Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στην οδό Θεμιστοκλέους, όπου στεγάζονται και οι εκδόσεις Κουκκίδα, εδώ και πάρα πολλά χρόνια διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διακίνηση των βιβλίων σχεδόν όλων των ελευθεριακών εκδοτικών οίκων της Αθήνας. Το κάνει ουσιαστικά χωρίς κέρδος και στην πραγματικότητα αρκετές ελευθεριακές απόπειρες είναι χρεωμένες στο βιβλιοπωλείο, χωρίς να δέχονται καμία σχετική πίεση για εξόφληση.

Το βιβλιοπωλείο το διατηρεί ο Δημήτρης Δ. και όχι ο Καραμπελιάς, όπως γράφουν στην «ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης» οι μπετόβλακες που το έσπασαν και υπογράφουν ως «Πρακτόρισσες 315» (σιγά μη σπάσουμε κάνα δάχτυλο).

Οι ιδέες και οι αντιλήψεις του Δημήτρη είναι μακριά από τις δικές μας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζουν τον φασισμό. Η εκδοτική του δουλειά δε, δεν έχει την παραμικρή σχέση με οτιδήποτε εθνικιστικό. Κυκλοφορεί βιβλία που σχετίζονται με το επαναστατικό κίνημα, την ελευθεριακή και οικολογική κριτική στον καπιταλισμό και τον μαρξισμό, τους Ζαπατίστας κ.ά.

Φασιστική πρακτική στα Εξάρχεια (που «έχουν ιστορία» και άλλα τέτοια χαριτωμένα) είναι το σπάσιμο μικρών βιβλιοπωλείων. Η ιδέα ότι η ύπαρξη ενός βιβλιοπωλείου που διακινεί ελευθεριακό λόγο είναι «φασιστική» και το σπάσιμό του «αναρχικό», αντιστοιχεί στο επίπεδο σκέψης ενός πλαγκτόν.

Και πρέπει να τελειώνουμε κάποια στιγμή με τα πλαγκτόν που παριστάνουν τους αναρχικούς και τις αναρχικές, πριν αρχίσουν να καίνε βιβλία και μάγισσες στη μέση της πλατείας.

Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Advertisements
Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Η αλογόμυγα που λεγόταν Όργουελ

Η βασική διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό δεν είναι διαφορά τεχνικής
Τζ. Οργουελ1

Ο ρόλος του διανοούμενου είναι ένας και μοναδικός: να σε τσιγκλάει χωρίς την παραμικρή διάθεση εντυπωσιασμού, να φτιάχνει με τα χέρια του μια μπάλα χαρτιού και να σου την πετάει στο πίσω μέρος του κεφαλιού όσο εσύ, αμέριμνος, προσθέτεις ζάχαρη στον καφέ σου. Ενας γνήσιος διανοούμενος δεν έχει τον θεό του και συνεχίζει να μιλάει, ακόμα κι αν στέκει μόνος σε μια αίθουσα όπου τον καταριούνται όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Αν ο Όργουελ κέρδισε τον τίτλο του διανοούμενου, το κατάφερε διατηρώντας την αυτονομία της σκέψης του και παραμένοντας ίδιος και απαράλλακτος μέσα σε μία από τις χειρότερες περιόδους της δυτικής ιστορίας, όταν διανοούμενοι της Αριστεράς είτε ανέβαιναν στο ατσάλινο τρένο της Σοβιετικής Ένωσης, είτε παραδίνονταν στην απάθεια του πεσιμισμού και του πασιφισμού.

Ένας σοσιαλιστής που εχθρεύτηκε τον μπολσεβικισμό και μίσησε την κυριαρχία των -ξένων προς τα αισθήματα του λαού- διανοουμένων, ένας αναρχικός με κριτική στάση απέναντι στον διεθνισμό, όταν ο τελευταίος απαξίωνε τα πρωταρχικά αισθήματα αγάπης του ατόμου για τον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ένας πατριώτης που διαφωνούσε με τη νεωτερική σύλληψη του έθνους-κράτους ως πηγή δύναμης και επεκτατισμού, ένας φιλελεύθερος που εναντιωνόταν στη λογική της προόδου.

Ο Όργουελ, παρεξηγημένος όσο λίγοι συγγραφείς, έμοιαζε να μη χωρά σε καμία από τις καθιερωμένες κατηγορίες σκέψης. Η ταύτισή του απλώς με την «προφητική» και «αντι-ολοκληρωτική» οπτική της Φάρμας των ζώων και του 1984 λαμβάνει διαστάσεις θεωρητικού αξιώματος στα καθ’ ημάς. Ωστόσο η αποσπασματική χρήση του έργου του συνιστά αυτό που λέμε: «η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από ψέμα».

Στο βιβλίο του Ζαν-Κλοντ Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός – Σχετικά με το 1984, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα, σε μετάφραση του Νίκου Ν. Μάλλιαρη, ο Γάλλος συγγραφέας συλλέγει τα κομμάτια του ιδεολογικού πορτρέτου του Οργουελ που με τα χρόνια είχαν σκίσει με τα χέρια τους κάθε λογής πολιτικές σέχτες, αποκαλύπτοντας παράλληλα το βάθος της σκέψης του, η οποία ταξιδεύει πολύ μακριά, αφήνοντας πίσω την ταμπέλα του δυστοπικού συγγραφέα που του έχουν κολλήσει κριτικοί και αναγνώστες.

Οπως πολύ ωραία αναλύει ο Μισεά, ο Όργουελ σχεδόν σε όλη τη συγγραφική του ζωή πραγματεύεται ουσιαστικά μια κριτική στον διανοούμενο της εποχής του και στον κόσμο τον οποίο αυτός πασχίζει να χτίσει. Αναφερόμαστε στον διανοούμενο που υποτάσσεται στο κόμμα-ιδέα, χάριν του οποίου θα μπορούσε να κάνει γης μαδιάμ ολόκληρες κοινωνίες. Τις επιδιώξεις τούτων των αριστερών διανοούμενων ο Όργουελ τις τοποθετεί στην τάση για επιστημονική θεμελίωση του οράματος της επανάστασης, μια τάση που σχηματίστηκε εντός του ιστορικού ρεύματος του σοσιαλισμού. Πρόκειται για τη σύσταση μιας διανοητικής ελίτ που με τη δράση της οδηγεί στην εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας διευθυντών κι επαγγελματικών τάξεων. Ο ρόλος των τελευταίων είναι να κατευθύνουν τη μάζα, η οποία ενστικτωδώς και μόνο προσεγγίζει το σοσιαλιστικό όραμα.

Ο Οργουελ, όντας ένας αμετανόητος αντι-λενινιστής, αντιτάχθηκε στην πίστη του Ρώσου επαναστάτη ότι η σοσιαλιστική συνείδηση θα εισαχθεί στην εργατική τάξη από τα έξω, ισχυριζόμενος ακριβώς το αντίθετο: ότι η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί παρά να πηγάζει από τα μέσα, από τις ίδιες τις λαϊκές τάξεις. Ο ‘Αγγλος συγγραφέας, εκφράζοντας ένα είδος λαϊκού σοσιαλισμού, αξιοποιεί τις ποικίλες και ιστορικά καταγεγραμμένες, αυθόρμητες και διαισθητικές αντιλήψεις των απλών ανθρώπων, κωδικοποιώντας τες σε έννοιες όπως αυτή της common decency, που ο μεταφραστής την αποδίδει ως «κοινή ευπρέπεια». Η έννοια αυτή, μαζί με άλλες, αποτελεί και το όπλο του Όργουελ απέναντι στο τείχος απαξίωσης που συνήθως χτίζουν οι διανοούμενοι αποφεύγοντας την επαφή με τις λαϊκές αντιλήψεις, αλλά και -εν τέλει- την ίδια την πραγματικότητα.

Τι μπορεί όμως να δηλώνει αυτός ο βολονταρισμός του Οργουελ; Αρχικά οι αναζητήσεις του, η πίστη του στους απλούς ανθρώπους ή ακόμα η πεποίθησή του ότι η γλώσσα μπορεί να παραμείνει ζωντανή ακόμη και μέσα στα ψυχρά νερά στα οποία έπνιξαν οι στρατευμένοι διανοούμενοι τη Δύση, αποδεικνύουν ότι επ’ ουδενί ήταν ένας πεσιμιστής συγγραφέας, όπως κατά κόρον χαρακτηρίστηκε μετά τη συγγραφή του «1984». Αντιθέτως, τον χαρακτήριζε ένας βολονταρισμός και μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν.

Ο βολονταρισμός του Οργουελ ενίοτε μπορεί να οδηγεί σε υπερβολές όπως η αστόχαστη υποστήριξη των λαϊκών τάξεων ή σε διανοητικές παγίδες όπως η τυφλή αγάπη για τον κόσμο των εργατών. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι ο Οργουελ μέσα σ’ αυτές τις άκρως διχαστικές στιγμές της εποχής του επέλεξε να μιλήσει εκ μέρους των λαϊκών ανθρώπων, οι οποίοι βίωναν τότε τις συνέπειες του καπιταλισμού. Πίστευε ότι η διανόηση, εάν θέλει να λειτουργήσει ηθικά, θα πρέπει να αντλήσει τη ζωντάνια της από κει, αφουγκραζόμενη τη φωνή τους.

Αλήθεια, μήπως ο Οργουελ ήταν από τους τελευταίους που ανέπτυξαν τον στοχασμό τους πάνω σε μια ηθική του σοσιαλισμού; Η υποστήριξη του λαϊκού σοσιαλισμού έναντι του επιστημονικού αποτελεί τη μεγάλη παρακαταθήκη του συγγραφέα αλλά κι ένα καλό παράδειγμα για τους σύγχρονους διανοητές της Αριστεράς, της Αναρχίας και της Προόδου, οι οποίοι απαξιώνουν τα λαϊκά αισθήματα, ή αντίστοιχα τους φόβους τους, προτρέχοντας να χαρακτηρίσουν τον μέσο άνθρωπο βλάχο και εν δυνάμει φασίστα γιατί δεν αποδέχεται τα κοσμοπολίτικα οράματα της φιλελεύθερης ελίτ ή τα ελευθεριακά διεθνιστικά συνθήματα του open borders.

1 Τζορτζ Οργουελ, Το λιοντάρι και ο μονόκερος, μτφρ. Χρ. Τσαλικίδου, Αθήνα, Εξάντας, 2003.

Posted in Κείμενα | 6 Σχόλια

To smarm και η ζημιά που προκαλεί

ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής*

 της Κρίστιν Ρόουζεν, κείμενο από το τ.10 του Προτάγματος

(πατήστε εδώ για άνοιγμα σε PDF)

μετάφραση: Μαρουλίνα Νάζου

Αν τολμάτε, θυσιάστε λίγο από τον χρόνο σας χαζεύοντας λογαριασμούς του Instagram που ανήκουν σε δημοφιλείς αυτοαποκαλούμενους γκουρού ευεξίας και υγείας. Παρουσιάζοντας ειδυλλιακά φωτισμένες λήψεις χυλού βρώμης με βιολογικά μούρα πασπαλισμένο με σπόρους chia, μαζί με πολλές φωτογραφίες των καλογραμμωμένων κοιλιακών τους, οι εικόνες υποτίθεται ότι αποτελούν πηγή έμπνευσης. Και ποιος δεν θα θελε να μιμηθεί αυτούς τους όμορφους, χαρούμενους ανθρώπους που δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται μονίμως έξω και γυμνάζονται (και που σας παρουσιάζονται με τη βοήθεια εξελιγμένων φωτογραφικών φίλτρων όπως το Perfect 365 -ένα από τα αγαπημένα της Κιμ Καρντάσιαν-, τα οποία προσθέτουν φωτοσοπαρισμένο μακιγιάζ σε εικόνες του προσώπου σας έτσι ώστε να μπορείτε να δείχνετε εκθαμβωτικοί, κάθε φορά που ποστάρετε αυτήν τη #μόλις ξύπνησα σέλφι σας).

Το θέμα μας σε αυτό το άρθρο είναι ένα φαινόμενο που ονομάζεται «smarm». Σε γενικές γραμμές, smarm είναι μια μορφή ακραίας κολακευτικής συμπεριφοράς –η γλοιώδης προσπάθεια να κερδίσει κανείς την εύνοια κάποιου, ενώ, την ίδια στιγμή, εξακολουθεί επί τούτου να διατηρεί τη «θετικότητά» του. Σε κάποιο βαθμό το φαινόμενο υπήρχε πάντα (κυρίως στον χώρο της διαφήμισης), αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο έντονο στη μαζική κουλτούρα, στη δημοσιογραφία, και, πιο άμεσα, στην πολιτική ζωή. Αυτή η βαρβάτη εισβολή του smarm στον ευρύτερο πολιτιστικό διάλογο έγινε εμφανής πριν από λίγα χρόνια όταν η ιστοσελίδα BuzzFeed ανακοίνωσε ότι δε θα δημοσίευε πλέον αρνητικές κριτικές βιβλίων.

Η απόφαση ανακοινώθηκε στο κοινό από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας σαν να επρόκειτο για κάποιου είδους παρθενογένεση. «Γιατί να χάνουμε την ώρα μας κακολογώντας κάτι;» αναρωτήθηκε ο συντάκτης που ανακοίνωσε την απόφαση  στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα της σχολής δημοσιογραφίας Poynter -«Τούτη την καυστική λοιδορία, τη συναντούμε διαρκώς σε μέσα ενημέρωσης ενός συγκεκριμένου τύπου». Σ’ αυτή τη δήλωση μπορεί κανείς να θαυμάσει το smarm εν δράσει: πρόκειται για τούτο τον συνδυασμό ενός σοβαρού ύφους με ένα ελαφρώς συγκαλυμμένο αίσθημα ανωτερότητας, στο σημείο όπου γίνεται λόγος γι’ αυτά τα «μέσα ενημέρωσης ενός συγκεκριμένου τύπου». Σε μια ιδιαιτέρως διασκεδαστική ανάλυση αυτής της λογικής, ο Τομ Σκόκα[1] παρατηρούσε ότι το smarm που βλέπουμε εδώ επί το έργον συνίσταται, κατ’ ουσίαν, «στην υιοθέτηση και τη χρήση μόνο των εξωτερικών μορφών μιας στάσης δήθεν σοβαρής, ηθικής και εποικοδομητικής, από τις οποίες όμως έχει αφαιρεθεί το περιεχόμενο. Το smarm ασχολείται με την καταλληλότητα και τον τόνο της έκφρασης και αποδοκιμάζει […]. “Γιατί”, αναρωτιέται, “να μη μπορούμε να ‘μαστε λιγάκι πιο ευγενικοί;”».

Αλήθεια, γιατί; Πέρυσι η Αριάνα Χάφινγκτον, ιδρύτρια της Huffington Post, κυκλοφόρησε ένα σημείωμα (εμπνευσμένο, φυσικά, από ένα ταξίδι της στο Νταβός) με το οποίο απαιτούσε από το προσωπικό της εφημερίδας να διπλασιάσει την κάλυψη θετικών ειδήσεων σε βάρος των αρνητικών. Η Χάφινγκτον δήλωσε ότι ήθελε να «εξαπολύσει ένα ρεύμα θετικής ενέργειας με το να αφηγείται συνεχώς ιστορίες ατόμων αλλά και ομάδων που πετυχαίνουν καταπληκτικά πράγματα». Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε η είδηση πως η συγκεκριμένη εκδότρια στοχεύει να επεκτείνει την αυτοκρατορία της εγκαινιάζοντας έναν μηντιακό όμιλο με την επωνυμία Thrive[2]. Ας σημειώσουμε, επί τη ευκαιρία, ότι οι έμποροι του smarm λατρεύουν τη χρήση θετικών μονολεκτικών ονομασιών για τα επιχειρηματικά τους εγχειρήματα, ειδικά μάλιστα όταν αυτές περιλαμβάνουν μια εσάνς εξαναγκασμού -π.χ., εν προκειμένω το «ζήσε καλά [Thrive]» της Χάφινγκτον συνιστά προτροπή ή προσταγή;

Ακόμα και μια ακαδημαϊκή επιθεώρηση με το κύρος του Columbia Journalism Review υπερασπίστηκε «θετικές» προσεγγίσεις όπως εκείνη που βρίσκουμε στις δίχως κακία βιβλιοπαρουσιάσεις του BuzzFeed: «Αυτός ο ξεκάθαρα θετικός τόνος επιτρέπει στο BuzzFeed να ξεχωρίσει από το πλήθος των υπόλοιπων λογοτεχνικών ιστοσελίδων και παραρτημάτων βιβλιοκρισίας» σύμφωνα με τα ενθουσιώδη λεγόμενα της επιθεώρησης. Ο αρχισυντάκτης της βιβλιοκριτικής στήλης του BuzzFeed Ισαάκ Φιτζέραλντ (Isaac Fitzgerald) συμφωνεί κι επαυξάνει: «Πιστεύω πως το BuzzFeed δουλεύει στ’ αλήθεια σκληρά για να σε πείσει να κάνεις κλικ και να είσαι ευχαριστημένος με αυτό που αποκομίζεις, ούτως ώστε να το μοιραστείς με άλλους ανθρώπους. Δε θες να δυσαρεστήσεις τους αναγνώστες σου, γιατί σ’ ενδιαφέρει να προτείνουν στους φίλους τους αυτό που μόλις διάβασαν». Κλικάρετε και ευχαριστηθείτε: ιδού το νέο μάντρα της γλοιώδους [smarmy] εποχής μας.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για το BuzzFeed, καθώς αυτή η τάση προς τη δημοσίευση «θετικών» ειδήσεων που χαροποιούν τους αναγνώστες έχει εξαπλωθεί σαν μάστιγα στο πολιτισμικό πεδίο. Όπως είχε δηλώσει στους New York Times πριν από λίγα χρόνια ο καθηγητής μάρκετινγκ του πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας Τζόνα Μπέργκερ (Jonah Berger), «όταν μοιράζεσαι μια ιστορία με τους φίλους και τους συναδέλφους σου, σε νοιάζει πολύ περισσότερο πώς θα αντιδράσουν. Δε θες να σε περάσουν για μαγκούφη». Όλο και περισσότερο οι ιεροφάντες του διαδικτυακού πολιτισμού ωθούν τους ανθρώπους προς έναν χαρούμενο, Upworthy κόσμο του διαρκώς θετικού[3]. Σάμπως είναι δυνατόν να κάνουν λάθος πάνω από μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι -δηλαδή ο αριθμός των επισκεπτών του Instagram;

Κι όμως κάνουν. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το να περνά κανείς τον χρόνο του καταβροχθίζοντας το smarm άλλων, στην πραγματικότητα τον κάνει δυστυχή. Ερευνητές από το πανεπιστήμιο της Γιούτα ανακάλυψαν ότι όσο περισσότερη ώρα καταναλώνουμε στο Facebook, τόσο πιο πιθανό είναι να νιώθουμε ότι οι άλλοι είναι πιο ευτυχισμένοι από εμάς και ότι η ζωή είναι άδικη. Μια ακόμα μελέτη, που διεξήχθη από Γερμανούς ερευνητές, περιγράφει το Facebook ως έναν χώρο εντός του οποίου οι τακτικοί χρήστες βασανίζονται από «αισθήματα ζηλοφθονίας» και αναπτύσσουν μια «φύση ανεξέλεγκτου φθόνου». Ιδού η σκοτεινή πλευρά του smarm: όλο αυτό το χαρούμενο και ανεβαστικό περιεχόμενο σε κάνει απλά να νιώθεις χειρότερα.

Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που, μέσα σε μια θεραπευτική κουλτούρα σαν τη δικιά μας, η οποία εστιάζει περισσότερο στην προσωπική ευζωία παρά στην υπευθυνότητα, μας συναρπάζει τόσο πολύ το smarm. Είναι λες και ανησυχούμε λιγότερο για την ψυχή μας από ό,τι για τον μινιμαλισμό της ντουλάπας μας ή το αποτύπωμα άνθρακα των τελευταίων μας διακοπών. Μια κουλτούρα που προωθεί την ευαισθησία και τη διαφορετικότητα χωρίς όμως να έχει καταφέρει να τις ορίσει επαρκώς χρειάζεται τρόπους που θα της επιτρέπουν να επιβλέπει τη συμπεριφορά των ατόμων. Το smarm έχει προκύψει ως ένας μηχανισμός επιβίωσης εντός ενός κόσμου περικυκλωμένου από trigger warnings («προειδοποιήσεις ακατάλληλου περιεχομένου»), safe spaces («ασφαλείς χώρους») και μια γενικευμένη υπερευαισθησία ως προς τα ζητήματα τα σχετικά με το κοινωνικό φύλο και τις φυλετικές και εθνικές διαφορές[4]. Όπως σημειώνει ο Σκόκα, με μια διατύπωση που θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους ακτιβιστές των σημερινών πανεπιστημίων: «πρόκειται για μια επίπληξη που διατυπώνεται με τη μορφή έκκλησης στο καλό, εις το όνομα κάποιας απούσας αρχής». Εάν δεν μπορείς να πεις κάτι θετικό ή -ορθότερα- εάν δεν μπορείς να καταλάβεις πώς αυτό που εσύ θεωρείς ως καλόγνωμο σχόλιο μπορεί να παρερμηνευτεί ως ομοφοβικό, ρατσιστικό, ή σεξιστικό- απλά κάνε «λάικ» στο βίντεο με το γατάκι!

Επιπλέον το smarm παρέχει ένα υποκατάστατο αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα. Μπορεί μεν σήμερα οι άνθρωποι να μένουν μόνοι τους περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ωστόσο είναι, αν μη τι άλλο, όλοι τους συνδεδεμένοι  στο Facebook. Γιατί να στενοχωριόμαστε πια για τη ρήξη μιας κοινωνίας, τα μέλη της οποίας πλέον πάνε μόνα τους για μπόουλινγκ, όταν μπορούμε να διαβάσουμε κάποια από τις «δυνατές ιστορίες» του Upworthy[5]; Έτσι το smarm αναδύεται ως το κοινό μας πολιτιστικό συνάλλαγμα μέσα απ’ το κενό που έχει προκύψει από την υποχώρηση των παραδοσιακών ηθών και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς.

Και οι διαφωνούντες; Η κριτική; Η κουλτούρα του smarm τείνει να αποκαλεί haters όποιους διαφωνούν με την προοδευτική [liberal] κυρίαρχη γνώμη[6]. Διαφωνείς με την κυβερνητική πολιτική σχετικά με την πρόσβαση των τρανσέξουαλ ατόμων στις δημόσιες τουαλέτες; Θα σε αγνοήσουνε ως εξτρεμιστή γκρινιάρη, καταφεύγοντας στην αγαπημένη ατάκα του smarm: Haters gonna hate. Σε μια κουλτούρα όπου το πιο σημαντικό συνάλλαγμα είναι τα like που κερδίζει κανείς, ο αριθμός των οι «ακολούθων» του και των retweet των δημοσιεύσεών του, το να πεις κάτι δυσάρεστο (δηλαδή, κάτι εκτός της προοδευτικής ορθοδοξίας) δε σε καθιστά απλά μίζερο στα μάτια της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί να αποτελέσει μέχρι και απειλή για την καριέρα σου. Για αυτόν τον λόγο το διαδίκτυο, που υποσχόταν να δώσει φωνή σε όσους προηγουμένως δεν μπορούσαν να εκφραστούν, μας έδωσε αντ’ αυτού κάτι αρκετά διαφορετικό: έναν κόσμο εντός του οποίου ναρκισσευόμενες νέες μητέρες περνούν τις ημέρες τους δημοσιεύοντας στα μπλογκς τους χαρούμενες αναρτήσεις σχετικά με τις προκλήσεις της μετάβασης από την πάνα στην τουαλέτα, με απώτερο σκοπό να πάρουν προμήθεια από τις εταιρείες που κατασκευάζουν πάνες.

Και φυσικά η σημερινή αρχηγέτιδα του smarm είναι η Χίλαρι Κλίντον, που απαιτεί, μαζί με τους ακολούθους της, να αναγνωρίσουμε όλοι ταπεινά πως «γράφει ιστορία», ακόμα κι αν διαφωνούμε με την πολιτική της (αυτό κι αν είναι smarm). Όλοι την επαινούν (ακόμα και το Gawker!) για το πώς «βουλώνει τους haters με ένα απλό tweet», όταν, για παράδειγμα, λέει στον Ντόναλντ Τραμπ: «Διάγραψε τον λογαριασμό σου». Πρόκειται κι εδώ για smarm, καθώς έχουμε έναν συγκεκαλυμμένο τρόπο για να πει κανείς, «Πω πω, είσαι τόσο αρνητικός». Είναι όμως ακριβώς τούτες οι καταπιεστικές επευφημίες του smarm που μας βοηθούν να εξηγήσουμε την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ, μιας κι οι υποστηρικτές του υποδέχονται τον πολιτικώς απρεπή στόμφο του ως ένα ελκυστικό αντίδοτο στον γλοιώδη [smarmy] προοδευτισμό και το αντίστοιχο προνόμιο της Χίλαρι. Οι υποστηρικτές του Τραμπ απορρίπτουν μεγαλόφωνα και θυμωμένα τη ρητορική ευδιαθεσίας που προωθεί το smarm και αυτή τους η οργή λειτουργεί καθαρτικά. Καλό θα ήτανε, λοιπόν, οι έμποροι του smarm που απορρίπτουν τον Τραμπ, τους υποστηρικτές του και τον θυμό τους ως «παιδαριώδεις», να προσεγγίσουν λιγότερο βεβιασμένα την πρόσφατη εξέλιξη της πολιτικής μας κουλτούρας. Διότι, αν κοιτάξουμε προσεκτικά ποιο προσόν του υποψηφίου τους συναρπάζει πιο πολύ τους ψηφοφόρους του Τραμπ, θα διαπιστώσουμε πως πρόκειται για την πρόθεσή του να πει το οτιδήποτε. Τείνει κανείς να πιστέψει ότι, μέσα σε μια κουλτούρα που κυριαρχείται όλο και περισσότερο από το smarm, κάτι τέτοιο συνιστά, στο πλαίσιο του σημερινού δημόσιου διαλόγου, ένα είδος γενναιότητας. Πρόκειται, φυσικά, για μια κάλπικη γενναιότητα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι οι υποστηρικτές του Τραμπ χρησιμοποιούν την απόρριψη της πολιτικής ορθότητας ως κάλυψη για να εκτοξεύσουν το μίσος τους. Διόλου όμως δεν ακυρώνει αυτή η διαπίστωση τη βαθύτερη επιθυμία να αφήσουμε στην άκρη τις βλακείες, να βγάλουμε τις παρωπίδες, και να φτάσουμε στην αλήθεια. Αυτοί που σπείρανε το smarm θα θερίσουν το χάος που προκάλεσε.

* Christine Rosen, “The Harm of the Smarm. The Way We Live Now”, περ. Commentary, 15/6/2016. Επιλέγουμε να αφήσουμε αμετάφραστο τον αμερικανικό νεολογισμό smarm, καθώς οποιαδήποτε πιθανή του απόδοση στα ελληνικά θα ήταν ιδιαίτερα κακόηχη και δύσχρηστη. Ο όρος, που, ως ουσιαστικό, συνιστά πολύ πρόσφατο δημιούργημα ορισμένων σχολιαστών, προέρχεται από το επίθετο smarmy που κυριολεκτικά σημαίνει «λιπαρός» και κατ’ επέκταση «γλοιώδης» και «λιγδιασμένος», μιας και το ρήμα smarm έχει την έννοια του να καθιστά κανείς κάτι λείο και απαλό μέσω της χρήσης κάποιου λιπαρού υγρού (κρέμας, λαδιού, σάλιου κ.λπ.). Θρυλείται επίσης πως η μόνη παλιότερη χρήση της λέξης υπό τη μορφή ουσιαστικού σήμαινε μια λιπαρή ουσία που χρησιμοποιούνταν τον 19ο αιώνα για να πατικώνει τα μαλλιά. Το επίθετο αποδίδει, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του γλύφτη και δουλοπρεπή κόλακα, του «γλίτσα». Αντίστοιχα, το ουσιαστικό smarm χρησιμοποιείται πλέον για να περιγράψει το αποτέλεσμα της κυριαρχίας της λογικής της πολιτικής ορθότητας στη σημερινή κουλτούρα: ένα καθεστώς γενικευμένης «γλιτσιάς», όπου οποιαδήποτε κριτική προσώπων ή καταστάσεων απαγορεύεται στα πλαίσια μιας ατμόσφαιρας γενικού «γλυψίματος» -δηλαδή άκριτου εγκωμίου και δουλοπρεπούς ωραιοποίησης- της πραγματικότητας.

Στο άρθρο του «Σχετικά με το smarm», το οποίο αναφέρει η Ρόουζεν στο κείμενό της, ο Τομ Σκόκα εισάγει την έννοια του smarm ως αντίπαλο δέος στο snark, που οι απόστολοι της πολιτικής ορθότητας εξαπολύουν ως κατηγορία ενάντια σε οποιονδήποτε επιλέγει να σταθεί στις αρνητικές πλευρές του εκάστοτε ζητήματος. Snark είναι η γκρίνια, η συνήθεια να βλέπει κανείς μόνο τ’ αρνητικά και να γκρινιάζει για να γκρινιάζει -όχι επειδή έχει κάτι να πει, αλλά επειδή είναι μαγκούφης και κακιασμένος. Παρ’ όλο που προέρχεται από το επίθετο snarky, το οποίο δηλώνει τις παραπάνω ιδιότητες, συχνά ερμηνεύεται σήμερα και ως σύνθετος νεολογισμός προερχόμενος από τη συντόμευση της έκφρασης sneering remark («σαρκαστικό σχόλιο»).

[1] Tom Scocca, “On Smarm [«Σχετικά με το smarm»]”, gawker.com, 15/5/2013.

[2] Σ.τ.μ.: Thrive είναι η ανάπτυξη, η ακμή, η ευημερία και, κατ’ επέκταση, η ευδαιμονία και το ευ ζην, δηλαδή η ευζωία. Στο μεταξύ ο όμιλος εταιρειών της Χάφινγκτον πήρε σάρκα και οστά και ονομάζεται Thrive Global. Αποτελείται από μια ιστοσελίδα δημοσίευσης υλικού σχετικού με τη «φιλοσοφία» του ευ ζην που θέλει να προωθήσει η Α. Χάφινγκτον, από μια συμβουλευτική εταιρεία, που υποτίθεται πως θα προωθήσει αντίστοιχης λογικής εργασιακά και οργανωτικά μοντέλα εντός των εταιρειών, και, τέλος, από ένα κατάστημα επιλεγμένων τεχνολογικών προϊόντων με σκοπό να βοηθήσουν τους καταναλωτές να επιτύχουν το πέρασμα από την επιβίωση στην ευημερία -σύμφωνα με το σλόγκαν της εταιρείας («Thrive, not just survive!»). Βλ. σχετικά την επίσημη ιστοσελίδα της εδώ: http://www.thriveglobal.com/about.

[3] Σ.τ.μ.: το Upworthy είναι ιστοσελίδα που δημοσιεύει «θετικές» ειδήσεις και άρθρα, συνοδευόμενα από τη ρητορική που αναλύεται στο άρθρο.

[4] Σ.τ.μ.: Οι «προειδοποιήσεις ακατάλληλου περιεχομένου» και οι «ασφαλείς χώροι» είναι βασικά εργαλεία επιβολής της πολιτικής ορθότητας που κυριαρχούν εντός των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, καθορίζοντας τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να λέγεται (και περιορίζοντας, ως εκ τούτου, σε σημαντικό βαθμό την ακαδημαϊκή ελευθερία). Προέρχονται από τον σύγχρονο ακαδημαϊκό φεμινισμό αλλά και τα παρεμφερή ρεύματα μελέτης και υπεράσπισης των υπόλοιπων μειονοτικών ή καταπιεζόμενων κοινωνικών ομάδων, όπως οι «αφρικανικές», «μετα-αποικιακές», «μαύρες» κ.ο.κ. σπουδές και έχουν ως στόχο την προστασία των μελών τους από ό,τι εκλαμβάνεται ως σεξιστικός ή ρατσιστικός λόγος. Οι μεν πρώτες συνιστούν προειδοποιήσεις που θα πρέπει να αναρτώνται πριν από πανεπιστημιακές παραδόσεις αλλά και κάθε άλλου είδους δημόσια εκδήλωση, το περιεχόμενο των οποίων περιλαμβάνει -ή υποτίθεται πως περιλαμβάνει- σεξιστικές ή ρατσιστικές απόψεις, ενώ οι δεύτεροι συνιστούν χώρους αποκαθαρμένους από οτιδήποτε σεξιστικό ή ρατσιστικό, εντός των οποίων τα μέλη των στιγματισμένων κοινωνικών ομάδων μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα. Φυσικά η λογική που βρίσκεται πίσω από αυτές τις έννοιες υπερβαίνει κατά πολύ την εσωτερική λειτουργία των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, καθορίζοντας πλέον όλο και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος εντός των δυτικών κοινωνιών.

[5] Σ.τ.μ.: αναφορά στο βιβλίο του αμερικανού κοινωνιολόγου R. B. Putnam, Bowling Alone: The Collapse and Revival of American Community (Πηγαίνοντας για μπόουλινγκ μόνοι. Η κατάρρευση κι η αναγέννηση της κοινωνικής ζωής στην Αμερική -2000). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πέριεχόμενό του, βλ. το κείμενο του Κ. Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015, σ. 116.

[6] Σ.τ.μ.: σχετικά με την απόδοση του αμερικανικού όρου liberal, βλ. την πρώτη υποσημείωση του μεταφραστή στο κείμενο του Τόμας Φρανκ, «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», στο παρόν τεύχος, σ. 127.

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Το Μακεδονικό: γιατί «οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν» και τα αίτια της αρνητικής ελληνικής και σλαβομακεδονικής στάσης

Αλέξης Ηρακλείδης

Στο περίφημο Μακεδονικό, τη διένεξη Αθήνας-Σκοπίων για το όνομα, τα άλλα κράτη και οι λαοί τους (πλην ίσως των βαλκανικών κρατών) δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις ελληνικές ευαισθησίες και τους ελληνικούς φόβους. Αυτό συμβαίνει για τουλάχιστον τέσσερις λόγους.

Πρώτον, αδυνατούν να αντιληφθούν πώς μία τόση μικρή, φτωχή και αδύναμη χώρα, όπως η πΓΔΜ, με σχεδόν ανύπαρκτες ένοπλες δυνάμεις και εξοπλισμούς (εδικά στη δεκαετία του 1990), μπορεί να απειλήσει την Ελλάδα που είναι θωρακισμένη ως τα δόντια (εντυπωσιακό πολεμικό ναυτικό και αεροπορία, τεθωρακισμένα, σώματα ειδικά εκπαιδευμένα, κλπ.). Έτσι κατέληξαν να θεωρούν τους Έλληνες στην καλύτερη περίπτωση γραφικούς ή παρανοϊκούς, στη χειρότερη σφετεριστές και ακόμη και καλυμμένα επεκτατικούς.

Δεύτερον, τα άλλα κράτη έχουν βέβαια υπόψη τους πολλές παρεμφερείς περιπτώσεις ανά τον κόσμο, κοινής ονομασίας μεταξύ μίας χώρας και της περιοχής μίας άλλης γειτονικής χώρας, π.χ. Μογγολία και Μογγολία στην Κίνα, Μεγάλη Βρετανία και Βρετάνη στη Γαλλία, Δουκάτο του Λουξεμβούργου και επαρχία του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο, Μολδαβία στη Ρουμανία και Μολδόβα̇ ή περιπτώσεις με σύνθετη ονομασία μεταξύ γειτονικών χωρών, π.χ. Μπαγκλαντές (χώρα των Βεγγάλων) και Δυτική Βεγγάλη στις Ινδίες, Ανατολικό Αζερμπαϊτζάν στο Ιράν και Αζερμπαϊτζάν, Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία, Μεξικό και Νέο Μεξικό, κ.ά. Αναρωτιούνται λοιπόν: προς τι το Μακεδονικό από το 1991 μέχρι σήμερα ως άλυτη διένεξη, με αρχικά την Ελλάδα και μετά την πΓΔΜ να μη δέχονται μία σύνθετη ονομασία;

Τρίτον, τα περισσότερα κράτη, και αναμφιβόλως τα φιλελεύθερα δυτικά κράτη, θεωρούν τον αυτοπροσδιορισμό ως αναφαίρετο ανθρώπινο και μειονοτικό δικαίωμα και, σε επίπεδο λαών, πτυχή της θεμελιώδους αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Κατά συνέπεια είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθούν ότι ένα ξένο κράτος μπορεί να επιβάλει το όνομα της επιλογής σε ένα άλλο κράτος ή να συναποφασίσει ή να βάζει βέτο στο όνομα ενός άλλου κράτους, στο πώς ένα άλλο κράτος και ο λαός του θέλει να ονομάζεται.

Τέταρτον, στις περισσότερες άλλες χώρες, και ειδικά στις δυτικές, τα ιστορικά δίκαια που φτάνουν μέχρι τον αρχαίο κόσμο τους φαίνονται ακατανόητα και δείγμα προγονοπληξίας (πιο κατανοητά φαίνονται σε λαούς με πιο μακριά ιστορία, όπως οι Κινέζοι που έχουν ένα παρεμφερές πρόβλημα με τη Μογγολία, ως προς το σε ποιόν ανήκει ο Τζένγκις Χαν). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον Μέγα Αλέξανδρο οι Δυτικοί έχουν μία αμφίσημη θέση. Η ταυτότητα του Αλέξανδρου και των Μακεδόνων δεν είναι κρυστάλλινη (παρά τη Βεργίνα) στους Ευρωπαίους και στους Αμερικάνους, κάτι που φαίνεται και στα περισσότερα σχολικά βιβλία ιστορίας των δυτικών χωρών.

Πάντως αν στην καθοριστική πρώτη δεκαετία της διένεξης την ευθύνη την είχε η ελληνική κυβέρνηση για το αδιέξοδο, μετά επί μία δεκαετία, από το 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, ευθυνόταν η κυβέρνηση της πΓΔΜ υπό τον Νίκολα Γκρούεβσκι, του αρχηγού του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση – Δημοκρατικό Κόμμα για τη Μακεδονική Εθνική Ενότητα). Δηλαδή η αρχική αδιαλλαξία της μίας πλευράς, της ελληνικής, επέφερε –έδωσε έδαφος ή εξέθρεψε– την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς, που ως μικρότερη και νεότερη χώρα ήταν από τη φύση της πιο ανασφαλής, με αποτέλεσμα να μη δέχεται κανένα συμβιβασμό αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εκληφθεί από τους κατοίκους της χώρας αυτής (εννοείται από τους Σλαβομακεδόνες και όχι από τους Αλβανούς) ως εξευτελιστική, με το εξής προφανές σκεπτικό: πού ακούστηκε να αλλάξουμε την εθνική μας ταυτότητα, που εμείς επιλέξαμε;

Τα αίτια για την αρνητική ελληνική στάση

Δύο πρώτοι προφανείς λόγοι για την ελληνική στάση οφείλονται στην άγνοια. Η μία είναι η άγνοια για το ποια υπήρξε γεωγραφικά η Μακεδονία που διαμοιράστηκε το 1913. H δεύτερη είναι το σχήμα του Κωφού in extremis: δηλαδή ότι ο Τίτο εφηύρε και κατασκεύασε, αυθαίρετα, εκ του μηδενός, ένα νέο έθνος.

Όπως γνωρίζουν λίγοι Έλληνες ακόμη και σε υπεύθυνες θέσεις, η γεωγραφική Μακεδονία δεν είναι μία, η ελληνική (η «ιστορική Μακεδονία»), αλλά τρεις, προφανώς και οι τρείς με το δικαίωμα να λέγονται Μακεδονία, με σύνθετο όνομα ή παράγωγο για να γίνεται αντιληπτό για ποια Μακεδονία μιλάμε. Και το «μακεδονικό» ή σλαβομακεδονικό έθνος δεν ήταν εφεύρεση και κατασκεύασμα ex nihilo του Τίτο. Προϋπήρχε ως ένα εν δυνάμει νέο έθνος. Ήταν ένας λαός που είχε εν πολλοίς αποξενωθεί σταδιακά από τους Βούλγαρους και βρισκόταν στην αναζήτηση μίας νέας εθνικής ταυτότητας πέραν της αρχικής βουλγαρικής, αν και οι γνώμες διίστανται για το πότε ακριβώς ξεκίνησε η εν λόγω εθνογένεση. Πιο πιθανή είναι, όπως είδαμε, η δεκαετία του 1930, σε επίπεδο τμήματος της ελίτ, και έτσι ο Τίτο βρήκε έδαφος για το γνωστό του εγχείρημα το οποίο και στέφθηκε από επιτυχία.

Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για την υπερβολική στάση των Ελλήνων, που αντιμετωπίζονται δυσκολότερα από την απλή άγνοια που θεραπεύεται με τη στοιχειώδη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Θα τους διέκρινα σε τρεις κατηγορίες: (1) στους επίσημους λόγους, (2) στους κρυφούς και ανομολόγητους, και (3) σε γενικότερους λόγους που έχει σχέση με την ελληνική ταυτότητα και ιστορική αφήγηση, καθώς και με την κυρίαρχη εικόνα της Ελλάδας και των Ελλήνων στο διεθνές στερέωμα.

Οι πιο φανεροί επίσημοι λόγοι είναι βέβαια (α) οι φόβοι περί βλέψεων των γειτόνων στην ελληνική Μακεδονία και (β) η οργή για την προσπάθεια σφετερισμού/κλοπής σημαντικού τμήματος της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς.

Σε ότι αφορά το πρώτο, τις βλέψεις, η απάντηση στους ξένους όταν λένε στους Έλληνες «είστε παρανοϊκοί, πώς είναι δυνατόν να φοβάστε μία τόσο μικρή και αδύναμη χώρα», ήταν η εξής, από τα χείλη του πρέσβη Μανώλη Καλαμίδα (στενού φίλου και συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά) στις αρχές της δεκαετίας του 1990: ότι μία αναγνώριση με το όνομα Μακεδονία φυτεύει τις ρίζες για μελλοντική σύγκρουση γιατί επιτρέπει στα Σκόπια να τρέφουν εδαφικές βλέψεις και να τις επιδιώξουν στο μέλλον όταν οι διεθνείς συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές.

Σε ότι αφορά το δεύτερο, τα περί κλοπής και φαλκίδευσης της ελληνικής ιστορίας, θα περιοριστώ σε μία φράση του Ευάγγελου Κωφού που είχε εντυπωσιάσει τον Αυστραλό ανθρωπολόγο Loring Danforth, και την κατέγραψε στο γνωστό βιβλίο του για το Μακεδονικό: «Είναι σαν ένας κλέφτης να μπαίνει στο σπίτι μου και να μου κλέβει τα πιο πολύτιμα κοσμήματα μου – την ιστορία μου, τον πολιτισμό μου, την ταυτότητα μου».

Οι πιο κρυφοί και ανομολόγητοι λόγοι της επικρατούσας ελληνικής στάσης –οι σκελετοί στη ντουλάπα για να θυμηθούμε τη γνωστή αγγλική έκφραση– είναι, κατά τη γνώμη μου τρείς ή ίσως τέσσερις.

Πρώτον, η μη αναγνώριση των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας ως εθνικής ή εθνοτικής μειονότητας, ούτε καν ως εθνοτικής ή γλωσσικής ομάδας. Αν και οι άνθρωποι αυτοί αριθμούν μόνο μερικές χιλιάδες (και συνεπώς ουδόλως απειλείται η ελληνική εδαφική ακεραιότητα) και ένα μέρος τους έχει πλέον αποκτήσει, οικειοθελώς, ελληνική εθνική ταυτότητα, εντούτοις η Αθήνα φοβάται την παραμικρή αναφορά σ’ αυτούς και την αναγνώριση της ύπαρξής τους, ενώ βέβαια υπάρχουν, ζουν εκεί και μιλούν μία άλλη μητρική γλώσσα, τα σλαβομακεδονικά (και όχι τα σλαβικά που δεν είναι γλώσσα, αλλά ομάδα πολλών γλωσσών). Με αυτή την άρνηση της ύπαρξης τους, ηθελημένα ξεχνιέται ή αποκρύπτεται το γεγονός ότι είχαν καταπιεστεί στον Μεσοπόλεμο, και πολλοί από αυτούς (αν και όχι όλοι) έφυγαν ή εκδιώχθηκαν ως πρόσφυγες με τον ΕΛΑΣ (πενήντα με εξήντα χιλιάδες Σλαβομακεδόνες). Με τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1948-1949, δημεύθηκε η περιουσία τους και έκτοτε δεν επιτρέπεται σε αυτούς και στους απογόνους τους να επιστρέψουν στις εστίες τους ή να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.

Δεύτερον, ότι οι σημερινοί κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας δεν είναι, στην πλειονότητά τους, αυτόχθονες, δεν προέρχονται από τον προϋπάρχοντα ντόπιο πληθυσμό. Περίπου δύο στους τρείς σημερινούς κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας είναι πρόσφυγες ή απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Αυτό τους καθιστά ψυχολογικά πιο ανασφαλείς, μια και ήρθαν στην περιοχή στη δεκαετία του 1920, πολύ μετά από τους Σλαβόφωνους ή Σλαβομακεδόνες που ήταν «ντόπιοι», οι γηγενείς κάτοικοι της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας επί αιώνες (οι μισοί από τους οποίους έφυγαν ή εκδιώχθηκαν από το 1913 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940). Αυτή η ανασφάλεια των απογόνων των προσφύγων ίσως εξηγεί και τη μεγάλη τους ανάγκη να ταυτιστούν με τη δόξα των αρχαίων Μακεδόνων και με τον θρυλικό Μέγα Αλέξανδρο, προκειμένου να ριζώσουν στην ελληνική (ιστορική) Μακεδονία και να θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων (ενώ στο μέτρο που είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων θα είναι μάλλον απόγονοι των Ιώνων).

Ο τρίτος, πιο κρυφός και ασυνείδητος λόγος είναι, νομίζω, ο ακόλουθος. Στο 51.56% της Μακεδονίας που περιήλθε στην Ελλάδα, οι Έλληνες (οι αυστηρά ελληνόφωνοι) αποτελούσαν μόνο το 10-11% της γεωγραφικής Μακεδονίας. Δηλαδή στην πραγματικότητα δεν «απελευθέρωσαν» την περιοχή αυτή, αλλά την κατέκτησαν και στη συνέχεια φρόντισαν να εκδιώξουν, με τον ένα ή το άλλο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος του γηγενούς πληθυσμού. Ιδού λοιπόν μία κρυφή πηγή της ελληνικής ανασφάλειας: ότι η Ελλάδα έλαβε, πολύ περισσότερο απ’ ότι θα της αναλογούσε με βάση το ποσοστό των Ελλήνων επί του πληθυσμού, πολύ περισσότερο απ’ ότι δικαιούταν, αν είχε λάβει χώρα δημοψήφισμα με διεθνή επίβλεψη, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ή ρεαλιστικά θα μπορούσε να προσβλέπει αν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν είχαν λάβει χώρα με το ανέλπιστο υπέρ της Ελλάδας αποτέλεσμα.

Ο τέταρτος πιθανός λόγος για την ελληνική στάση, έχει τη ρίζα του στην ανασφαλή και προγονολατρική ελληνική ταυτότητα. Εν προκειμένω, ποιοί πραγματικά ήταν οι αρχαίοι Μακεδόνες, με δεδομένες τις αντικρουόμενες θέσεις των ίδιων των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν (α) μη Έλληνες (Δημοσθένης), (β) εν μέρει Έλληνες ή όχι πλήρως Έλληνες (Θουκυδίδης, Ισοκράτης) ή (γ) πλήρως Έλληνες (Ηρόδοτος). Δηλαδή το ότι οι δύο στους τρεις αρχαίους Έλληνες νοτίως του Αλιάκμονα και του Ολύμπου, αμφισβητούσαν τότε, στη συγχρονία, την πλήρη ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων (κάτι που βέβαια δεν χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλεύεται η άλλη πλευρά). Αυτό οδηγεί τους σημερινούς Έλληνες σε Angst και υπερβολές προκειμένου να κατοχυρωθεί η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων. Πάντως, κατά τους περισσότερους νηφάλιους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με την αρχαία Μακεδονία, η ιθύνουσα τάξη στο αρχαίο κράτος της Μακεδονίας ήταν Έλληνες ή ήθελαν και δήλωναν Έλληνες ή ήταν εξελληνισμένοι και πάντως μιλούσαν ελληνικά και είχαν την ίδια θρησκεία, το Δωδεκάθεο (στη οργάνωση του κράτους και στο πώς ήταν το κράτος τους είναι που διέφεραν και παρουσιάζονταν λιγότερο Έλληνες). Ωστόσο οι υπήκοοι τους, για τους οποίους γνωρίζουμε ελάχιστα, ήταν μάλλον ένα μείγμα από ελληνικές και μη ελληνικές εθνοτικές ομάδες (μάλλον Θράκες, Μολοσσοί, Παίονες, Ιλλυριοί, κ.ά.). Επίσης, το βέβαιο είναι ότι δεν υπήρχαν Μακεδόνες Σλάβοι τότε, αφού οι Σλάβοι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ήρθαν κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ.

Ας δούμε τώρα τους πιο γενικούς λόγους για την ελληνική στάση. Ο ένας είναι η ίδια η ελληνική ταυτότητα και η εθνική αφήγηση των χιλιάδων χρόνων ένδοξης ιστορίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να βλέπουν αφ’ υψηλού τα νεότερα βαλκανικά «εθνάρια», και με υπεροψία ειδικά τους Σλαβομακεδόνες. Εξού και οι πολλές ύβρεις με τις οποίες τους στόλισαν: κρατίδιο, υβρίδιο, μόρφωμα, κίβδηλο έθνος, τεχνητό κατασκεύασμα, ψευδο-Μακεδόνες, Σκοπιανοί, Γύφτοι των Βαλκανίων, βλαχιά των Σκοπίων, Γυφτοσκοπιανοί, κλπ.. Όπως είχε επισημάνει το 1993 ο Αντώνης Λιάκος, στο Μακεδονικό πρόκειται για ιδεολογική χρησιμοποίηση της ιστορίας από την πλευρά των Ελλήνων, με όρους εθνικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα, «με το επιχείρημα ότι οι τίτλοι ενός έθνους οφείλονται στην παλαιότητα της καταγωγής του. Έτσι, η ελληνική εθνική ιδεολογία, προβάλλοντας αξιώσεις σε μία ιστορία τεσσάρων χιλιετιών, μπορεί να αρνηθεί ακόμη και την ύπαρξη ενός έθνους του οποίου τα πιστοποιητικά δεν ανευρίσκονται πριν από την τελευταία εκατονταετία, τη νομιμότητα της γλώσσας του και τη σκοπιμότητα της κρατικής του συγκρότησης», και παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα έθνη είναι σύγχρονα, έχουν γεννηθεί κατά τον 20ό αιώνα.

Ο άλλος γενικός λόγος είναι η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα σε ότι αφορά τους «ξένους» που «μας φθονούν» και «εξυφαίνουν συνωμοσίες σε βάρος μας», δηλαδή ο γνωστός ανθελληνισμός που υποτίθεται ότι κυριαρχεί διεθνώς, το αφήγημα του έθνους ανάδελφου ή «συνδρόμου του Διγενή Ακρίτα», όπως το είχα αποκαλέσει. Οι ξένοι «δεν μας κατάλαβαν» ή «θέλουν το κακό μας» και δεν μας στήριξαν στο «Σκοπιανό» ενώ «έχουμε το δίκιο με το μέρος μας» και ενώ μας «χρωστάνε» ως απόγονους των απαράμιλλων αρχαίων Ελλήνων, της κοιτίδας του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Τα αίτια για την αρνητική στάση της άλλης πλευράς

Τα προφανή αίτια της στάσης της άλλης πλευράς είναι τα εξής: η μεγάλη πικρία τους για την άδικη μοιρασιά του 1913, η προσπάθεια εξελληνισμού όσων κατοικούσαν στην Ελλάδα («Μακεδονία του Αιγαίου») κατά την περίοδο 1919-1940, η καταπίεση του καθεστώτος Μεταξά, η φυγή και εκδίωξή τους στη δεκαετία του 1940, οι απαλλοτριώσεις-δημεύσεις περιουσιών, και βέβαια πάνω απ’ όλα η μη αναγνώρισή τους, η απόρριψη της ίδιας τους της ταυτότητας και της μητρικής τους γλώσσας από τους Έλληνες, πράγμα ιδιαίτερα βαρύ και αφόρητο ειδικά για ένα νέο, σχετικά ανασφαλές έθνος.

Υπάρχουν όμως και διάφοροι κρυφοί λόγοι για τη στάση τους, «σκελετοί στην ντουλάπα» όπως και στην ελληνική περίπτωση. Ας αναζητήσουμε μερικούς.

Πρώτον, αν και βρίσκονταν οι Σλάβοι πρόγονοι τους στην ευρύτερη Μακεδονία επί αιώνες (και πριν από την εποχή του Κύριλλου και του Μεθόδιου, δηλαδή από τον 6ο αιώνα μ.Χ.), εντούτοις άργησαν πολύ να αποκτήσουν ξεχωριστή εθνική συνείδηση. Η ταυτότητα τους, ακόμη και με την έλευση του αιώνα του εθνικισμού, του 19ου, παρέμενε είτε βουλγαρική είτε ασαφής και ρευστή, μάλλον επειδή ο όγκος των τότε κατοίκων ήταν αγράμματοι χωρικοί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο, αγράμματοι χωρικοί ήταν εκατόν είκοσι χρόνια πριν σχεδόν όλοι οι Σέρβοι και ογδόντα χρόνια πριν οι περισσότεροι Βούλγαροι αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Πάντως είναι το προτελευταίο νέο έθνος των Βαλκανίων (με τελευταίο τους Βόσνιους Μουσουλμάνους), με ιστορία 70 με 80 έτη. Αρχικά, όπως είπαμε πολλοί ταυτίζονταν με τους Βούλγαρους και με τον βουλγαρικό εθνικισμό. Μάλιστα ορισμένοι, αν και σλαβόφωνοι, ταυτίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα με τους Έλληνες (αρχικά ως «πατριαρχικοί») και έγιναν Έλληνες (Γραικομάνοι) ή άλλαζαν ταυτότητα κατά περίπτωση, από το 1904 (με τον ελληνικό Μακεδονικό Αγώνα) μέχρι τον διαμοιρασμό της Μακεδονίας σε τρία μέρη.

Δεύτερον, ορισμένοι από αυτούς, στη γιουγκοσλαβική αλλά και στην ελληνική Μακεδονία, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές το 1940-1944 και κατά κύριο λόγο με τους εθνοτικά συγγενείς τους Βουλγάρους, άλλο αν οι δεύτεροι με τη στάση τους γρήγορα τους αποξένωσαν.

Τρίτον, είναι η εθνική τους αφήγηση τους που πάσχει, η αρχική σε σχέση με τους Βούλγαρους (οικειοποίηση Αυτοκρατορίας Σαμουήλ, Κύριλλου και Μεθοδίου, κλπ.), προκειμένου να μην θεωρηθούν Βούλγαροι, και η πιο πρόσφατη, γνωστή ως antikvizatzija (αρχαιοποίηση ή εξαρχαϊσμός). Η δεύτερη αυτή στρεβλή εθνική αφήγηση κυρίως των εθνικιστών της Δεξιάς ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αρχικά από ερασιτέχνες ιστορικούς και εθνικιστές πολιτικούς, που υποστήριξαν ότι έχουν αρχαία μακεδονική καταγωγή, δηλαδή ότι έχουν πρόγονους τον Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο. Η εξωπραγματική αυτή εθνική αφήγηση είναι δημοφιλής, λόγω του μεγάλου γοήτρου που τους προσδίδει, πλην όμως δεν έχει επικρατήσει τελείως και υφίσταται δριμεία κριτική από τους πιο σοβαρούς Μακεδόνες ιστορικούς και άλλους σοβαρούς κοινωνικούς επιστήμονες.

Απ’ ότι φαίνεται αυτή η τάση γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση στην υπερφίαλη ελληνική στάση και στην «υστερική αντι-μακεδονική καμπάνια της Ελλάδας». Αποτέλεσε απάντηση στην άρνηση της Ελλάδας να αποδεχθεί τον όρο Μακεδονία, και στην αποκλειστικότητα του όρου, με την αρχαία φημισμένη Μακεδονία να θεωρείται ελληνική, μέρος μόνο της ελληνικής κληρονομιάς και εθνικής ιστορικής αφήγησης και ταυτότητας. Κατόπιν αυτού, οι Σλαβομακεδόνες αντιτάχθηκαν στην αποκλειστική ιδιοκτησία της αρχαίας Μακεδονίας και των συμβόλων της από τους Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να ενισχύσουν τις δικές τους αξιώσεις στον όνομα και στη γεωγραφική περιοχή, κάνοντας το τμήμα της δικής τους εθνικής κληρονομιάς και όχι των Ελλήνων. Αν δηλαδή η Ελλάδα, με πρωταγωνιστές τους Σαμαρά, Παπαθεμελή, Μάρτη και άλλους «Μακεδονομάχους» δεν είχε δώσει τόση έμφαση στον Μέγα Αλέξανδρο και στους αρχαίους Μακεδόνες, αν δεν είχε αποκλειστεί ο όρος Μακεδονία και τα παράγωγα του, τότε μάλλον δεν θα είχαμε αυτό που προέκυψε ως εθνική αφήγηση της γειτονικής χώρας, εθνική αφήγηση που καθιστά την επίλυση της διένεξης για το όνομα πολύ πιο δύσκολη. Οι Έλληνες φώναζαν ότι το όνομα «είναι η ψυχή μας», αλλά είναι η ψυχή και των «Μακεδόνων» – και ίσως περισσότερο, γιατί έχουν πολύ λίγα εκτός από το όνομά τους ως ταυτότητα. Με άλλα λόγια, αν για τους Έλληνες είναι σημαντικό τμήμα της πολιτισμικής τους κληρονομιάς, για τους Μακεδόνες έχει αποβεί η ίδια η πολιτισμική τους κληρονομιά άσχετα αν αυτή η ανάγνωση δεν συνάδει με τη σοβαρή ιστοριογραφική έρευνα.

Αν και η αφήγηση αυτή δεν έχει καμία βάση –πλην της σύμπτωσης του ονόματος «Μακεδονία» και «Μακεδόνες»–, εντούτοις επιμένουν σε αυτή, με δεδομένη την απαράμιλλη αίγλη και την ευρωπαϊκή ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων που τους προσδίδει αυτή η εθνική κατασκευή: άλλο απόγονος των Σλάβων και άλλο απόγονος των Ευρωπαίων Μακεδόνων που κατέκτησαν την τότε γνωστή οικουμένη. Ωστόσο, η ταύτιση των κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας με τον Μέγα Αλέξανδρο έχει βαθιές ρίζες ανάμεσα στους νότιους σλαβόφωνους κατά τον 19ο αιώνα και πρωτοεμφανίστηκε σε γραπτά κείμενα της Αναγέννησης στη Δημοκρατία της Ραγκούσας (σημερινές δαλματικές ακτές της Κροατίας). Πάντως, οι μισοί και πλέον Σλαβομακεδόνες –και σαφέστατα οι κεντροαριστεροί ή αριστεροί Σλαβομακεδόνες, ξεκινώντας από τον Γκλιγκόροφ χθες, και σήμερα με τον Πρωθυπουργό Ζάεφ και τον υπουργό εξωτερικών Ντιμιτρόφ–, απορρίπτουν την αρχαιοποίηση ως ανοησία και τονίζουν τη σλαβική τους καταγωγή και την έλευση των Σλάβων προγόνων τους στα Βαλκάνια κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ.

Γενικότερα, η αρχαιοποίηση και άλλες υπερβολικές αντιδράσεις των γειτόνων οφείλονται σε ανασφάλεια που κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητη είναι. Η χώρα αυτή, με το που έγινε ανεξάρτητο κράτος αισθάνθηκε την απειλή των γειτόνων που θεωρούσαν ότι θα διαλυόταν στο άμεσο μέλλον – στη δε βουλγαρική περίπτωση ότι θα εξαφανιζόταν, με το να αγκαλιάσει τη «μητέρα πατρίδα» και να ενωθεί μαζί της. Η αμφισβήτηση ήταν μεγάλου διαμετρήματος μια και αφορούσε τη γλώσσα (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας), την εκκλησία (από πλευράς Γιουγκοσλαβίας-Σερβίας), τη σημαία (από πλευράς Ελλάδας), το όνομα (από πλευράς Ελλάδας), το έθνος (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας) και βέβαια το ίδιο το κράτος και από τους τρεις γείτονες, εν μέρει και από την πλευρά της Αλβανίας λόγω των Αλβανών εκεί.

Υπάρχει τέλος και το θέμα του όρου Σλαβομακεδονία (και Σλαβομακεδόνες ή Μακεδονοσλάβοι) που έχει προτείνει παλιότερα η ελληνική πλευρά, και πάγια απορρίπτεται, ενώ μάλλον αποδίδει την ταυτότητα του έθνους αυτού και μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν (στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα) από ορισμένους διανοούμενους και ακτιβιστές σκαπανείς του νέου αυτού έθνους. Η μη αποδοχή του όρου αυτού από τα Σκόπια γίνεται με τρία επιχειρήματα: (α) ότι οι ίδιοι έχουν τελικά επιλέξει το «Μακεδόνες» και «Μακεδονία», (β) ότι δεν μπορεί να υπάρχουν Σλαβο-Μακεδόνες, όπως δεν υπάρχουν Σλαβο-Πολωνοί ή Σλαβο-Ρώσοι και (γ) ότι αυτή την ονομασία την αποδέχονται και Αλβανοί για το όνομα της χώρας στην οποία ανήκουν και εκείνοι, ως γεωγραφικό και όχι ως εθνικό όρο. Σε ότι αφορά το τρίτο επιχείρημα, η μία πλευρά (οι Αλβανοί) δεν χρησιμοποιεί το «Μακεδονία» όπως το εννοεί η άλλη πλευρά, που με το όνομα αυτό υποδηλώνει την εθνική της ταυτότητα – δηλαδή έχουν ταυτίσει το έθνος («Μακεδόνες») με το κράτος («Μακεδονία»). Μπορεί η ίδια ονομασία να σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα; Όσο αξιοπερίεργο και να φαίνεται αυτό και πέρα από την καρτεσιανή λογική, φαίνεται ότι ισχύει και πάντως το αποδέχονται και οι δύο συστατικές εθνικές κοινότητες της πΓΔΜ. Ίσως η περίπτωση της Ισπανίας να μοιάζει με αυτό το παράδοξο, υπό την έννοια ότι η ονομασία Ισπανία (που είχε προέλευση φοινικική και ρωμαϊκή) συνδέθηκε μεν αργότερα, στην Αναγέννηση, με τους Καστιλιανούς, με τα ισπανικά να είναι τα αρχικά καστιλιάνικα, πλην όμως η Ισπανία ως ονομασία γεωγραφική αγκαλιάζει και τα άλλα έθνη της Ισπανίας, όπως οι Βάσκοι και οι Καταλανοί.

αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized | 5 Σχόλια

Το 9ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

τεύχος 9, Ιούλιος 2016

Editorial (Eλλάδα – Δύση – Ανατολή) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στη σημερινή ιστορική συγκυρία · Δημήτρης Μαρκόπουλος Στη δίνη του περιθωρίου. Σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό. Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (β´μέρος) · Νίκος Κασφίκης Σημειώσεις πάνω στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας (β´ μέρος) · Σπύρος Απέργης Μετά την «Αραβική άνοιξη». Οι αραβικές κοινωνίες μεταξύ φατριαστικού και θεοκρατικού φαντασιακού · Βιβλιοκριτικές: Σιμόν Βέιλ: Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία (β´ μέρος)

πατήστε στην εικόνα

Posted in Ανακοινώσεις | 1 σχόλιο

Φιλίπ Μυρέ – Αγαπητοί Τζιχαντιστές…

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο του Φιλίπ Μυρέ «Αγαπητοί Τζιχαντιστές…» σε μετάφραση του Νίκου Ν. Μάλλιαρη και με επίμετρο του Λάκη Προγκίδη.

Γραμμένη στα τέλη του 2001 με αφορμή τις επιθέσεις στους δίδυμους Πύργους, η ανοιχτή επιστολή του Φ. Μυρέ αναλύει με περίσσεια τόλμη αλλά και σκωπτικό χιούμορ την παρακμή των δυτικών κοινωνιών στην αυγή του 21ου αιώνα, προτείνοντας έτσι μια νέα ανάγνωση του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας. Για τον Μυρέ οι επιθέσεις εναντίον της Δύσης, πέραν από επαίσχυντες, καθίστανται και κωμικοτραγικές από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Δυτικοί καταστρέφουν συστηματικά από μόνοι τους τον στόχο των τρομοκρατών. Με την έντιμη, όσο και εύστοχη, ευθύτητά της η επιστολή αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τον απλό και κατανοητό δημόσιο λόγο, όπως επίσης και κριτικό χιούμορ -δυο αρετές που τείνουν να εκλείψουν ολοκληρωτικά.

Εκδόσεις Μάγμα

Δεν πρόκειται ούτε για λιβελογράφημα, ούτε για φάρσα, ούτε όμως και για κάποια από τις συχνές προκλήσεις με τις οποί­ες διασκεδάζουν τα τελευταία χρόνια οι μηντιακοί διανοούμενοι και το κοινό. […] Ο Μυρέ μιλά για μια βρυκολακιασμένη Δύση. Μιλά για τον πολιτισμό που κατάφερε μέσα σε πενήντα χρόνια να αυτοκα­ταστραφεί, για έναν πολιτισμό που μπόρεσε να εξα­ντλήσει ολόκληρη τη ζωτική του δύναμη, που πέτυχε να αποξηράνει μέχρι και την τελευταία ικμάδα του στοιχείου που συγκροτούσε την ιδιοσυγκρασία του και στάθηκε έτσι ικανός να παρεκκλίνει απόλυτα από τις αξίες του, τουτέστιν από την «κριτική σκέψη, το πνεύμα της σύγκρουσης και την ικανότητα ν’ αφο­μοιώνουμε το Κακό και το δαιμονικό προκειμένου να τα κατανοούμε και να τα πολεμούμε».

Λάκης Προγκίδης

 

«Σε γενικές γραμμές, ένα είναι το μέτωπο από το οποίο δεν πρόκειται να παραιτηθούμε ποτέ εμείς οι Δυτικοί, ένα είναι το μέτωπο στο οποίο επιδιώκουμε την ολοκληρωτική νίκη. Δεν είναι ούτε το μέτωπο του χρήματος ούτε εκείνο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: είναι το μέτωπο της ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης. Άλλωστε η κυριαρχία των πρώτων είναι που καθιστά άτρωτη τη δεύτερη. Αναμφίβολα θα χρειαστείτε ακόμα κάποιον χρόνο για να το συλλάβετε αλλά και για ν’ αντιληφθείτε ότι το σύνολο τούτου του προγράμματος οπισθοδρόμησης αποτελεί στην πραγματικότητα και δικό σας μέλλον. […] Η ουσία όλης αυτής της ιστορίας έγκειται στο γεγονός πως αυτό στο οποίο επιτίθεστε δεν έχει περιεχόμενο. Κατά συνέπεια, αν θέλετε να παραμείνετε στο ύψος τούτων των άνευ προηγουμένου περιστάσεων που δημιουργήσατε, θα χρειαστεί να μας μιμηθείτε. Από εδώ και στο εξής, λοιπόν, ο ορίζοντας προς τον οποίο θα πρέπει να τείνετε είναι ο ορίζοντας της απουσίας νοήματος.»

Φιλίπ Μυρέ

Posted in Ανακοινώσεις | 1 σχόλιο

Στη δίνη του περιθωρίου

Ολόκληρο το κείμενο του Δ. Μαρκόπουλου: Στη δίνη του περιθωρίου: σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου

(από το Πρόταγμα τ.9, Ιούλιος 2016)

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια