Πειραιώς Σεραφείμ με τον Β. Μαρινάκη –από τις καταγγελίες για μοίρασμα ψηφοδελτίων του συνδυασμού του Γ. Μώραλη μαζί με τρόφιμα  μέχρι την ανοιχτή διατράνωση υπέρ της πίστης στην αθωότητα του κατηγορούμενου για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Ολυμπιακός).

Η ικανότητα των μεγαλοκληρικών να παίζουν έναν τέτοιο μεσολαβητικό ρόλο στο παρασκηνιακό παιχνίδι οφείλεται, φυσικά, στην ιδιαίτερη θέση της Εκκλησίας ως της συντεχνιακής ομάδας με την ισχυρότερη θεσμική κάλυψη μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η διαμόρφωση τούτης της θέσης έχει μακρά ιστορία και εξηγείται από το γεγονός ότι η Ανατολική Εκκλησία είναι ένας κατεξοχήν κρατικοδίαιτος θεσμός που από την εποχή του βυζαντινού καισαροπαπισμού  έχει μάθει να απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση από το κράτος. Σε αντίθεση με τον παπισμό, ο οποίος σήκωσε το βάρος της οργάνωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, για μεγάλο διάστημα μετά την κατάρρευση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 475 μ.Χ. (και στην πραγματικότητα από πολύ νωρίτερα), και στη συνέχεια συγκρούστηκε επανειλημμένως με την κοσμική εξουσία μέσα στη Δύση (αλλά και στην Ανατολή, όπως συνέβη κατά τη διένεξη του επισκόπου Μεδιολάνων Άγιου Αμβρόσιου με τον Θεοδόσιο τον Μεγάλο), η Ανατολική Εκκλησία είχε ευθύς εξαρχής τη στήριξη του Αυτοκράτορα, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά ή ακόμη και σε καθαρά δογματικό επίπεδο[5]. Το κρατικοδίαιτο αυτό μοντέλο συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας, με τη μορφή του φαναριωτισμού. Αυτό που αλλάζει με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι το γεγονός ότι, από τη στιγμή που εκλείπει ο Αυτοκράτορας ή ο Σουλτάνος, δηλαδή μια πανίσχυρη μορφή κοσμικής εξουσίας που την είχε υπό την απόλυτη κυριαρχία της (ως αντάλλαγμα για την προστασία που τής παρείχε)[6], η Εκκλησία προσπαθεί σταθερά να ‘χει λόγο στις δημόσιες υποθέσεις του κράτους στο βαθμό που οι αδυναμίες της κοσμικής εξουσίας της το επιτρέπουν. Όποτε, αντίθετα, υπήρξε κάποιο ισχυρό δικτατορικό καθεστώς, πάντοτε έσπευσε να τεθεί υπό την προστασία του, ευλογώντας το και στηρίζοντάς το ιδεολογικά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ακόμη και η παραμικρή και ελάχιστη αλλαγή σε ζητήματα που την αφορούν (όπως, π.χ., ο τρόπος διδασκαλίας των Θρησκευτικών) της προκαλούν τέτοιο πανικό, ο οποίος εκφράζεται με υπερβολικές αντιδράσεις: επειδή φοβάται πως ενδεχομένως να χάσει αυτό το μακραίωνο καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης και τις συνακόλουθες δυνατότητές της να ενεργεί ως μηχανισμός εξυπηρέτησης πελατειακών συμφερόντων.

Αυτό που της επέτρεψε να διατηρήσει τούτη την προνομιακή θέση μετά την απελευθέρωση, εντός του νεοελληνικού κρατιδίου, υπήρξε το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας που διόλου δεν ανέκυψε με τρόπο αυθόρμητο από την έως τότε ιστορία αλλά, αντιθέτως, έτυχε συνειδητής και σταδιακής επεξεργασίας: από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, συνεργάτη του Μαυροκορδάτου από τον καιρό της Πίζας, ο οποίος προσπάθησε να δουλέψει, σε θεωρητικό επίπεδο, το ζήτημα της μετάβασης από το (Ορθόδοξο) Γένος στο (νεοελληνικό) Έθνος μέχρι την προπαγάνδιση και επεξεργασία αντίστοιχων θέσεων από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο και τους υπόλοιπους ρωσόφιλους στα μέσα του 19ου αιώνα και από την καθιέρωση του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) σε Εθνική Εορτή ως την αποκατάσταση της φήμης του Γρηγορίου του Ε’ διά της μετακομιδής των οστών του στην Αθήνα και της ανέγερσης της προτομής του μπροστά από το κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1872. Κατά τη διαδρομή αυτή, και για τους δικούς τους κάθε φορά λόγους, τόσο η Εκκλησία όσο και το νεοελληνικό κράτος, θεώρησαν ότι η Ορθοδοξία θα έπρεπε ν’ αποτελέσει το ιδεολογικό στήριγμα της νεόκοπης κρατικής εξουσίας –της οποίας ο εθνικός χαρακτήρας, άλλωστε, οριζόταν, ευθύς εξ’ αρχής όπως μαρτυρούν τα επαναστατικά Συντάγματα, βάσει της Ορθόδοξης ομολογίας των κατοίκων της. Αυτή η ιστορική διαδικασία σύμφυρσης Ορθοδοξίας και εθνικισμού, από τη μια μεριά, και της συνακόλουθης απόδοσης προνομιακής σχέσης στην Εκκλησία, ως θεσμό, από την άλλη, συνιστά πάγιο χαρακτηριστικό των Ορθόδοξων εθνών, εντός των οποίων υφίστανται εθνικές εκκλησίες, επί των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει την παραμικρή εξουσία. Είναι γνωστός, λόγου χάριν, ο ρόλος της βουλγαρικής Εξαρχίας στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα των Βουλγάρων, όπως, φυσικά, και η οργανική ένταξη της σημερινής ρωσικής εκκλησίας –υπό τον νεόπλουτο μαφιόζο Κύριλο- στον πουτινισμό, ο οποίος της αναθέτει καίριες πλευρές της επεκτατικής του, εκτός Ρωσίας, δράσης.

Το γεγονός ότι οι ελληνορθόδοξοι κύκλοι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα (από τον Γ. Μεταλληνό και τον Χ. Γιανναρά μέχρι τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο στην ομιλία του στην Ιερά Σύνοδο στις 4/10/2016[7]) να χαρακτηρίζουν «πραξικοπηματική» την κήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδας από την Αντιβασιλεία, το 1833, βλέποντάς την ως κομμάτι της αντιρωσικής διπλωματίας των Δυτικών, διόλου δεν αλλάζει αυτό που λέμε. Όπως έχει σωστά καταδειχθεί, τόσο αυτή η κριτική όσο και η αντίστοιχη καταδίκη της εισαγωγής μιας λογικής «φυλετισμού» στο Ορθόδοξο δόγμα -με αφορμή την κήρυξη του βουλγαρικού Αυτοκέφαλου (διά της ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας, το 1870)-, συνιστά μια προσχηματική αναφορά στον Ορθόδοξο οικουμενισμό με σκοπό τη δικαίωση του νεοελληνικού εθνικισμού, βάσει του γεγονότος πως η Ορθοδοξία, στην οικουμενική, κωνσταντινουπολίτική της εκδοχή, ήταν ήδη από καιρό, κατά τον 19ο αιώνα, μια «ελληνική» -δηλαδή φαναριώτικη-νεοελληνική- Ορθοδοξία[8]. Εν προκειμένω ο νεοελληνικός εθνικισμός προσπαθεί να πλασαριστεί ως εγγενώς οικουμενικός, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος κατά τη σύγκρουσή του, αφενός, με τη Δύση και, αφετέρου, με τους υπόλοιπους βαλκάνιους εθνικισμούς, ενεργώντας, παράλληλα, ως πράκτορας του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Και σε κάθε περίπτωση, αυτό που μετρά είναι η ελληνοποίηση, δηλαδή η «εθνικοποίηση» της Ορθοδοξίας –είτε κανείς επιλέγει ως έκφρασή της το εξελληνισμένο (και ως εκ τούτου ουδόλως οικουμενικό) Πατριαρχείο, είτε επιλέγει την ανεξάρτητη ελληνική Εκκλησία.

γ) Ελληνορθοδοξία και Ακροδεξιά

Αυτό ακριβώς το εθνικιστικό ιδεολόγημα συνεχίζουν σήμερα να υποστηρίζουν στην Ελλάδα όχι μόνο οι δεδηλωμένοι ακροδεξιοί, από τη Χρυσή Αυγή -η οποία, διόλου τυχαία, έχει κάνει πέρα τις τευτονοπαγανιστικές και αρχαιολατρικές νεανικές φαντασιώσεις των βλαχοφύρερ Μιχαλολιάκου και Παππά, προκειμένου να συμμαχήσει με τους λογής λογής Αμβρόσιους (αρχής γενομένης από τον ρόλο της στην καταδίκη του «Γέροντα Παστίτσιου»)- μέχρι το περιβάλλον Σαμαρά και τους οπαδούς της νεορθοδοξίας. Ενάντια σε κάθε ιστοριογραφική λογική, η βυζαντινολατρεία, δηλαδή η υποστήριξη μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήθελε εαυτήν «απείκασμα» της βασιλείας του Θεού επί της γης και η οποία, ως τέτοια, υπήρξε απότοκο του ρωμαϊκού οικουμενισμού[9] και συνεχίστρια του ουσιωδώς οικουμενικού πνεύματος του χριστιανικού Ευαγγελίου, κατέληξε ν’ αποτελεί τον βασικότερο ίσως πυλώνα του νεοελληνικού εθνικισμού και όχημα για την υποστήριξη του ιδεολογήματος περί «ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού» από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Οι αλχημείες του Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας και του Κωνσταντίνου Οικονόμου συνεχίζονται σήμερα από τους νεορθόδοξους, με αποτέλεσμα ακόμη και το Άγιον Όρος, η υποτιθέμενη κιβωτός της Ορθόδοξης συνείδησης, που διοικητικά υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μιας και συνιστά στην πραγματικότητα μια πολυεθνική μοναστική κοινότητα (περιλαμβάνοντας και ρώσικα, σέρβικα, βουλγαρικά και ρουμάνικα μοναστήρια και σκήτες), να είναι βαθιά απορροφημένο από τον νεοελληνικό εθνικισμό, σε ιδεολογικό επίπεδο («Ακρόπολη της Ορθοδοξίας και του ελληνισμού» το χαρακτήρισε πριν κάποιον καιρό ο Πρωτεπιστάτης του), αλλά και δομικά ενταγμένο στον ρωσικό επεκτατισμό, σε πολιτικό επίπεδο (σε ό,τι αφορά στις πιο δραστήριες και οικονομικά εύρωστες από τις ελληνικές μονές του, όπως το Βατοπαίδι). Δε θέλει και πολύ μετά για να βγαίνει η μυστακοφόρος ορντινάτσα της Βέρμαχτ, ο υπαρχηγός της ΧΑ Παππάς, ν’ αποκαλεί τον αγιορείτη Γέροντα Παΐσιο «ιερή μορφή της Ελληνορθοδοξίας».

Ο νέος Περιούσιος Λαός ως Δον Κιχώτης

α) Η ελληνορθοδοξία και ο μύθος της εθνικής συνέχειας

Η μεγάλη εκείνη ιδεά για τον εαυτό μου λόγω των «ιστορικών» μου καταβολών δεν ήταν βέβαια ξιπασιά, αλλά παιδική αρρώστια. Την είχα λησμονήσει ωσότου άρχισα, διαβάζοντας, να σκέπτομαι. […] Κατάλαβα όμως από τη μικρή αυτή περιπέτεια πρώτα τι είναι η πτωχαλαζονεία· και έπειτα, ότι πρέπει κανείς να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις.

Δ. Ι. Πάλλας[10]

Αν κάτι υποσκάπτουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου -είτε το έχει αντιληφθεί ο Φίλης είτε όχι- είναι ο κεντρικός ρόλος της ελληνορθοδοξίας ως κυρίαρχης λογικής του νεοελληνικού κρατιδίου, τούτης της ιδεολογίας που στήριξε και δικαίωσε διάφορες τρισένδοξες στιγμές του Έθνους όπως η 4η Αυγούστου κι η 21η Απριλίου μεταξύ άλλων. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, κόντρα, πάλι, σε κάθε ιστοριογραφικό ορθολογισμό, το θεωρητικό τέρας της ελληνορθοδοξίας προσπαθεί να συγκεράσει κάτω από την ίδια ταμπέλα δύο εντελώς αντιθετικές, από την άποψη των θεμελιωδών προσανατολισμών τους, κοινωνικοϊστορικές δημιουργίες: έναν πολιτισμό της ελευθερίας, σαν τον αρχαιοελληνικό, με έναν πολιτισμό της δουλοπρέπειας και της ελέω Θεού μοναρχίας, όπως υπήρξαν ο υστερορωμαϊκός και βυζαντινός πολιτισμός αλλά ακόμη και ο μακεδονικός πολιτισμός που τόσο εξάπτει τη φαντασία των διάφορων αρχαιόπληκτων[11]. Το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας συνιστά βάση και γενεσιουργό μήτρα του νεοελληνικού εθνικισμού τόσο στην καθεαυτό δεξιά του εκδοχή (βλ. την περίφημη θεωρία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» του Μεταξά την οποία αναπαράγει αυτούσια και ο Ελύτης στο Άξιον Εστί και η οποία βασίζεται στο περίφημο τριμερές σχήμα ανάλυσης της ελληνικής ιστορίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου) όσο και στην αντίστοιχη αριστερή (βλ. τον περίφημο «Λόγο της Λαμίας» του Βελουχιώτη ή τις ιστορικές αναλύσεις του Σβορώνου στο κείμενό του Το ελληνικό έθνος, Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού όπως φυσικά και την επανάληψή τους ως φάρσα από τον Θ. Πελεγρίνη διά της ατάκας του περί «κατάλυσης του ελληνικού κράτους» λόγω της έκβασης της ναυμαχίας στο Άκτιο, το 31 π.Χ .).

Αν εξετάσουμε, λοιπόν, τις αρχικές προτάσεις του Υπουργείου, θα διαπιστώσουμε ότι χτυπούν τον προνομιακό ρόλο της Ορθοδοξίας, μέσω της μετατροπής των θρησκευτικών από ομολογιακό και κατηχητικό σε θρησκειολογικού τύπου μάθημα. Ταυτόχρονα, στηλιτεύεται και η ιδεολογικού τύπου ελληνολατρία διά του περιορισμού των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο αλλά και ιστορικών θεμάτων όπως οι εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στο μάθημα της Ιστορίας της Α’ Λυκείου. Ως προς αυτό ο Φίλης έχει υπάρξει αρκούντως σαφής, όταν τονίζει, πολύ σωστά, ότι η διδασκαλία των Αρχαίων στην Ελλάδα είναι πρώτα και κύρια ζήτημα ιδεολογικό, και γι’ αυτό οι υποστηρικτές της μιλούν πολύ συχνά πέραν κάθε παιδαγωγικής λογικής, αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για το αν τα παιδιά μαθαίνουν πράγματι να μιλούν στοιχειωδώς σωστά Νέα Ελληνικά ή όχι (κάτι που, παρεμπιπτόντως, είχαν παραβλέψει μη δεξιοί πολέμιοι του μονοτονικού, όπως ο Βρεττάκος ή ο Καστοριάδης, κατά την σχετική πολεμική τους ενάντια στον Κριαρά). Πολύ συχνά οι πιο διαπρύσιοι κήρυκες της αρχαιομάθειας είναι εξίσου ή και περισσότερο γλωσσικώς κι ιστοριογραφικώς αστοιχείωτοι από τους σημερινούς μαθητές, αν κρίνουμε από περιπτώσεις τύπου Χρυσαυγιτών, Πανίκα –Ζορό- Ψωμιάδη, Γιάννη Ιωαννίδη, Π. Καμμένου, Ε. Στυλιανίδη κ.ο.κ. Ο ισχυρισμός πως ο περιορισμός των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων διόλου δεν πλήττει τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών είναι πολύ βασικός. Αν δεν ήταν έτσι, στη Γαλλία τα παιδιά θα μάθαιναν Παλαιογαλλικά ή έστω Λατινικά, στη Γερμανία Παλαιογερμανικά κ.ο.κ. Είναι βέβαια δείγμα της πλήρους αδιαφορίας των διάφορων ελληνορθόδοξων και λοιπών ελληναράδων για την ποιότητα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα το γεγονός πως βγαίνουν να φωνάξουν μόνο όταν θεωρούν πως θίγονται στοιχεία που την καθιστούν θρησκευτική και εθνική κατήχηση. Τίποτε άλλο δεν τους απασχολεί.

β) Εθνικός ναρκισσισμός κι η μετατροπή της αδυναμίας σε αρετή

Τα ελαττώματά μας, αυτά που οι άλλοι ονομάζουν ελαττώματα, είναι εν τέλει η ρίζα της υπεροχής μας· αυτά που οι άλλοι χλευάζουν ως τα κουσούρια ή τις διαστροφές μας, το θεμέλιο των αρετών μας.

Μ. Ντε Ουναμούνο[12]

Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζουν όλες αυτές οι δυνάμεις είναι να συνεχίσει η χώρα να ζει και να πορεύεται με μύθους, κλείνοντας τα μάτια απέναντι στις σύγχρονες εξελίξεις. Είναι οι ίδιοι που διαδήλωναν υπέρ των σφαγέων Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς παρουσιάζοντας τους «Ορθόδοξους αδερφούς» μας ως αθώα θύματα των Αμερικανών, οι ίδιοι που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους υπέρ της διδασκαλίας της περί του Κρυφού Σχολειού μυθολογίας, οι ίδιοι  που πιστεύουν τους μύθους του άρχοντα της βλαχογκλαμουριάς Γ. Πατούλη περί έμπολα και ελονοσίας και δε θέλουν τα προσφυγάκια στα σχολεία επειδή «δεν είναι εμβολιασμένα», τη στιγμή που αμελούν να εμβολιάσουν τα ίδια τους τα παιδιά ! Μπορεί κατά τα άλλα να παραληρούν ενάντια στους πράκτορες του «εκσυγχρονισμού» και του «κοσμοπολιτισμού» οι οποίοι, σε πολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο, διαβρώνουν την εθνική μας ανεξαρτησία, προσδένοντάς μας στο «δυτικό άρμα», ωστόσο το μόνο που κάνουν οι ίδιοι –όταν δεν προτείνουν απλώς ν’ αλλάξουμε αφεντικό προκειμένου να γίνουμε ενεργούμενα του Πούτιν ή των ιρανών μουλάδων- είναι ν’ ανάγουν σε απόλυτα τα ιδεολογικά σχήματα που δημιουργήθηκαν ιστορικά προκειμένου να εκλογικεύσουν την πλήρη γεωπολιτική ανυπαρξία του νεοελληνικού κρατιδίου αλλά και τη θεμελιώδη ανικανότητα του νεοελληνικού λαού όχι μόνο να φέρει εις πέρας την ίδια του την εθνική απελευθέρωση (η οποία και επετεύχθη χάρις στη σωτήρια παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων το 1827 στο Ναυαρίνο) αλλά και να δημιουργήσει βιώσιμους θεσμούς, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικοκοινωνικό επίπεδο. Απέναντι σε αυτές τις θεμελιώδεις πραγματικότητες, το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας συνιστά απλώς και μόνον παρηγοριά στον άρρωστο: του πουλά ένδοξα εθνικά παρελθόντα («όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι κουτόφραγκοι ήταν πάνω στα δέντρα ροκανίζοντας βελανίδια»), του πουλά εθνικό ναρκισσισμό («είμαστε Ορθόδοξοι Ρωμιοί, όχι υλόφρωνες και αποπνευματοποιημένοι κουτόφραγκοι, δούλοι του Μαμωνά»), του εκλογικεύει την αδυναμία στοιχειώδους αυτοθέσμισης («Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μια μόνιμο, πλήρη, και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του “ήθους” που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! […] Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις, θα έλεγε κανένας, ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. […] Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των “παρεκκλίσεων” της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω “προστατευτική” κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος, της “παράδοσης”»[13], όπως έλεγε ο Ελύτης κι επαναλάμβαναν ή επαναλαμβάνουν από τότε σα χαλασμένο γραμμόφωνο ο Γιανναράς κι ο Ράμφος της νεορθόδοξης περιόδου του αλλά, υπό μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή, και ο Γ. Καραμπελιάς).

Πάντοτε φταίνε οι Άλλοι, όπως μας διδάσκει το Άξιον Εστί, οι κακοί άλλοι, οι εχθροί που έρχονται ντυμένοι φίλοι με σκοπό να μας υπονομεύσουν και το θεσμικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι συνέπεια όχι της δικής μας αδυναμίας αλλά των «πιεστικών μορφών του εισηγμένου εξ Εσπερίας βίου» (όπως σημείωνε ο Ράμφος). Και κατά τα άλλα κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι είναι οι δυτικοί αυτοί που μας έμαθαν όχι μόνο να μελετάμε το ίδιο το «δικό μας» παρελθόν (καθώς όχι μόνον όλοι οι μεγάλοι ελληνιστές αλλά ακόμη κι οι βυζαντινολόγοι υπήρξαν Δυτικοί!) αλλά και μας παρείχαν τα ιδεολογικά εργαλεία δημιουργίας αυτού του εθνορομαντικού ναρκισσισμού με τον θεμελιώδη του αντιδυτικισμό (αρκεί να κοιτάξουμε την κριτική των γερμανών Ρομαντικών στη Γαλλία ως πατρίδα του επάρατου Διαφωτισμού).

Όπως δείχνει και το παράθεμα του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο που παραθέτουμε στην αρχή αυτής της ενότητας, δεν πρόκειται εδώ για κάποια νεοελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά για πάγιο χαρακτηριστικό πλήθους μη δυτικών κοινωνιών ή κοινωνιών της δυτικής περιφέρειας, οι οποίες αντιλαμβάνονται πως αδυνατούν είτε να ανταγωνιστούν τη Δύση είτε, σε άλλες περιπτώσεις, να της αντισταθούν με αξιώσεις. Η κριτική του Ντοστογιέφσκι στην «άθεη» και «υλιστική» Δύση και η συνακόλουθη -και παραληρηματική- εξύμνηση της ρωσικής «πνευματικότητας», από τις οποίες τόσο εμπνέονται πολλοί ελληνορθόδοξοι, συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ως πιο ορθολογιστής, ο Ουναμούνο είχε προσπαθήσει να εκλογικεύσει αυτή την υπαρξιακή στάση, επιστρέφοντας στην περσόνα του Δον Κιχώτη: από εκεί που, κατά την «εκσυγχρονιστική» του νεότητα ο ισπανός συγγραφέας θεωρούσε τον ήρωα του Θερβάντες χαρακτηριστικό σύμβολο των ισπανικών αρτηριοτηκοσκληρωτικών συνδρόμων και της αδυναμίας εκσυγχρονισμού της χώρας, κατά την ωριμότητά του έφτασε να τον ανάγει σε πολιτιστικό σύμβολο. Ερμήνευσε αυτήν την αδυναμία εκσυγχρονισμού και «εξευρωπαϊσμού» ως «αγνότητα», ως ένα είδος προστατευτικής ανικανότητας που μας κρατά αμόλυντους από τον Διαφωτισμό.

Μπορεί όμως να πάει μπροστά ένα έθνος που έχει ως καμάρι του το γεγονός πως μπορεί να πάσχει συνεχώς, ν’ αντέχει τα χτυπήματα που δε σταματούν ποτέ, όπως οι περίφημες γάτες του Άι Νικόλα απ’ το ομώνυμο -τελευταίο- ποίημα του Σεφέρη κι όπως ο Λευτέρης απ’ το Άξιον Εστί που ‘ναι «σα να ‘χει πάρει επάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης»; Προφανώς και όχι, καθώς σε αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εκφράζονται τα ενοχικά σύνδρομα και η ταυτοτική περιδίνηση των δυτικοθρεμμένων αντιδυτικιστών διανοούμενων. Ο λαός μπορεί να μην τα πήρε όλα αυτά ποτέ τόσο στα σοβαρά, ωστόσο βολεύεται με αυτά τα σχήματα για ν’ αποποιείται των ευθυνών του, βαυκαλιζόμενος, παράλληλα, με τον παιδικό νακρισσισμό της «ελληνικής ψυχής» και του περίφημου «τράχηλού» μας που ζυγό δεν υπομένει, αλλά δε μας έχει αποτρέψει κιόλας από το να είμαστε, από τον 13ο αιώνα κι εδώθε, αιώνιοι καρπαζοεισπράκτορες. Επηρεάζεται, λοιπόν ο λαός, έστω κι αν δεν είναι τόσο αφελής όσο είναι συχνά οι διανοούμενοι, καθώς ανάλογη είναι, όπως είδαμε, η λογική πίσω από τη δράση των πιο διαπρύσιων κηρύκων της διατήρησης του στάτους κβο μεταξύ κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα: διότι αυτό το τελευταίο συνιστά την υλική και συμβολική έκφραση ολόκληρου του ιδεολογικού συμπλέγματος που προσπαθούμε να αναλύσουμε.

Μπορεί να εκσυγχρονιστεί η Ορθοδοξία;

α) Υλικοτεχνικός εκσυγχρονισμός και ιερές μπίζνες

Φυσικά η Ορθοδοξία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο αυτής της ιδεολογίας και κοινωνικής λογικής. Απορίας άξιον είναι το πώς ορισμένοι, τόσο από το «εκσυγχρονιστικό» όσο και από το «αντιεκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο, προτείνουν μετά από όλα αυτά την «αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως καθοριστικού στοιχείου της παράδοσής μας, πάνω στην οποία παράδοση συνολικότερα μπορεί να στηριχθεί ένας αυθεντικός εκσυγχρονισμός μας» ή πιστεύουν πως «όπως διδάσκει ο Οικουμενικός Πατριάρχης από το Φανάρι, η Ορθοδοξία είναι ανοιχτή θρησκεία. Και μπορεί να συμφιλιωθεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις, με τις μεγάλες αξίες του δυτικού ουμανισμού, την οικολογία και τα δικαιώματα του ανθρώπου». (Πραγματική) Ορθοδοξία και (αυθεντικός) εκσυγχρονισμός ή πνευματική ανοιχτότητα είναι έννοιες εγγενώς αντίθετες, ειδικά όταν μιλάμε για μια χώρα όπου το 1988 ρασοφόρες ορδές έκαναν ακόμη ντου σε κινηματογραφικές αίθουσες για να ακυρώσουν την προβολή του Τελευταίου πειρασμού! Ακόμη και ο Πάπας συζητά τη θέσπιση κοινής, για Ορθόδοξους και Καθολικούς, ημερομηνίας για τον εορτασμό του Πάσχα ή την αποδοχή γυναικών ιερομένων στην Καθολική εκκλησία (έστω ως διακονισσών). Στα καθ’ ημάς, αντίθετα, ο Πάπας θεωρείται ακόμη «καταληψίας και αιρεσιάρχης»[14], οι Καθολικοί «παπικοί» σχισματικοί, ενώ ο –ομολογουμένως «εκσυγχρονιστής»- Οικουμενικός Πατριάρχης συναντά -ήδη από την εποχή του Αθηναγόρα- σθεναρή αντίσταση ως προς τα ανοίγματά του προς τους Καθολικούς από μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων και σε καμία περίπτωση μόνο από τους Παλαιοημερολογίτες, παρ’ όλο που, σε μεγάλο βαθμό, τα εν λόγω ανοίγματα υπαγορεύονται από αναγκαιότητες γεωπολιτικής φύσης, εξ αιτίας της επισφαλούς θέσης του Πατριαρχείου στην Τουρκία.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως, εντός της ελληνικής Ορθοδοξίας, παρατηρείται συχνά ένας εντελώς αντιφατικός συνδυασμός καραμπινάτου «εκσυγχρονισμού» σε υλικοτεχνικό επίπεδο, από τη μια μεριά, και διακηρυγμένου νεοσυντηρητισμού, από την άλλη. Αρκεί να σκεφτούμε το «Περιβόλι της Παναγίας», το Άγιον Όρος, που βάδιζε με γοργά βήματα προς την απόλυτη παρακμή κατά τη δεκαετία του ‘60 και τελικά σώθηκε μέσω της εισροής μιας νέας γενιάς μοναχών, με σπουδές και διπλώματα, ικανών οικονομικών διαχειριστών, οι οποίοι το κατέστησαν πρώτο σε απορροφητικότητα ΕΣΠΑ στην Ελλάδα, εμπνεόμενοι, όμως, σε πνευματικό επίπεδο, από ιδεολογίες όπως η νεορθοδοξία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το Βατοπαίδι ίσως να μην υπάρχει: εκεί έχουμε έναν μοναδικό συνδυασμό businessfriendly περιβάλλοντος, θρησκευτικού συντηρητισμού και πολιτικού φιλορωσισμού που απλώς αναπαράγει το γνωστό κυπριακό μοντέλο των (μαφιόζικων, πολύ συχνά) μπίζνες με ελληνορθόδοξο «εποικοδόμημα».

β) Η αναγκαία αυτοκριτική

Από αυτήν την άποψη η ρωσοκυπριακών επιρροών Ορθοδοξία μας θυμίζει την τεράστια γοητεία που ασκούν ο πλούτος και το χρήμα πάνω στο σύγχρονο Ισλάμ, ακόμη και στις πιο συντηρητικές του εκδοχές (όπως φαίνεται, επί παραδείγματι, από τον τρόπο με τον οποίον το Ισλαμικό Κράτος χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα και τη νεοτεχνολογία, γενικότερα), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πόλη της Μέκκας, που έχει μετατραπεί σ’ ένα είδος σαουδαραβικού Λας Βέγκας, με τεράστια κι υπερπολυτελή ξενοδοχεία να περικυκλώνουν το περίφημο τέμενος Μασγίντ αλ-Χαράμ, τον ιερότερο τόπο του Ισλάμ . Αυτή η πλήρης απορρόφηση από τον «κόσμο», στη χειρότερη μάλιστα εκδοχή του, αφαιρεί από την Ορθοδοξία κάθε δείγμα γνήσιας πνευματικότητας κι έτσι σηματοδοτεί τον πραγματικό της θάνατο όχι μόνο ως ζωντανού δόγματος αλλά και ως κοινωνικής δύναμης ή παράδοσης ικανής ν’ ασκεί κάποια ηθική επιρροή. Διότι η προοδευτική εκκοσμίκευση μιας θρησκείας οδηγεί, από ένα σημείο κι έπειτα, σε μια αναγκαστική απώλεια κάθε πνευματικότητας, εφόσον η θρησκεία χάνει τον ακοσμικό και «υπερβατικό» της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε απλό ηθικό αξεσουάρ μιας ζωής ολωσδιόλου κοσμικής (όπως συμβαίνει σήμερα εντός της Δύσης). Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι και το μόνο αρνητικό επακόλουθο της νεωτερικού τύπου εκκοσμίκευσης, καθώς έτσι χάνονται ορισμένα στοιχεία της θρησκείας, τα οποία, εν είδει ηθικών παραινέσεων, έχουν μεγάλη αξία (όπως η αίσθηση των ορίων και του μέτρου, το κήρυγμα υπέρ της ολιγάρκειας, η αναζήτηση μιας υπαρξιακής αυθεντικότητας ή η αγάπη για τη φύση), ειδικά μάλιστα στην περίπτωση της Ορθοδοξίας, η οποία εκφράζει μια λογική που ξεφεύγει τόσο από το τιμωρητικό και αυτοενοχικό πνεύμα του δυτικού χριστιανισμού όσο και από την «ιμπεριαλιστική» και επεκτατική νοοτροπία της Δύσης, η οποία διαποτίζει τόσο τον Καθολικισμό (σε μικρότερο βαθμό) όσο και τον Προτεσταντισμό (σε πολύ μεγαλύτερο). Όμως η σύγχρονη Ορθοδοξία, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ρωσία δείχνει να έχει απεμπολήσει από μόνη της κάθε τέτοιο στοιχείο, προσχωρώντας, αντίθετα στη λατρεία του πλούτου και της δύναμης. Τίποτε δεν έχει πλέον να προσφέρει σε πνευματικό επίπεδο και το μόνο που μας μένει είναι τα κειμήλια του παρελθόντος: η αισθητική ομορφιά της βυζαντινής τέχνης και των εκκλησιαστικών κειμένων. Όπως μας δείχνει όμως το έργο καθ’ όλα άθεων και άθρησκων καλλιτεχνών και στοχαστών που εμπνεύστηκαν από αυτήν, από τον Εμπειρίκο και τον Τσαρούχη ως τον Καρούζο και τον Κώστα Παπαϊωάννου, σε καμία περίπτωση αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για τη διαιώνιση των προνομίων προς το εκκλησιαστικό κατεστημένο και τις ιδεολογικές του παραφυάδες.

Αντί, λοιπόν, οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας να κάθονται και να βαυκαλίζονται με γελοία ζητήματα όπως η διατήρηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία, καλύτερο θα ήταν ν’ ασχοληθούν λιγάκι και με τα του οίκου τους και να σκεφτούν ποιες υπήρξαν οι συνέπειες τόσων αιώνων υποταγής της Εκκλησίας στον «κόσμο» για το ήθος και την ποιότητα των κηρυγμάτων της σε ό,τι αφορά στην πνευματικότητά της. Κι αντί οι διάφοροι Γιανναράδες ν’ αναλίσκονται σε παιδικού τύπου δαιμονοποιήσεις της επάρατης Εσπερίας και των εν Ελλάδι πρακτόρων της –που συνιστούν απλώς μια πιο διανοούμενη εκδοχή των συνωμοσιολογικών σεναρίων που διαβάζουμε στα έντυπα των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων-, καλό θα ήταν να σκεφτούν το παράδειγμα μεγάλων δυτικών χριστιανών στοχαστών όπως π.χ. ο Σέρεν Κίργκεγκωρ και την ανελέητη κριτική τους στην απορρόφηση του χριστιανισμού της εποχής τους από το κράτος και τον «κόσμο», γενικότερα, στη σύμφυρσή του με το κράτος και την πολιτική εξουσία. Τ’ αντιγράφουν που τ’ αντιγράφουν όλα από τους δυτικούς φιλοσόφους –που κατά τα άλλα κατακεραυνώνουν ως πνευματικώς ανάπηρους-, ας προσπαθήσουν, έστω, να εμπνευστούν και από πραγματικά δημιουργικές κριτικές που οι τελευταίοι άσκησαν σε θέματα που άπτονται, τηρουμένων των αναλογιών, της σημερινής κατάστασης της Ορθοδοξίας. Αλλά φυσικά όλα αυτά πρέπει ν’ ακούγονται εντελώς ξένα σ’ όλους αυτούς που έχουν μετατρέψει μια πανανθρώπινη θρησκεία σε ιδεολογία ενός περιούσιου και μαρτυρικού Έθνους, κλείνοντας, ταυτόχρονα, τα μάτια στον πραγματικό ρόλο της ελληνικής Εκκλησίας όχι μόνο μέσα στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, αλλά και σήμερα, κατά την καθημερινή της δράση ως «μαφίας» γραπωμένης από τα προνόμια και τους ποικίλους μηχανισμούς άντλησης κέρδους μέσω αδιαφανών διαδικασιών.

13336145_1156949794385577_301706891241215021_n

[1] «Εντιτόριαλ», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015, σ. 26.

[2] Βλ. π.χ. το κείμενό του, «Η μακάβρια επιστροφή του Νόμου και του Πατέρα», περ. Σημειώσεις, τ. 66, Δεκέμβριος 2007.

[3] Βλ. σχετικά και την ανάλυσή μας στη μπροσούρα μας Με αφορμή τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo. Ένα σχόλιο για το ιστορικό τέλος της Αριστεράς ως χειραφετητικού κινηματος, σσ. 20-24.

[4] Για τις οποίες άχνα δε βγάζουν, φυσικά, οι λαλίστατοι κατά τα άλλα απηνείς διώκτες της Νέας Τάξης που θεωρούν «τις ΜΚΟ» ως ένα είδος πολιορκητικού κριού της τελευταίας στα πλαίσια της προσπάθειάς της να βλάψει τον «ελληνισμό».

[5] Είναι ενδεικτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ορίζεται ως δεύτερος τη τάξει επίσκοπος της χριστιανικής οικουμένης μετά τον Πάπα (δηλαδή τον επίσκοπο Ρώμης) από την οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, το 381 μ.Χ., μόνο και μόνο επειδή ήταν επίσκοπος της «Νέας Ρώμης», μιας πρωτεύουσας που είχε ιδρυθεί άνωθεν πριν πέντε δεκαετίες. Αντίθετα, ιστορικά κέντρα της χριστιανοσύνης της εποχής, όπως η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια ή ακόμη κι η Ρώμη είχαν αποκτήσει τη φήμη τους χάρις στην ιστορική τους παρουσία κι όχι εξαιτίας της προστασίας κάποιου μονάρχη.

[6] Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως τόσο βολικά για την ιδεολογία τους κάνουν οι ελληνορθόδοξοι, νεορθόδοξοι και λοιποί βυζαντινολάτρες, πως μεγάλες φωνές της Ορθόδοξης θεολογίας (όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή ο Μάξιμος ο Ομολογήτής) υπέστησαν εξορίσεις, καταναγκαστικούς εγκλεισμούς σε μοναστήρια και άλλες, πολύ συχνά ιδιαιτέρως βάρβαρες ποινές (ακροτηριασμούς κ.λπ.), επειδή τα κυρήγματά τους ενοχλούσαν την κοσμική εξουσία.

[7] «Ενδιαφέρουσα υπήρξε η εκτενέστατη κριτική του [Αρχιεπισκόπου] προς τον “προτεστάντη” Γκιοργκ Μάουερ, που εισάγοντας το Αυτοκέφαλο το 1833 απέκοψε την Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να εξυπηρετήσει την πολιτική των Δυτικών Δυνάμεων έναντι της Ρωσίας».

[8] Γι’ αυτό το μείζον ζήτημα, επί του οποίου δε μπορούμε εδώ να επεκταθούμε, βλ. το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Π. Ματάλα, Έθνος και ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2003.

[9] Ο οποίος από το 212 μ.Χ., με το περίφημο διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα, αναγνώριζε την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη στο σύνολο των κατοίκων των ρωμαϊκών εδαφών.

[10] Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, σ. 57, 59.

[11] Τόσο λόγω ορισμένων συνηθειών και μοντέλων εξουσίας που επέβαλε ο ίδιος ο Αλέξανδρος όσο και λόγω της αποφασιστικής σημασίας που έπαιξαν τα βασίλεια των επιγόνων του στην εισαγωγή του μοντέλου του ανατολικού δεσποτισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ουσιαστικά αυτό που δεν κατάφεραν οι Πέρσες, με την αποτυχία τους να καταλάβουν την Αρχαία Ελλάδα, το κατάφεραν οι μακεδόνες μονάρχες, οι οποίοι ουσιαστικά κατέκτησαν τεράστιες περιοχές της Μέσης και Άπω Ανατολής όχι για να τις «εξελληνίσουν», όπως βλακωδώς πιστεύουν οι νεοέλληνες εθνικιστές, αλλά, αντίθετα, για να εξανατολίσουν την Ελλάδα, μιμούμενοι τα ανατολικά μοντέλα εξουσίας και διοίκησης.

[12] M. de Unamuno, Περί εξευρωπαϊσμού, μτφρ. Δ. Σαραφείδου, επίμετρο Β. Ιβάνοβιτς, Αθήνα, Ροές, σ. 51.

[13] Ο. Ελύτης, «Τι φταίει για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής;» (1958), Συν τοις άλλοις. 37 συνεντεύξεις του Ο. Ελύτη (1942-1992), Αθήνα, Ύψιλον, 2011, σ. 39, 40.

[14] Κατά την επιστολή με την οποία ο Πειραιώς Σεραφείμ ανακοίνωσε, τον προηγούμενο Μάιο, πως δε θα συμμετάσχει στο «ανόσιο παίγνιο της λεγόμενης» Αγίας και Μεγάλης Ιεράς Συνόδου των Ορθόδοξων Εκκλησιών, την πρώτη μετά το 1053, ακριβώς επειδή δεν προβλέπεται η επίσημη αποκήρυξη του Πάπα κι η αντικατάστασή του από Ορθόδοξο επίσκοπο Ρώμης.

[15] Για να δώσουμε και μια σουρεαλιστική πινελιά σ’ αυτά που λέμε, αρκεί να αναφέρουμε ότι στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Πεμπτουσία, που εκδίδει η μονή, βρίσκουμε αφιερώματα για την ομορφιά παλιών αυτοκινήτων όπως οι Μπέντλεϊ, ή ακόμη και ειδική «εφαρμογή» για σμάρτφοουνς με το όνομα «Βηματάρισσα»!

Posted in Uncategorized | 16 σχόλια

Ορισμένες παρατηρήσεις περί Αριστεράς, θρησκείας και εκκοσμίκευσης με αφορμή το μπουρκίνι

 

      Ο ντόρος που προκλήθηκε στη Γαλλία –αλλά και εκτός αυτής, σε δημοσιογραφικό και ιδεολογικό επίπεδο- με το περίφημο μπουρκίνι δείχνει -σε ό,τι μας αφορά- για ακόμη μια φορά το απογοητευτικό ιδεολογικό επίπεδο της σύγχρονης μεταμοντέρνας, «αντιρατσιστικής» και ως εκ τούτου πολιτιστικά φιλελεύθερης Αριστεράς, όπως επίσης βέβαια και των αναρχικών που, ως προς αυτό το πλέγμα ζητημάτων (αντιρατσισμός, στάση απέναντι στις μειονότητες και την «πολιτιστική διαφορά» κ.λπ.), συνιστούν ουρά της. Στην περίπτωση της άχρηστης και κωμικής απαγόρευσης του γελοίου αυτού ενδύματος φανερώνονται όλα τα προβληματικά στοιχεία της ιδεολογίας της δεκαετίας του ’60, τούτου του πανεπιστημιακού και νεολαιίστικου «μαρξισμού» που αντικατέστησε τον ομόλογό του τού εργατικού κινήματος, και μάλιστα στην πιο κωμική τους εκδοχή: αδυναμία στοιχειώδους κοινωνικής ανάλυσης και, ως εκ τούτου, εκτίμησης της εκάστοτε συγκυρίας και κατανόησης της σημασίας της, άκρατος αντιδυτικισμός, αφελής φιλοεξωτισμός, ρατσιστοφοβία, θυματική αντίληψη περί των μη δυτικών λαών, άκριτη αποθέωση της πολυπολιτισμικότητας, ατομοκεντρική αντίληψη περί ελευθερίας κ.ο.κ. Αν για μια ακόμη φορά τοποθετούμαστε κριτικά πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι γιατί διαπιστώνουμε πόσο αποκομμένοι βρίσκονται από την πραγματικότητα οι πολιτικοί χώροι που υποτίθεται πως είναι φορείς διαύγειας και κριτικού πνεύματος, εμπνεόμενοι από το περίφημο σύνθημα «η αλήθεια είναι επαναστατική».

      Η υπόθεση μπουρκίνι συνιστά κομμάτι του ευρύτερου ζητήματος των σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και τον μουσουλμανικό κόσμο. Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε επανειλημμένως σχολιάσει αυτήν την προβληματική κατάσταση, ειδικά από την άποψη της αδυναμίας Αριστεράς και αναρχικών να τοποθετηθούν με στοιχειώδη σοβαρότητα απέναντι στα θεμελιώδη ερωτήματα που ανακινεί ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται σήμερα οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις δύο πολιτιστικές παραδόσεις. Όπως συμβαίνει κατά κανόνα όταν μιλάμε για αριστερό και αναρχικό σχολιασμό πτυχών του συγκεκριμένου ζητήματος, έτσι κι εδώ, άτομα τα οποία ουδέποτε έχουν έρθει σε επαφή με μουσουλμάνους και μουσουλμάνες ως φίλοι ή φίλες, εραστές ή ερωμένες (έστω με άτομα που προέρχονται από μουσουλμανικές κοινωνίες δίχως να ‘ναι θρησκευόμενα, πράγμα πολύ πιο εφικτό ως προς το δεύτερο σκέλος του σεναρίου!), ώστε να γνωρίσουν καλύτερα τι συμβαίνει μέσα στις μουσουλμανικές κοινότητες, βγαίνουν και τοποθετούνται με βαρύγδουπες μάλιστα εκφράσεις, πλήρεις βεβαιότητας, για καταστάσεις των οποίων γενικά αγνοούν βασικές παραμέτρους (θυμίζοντάς μας την αγανάκτηση του Ηλία Πετρόπουλου με τις συνήθειες των ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού). Κλεισμένοι κατά κανόνα στ’ αριστεροφοιτητικά τους γκέτο, οι έλληνες αριστεροί και αναρχικοί που ζουν στη Γαλλία, αν δε μεταφέρουν αυτούσια τη γραμμή των οικείων τους γαλλικών πολιτικών οργανώσεων, απλώς αναπαράγουν όσα διαβάζουν στη Libération, το Mediapart κι όλα τα υπόλοιπα φερέφωνα της καθεστυκίας και πολιτιστικά φιλελεύθερης γαλλικής Αριστεράς των παρισινών σαλονιών. Επόμενο είναι, λοιπόν, να διαδίδουν μια σειρά μύθων τους οποίους αναπαράγουν άθελά τους ακόμη και μετρημένες και «τίμιες» αναλύσεις.

«Θεσμικός ρατσισμός» ενάντια στους μουσουλμάνους;

Οι αντιδράσεις κατά της απαγόρευσης των ολόσωμων μαγιώ είχαν ένα καλό και ένα κακό. Το καλό είναι ότι έδειξαν το πραγματικό περιεχόμενό της: θεσμικός ρατσισμός, με τα όλα του. Το κακό είναι ότι άργησαν. Έπρεπε, άραγε, να κυκλοφορήσει η φωτογραφία με τους γάλλους μπάτσους που «γδύνουν» (και κόβουν πρόστιμο σε) μια μουσουλμάνα σε κάποια αμμουδιά για να υπάρξει μια κάποια κατακραυγή; Δεν ήταν αρκετές από μόνες τους οι ρατσιστικές αποφάσεις;

Sarajevomag.gr,

27/8/2016

      Διότι, κατά τα άλλα, οι πιο βαρβάτα ιδεολογικές αναλύσεις βαδίζουν σταθερά προς το παραλήρημα. Η εικόνα που αποκομίζει κανείς είναι πως η Γαλλία είναι μια χώρα βαθειά ρατσιστική που δεν ασχολείται με άλλο πράγμα πέραν του στιγματισμού, της περιθωριοποίησης και του εξευτελισμού των μουσουλμάνων της πολιτών. Οι βαθειές αλλαγές που γνώρισε η χώρα μετά τη δεκαετία του ’60 δε φαίνεται να μετρούν διόλου γι’ αυτούς τους ιδεολόγους κι έτσι η Γαλλία συνεχίζει να θεωρείται αποικιακή δύναμη, με τη μόνη διαφορά πως πλέον εφαρμόζει τις αποικιοκρατικές της μεθόδους στο εσωτερικό της: εις βάρος όλων αυτών των πολιτών των πρώην αποικιών της που συρρέουν –σε πείσμα της καταπίεσης και των εξευτελισμών- στη ρατσιστική μητρόπολη. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, η απόφαση 30, δημάρχων (ανάμεσα στους περίπου 800 παράκτιους δημους της χώρας) να απαγορεύσουν το μπουρκίνι στις παραλίες των πόλεών τους πήρε χαρακτήρα συμβολικό, δηλωτικό των πραγματικών προθέσεων του καθεστώτος.

      Φυσικά σχεδόν όλοι οι εν λόγω δήμαρχοι είναι δεξιοί, μιας και το ανατολικό κομμάτι του γαλλικού Νότου (από τη Μασσαλία ως τη Νίκαια) είναι παραδοσιακά δεξιό ή ακόμη και ακροδεξιό (όπως στο Βαρ, γύρω απ’ την Τουλόν), ενώ και η Κορσική -το μόνο μέρος ίσως της Γαλλίας όπου υπάρχουν ακόμη πραγματικοί Καθολικοί-, πάντοτε επιδείκνυε μια σχετική αλλεργία απέναντι στο Ισλάμ. Χαρακτηριστικό δείγμα του αμετροεπούς τρόπου με τον οποίο αναλύει και σκέφτεται η Αριστερά πλέον τον κόσμο, είναι το γεγονός ότι πριν αλέκτωρ λαλήσει τρείς, έσπευσε να αναγνωρίσει στα 32 περιστατικά επιβολής προστίμου ή εξαναγκασμού αφαίρεσης του μπουρκίνι που σημειώθηκαν στις γαλλικές παραλίες -μέχρι τελικά να αρθεί η απαγόρευση μετά από απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας- το στυγνό πρόσωπο κάποιας δήθεν προϊούσας ολοκληρωτικής απειλής. Μιας αντίδρασης γελοιωδώς πανομοιότυπης είχαμε γίνει μάρτυρες λίγους μήνες πριν, κατά την περίφημη κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά το λουτρό αίματος στο Μπατακλάν τον περασμένο Νοέμβρη, όπου οδηγούμασταν, τότε, σε επιβολή στρατιωτικού νόμου και δικτατορία! Εξέλιξη που έδενε άψογα, εξάλλου, με τις λογιών θεωρίες συνομωσίας που θέλαν το γαλλικό κράτος να βρίσκεται πίσω απ’ τις επιθέσεις, ώστε να επιβάλλει, πατώντας πάνω στον φόβο και την ανασφάλεια των πολιτών, τα καταχθόνια σχέδιά του. Κατ’ ειρωνεία της τύχης, και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο το γαλλικό κράτος αποδείχτηκε αντιαυταρχικότερο των κινημάτων, καθώς βρέθηκε το ίδιο να μπλοκάρει τις τάσεις αυτές κι ενώ η λαϊκή αντίδραση ήταν μηδαμινή[1].

      Άλλωστε το γεγονός πως όλη αυτή η αντιμπουρκινική κινητοποίηση του γαλλικού κράτους κρίνεται ορθά ως υπερβολική, αποδεικνύει κάτι βασικό: ότι η γαλλική κοινωνία έχει επιδείξει αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα τον τελευταίο χρόνο, καθώς, ενώ έχει επανειλημμένως πληγεί και με πολύ θεαματικό τρόπο μάλιστα, ουδέποτε στράφηκε ενάντια σε όσους ενδεχομένως να υποστήριζαν αυτές τις επιθέσεις –εναντίον όσων, εν πάση περιπτώσει, ποτέ ως τώρα δε βγήκαν να τις καταδικάσουν μαζικά: εναντίον, δηλαδή, των γάλλων μουσουλμάνων. Τι έχει όμως να πει γι’ αυτό η Αριστερά, που για δεκαετίες βαυκαλίζεται με τις θεωρίες της περί της «ρατσιστικής και ισλαμοφοβικής Γαλλίας», περί του «ρατσιστικού γαλλικού κράτους»; Στοιχειώδης θεωρητική συνοχή θα επέτασσε εν προκειμένω –αν πιστεύουμε σ’ αυτά τα ιδεολογήματα- σύνταξη με το γαλλικό κράτος, στα πλαίσια μιας έσχατης προσπάθειας προστασίας των (πολύ) πιθανών θυμάτων ισλαμοφοβικών επιθέσεων –άλλωστε αυτό υπήρξε το ρητό σκεπτικό ορισμένων δημάρχων, όπως ο σοσιαλιστής Ange-Pierre Vivoni στη Μπαστιά της Κορσικής, μετά από ένα περιστατικό που σημειώθηκε σε πλαζ της περιοχής (βλ. παρακάτω): «Δεν είμαι σε καμία περίπτωση ρατσιστής. Αντιθέτως, θέλω να προστατέψω τους δημότες μου και ιδιαίτερα τους μουσουλμάνους δημότες μου, καθώς πιστεύω πως είναι τα πρώτα θύματα αυτών των εξτρεμιστικών προκλήσεων». Ανάλογο ήταν και το σκεπτικό του δημάρχου των Κανών: σε μια εποχή με νωπά ακόμα τα τζιχαντιστικά χτυπήματα σε Νίκαια και Σεντ Ετιέν ντι Ριβρέ, το να εμφανίζεται μια γυναίκα στην παραλία –εκεί δηλαδή όπου όλοι κυκλοφορούν απλώς με το μαγιώ τους- μ’ ένα ένδυμα τόσο επειδικτικά δηλωτικό της πίστης στον Αλλάχ, θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως πρόκληση, θέτοντας κίνδυνο συγκρούσεων και άσκησης βίας.

      Σε κάθε περίπτωση, αν δει κανείς τα πράγματα από τη σκοπιά της διατήρησης της δημόσιας τάξης και υπό το φως του περίφημου περιστατικού στη Μπαστιά που πέρασε απαρατήρητο στα καθ’ ημάς, η απόφαση αυτή εντάσσεται στα διάφορα μέτρα που κατά καιρούς λαμβάνουν οι δήμοι ή οι κυβερνήσεις με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και συγκρούσεων σε περιόδους έντασης (όπως συνέβη, π.χ., αμέσως μετά το αποτυχημένο τουρκικό πραξικόπημα, όταν στη Γερμανία απαγορεύτηκε η δημόσια αναμετάδοση μηνύματος του Ερντογάν, κατά τις σχετικές φιλοερντογανικές και αντιερντογανικές διαδηλώσεις, προκειμένου να μη δυναμιτιστεί το κλίμα)[2]. Σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν εκφράζει τάσεις διωγμού των μουσουλμάνων γυναικών. Στο πιο «ακραίο» σενάριο της υπόθεσης, δείχνει την προσπάθεια ορισμένων –απεγνωσμένων, αν σκεφτούμε και τον υπό γενική ανυποληψία Σαρκοζί!- κύκλων της Δεξιάς να τρίξουν τα δόντια στους πιο συντηρητικούς και φανατικούς εκ των μουσουλμάνων μέσω της δόλιας πολιτικής χρήσης νομικά και συνταγματικά έγκυρων μέσων που προβλέπονται όμως για ειδικές περιπτώσεις (γι’ αυτό και ένα τοπικό δικαστήριο είχε αρχικά επικυρώσει τη σχετική απαγόρευση). Εν τέλει, το Συμβούλιο της Επικρατείας της χώρας έκρινε τη λήψη τούτων των μέτρων στη συγκεκριμένη περίσταση αντισυνταγματική, διευθετώντας το ζήτημα. Κι όπως και στην περίπτωση της αποτυχίας του Ολάντ να εντάξει στο Σύνταγμα την επ’ αόριστον κηρυξη της χώρας σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, έτσι κι εδώ μας έμεινε στο ράφι η ρητορική περί «φασισμού», «θεσμικού ρατσισμού», «στοχοποίησης του εσωτερικού εχθρού» και πάει λέγοντας.

            Η τακτική του Ισλαμικού Κράτους και η αβουλία των μουσουλμάνων

            Όπως έχει δηλώσει ρητά το ΙΚ, η στραγητική που ακολουθεί έχει στόχο να εξοργίσει τους ιθαγενείς δυτικούς πληθυσμούς και να τους στρέψει ενάντια στους μουσουλμάνους συμπολίτες τους, με σκοπό οι τελευταίοι ν’ αναγκαστούν να «ριζοσπαστικοποιηθούν» ως απάντηση στις ρατσιστικές επιθέσεις των δυτικών, απορρίπτοντας τη Δύση και στρατευόμενοι στις τάξεις της οργάνωσης. Το σχέδιο όμως δε λειτουργεί, καθώς οι δυτικές κοινωνίες –και πρώτη και καλύτερη η Γαλλία- έχουν δείξει αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, μιας και πουθενά δεν έχουν παρατηρηθεί μαζικές ρατσιστικές ή ισλαμοφοβικές επιθέσεις, πογκρόμ κ.ο.κ. Στην πιο ακραία περίπτωση, έχουμε απλώς τη διοργάνωση αντιμουσουλμανικών διαδηλώσεων, όπως συμβαίνει στη Γερμανία με το PEGIDA. Καμία όμως άσκηση μαζικής και «κινηματικής» βίας από όχλους ισλαμοφοβικών εθνικιστών στην καθημερινότητα.

            Οι μουσουλμάνοι όμως ελάχιστα δείχνουν να το λαμβάνουν υπόψη τους. Κρύβονται πίσω από το σόφισμα ότι οι τρομοκράτες «δεν είναι πραγματικοί μουσουλμάνοι» προκειμένου ν’ αποφύγουν κάθε διαδικασία διερώτησης πάνω στις πιθανές σχέσεις της πίστης τους με τον τζιχαντισμό. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δε νιώθουν την παραμικρή ανάγκη να βγουν και να καταδικάσουν μαζικά και απερίφραστα αυτές τις επιθέσεις –η μόνη περίπτωση όπου παρατηρήθηκε κάποια δημόσια καταγγελία από πλευράς μουσουλμάνων ήταν μια πορεία μνήμης για τον νεκρό αστυνομικό της Μανιανβίλ του Ιλ ντε Φρανς, τον περασμένο Ιούνιο στη διπλανή Μαντ Λα Ζολί (όχι ιδιαίτερα μεγάλη κι όπου δε συμμετείχε ιδιαίτερα η νεολαία –φαινόμενο που είχε παρατηρηθεί και στις πανγαλλικές πορείες που ακολούθησαν την επίθεση στο Σαρλί Εμπντό) και η συμμετοχή σε μια κοινή λειτουργία στη μνήμη του πατέρα Ζακ Αμέλ που δολοφονήθηκε στο Σεντ Ετιέν ντι Ριβρέ, κοντά στη Ρουέν, τον προηγούμενο Ιούλιο. Η τρανταχτή απουσία πλατιών διεργασιών στα πλαίσια της μουσουλμανικής κοινότητας σχετικά με το πιθανό περιεχόμενο και την ουσία ενός γαλλικού ή ευρύτερα ευρωπαϊκού Ισλάμ και τις διαφορές σε δογματικό και ευρύτερο θεολογικό επίπεδο από αυτό που ευαγγελίζεται το Χαλιφάτο, τόσο στην κλίμακα των κοινών πιστών, όσο και σε επίπεδο ηγεσίας, αποτελεί εξάλλου ένα θεμελιώδες πρόβλημα στο πλαίσιο αυτό, μαρτυρώντας κατά τη γνώμη μας την αμφιθυμία του μουσουλμανικού κόσμου μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις.

            Δυστυχώς την ίδια στάση φαίνεται να κρατούν κι οι δυτικοί αριστεροί και αναρχικοί που δε βλέπουν κάτι το περίεργο στο γεγονός πως μια μουσουλμάνα μπορεί να πάει για μπάνιο με μπουρκίνι στην κεντρική πλαζ της Νίκαιας, λίγα μέτρα μόνο μακρυά από την περίφημη Προμενάντ ντεζ Ανγκλέ όπου ο Μοαμέντ Μπουλέλ σκότωσε 86 άτομα και τραυμάτισε άλλα 434 στο όνομα του Αλλάχ, κατά την επέτειο της Πτώσης της Βαστίλλης. Δε δικαιολογούμε, προφανώς, σε καμία περίπτωση τους ιθαγενείς γάλλους λουόμενους που λέγεται ότι επιτέθηκαν φραστικά σε ορισμένες μπουρκινοφορούσες στην εν λόγω παραλία, αλλά, από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να είναι κανείς εντελώς αυτιστικός για να καμώνεται πως τέτοια φαινόμενα δεν είναι αρκετά πιθανό να συμβούν σε μια τέτοια συγκυρία και πως, στην πραγματικότητα, αν δεν βρισκόμασταν στη Γαλλία αλλά στην Ουγγαρία (για ν’ αναφέρουμε ένα τυχαίο παράδειγμα), οι γυναίκες αυτές δε θα είχαν φύγει αρτιμελείς από την παραλία. Βέβαια, αν θέλουμε ν’ αποδείξουμε ντε και σώνει πως η δυτική Ευρώπη και δη η πρώην αποικιοκρατική Γαλλία συνιστούν προπύργια ρατσισμού, τότε όλα αυτά πρέπει να παραβλεφθούν.

            Όπως επίσης θα πρέπει να παραβλεφθεί και η κοινή λογική –η «κοινή ευπρέπεια» (common decency) του Τζωρτζ Όργουελ- που ορίζει ότι στοιχειώδης σεβασμός απέναντι στα θύματα των επιθέσεων της τελευταίας διετίας στη Γαλλία θα επέβαλλε σε αυτές τις γυναίκες είτε να μη φορέσουν το μπουρκίνι τους στο συγκεκριμένο σημείο είτε να πάνε για μπάνιο σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης. Πρόκειται για την ίδια λογική που ορίζει ότι οι αστυνομικοί του ΑΤ Εξαρχείων δε μπορούν να πάνε για μπύρες στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, δίπλα στην πλακέτα μνήμης του Α. Γρηγορόπουλου ή ότι ένας δεδηλωμένος ακροδεξιός, δε μπορεί πάει για καφέ στην καφετέρεια όπου καθόταν ο Παύλος Φύσσας με την κοπέλα του πριν δολοφονηθεί, φορώντας, μάλιστα, κάποια εθνοπατριωτικού περιεχομένου μπλούζα –έστω κι αν δεν είναι μέλος της Χρυσής Αυγής ή υποστηρικτής τέτοιων δολοφονικών ενεργειών. Απλά πράγματα. Το ότι Αριστερά και αναρχικοί –υποκρίνονται πως- δεν το αντιλαμβάνονται, δείχνει πως, προκειμένου να δικαιώσουν τις ιδεολογικές τους εμμονές, δε διστάζουν να καταφύγουν σ’ έναν ηθικά ουδέτερο –και στην πραγματικότητα μικροπρεπή- νομικισμό («καθένας έχει νομικά κατοχυρωμένο το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης»), παρά τις γενικές τους κορώνες ενάντια στους νόμους και τα συντάγματα που δεν είναι –σύμφωνα με τη θεωρία τους- παρά «εργαλεία στα χέρια της άρχουσας τάξης» και «προκάλυμμα της βούλησης των Κυριάρχων».

             Ο δημοκρατικός ρεπουμπλικανισμός

            Το έθνος, ως χαρακτηριστική πολιτική έκφραση της (δυτικής) νεωτερικότητας ενσαρκώνει μια βαθιά βλέψη αυτοκυβέρνησης της κοινωνίας, μιας και, όπως αναδύεται κατά τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα σε Αγγλία, ΗΠΑ και Γαλλία, συνιστά την προσπάθεια οργάνωσης μιας χώρας σε αυτοκυβερνώμενη πολιτική κοινότητα η οποία περιορίζει την αυθαιρεσία της βασιλικής εξουσίας ή και εκδιώκει πλήρως έναν απόλυτο μονάρχη που δεν έχει εκλεγεί από την ίδια (ένα από τα πρώτα μέτρα της Γαλλικής Επανάστασης, πριν ακόμη την καθαίρεση του Λουβοδίκου 16ου ήταν η αλλαγή του τίτλου του από «Βασιλιάς της Γαλλίας» σε «Βασιλιάς των Γάλλων»). Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, κάθε πολίτης συμμετέχει ενεργά στη ζωή του έθνους μιας και αναγνωρίζει ρητά και συνειδητά τον εαυτό του ως μέλος της μεγάλης πολιτικής κοινότητας που εκφράζεται διά των υφιστάμενων πολιτικών θεσμών κι όχι πλέον ως κάτοικο μιας τυχαίας εδαφικής επικράτειας ή απρόσωπης κρατικής οντότητας. Υπό αυτήν την έννοια, το έθνος-κράτος συνιστά τεράστια εξέλιξη σε σχέση με το μοντέλο του πολυεθνικού-αυτοκρατορικού κράτους εντός του οποίου ένας απόλυτος Άρχοντας κυριαρχεί επί μιας πανσπερμίας φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών των οποίων τα μέλη δεν έχουν τίποτε να τα συνέχει πέραν του αυταρχικού κράτους του Αυτοκράτορα, ζώντας σε ένα καθεστώς «συλλογικού ατομικισμού» (όπως έλεγε ο Τοκβίλ για τις διάφορες συντεχνίες υπό το γαλλικό Παλαιό Καθεστώς) που μας θυμίζει τη σημερινή κοινωνία των λόμπι.

            Συνιστά, αντίθετα, βασικό στοιχείο της δημοκρατικής επανάστασης η υπέρβαση κάθε τοπικισμού με σκοπό τη σύσταση μιας πολιτικής κοινότητας που βασίζεται σε κοινές αξίες και βλέψεις: «δηλώνουμε επίσημα ότι μη όντας ούτε Βρετόνοι ούτε Ανδεγανοί, αλλά Γάλλοι και πολίτες της ίδιας επικράτειας, παραιτούμαστε από όλα τα τοπικά και ειδικά προνόμιά μας, και τα απαρνούμαστε ως αντισυνταγματικά. Θεωρούμε τον εαυτό μας ευτυχή και περήφανο που είμαστε ελεύθεροι»[3] τόνιζαν το 1790, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, οι ομόσπονδοι της Βρετάνης και του Ανζού, αποποιούμενοι των τοπικών προνομίων που τους αναγνώριζε ως τότε ο Βασιλιάς, ως αποτέλεσμα των παλιών φεουδαλικών –δηλαδή τοπικιστικών- παραδόσεων. Γάλλος, υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι αυτός που τρώει καμαμπέρ και φουά γκρα, πίνοντας κόκκινο κρασί, αλλά εκείνος που συντάσσεται με κάποιες βασικές πολιτειακές αρχές όπως, λ.χ., ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Δεδομένου ότι μιλάμε πλέον για πολυθρησκευτικές κοινωνίες, ποιο είναι το αντίστοιχο τούτης της εθελούσιας αποποίησης ενός κομματιού της πολιτιστικής ή τοπικής μας ιδιαίτερης ταυτότητας σε θρησκευτικό επίπεδο; Μα φυσικά η επιβολή ενός κοσμικού καθεστώτος, κατά το οποίο οι πολιτικοί θεσμοί είναι θρησκευτικά ουδέτεροι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στη Γαλλία η κοσμικότητα επιβάλλεται για πρώτη φορά από την Κομούνα των Παρισίων, το 1871, με στόχο να χτυπήσει την επιρροή της Καθολικής εκκλησίας.

            Στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής η διασφάλιση της κοσμικότητας είναι προτεραιότητα βαρύτερη από τον άκριτο σεβασμό της απρόσκοπτης έκφρασης της θρησκευτικής συνείδησης του καθενός ή των ατομικών δικαιωμάτων στην ελεύθερη μετακίνηση και στην προσωπική ελευθερία[4]. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια τόσο θεμελιώδης αξία της δημοκρατικής πολιτείας χρειάζεται το άτομο να επιβάλει ορισμένους περιορισμούς στα δικαιώματά του. Αυτή είναι η βασική αρχή της δημοκρατίας που τη διακρίνει από τον φιλελεύθερισμό, ο οποίος θεωρεί το άτομο βάση της κοινωνίας, τόσο από άποψη κοινωνιολογική όσο και από άποψη πολιτική κι έτσι δε μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την ύπαρξη παραχωρήσεων από πλευράς ατόμου. Θεμέλιο της δημοκρατίας, αντίθετα, δεν είναι ο απόλυτος και ιερός χαρακτήρας των ατομικών δικαιωμάτων αλλά η εξασφάλιση του δημόσιου αγαθού. Πράγμα που συνεπάγεται πως εντός της δημοκρατίας τα άτομα είναι πολίτες κι όχι ιδιώτες (για να θυμηθούμε τη θεμελιώδη διάκριση του Ρουσώ), δηλαδή εγωιστικά άτομα που προβάλλουν την υπεράσπιση της ατομικότητάς τους έναντι κάθε προσπάθειας διασφάλισης ευρύτερων συλλογικών αξιών ζωτικών για τη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας. Το δημοκρατικό άτομο είναι φορέας όχι μόνο αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων απέναντι στην κοινότητα και τους συμπολίτες του. Και σε περιπτώσεις πολυθρησκευτικών κοινωνιών βασική υποχρέωση είναι ένας στοιχειώδης αυτοπεριορισμός σε ό,τι αφορά στην επιδεικτική διατράνωση της θρησκευτικής μας πίστης[5]. Η γαλλική κοινωνία (με τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και στη συνέχεια την περιπετειώδη μοίρα του Εδίκτου της Νάντης) έμαθε πως ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η ειρηνική συμβίωση εντός μιας πολυθρησκευτικής κοινωνίας είναι να απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η θρησκεία από τη δημόσια σφαίρα. Όλα αυτά βέβαια φαντάζουν μάλλον ως «φασιστικά» στη σύγχρονη, μεταμοντέρνα και πολιτιστικά φιλελεύθερη Αριστερά (και τους ιδεολογικούς της ακολούθους, τους αναρχικούς) και γι’ αυτό διόλου τυχαίο δεν είναι που εν προκειμένω οι θέσεις της ταυτίζονται μ’ εκείνες της πολιτικά ουδέτερης και «ανθρωπινοδικαιωματικής» προσέγγισης της Διεθνούς Αμνηστίας.

            Η έμπρακτη πολιτιστική κριτική

            Το μέτρο της απαγόρευσης των θρησκευτικών συμβόλων κάθε είδους μέσα στα σχολεία μακράν του ν’ αποτελεί παράγοντα θρησκευτικής καταπίεσης συνιστά, αντιθέτως, μέτρο που απορρέει από αυτές τις αρχές κι έχει σκοπό να μάθει στα παιδιά τι σημαίνει θρησκευτική ουδετερότητα του πολιτεύματος. Δε νομίζουμε ότι έχουν σταματήσει οι νεαρές μουσουλμάνες να πηγαίνουν σχολείο επειδή αναγκάζονται, κατά τις ώρες που παραμένουν εντός του σχολείου, ν’ αφαιρούν τη μαντήλα τους (το λεγόμενο χιτζάμπ), τα γάντια τους και το νικάμπ τους (που καλύπτει το πρόσωπο) ή –συχνότερα- το κομμάτι τoυ τζιλμπάμπ που καλύπτει το κεφάλι τους. Ίσα ίσα μάλιστα: υπό μια έννοια αυτή η κατάσταση τους επιτρέπει ν’ απομυθοποιήσουν τη θρησκευτικά επιβαλλόμενη ανάγκη να εξαρτούν το πρόσημο της ηθικής τους υποστάθμης, ως προσωπικοτήτων, από την τήρηση ενός ηλίθιου εθίμου. Όποιος έχει συζητήσει με μαντηλοφορούσες ή ακόμη και μπουρκοφορούσες μαθήτριες στα περίφημη «προάστια» των γαλλικών πόλεων θα διαπιστώσει ότι δε νιώθουν δα και ακρωτηριασμένες όταν βγάζουν τη μαντήλα τους. Μεγαλύτερη σημασία δίνουν στην κατάσταση αυτή οι αριστεροί κι αναρχικοί αντιρατσιστές κι οι φεμινίστριες παρά οι ίδιες.

           Αυτό που έχει εκεί σημασία δεν είναι ν’ αναμασάς φεμινιστικά τσιτάτα περί «αυτοκαθορισμού του σώματός μας», καθώς αυτά, όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα πραγματικότητα –μιας και διόλου η γαλλική κοινωνία δεν καταπιέζει την προσωπική έκφραση τούτων των κοριτσιών, τα οποία μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στην προσωπική τους ζωή, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις χώρες καταγωγής τους∙ όπως θα δούμε παρακάτω, εξάλλου, το πρόβλημα σήμερα έχει να κάνει με το ότι, όλο και περισσότερο, οι κοπέλες αυτές ενδύονται τη μαντήλα από προσωπική επιλογή. Αυτό, αντίθετα, που έχει σημασία είναι η διαρκής προσπάθεια κριτικής στη θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στο Ισλάμ, το οποίο συνιστά και τη μόνη ζωντανή θρησκεία πλέον εντός του δυτικού κόσμου. Σημαίνει βαθειά και ριζική πολιτιστική κριτική της ισλαμικής ετερονομίας όπως επίσης, βέβαια, και κατάδειξη του βαθύ θεοκρατικού πυρήνα αυτής της θρησκείας και της διαχρονικής απουσίας προσπαθειών εκκοσμίκευσής της, με σκοπό την καταπολέμηση της τάσης του να επιβάλλεται στο σύνολο της καθημερινής ζωής του πιστού και της πιστής. Σημαίνει επίσης ριζική και ανοιχτή κριτική στις σχέσεις καραμπινάτης πατριαρχίας που αυτή η θρησκεία προωθεί, τόσο ανάμεσα στα φύλα όσο και ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Σημαίνει, εν ολίγοις, κατάδειξη της ριζικής ασυμβατότητας αυτής της θρησκείας με κάθε βλέψη ισότητας και ανθρώπινης χειραφέτησης, στο βαθμό που παραμένει ακόμα δόγμα θεοκρατικό, κλειστό στην αμφισβήτιση και την κριτική. Δε μπορεί από τη μια μεριά να πλειοδοτούμε ρητορικώς ενάντια στην Εξουσία και, από την άλλη, να κάνουμε τις κότες μπροστά σε τόσο κραυγαλέες μορφές μοντέλων κυριαρχίας που εντός της Δύσης έχουν ξεπεραστεί εδώ και πολλές δεκαετίες.

      Σε κάθε περίπτωση, η ουσιωδώς φιλελεύθερη και αντιαυταρχική κοσμοαντίληψη της σημερινής Αριστεράς και των αναρχικών τους κάνει ν’ αντιλαμβάνονται οποιονδήποτε περιορισμό της ελευθερίας του ατόμου ως «φασιστικό». Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για απαίτηση εθελούσιας αποποίησης ενός κομματιού της πολιτιστικής μας ταυτότητας προκειμένου να ενταχθούμε σ’ ένα ευρύτερο, κοινά αποδεκτό, αξιακό πλαίσιο. Εκεί η αυτιστική υπεράσπιση της «πολιτιστικής διαφοράς» ορθώνεται ως λάβαρο ενάντια σε κάποια υποτιθέμενη προσπάθεια καθυπόταξης των φτωχών μουσουλμάνων στη «δυτική κυρίαρχη κουλτούρα». Με αυτά τα μυαλά όμως, το μόνο που κάνουν –έστω ασυνείδητα- οι σύντροφοι αναρχοαριστεροί –συνεπικουρούμενοι πολύ συχνά από τις συντρόφισσες φεμινίστριες- είναι να υποβιβάζουν τους μουσουλμάνους και όποια άλλη μειονότητα σε πολίτες β’ κατηγορίας. Από τη στιγμή που δεν τους αναγνωρίζουν τις υποχρεώσεις που είναι ομοούσιες της ιδιότητας του δημοκρατικού πολίτη (ή ακόμα και του πολίτη μιας φιλελεύθερης ολιγαρχίας όπως οι σημερινές), αυτόματα τους κρατούν εκτός δημοκρατικής κοινότητας. Δεν τους θέλουν ενεργούς πολίτες μιας δημοκρατικής πολιτείας, αλλά προστατευόμενα είδη σ’ ένα είδος ανθρωπολογικού ζωολογικού κήπου, αφημένους στα γκέτο τους να χαίρονται την «πολιτιστική διαφορά» τους, αποκομμένοι από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Ενώ κάποτε διεθνισμός σήμαινε την ένωση όλων πάνω από τις φυλετικές, θρησκευτικές και έμφυλες διαφορές μας με σκοπό τον κοινό αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη, σήμερα ως «διεθνισμός» λογίζεται η πολυπολιτισμική προώθηση του συλλογικού αυτισμού της κοινωνίας των λόμπι (και των ζόμπι).

Ισλαμικός επεκτατισμός εν καιρώ ειρήνης

Σήμερα, καθώς το Ισλάμ επεκτείνεται διεθνώς και, με τη δυναμική που του προσδίδουν ο ισλαμισμός και τα πετροδολάρια, κατορθώνει να «εξισλαμίζει» τις κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δομές των χωρών υποδοχής. H προβληματική της μεταρρύθμισής του προκειμένου να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή δεν τίθεται καν. Η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι ακριβώς οι εν λόγω χώρες υποδοχής θα πρέπει να μεταρρυθμιστούν ώστε να προσαρμοστούν στις αξίες και στους κανόνες του Ισλάμ.

 

Μπουαλέμ Σανσάλ

      Το αν, ως αντίσταση απέναντι στις τάσεις που ευνοούν και επικυρώνουν αυτές οι απόψεις, θα φτάσουμε ως του σημείου να ξεπεράσουμε την απλή πολιτιστική κριτική και να περάσουμε στην υπεράσπιση αντίθετης έμπνευσης πολιτικών άνωθεν επιβεβλημένων, από ένα (συνταγματικό μεν και φιλελεύθερο σε γενικές γραμμές) γραφειοκρατικό κράτος, αποτελεί θέμα μεγάλης συζήτησης, μιας και δε ζούμε στη δημοκρατική πολιτεία για την οποία μιλήσαμε παραπάνω (ας σημειωθεί ειρήσθω εν παρόδω, πως κανείς απ’ όσους ασκούν κριτική στην απόφαση απαγόρευσης του μπουρκίνι δε σχολιάζει πως αυτή, με τον κωμικό της χαρακτήρα, γελοιοποίησε τις αξίες της κοσμικότητας, προς μεγάλη ευχαρίστηση των αντιπάλων της). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όμως, ότι αυτή η τάση θα πρέπει να συναντήσει κάποια αντίσταση, διότι, αν αφεθεί όχι μόνο ελεύθερη αλλά κι ευνοούμενη διαρκώς από τους εκάστοτε εγχώριους ιεροκήρυκες της πολυπολιτισμικότητας στο όνομα του «σεβασμού της πολιτιστικής διαφοράς», θα συνεχίζει να επιβάλλεται μέχρι να κυριαρχήσει κατά το δυνατόν τη δημόσια σφαίρα. Έχουμε εδώ να κάνουμε μ’ ένα φαινόμενο που δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε: τη βαθιά επεκτατική φύση του σύγχρονου Ισλάμ, έστω σε επίπεδο «ειρηνικής» επιβολής σε επίπεδο παρουσίας στη δημόσια σφαίρα εντός μη μουσουλμανικών χωρών με σημαντικό ποσοστό μουσουλμάνων πολιτών ή μεταναστών. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό που επιδιώκουν σιωπηλά πλην όμως σταθερά οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας δεν είναι μόνο να επιβάλουν τη δημόσια παρουσία τους με διάφορους τρόπους (με πίεση για περιορισμό της ελευθερίας του λόγου σε ό,τι έχει να κάνει με την κριτική στο Ισλάμ, διατήρηση από πλευράς πιστών πολύ έντονων και επιδεικτικών θρησκευτικών ενδυμάτων που στις υπόλοιπες θρησκείες φορούν στην καλύτερη περίπτωση μόνον οι ιερείς κ.ο.κ.) ούτε απλώς να κερδίσουν δικαιώματα και εγγυήσεις από το κράτος ως ένα ακόμη από τα θρησκευτικά λόμπι της χώρας (όπως οι Καθολικοί ή οι Εβραίοι) –αυτό που επιδιώκουν είναι να επιβάλουν μακροπρόθεσμα τις απόψεις τους εντός τομέων του ίδιου του κράτους, με πολύ χαρακτηριστικό αυτόν της δημόσιας εκπαίδευσης.

      Ας υποθέσουμε, χάριν της κουβέντας, πως πράγματι, η γαλλική δημόσια εκπαίδευση αλλά και η νομοθεσία, γενικότερα, στιγματίζει τους μουσουλμάνους και δη τις γυναίκες («Οι απαγορεύσεις των μπουρκίνι είναι τα τελευταία σε μια σειρά περιοριστικά νομοθετικά μέτρα ενάντια στην πολιτιστική ή θρησκευτική ενδυμασία στη Γαλλία. Το 2004, ο νόμος για τα θρησκευτικά σύμβολα απαγόρευσε κάθε εμφανές θρησκευτικό σύμβολο στα δημόσια σχολεία. Το 2011, ένας νόμος απαγόρευσε την απόκρυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους. Αυτοί οι νόμοι συνιστούν έμμεσα διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμάνων γυναικών» σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, π.χ.)[6]. Αν λοιπόν κάποιος νιώθει πως αποκλείεται, μπορεί να επιλέξει τη λύση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η οποία είναι αρκετά φθηνή και προσιτή στη Γαλλία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα ιδιωτικά σχολεία είναι, στην πλειονότητά τους, θρησκευτικά σχολεία (Καθολικά, εβραϊκά, μουσουλμανικά). Τα ιδρύματα αυτά λαμβάνουν χρηματοδότηση από το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση, που πληρώνουν, μεταξύ άλλων, και τους μισθούς των καθηγητών, αν έχουν υπογράψει σχετικό συμβόλαιο συνεργασίας με το κράτος. Το σύνολο σχεδόν των ιδιωτικών σχολείων στη Γαλλία εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία και το ποσοστό της γαλλικής μαθητιώσας νεολαίας που απευθύνεται στην ιδιωτική εκπαίδευση κυμαίνεται γύρω στο 17% του συνόλου. Η συντριπτική πλειονότητα των ιδιωτικών σχολείων είναι Καθολικά σχολεία (για το 2014 είχαμε 9000 Καθολικά σχολεία –με 2 εκατ. μαθητές- έναντι 280 εβραϊκών –με 30.000 μαθητές- και μόλις 20 μουσουλμανικών -με 2000 μαθητές). Δεδομένου πως από καιρό δεν υπάρχει πλέον πραγματική, κατηχητικού και θεολογικού τύπου Καθολική εκπαίδευση στη Γαλλία, οι περισσότεροι γονείς που εγγράφουν τα παιδιά τους σε Καθολικά σχολεία το κάνουν για εκπαιδευτικούς ή κοινωνικούς κι όχι θρησκευτικούς λόγους (δεν γίνονται συχνές απεργίες, το περιβάλλον είναι πιο αυστηρό και συχνά αστικό κ.λπ.), πράγμα που, αντίθετα, συμβαίνει με τις άλλες δύο κατηγορίες σχολείων[7]. Γιατί όμως υπάρχουν τόσο λίγα μουσουλμανικά σχολεία; Μήπως τελικά οι μουσουλμάνοι μαθητές και γονείς δε νιώθουν τόσο «αποκλεισμένοι»; Προφανώς, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: σε αντίθεση με τους εβραίους γονείς, οι μουσουλμάνοι ομόλογοί τους προτιμούν να κρατήσουν το παιδί τους στη δημόσια εκπαίδευση, πιέζοντας, παράλληλα για την υιοθέτηση φιλικών προς τη θρησκευτική του ταυτότητα πρακτικών (όπως η περίληψη γευμάτων «χαλάλ» ή ο αποκλεισμός του χοιρινού από το μενού των σχολικών καντινών, η ντε φάκτο αναγνώριση του δικαιώματος δικαιολόγησης απουσιών λόγω «θρησκευτικής εορτής» κ.λπ.).

      Η Αριστερά, φυσικά, σιγοντάρει σταθερά αυτή τη στρατηγική υπονόμευσης του κοσμικού κράτους στο όνομα του αντιρατσισμού. Κι έτσι συγκαλύπτει, για παράδειγμα, την προσπάθεια σταδιακής αλλοίωσης του χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης στη Γαλλία, που υπακούει σε μια πιο επιθετική στρατηγική και η οποία βρίσκει ενα συγκυριακό, αλλά ισχυρό, πολιτικό σύμμαχο στην τωρινή κυβέρνηση των Σοσιαλιστών. Η μεταρρύθμιση του Γυμνασίου που ισχύει από τη φετινή χρονιά εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς τη στρατηγική: Η χαρακτηριστικότερη των αλλαγών είναι εκείνη της ύλης του μαθήματος της «Ιστορίας-Γεωγραφίας» που καθιστά πλέον την διδαχή του μεσαιωνικού χριστιανισμού, της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού προαιρετική, ενώ την ίδια στιγμή καθιστά υποχρεωτική τη διδαχή του Ισλάμ όπως επίσης και της ιστορίας της ευρωπαϊκής Απολυταρχίας και αποικιοκρατίας. Έτσι, η ιστορία των απελευθερωτικών ιδεών και κινημάτων –με την εξαίρεση της Γαλλικής Επανάστασης η οποία, για προφανείς εθνικούς λόγους, δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται στην υποχρεωτική ύλη (σε αντίθεση με την Αμερικανική!)- αποσιωπάται και η αυτενοχοποίηση των γηγενών Ευρωπαίων ενισχύεται, μιας κι η δυτική ιστορία παρουσιάζεται μόνο βάσει των σκοτεινών πλευρών της[8]. Είναι βέβαια προφανές ότι έτσι κάθε συνεκτική γνωση της ευρωπαϊκής –και δυτικής, γενικότερα- ιστορίας καθίσταται αδύνατη.  Με άλλα λόγια, οι ισλαμιστές προωθούν σιωπηρά τα σχέδιά τους, η νεοφιλελεύθερη ολιγαρχία διαλύει την εκπαίδευση και αποβλακώνει ακόμα περισσότερο τους λαούς, ενώ η πολυπολιτισμική Αριστερά σιγοντάρει και τους δύο δίχως ίχνος ντροπής.

            Ενάντια στην εθελοδουλεία και την αποβλάκωση

       Ύστατη γραμμή άμυνας της πολυπολιτισμικής θέσης, εξειδικευμένης στο ζήτημα του μπουρκίνι, συνιστά το εξής επιχείρημα: «υποχρεώνοντας αυτές τις γυναίκες να βγάλουν τη μπούρκα όχι μόνο δεν τις βοηθάς να κάνουν ένα βήμα προς την απελευθέρωσή τους αλλά, όλως αντιθέτως, τις αναγκάζεις να περιορίσουν ακόμη περισσότερο την όποια ελευθερία κίνησης συνεχίζουν ακόμη ν’ απολαμβάνουν, μιας και είναι ακριβώς χάρις σε αυτή τη συντηρητική περιβολή που ο συντηρητικός τους περίγυρος τους επιτρέπει ακόμη να κυκλοφορούν». Πρόκειται για ένα επιχείρημα που βασίζεται σε έλλειψη γνώσης βασικών κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών δεδομένων, με θεμελιωδέστερο εκ των οποίων το εξής: συνιστά γενική σταθερά η διαπίστωση ότι τόσο μέσα στις μουσουλμανικές κοινωνίες όσο κι εντός των μουσουλμάνων της Δύσης παρατηρείται ένα βαθύ πισωγύρισμα τα τελευταία είκοσι χρόνια –χονδρικά- σε ό,τι αφορά στη σχέση αυτών των πληθυσμών με τη θρησκεία. Με την υποχώρηση των αραβικών εθνικισμών και την επάνοδο του ισλαμισμού, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’70, τα όποια σπέρματα εκκοσμίκευσης μπόλιασαν –βάσει της επιρροής δυτικών ιδεολογιών- αυτές τις κοινωνίες, δείχνουν να έχουν πλέον χαθεί. Σε ό,τι εν προκειμένω μας αφορά, αυτή η τάση εκφράζεται μέσα από μια επιστροφή των μουσουλμάνων γυναικών σε πολύ πιο συντηρητικές μορφές ενδυμασίας αλλά και ηθών γενικότερα. Και υπό αυτήν την άποψη, ένα πολύ μεγάλο μέρων των νέων γυναικών (ας πούμε ως τα 40) που φορούν διάφορες εκδοχές μαντήλας (του μπουρκίνι συμπεριλαμβανομένου) δεν το κάνουν ως αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης –μιας και συχνά οι γονείς τους είναι λιγότερο θρησκευόμενοι από αυτές- αλλά ως αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής.

     Πράγμα που συνεπάγεται ότι οι γυναίκες που επιλέγουν να φορέσουν το μπουρκίνι δεν είναι απαραίτητα τίποτε καταπιεσμένα θύματα όπως αρέσκεται να τις παρουσιάζει η Αριστερά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημιουργός του μπουρκίνι, η αυστραλή, λιβανέζικης καταγωγής Aheda Zanetti, το παρουσιάζει καθαρά ως ατομική επιλογή, εξηγώντας πως οδηγήθηκε στην ανακάλυψή της αναζητώντας εναν τρόπο να εξυπηρετήσει «γυναίκες που ήθελαν να πάνε για μπάνιο παραμένοντας σεμνές». Σε ανάλογο ύφος, η νεοζηλανδή σχεδιάστρια μαγιώ, Carena West, που περιέλαβε σε μια από τις επιδείξεις της μια μπουρκινοειδή αμφίεση (βλ. την εικόνα του ποστ μας, παρακάτω), δήλωσε σχετικά πως «το τι φοράς, είναι προσωπική επιλογή». Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η πρόεδρος του συλλόγου που είχε προγραμματίσει να διοργανώσει εκείνη την περίφημη «ημέρα-μπουρκίνι» στη Μασσαλία, ανακινώντας ουσιαστικά το όλο ζήτημα, είναι μια τριαντατριάχρονη λευκή γαλλίδα προσύλητος στο Ισλάμ, ονόματι Melissa Thivet. Η περίφημη δε φωτογραφία με τους δημοτικούς αστυνομικούς της Νίκαιας να αναγκάζουν μια μπουρκινοφορούσα (ή και απλώς μαντηλοφορούσσα, μιας και κι η φωτογραφία δεν είναι σαφής) γυναίκα ν’ απεκδυθεί του αμαρτωλού ιματίου της, η οποία έχει γίνει σημαία της φιλομπουρκινικής σταυροφορίας της Αριστεράς, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει το αριστερό αυτό «θυματικό» σενάριο, αλλά το ανατρέπει ριζικά: είναι δυνατόν να μιλάμε για συντηρητικές και καταπιεσμένες απ’ τον περίγυρό τους γυναίκες, όταν τις βλέπουμε να πηγαίνουν μόνες κι «ασυνόδευτες» για μπάνιο σε μια παραλία γεμάτη από ελαχίστως καλυμμένα ανδρικά και γυναικεία σώματα απίστων; Ως γνωστόν, σύμφωνα με τους περισσότερους σημερινούς ιμάμηδες, το «μεικτό» μπάνιο, δηλαδή η συνέυρεση ανδρών και γυναικών στη θάλασσα, δεν είναι συμβατή με το Ισλάμ και γι’ αυτό έχουν κατά καιρούς προκύψει τα γνωστά θέματα με τον μεικτό χαρακτήρα των δημόσιων κολυμβητηρίων στη Γαλλία, ο οποίος έχει συχνά θεωρηθεί ρατσιστικός ενάντια στις μουσουλμάνες[9].

     Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις που αντιστοιχούν στο αριστερό σενάριο. Πιστεύουμε, εντούτοις, ότι δεν αποτελούν την πλειονότητα, η οποία, αντίθετα, φορά το μπουρκίνι ως προσωπική επιλογή, στα πλαίσια μιας ταυτοτικής αναδίπλωσης με βαθιά κοινωνικά και ανθρωπολογικά αίτια, τα οποία δε μπορούμε ν’ αναλύσουμε εδώ. Άλλωστε, ακόμα και στην περίπτωση των γυναικών που καταφεύγουν σε αυτή τη λύση προκειμένου να ξεφύγουν από τον κοινωνικό έλεγχο, δε θα πρέπει εμείς, ως αριστεροί, αναρχικοί, φεμινίστριες κ.ο.κ. να προτείνουμε την «αντίσταση» στις καταπιεστικές νόρμες; Οι γυναίκες εντός της Δύσης –αλλά ακόμη και στην Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογιών- πώς απελευθερώθηκαν; Γιατί δε βλέπουμε έναν ανάλογο καθημερινό πόλεμο, στο σπίτι, στο κρεβάτι, στη γειτονιά, από πλευράς μουσουλμάνων γυναικών; Και γιατί δε θα πρέπει ν’ απαιτούμε κάτι αναλογο από αυτές, δεδομένου, μάλιστα, πως μιλάμε για μουσουλμάνες γεννημένες εντός Δύσης κι όχι σε τίποτε χωριά του Μαγκρέμπ, της ανατολικής Τουρκίας ή του Αφγανιστάν, οι οποίες έχουν, ως εκ τούτου, πλήθος διαφορετικών προσλαμβανουσών αλλά και δυνατοτήτων απόδρασης από το παραδοσιοκρατικό τους οικογενειακό περιβάλλον (από τη σύναψη ερωτικών σχέσεων με μη μουσουλμάνους μέχρι την προσφυγή σε φεμινιστικές οργανώσεις ή άλλες ΜΚΟ, στις αρχές ή σε κοινωνικούς λειτουργούς σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας κ.λπ.); Είναι σάμπως υποδεέστερες από τις Δυτικές, τούτες οι γυναίκες, και ως εκ τούτου ανίκανες ν’ απελευθερωθούν άρα θα πρέπει εμείς να καταφεύγουμε σε φιλανθρωπικού και πατερναλιστικού τύπου προσεγγίσεις, του είδους «τουλάχιστον με το μπουρκίνι μπορούν να πηγαίνουν για μπάνιο»; Οι λαλίστατοι, κατά τα άλλα, δοξολογητές των «αντιστάσεων» αναρχικοί αλλά και οι φεμινίστριες που βάλλουν διαρκώς «ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις» γιατί εν προκειμένω ταλαντεύονται μεταξύ αμηχανίας και μουγγαμάρας[10]; Μήπως επειδή ο ιδεολογικός αντιρατσισμός αυτών των πολιτικών χώρων έχει διαβρώσει τη στοιχειώδη κοινή λογική, οδηγώντας σε τοποθετήσεις του είδους «δε μπορείς να λες σε κάποιον που προέρχεται από μια διαφορετική από τη δικιά σου κουλτούρα τι θα κάνει»; Έτσι παραβλέπουμε ότι η ένταξη των μουσουλμάνων γυναικών σε ένα καθεστώς εκκοσμίκευσης και η προσαρμογή, γενικότερα, σε κοινωνικές συνθήκες ισότιμης αναγνώρισης των δύο φύλων δε σημαίνει απαραίτητα και αναγκαστικά κάποια αποποίηση ή εγκατάλειψη της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας ή της όποιας «διαφορετικότητας», παρά μόνον αποποίηση και εγκατάληψη των ετερόνομων και καθαρά αλλοτριωτικών πλευρών των τελευταίων, τις οποίες βέβαια κάθε συνεπές χειραφετητικό κίνημα καλείται να τις πολεμάει διαχρονικά.

      Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι το μπουρκίνι συνιστά μια άκρως αποκρουστική σύνθεση των χειρότερων στοιχείων της ισλαμικής θρησκείας, από τη μια μεριά, και της δυτικής κουλτούρας της κατανάλωσης, από την αλλη, ως κομμάτι της αυξανόμενης αγοράς «χαλάλ» προϊόντων διά της κατανάλωσης των οποίων προσπαθεί ο μέσος μουσουλμάνος να συμβιβάσει την πίστη του με τη βαθειά προσχώρηση σε ό,τι χειρότερο έχει να του προσφέρει η κατά τα άλλα μυαρή, άπιστη και βδελυρή Δύση (κατανάλωση, λατρεία του πλούτου κ.λπ.). Κατά συνέπεια, με το να υπερασπίζεται τόσο σθεναρά η πολυπολιτισμική και ιδεολογικώς αντιρατσιστική, χίπστερ Αριστερά –με πρώτες και καλύτερες τις φεμινίστριες- το δικαίωμα στην προσωπική επιλογή του να φοράς μπουρκίνι, το μόνο που κάνει στην πραγματικότητα είναι να υπερασπίζεται το δικαίωμα όχι απλώς στην εθελοδουλεία μα και στην καταναλωτική αποβλάκωση.

      Δυστυχώς, διόλου δεν φαίνεται ν’ απασχολούν την ευρύτερη Αριστερά αυτά τα ζητήματα. Η συζήτηση για το μπουρκίνι περιορίζεται στο εάν καλώς ή κακώς απαγορεύτηκε, αντί να ξεπερνάει το προφανές της γελοιότητας ενός τέτοιου νομοθετήματος και να καταπιάνεται με το πολύ πιο ουσιώδες θέμα, στο οποίο και θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μας, να προσανατολίζεται η κουβέντα: είμαστε υπέρ ή κατά του μπουρκινιού ως πολιτιστική επιλογή ορισμένων ευρωπαίων γυναικών; Είμαστε υπέρ της θρησκευτικής αναδίπλωσης των ανθρώπων, έστω στο όνομα της ταυτοτικής ανασφάλειας και του κενού νοήματος; Είμαστε υπέρ της εθελούσιας και διόλου καταπιεστικής πολλές φορές συντήρησης της ανισότητας μεταξύ των φύλων; Ποια θα πρέπει να είναι η στάση μας όταν οι άνθρωποι επιλέγουν, υπό την ιδεολογική καθοδήγηση της θρησκείας, να θεωρούν τις θέσεις της γυναίκας και του άντρα φύσει άνισες, επιτρέποντας, εν προκειμένω, στον άντρα να δείχνει τη σάρκα του σώματός του, ενώ στη γυναίκα όχι; Πόσο μακριά είναι οι εποχές όπου οι γυναίκες θεωρούσαν φυσικό και αυτονόητο οι άντρες να «μπερμπαντίζουν» και οι ίδιες να κάθονται σπίτι φροντίζοντας το νοικοκυριό- γυναίκες που μεγάλωναν τις κόρες και τους γιούς ενσταλλάζοντάς τους, με θέρμη, τα ίδια ακριβώς πρότυπα; Ξεχνάμε, άραγε, τόσο εύκολα ότι η συντήρηση και η αναπαραγωγή της κοινωνικής ανισότητας τις περισσότερες φορές γίνεται με τη βαθειά συγκατάθεση, εάν όχι με την ενεργή συμμετοχή, των ιεραρχικά κατώτερων;

burkini

[1] Βλ. την ανάλυσή μας σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο Ολάντ αναγκάστηκε να πάρει πίσω την πρότασή του για ένταξη της δυνατότητας επ’ αόριστον επιμήκυνσης της κατάστασης εκτάκτου ενάγκης στο Σύνταγμα της χώρας: «Εντιτόριαλ», Πρόταγμα, τ. 9, Ιούλιος, 2016, σσ. 31-32.

[2] Πρόκειται για επεισόδιο που προκλήθηκε στην βόρεια Κορσική στις 13 Αυγούστου, αρχικά στον παραθεριστικό οικισμό του Σισκό (δίπλα στη Μπαστιά) κι εν συνεχεία στην ίδια τη Μπαστιά, όταν μουσουλμάνοι γονείς επιτέθηκαν σε μη μουσουλμάνους λουόμενους με αφορμή το γεγονός ότι ορισμένα παιδιά έβγαλαν φωτογραφίες κάποιες μουσουλμάνες που φορούσαν μπουρκίνι. Σύμφωνα με πληροφορίες υπήρξαν τραυματισμοί, μιας και ορισμένοι από τους μουσουλμάνους χρησιμοποίησαν μια ματσέτα κατά την επίθεσή τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να οργανωθεί διαδήλωση από εθνικιστές Κορσικανούς μέσα στο Λουπινό, μια λαϊκή συνοικία της Μπαστιά με πολλούς άραβες κατοίκους (με συνθήματα «Στα όπλα!», «Εδώ είμαστε στο σπίτι μας!» κ.λπ.), την οποία τελικά εμπόδισε η αστυνομία. Τελικά οι αρχές ισχυρίστηκαν πως δεν επρόκειτο για περιστατικό με θρησκευτικές διαστάσεις αλλά για σύγκρουση μεταξύ τουριστών/ντόπιων Κορσικανών και προαστιακής νεολαίας (δηλαδή κατά κανόνα, εν προκειμένω, Αράβων) με άλλη αφορμή.

[3] Φ. Φυρέ, Ντ. Ρισέ, Η Γαλλική Επανάσταση, μτφρ. Η. Αθανασιάδης, Β. Μαργώνη, Αθήνα, Εστία, 1997, σ. 137.

[4] Η ακυρωτική της απαγόρευσης απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας κάνει λόγο για «θεμελιώδεις ελευθερίες (libertés fondamentales)» όπως η «ελευθερία της μετακίνησης (liberté daller et venir)» και «η προσωπική ελευθερία (liberté personnelle)» μεταξύ άλλων.

[5] Είναι χαρακτηριστικό, επί παραδείγματι, ότι στη Γαλλία έχει σχεδόν αρχίσει να στιγματίζεται η αθεΐα εντός ορισμένων χώρων. Σε σχολεία με μεγάλα ποσοστά μουσουλμάνων μαθητών είναι όλο και πιο δύσκολο να μιλήσει κανείς δημόσια ενάντια στη θρησκεία μιας και θεωρείται εξ υπαρχής αυτονόητο πως κάθε άτομο είναι θρησκευόμενο, ακόμη κι αν δεν πιστεύει στο Ισλάμ. Είναι επίσης χαρακτηριστική η αντίθεση μεταξύ της πλήρους παρακμής του Καθολικισμού (με τα ποσοστά εκκλησιασμού σε διαρκή πτώση, την εξαφάνιση της κατήχησης κ.λπ.) και των φιλελεύθερων ηθών των γάλλων εβραίων, από τη μια μεριά, και της σταθερής συντηρητικοποίησης των μουσουλμάνων, από την άλλη.

[6] Προφανώς αυτή η λανθασμένη εντύπωση δίνεται από το γεγονός πως οι μοσουλμάνοι μαθητές είναι αυτοί που πρέπει να κάνουν τις μεγαλύτερες παραχωρήσεις βάσει του σχετικού νόμου. Αυτό όμως δε συμβαίνει ως αποτέλεσμα κάποιας υποτιθέμενης μεροληπτικότητας του γαλλικού κράτους εναντίον τους, αλλά, όλως αντιθέτως, εξαιτίας του γεγονότος πως συνιστούν τη λιγότερο εκκοσμικευμένη θρησκεία, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν ακόμη φορώντας τα πιο επιδεικτικά σύμβολα της πίστης τους. Ο Καθολικός μαθητής στην πιο ακραία περίπτωση πρέπει να κρύψει κάποιο μενταγιόν μ’ ένα σταυρό και ο εβραίος συμμαθητής του ένα αντίστοιχο μενταγιόν με το αστέρι του Δαυίδ ή να αφαιρέσει την παραδοσιακή κιπά. Αντίθετα μια μουσουλμάνα μαθήτρια ενδέχεται να χρειαστεί να βγάλει το κεφαλομάντηλό της, τα γάντια της, το νικάμπ της (που καλύπτει κεφάλι και πρόσωπο), το χιτζάμπ ή το άνω μέρος του τζιλμπάμπ της κ.λπ. Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση με το νόμο που απαγορεύει την κυκλοφορία με το πρόσωπο πλήρως καλυμένο: οι μόνοι που θίγονται από αυτό το γαλλικό αντίστοιχο του «κουκουλονόμου» είναι οι γυναίκες που φορούν μπούρκα, τα μέλη του μπλακ μπλοκ και πιθανώς διάφοροι επαγγελματίες δολοφόνοι κ.λπ. Κανένας άλλος δεν κυκλοφορεί με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του.

[7] Στοιχεία σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης μπορεί να βρει ο γαλλόφωνος αναγνώστης στο άρθρο του F. Vahnée, « Financement publique de l’enseignement privé, l’omerta continue ».

[8] Καθώς η ίδια τάση ακολουθείται και ως προς την ιστορία του 20ού αιώνα: υποχρεωτική η θεματική «Η Ευρώπη μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού» όπως κι η αντίστοιχη η σχετική με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις γενοκτονίες Εβραίων και Τσιγγάνων, αλλά προεραιτικές οι θεματικές οι σχετικές με τα καλλιτεχνικά, επιστημονικά και πολιτιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου αλλά και τον αγώνα των γυναικών για τη βελτίωση της θέσης τους μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Ο γαλλομαθής αναγνώσης μπορεί ν’ αναστρέξει στη σχετική εγκύκλιο του υπουργείου. Ο πίνακας με τη διδακτέα ύλη βρίσκεται στη σελίδα 40.

[9] Όπως άλλωστε μας υπενθυμίζει ο Canard Enchaîné, σε άρθρο του βασισμένο σε έρευνα των σχετικών συζητήσεων σε μουσουλμανικά ηλεκτρονικά φόρα της Γαλλίας («Une toilette pas vraiment halal », Le Canard Enchaîné, 24/8/2016), διάφορες σύγχρονες ισλαμικές αυθεντίες επιμένουν στο γεγονός ότι, τόσο το μπουρκίνι (του οποίου το κάτω μέρος αποτελείται από ένα κολλάν) όσο και η πραγματική μπούρκα όταν βρέχεται, τονίζουν το σχήμα των γλουτών και των γαμπών των γυναικών, πράγμα εξίσου βλάσφημο με τη γύμνια, όταν συμβαίνει παρουσία τρίτων και δη ετερόφυλων. Εν τέλει ο μόνος αρμόζων τρόπος για να πάει κανείς στη θάλασσα είναι να βρει μια έρημη παραλία. Ειδικά στην περίπτωση των γυναικών, θα πρέπει αυτές να συνοδεύονται από τον άντρα, τον πατέρα ή τον αδερφό τους, οι οποίοι θα τις προστατεύουν από αδιάκριτα βλέμματα πιθανών λουόμενων που ενδεχομένως να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια του μπάνιου (όπως παρατηρεί μια σχολιάστρια σε μια μαροκινή ιστοσελίδα που παραθέτει το αναφερόμενο άρθρο, «Πέρσι το καλοκαίρι ο πατέρας μου κράταγε σκοπιά με τη μαγκούρα του. Είχε πλάκα!»). Είναι προφανές ότι, βάσει αυτής της κατάστασης, δεν είναι περίεργη ή υπερβολική η αρχική ερμηνεία που δόθηκε στις συγκρούσεις που προκλήθηκαν στα μέσα του μήνα στη βόρεια Κορσική (βλ. παραπάνω).

[10] Όπως και σε πρακτικό επίπεδο συμβαίνει τον τελευταίο καιρό σε ελληνικές παραλίες όπου έχουν εμφανιστεί γυναίκες με μπούρκα.

Posted in Uncategorized | 7 σχόλια

Για τη θεωρητική ένδεια του εγχώριου ελευθεριακού χώρου

του Δημήτρη Μαρκόπουλου

*απόσπασμα από το κείμενο «Στη δίνη του περιθωρίου. Σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου» που δημοσιεύεται στο 9ο τεύχος του Προτάγματος.

[ …]

Ανάλυση τέλος, ζωή εξεγερσιακή!

α) Φτώχεια (θεωρητική) καταραμένη…

Όταν λοιπόν η τάξη μας συμπιέζεται ανάμεσα στις μυλόπετρες του φόβου και της εξαθλίωσης, η μόνη απάντηση είναι μπουρλότο και φωτιά.

εφημερίδα Άπατρις, Μάρτιος 2016

 

Πέραν όλων αυτών, και με το ρίσκο να αδικήσουμε ορισμένες λιγοστές, πλην τίμιες και αξιόλογες περιπτώσεις εντός του Χώρου, θα πρέπει να δώσουμε τη δέουσα σημασία στην εκκωφαντική έλλειψη φρέσκων ιδεών και πολιτικών κειμένων που να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την κοινωνική πραγματικότητα και να μην επιδίδονται απλά σε έναν ανέξοδο και άγονο ανταγωνισμό εξεγερσιακών τσιτάτων. Διότι εάν κάνουν κατά κανόνα κάτι οι αναρχικές ομάδες σήμερα σε θεωρητικό επίπεδο -κι εδώ αναφερόμαστε κυρίως στις προκηρύξεις, τις αφίσες, τις μπροσούρες και γενικότερα το υλικό που διανέμεται χέρι-χέρι-, αυτό είναι να επιδίδονται σε μια ακατάσχετη αοριστολογία, διανθισμένη με κλισέ καταγγελίες και εκφράσεις φετίχ: «γκρέμισμα του κόσμου», «ολοκληρωτικό κράτος», «μπουρλότο και φωτιά», «κοινωνία-φυλακή» κ.λπ. Αφήνουν, δηλαδή, στην άκρη την ανάγκη να κάνουν πολιτικο-κοινωνική κριτική και παρασύρονται στην προπαγάνδιση ενός πολιτικού συναισθηματισμού: τυφλό μίσος για οτιδήποτε μας περιβάλλει, αντίληψη της κοινωνίας ως φυλακής, συνθήματα περί φασιστικοποίησης της κοινωνίας και του Κράτους, αποθέωση της «άγριας νεολαίας», προτροπή για «καταστροφή του υπάρχοντος», ρητορική περί της «εξέγερσης που έρχεται».

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τις συνέπειες της άκριτης υιοθέτησης από τον Χώρο της αντιαυταρχικής κριτικής που ανέπτυξαν τα κινήματα του ’60 στη Δύση και το ρεύμα της Αντικουλτούρας. Σύμφωνα με το αντιαυταρχικό φαντασιακό το βάρος στην πολιτική κριτική πρέπει να δοθεί στην κατακεραύνωση και αποδόμηση όλων των «καταπιεστικών θεσμών» της κοινωνίας, οι οποίοι αναπαράγουν την πατριαρχία, την αυστηρή εργασιακή ηθική, την σεξουαλική καταπίεση, και γενικώς κάθε τύπο κοινωνικής πειθαρχίας που καταπιέζει -ή υποτίθεται πως καταπιέζει- το άτομο. Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι να αντιλαμβανόμαστε κάθε θεσμό ως καταπιεστικό και «εξουσιαστικό» και να θεωρούμε την «καταπίεση» και την «καταστολή» ως βάση κάθε κοινωνίας.

Και φαίνεται ότι για τον Χώρο ο χρόνος έχει παγώσει, καθώς, χωρίς καμιά διάθεση ανανέωσης της πολιτικής του σκέψης, αρέσκεται απλώς να μεταφέρει στο σήμερα αυτούσια τα ίδια με τα τότε θεωρητικά σχήματα. Σε ένα σχόλιο για τη σημερινή κατάσταση, από το εισαγωγικό σημείωμα της πολιτικής επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός, διαβάζουμε τα εξής: «Η εφιαλτική επαναφορά σεξουαλικών ταμπού και απαγορεύσεων, οι ενσώματες νέες περιφράξεις μέσα στις οικογένειες, είναι η άλλη όψη της ληστρικής επιδρομής των αφεντάδων»[1]. Έτσι, όμως, θα μας πάρει κανείς στα σοβαρά; Μήπως ζούμε ακόμα στο ’60 και το ’70 όπου οι ροκ κραυγές και οι πανκ στίχοι έρχονται να γκρεμίσουν κάποιο στέρεο αστικό οικοδόμημα στη Δύση; Ή μήπως μας κυνηγούν ως φαντάσματα κάποια πατριαρχικά σύνδρομα που, ναι μεν στο παρελθόν νοηματοδοτούσαν τον κόσμο, αλλά στις μέρες μας έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί υπό το βάρος της κοινωνίας της κατανάλωσης; Έχουν, άραγε, καταλάβει οι σύντροφοι πού απευθύνονται; Και πού οδηγεί τελικά η άκρατη υιοθέτηση της λογικής του -τόσο δημοφιλούς και διαθέσιμου δια πάσαν χρήσιν- συνθήματος «μπουρλότο και φωτιά» μέσα στη σημερινή κοινωνία των αποπροσανατολισμένων και απογοητευμένων ατόμων και του περιβάλλοντος διάχυτου μηδενισμού που αυτά συγκροτούν και αναπαράγουν;

 Αυτό το αντιαυταρχικό φαντασιακό αποτελεί τον νοηματικό πυρήνα γύρω από τον οποίο περιφέρονται -μάλλον άσκοπα- όλες οι προσπάθειες επικοινωνίας του Χώρου με τον έξω κόσμο. Οι πολιτικές του καταβολές από την λεγόμενη Αντικουλτούρα κατά τη συγκρότησή του την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης συνεχίζουν να έχουν βαρύνουσα σημασία[2]. Θα λέγαμε, επομένως, ότι η εν λόγω πολιτιστική -κατά βάση- συγκρότησή του λειτουργεί τελικά ως κάποιου είδους προπατορικό αμάρτημα, το οποίο δε σταματά ποτέ να τροφοδοτεί ορισμένες εμμονές του: την αναγωγή της περίφημης «αστυνομοκρατίας» σε καθημερινή τακτική του εχθρικού κράτους και της (πάσης φύσεως) καταστολής σε μέθοδο κοινωνικού ελέγχου. Και οδηγούμαστε έτσι στην παρανοϊκή κατάσταση να μετατρέπουμε την «αντικατασταλτική» ρητορική σε ιδεολόγημα και βασική συνεισφορά μας στο πεδίο διακίνησης των ιδεών.

Έτσι, ενώ η Μεταπολίτευση χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανείς (για τα μεταπολεμικά χρονικά) κοινωνικές ελευθερίες, καθώς και από ένα σχετικά χαλαρό, «ελληνικού στυλ», κρατικό μόρφωμα, ο αντιεξουσιαστικός λόγος δεν παύει να επενδύει με επιμονή στο ιδεολόγημα της μόνιμης και σκληρής καταστολής. Πρόκειται για ένα στοιχείο το οποίο υποτιμά και ο Σούζας στη μελέτη του, όταν εμμένει κυρίως στην «ιδεολογική», πολεοδομική και αστυνομική καταστολή του «Κινήματος» (όπως ο ίδιος τις ονομάζει), αποφεύγοντας να εξετάσει τα γεγονότα στη σωστή τους βάση και κυρίως μέσα από μια συγκριτική ανάλυση τόσο με τα προ της Μεταπολίτευσης καθεστώτα, όσο και με τα αντίστοιχα δυτικά κράτη[3]. Η λεγόμενη ιδεολογική καταστολή, δηλαδή η προσπάθεια ενσωμάτωσης των νεολαιίστικων κινημάτων από το ΠΑΣΟΚ (του Λαλιώτη και της περίφημης Γραμματείας Νέας Γενιάς), καθώς και η αντιμετώπιση του κινήματος ως ένα συνοθύλευμα φρικιών και βανδάλων και ο ιδιότυπος πόλεμος μέσω των επιχειρήσεων «Αρετή» στα Εξάρχεια, σκιαγραφούν τη μισή μόνο αλήθεια. Η άλλη μισή μας λέει ότι το πολιτικό κλίμα της Μεταπολίτευσης δημιούργησε αντικειμενικές συνθήκες αρκετά ευνοϊκές για την ανάπτυξη κινημάτων και αγώνων: ελαστικοί συνδικαλιστικοί νόμοι, ανοχή σε καταλήψεις, ανεκτικότητα στην κριτική της νεολαίας, κοινωνική νομιμοποίηση του ευρύτερου αριστερού λόγου κ.λπ. Και επομένως, η όποια αποτυχία μιας σημαντικής κοινωνικής παρέμβασης τόσα χρόνια βαρύνει κυρίως τους πολιτικούς χώρους και όχι τόσο κάποιο παντοδύναμο Κράτος ή κάποια σιδηρά πειθαρχία της κυβερνητικής εξουσίας, όπως συνήθως ακούμε. Η πρόσφατη εμπειρία των όσων ακολούθησαν τον Δεκέμβρη του ’08, της οικονομικής κρίσης, αλλά και της εκδικητικής αντεπίθεσης (επί Σαμαρά) εναντίον των καταλήψεων, νομίζουμε ότι καταδεικνύουν πόσο υπερβολική είναι η αντίληψη που θεωρεί την αναρχία ή την «νεολαία» ως μόνιμο και διαχρονικό «εσωτερικό εχθρό» του ελληνικού Κράτους. Πόσο μάλλον όταν η πιο αυταρχική περίοδος, αυτήν του Φαήλου και των λοιπών φανατικών υπερπατριωτών συμβούλων του Σαμαρά, αποτέλεσε μια παρένθεση ακροδεξιάς ρητορικής, καθώς επί ΣΥΡΙΖΑ έχουμε περάσει ξανά σε μια πιο χαλαρή στάση απέναντι στα κινήματα.

Δεν πρέπει εδώ να παρερμηνεύουμε τον χαρακτήρα βεντέτας που υπάρχει εδώ και χρόνια ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής και κομμάτι του δικαστικού μηχανισμού, από τη μια μεριά, και τους αναρχικούς, από την άλλη. Φαινόμενα όπως η χουλιγκανίστικη συμπεριφορά των ΜΑΤ στις διαδηλώσεις ή οι εκδικητικές ποινές σε υπόπτους ή ακόμη και ενόχους μόνο και μόνο επειδή είναι αναρχικοί έχουν να κάνουν με την ύπαρξη μαφιών και ακροδεξιών θυλάκων μέσα στο κράτος. Καμία σχέση όμως δεν έχει αυτό με την ύπαρξη κάποιου «αστυνομικού κράτους» που παρακολουθεί και ελέγχει μαζικά τους πολίτες -δηλαδή την κοινωνία στο σύνολό της κι όχι μόνο μια μικρή μειοψηφία όπως ο αναρχικός Χώρος. Η στρατηγική της αυστηρότητας και της επιτήρησης των πιο «ατίθασων» ή παραβατικών χώρων αποτελεί λίγο-πολύ πραγματικότητα εντός κάθε οργανωμένου κράτους, ωστόσο, άλλο αυτό και άλλο να έχουμε εσωτερικεύσει ότι το «καθεστώς» στηρίζεται κατ’ αρχήν σε αυτές τις μεθόδους αυταρχισμού, κάτι που παραπέμπει στην πολιτειακή κατηγορία ενός αστυνομικού κράτους ή μιας δικτατορίας[4].

Έχοντας, επομένως, με τα χρόνια παγιωθεί, σε βαθμό αρτηριοσκληρωτικό πλέον, η αντιαυταρχική/αντικατασταλτική/αντιμπατσική οπτική λειτουργεί ως μαύρη τρύπα που ρουφά κάθε προσπάθεια ανανέωσης του θεωρητικού λόγου και επεξεργασίας των δεδομένων που μας προσφέρουν οι σύγχρονες εξελίξεις. Από τις εφημερίδες και τα έντυπα των ομάδων του Χώρου μέχρι τις αφίσες των καταλήψεων ή τις προκηρύξεις των στεκιών, ο κοινός τόπος παραμένει πάντα ο ίδιος: το παντοδύναμο Κράτος-δυνάστης, το καθεστώς εξαίρεσης και ο ολοκληρωτισμός που έρχεται…και ξανάρχεται αλλά ποτέ δε φτάνει… Τόση ζημιά έχουν κάνει τελικά ο Φουκό κι ο Αγκάμπεν;

Σύμφωνα με μια τέτοιου είδους ανάλυση τα πάντα προσανατολίζονται σε έναν άξονα καλού-κακού. Η ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων εξαντλείται στην απεικόνηση των νέων μεθόδων άσκησης «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» από πλευράς κρατικών ή διακρατικών θεσμών, ενώ η θεωρητική προσπάθεια να εξετάσουμε σε βάθος τη δομική μετεξέλιξη του ίδιου του «συστήματος», καθώς και του ανθρωπολογικού υποβάθρου που το στηρίζει, θεωρείται λεπτολογία ή πολυτέλεια[5]. Ποιος ή ποια αλήθεια δεν έχει πιάσει στα χέρια του/της προκήρυξη ή έντυπο του «Χώρου» χωρίς να σκεφτεί ότι ξέρει από πριν τι θα διαβάσει σχεδόν από το Α ως το Ω; Αυτή η ατέρμονη επανάληψη ορισμένων θεωρητικών εμμονών μόνο αποστροφή μπορεί να προκαλέσει σε έναν κόσμο που ψάχνει μια πολιτική πυξίδα μέσα στο σημερινό χάος και προσπαθεί να ανανεώσει την θεωρητική του κατάρτιση και σκέψη.

β) Το γραπτό ως «θέαμα»

Εν τέλει, μια τέτοιου είδους «θεωρία» δε χρησιμεύει ως διαδικασία αναστοχασμού που μπορεί να φιλτράρει τα γεγονότα και να διαυγάσει τα κοινωνικά φαινόμενα με στόχο να γονιμοποιήσει την πολιτική πράξη. Αντιθέτως είναι οι τυχοδιωκτικές πρακτικές του ακτιβισμού «εξαρχειώτικου στυλ» που μεταφέρονται στον γραπτό λόγο και πασάρονται ως ευκολοχώνευτα επιχειρήματα, διαθέσιμα για εξεγερσιακή κατανάλωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κείμενα-αφιερώματα σε κοινωνικούς αγώνες, κινήματα ή εξεγέρσεις που εμφανίζονται ανά τον κόσμο αναλώνονται σε μια απλά περιγραφική καταγραφή τους -πολλές φορές με συναισθηματικό ύφος-, ενώ σπανίζει οποιαδήποτε σε βάθος ανάλυση και με την απαιτούμενη στοιχειώδη, διακριτική απόσταση της «θεωρίας» από τα «γεγονότα». Λιγοστές είναι οι πρωτοβουλίες μιας σοβαρής ανάλυσης και θεωρητικής επεξεργασίας ιδεών, εφαρμοσμένων στα πιο σημαντικά γεγονότα των τελευταίων ετών (Δεκέμβρης, κίνημα Πλατειών, μεγάλες απεργίες): Προσπάθειες όπως π.χ. η μπροσούρα «Remember December, Fight Now. Εμπειρίες και κριτική αποτίμηση μέσα από τις κοινότητες αγώνα του Δεκέμβρη» της συλλογικότητας Σ.ΚΥ.Α (2010) και η έκδοση «Ιούνης 2011 – Η εκτροπή των εκδοχών» (εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι), παρά τα προβλήματά τους, θα πρέπει να θεωρηθούν ως εξαιρέσεις και όχι ως κάποιος κανόνας θεωρητικής παρέμβασης.

Αντιθέτως, αυτό που τείνει πλέον να λάβει διαστάσεις ξέφρενου πληθωρισμού είναι η παραγωγή αισθητικά καλοστημένων και στυλιζαρισμένων εντύπων, εν είδει αφιερώματος σε κάποιο σημαντικό κινηματικό γεγονός, στερούμενων ωστόσο αντίστοιχης κριτικής ματιάς κι εξαγωγής συμπερασμάτων. Αναφερόμαστε εδώ στην επικράτηση μιας λογικής «επαναστατικού λευκώματος» που έχει αντικαταστήσει το ίδιο το κείμενο και την ανάλυση. Η εκδοτική αυτή μόδα έχει εδραιωθεί κυρίως από το 2000 και μετά, όταν μπήκαμε για τα καλά στη φαντασιακή σφαίρα του black block και εισάγαγαμε την τεχνική των ζωνών σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής. Στην ουσία, αυτού του είδους ο γραπτός λόγος καταλήγει να λειτουργεί μόνο ως όχημα για να βιωθεί ξανά το γεγονός από τον αναγνώστη (και από τον συντάκτη!), ως μια περιγραφική και εικονική αποτύπωση των εμπειριών του. Το κείμενο γίνεται αίσθηση και ο αναγνώστης θεατής.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εντυπωσιακή στροφή προς έναν αντιθεωρητισμό, που περιστέλλει την πολιτική στον ακτιβισμό ή το πολύ πολύ σε μια «διακήρυξη αρχών». Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουμε φτάσει στο σημείο ο πολιτικός διάλογος ανάμεσα σε ομάδες, τάσεις ή συνιστώσεις του ελευθεριακού φάσματος επί ιδεολογικών βάσεων ή επί διαφορών στη στρατηγική του κινήματος και στις θέσεις που παίρνουμε απέναντι στα γεγονότα, να καθίσταται πρακτικά αδύνατος[6]. Στο πλαίσιο αυτής της απόλαυσης της δράσης το μόνο πράγμα που μετράει είναι η συγκρότηση ή η επανεπιβεβαίωση μιας κοινής ταυτότητας και μιας υποκουλτούρας. Εκ των πραγμάτων, επομένως, αναγκαζόμαστε κι εμείς να ασκήσουμε κριτική στον Χώρο ως ένα ενιαίο πολιτικο-πολιτιστικό μόρφωμα.

[1] Κοινωνικός Αναρχισμός, τ. 3, Θεσσαλονίκη, Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ, 2014, σ. 5.

[2] Προφανώς, στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, αναγκαζόμαστε να γίνουμε κάπως απλουστευτικοί. Η ουσία είναι πως στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η κυρίαρχη κινηματική δράση ήταν αυτή εντός των εργοστασιακών και συνδικαλιστικών αγώνων, οι οποίοι όμως αποτελούσαν προνομιακό πεδίο παρέμβασης για τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς και όχι για τον νεαρό τότε χώρο των αναρχικών, ο οποίος άλλωστε δεν είχε ποτέ στην Ελλάδα κάποιου είδους λαϊκή/εργατική παράδοση. Ακριβώς ως απάντηση σε αυτό το αρτηριοσκληρωτικό και ήδη ξεφτισμένο από τα τέλη του ’70 αριστερό μοντέλο πολιτικής δράσης, οι αναρχικοί εμφανίζονται δυναμικά στο χώρο της νεολαίας και των φοιτητικών αγώνων, παραλαμβάνοντας τα ηνία της πιο προωθημένης και ριζοσπαστικής κριτικής στο «σύστημα».

[3] Σούζας, Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου. Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, στο κεφάλαιο «Ο “ιδιότυπος πόλεμος” της δεκαετίας του ‘80», Ελυθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος, 2015, σσ. 77-104.

[4] Το σύνηθες φαινόμενο στην Ελλάδα είναι να φορτώνουν οι δικαστικές αρχές πολλούς συλληφθέντες με αστήρικτες κατηγορίες και ενίοτε να εξαντλούν σε αυτούς την αυστηρότητά τους προς παραδειγματισμό ή για επικοινωνιακούς λόγους. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση για τους ληστές του Βελβεντού, όπου για πολλά άτομα αποφασίστηκαν εξοντωτικές ποινές, χωρίς να στοιχειοθετούνται από τη διαδικασία, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση (Βλ. Ι. Σωτήρχου, Α. Ψαρρά, «Ατομικός… τρομοκράτης ο Ρωμανός«, http://www.efsyn.gr, 1/7/2016). Άλλο αυτό όμως και άλλο να μιλάμε για «χούντα» ή «ολοκληρωτισμό», δεδομένου μάλιστα πως αυτά τα φαινόμενα δεν αφορούν την κοινωνία γενικώς αλλά μόνο μια μικρή ομάδα που συχνά υιοθετεί και παραβατικές συμπεριφορές.

[5] Πρόκειται για μια -δυστυχώς δημοφιλέστατη- νιοστού βαθμού αφέλεια κατά την ανάγνωση της πραγματικότητας, από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε ο πιο μελετηρός και πολυγραφότατος θεωρητικός του αναρχικού χώρου (με την ευρεία έννοια), ο Φ. Τερζάκης, ο οποίος σε άρθρο του αναφέρει σχετικά με το σήμερα ότι «…νιώθει κανείς την ανατριχίλα που του γεννούν μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας τα οποία περιγράφουν ένα ολοκληρωτικό μέλλον (το Εμείς του Ζαμυάτιν, ο Θαυμαστός νέος κόσμος του Χάξλεϋ, το 1984 του Όργουελ), πολλαπλασιασμένη στο έπακρον από την επίγνωση ότι πρόκειται όχι πλέον για μυθιστόρημα, αλλά για την πραγματικότητα που μας περιβάλλει…» (Φ. Τερζάκης, «Μακριά και ακατάληκτη συνομιλία με τον Γιάννη Καλιόρη», περιοδικό Σημειώσεις, τ. 79, Νοέμβριος 2014, σ. 14).

[6] Πού να κάτσει κανείς, δηλαδή, να διαφωνήσει ή να αντιπαρατεθεί για την άμεση δημοκρατία, την αυτοδιαχείριση, τα συμβούλια ή την αποανάπτυξη, όταν η «σύγκρουση με το Κράτος» αποτελεί το μόνο επίδικο.

[ … ]

Posted in Κείμενα | 29 σχόλια

Για τις πρόσφατες εργατικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία

*Απόσπασμα από το editorial του 9ου τεύχους του Προτάγματος.

[…]

Γαλλία: «στρατιωτικό κράτος» ή «νέος Μάης του ‘68»;

 

α) Το κίνημα ενάντια στο νόμο Ελ Κομρί

Αν μετά τον Δεκέμβρη του 2008 και, στη συνέχεια, με αφορμή την κρίση, η Ελλάδα έχει καταστεί σημείο αναφοράς εντός των αριστερών και αναρχικών χώρων αρκετών δυτικών χωρών, στα καθ’ ημάς η Γαλλία διατηρεί πάντοτε την αίγλη της ως παραδοσιακή πατρίδα της Επανάστασης. Κι έτσι, με κάθε ευκαιρία, διαβάζουμε στον αριστερό τύπο αλλά και σε αναρχικές ανταποκρίσεις και αναλύσεις για κάποιο «νέο Μάη του ‘68», για «κοινωνική έκρηξη», για τα «προάστια που βράζουν» κ.ο.κ. Ανάλογα με την αφορμή, κάθε χώρος προβάλλει τις επιθυμίες του και τις φαντασιώσεις του: η Αριστερά στα «κοινωνικά κινήματα ενάντια στη λιτότητα» και οι αναρχικοί σε οτιδήποτε τους θυμίζει όσα συνέβησαν στα περίφημα προάστια των μεγάλων γαλλικών πόλεων το 2005. Θα έλεγε κανείς πως οι τρέχουσες κινητοποιήσεις ικανοποιούν πλήρως και τους δύο χώρους: από τη μια μεριά παραδοσιακού τύπου, γραφειοκρατικές κινητοποιήσεις πλήρως ελεγχόμενες από τις ηγεσίες των γαλλικών συνδικάτων και ιδιαίτερα από την κομμουνιστική CGT (ένα μοντέλο που ανταποκρίνεται πλήρως στα κριτήρια της Αριστεράς) και από την άλλη ένα μάλλον πρωτόγνωρο για τα γαλλικά δεδομένα κύμα «μπαχάλων», του οποίου η αναπαραγωγή μέσω των ΜΜΕ θρέφει σε μεγάλο βαθμό τις ελπίδες των εκτός Γαλλίας θεατών (και εξάπτει ιδιαίτερα τις φαντασιώσεις των αναρχικών). Ταυτόχρονα, η ανάδυση ενός κινήματος όπως το «Όρθιοι τη Νύχτα [Nuit Debout]» αναπτέρωσε τις ελπίδες όλου αυτού του κόσμου ο οποίος, πέρα, πολύ συχνά, από τους παραδοσιακούς πολιτικούς χώρους, είχε συμμετάσχει στο Κίνημα των Πλατειών του 2011, έχοντας -συχνά- ανδρωθεί πολιτικά μέσα από τις διαδικασίες του.

Προφανώς κι είναι ελπιδοφόρο να βλέπει κανείς την κοινωνία ν’ αντιστέκεται στην προσπάθεια μιας κυβέρνησης να κατεδαφίσει κατακτήσεις δεκαετιών ολόκληρων -ειδικά αν λάβουμε υπόψη την πλήρη παραίτηση έστω και των μειοψηφικών εκείνων κομματιών της ελληνικής κοινωνίας που συνέχιζαν να συμμετέχουν στις όποιες κινητοποιήσεις ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές μέχρι -χονδρικά- και το 2012. Ωστόσο, όταν μιλάμε για πολιτικούς χώρους οι οποίοι επιδιώκουν να βρίσκονται στην πρωτοπορία των όποιων κοινωνικών αγώνων, η σοβαρότητα κι η αίσθηση καθήκοντος επιτάσσουν μια προσπάθεια ψύχραιμης ανάλυσης των όσων εκάστοτε συμβαίνουν. Αυτό που μας λείπει δεν είναι κάποια ελπίδα, δίχως την οποία γινόμαστε επαίτες που αναζητούμε, στα πλαίσια ενός ανεστραμμένου εξωτισμού, κάποια μυθολογική εκπλήρωση των βαθύτερων πόθων μας στα τεκταινόμενα άλλων χωρών· αυτό που μας λείπει, όλο και περισσότερο, είναι η ικανότητα ψύχραιμης ανάλυσης των εκάστοτε γεγονότων με σκοπό την αποκόμιση χρήσιμων συμπερασμάτων για το τι κάνουμε και που πάμε.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν δούμε τα πράγματα με μια τέτοια κατά το δυνατόν ψύχραιμη ματιά, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ της πραγματικότητας και της μηντιακής της απεικόνισης, στην οποία και βασίζονται οι αριστερές και αναρχικές ανταποκρίσεις και αναλύσεις. Είναι ενδεικτικό της παρακμής αυτών των πολιτικών χώρων, οι οποίοι βυθίζονται όλο και περισσότερο στην πλήρη ανυποληψία, το γεγονός πως, ενώ έχουν τόσα μέλη τους ως φοιτητές σε ευρωπαϊκές πόλεις -εν προκειμένω στο Παρίσι-, παραμένουν σταθερά εκτός τόπου και χρόνου κάθε φορά που προσπαθούν ν’ αναλύσουν κάτι που συμβαίνει σε μια από αυτές τις πόλεις ή στις αντίστοιχες χώρες. Προφανώς γι’ αυτό ευθύνεται το γεγονός πως οι νεαροί αυτοί κινηματίες, αντί να προσπαθούν να γνωρίσουν όσο καλύτερα γίνεται τις κοινωνίες που τους φιλοξενούν, απλώς διάγουν έναν τρόπο ζωής α λα Erasmus: χαλαρή φοιτητική ζωή -ακόμα κι όταν δεν είμαστε πια φοιτητές- και κυρίως συγχρωτισμός σχεδόν αποκλειστικά με Έλληνες ή, έστω, ιθαγενείς ή άλλους μη Έλληνες κινηματίες οι οποίοι όμως, ως τέτοιοι, αναπαράγουν τα γνωστά πολιτικά κλισέ.

French Nuclear Plant Employees on StrikeΣε ό,τι αφορά τώρα στο γαλλικό κίνημα ενάντια στο νόμο της υπουργού Ελ Κομρί, μακράν του να μας γεμίζει ελπίδα, η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να μας προβληματίσει, μιας και καταδεικνύει όλα εκείνα τα εμπόδια που έχει σήμερα να ξεπεράσει κάθε κοινωνικό κίνημα που θα ήθελε να έχει αξιώσεις ριζοσπαστικότητας. Καταρχάς, η συμμετοχή του κόσμου ήταν αρκετά μικρή, αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με την αντίστοιχη στο κίνημα του 2010 ενάντια στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που τελικά κατάφερε να περάσει ο Σαρκοζύ. Βασικό ρόλο σε αυτό παίζει φυσικά το γεγονός πως έχουμε «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και παραδοσιακά στη Γαλλία ο κόσμος δεν κινητοποιείται ιδιαίτερα όταν στην εξουσία βρίσκεται το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, ο Ολάντ είναι ο πιο αποτυχημένος Πρόεδρος της Πέμπτης Δημοκρατίας με όρους δημοτικότητας σε βαθμό που είτε θα είναι ο πρώτος που δε θα θέσει υποψηφιότητα για μια νέα πενταετία στις εκλογές του 2017 είτε, αν τελικά κατέβει, θα αποτύχει καθ’ όλες τις ενδείξεις να περάσει στον δεύτερο γύρο. Κι όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα γενικής απαξίωσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που έχει χάσει όλα του τα κοινωνικά στηρίγματα, ο ιδιωτικός τομέας -τον οποίο και αφορά, σχεδόν αποκλειστικά, η επιβαλλόμενη μεταρρύθμιση- είναι σταθερά απών από τις κινητοποιήσεις. Σε αυτές συμμετέχουν κυρίως εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα, από τους σιδηροδρομικούς και τους πιλότους της Air France, μέχρι τους σκουπιδιάρηδες και τους εργαζόμενους στην EDF, τη γαλλική ΔΕΗ. Είναι δε ενδεικτικό πως η συμμετοχή είναι υψηλότερη σε περιοχές που είχαν ψηφίσει τους Σοσιαλιστές στις εκλογές του 2012, πιστεύοντας στις υποσχέσεις του Ολάντ που μιλούσε τότε ενάντια στη λιτότητα και συστηνόταν ως «εχθρός των χρηματοοικονομικών κύκλων».

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να έχουμε ένα κίνημα πλήρως κυριαρχούμενο από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, οι οποίες βρίσκουν αφορμή για να λύσουν τις διαφορές τους με τους Σοσιαλιστές. Ειδικά για την CGT, που είχε στηρίξει τον Ολάντ το 2012 και βρίσκεται σε εσωτερική κρίση τα τρία τελευταία χρόνια, πρόκειται για μια πρώτης τάξης ευκαιρία να καταθέσει πιστοποιητικά αγωνιστικότητας και μαχητικότητας μήπως και περιορίσει τη συρρίκωνση του αριθμού των μελών της που παρατηρείται τον εδώ και κάποιον καιρό. Οι πιο θεαματικές ενέργειες -αποκλεισμός δυιλιστηρίων κ.λπ.- οργανώνονται από δραστήριες μειοψηφίες, δίχως να απολαμβάνουν κάποιας ιδιαίτερης ενεργής στήριξης από την πλευρά της κοινωνίας, όπως αντίθετα είχε συμβεί σε ένα βαθμό το 2010 κατά τους αντίστοιχους αποκλεισμούς διυλιστηρίων. Κι έτσι, μετά την σχετική κορύφωση -από άποψη συμμετοχής- κατά τα τέλη του Μαρτίου, τα συνδικάτα δίνουν πλέον εντελώς παραληρηματικές εκδοχές της πραγματικότητας κατά τη γνωστή «μάχη των αριθμών» με την Αστυνομία σχετικά με τα επίπεδα συμμετοχής στην εκάστοτε διαδήλωση[1].

Μόνη, αρχικά, πραγματικά ελπιδοφόρα νότα μέσα σε αυτήν την κατάσταση υπήρξε το κίνημα «Όρθιοι τη Νύχτα». Μια αυτόνομη κινητοποίηση, ανεξάρτητη από τα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα που μόνο στη συνέχεια ήρθαν να συμμετάσχουν προκειμένου, ως συνήθως, να καπελώσουν ό,τι μπορούν. Ως προς τη μορφή του, το κίνημα συνέχισε την παράδοση των ισπανών Αγανακτισμένων, του δικού μας Κινήματος των Πλατειών και του αμερικανικού Occupy, με τη μόνη διαφορά πως στη Γαλλία οι πλατείες δεν κατελήφθησαν, μιας και ο κόσμος αποχωρούσε από αυτές τη νύχτα, μετά το πέρας των διαδικασιών, ή είχε την άδεια της Αστυνομίας και των εκάστοτε δημοτικών αρχών.

β) Τα κινήματα-βέτο στη σημερινή ιστορική συγκυρία

Από την άποψη του περιεχομένου και της πολιτικής του «ποιότητας», ωστόσο, το κίνημα αυτό συγκέντρωσε μάλλον τα αρνητικά στοιχεία αυτών των τελευταίων κι ελάχιστα -ή ακόμη και κανένα- από τα θετικά τους. Κατά κύριο λόγο υπήρξε κίνημα των νεαρών διπλωματούχων μεσαίων τάξεων τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα: καθηγητές της δημόσιας εκπαίδευσης, μέλη του ΜΚΟ σύμπαντος, εργαζόμενοι σε συγκεκριμένες κατηγορίες του ιδιωτικού τομέα (πληροφορική, διαφήμιση κ.λπ.), φοιτητές κ.ο.κ. Ήδη η «ταξική» αυτή διάρθρωση μας βοηθά να καταλάβουμε το κυρίαρχο πολιτιστικό στυλ του κινήματος: εμμονή με τη μηντιακή και ιντερνετική του προβολή, κυριαρχία του -αφελούς- διακηρυκτικισμού εις βάρος της οποιασδήποτε προσπάθειας δημιουργίας στοιχειωδών δομών (όπως είχε, αντίθετα, συμβεί στο Σύνταγμα, με τις διάφορες θεματικές και ομάδες εργασίας) και μια αφελώς σοσιαλδημοκρατική ατζέντα που φανέρωσε κι εδώ ότι κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι των Σοσιαλιστών κατά τις προηγούμενες εκλογές. Ταυτόχρονα, η μικρή συμμετοχή λαϊκών στοιχείων (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην Ελλάδα αλλά και στην Ισπανία) επέτρεψε την πλήρη κυριαρχία αυτού του μεσοαστικού-«χίπικου» προσανατολισμού, του ιδιαιτέρως αποτρεπτικού προς κάθε ριζοσπαστικότερη ή έστω συγκρουσιακότερη εξέλιξη. Θα έλεγε κανείς πως, από ένα σημείο κι έπειτα, το κίνημα εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό τις βλέψεις τούτων των πολιτικά ορθώς σκεπτόμενων τριαντάρηδων που νιώθουν προδομένοι από το κράτος που δεν μπορεί πλέον να τους προσφέρει υποτροφίες -σε ό,τι αφορά στους φοιτητές και τους ακαδημαϊκούς ερευνητές- και εγγυήσεις κοινωνικής σταθερότητας και ανόδου, σε επαγγελματικό επίπεδο.

Τουλάχιστον στο Παρίσι και στη Μασσαλία, όπου είχαμε άμεση πρόσβαση, το κίνημα δεν ξέφυγε από αυτά τα χαρακτηριστικά, οδηγούμενο, από ένα σημείο κι έπειτα, στην αιμορραγία. Ακόμη όμως κι αν είχε λάβει από την αρχή μια πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση, δε θα απέφευγε την πρόσκρουση στους ανυπέρβλητους περιορισμούς που συναντά μέσα στην παρούσα κοινωνικοϊστορική συνθήκη κάθε αποκλειστικά «αρνητικό» κίνημα, δηλαδή κάθε κίνημα-βέτο, που απλώς στοχεύει στο μπλοκάρισμα κάποιων επιβαλλόμενων πολιτικών. Όπως το είδαμε και στην περίπτωση του ισπανικού, του ελληνικού και του αμερικανικού κινήματος αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις, ακόμη κι όταν προσπαθήσουν να εκφράσουν μια ευρύτερη αμεσοδημοκρατική και, ως εκ τούτου, «θετική» πρόταση, γρήγορα προσκρούουν σε έναν οιωνεί ανυπέρβλητο σοσιαλδημοκρατικό ορίζοντα, ο οποίος πιστεύει ότι η ανατροπή των «μέτρων λιτότητας» συνιστά απλώς και μόνο ζήτημα πολιτικής βούλησης κι επιλογής. Μπορεί στην ελληνική περίπτωση αυτοί που πίεζαν προς αυτήν την κατεύθυνση να ήταν κυρίως οι καπελωματικές αριστερίστικες γραφειοκρατίες -μεταξύ των οποίων κι ο αντιπολιτευόμενος, τότε, ΣΥΡΙΖΑ[2]-, ωστόσο μεγάλο μέρος και του «τίμιου» πολιτικά κόσμου δυσκολευόταν να παραδεχτεί πως αυτή η στροφή στη λιτότητα δε συνιστά απλά προϊόν κάποιας κακόβουλης συνωμοσίας του Σόιμπλε και άλλων ολιγαρχικών κύκλων, αλλά αναγκαστική εξέλιξη, που συνιστά συνέπεια κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών που πάνε πίσω στη δεκαετία του ’70 (συστηματική αποβιομηχανοποίηση της Δύσης, κατάργηση ρυθμιστικών μηχανισμών των κρατών, περιορισμός των φυσικών πόρων κ.λπ.) και στην πραγματικότητα αντανακλούν βαθύτερες εξελίξεις, όπως αυτές που προσπαθούμε κι εμείς να φωτίσουμε σε ένα κείμενο που δημοσιεύουμε σχετικά με το αγροτικό ζήτημα. Το γεγονός πως οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και οι διάφοροι υπερεθνικοί θεσμοί, ελλείψει σοβαρών κοινωνικών κινημάτων, προχωρούν σε αυτό το δημοσιονομικό συμμάζεμα μέσω πολιτικών άγριας λιτότητας, επιβάρυνσης των φτωχών ή μεσαίων στρωμάτων, επωφελούμενες της κρίσης για να αναδιανείμουν τον πλούτο προς όφελος των πιο εύρωστων κοινωνικών τάξεων, μας κάνει συχνά να ξεχνάμε πως δεν πρόκειται εδώ απλώς για ταξική αντεκδίκηση των «από πάνω» και για την επιβολή μιας ακόμη «καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης».

Εντός ενός τέτοιου πλαισίου, κάθε προσπάθεια αντίστασης στις επιβαλλόμενες πολιτικές που δεν προσπαθεί να επεξεργαστεί κάποια συνολική πρόταση εξόδου από τη σημερινή κατάσταση, δεν μπορεί παρά να οδηγείται σε συντριπτικές ήττες. Και φυσικά με «συνολική πρόταση εξόδου» δεν εννοούμε φαντασιοκοπίες τύπου «κομμουνισμός» και «αναρχία», αλλά κάποιο απελευθερωτικό πρόταγμα που θα λαμβάνει υπόψη το θεμελιώδες γεγονός της σπάνης των φυσικών πόρων και της συνακόλουθης αδυναμίας του ανθρώπινου γένους ν’ αυξάνεται και να πληθύνεται απεριόριστα -τόσο από στενά πληθυσμιακή άποψη όσο και (κυρίως) από την άποψη της μεγέθυνσης του οικολογικού του αποτυπώματος επί του πολύπαθου πλανήτη μας. Σε ό,τι μας αφορά, παίρνουμε αφορμή από τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα -οι οποίες, ακόμη κι αν δεν ήταν στενά συντεχνιακές, πάλι θα εντάσσονταν πλήρως στο περιγραφόμενο σχήμα- προκειμένου να σκιαγραφήσουμε ορισμένες από αυτές τις παραμέτρους. Συνιστά το κείμενό μας «Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στην σημερινή ιστορική συγκυρία» την αρχή μιας συστηματικότερης μας ενασχόλησης με το ζήτημα του ορισμού ενός απελευθερωτικού πολιτικού προτάγματος εντός των σημερινών συνθηκών, στα πλαίσια της γενικότερης γραμμής αποανάπτυξη-τοπικοποίηση.

γ) Όξυνση της καταστολής ή γενικευμένα «μπάχαλα»;

Λογικό, λοιπόν, που μέσα σε αυτό το γενικότερο αδιέξοδο το μόνο ενδεχομένως πραγματικά καινοτόμο στοιχείο της τρέχουσας κατάστασης στη Γαλλία είναι η δυναμική εμφάνιση μιας νέας γενιάς -καταπώς φαίνεται- νεαρών «μπάχαλων» οι οποίοι και πρωταγωνίστησαν στα επεισόδια και στους βανδαλισμούς που τόσο πολύ αναπαρήχθησαν από τα ΜΜΕ. Αν παραδοσιακά στη Γαλλία ο χώρος της «μπαχαλιάδας» κυριαρχείτο από τους «Αυτόνομους» (τους λεγόμενους Τοτό[3]), νεολαιίστικες ομάδες δηλαδή που κινούνται στα πλαίσια του μαρξιστικού «εργατισμού», πλέον πρέπει να έχει αναδυθεί μια νέα γενιά, πολύ λιγότερο πολιτικοποιημένη κι επηρεασμένη κυρίως από τη νεανική-οπαδική κουλτούρα των Antifa ομάδων. Τούτος ο πολιτικά τυφλός φιλονεϊκός λαϊκισμός αφαιρεί από τον «εξεγερσιακό» αυτό χώρο κάθε στοιχείο πολιτικού στοχασμού και κρίσης, οδηγώντας σε τούτα τα πρωτόγνωρα για τη (μη «προαστιακή») Γαλλία φαινόμενα: επιθέσεις σε κάθε είδους «κρατικό» στόχο (από το κτήριο ενός παιδικού νοσοκομείου στο Παρίσι μέχρι τα ποδήλατα και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα του δήμου που μπορούν να νοικιάζουν οι πολίτες κ.ο.κ.) αλλά και σε μαγαζιά και άλλα σύμβολα της «εμπορευματικής-θεαματικής κοινωνίας». Προφανώς, μακράν του να εκφράζουν κάποια «ριζοσπαστικοποίηση» της νεολαίας, αυτά τα φαινόμενα συνιστούν μέτρο της παρακμής του γαλλικού κοινωνικού κινήματος. Απ’ ό,τι φαίνεται, η αυτοεγκωμιαστική προπαγάνδα που κάνουν υπέρ του ελληνικού αναρχικού Χώρου και των γνωστών του πρακτικών οι διάφοροι αναρχικοί έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό έχει δώσει καρπούς. Στο εσωτερικό αυτών των «Αντιφά» ομάδων η Ελλάδα συνιστά ένα είδος πρωτοπορίας, στα πλαίσια μιας εφηβικής αντίληψης περί πολιτικής που συνδέει τις εικόνες των «μπαχάλων» του Δεκεμβρίου του 2008 με την ιδέα περί της Ελλάδας-πειραματόζωου της λιτότητας και χώρας του αντιφασίστα «μάρτυρα» Παύλου Φύσσα.

France ProtestsΚι όπως και στην περίπτωση του «Όρθιοι τη Νύχτα», έτσι κι εδώ έχουμε την ιδιαίτερα χαρακτηριστική σαγήνη που ασκεί η δημοσιότητα κι η μηντιοποίηση στους πρωταγωνιστές αυτών των επεισοδίων. Με ιστοσελίδες όπως το αριστερίστικο Taranisnews.com, που ειδικεύονται στη δημοσιοποίηση κινηματικών βίντεο με συγκρούσεις κι επεισόδια, δίχως τον παραμικρό σχολιασμό, ο ναρκισσισμός της αυτοπαρουσίασης φτάνει στο απόγειο του. Οριακά πλέον κάνει κανείς «μπάχαλα» προκειμένου να τα δει «ανεβασμένα» στο ίντερνετ, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι οργανωμένοι οπαδοί των αθλητικών σωματείων βιντεοσκοπούν κάθε φορά την κερκίδα κάθε αγώνα, προκειμένου να δημοσιοποιήσουν τα σχετικά πλάνα στις ιστοσελίδες τους. Ίσως να μην είναι τυχαίο, εν προκειμένω, το γεγονός πως τέτοιες πρακτικές των λεγόμενων Ultras[4] είχαν αρχίσει εδώ και κάποια χρόνια να διαδίδονται στο «Αντιφά» κίνημα διά της συνεργασίας με τις αντίστοιχες «Αντιφά» μερίδες οργανωμένων οπαδών. Βλέπουμε εδώ πώς οι πιο διαπρύσιοι κατήγοροι της «κοινωνίας του θεάματος» είναι πολύ συχνά βαθιά εμποτισμένοι από αυτή τη λογική που μετατρέπει κάθε πράξη και βίωμα σε «θέαμα».

Ειρήσθω εν παρόδω ότι όλος αυτός ο χαμός που έγινε σχετικά με τους «στρατιωτικούς νόμους στη Γαλλία» και την υποτιθέμενη προσπάθεια επιβολής ολοκληρωτισμού με αφορμή τα χτυπήματα, τόσο του Ιανουαρίου όσο και του Νοεμβρίου του 2015 -ας θυμηθούμε την αφίσα που είχαν κυκλοφορήσει μετά το Σαρλί οι «Αυτόνομοι»-, συνιστά φιάσκο ολκής. Διότι η προσπάθεια του Ολάντ να μεταρρυθμίσει το Σύνταγμα εισάγοντας ένα άρθρο σχετικά με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης απέτυχε πανηγυρικά. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση αποσκοπούσε στο να δώσει συνταγματική κατοχύρωση στις σχετικές αποφάσεις του Προέδρου και της κυβέρνησης. Μέχρι τώρα τις αποφάσεις αυτές τις υποστήριζαν μόνο μερικοί νόμοι, οι οποίοι δε διαθέτουν την αυξημένη ισχύ και το κύρος των συνταγματικών προβλέψεων. Με άλλα λόγια, η συνέχιση ή και, πιθανόν, η μακρόχρονη παγίωση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης είναι εξαιρετικά δύσκολη και βασίζεται στην πολιτική βούληση του κυβερνώντος σχηματισμού, στο γενικότερο πολιτικό κλίμα και στους συσχετισμους ισχύος μέσα στα όργανα κοινοβουλευτικού ελέγχου. Με μια σχετική συνταγματική κατοχύρωση, η καθιέρωση και επιμύκηνσή του θα συνδεόταν με αρμοδιότητες και υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα και θα αποκοβόταν από τα σχετικά με το πολιτικό κόστος ζητήματα.

Το ίδιο συνέβη και με την έτερη προσπάθεια του Ολάντ να καθιερώσει την απώλεια της γαλλικής υπηκοότητας στους πολίτες που την κατέχουν λόγω του ότι γεννήθηκαν στη Γαλλία από μη γάλλους γονείς, στην περίπτωση που διαπράξουν σοβαρά εγκλήματα κατά του γαλλικού έθνους. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη ισχύει ήδη για όσους πολιτογραφήθηκαν Γάλλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους (μπορεί να τους αφαιρεθεί αν διαπράξουν σοβαρά εγκλήματα κατά της Γαλλίας), καθώς και για τους Γάλλους που πήραν την υπηκοότητα ενός άλλου κράτους (επειδή προφανώς δε θεωρούν πλέον ότι ανήκουν στο γαλλικό έθνος). Η υπουργός Δικαιοσύνης, Κριστίν Τομπιρά, παραιτήθηκε, η κοινοβουλευτική ομάδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος διακήρυξε πως θα καταψήφιζε τα μέτρα, ενώ το ίδιο έκανε και η δεξιά πλειοψηφία της Γερουσίας. Πώς μπορεί να μιλά κανείς για ολοκληρωτισμό, όταν τις βουλές της εξουσίας τις μπλοκάρουν όχι ένα αλλά δύο ολόκληρα θεσμικά σώματα, αρχικά η Βουλή και στη συνέχεια η Γερουσία, η οποία στη Γαλλία φτιάχτηκε ακριβώς για να δρα ως παράγων συντήρησης και σταθερότητας, που μπλοκάρει κάθε ριζοσπαστική -είτε προς τα αριστερά είτε προς τα δεξιά- νομοθετική παρεκτροπή της Βουλής;

[1] Κατά τις πορείες των πρώτων εβδομάδων του Ιουνίου, για παράδειγμα, τόσο στο Παρίσι όσο και στη Μασσαλία, η διαφορά μεταξύ της εκδοχής της Αστυνομίας, από τη μια πλευρά, κι εκείνης της CGT, από την άλλη, ήταν τόσο πρωτόγνωρα μεγάλη που η συνδικαλιστική ηγεσία σχεδόν γελοιοποιήθηκε για τα υπερβολικά «φουσκωμένα» νούμερα που παρουσίασε στην προσπάθειά της να πείσει ότι το κίνημα δεν φυλλοροεί.

[2] Βλ. Σχετικά και την ανάλυσή μας, «Το Κίνημα των Πλατειών και οι δυσκολίες δημιουργίας ενός δημοκρατικού κινήματος», Πρόταγμα, τ. 3, Δεκέμβριος 2011.

[3] Totos: χαϊδευτικό παρατσούκλι εκ του Autonomes (Οτονόμ) που σημαίνει «Αυτόνομοι» στα γαλλικά.

[4] Μια ιστορικοκοινωνιολογική προσέγγιση των οποίων μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο του S. Louis, Το φαινόμενο των Ultras στην Ιταλία, μτφρ. Β. Γιαννακοπούλου, Αθήνα, Απρόβλεπτες Εκδόσεις, 2011.

[…]

Posted in Κείμενα | 2 σχόλια

Πρόταγμα, τεύχος 9o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 9o τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

 

Protagma#9_εξω(1)

Editorial (Eλλάδα – Δύση – Ανατολή) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στη σημερινή ιστορική συγκυρία · Δημήτρης Μαρκόπουλος Στη δίνη του περιθωρίου. Σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό. Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (β´μέρος) · Νίκος Κασφίκης Σημειώσεις πάνω στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας (β´ μέρος) · Σπύρος Απέργης Μετά την «Αραβική άνοιξη». Οι αραβικές κοινωνίες μεταξύ φατριαστικού και θεοκρατικού φαντασιακού · Βιβλιοκριτικές: Σιμόν Βέιλ: Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία (β´ μέρος)

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

-Βιβλιοπωλείο Απόστροφος, Κοτάρδου Θεμιστοκλέους 41

Κρήτη
– Καφενείο «Το Χαλικούτι», Κατεχάκη 3, πεζόδρομος Φορτέτζα, Ρέθυμνο

 

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 6 σχόλια

Το Μπρέξιτ απο ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά

  1. Η πολιτική και ανθρωπολογική διάσταση του προβλήματος

Η περιφρόνηση των σύγχρονων ολιγαρχιών για τον λαό

Πριν το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία ο μέγας πολιτικός ανήρ, Ντόναλντ Τουσκ είχε δηλώσει απερίφραστα και κατηγορηματικό ότι «πιθανό Μπρέξιτ θα σηματοδοτούσε το τέλος του δυτικού πολιτικού πολιτισμού». Φαίνεται λοιπόν ότι ορισμένοι ομοϊδεάτες του πήραν στα σοβαρά τούτον τον χρησμό και τελούν εδώ και λίγες εβδομάδες εν πλήρη πανικώ. Δεν εξηγούνται αλλιώς τα όσα απίστευτα ακούμε και διαβάζουμε αυτές τις μέρες σχετικά με τους ψηφοφόρους που τάχθηκαν υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. Και τι δεν ακούσαμε: τι για «γερο ηλίθιους, ρατσιστές και ξενόφοβους», τι για «εγωιστές και άμυαλους ηλίθιους», τι για «νίκη των μπαχαλάκηδων και των ηλίθιων αριστεριστών, των φασισταριών και των μεθυσμένων χούλιγκανς, των αναλφάβητων επαναστατών και των νεοεθνικιστών που βρωμάνε ιδρωτίλα και έχουν κάτι μέτωπα σαν βόδια».

Τα ίδια όμως δεν ακούγαμε και πριν ένα χρόνο από τους εκπροσώπους  του εγχώριου νεο-φιλελέ-«Μένουμε Ευρώπη»-και-δε-συμμαζεύεται τόξου σχετικά με τους υποστηρικτές του «ΟΧΙ» στο δικό μας δημοψήφισμα; Βλέπουμε για ακόμη μια φορά όχι μόνο την απέχθεια και συνάμα τον φόβο των σημερινών ψευτο-φιλελεύθερων απέναντι σε πρακτικές όχι απαραίτητα δημοκρατικές μα με αδιαμφισβήτητα δημοκρατικές δυνατότητες όπως το δημοψήφισμα, αλλά και τη βαθειά τους περιφρόνηση για τις σημερινές λαϊκές τάξεις, οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι ένα συνοθύλευμα «βλάχων», «ρατσιστών», «αντιδραστικών» και «μικροαστών». Σε ό,τι αφορά δε στους τεχνοκράτες της Ε.Ε., είναι γνωστή η παράδοση επιδεικτικής αγνόησης της λαϊκής ετυμηγορίας, όποτε αυτή δεν συμβαδίζει με τις βλέψεις και τα σχέδιά τους –όπως συνέβη σε προηγούμενες περιπτώσεις δημοψηφισμάτων (στη Δανία, τη Γαλλία κ.λπ.).

Ο Κρίστοφερ Λας είχε εδώ και δεκαετίες αναλύσει τη ριζική αποκοπή των σύγχρονων ολιγαρχιών από το κοινωνικό σώμα προτείνοντας την περίφημη ιδέα της «εξέγερσης των ελίτ». Κι είχε σωστά εντοπίσει τις ρίζες αυτής της εξέλιξης όχι μόνο στην εμπέδωση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας μα και στην αριστερίστικη ιδεολογία της δεκαετίας του ’60, η οποία ουσιαστικά προετοίμασε το έδαφος για την πλήρη κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Διόλου τυχαίο που αυτός ο μεταμοντέρνος αριστερισμός, εμμονικά «αντιρατσιστικός» και «αντισεξιστικός», έχει μάθει να βλέπει την κοινωνία ως έναν «βόθρο» ή «εμετό» και τις λαϊκές τάξεις ως «σκουλήκια μικροαστούς» (για να παραθέσουμε μόνο τρεις από τις πολύ χαρακτηριστικές εκφράσεις με τις οποίες ορισμένες ομάδες του ελληνικού αναρχικού Χώρου χρησιμοποιούν όταν αναφέρονται στην ελληνική κοινωνία). Όπως έχουμε προσπαθήσει να δείξουμε, αυτή η εστέτ περιφρόνηση για το κοινωνικό σώμα (τον περίφημο «εθνικό κορμό» των μεταμοντέρνων αριστεριστών) συνιστά την βαθύτερη ουσία του «χιπστερισμού», δηλαδή της πολιτιστικής ευαισθησίας των σύγχρονων ολιγαρχιών.

Η νέα κοινωνική γεωγραφία των δυτικών χωρών

Βασική ιδεολογία αυτών των ολιγαρχιών, που, ως προερχόμενες από την πολιτιστική επανάσταση των κινημάτων του ’60 και του ’70, δεν είναι πλέον συντηρητικές και «αντιδραστικές», είναι ο πολιτιστικός φιλελευθερισμός -δηλαδή η αντίθεση σε κάθε είδους όριο και περιορισμό στις επιλογές και την ελευθερία κινήσεων του ατόμου. Βασική συνιστώσα τούτης της πολιτιστικής ευαισθησίας είναι η αποθέωση της ελευθερίας μετακίνησης -ανθρώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων. Αν οι τόσοι και τόσοι από τους σημερινούς «σταρς» και λοιπούς μεγαλοκαλλιτέχνες συγκινούνται τόσο με το δράμα των προσφύγων, είναι ακριβώς επειδή βλέπουν σ’ αυτούς -μέσα στην εστέτ και μπλαζέ τους αφέλεια- το ίδιο στοιχείο εκρίζωσης και νομαδισμού που χαρακτηρίζει και τους ίδιους (παραβλέποντας, φυσικά, πως στη δική τους περίπτωση τούτη η κατάσταση συνιστά ηθελημένη και δίχως το παραμικρό κόστος επιλογή). Λογικό είναι, λοιπόν, όποιος δεν ενθουσιάζεται από αυτόν τον αφελή ψευτο-κοσμοπολιτισμό να κατακεραυνώνεται ως «ρατσιστής» και «φασίστας».

Κι αν εμείς, με τη σειρά μας, δίνουμε τόση σημασία σε τούτες τις φαινομενικά εντελώς δευτερεύουσες εξελίξεις και πολιτιστικές διακρίσεις, είναι γιατί, παρά τα φαινόμενα, στην πραγματικότητα φτάνουν μέχρι και να διαμορφώνουν τη νέα κοινωνική γεωγραφία της Δύσης: από τη μια μεριά, λοιπόν, έχουμε τις δυτικές μητροπόλεις που τείνουν όλες τους να αρνούνται τα τοπικά και λαϊκά στοιχεία τους και να μετατρέπονται σε global cities, μιας και συγκεντρώνουν τη νέα αυτή «κοσμοπολίτικη», υπερεθνική και εκριζωμένη ολιγαρχία που βασίζει την οικονομική της ισχύ στην παγκοσμιοποίηση· και από την αλλη έχουμε τις διάφορες «βαθιές» ενδοχώρες -κατά το πρότυπο της «Βαθιάς Αμερικής»- στις οποίες συγκεντρώνονται οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης, οι «περιφερειακοί» πληθυσμοί του Κριστόφ Γκιλουί, δηλαδή η ταξικώς ξεπεσμένη -εξ αιτίας της αποβιομηχανοποίησης- εργατική τάξη και τα λαϊκά και πρώην μεσαία στρώματα που εγκαταλείπουν τις μεγαλουπόλεις μιας και δεν μπορούν πλέον να τα βγάλουν πέρα από οικονομικής άποψης[2]. Όλο και περισσότερο, οι δυτικές μητροπόλεις συνιστούν πλέον μεγαλουπόλεις δίχως λαό, μιας και οι πολιτικές του πολεοδομικού εξευγενισμού (gentrification) δημιουργούν ένα είδος αποστειρωμένης πόλης-λούνα παρκ πολιτιστικής διασκέδασης για τις σημερινές «εναλλακτικές» κι «εκλεπτυσμένες» ολιγαρχίες. Το μόνο λαϊκό στοιχείο που επιβιώνει εντός τους (ή, ορθότερα, στην «προαστιακή» τους περιφέρεια) είναι οι μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό προσωπικό των ολιγαρχιών (μικροτεχνίτες, νταντάδες, καθαρίστριες, ιδιοκτήτες εστιατορίων, ψιλικατζήδικων κ.λπ.). Και μιας και το σύνολο σχεδόν των σημερινών «μορφωμένων» και «λόγιων» τάξεων ανήκει, πολιτιστικά, στην ολιγαρχία και τον κόσμο των «μητροπόλεων», το σύνολο της πολιτιστικής παραγωγής, σε ό,τι έχει να κάνει με την αναπαράσταση της κοινωνίας, αναπαράγει αυτήν την εικόνα, με αποτέλεσμα να καταδικάζει τη Βαθιά Ενδοχώρα στην αφάνεια, παρουσιάζοντάς την, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα βούρκο ακινησίας, έλλειψης καλλιέργειας και πολιτιστικής οπισθοδρόμησης. Το μόνο, αντίθετα, που αναγνωρίζεται πλέον ως λαός μέσα στις δυτικές χώρες είναι είτε οι μετανάστες είτε λούμπεν στρώματα της λεγόμενης υποτάξης (underclass).

Μαζί με τις ΗΠΑ η Βρετανία συνιστά το αποκορύφωμα της αποκρυστάλλωσης αυτών των τάσεων. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αρχικά της Θάτσερ κι εν συνεχεία των Νέων Εργατικών, διέλυσαν την εργατική τάξη, καταστρέφοντας ολόκληρο τον ανθρωπολογικό ιστό ενός μεγάλου μέρους του λαϊκού κόσμου, όχι μόνο των μεγάλων πόλεων μα και των μικρομεσαίων βιομηχανικών πόλεων της περιφέρειας. Ταυτόχρονα, η πλήρης διασύνδεση της χώρας με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία μετέτρεψε τις μεγάλες πόλεις σε προπύργια του νέου, κυρίαρχου πολιτιστικού ήθους, με τον τόνο να δίνουν τα στελέχη του Σίτι του Λονδίνου και της σόουμπιζ (τηλεοπτικές περσόνες και μεγαλοαθλητές, μεγαλοκαλλιτέχνες και εργαζόμενοι στον χώρο των ΜΜΕ και του θεάματος), οι καραβιές των ξένων φοιτητών και εκκολαπτόμενων στελεχών επιχειρήσεων κι οι μετανάστες από τις πρώην αποικίες που έρχονται στα μεγάλα αστικά κέντρα σε αναζήτηση εργασίας. Πρόκειται ακριβώς για τον κόσμο που ψήφισε υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε. –μαζί με όσους γοητεύονται από αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως οι νέοι που ψηφισαν μαζικά υπέρ της παραμονής-, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουν όλοι τους τη βασική της αρχή ως θεμέλιο της ύπαρξής του: ελευθερία μετακίνησης ανθρώπων κι εμπορευμάτων. Μπροστά στη θεσμική κατοχύρωση τούτου του θεμελιώδους για την ανθρωπολογική συγκρότηση αυτών των στρωμάτων νομαδισμού, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Ο πολιτιστικός εμφύλιος και η άνοδος της Ακροδεξιάς

Και στην αντίπερα όχθη, ο κόσμος που ψήφισε υπέρ της εξόδου ήταν η περιφέρεια, δηλαδή η αχανής επικράτεια των ξεχασμένων της παγκοσμιοποίησης, των λαϊκών αυτών στρωμάτων που φυτοζωούν πλέον μεταξύ ανεργίας και χρόνιας επισφάλειας. Ο χάρτης των αποτελεσμάτων είναι κάτι παραπάνω από ενδεικτικός. Αν εξαιρέσουμε την κατεχόμενη Ιρλανδία και τη Σκωτία, οι οποίες ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., καθώς παραδοσιακά την βλέπουν ως αντίβαρο στην αγγλική επικυριαρχία, στο εσωτερικό της τελευταίας (αλλά και της Ουαλίας), η κατάσταση είναι χαρακτηριστική: όλος ο χάρτης καλύπτεται από το χρώμα της Εξόδου με μόνες νησίδες Παραμονής το Λονδίνο με τα περίχωρά του και τις υπόλοιπες βασικές πόλεις. Η διάκριση ανάμεσα στις μητροπόλεις και την ενδοχώρα είναι κάθετη και ριζική και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρείται ως το βασικό ερμηνευτικό δεδομένο.

Ενθυμούμενοι, λοιπόν, έναν όρο που έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί στις ΗΠΑ για να περιγράψει τη σύγκρουση των νεολαιίστικων κινημάτων του ’60 και των αποτόκων τους με την παραδοσιακή αμερικανική ιδεολογία (της «ενήλικης» Αμερικής), θα λέγαμε πως συναντάμε εδώ τον πυρήνα αυτού του πολιτιστικού πολέμου (για cultural wars γίνεται λόγος στις ΗΠΑ) που μαίνεται, υπογείως, στο εσωτερικό κάθε δυτικής χώρας από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα. Τόσο το Μπρέξιτ όσο και η άνοδος του Τραμπ στις ΗΠΑ συνιστούν προσπάθειες απάντησης της βουβής Ενδοχώρας απέναντι στην πολιτική, οικονομική μα και πολιτιστική κυριαρχία που ασκούν οι εκριζωμένες παγκόσμιες μητροπόλεις επί των εκάστοτε εθνικών τους μετόπισθεν. Και το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε, σε μεγάλο βαθμό, για τη σταθερή άνοδο της Ακροδεξιάς και του δεξιού λαϊκισμού μέσα στον δυτικό κόσμο, μιας κι η εν λόγω άνοδος χαρακτηρίζεται από μια θεμελιωδώς πολιτιστική διάσταση.

Αυτή η διαπίστωση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τον ρόλο που παίζει το μεταναστευτικό ζήτημα στην ατζέντα του σύγχρονου λαϊκισμού, ο οποίος, όπως βλέπουμε, θα πρέπει να θεωρείται ως η άναρθρη κραυγή της περιφερειακής Βαθιάς Ενδοχώρας. Μακράν του να είναι απαραιτήτως ρατσιστές και ξενοφοβικοί, οι κάτοικοί της έχουν διαισθητικά αντιληφθεί την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο φιλομεταναστευτισμός για τα πολιτιστικά ήθη της μητροπολιτικής ολιγαρχίας κι έτσι βρίσκουν στον αντιμεταναστευτισμό ένα ακόμα μέσο για την έκφραση της αντίθεσής του προς αυτήν. Διότι, φυσικά, υπάρχουν κι οι καθαρά υλικοί παράγοντες που εξηγούν τούτη την καχύποπτη στάση: αρχικά το γεγονός πως οι μετανάστες ρίχνουν τα μεροκάματα αλλά και αντικαθιστούν, σε ορισμένες περιπτώσεις (λόγω της αποβιομηχανοποίησης των δυτικών οικονομιών), τον γηγενή πληθυσμό όπως επίσης κι η διαπίστωση πως, όντας εγγύτερα στα κέντρα της παγκόσμιας οικονομίας οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί έχουν συχνά δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης που δεν έχουν οι ξεχασμένοι περιφερειακοί. Προφανώς και η ερμηνεία του φαινομένου δε σημαίνει απαραιτήτως και δικαιολόγησή του. Είναι όμως απαραίτητο να ξεκαθαρίζονται κάποια πράγματα, προκειμένου να ξέρουμε, κάθε φορά, τι έχουμε πραγματικά ν’ αντιμετωπίσουμε, δίχως να παρασυρόμαστε από αντιρατσιστικά παραληρήματα.

Το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο

Διότι, κατά τα άλλα, τέτοιες αντιλήψεις συνιστούν δείγμα του σημερινού αδιεξόδου: από τη μια μεριά οι κοντόθωρες και αδιέξοδες πολιτικές των δυτικών ολιγαρχιών αλλά και η γενικότερη κοινωνική και οικονομική εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών, που οδηγεί σ’ ένα είδος εξοστρακισμού των λαϊκών στρωμάτων χάριν της κυριαρχίας των «χίπστερ» μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων· και από την άλλη ένας λαός απογοητευμένος και θυμωμένος, παραιτημένος όμως και ανίκανος να κινητοποιηθεί, που αφήνεται να άγεται και να φέρεται από απατεώνες λαϊκιστές διάττοντες αστέρες (όπως οι Φαράτζ και Τζόνσον στην Αγγλία) οι οποίοι προσπαθούν να βγουν στον αφρό της Ιστορίας. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε η πλευρά του Leave στην Αγγλία είναι χαρακτηριστικός: ψεύτικα στοιχεία, προσπάθεια δημιουργίας αντιμεταναστευτικής υστερίας (με επιχειρήματα του τύπου «θα μπει η Τουρκία στην ΕΕ και θα γεμίσουμε με 76 εκατομύρια μουσουλμάνους»), συνωμοσιολογικά σενάρια για τον δήθεν «ύποπτο» ρόλο των στυλό που πρόσφεραν τα εκλογικά κέντρα και άκρατος λαϊκισμός κάθε είδους από δύο γελοίες προσωπικότητες που προσπάθησαν να γίνουν ηγέτες του κινήματος (Φαράτζ και Τζόνσον). Στο πλαίσιο αυτό όσοι στήριξαν την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. το έκαναν όχι απλώς ως αντίδραση στην άρχουσα ολιγαρχία αλλά ως αντίδραση εντελώς τυφλή και συναισθηματική. Ίσως να μην είναι υπερβολικά, υπό αυτήν την έννοια, ορισμένα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι μερίδα των οπαδών του Leave είναι πλέον πανικόβλητοι, καθώς δε φαντάζονταν ποτέ ότι η επιλογή τους θα κέρδιζε με αποτέλεσμα να έχουν τρομοκρατηθεί από τις επικείμενες συνέπειες του αποτελέσματος.

Άλλο πράγμα, δηλαδή, αυτό που αντικειμενικά μπορεί να σημαίνει μια τέτοια ψήφος και άλλο οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους την επέλεξαν οι ψηφοφόροι. Αδυνατούμε, ως εκ τούτου, να συμμεριστούμε τη χαρά διάφορων αριστερίστικων ή πατριωτικών κύκλων για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος -από πότε η τυφλή αντίδραση καθιερώνεται κι εγκωμιάζεται ως δείγμα πολιτικής ωριμότητας; Σίγουρα συνιστά ηθική ικανοποίηση να φαντάζεται κανείς τα ξυνισμένα μούτρα του Σόιμπλε ή των διάφορων χαρτογιακάδων τύπου Ντάιζελμπλουμ και Τουσκ κατά το άκουσμα των αποτελεσμάτων, ενώ επόμενο είναι η απέχθεια κάθε δημοκρατικώς σκεπτόμενου ανθρώπου για τη σύγχρονη ολιγαρχία να τον κάνει αυτομάτως να συμπαθεί κάθε αντίδραση των λαϊκών τάξεων απέναντι της, έστω κι αν πρόκειται για αντίδραση ανορθολογική -μέχρι εκεί όμως. Διότι οι πρώτες ενδείξεις δεν προμηνύουν τίποτε καλό: η γενικότερη στάση της Ε.Ε. («φύγετε το γρηγορότερο δυνατό») φανερώνει μάλλον ρεβανσισμό ενώ οι φήμες που κυκλοφορούν δείχνουν τον Σόιμπλε ακόμη πιο πεπεισμένο πως μόνο διά της οδού της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» θα ξεπεράσει η Ε.Ε. τα προβλήματά της. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων προς το παρόν ευνοεί μόνο τον δεξιό και ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό ο οποίος, με τη σειρά του, θα χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως φόβητρο από την ολιγαρχία των Βρυξελλών και του Βερολίνου με σκοπό την επιβολή ενός ακόμη πιο αντιδημοκρατικού πλαισίου. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, τα σενάρια περί ενός αριστερής κατεύθυνσης συνασπισμού των μεσογειακών χωρών υπό τις προτροπές Ρέντσι και Τσίπρα μόνο γέλιο προκαλούν.

 

  1. Τα γεωπολιτικά διακυβεύματα.

Το συμβολικό πλήγμα που το Μπρέξιτ επέφερε στην ιδεολογία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι καίριο. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτούμε πως, από ιστορικής άποψης, η Βρετανία θεωρείται ως η σημαντικότερη μήτρα της νεοφιλελεύθερης ψευδοϊδεολογίας (ως πατρίδα του κλασικού φιλελευθερισμού) αλλά και ως ένας από τους πιο δυναμικούς εκφραστές της στο πλαίσιο του σημερινού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αλλά το πλήγμα αυτό δε θα έχει καμία καθαρά θετική συνέπεια αν δεν ενσωματωθεί μέσα σ’ ένα γενικότερο πολιτικό πρόταγμα, προερχόμενο από τον λαό και κυρίως από τα κομμάτια εκείνα που υποφέρουν εδώ και χρόνια από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και, στην περίπτωση της Βρετανίας, στήριξαν μαζικά την έξοδο από την Ε.Ε. Είδαμε όμως ότι αυτά παραμένουν μέχρι σήμερα στο επίπεδο της ασαφούς ψήφου διαμαρτυρίας, ευνοώντας προς το παρόν τις δυνάμεις του δεξιού λαϊκισμού. Κατά συνέπεια, οι ανακατατάξεις στο στενά οικονομικό πλαίσιο δεν αναμένεται να είναι εξαιρετικά δυσμενέστερες για την Βρετανία, την Ε.Ε. και τον πλανήτη από αυτές που ήδη διαφαίνονταν από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και οι οποίες οφείλονται στα βαθύτερα, δομικά αδιέξοδα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, όπως προσπαθούμε να εξηγήσουμε αλλού[3]. Οι πραγματικοί κίνδυνοι λοιπόν δε φαίνεται να προέρχονται από τα καπρίτσια της «ελεύθερης αγοράς», τις κοντόθωρες μανούβρες των τεχνοκρατών και χαρτογιακάδων και την ανικανότητα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ολιγαρχίας, αλλά από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που το Μπρέξιτ συνεπάγεται.

Θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο πιο σαφείς γίνεται: Η Ευρώπη αντιμετωπίζει κατά τη γνώμη μας έναν παράξενο συνδυασμό αδιεξόδων. Πρώτον, τον ανερχόμενο ρωσικό επεκτατισμό ο οποίος έχει δομηθεί πάνω σε μια νεοαυτοκρατορική βάση. Δεύτερον, τα ασταμάτητα κύματα μετανάστευσης που αποσταθεροποιούν βαθιά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, σε συνδυασμό με τη δημογραφική κρίση των γηγενών πληθυσμών που μεταβάλλει αθόρυβα την εθνική σύνθεση των ευρωπαϊκών κρατών. Σύστοιχος με αυτό είναι και ο ανερχόμενος ισλαμικός ριζοσπαστισμός που κατακτά σημαντικά κομμάτια των εντός Ευρώπης μουσουλμανικών πληθυσμών, ακόμα και όσων έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Τρίτον, τη χρηματοπιστωτική κρίση που μετεξελίσσεται σε μια διαδικασία καταστροφής των ίδιων των βάσεων της καπιταλιστικής οικονομίας και ροκανίζει την υπεροχή της Ευρώπης, και της Δύσης γενικότερα, από την άποψη των στρατιωτικών συσχετισμών ισχύος. Τέταρτον, την παταγώδη αποτυχία της Ε.Ε. να προβάλει ένα συνολικό πολιτικό πρόταγμα για το μέλλον των κρατών της ανατολικής και νοτιοδυτικής Ευρώπης, λύνοντας έτσι οριστικά το παλιό και τακτικά επανερχόμενο πρόβλημα του εγκλωβισμού τους μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων. Πέμπτον, την πλήρη κατάρρευση των ισσοροπιών που διαμορφώθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή -εξέλιξη μοναδικής ιστορικής σημασίας που είναι δύσκολο να αξιολογηθεί πλήρως αυτή τη στιγμή. Έκτο, την απαράμιλλη αδράνειά της, οφειλόμενη στο γεγονός πως δεν αποτελεί μια θετική πολιτική δομή: Δεν έχει κεντρικούς στρατηγικούς άξονες, δε διαθέτει ένα κέντρο λήψης αποφάσεων και κανένα ενιαίο στρατιωτικό μηχανισμό. Δεν είναι ικανή να αποτελέσει έναν σοβαρό γεωπολιτικό παράγοντα παρά μια συσσωμάτωση με αποφατικό πρόσημο, η οποία απλά συμβάλλει στο να αποφεύγονται τα χειρότερα τόσο εντός Ευρώπης όσο και στα σύνορά της. Έβδομο, την αδυναμία της να διαμορφώσει μια κεντρική ευρωπαϊκή ταυτότητα ικανή να της προσφέρει εκείνο τον βαθμό πολιτικής ενότητας και κυριαρχίας που έχουν πετύχει ιστορικά τα εθνικά κράτη, ακόμα και όσα εξ αυτών είναι οργανωμένα σε ομοσπονδιακή βάση (όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, λ.χ.). Όγδοο, τον πρωτοφανή πολιτικό λήθαργο μέσα στον οποίο είναι βυθισμένοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, αποτέλεσμα και της ανθρωπολογικής κρίσης του δυτικού ανθρώπου αλλά και της ιδιαίτερης ιστορίας της Ευρώπης, με τις τραγωδίες του 20ού αιώνα, την αποτυχία των εργατικών κινημάτων και την κτηνωδία των κομμουνιστικών καθεστώτων να παίζουν έναν καίριο ρόλο.

Από αυτή την άποψη, φάινεται πως το Μπρέξιτ σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αποσάθρωσης της ευρωπαϊκής αλλά και γενικότερα δυτικής ισχύος, καθώς φαίνεται πως ανοίγει το πρώτο σοβαρό μεταπολεμικό ρήγμα εντός των δυτικών συμμαχιών. Έχουμε και στο παρελθόν δει αντιθέσεις μεταξύ των δυτικών συμμάχων, όπως στην περίπτωση της εναντίωσης Γαλλίας και Γερμανίας στην αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, ή παλιότερα την αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, την διαφοροποίηση της αμερικανικής πολιτικής σχετικά με τον χειρισμό της κρίσης του Σουέζ κ.ο.κ. Ωστόσο, από το 1949 μέχρι τις 23 Ιουνίου 2016 καμία κυβέρνηση, και κυρίως κανένας λαός, δεν αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά κάποιον υπερεθνικό οργανισμού όπως το ΝΑΤΟ ή η ΕΟΚ-Ε.Ε.-Ευρωζώνη. Ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτού του ρήγματος; Θα πρέπει πρώτα-πρώτα να λάβουμε υπόψιν μια παλιά και δοκιμασμένη τακτική των εχθρών της Δύσης: την προσπάθεια να διασπάσουν τις δυτικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουν την μία ενάντια στην άλλη. Απέναντι σε αυτή την τακτική, συσσωματώσεις όπως η Ε.Ε. και ειδικά το ΝΑΤΟ αποτελούσαν κατά τα τελευταία 70 χρόνια μια πολύ αποτελεσματική ασπίδα.

Βαλκανοποίηση της Ευρώπης;

Συνεπώς, η κατάσταση που διαμορφώνεται από το Μπρέξιτ είναι πρωτοφανής για την ευρωπαϊκή και αμερικανική διπλωματία και, φυσικά, τους απορρέοντες από αυτές στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Στο Εντιτόριαλ του προηγούμενου τεύχους μιλούσαμε για τον φόβο των Αμερικανών απέναντι σε μια διάσπαση της Ευρώπης και τις ανάγκες ανασχεδιασμού της νατοϊκής στρατηγικής για τη Γηραιά Ήπειρο. Και αν αυτό ισχύει για το μικρό οικόπεδο στην ανατολική Μεσόγειο που λέγεται Ελλάδα, τι ισχύει στην περίπτωση μιας χώρας με τη συμβολική και πραγματική βαρύτητα της Μεγάλης Βρετανίας; Το ΝΑΤΟ θα πρέπει τώρα να λάβει υπόψιν του και την πιθανότητα ανάπτυξης ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών σε κρίσιμες για την ασφάλεια της Ευρώπης μελλοντικές εποχές. Κάτι που αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο εφιάλτη των Αμερικανών, καθότι όχι μόνο χρειάστηκε να επέμβουν δύο φορές μέσα σε μισό αιώνα για να τους τερματίσουν, αλλά και να παραμείνουν παρόντες στην Ευρώπη εδώ και 70 χρόνια για να είναι σίγουροι -μεταξύ άλλων- πως αυτοί δε θα ξαναρχίσουν.

Σημάδια τέτοιων πιθανών επιπλοκών είδαμε πρόσφατα, με τις περίεργες δηλώσεις του Γερμανού υπουργού εξωτερικών Στάϊνμάϊερ απέναντι στις μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις που πραγματοποίησε το ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη, την γενικότερη αύξηση του επιπέδου ετοιμότητας και την ενίσχυση των δυνάμεών του σ’ αυτήν. Πιστεύουμε πως αυτή η κίνηση θα πρέπει να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια να διατηρήσει η Γερμανία καλές σχέσεις με τη Ρωσία, δηλαδή με τον βασικό -και κρίσιμο για την βιομηχανία της- ενεργειακό της προμηθευτή, απέναντι στον οποίο άλλωστε έχει υπάρξει αρκετά επιπόλαιη: Στήριξε με απροθυμία τις κυρώσεις εναντίον του μετά την ουκρανική κρίση, ασκεί παρασκηνιακές πιέσεις για να αρθούν σύντομα, δεν έδειξε αρκετά αποφασιστική στάση απέναντι στην προσάρτηση της Κριμαίας και στις συγκρούσεις στην ανατολική Ουκρανία. Έτσι, με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, που υπήρξε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της σκληρής στάσης απέναντι στον Πούτιν, η Ε.E. χάνει έναν αντισταθμιστικό παράγοντα απέναντι στην πιθανή ενδοτικότητα της ηπειρωτικής ευρώπης προς την Ρωσία, λόγω ενεργειακής εξάρτησής της αλλά και της γενικότερης αίσθησης ανασφάλειας. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η σημασία της στρατιωτικης προστασίας που παρέχουν οι ΗΠΑ και, συνακόλουθα, το ερώτημα του ποιος θα αναλάβει τα ηνία του «αμερικανικού δακτύλου» εντός Ε.E., που παραδοσιακά κρατούσε η Μεγάλη Βρετανία. Αν αυτή είναι η Γαλλία, τότε αυτή η χώρα καλείται να παίξει έναν ρόλο στον οποίο δε θα μπορέσει εύκολα να ανταποκριθεί: Μέχρι πρότινος, συμμαχώντας με την Μ. Βρετανία ή, ευκαιριακά, με την Ιταλία και την Ισπανία, κατάφερνε να συγκρατεί τις επιδιώξεις του κεντροευρωπαϊκού «άξονα», της Γερμανίας και των κολαούζων της. Δίχως την Μ. Βρετανία, με μια προβληματική οικονομία, με αδύναμους συμμάχους, με μια εντελώς ανίκανη -στα όρια του γελοίου- πολιτική τάξη, η Γαλλία δε θα μπορέσει κατά πάσα πιθανότητα να αποτελέσει σημαντικό αντίβαρο απέναντι στις κοντόθωρες, υπαγορευόμενες από τα στενά οικονομικά συμφέροντα και από μια άκαμπτη λογική, τακτικές της Γερμανίας σε ζητήματα εσωτερικής αλλά κυρίως εξωτερικής πολιτικής. Τα αδιέξοδα, η αδράνεια, η σταθερή αβεβαιότητα και, πιθανόν, η ουσιαστική απαξίωση της Ε.E.-Ευρωζώνης και η διάσπασή της σε δύο ή περισσότερους περιφερειακούς σχηματισμούς, θα πρέπει να θεωρούνται ως πιθανές εξελίξεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να υποστηριχθεί in fine και απο τις ΗΠΑ προκειμένου να λήξει η αβεβαιότητα και να βρεθούν πιο αποτελεσματικά πολιτικο-οικονομικά σχήματα που θα κρατούν την Ευρώπη στοιχειωδώς ενωμένη.

Ενα δεύτερο σημείο είναι το σημαντικό πλήγμα αξιοπιστίας που δέχεται η Ε.Ε. ως παράγοντας ισχύος και η ενίσχυση, παράλληλα, των αποσχιστικών τάσεων των ευρωπαϊκών κρατών αλλά και επαρχιών που διαφοροποιούνται πολιτισμικά εντός της επικράτειάς τους. Εκτός από τη περίπτωση της Σκωτίας που ανακινεί το ζήτημα της επανάληψης του δημοψηφίσματος του 2015 αλλά και της Καταλωνίας που ψήφισε το 2014 υπέρ της δημιουργίας ανεξάρτητου κρατους (το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ακυρώθηκε έπειτα από το συνταγματικό δικαστήριο), είδαμε προσφατα τις συγκρούσεις στη Βρετάνη της Γαλλίας με το κίνημα των λεγόμενων «κόκκινων σκούφων», που έφεραν στην επιφάνεια το ξεχασμένο ζήτημα της διαφοροποίησης της τοπικής ταυτότητας. Εχουμε επίσης το παλιό αυτονομιστικό κίνημα στην Κορσική που είναι μεν σε λήθαργο αλλά που θα μπορούσε θεωρητικά να ξαναφουντώσει βασιζόμενο στην παραδοσιακή έχθρα των Κορσικανών απέναντι στους Γάλλους, την Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία που θέλει να αποχωριστεί το ελεγχόμενο από τις τοπικές μαφίες νότιο τμήμα της χώρας και βέβαια την περίεργη ισορροπία δυνάμεων στα Βαλκάνια, όπου ένα σωρό ζητήματα παραμένουν άλυτα.

Ταυτόχρονα, η ιστορική αμφιταλάντευση των κρατών της ανατολικής Ευρώπης, σε συνδυασμό με την κάμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και τις σύστοιχες κοινωνικές κρίσεις που αυτή μπορεί να προκαλέσει ενδυναμώνουν τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της ηπείρου. Τέτοιες τάσεις εκφράζονται προς το παρόν με την άνοδο στην εξουσία ευρωσκεπτικιστικών τάσεων, όπως στην Πολωνία και παρολίγον στην Αυστρία, με την ενδυνάμωση του Εθνικού Μετώπου στην Γαλλία και του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία στην Γερμανία και, βέβαια, με την περίπτωση του ακροδεξιού Ορμπάν στην Ουγγαρία. Ακόμα και αν τέτοιες τάσεις απορροφώνται από το ΝΑΤΟ και την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, δίχως κάποια άμεση ανατροπή συσχετισμών από γεωπολιτικής άποψης, το συμβολικό μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Η Ευρώπη και η Δύση γενικότερα αδυνατεί να συμμαζέψει τα του οίκου της και έτσι καθίσταται πιο ευάλωτη στα μάτια όσων την επιβουλεύονται.

Πρόκειται με άλλα λόγια για μια μοναδική ιστορική ευκαιρία που η ρωσική ολιγαρχία δε θα αφήσει να πάει χαμένη. Η κρίση στην Ουκρανία κατέδειξε τις πρωτοφανείς αδυναμίες της Ε.E. από άποψης γεωπολιτικού σχεδιασμού, οικονομικής προστασίας και στρατιωτικής αποτροπής. Χώρες όπως η Μολδαβία, όπου επιβιώνει ένας περίεργος ρωσικός θύλακας στην περιοχή της Υπερδνειστερίας, η Γεωργία και η γενικότερη περιοχή του Καυκάσου έχουν δίπλα τους έναν αποφασισμένο Πούτιν, ικανό να χρησιμοποιήσει την στρατιωτική απειλή, τα οικονομικά ανταλλάγματα και τον ενεργειακό εκβιασμό για να τις καθυποτάξει. Και από την άλλη πλευρά, μια αμφιταλαντευόμενη και ασταθής Ε.E., χωρίς επαρκή επιρροή σε κρίσιμες περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και ο Καύκασος. Αυτή η αδυναμία της στερεί την άνετη πρόσβαση σε κοιτάσματα που θα της επέτρεπαν να παράσχει ενεργειακή ασφάλεια στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και να τις απαλλάξει από την ρωσική επιρροή. Συν τοις άλλοις, η Ε.E. αρκείται σε κομπορρήμονες διακηρύξεις για θεσμικές αλλαγές, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταπολέμηση της διαφθοράς, δίχως να προτείνει μια συγκεκριμένη μακροπρόθεσμη στρατηγική και έμπρακτες, αξιόπιστες λύσεις[4]. Αυτές οι αδυναμίες είναι προφανείς σ’ αυτούς τους λαούς από καιρό, πράγμα που εκφράστηκε ξεκάθαρα με την υποστήριξη που όλες οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης (από την Νορβηγία μέχρι την Ουκρανία και τη Βουλγαρία!) αλλά και του Καυκάσου προσέφεραν στην αμερικανική «εκστρατεία των προθύμων» κατά του Ιράκ, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός πυρήνας ήταν αντίθετος με αυτήν.

Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις της κρίσης ταυτότητας.

Η πίεση να εγκαταλειφθούν από τους ευρωπαϊκούς λαούς οι εθνικές τους ταυτότητες υπήρξε η ανομολόγητη κεντρική στρατηγική της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας εδώ και πολλά χρόνια. Παρ’ όλο που η προσπάθεια να κατασιγαστούν τα εθνικά πάθη και οι ανταγωνισμοί κατά τα πρώτα χρόνια της γέννησής των ευρωπαϊκών κοινοτήτων και, γενικότερα, να συναδελφωθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μας βρει αντίθετους, πρέπει να τονίσουμε πως αυτή η τάση μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε μια δυναμική διάλυσης των δομών αυτοπροσδιορισμού των ευρωπαϊκών λαών, βυθίζοντάς τους σε μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας: Από τη μία οι κλασσικές εθνικές ταυτότητες υπήρξαν υποτίθεται αιτίες όλων μας των δεινών, από την άλλη η ενναλλακτική που ο ευρωπαϊκός Μολώχ μας παρέχει είναι εκείνη ενος διαδικασιο-τεχνοκρατικού τέρατος χωρίς κανένα θετικό αξιακό περιεχόμενο. Ο στεγνός νεοφιλελευθερισμός, η στείρα τεχνοκρατική κουλτούρα και η ελεύθερη κυκλοφορία στις μητροπόλεις της Ευρώπης δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση διαμόρφωσης μιας κοινής ταυτότητας, καθώς, όπως είδαμε, συνιστούν κυρίως μια θεσμική κατοχύρωση του τρόπου ζωής και της κοσμοαντίληψης της σημερινής ολιγαρχίας που ελάχιστα έχει να πει στον απλό κόσμο, ο οποίος επιπλέον πλήττεται βάναυσα από τις βασικές τους πρακτικές συνεπαγωγές. Εντός αυτού του πλαισίου, το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» συνιστά κτίσμα με σαθρότατα θεμέλια, καθώς θα έλεγε κανείς πως χτίστηκε στα θεσμικά παρασκήνια, πίσω από κλειστές πόρτες κι ερήμην των λαών. Λειτούργησε όσο λειτούργησε στο βαθμό που η Ευρώπη δεν αντιμετώπιζε κάποια ουσιαστική κρίση αλλά άρχισε να κλυδωνίζεται από τη στιγμή που η ήπειρος μπήκε σε μια εποχή αναταράξεων, κατά την οποία οι λαοί βλέπουν την ταυτότητα αλλά και την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση να βάλλονται πολλαπλά. Έτσι, σήμερα, οι παλιές πατριωτικές αναφορές έχουν ξεφτίσει, ενώ το υποτιθέμενο σύγχρονο «κοινό ευρωπαϊκό όραμα» προκαλεί στην καλύτερη περίπτωση γέλια. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η ακεραιότητα της ηπείρου κινδυνεύσει στα σοβαρά, για ποιούς λόγους θα δεχτεί ένας Ευρωπαίος να ρισκάρει τη ζωή του για να την υπερασπιστεί;

Αυτό δε σημαίνει πως επίκειται στο άμεσο μέλλον η επιστροφή στις εθνικές ρίζες και η διάλυση της Ε.Ε. Κατά πάσα πιθανότητα, τα μέλη που θα απομείνουν σε αυτό τον περίεργο σχηματισμό θα συσφίξουν τους δεσμούς τους, αλλά δεν θα μεταβάλλουν αυτές τις βαθύτερες δομικές αδυναμίες. Επομένως, στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές όπου θα απειληθεί η ασφάλεια και η ακεραιότητα κάποιων μελών της, η Ε.Ε. μπορεί να καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα εξαιτίας της άρνησης των λαών της να υπερασπιστούν ένα άγνωστο έως εχθρικό για αυτούς πολιτικό σχηματισμό.

Η μεταναστευτική κρίση πρέπει να εξεταστεί κυρίως από την σκοπιά της όξυνσης της κρίσης ταυτότητας που μαστίζει τους ευρωπαϊκούς λαούς και όχι μόνο από τη στενότερη σκοπιά της αδυναμίας οικονομικής αφομοίωσής τους λόγω της αποβιομηχάνισης και της κρίσης. Πιστεύουμε πως η μαζική μετανάστευση δοκιμάζει τις περιορισμένες δυνατότητες χειρισμού κρίσεων από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατική βαβέλ, ενώ ταυτόχρονα εξασθενεί σημαντικά την όποια διάθεση των ευρωπαϊκών λαών να προστατεύσουν το κατ’ ευφημισμόν «κοινό τους σπίτι» μιας και, όπως είδαμε παραπάνω, το μεταναστευτικό αποτελεί γι’ αυτούς προνομιακό πεδίο έκφρασης της αποξένωσής τους από τις πρώτες. Από την άλλη πλευρά, η αργή αλλαγή της εθνικής σύνθεσης των ευρωπαϊκών λαών που επιτελείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση του πληθυσμού στην αφρικανική ήπειρο και στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για περιοχές με διαρκή αδυναμία διαμόρφωσης βιώσιμων πολιτικών δομών που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τους πληθυσμούς τους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να προτιμούν την εύκολη λύση της μετάθεσης ενός μέρους των συνεπειών του προβλήματος -μέσω της μαζικής μετανάστευσης- στον δυτικό κόσμο κι εν προκειμένω στην Ευρώπη[5]. Εντούτοις, τα αλλεπάλληλα κύματα φυγής προς μια καχεκτική ευρωπαϊκή οικονομία οξύνουν τα ενδημικά προβλήματά μας και αυξάνουν τον κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων. Η σταδιακή αποδυνάμωση της πολιτιστικής συνοχής των ντόπιων ευρωπαϊκών πληθυσμών, που μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα πολιτικής σταθερότητας, θα οδηγήσει σε άνοδο ακροδεξιών κομμάτων, σε γενικευμένες συγκρούσεις πληθυσμών σε ζώνες εντός ή πέριξ των μητροπόλεων, στην υιοθέτηση δραστικών λύσεων περιορισμού της μετανάστευσης, και σε ένα γενικότερο κοινωνικό χάος που καθιστά τα ευρωπαϊκά κράτη πολύ πιο ευάλωτα και δίνει πόντους φερεγγυότητας σε αυταρχικά και λαϊκιστικά μορφώματα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς τα οποία θα παρουσιάζονται, όλο και περισσότερο, ως οι μόνοι πολιτικοί παίκτες ικανοί να πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους αλλά και να βάλουν τάξη στο διαφαινόμενο χάος (η περίπτωση του ούγγρου Ορμπάν είναι χαρακτηριστική εν προκειμένω).

Η δυναμική του χάους στη Μέση Ανατολή

Ενα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η κατάρρευση των ισορροπιών στην Μέση Ανατολή. Η παρουσία των Αμερικανών και του Ισραήλ εγγυώνται, προς το παρόν, το ότι ούτε οι επεκτατικές βλέψεις του Ερντογάν, ούτε και εκείνες των παρανοϊκών σαουδαράβων ή καταριανών πατρόνων του δεν πρόκειται να λάβουν την μορφή μιας συμπαγούς οντότητας ικανής ν’ αποτελέσει σοβαρό γεωπολιτικό κίνδυνο. Ωστόσο, μια παγιωμένη κατάσταση διαρκούς αστάθειας δεν είναι μικρότερος παράγοντας ανησυχίας, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν την σταθερή προσπάθεια διείσδυσης της Ρωσίας στην περιοχή προκειμένου να αποκτήσει την πολυπόθητη, εδώ και αιώνες, άνετη πρόσβαση στα νερά της Μεσογείου[6]. Η ανάσχεση της δυτικής επιρροής σε αυτή την περιοχή δεν θα είναι εύκολη υπόθεση για κανέναν από τους αντιπάλους της. Αλλά αν για τις ΗΠΑ τα διακυβεύματα είναι κατά βάση ενεργειακά και οικονομικά, για την Ευρώπη είναι κυρίως υπαρξιακά. Ο ρωσικός, καθώς και ο κινεζικός επεκτατισμός[7], σε συνδυασμό (ή ίσως και μελλοντική τακτική συνεργασία;) με το ριζοσπαστικό Ισλάμ θα λάβουν έτσι τη μορφή μιας ημικυκλωτικής κίνησης απέναντι σε μια Ευρώπη η οποία τρέχει σταθερά πίσω από τις εξελίξεις και κινδυνεύει να χάσει την όποια αποτρεπτική ισχύ της προσέφερε η ενότητά της και η οικονομική της ευρωστία.

Έπειτα, η κατάρρευση των κρατών της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα. Αν και κακέκτυπα των δυτικών εθνων-κρατών, τα κράτη αυτά λειτούργησαν σε κάποιο βαθμό ως φορείς των απελευθερωτικών δυτικών ιδεωδών και εισήγαγαν ορισμένα θετικά στοιχεία της δυτικής κουλτούρας στις ανατολικές κοινωνίες (μια μορφή εκκοσμίκευσης, εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας, δημιουργία μιας στοιχειώδους κεντρικής διοίκησης κ.λπ.). Η εξαφάνισή τους θα σφραγίσει την από καιρό δρομολογημένη οπισθοχώρηση του δυτικού προτάγματος και τον γεωγραφικό περιορισμό του εντός των ιστορικών του συνόρων της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Εν κατακλείδι, είναι σε κάθε περίπτωση πολύ δύσκολο να φωτίσουμε καλύτερα την κατάσταση που διαμορφώνεται. Αλλά δεν πιστεύουμε πως το Μπρέξιτ θα είναι καταλύτης καινοφανών εξελίξεων. Οι συσχετισμοί ισχύος στην ανατολική ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την βόρεια Αφρική έχουν κλονισθεί εδώ και αρκετό καιρό. Η επέλαση του ριζοσπαστικού Ισλάμ έχει τις ρίζες της στην αποτυχία των λαών της Μέσης Ανατολής να διαμορφωθούν ως συνεκτικά εθνικά κράτη, ενδυναμώνοντας τις τάσεις αναβίωσης του χαλιφάτου. Η ανατολική Ευρώπη δεν κατάφερε να απαλλαχθεί από τον ενοχλητικό της γείτονα, ο οποίος, πάλι λόγω της αδυναμίας συγκρότησης μιας εθνικής κοινότητας, ρέπει προς τον αυτοκρατορικό επεκτατισμό. Οι δύο αυτές τάσεις συγκλίνουν προς τον στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της δυτικής και βόρειας Ευρώπης, σε μια δυσμενή για αυτήν περίοδο. Έπειτα, η αναμφισβήτητη βαρύτητα της -ηπειρωτικών διαστάσεων- Κίνας, η οποία ενδυναμώνεται χάρη στις στρεβλώσεις και την παρασιτική φύση του δυτικού καπιταλισμού, προσθέτει έναν ακόμα παράγονται αποσταθεροποίησης της δυτικής ισχύος τόσο στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου (μέσω της οικονομικής διείσδυσης) όσο και στην Αφρική αλλά και στην Απω Ανατολή (μέσω της αναζωπύρωσης των εντάσεων με την Ιαπωνία και τις ευθείες προκλήσεις απέναντι στην στρατιωτική πρωτοκαθεδρία των Αμερικανών στην περιοχή[8]).

Από την άλλη πλευρά, η παραπάνω ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης στην Ευρώπη αποκλείει μια αναβίωση των μοντέλων ένωσης που επικράτησαν κατά τις ιστορικές περιόδους που προηγήθηκαν του Β´Π.Π. Το μοναρχικό μοντέλο που νοσταλγούσε ο Δάντης, αλλά και η μεττερνίχεια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ανταγωνιζόμενων κυρίαρχων εθνικών κρατών φαντάζουν ως ιστορικά απολιθώματα μπροστά στην αργή αλλά σταθερή κατάρρευση των δομών των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ενώ η αμφίσημη προσπάθεια ένωσης που ξεκίνησε μετά τον Β´Π.Π. πνέει τα λοίσθια. Εν τέλει, κατά πάσα πιθανότητα το Μπρέξιτ θα επιδράσει ως επιταχυντής εξελίξεων που έχουν από καιρό δρομολογηθεί στα πλαίσια της βαθύτερης ιστορικής τάσης που περιγράφεται ως παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά τι θα επακολουθήσει.

_________________________________________________________

[2] Βλ. σχετικά με αυτήν την ανάλυση το κείμενο του Κ. Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015.

[3] Βλ. το πρώτο μέρος του «Εντιτόριαλ» του 8ου τεύχους του Προτάγματος.

[4] Η περίπτωση της Ουκρανίας θα καταγραφεί πιστεύουμε ως μια πολύ σημαντική στρατηγική αποτυχία. Η πρόταση σύνδεσης που η ΕΕ παρουσίασε περιελάμβανε ολόκληρα κατεβατά θεσμικών αλλαγών και ένα μικρό κονδύλι πεντακοσίων εκκατομμυρίων ευρώ, ενώ δεν είχε σοβαρά πολιτικά ερείσματα εντός της χώρας. Αντίθετα, ο Πούτιν προσέφερε 15 δισ δολλάρια και μια σειρά από ενεργειακά ανταλλάγματα που έμμεσα ξεφτίλισαν τους Ευρωπαίους, ενώ είχε φροντίσει να αποκτήσει σημαντική πολιτική επιρροή. Στο τέλος, μαζί με τις σχεδόν εμφύλιες συγκρούσεις, τα ειδεχθή εγκλήματα και την γελοιοποίηση της Ε.Ε. παγκοσμίως, η ευρωπαϊκή πορεία βρέθηκε να εκπροσωπείται από τους νεοναζί του Δεξιού τομέα και, ουσιαστικά, να βασίζεται στην ιστορική πείρα της βαναυσότητας των ρώσων (μαζική εξόντωση ουκρανών χωρικών από τoν Στάλιν κλπ). Το ανατολικό τμήμα της χώρας, παρά τις συμφωνίες μεταξύ δυτικών και Πούτιν έχει ουσιαστικά περάσει υπό τον έλεγχο του ρωσικού στρατού, αποτελώντας, μαζί με την περιοχή του Καυκάσου, την Υπερδνειστερία και τα Βαλκάνια, έναν ακόμα θύλακα αστάθειας στην ανατολική Ευρώπη.

[5] Το συγκριμένο πρόβλημα είχε ήδη επισημανθεί και από τον Καστοριάδη στο κείμενό του «Ποιά Ευρώπη; Ποιές απειλές; Ποιά άμυνα;»

[6] Η προσάρτηση της Κριμαίας πρέπει να ιδωθεί ώς ενα στρατηγικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Είχε προηγηθεί η επεμβαση στη Γεωργία το 2008, πάνω στην ίδια λογική καθώς και η προσπάθεια προσεταιρισμού της Ελλάδας, που έληξε άδοξα με την πτώση του Κώστα Καραμανλή, επαναλήφθηκε ως σύντομη μπλόφα από την κυβέρνηση Τσίπρα και συνεχίζεται υπό μορφήν έμμεσης διείσδυσης, διά του προσεταιρισμού βασικών και δραστήριων μονών του Αγίου Όρους, όπως το Βατοπαίδι. Παράλληλα, η ανοιχτή αμφισβήτηση της οικουμενικότητας του Οικουμενικού Πατριάρχη από πλευράς (του πατριάρχη Ρωσίας) Κύριλλου, στα πλαίσια της προσπάθειας του τελευταίου ν’ ανακηρυχθεί ποιμένας ολόκληρης της Ορθοδοξίας (μιας και άρχει του μεγαλύτερου, πληθυσμιακά, ποιμνίου), συνιστά ακόμα μια ένδειξη του ρωσικού επεκτατισμού.

[7] Η οικονομική διείσδυση των Κινέζων στην Αφρική αυξάνεται σταθερά και σύντομα δε θα μπορεί να αγνοηθεί, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί κι η άφιξή τους στην ίδια την Ευρωπαϊκή μεθόριο, μέσω των επενδύσεων στο λιμάνι του Πειραιά, το οποίο ήδη έχει καταστεί τρίτος σημαντικότερος μεσογειακός κόμβος σε ό,τι αφορά στη διακίνηση κοντέινερ.

[8]  Χαρακτηριστική είναι η αναβίωση από πλευράς Κίνας του ξεχασμένου ζητήματος της κυριαρχίας επι δύο βραχονησίδων της ανατολικής θάλασσας της Κίνας, κοντά στην Ταϊβάν, που αποκαλούνται Senkaku για τους Ιάπωνες και Diaoyou για τους Κινέζους. Οι βραχονησίδες κατακτήθηκαν το 1895 από την Ιαπωνία κατά την επέμβασή της στην Ταϊβάν και μέχρι πρόσφατα οι Κινέζοι δεν είχαν προβάλει αξιώσεις για αυτές. Η ύπαρξη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων είναι αναμφισβήτητα ένας από τους λόγους, αλλά η γενικότερη πολιτική επέκτασης της επιρροής και της ισχύος της Κίνας παίζει στο σημείο αυτό τον σημαντικότερο ρόλο. Μια κλιμάκωση μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας απειλήθηκε πριν μερικά χρόνια, αλλά έληξε με την αποφασιστική στάση των Αμερικανών και τις ευθείες απειλές προς την Κίνα. Η ένταση στην περιοχή παραμένει, καθότι η Κίνα έχει στήσει στρατιωτικές βάσεις σε βραχονησίδες στη νότια θάλασσά της, ενώ η διέλευση των Αμερικανικών πλοίων και αεροσκαφών πάνω από ορισμένα σημεία της περιοχής δεν είναι απρόσκοπτη. Πράγμα που συνέβαλε στην μερική μετατόπιση του στρατηγική ενδιαφέροντος των Η.Π.Α από την Μέση στην Άπω Ανατολή τα τελευταία χρόνια.

Posted in Κείμενα | 21 σχόλια