Από την τεχνοφιλία…στην Αποανάπτυξη

Απόσπασμα από το κείμενο του Δ. Μαρκόπουλου «Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

Το αφήγημα της τεχνοφιλικής ισότητας

Στο όνομα του πλουραλισμού, της ακατάσχετης πληροφόρησης κι ενός δήθεν εκδημοκρατισμού της επικοινωνίας, η νεοτεχνολογία το μόνο που ξέρει πολύ καλά να κάνει είναι να βομβαρδίζει το άτομο με εντελώς ασήμαντα πράγματα και να τροφοδοτεί τον ναρκισσισμό του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας ψευδο-εξισωτικής προφητείας αποτελεί το εφεύρημα της τρισδιάστατης εκτύπωσης, όπου μέσω προσωπικών 3D εκτυπωτικών συσκευών θα μπορούμε να «φτιάξουμε» ό,τι θέλουμε και όποτε το θέλουμε. Εδώ ύψιστη αρχή και τελικός σκοπός ανακηρύσσεται η δυνατότητα να μπορούν όλοι να σχεδιάζουν και να παράγουν προϊόντα την ώρα ακριβώς που το επιθυμούν, παρακάμπτοντας την κλασική οδό της αγοράς τους από τις μεγάλες εταιρείες, ασχέτως του αν αυτά τα προϊόντα έχουν πράγματι κάποια χρησιμότητα. Αυτό που μετράει είναι η διαμοιρασμένη αίσθηση της άμεσης εκμετάλλευσης του τεχνολογικού δυναμικού.

Πρόκειται για την ίδια ακριβώς ψευδαίσθηση ισότητας που εκτρέφεται και στην περίπτωση της περιδίνησης στη δημόσια σφαίρα του διαδικτύου. Όπως ισχυρίζεται εύλογα, αλλά και ταυτόχρονα ανοήτως, ο πολύς Πάσχος Μανδραβέλης: «Στον κυβερνοχώρο, οικονομικά και τεχνολογικά όλοι βρίσκονται στο ίδιο σημείο εκκίνησης»[1]. Ωστόσο, τι περιεχόμενο διαθέτει τούτη η «ισότητα»; Μάλλον τίποτα παραπάνω από την ακατανίκητη, όπως φαίνεται, τάση να προσχωρούμε εξίσου στη φλυαρία, την κενολογία, και την αισθητική ασημαντότητα. Δηλαδή, τίποτε άλλο παρά έναν χαμηλότατης στάθμης τεχνολογικό και πολιτιστικό μέσο όρο που έχουμε δικαίωμα να απολαμβάνουμε στις κοινωνίες της μαζικής κουλτούρας.

Ο τεχνολογικός κομφορμισμός ενάντια στα κοινωνικά κινήματα

Η κουβέντα περί τεχνολογίας αποτελεί μια καλή αφορμή για να απεγκλωβιστούμε από το θεωρητικό σχήμα της καταστολής και του παντοδύναμου κράτους, το οποίο κυριαρχεί στις αναλύσεις των παραδοσιακών πολιτικών χώρων στο πλαίσιο του αντιαυταρχικού φαντασιακού που τους διαπνέει (και το οποίο, όπως είδαμε, κυριαρχεί ακόμη και στη σκέψη ενός συγγραφέα όπως ο Κούρτσιο, ο οποίος τονίζει, κατά τα άλλα, τις ευθύνες του ατόμου στην υποταγή του στην «Εικονική Αυτοκρατορία»). Έχει, νομίζουμε, φανεί από τα παραπάνω ότι είναι κυρίως οι πληθυσμοί που συμπλέουν με το νεοτεχνολογικό φαντασιακό και υιοθετούν την κομφορμιστική στάση ζωής που ταιριάζει στις κοινωνίες της μαζικής κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία σήμερα δεν είναι εργαλείο στα χέρια της κοινωνίας για ευημερία και πρόοδο αλλά αποκλειστικά μέσο προσωπικής διάκρισης εντός του καταναλωτικού ανταγωνισμού στον οποίο συμμετέχουν τα μέλη της. Άλλωστε, από πολιτική σκοπιά, ο άνωθεν κοινωνικός έλεγχος -είτε εντός αυταρχικών καθεστώτων είτε στις σημερινές (παρακμάζουσες) φιλελεύθερες ολιγαρχίες- αποκτά σημασία μόνο όταν υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά κινήματα και πολιτικοί αγώνες που προβάλλουν επίμονα αντιστάσεις. Στην λιμνάζουσα εποχή μας, επομένως, το πρωτεύον είναι μάλλον να εξετάσουμε τις ανθρωπολογικές συνθήκες που καθιστούν δύσκολη ή αδύνατη την ανάπτυξη νέων κινημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει πάντα να διερευνούμε τι επιπτώσεις έχει η σύγχρονη «τεχνολογικοποιημένη» ζωή στην ανθρωπολογική συγκρότηση των υποκειμένων.

Μήπως, λοιπόν, η έλλειψη δυναμικών κινημάτων αμφισβήτησης της σημερινής κοινωνίας θα πρέπει να αποδοθεί, όχι τόσο σε κάποιου είδους πρόσκαιρης υποχώρησης της πολιτικής και ταξικής συνείδησης, όπως συνήθως διατυμπανίζει η Αριστερά, αλλά κατά βάση στην ολοένα και πιο παγιωμένη τάση αποσύνθεσης των κοινωνικών δεσμών και της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας; Μήπως στην αδυναμία εμφάνισης πολιτικών αγώνων στις πόλεις και τις γειτονιές τους συμβάλλει και ο ναρκισσιστικός τρόπος ζωής ο οποίος διά του τεχνολογικού εθισμού μας αναπαράγεται και γιγαντώνεται; Πόσο θετικό ή πόσο αρνητικό είναι το κινηματικό ισοζύγιο που έχει να επιδείξει η πολυθρύλητη προσβασιμότητα στην υπερ-πληροφόρηση, όταν η κύρια λειτουργία της -αν το εξετάσουμε καλά το πράγμα- είναι μάλλον η ολοκληρωτική μας προσρόφηση στην ευκολία και στον αυτοματισμό της ελάχιστης δυνατής προσπάθειας; Εν τέλει, ενώ σήμερα η εξάπλωση της ψηφιακής κουλτούρας οδηγεί στην πλήρη παρακμή και εξαφάνιση κάθε στοιχείο κοινωνικού δεσμού, μήπως μας απασχολεί απλώς το ότι παρακολουθούν τα γκατζετάκια μας;

Η ανθρωπολογική υπέρβαση: προς μια κοινωνία των ορίων

Δεδομένων όλων αυτών, τι περιθώριο υπάρχει για τις σημερινές κοινωνίες να ξεκολλήσουν από τα αδιέξοδά τους; Είναι λύση μια ολική άρνηση της τεχνικής -κατά τη λογική της «άρνησης του υπάρχοντος» για την οποία συχνά ακούμε στα υπερεπαναστατικά συνθήματα ή τα τσιτάτα των αναρχικών; Μάλλον όχι, μιας και είναι τόσο ολοκληρωτική η διείσδυση της νεοτεχνολογίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας που μια τεχνολογική άρνηση θα επέφερε τρομερές δυσκαμψίες και δυσλειτουργίες στην κοινωνική μας ζωή. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες μηχανές στα εργοστάσια ή σε μεταφορικά μέσα κ.λπ. αλλά για ένα ολικό σύστημα που εμπλέκεται με την παραγωγή, την εργασία, την εκπαίδευση, την κατανάλωση, τη διασκέδαση, την ίδια την επικοινωνία σε κάθε επίπεδο, και αναλαμβάνει τον ρόλο μιας δεύτερης φύσης για τον άνθρωπο. Ως εκ τούτου μια έστω και στα χαρτιά απόρριψη αυτού του τεχνικού συστήματος μπορεί και να οδηγούσε σε ένα είδος «πυρηνικής καταστροφής» από τη στιγμή που δεν έχουμε με τι να το αντικαταστήσουμε, παρόλο που θα πρέπει ούτως ή άλλως να μειωθεί η έκταση και η ικανότητα αυτού του συστήματος να παρεμβαίνει στην κοινωνική και προσωπική ζωή.

Η συζήτηση μας φέρνει και πάλι μπροστά στο αδιέξοδο που βάζει η επικράτηση του αντιαυταρχικού φαντασιακού στην εποχή μας: όταν η κυρίαρχη λογική αυτού του κόσμου είναι η -στο όνομα του προοδευτισμού- «απελευθέρωση» από κάθε νόρμα, ρίζωμα, μόνιμη ταυτότητα, παράδοση, και γενικότερα κάθε «διαμεσολάβηση»∙ όταν με άλλα λόγια τα πάντα συγκροτούνται με αρνητικό τρόπο, τότε θα πρέπει να αγωνιστούμε υπέρ μιας υγιώς συντηρητικής αντίληψης που θα επαναφέρει με μια θετικότητα την ιδέα της ανθρώπινης χειραφέτησης και θα προσπαθεί να διατηρήσει και να προστατέψει -δηλαδή να συντηρήσει- στοιχεία και αρετές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που φθείρονται συστηματικά από τη σύγχρονη οικονομία και τεχνική[2]. Ετούτο, βέβαια, είναι και το δύσκολο σε μια κοινωνία που έχει μάθει να λειτουργεί μέσω της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε στέρεου πράγματος. Όπως αναφέρει ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, «το καθήκον μας είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολο από ό,τι στην εποχή των λουδιτών, καθώς δεν έχουμε πλέον τίποτε σταθερό στο οποίο θα μπορούσαμε να στηριχτούμε. Ή, ορθότερα, δε μας μένει πλέον παρά ένα μόνο πράγμα που το κατέχουμε αποκλειστικά: η ανθρωπινότητά μας»[3].

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται γενικόλογα, ωστόσο, ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος -αν και όχι πολύ πιθανός- είναι μια θεμελιακή επανεκκίνηση της δημιουργικής δραστηριότητας και φαντασίας της κοινωνίας (όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης) προς την κατεύθυνση της επανεκτίμησης των ορίων, της απλότητας, της αξίας χρήσης και ορισμένων βασικών στοιχείων του κοινωνικού είναι, όπως η συνείδηση του μέτρου και της θνητότητας, η αρμονική σχέση με τη φύση, η αλληλεγγύη μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων κ.λπ. Μια τέτοια ευρύτερη πολιτισμικά ή ανθρωπολογικά υπέρβαση είναι απαραίτητη για την έξοδο από το καθεστώς ασημαντότητας. Μια τέτοιου είδους υπέρβαση συνιστά -και ως τέτοια την αντιλαμβανόμαστε- η ιδέα της αποανάπτυξης, την οποία σπεύδουμε με κάθε ευκαιρία να υπερασπιστούμε σε τούτο το περιοδικό. Μέσω της θεμελιακής αυτής μεταστροφής θα αμφισβητηθεί και η καταστροφική παράνοια της νεοτεχνολογίας, ανοίγοντας ίσως τον δρόμο προς ένα πιο δημοκρατικό τεχνικό σύστημα: μια δημοκρατικού τύπου τεχνική που, αντί να ιεροποιεί και να ενσαρκώνει την υπέρβαση κάθε ορίων, θα προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να τα ορίζει ο ίδιος κάθε φορά προς όφελος του συλλογικού καλού.

[1] Οι γκρίνιες για το Διαδίκτυο, ό.π.

[2] Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτού που αποκαλούμε «υγιή συντηρητισμό» βλ. την βιβλιοκριτική του Ν. Κασφίκη στο παρόν τεύχος σχετικά με τον Όργουελ και τις έννοιες common sense και common decency που ο ίδιος επεξεργάστηκε στο πλαίσιο του οράματος του δημοκρατικού σοσιαλισμού το οποίο προωθούσε.

[3] Ζ. Μ. Μαντοζιό, Το τέλος του ανθρώπινου είδους; (μέρος β), μτφρ. Ν. Μάλλιαρης, Πρόταγμα τ.7, Οκτώβριος 2014, σ. 138.

Advertisements
Posted in Κείμενα | 4 Σχόλια

Η τάξη των εξειδικευμένων επαγγελματιών

*Απόσπασμα από το κείμενο του Τ. Φρανκ «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

[ … ]

 

Η καλή καταγωγή και τα καλά πτυχία

Στο άρθρο που έγραψε για τους New York Times της 21ης Νοεμβρίου του 2008, αμέσως μετά την πρώτη εκλογική νίκη του Ομπάμα, ο Ντέιβιντ Μπρουκς (David Brooks) χαιρέτιζε τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο για τις ψαγμένες επιλογές προσώπων που ανακοίνωνε τότε για τη μελλοντική του κυβέρνηση. Ο Μπρουκς δεν περιλαμβανόταν ακόμη στους αγαπημένους αρθρογράφους του μέλλοντος προέδρου και το περίφημο «μπρουκσύλλιο» ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν είχε ακόμη φτάσει στο στάδιο της εκρηκτικής έκλυσης αμοιβαίου θαυμασμού που ζήσαμε λίγο αργότερα. Η σπίθα όμως είχε ήδη ανάψει. Κι αυτό που κέρδισε την εκτίμηση του αρθρογράφου ήταν τα ακαδημαϊκά βιογραφικά της υπό διαμόρφωση, ακόμη τότε, ομάδας κυβερνητικών στελεχών και συμβούλων του Ομπάμα. Σχεδόν κάθε όνομα που ανέφερε ο Μπρουκς –οι οικονομικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής ή ακόμη κι η ίδια η Πρώτη Κυρία- ήταν πτυχιούχοι ενός από τα οχτώ πανεπιστήμια της Ivy League, οι περισσότεροι μάλιστα άνω του ενός[1]. Η νέα κυβέρνηση θα ήταν μια «επαινοκρατία», κατά τον αστεϊσμό του Μπρουκς: «η διακυβέρνηση από τους αποφοιτήσαντες με τους καλύτερους βαθμούς του πανεπιστημιακού τους τμήματος».

Από τότε που τον ξέρω ο Μπρουκς επιδεικνύει πραγματική μια εμμονή με τα γούστα και τις συνήθειες των αξιοκρατών της Ανατολικής Ακτής[2]. Μπορεί κάπου κάπου να ‘ναι δεικτικός, ουδέποτε όμως ξεφεύγει πραγματικά από τη θεμελιώδη του πεποίθηση, τούτο το άρθρο πίστης του που καθιστά έναν αρθρογράφο του είδους του τόσο ταιριαστό με το πνεύμα των Νιου Γιορκ Τάιμς: πρόκειται για την ιδέα πως οι απόφοιτοι των καλών πανεπιστημίων είναι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι. Επόμενο ήταν, λοιπόν, ο Μπρουκς να λιποθυμά από συγκίνηση καθώς παρακολουθούσε το υπό σύσταση υπουργικό συμβούλιο και την ομάδα των συμβούλων του Ομπάμα, τον Νοέμβριο του 2008, τότε που παρήλαυναν όλα αυτά τα πτυχία του Χάρβαρντ –Θεέ, μου, τι εγγύηση ταλέντου! «Είμαι βαθύτατα εντυπωσιασμένος από την κυβερνητική μετάβαση του Ομπάμα», εξομολογούνταν. Αναρωτιέστε γιατί; Επειδή «διαλέγουνε τους πιο καταρτισμένους ανθρώπους στην Ουάσινγκτον»: «ανοιχτόμυαλους ανθρώπους» που δεν είναι «φορείς ιδεολογιών» και διαθέτουν μπόλικη «πρακτική δημιουργικότητα». Ήταν «θαυμαστοί επαγγελματίες», ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο επαγγελματικός και γνωστικός τομέας καθενός εξ αυτών.

Βέβαια, τόσο ο Μπρουκς όσο και όλοι οι υπόλοιποι σχολιαστές εκείνης της περιόδου παρέβλεψαν το εξής ουσιώδες μα και στοιχειώδες γεγονός: ότι το να διαλέγει κανείς τόσο πολλούς ανθρώπους με το ίδιο ταξικό υπόβαθρο –ήταν όλοι τους μέλη της τάξης των εξειδικευμένων επαγγελματιών [professionals], όπως είδαμε- μάλλον συνιστούσε εγγύηση πνευματικής κλειστότητας και ιδεολογικής ομοιομορφίας. Αν συνήθως παραγνωρίζουμε τα ταξικά συμφέροντα τούτης της επαγγελματικής τάξης, είναι γιατί δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε όσους εξασκούν εξειδικευμένα επαγγέλματα ως «τάξη». Όπως ακριβώς κι ο Μπρουκς, τους αντιλαμβανόμαστε απλώς και μόνον ως «τους καλύτερους». Πιστεύουμε πως έγιναν ό,τι έγιναν, επειδή είναι υπερβολικά έξυπνοι και ταλαντούχοι, όχι επειδή έχουν αριστοκρατική καταγωγή ή κάτι ανάλογο.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολλοί Αμερικανοί ανακουφίστηκαν και μόνο στη σκέψη πως όλο αυτό το συσσωρευμένο ταλέντο θα αντικαθιστούσε τους ντιλετάντηδες και τους λογής «ημέτερους» που επάνδρωσαν τις κυβερνήσεις Μπους. Περάσαμε δύσκολα χρόνια κατά την οχταετία αυτή· ωστόσο, αν θέλουμε να καταλάβουμε από τι νοσεί πλέον ο προοδευτισμός [liberalism], αν θέλουμε, με άλλα λόγια, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που αποτρέπει τούτο το πολιτικό ρεύμα απ’ το να δράσει ενάντια στην ανισότητα και τι είναι αυτό που μας έχει επαναφέρει σ’ ένα κοινωνικό μοντέλο που μας θυμίζει 19ο αιώνα, ιδού πού πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στις πεποιθήσεις και τα συλλογικά συμφέροντα των εξειδικευμένων επαγγελματιών, δηλαδή στην αγαπημένη εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Ο ιστορικός Κρίστοφερ Λας –τούτο το οντολογικό αντίθετο του Ντέιβιντ Μπρουκς!- παρατηρούσε το 1965 ότι «ο σύγχρονος ριζοσπαστισμός ή προοδευτισμός μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των διανοούμενων»[3]. Σε ό,τι με αφορά, στόχος μου είναι σε αυτό το βιβλίο να ανανεώσω τούτο το ρητό του Λας. Ισχυρίζομαι ότι τα έργα και οι θέσεις του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των μελών της επαγγελματικής τάξης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες; Κατ’ αρχάς, δεν ταυτίζονται με τους «διανοούμενους» του Λας. Η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αποτελείτο κυρίως από συγγραφείς και ακαδημαϊκούς και είχε ως κύριο γνώρισμα την κριτική τοποθέτηση των μελών της απέναντι στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Υπό αυτήν, λοιπόν, την παραδοσιακή χρήση του όρου, δεν υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι διανοούμενοι ώστε να σχηματίσουν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Οι «εξειδικευμένοι επαγγελματίες», από την άλλη, συνιστούν μια πολυπληθή και ευκατάστατη ομάδα. Είναι όλοι αυτοί που εξασκούν τα επαγγέλματα που κάθε γονιός θα επιθυμούσε για το παιδί του. Εκτός από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους κληρικούς, τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς -που συνιστούν τα βασικά επαγγέλματα της κατηγορίας-, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην εν λόγω ομάδα τους οικονομολόγους, τους ειδικούς επί της διεθνούς ανάπτυξης, τους πολιτικούς επιστήμονες, τους μάνατζερ, τους οικονομικούς συμβούλους, τους προγραμματιστές, τους αεροναυπηγούς ή ακόμη και όσους γράφουν βιβλία όπως αυτό εδώ.

Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι μια κοινωνική ομάδα υψηλού κύρους. Ωστόσο θεμέλιο της υψηλής τους θέσης στην κοινωνική ιεραρχία δεν είναι το εισόδημά τους αλλά η μόρφωσή τους. Κυβερνούν επειδή είναι προικισμένοι και έξυπνοι. Ένας καλός κοινωνιολογικός ορισμός της «επαγγελματικής τάξης» είναι πως συνιστά μια «δεύτερη ιεραρχία» -δίπλα στην κύρια ιεραρχία, αυτή του χρήματος- η οποία «βασίζεται στην πιστοποιημένη τεχνογνωσία»[4]. Τουτέστιν, ένα κοινωνικό καθεστώς που στηρίζεται σε βαθμολογίες εξετάσεων και υψηλού επιπέδου πτυχία και προστατεύεται από όλες αυτές τις επαγγελματικές ενώσεις που έχουν σχηματισθεί με τον καιρό προκειμένου να καθορίζουν την ορθή πρακτική, να επιβάλλουν την προσήκουσα επαγγελματική ηθική και να πολεμούν όσους δε διαθέτουν νόμιμη άδεια άσκησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Ένα επιπλέον διακριτικό γνώρισμα των εξειδικευμένων επαγγελμάτων είναι η αυθεντία που ενσαρκώνουν. Ο Ιβάν Ίλιτς, ο εξέχων κοινωνικός κριτικός της δεκαετίας του ’70, όριζε κάποτε τους εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κατόχους της «εξουσίας να επιτάσσουν»[5]. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι αυτοί που γνωρίζουν τα προβλήματά μας και προσφέρουν πολύτιμες διαγνώσεις: προβλέπουν τον καιρό, οργανώνουν τις οικονομικές μας συναλλαγές και καθορίζουν τους κανόνες των αρραβώνων· σχεδιάζουν τις πόλεις μας και χαράσσουν τις κυκλοφοριακές δομές βάσει των οποίων όλοι εμείς οι υπόλοιποι ταξιδεύουμε· γνωρίζουν επίσης πότε κάποιος είναι ένοχος ηθικών ή ποινικών παραπτωμάτων και ποια πρέπει να είναι η ακριβής μορφή της τιμωρίας που η εκάστοτε παράβασή μας επισύρει. Οι δάσκαλοι γνωρίζουν τι πρέπει να μαθαίνουμε. Οι αρχιτέκτονες πώς πρέπει να είναι τα κτήριά μας. Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ποιο πρέπει να είναι το ποσοστό με το οποίο δανείζουν οι Κεντρικές Τράπεζες τις υπόλοιπες τράπεζες μιας χώρας. Οι τεχνοκριτικοί γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και πιο το κακό γούστο.

Και παρ’ όλο που υποκείμεθα όλοι μας σε όλες αυτές τις διαγνώσεις και τις υπαγορεύσεις, οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες δε λογοδοτούν στην κοινωνία αλλά στους ομοίους τους (όπως επίσης, βέβαια, και στους εκάστοτε πελάτες τους). Στην πραγματικότητα ακούν μόνο ο ένας τον άλλον. Τα εξειδικευμένα επαγγέλματα έχουν αυτονομηθεί και δεν είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους όσα τους λένε όσοι δεν ανήκουν στον κύκλο τους. Με αυτόν τον τρόπο χτίζουν και διατηρούν μονοπώλια επί των εκάστοτε καθορισμένων πεδίων τους. Ίσως ο όρος «μονοπώλιο» να ηχεί κάπως βαρύς, ωστόσο είναι γενικά αποδεκτός μεταξύ των κοινωνιολόγων που μελετούν την εξειδίκευση. Σύμφωνα με μια ομάδα κοινωνιολόγων, επί παραδείγματι, η έκφραση «μονοπώληση της γνώσης» αποτελεί τη στοιχειώδη περιγραφή αυτού που κάνουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιορίζουν την είσοδο στους τομείς τους: πιστοποιούν την ειδημοσύνη των γνωστικά μυημένων, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται και απορρίπτουν κάθε αξίωση των «εκτός» ότι η δική τους γνώση είναι επίσης έγκυρη[6].

Είναι προφανές ότι η εξειδικευμένη γνώση συνιστά στοιχείο απαραίτητο για τη λειτουργία του πολύπλοκου κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Είτε πρόκειται για καπενάνιους πλοίων είτε για νευροχειρουργούς, η λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας εξαρτάται σε καίριο βαθμό από την εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Όπως, λοιπόν, τονίζουν οι κοινωνιολόγοι, οι κοινωνίες προσδίδουν στους εξειδικευμένους επαγγελματίες το ανώτερο κύρος που αυτοί κατέχουν έναντι της υπόσχεσης πως θα εκπληρώνουν τις κοινωνικές τους υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα θεωρούνται ανιδιοτελείς ενασχολήσεις και οι τεχνοκράτες ως «κοινωνικοί εντολοδόχοι», καθώς υποτίθεται ότι, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν έχουν ως κίνητρό τους το κέρδος και την απληστία. Αν μας φαίνεται ακόμη κάπως απωθητικό όταν γιατροί ή δικηγόροι κάνουν διαφημίσεις και αν κάποτε οι Αμερικανοί σοκάρονταν κάθε φορά που μάθαιναν πως κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός έπαιρνε χρήματα προκειμένου να παίξει δίσκους που δεν του άρεσαν, είναι ακριβώς επειδή θεωρούμε πως οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα πρέπει να διαπνέονται από ιδεώδη πιο υψηλά από την απλή επιδίωξη προσωπικού κέρδους[7].

Η άνοδος της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προκάλεσε μια εκρηκτική διεύρυνση του φάσματος των εξειδικευμένων επαγγελμάτων. Πολλοί από αυτούς τους «εργάτες γνώσης [knowledgeworkers]» -σύμφωνα με ένα όρο που είναι πολύ της μόδας- δεν εντάσσονται εύκολα στο παραδοσιακό σχήμα. Συχνά είναι μισθωτοί που εργάζονται σε εταιρίες και εκτελούν τις εντολές του διευθυντή τους κι όχι ελεύθεροι επαγγελματίες που εξασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους. Δεν είναι ούτε εργάτες ούτε όμως και καπιταλιστές, με τη στενή έννοια των όρων. Κάποιοι εξ αυτών, ωστόσο, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις δύο αυτές κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι μισθοί ορισμένων από τους λογιστές της τοπικής μας ΔΟΥ είναι αντίστοιχοι με τους μισθούς ενός εργάτη, ενώ οι σχολικοί δάσκαλοι είναι πολύ συχνά μέλη συνδικάτων, όπως κι οι βιομηχανικοί εργάτες. Αντίθετα, στο άλλο άκρο του φάσματος, ορισμένοι τυχεροί «εργάτες γνώσης» της Σίλικον Βάλεϊ φιγουράρουν ανάμεσα στους κορυφαίους καπιταλιστές της χώρας. Αντίστοιχα, το χάσμα ανάμεσα στον διευθυντή ενός κερδοσκοπικού κεφαλαίου [hedge fund] και στους πλούσιους πελάτες του, των οποίων το χρήμα επενδύει, είναι συχνά ιδιαίτερα μικρό. Όπως μας δείχνουν τα δύο τελευταία παραδείγματα, τα ανώτερα κλιμάκια των εξειδικευμένων επαγγελμάτων περιλαμβάνουν πολύ πλούσιους ανθρώπους. Μπορεί οι τελευταίοι να μη συγκρίνονται με τους δισεκατομμυριούχους μετόχους και κληρονόμους της Wal-Mart, ωστόσο διεκδικούν κι αυτοί το μερίδιό τους στη διαχείριση της χώρας[8]. Σε κάθε περίπτωση, τούτες οι δύο δομές εξουσίας, η ιδιοκτησία και η γνώση, συνυπάρχουν –ορισμένες φορές έρχονται σε σύγκρουση αλλά κατά κανόνα συμβιώνουν αρμονικά.

Στόχος αυτού του βιβλίου δεν είναι η ανάλυση της ιδιαίτερης, κάθε φορά, τεχνογνωσίας που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ευρύτερη πολιτική νοοτροπία των μελών της επαγγελματικής τάξης. Όπως παρατηρεί ο πολιτικός επιστήμονας Φρανκ Φίσερ, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα αποτελούν σήμερα κάτι παραπάνω από μια απλή επαγγελματική κατηγορία: «είναι μια ιδεολογία της μεταβιομηχανικής εποχής»[9]. Πολύ συχνά θεωρείται ως το πραγματικό πλαίσιο κατανόησης του σύγχρονου κόσμου. Ταυτόχρονα, ως ιδεολογία, η λογική των εξειδικευμένων επαγγελμάτων συνιστά προνομιακή πηγή πολιτικής εξαπάτησης. Πρώτα και κύρια είναι εγγενώς αντιδημοκρατική, μιας και δίνει προτεραιότητα στις απόψεις των ειδικών σε βάρος των μη ειδικών[10]. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό μέχρις ενός βαθμού –κανείς δε διαφωνεί, για παράδειγμα, με την ύπαρξη κανόνων που ορίζουν ότι μόνο εκπαιδευμένοι πιλότοι έχουν το δικαίωμα να πετούν· τι γίνεται όμως όταν μια ολόκληρη κατηγορία ειδικών παύει να βλέπει τον εαυτό της ως «κοινωνική εντολοδόχο»; Τι συμβαίνει όταν τα μέλη της κάνουν κατάχρηση της μονοπωλιακού τύπου εξουσίας που κατέχουν; Τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να ενδιαφέρονται κυρίως για το συμφέρον τους –όταν δηλαδή αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως τάξη;

 

[ … ]

 

[1] Σ.τ.μ.: Τα πανεπιστήμια της Άιβι Λιγκ βρίσκονται στην βορειοανατολική ακτή των ΗΠΑ και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα και ιστορικότερα της χώρας. Συνεπώς, είναι σήμερα τα πανεπιστήμια με το μεγαλύτερο κύρος και τον πιο ελιτίστικο χαρακτήρα.

[2] Σ.τ.μ.: Αναφορά στην ολιγαρχία της μόρφωσης των βορειοανατολικών, Ατλαντικών πολιτειών των ΗΠΑ, οι οποίες αναπαράγονται κοινωνικά μέσω των πανεπιστημιακών σχολών της Άιβι Λιγκ. Συμβολικό επίκεντρο αυτής της ελίτ είναι η Βοστώνη με τα πολλά της πανεπιστήμια και γι’ αυτό ένα κομμάτι τούτης της ολιγαρχίας αποκαλούνταν παλιότερα και «Βοστωνέζοι Βραχμάνοι» (Boston Brahmins), ώστε, μέσω της αναφοράς στις ινδικές κάστες, να υποδηλώνεται ο κλειστός χαρακτήρας αυτής της ελίτ.

[3] Πρόκειται για ένα κομμάτι από την πρώτη πρόταση του βιβλίου του Λας, The New Radicalism in America 1889-1963 [Ο νέος πολιτικός ριζοσπαστισμός στην Αμερική], N. Υόρκη, Norton, 1965.

[4] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree: Professionals and the Rise of a New Mandarin Order [Η εξουσία των δυνατότερων πτυχίων. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες και η άνοδος ενός νέου μανδαρινάτου], Οξφόρδη, Oxford U. P., 1990, σ. 4.

[5]I. Illich, “Disabling Professions [Τα παραλυτικά εξειδικευμένα επαγγέλματα]”, στον ομώνυμο, συλλογικό τόμο, Λονδίνο, Marion Boyars, 1977, σ. 17.

[6] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree…, ό. π., σσ. 16-17. Σχετικά με τη χρήση εξειδικευμένης γλώσσας και τη συνακόλουθη μυστικοποίηση, βλ. σσ. 92-94. Η κοινωνιολόγος Μαγκάλι Λάρσον σημειώνει ότι «η τεχνητή διατήρηση της σπάνης (στην οποία καταφεύγουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα), συνεπάγεται μονοπωλιακές τάσεις: διατήρηση του μονοπωλίου της τεχνογνωσίας σε επίπεδο αγοράς αλλά και μονοπώληση του κύρους εντός ενός συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας»: M. Larson, The Rise of Professionalism: A Sociological Analysis [Μια κοινωνιολογική ανάλυση της ανόδου της λογικής των εξειδικευμένων επαγγελμάτων], Μπέρκλεϊ, University of California Press, 1977, σ. xvii.

[7]  Σχετικά με τους «εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κοινωνικούς εντολοδόχους», βλ. S. Brint, In an Age of Experts: The Changing Roles of Professionals in Politics and Public Life [Στην εποχή των ειδικών: η αλλαγή του ρόλου των εξειδικευμένων επαγγελματιών στην πολιτική και τον δημόσιο βίο], Πρίνστον, Princeton U. P., 1996, κεφ. 2.

[8] Σ.τ.μ.: Ο Φρανκ αναφέρεται εδώ στην οικογένεια των Walton, οι οποίοι είναι κληρονόμοι της περιουσίας που δημιούργησε ο SamWalton, ιδρυτής της Wal-Mart, του μεγαλύτερου ομίλου καταστημάτων λιανικής πώλησης στις ΗΠΑ. Η συνολική περιουσία όλων των μελών της οικογένειας εκτιμάται (σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε το Forbes τον περασμένο Ιούλιο) στα 149 δις δολάρια. Ωστόσο, το επιχείρημα του Φρανκ δε στέκει, μιας και κανένας από τα μέλη των Γουάλτον δε διαθέτει, μόνος του, περιουσία ανώτερη των 36,5 δις. Αντίθετα, ορισμένοι από τους μεγιστάνες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν περιουσίες λιγότερο ή περισσότερο μεγαλύτερες (83,7 δις ο Γκέιτς, 65,8 δις ο Τζεφ Μπέζος, 50,6 δις ο Ζούκενμπεργκ, 50,3 δις ο Λάρι Έλισον, 39,2 δις o Σεργκέι Μπριν κ.ο.κ.).

[9] F. Fischer, Technocracy and the Politics of Expertise [Τεχνοκρατία και η πολιτική της τεχνογνωσίας], Ν. Υόρκη, Sage Publications, 1990, σ. 104.

[10] Ο Φίσερ συνοψίζει ως εξής την τεχνοκρατική κοσμοαντίληψη: «Ελάχιστοι τεχνοκράτες θα ισχυρίζονταν ότι η δημοκρατία είναι απορριπτέα αυτή καθεαυτή. Αυτό που συνήθως υποστηρίζουν είναι ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ριζικά το περιεχόμενό της, προς μια ιεραρχική και ελιτίστικη κατεύθυνση. Πιστεύουν ότι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία είναι ασύμβατος με την πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (F. Fischer, Technocracy and the Politics, ό. π., σ. 35).

Posted in Κείμενα | 1 σχόλιο

Πρόταγμα, τεύχος 10o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 10o τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

 

 

Editorial (Περί του φαινομένου Τραμπ – Το έθνος-κράτος στον σημερινό κόσμο – Η νεοτεχνολογία και το νεοαριστοκρατικό κοινωνικό καθεστώς που γεννά) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Ενάντια στην αριστο-κρατία: Σημειώσεις για το νέο κυρίαρχο αφήγημα · Κρίστοφερ Λας: Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών: Γιατί οι αξίες που πρεσβεύει δε θα βοηθήσουν την οικογένεια · Τόμας Φρανκ: Οι χίπστερ κι οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι: Η θεωρία της προοδευτικής τάξης · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό: Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (γ´μέρος) · Δημήτρης Μαρκόπουλος Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της · Κρίστιν Ρόουζεν To smarm και η ζημιά που προκαλεί: Ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής · Ντανιέλ Μοτέ: Μια σύντομη ιστορία του ελεύθερου χρόνου · Μιχάλης Θεοδοσιάδης, Σοφία Ζήση: Σημειώσεις πάνω στην κοσμικότητα (laïcité) · Βιβλιοκριτικές: Τζορτζ Όργουελ: ένας συντηρητικός αναρχικός απέναντι στον «εθνικισμό» των διανοούμενων

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

-Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν (Εθνικής Αμύνης 14)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

-Βιβλιοπωλείο Απόστροφος, Κοτάρδου Θεμιστοκλέους 41

Ηράκλειο

-Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, Κοραή 21

Ρέθυμνο

-Χαλικούτι, Κατεχάκη 3 πεζόδρομος Φορτέτζα

 

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 12 Σχόλια

Περί του φαινομένου Τραμπ

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 10ου τεύχους του Προτάγματος)

 

Η γενικευμένη αμηχανία μπροστά στις εξελίξεις

α) Η εύκολη λύση της ακατάσχετης φασιστολογίας

trump-rifle-Και ξαφνικά η 8η Νοεμβρίου 2016 σήμανε την έλευση της Αποκάλυψης: αύξηση των ψυχολογικών περιστατικών, ανάγκη ψυχολογικής συνδρομής και συμβουλευτικής εντός των «φιλελεύθερων» αμερικανικών πανεπιστημίων τη βραδιά της καταμέτρησης των ψήφων, αύξηση πωλήσεων των δυστοπικών μυθιστορημάτων και γενικώς ένα άνευ προηγουμένου παραλήρημα σε επίπεδο εκτίμησης της κατάστασης. Αυτό συνέβη διότι ο νεοϋορκέζος μεγιστάνας με την επιδεικτική του περιφρόνηση προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας γίνεται αντιληπτός από τους οπαδούς της τελευταίας ως η ενσάρκωση του απόλυτου Κακού: ρατσιστής, μισογύνης, εθνικιστής, αμόρφωτος, αυταρχικός, «φασίστας». Ειδικά η φασιστολογία γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας, μιας και παντού ακούμε και διαβάζουμε για τον φασίστα Τραμπ: τι ότι αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή φασισμού[1], τι ότι πάσχει από «σύνδρομο του Χίτλερ», τι ότι είναι «ναζί» και «νεοφασίστας»[2] -και τι δεν ακούσαμε και είδαμε -μέχρι κι εξώφυλλο με αμφίεση τζιχαντιστή να αποκεφαλίζει το άγαλμα της Ελευθερίας[3].

Γιατί όμως ένας υποψήφιος της λαϊκής Δεξιάς (αλά αμερικανικά) να προκαλεί τέτοιες υπέρμετρες αντιδράσεις; Διότι η σημερινή Αριστερά, κατ’ ουσία νεολαιίστικη και ακαδημαϊκή, με «διανοούμενα» κι «εκλεπτυσμένα» γούστα έχει καταφέρει να υφάνει γύρω της, αρχής γενομένης απ’ τη δεκαετία του ’70, ένα αεροστεγές κουκούλι που της επέτρεπε, μέχρι πολύ πρόσφατα, ν’ αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα. Εν προκειμένω το γεγονός πως υπάρχουν και λευκοί, αρσενικοί φτωχοί, θύματα εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίοι μάλιστα κάπου κάπου δεν αντέχουν άλλο να τους εμπαίζουν και αποφασίζουν να ψηφίσουν κάποιον θηλυκό ή αρσενικό ψευτόμαγκα για να «ανατρέψει το Σύστημα». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε πλέον να περιστέλλουμε την ισότητα στην πολυπολιτισμική ανοιχτότητα απέναντι στην «ετερότητα», όπως επίσης και στον αντιρατσισμό: η ανισότητα δεν έχει ούτε χρώμα, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία, ούτε πατρίδα. Κι ούτε ο «λευκός, δυτικός άντρας» είναι η πηγή όλων των κακών, όπως για δεκαετίες ολόκληρες προσπαθούν να μας πείσουν τα διάφορα ρεύματα μεταμοντέρνου φεμινισμού.

foto-tramp-karnavaliaΤο μόνο που έχουν καταφέρει όλες αυτές οι ιδεολογίες είναι να δημιουργήσουν μια φοβική νοοτροπία που κρύβεται πίσω από μεγαλόστομες εκφράσεις και ρητορείες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μεγάλος «προστατευόμενος χώρος» (κατά τα safe spaces των φεμινιστριών) της σύγχρονης Αριστεράς -δηλαδή των φορέων της «αντιπατριαρχικής» κι «αντιρατσιστικής» παράνοιας, που ξεκινά από τους διάφορους αντιφασίστες και φτάνει μέχρι τους πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από το προσφυγικό- δεν είναι παρά η μεγαλύτερη ένδειξη της αποτυχίας τούτης της Αριστεράς και των αντίστοιχων αναρχικών χώρων ως ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων που υποτίθεται πως ευαγγελίζονται την κοινωνική αλλαγή. Η πολιτική ορθότητα, που αποτελεί όχι απλώς τρόπο έκφρασης μα και αντιληπτικό σχήμα όλων αυτών των ομάδων, συνιστά, μέσω των γλωσσικών διορθώσεων που διαρκώς επιβάλλει, μια γενικότερη προσπάθεια «εξευγενισμού» της πραγματικότητας, άμβλυνσης των μυτερών της γωνιών και λείανση των προεξοχών της, ούτως ώστε να καταστεί πιο συμβατή με τις ιδέες της αντιαυταρχικής νοοτροπίας. Κι αν με αυτόν τον τρόπο η πραγματικότητα παρερμηνεύεται πλήρως, ας πάει και το παλιάμπελο! Η Κρίστιν Ρόουζεν, στο κείμενό της αυτού του τεύχους («Το smarm και η ζημιά που προκαλεί: ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής») δείχνει πώς τούτη η λογική οδηγεί σε μια ευθυγράμμιση με τη δικτατορία της «αισιοδοξίας» και της «θετικής σκέψης» που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης. Το άρθρο που μεταφράζουμε δημοσιεύεται στο νεοσυντηρητικό περιοδικό Commentary, ωστόσο η κριτική της είναι απολύτως σωστή. Τελικά χρειάζεται κανείς ν’ αποταθεί στους νεοσυντηρητικούς για ν’ ακούσει και να διαβάσει πράγματα που κατά τα άλλα θα όφειλε να υποστηρίζει με κάθε τρόπο η σημερινή Αριστερά!trump6708

β) Η ανθρωπολογική πόλωση εντός της Δύσης

Όταν όμως η τελευταία έχει αναπτύξει μια τέτοια, παιδικού τύπου, νοοτροπία, απορρίπτοντας οτιδήποτε το «ενήλικο» (την ικανότητα να βλέπουμε την πραγματικότητα κατάματα, την ανοχή στην «ωμή» γλώσσα, την κοινή λογική, το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο κι όχι για τη μορφή και τα «επιτελεστικά» καραγκιοζιλίκια), έχει απολέσει κάθε πιθανότητα να απευθυνθεί στην κοινωνία. Κι έτσι περιορίζεται στο να μιλά μόνο και μόνο για να αντλεί ηδονή από το άκουσμα των ίδιων της των λόγων.

Η παλιά αριστερή, λενινιστικού τύπου, απαξίωση των μαζών δεν οδήγησε ποτέ σε σύνδρομα ανθρωποφοβίας, καθώς τότε οι μάζες κρίνονταν μεν απαίδευτες κι ανίκανες να φτάσουν αφ εαυτών στην κατάκτηση της απαραίτητης επαναστατικής συνείδησης, ωστόσο όχι μόνο δε θεωρούνταν καταδικασμένες αλλά συνιστούσαν και στόχο προσηλυτισμού (ακριβώς επειδή ήταν οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αυτοί που θα τους μεταβίβαζαν την επαναστατική συνείδηση). Αντίθετα, υπό την επίδραση της «αντιπατριαρχικής» ιδεολογίας των κινημάτων του ’60, ο σημερινός, μεταμοντέρνος αριστερισμός και αναρχισμός, περιφρονεί τις μάζες όχι απλώς για κάποια ανικανότητά τους ν’ απελευθερωθούν αλλά γι’ αυτό που είναι στην ίδια τους την ουσία. Κι έτσι από τον πατερναλισμό περνάμε στην απροκάλυπτη περιφρόνηση που φτάνει συχνά στα όρια του μίσους ή/και της φοβίας για τους «ρατσιστές» και τους «φασίστες» «μικροαστούς».

Δεν πρόκειται εδώ μόνο για τα έντυπα των διάφορων «ανθελληνικών» και λοιπών Αντιφά ομάδων του δύστυχου τούτου κόσμου, που βρίθουν εκφράσεων όπως «ελληνικός εμετός», «ρατσιστικός βόθρος» και διάφορα άλλα συναφή κι ωραία όταν αναφέρονται στην κοινωνία. Τέτοια ξεσπάσματα εφηβικής οργής συνιστούν απλώς τις πιο ακραίες εκδοχές όσων έχουν πιαστεί κατά καιρούς να λένε διαφόρων διαμετρημάτων αστέρες της παγκόσμιας τεχνοφιλελεύθερης διεθνούς. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η Χίλαρι Κλίντον, κατά την τελευταία προεκλογική εκστρατεία, που χαρακτήρισε τους μισούς οπαδούς του Τραμπ ως «ένα μάτσο απαράδεκτους: ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικούς, ξενοβοβικούς, ισλαμοφοβικούς κι ό,τι άλλο θέλετε»[4]. Αλλά κι οι γάλλοι Σοσιαλιστές δεν πάνε πίσω. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ολάντ που αποκαλούσε «ξεδοντιάρηδες» τους φτωχούς κατοίκους των βορειοανατολικών νομών της χώρας αλλά κι έναν δήμαρχο του κόμματος, σε μια μικρή πόλη της περιοχής, ο οποίος, αμέσως μετά τον θρίαμβο του λεπενικού Εθνικού Μετώπου στην πόλη του, δήλωσε ότι θα παραιτηθεί -κάτι που έπραξε την επομένη- υπό το σκεπτικό ότι «δε θέλω ν’ αφιερώσω τη ζωή μου σε ηλίθιους»[5]. Αντίστοιχα, ο -προοδευτικών ιδεών (liberal)- κωμικός Μπιλ Μάερ απαντούσε προεκλογικά στην Κεϊλιάν Κόνγουεϊ, τη νυν εκπρόσωπο του Τραμπ, ότι ο τελευταίος ανέβαινε στις δημοσκοπήσεις, «επειδή ο κόσμος είναι ηλίθιος», ενώ ένα από τα συνθήματα της Πορείας των Γυναικών ενάντια στον Τραμπ ήταν το λογοπαίγνιο «να ξανακάνουμε την Αμερική έξυπνη (Make America Smart Again)».

usaekloges-trump3Τα παραδείγματα μπορούν εύκολα να πολλαπλασιαστούν. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η σημασία τους: η βαθιά κι ακομπλεξάριστη περιφρόνηση που νιώθουν πλέον οι σημερινές «κοσμοπολίτικες» και προοδευτικές ολιγαρχίες των μεγάλων πόλεων για τους λαούς των χωρών τους. Αρκεί, εξάλλου, να θυμηθούμε τα σχόλια των φιλοευρωπαϊστών κατά την περίοδο του Μπρέξιτ, για να πεισθούμε ότι πρόκειται πλέον για φαινόμενο με καθολική ισχύ[6]. Ουσιαστικά πρόκειται για τις σύγχρονες «εξεγερμένες» ολιγαρχίες για τις οποίες μίλαγε ο Κρίστοφερ Λας: άρχοντα στρώματα που δεν ενδιαφέρονται τόσο να διευθύνουν τις κοινωνίες, όσο ν’ αποκοπούν από αυτές προκειμένου να χαρούν τα προνόμιά τους.

Αυτό που αντίθετα πρέπει εδώ να τονιστεί είναι το γεγονός πως οι σημερινές «ταξικές» αντιθέσεις αποκτούν έναν συνολικότερο, σχεδόν ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Όπως παρατηρούσαμε με αφορμή το Μπρέξιτ, πλέον παρατηρείται μια σαφής τάση διαχωρισμού των μεγάλων πόλεων κάθε χώρας από τις μικρομεσαίες πόλεις της ενδοχώρας και την επαρχία, γενικότερα. Η διάκριση αυτή, που τείνει να λάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής πόλωσης, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις πόλεις συγκεντρώνονται πλέον οι εκπρόσωποι της παγκοσμιοποίησης και της νέας, μεταβιομηχανικής οικονομίας (σε οικονομικό επίπεδο) αλλά και της μεταμοντέρνας, χιπστερο-πολυπολιτισμικής ιδεολογίας (σε πολιτιστικό-ανθρωπολογικό επίπεδο). Αντίθετα, στη φτωχή ενδοχώρα διαβιούν τα θύματα της νέας οικονομίας, οι στρατιές των ανέργων και όλων όσοι ζουν με τα προνοιακά επιδόματα κι είναι ακόμη φορείς λαϊκών ηθών αλλά και αρετών που γεννήθηκαν εντός του αστικού κόσμου: πρόσδεση στον γενέθλιο τόπο, σεβασμός της συσσωρευμένης εμπειρίας, αγάπη για την πατρίδα κ.λπ. Πρόκειται για όλες αυτές τις μάζες των ξεχασμένων πρώην βιομηχανικών εργατών οι οποίοι, πέραν του ότι καταδικάστηκαν σταδιακά σε μια χρόνια και μόνιμη ανεργία, έχουν να υφίστανται την ανοιχτή περιφρόνηση των κοσμοπολίτικων ελίτ των πόλεων, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν διαρκώς ως καθυστερημένους και ανίκανους για «καινοτομία», ως «ρατσιστές» και «φασίστες».

γ) Το τεχνοφιλελεύθερο πρόταγμα

US-HALLOWEEN-DOG-PARADE

Τόσο στην περίπτωση του Μπρέξιτ (όπου υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ψήφισε η ενδοχώρα και εναντίον το Λονδίνο με τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις) όσο και στην περίπτωση του Τραμπ (με τον θρίαμβο του τελευταίου στις μικρές και μεσαίες πόλεις) και της Λεπέν (με τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των γαλλικών Προεδρικών εκλογών να δείχνουν τις μεγάλες και οικονομικά ευημερούσες γαλλικές πόλεις να επιπλέουν σα νησίδες σε μια θάλασσα Εθνικού Μετώπου) έχουμε την επανάληψη του ίδιου σεναρίου: η ξεχασμένη ενδοχώρα εξεγείρεται ενάντια στην εκλεπτυσμένη και «ανοιχτόμυαλη» (δηλαδή τεχνοφιλελεύθερη) ολιγαρχία των μεγάλων αστικών κέντρων ψηφίζοντας δεξιούς λαϊκιστές με πατριωτικό και αντιπαγκοσμιοποιητικό λόγο. Και από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες πόλεις συνασπίζονται πίσω από υποψηφίους σαν τον Ομπάμα, τη Χίλαρι και τον Μακρόν οι οποίοι εκφράζουν την τεχνοφιλελεύθερη και προοδευτική γραμμή ενός νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο κι οικολογικές ευαισθησίες: ώθηση στη μεταβιομηχανική οικονομία (δηλαδή στη Γουόλ Στριτ, τη Σίλικον Βάλεϊ και τα μεγάλα πανεπιστήμια) η οποία -υποτίθεται πως- δε μολύνει το περιβάλλον, αντιρατσισμός και φιλανθρωπία. Κι όλα αυτά περασμένα μ’ ένα βερνίκι «αξιοκρατίας» και «γνώσης». Πρόκειται για έναν χίπστερ σοσιαλφιλελευθερισμό ο οποίος έχει ως πολιτικό του πρόγραμμα τη συμμαχία των εκλεπτυσμένων ολιγαρχών της «οικονομίας της γνώσης» με τις μειονότητες και τους μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό της προσωπικό (καθαρίστριες, νοσοκόμες, υδραυλικοί, μάγειρες, ντελίβερι, ταξιτζήδες, νταντάδες κ.ο.κ.) εντός των μεγάλων, «global» αστικών κέντρων. Αυτή τη στρατηγική, όπως εξηγεί ο Τόμας Φρανκ (στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχους) οι Δημοκρατικοί «σύμβουλοι» την προωθούν σταθερά από τη δεκαετία του ’70, μιας και συνιστά αντανάκλαση των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 από τα οποία προέρχεται αυτή η γενιά πολιτικών[7]: συμμαχία της σπουδάζουσας κι «εκλεπτυσμένης» λευκής νεολαίας με τις μειονότητες, τις γυναίκες και τον ΛΟΑΤ κόσμο. Αυτό ακριβώς που συνιστά σήμερα το πρόταγμα των Δημοκρατικών, του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία και φυσικά του Μακρόν. Με τη μόνη διαφορά ότι οι πάλαι ποτέ «εξεγερμένοι» φοιτητές είναι πλέον βασικά γρανάζια της οικονομικής, πολιτικής και ακαδημαϊκής ολιγαρχίας. Πρόκειται για το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας και του προοδευτισμού από μια «ταξική στρατηγική» σε μια «στρατηγική αξιών», όπως το έθετε μια περίφημη έκθεση του επίσημου θινκ τανκ του γαλλικού ΣΚ, Terra Nova, καλώντας το κόμμα να κόψει τους παραδοσιακούς του δεσμούς με την εργατική τάξη[8]. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι ο σέξι και «χαρισματικός» Ομπάμα είχε απορρίψει μια υποψήφιο για τη θέση της αρχισυμβούλου οικονομικής πολιτικής επειδή το 1992 είχε μιλήσει για «αναδιανομή» του πλούτου[9].

Το πρόταγμα των Δημοκρατικών θα πρέπει να λογίζεται ως το εξής: μια πολυπολιτισμική κεντρική εξουσία στα χέρια φωτισμένων λευκών τεχνοκρατών που θα στηρίζεται στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, τις οποίες θα χρησιμοποιεί ως πολιτική πελατεία πετώντας τους ξεροκόμματα (συμβολικού τύπου νομοθετήματα κατά κύριο λόγο συν ορισμένα μέτρα θετικών διακρίσεων). Και σε αυτή όμως, ακόμα, την περίπτωση φανερώνεται η ίδια αποστασιοποίηση και αποκοπή από την κοινωνία. Διότι οι διάφορες μειονότητες δε γίνονται αντιληπτές ως δυνάμει αυτόνομα υποκείμενα, ικανά να συμμετάσχουν εξίσου στην πολιτική ζωή της κοινωνίας, αλλά ως πελατειακές ομάδες που έχουν ανάγκη την προστασία και την αρωγή κάποιας φωτισμένης πρωτοπορίας -είτε πρόκειται για την τεχνο-γραφειοκρατική βοήθεια, στην περίπτωση της προοδευτικής ολιγαρχίας, είτε για «κινηματική» προστασία, στην περίπτωση της Αριστεράς και των αναρχικών. Εμείς με κάθε ευκαιρία τονίζουμε τη σημασία του αντιμικροαστισμού των κινημάτων του ’60 στη διαμόρφωση τούτης της φοβικής μα και ταυτόχρονα ελιτίστικης στάσης απέναντι στην κοινωνία. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη και τις σχετικές ενοράσεις του Τζορτζ Όργουελ και του Κρίστοφερ Λας σχετικά με τον εξίσου καίριο ρόλο που έπαιξε η «κοσμοπολίτικη» και «φωτισμένη» λογική των προοδευτικών και αριστερών διανοούμενων ήδη από αρκετά παλιότερα. Στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχος («Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών»), εξάλλου, ο Λας δείχνει, με αφορμή την περίπτωση της Χίλαρι Κλίντον, πώς ο προοδευτισμός κι ο απορρέων από αυτόν τεχνοκρατισμός μπορεί χωρίς το παραμικρό πρόβλημα να μοιράζεται τις εμμονές του αντιαυταρχικού φαντασιακού. Αντίστοιχα, ο Ν. Κασφίκης παρουσιάζει και αναλύει την κριτική του Όργουελ στην αριστερή και προοδευτική διανόηση της εποχής του[10].

 trumb-hair-650-800x547

[1] «Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. […] Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση» (Τζ. Μπάτλερ, «Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο», www.nomadicuniversality.com, 23/1/2017).

[2] J. Cowley, “In the age of reaction, a neo-fascist has taken the White House”, newstateman.com, 9/11/2016.

[3] Εξώφυλλο του γερμανικού Spiegel (4/2/2017).

[4] S. Mehta, “Campaign 2016 updates: Republicans pounce upon Clinton ‘deplorables’ remark. She apologizes. Sort of.”, http://www.latimes.com, 10/9/2016.

[5] Πρόκειται για τον Daniel Delomez, δήμαρχο του Annezin (σύμφωνα με τον Canard Enchaîné της  26ης/4/2017).

[6] Βλ. το «Μπρέξιτ από ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά» (protagma.wordpress.com)

[7] Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κλίντον κι ο Ομπάμα υπήρξαν οι πρώτοι Πρόεδροι προερχόμενοι από τους baby boomers, τη γενιά που πρωταγωνίστησε στα νεολαιίστικα κινήματα εκείνων των δεκαετιών.

[8] Βλ. το άρθρο του διευθυντή του εν λόγω θινκ τανκ, Olivier Ferrand, « Gauche : d’une stratégie de classe à une stratégie de valeurs », Le Monde, 9/6/2011.

[9] Βλ. J. Harwood, “Don’t Dare Call the Health Law ‘Redistribution’”, The New York Times, 23/11/2013.

[10] Βλ. τις βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους.

Posted in Κείμενα | 15 Σχόλια

Tα ψηφιακά χαμστερ του Φρόυντ στη χώρα του Facebook

Aπό την Εύη Νικολοπούλου

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρόυντ, αν βρισκόταν ξαφνικά σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου 4 διαφορετικά άτομα έχουν απορροφηθεί, σκυμμένα σε 4 διαφορετικές συσκευές; Με τι όρους θα το εξηγούσε; Ποιοί είναι οι παράγοντες εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα;

Η έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα φαινόμενα της μαζικής μετανάστευσης λαών. Το 1/3 του πλανήτη, σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, είναι ενεργοί χρήστες του facebook την ίδια ώρα που το ίδιο σχεδόν ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι οι κύριος σκοπός της ζωής είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, με κύριους μηχανισμούς την πραγμάτωση της ηδονής, και την ελαχιστοποίηση του πόνου. Ιδού η ελκυστικότητα των κοινωνικών δικτύων: Μικραίνει η μοναξιά, μειώνεται ο ψυχικός πόνος της απομόνωσης. Αναμέτρητοι χρήστες, εθισμένοι στο κυνήγι του like και της επιβεβαίωσης, εργαζόμαστε σαν ψηφιακά χαμστεράκια, επιμελώς και διαρκώς, για την εξεύρεση της επόμενης,στιγμιαίας, ηδονής. Η στιγμιαία ικανοποίηση από την πλήρωση της κοινωνικής ανάγκης, είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό: απελευθερώνει την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή της ευτυχίας, και επομένως είναι η κατάλληλη ενίσχυση για την αναζήτηση της επόμενης.

H αντίληψη της χρήσης του διαδικτύου ως μια εξάρτηση όμοια με τις άλλες, είναι βολική, απλοϊκή και παντελώς λανθασμένη.

Ποιά είναι όμως η ιδιομορφία της χρήσης των social media;

1.Η αυξανόμενη ενασχόληση με την οθόνη, η καταβύθιση στον ψηφιακό κόσμο, αποκλείει μια ζωτική συνθήκη: Το σώμα. Το σώμα όχι απλά είναι αόρατο, αλλά καθίσταται σχεδόν περιττό στις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Οι εκφράσεις του προσώπου μας, η μυρωδιά, η γεύση, η αφή, η όσφρηση, τα σωματικά μας μέλη και όργανα, παίζουν μικρό ή κανένα ρόλο σε αυτόν.

2. Η ψυχοσωματική σχεσιακότητα έχει υποκατασταθεί με ηλεκτρονικά υποπροϊόντα. Σχετιζόμαστε με ψευδο-αντικείμενα: με φωτογραφίες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά παιχνίδια.

3.Τα συναισθήματα που γεννιούνται στην επαφή μας με το ανεξάντλητο πεδίο του ίντερνετ, πολλά, έντονα, συχνά πρωτόγνωρα,αλλά μικρής διάρκειας και, λόγω της ταχύτητας και της φύσης της διάδρασης, μένουν πίσω, ανεπεξέργαστα και χωρίς απεύθυνση. Οι δεσμοί με ψηφιακές οντότητες είναι απρόβλεπτες, αναξιόπιστες και δίχως σταθερότητα.

Ο χρόνος που αφιερώνουμε μπροστά στις οθόνες ξεπερνάει πλέον τον χρόνο που δραστηριοποιούμαστε εκτός αυτών. H κλασσική επικοινωνία έχει συρρικνωθεί, και το τηλέφωνο έχει πολλάκις αντικατασταθεί από το Messenger. Ο κύριος παράγοντας εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα, είναι ο φόβος του αποκλεισμού (F.O.M.O*). Αποκλεισμού από την πληροφορία, από τα γεγονότα, από τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές συζητήσεις, τις τάσεις, τις μόδες. Είναι τόσο παράδοξο όσο και τραγικό, ότι ο φόβος του αποκλεισμού μας από τις ζωές των άλλων, μας περιθωριοποιεί από το βίωμα της δικής μας offline ζωής, της πραγματικής ζωής: της αισθησιοκινητικής συσχέτισης με ζωντανά πρόσωπα και τρισδιάστατα αντικείμενα.

Ο κύριος παράγοντας του ψυχαναγκαστικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων, το τσεκάρισμα του κινητού μας αναρίθμητες φορές την ημέρα, είναι το άγχος ότι κάπου αλλού, κάπου μακριά μας, κάτι γίνεται ερήμην μας. Ότι κάποιοι άλλοι, ζουν καλύτερα, διασκεδάζουν περισσότερο, μιλάνε με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ζουν σε καλύτερα σπίτια από μας. Γι’ αυτό και σύμφωνα με έρευνες, το κοινωνικό δίκτυο με τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόκλησης άγχους ανάμεσα στους χρήστες είναι το Instagram, όπου βασιλεύει η πρόκληση εντυπώσεων: η γκλαμουριά, το φώτοσοπ, η πολυτέλεια, η επίδειξη πλούτου/ομορφιάς, η φαντασμαγορία, η ιλουστρασιόν ζωή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η παθητική κατανάλωση του facebook, το απλό και μηχανικά επαναλαμβανόμενο scroll, και η ελαχιστοποιημένη αλληλεπίδραση, θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη. Η ανεπαίσθητη σύγκριση του εαυτού και της ζωής μας με άλλα άτομα, άλλες ζωές, πέραν του ότι είναι πλήρως λανθασμένη, έχει αρνητική συνεισφορά στη διαμόρφωση της ταυτότητας, και αποτελεί αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης. Και πρόκλησης ψυχικού πόνου.

Στον πόνο όμως που προσπαθούμε να αποφύγουμε με την αυξανόμενη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών του διαδικτύου, δυστυχώς προστίθεται και η νοσταλγία του σώματος στην καθημερινή ψηφιακή ζωή. Που πηγάζει από το έλλειμμα των πραγματικών εμπειριών. Των εμπειριών που θα μπορούσαν να μπουν στο μνημονικό άλμπουμ του απολογισμού της ζωή μας, και που καθορίζουν εν τέλει την ταυτότητα μας.

Όπως έλεγε ο Μπουνιουέλ στην Τελευταία πνοή, «Πρέπει κανείς ν’ αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έστω και μικρά της κομμάτια, για να αντιληφθεί ότι η μνήμη είναι αυτή που φτιάχνει όλη μας τη ζωή. Μια ζωή δίχως μνήμη δε θα ήταν ζωή… Η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας. Χωρίς αυτή, δεν είμαστε τίποτα…».

*Στο λεξικό της Οξφόρδης, προστέθηκε ένας νέος όρος το 2013: F.O.M.O (Fear Of Missing Out)

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 1 σχόλιο

Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

του Κρίστοφερ Λας
(προδημοσίευση από το επερχόμενο, 10o τεύχος του Προτάγματος)
Ενδεχομένως οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν αυτές τις εκλογές [1992] βασιζόμενοι στα ζητήματα της οικονομίας και μόνο. Αν όμως θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα, θα πρέπει να πείσουν ένα δύσπιστο κοινό ότι κατανοούν, μεταξύ άλλων, γιατί τόσοι γονείς βρίσκονται σήμερα σε απόγνωση σε ό,τι έχει να κάνει με την σωστή ανατροφή των παιδιών τους. Μπορεί, λοιπόν, να το πετύχει αυτό ο Μπιλ Κλίντον; Ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον: μπορεί να το καταφέρει η ακτιβίστρια για τα ζητήματα των παιδιών -όπως συνήθως αποκαλείται-, Χίλαρι Κλίντον;
[…]
Τελικά, οι γραφειοκρατικές παρεμβάσεις στην οικογένεια δεν πέτυχαν την «ενδυνάμωση» των παιδιών, αλλά την αποδυνάμωση των θεσμών που στέκονται ανάμεσα στο παιδί και την μεγαλύτερη απειλή που έχει σήμερα να αντιμετωπίσει η οικογένεια: την καταναλωτική μας κουλτούρα. Πολλοί γονείς αναγκάζονται πλέον ν’ αντιταχθούν στον καταναλωτισμό, «δίνοντας αγώνα για τις καρδιές και τα μυαλά των παιδιών τους», σύμφωνα με την έκφραση της Μπάρμπαρα Γουάιτχεντ (Barbara Whitehead). Πρόκειται, ωστόσο, για έναν αγώνα τον οποίο μάλλον χάνουν, εφόσον αδυνατούν να ανταγωνιστούν την τηλεόραση και τις ομάδες συνομηλίκων, που μαθαίνουν στα παιδιά τους να θέλουν περισσότερο από ό,τι είναι καλό γι’ αυτά και τα εθίζουν από πολύ πρώιμη ηλικία στο σεξ, στα ναρκωτικά και στην αναζήτηση διεγέρσεων. «Οι γονείς μιλούν για την πίεση που ασκείται σε παιδιά του δημοτικού για να αγοράσουν Reeboks που κοστίζουν 65 δολάρια και πετροπλυμένα τζιν των 45 δολαρίων» γράφει η Γουάιτχεντ. Σοκάρονται από το σχέδιο διανομής προφυλακτικών στα δημόσια σχολεία και, ακόμη κι αν παραδέχονται πως υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους προφυλάξεις, θέλουν να ξέρουν τι έχει οδηγήσει την κοινωνία μας σε αυτό το σημείο.
Η καταναλωτική κουλτούρα σαγηνεύει τα παιδιά από την πιο πρώιμη ηλικία, μέσα από μια ατέλειωτη προπαγάνδα εμπορευμάτων. Κι έτσι τα κάνει να μην μπορούν πλέον να υπομένουν την γονική πειθαρχία, καθώς ενισχύει την τάση τους να αντιστέκονται σε οποιονδήποτε νιώθουν πως προσπαθεί να επέμβει στη δική τους ευχαρίστηση. Η κουλτούρα της κατανάλωσης δεν διαφθείρει μονάχα τα παιδιά, με άμεσο τρόπο, αλλά υπονομεύει, μακροπρόθεσμα, και την ίδια την οικογένεια, καθώς ανεβάζει διαρκώς το θεωρούμενο ως αποδεκτό επίπεδο ζωής της μεσαίας τάξης. Οι γονείς πρέπει να εργάζονται όλο και περισσότερες ώρες προκειμένου να αποκτήσουν καταναλωτικά αγαθά που παλαιότερα θα θεωρούνταν είδη πολυτελείας, αλλά σήμερα κρίνονται απαραίτητα για μια καλή ζωή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι Αμερικανοί έχουν προσθέσει στον χρόνο του εργασιακού τους έτους σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα, σύμφωνα με την Τζούλιετ Σορ, με αποτέλεσμα, σήμερα, σε μια εποχή όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο από ποτέ άλλοτε ανάγκη από καθοδήγηση, οι αμερικανοί γονείς να βρίσκονται απορροφημένοι από τις απαιτήσεις της εργασίας.
Κι όμως, ελάχιστα έχει να προσφέρει στους σημερινούς γονείς, που υπό μια έννοια αποτελούν την πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα στη χώρα, αυτός ο αποκαλούμενος συντηρητισμός που αρχίζει και τελειώνει με την εξύμνηση της ελεύθερης αγοράς. Οι Ρεπουμπλικάνοι μπορεί να μισούν όλα αυτά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, αλλά η αφοσίωσή τους στην κουλτούρα ενός άπληστου ατομικισμού δεν τους επιτρέπει να εντοπίσουν το πρόβλημα στην πηγή του. Εξυμνούν τον φιλόδοξο και φιλοχρήματο άνθρωπο, τον καπάτσο επενδυτή που δεν ορωδεί προ ουδενός μπρος στην επιδίωξη του πλούτου και μετά απορούν που τα παιδιά από τα γκέτο κλέβουν και σκαρώνουν απάτες αντί να διαβάζουν τα μαθήματά τους.
Σε κάθε περίπτωση, τούτη η απροθυμία των Ρεπουμπλικανών να αποδώσουν ευθύνες στην αγορά για την κατάρρευση της οικογένειας δίνει στους Δημοκρατικούς την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας και την ίδια στιγμή να ανακόψουν την πτωτική πορεία του κόμματός τους. Προσεγγίζοντας την «παιδική υπόθεση» με τα μάτια των σημερινών, ζορισμένων γονέων, οι Δημοκρατικοί μπορούν να καταστήσουν τη φράση «οικογενειακές αξίες» κάτι περισσότερο από ένα κενό σημαίνον. Μπορούν, επίσης, να αρχίσουν να επουλώνουν τους φυλετικούς διαχωρισμούς, δείχνοντας πως, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους, όλες οι οικογένειες επιθυμούν το ίδιο πράγμα: προστασία από την εισβολή της εμπορευματοποίησης στην οικογενειακή ζωή, η οποία διαφθείρει τους νέους και υπονομεύει τη γονική εξουσία. Τα βάσανα της μαύρης μητέρας που ζει από τα προνοιακά επιδόματα και τα παιδιά της έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό της άμεσης ικανοποίησης της επιθυμίας μέσω του εξαιρετικά επικίνδυνου συμπλέγματος ναρκωτικά-εγκληματικότητα, συνιστούν απλώς την υπερβολική εκδοχή των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι γονείς τόσο μιας εργατικής ή μικρομεσαίας οικογένειας όσο και μιας οικογένειας της ανώτερης μεσαίας τάξης. Αυτό που όλοι τους χρειάζονται είναι ένας προστατευόμενος χώρος μες στον οποίο θα μπορούν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν.
Η αναγνώριση αυτής της κοινής ανάγκης μπορεί να συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην προσπάθεια υπέρβασης των ταξικών και φυλετικών φραγμών από ό,τι η κουραστική ρητορεία των Δημοκρατικών περί «συμπόνοιας» -η οποία, άλλωστε, εκφράζει και μια έντονη πατερναλιστική υπεροψία. Αν οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν πράγματι να αναλάβουν τον ρόλο της ηθικής ηγεσίας που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα, τότε θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο σεβασμός είναι σημαντικότερος από τον οίκτο όπως επίσης κι ότι σεβασμός σημαίνει να προσπαθεί κανείς ν’ ανταποκριθεί σε συλλογικά πρότυπα, όχι να ψάχνει δικαιολογίες για τον εαυτό του. Θα πρέπει, επίσης, να εγκαταλείψουν το κράτος πρόνοιας για χάρη μιας πολιτικής που θα έχει στόχο της την ενδυνάμωση της οικογένειας και τη γειτονιάς. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καταλήξουν σε μια κριτική της ελεύθερης αγοράς η οποία δε θα δίνει πάτημα στην ένσταση πως η εναλλακτική στις αγορές –δηλαδή, εν προκειμένω, η επιβολή ενός συνολικού κοινωνικού σχεδιασμού εκ μέρους μιας «νέας τάξης» «κοινωνικών μηχανικών»- συνιστά ακόμα χειρότερη επιλογή.
[…]
Posted in Κείμενα | 7 Σχόλια

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

του Ν. Γκίμπη

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας, η επανάσταση των διεκδικήσεων που παίρνει σάρκα και οστά ενώπιόν μας, έχει αποδώσει τους πλέον παραγωγικούς καρπούς: με απερχόμενο μαύρο πλανητάρχη, σιδηρές κυρίες να διευθύνουν παγκόσμιους οργανισμούς και παγκόσμιες υπερδυνάμεις, ΑμεΑ υπουργούς οικονομικών να διαχειρίζονται ολόκληρο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μουσουλμάνους δημάρχους στις πιο ισχυρές πρωτεύουσες, gay πρωθυπουργούς σε μικρές ή μεγάλες χώρες, διεμφυλικούς και castrati να αναδεικνύονται νικητές σε φεστιβαλικούς διαγωνισμούς, ό,τι ξεκίνησε πριν αρκετές δεκαετίες ως αίτημα για πολιτική αμνηστία των καταπιεσμένων μειονοτήτων σήμερα έχει εξελιχτεί σε αισθητική αναβάθμιση της εξουσίας. Αποτέλεσμα αυτής της μετακύλισης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως, σήμερα, η παγκοσμιοποιημένη εντατικοποίηση των ηθικο-πολιτικών και ταξικών διαιρέσεων δεν γνωρίζει από σύνορα, χρώμα, φυλή, φύλο, σωματικές ικανότητες και σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ενσωμάτωση στην καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι από ‘δω και στο εξής προνόμιο των ετεροκανονικών vanilla boys και ο αποκλεισμός από αυτήν δεν είναι προνόμιο της γης των κολασμένων.

Ιδού λοιπόν η πρόοδος του υπαρκτού καπιταλισμού: ο ιστορικός εκτοπισμός των οραμάτων μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων και απαλλοτρίωσης της εξουσίας από τους πολλούς προς την αφομοίωση και «κατοικιδιοποίηση» των επικίνδυνων τάξεων μαζί με το επακόλουθο κίνημα για τη μέριμνα του εαυτού, προσδίδουν μια νέα ποιότητα στην οργανωτική δομή της εξουσίας και στους τρόπους με τους οποίους ασκείται. Στα παρασκήνια του πολυπολιτισμικού καρναβαλιού όπου δήθεν γιορτάζονται η ελευθερία, η διαφορετικότητα και η αυτοέκφραση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με κατασταλτικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης της σκέψης και μια πρωτόγνωρη, ψυχωτικών εμμονών δικομανία. Ολοένα και διογκώνονται οι επιτροπές διαφάνειας, η κρατική νομοθεσία, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι ψευτο-δεοντολογικοί κώδικες ομιλίας και γραφής από administrators σε ιστοσελίδες, οι νομικοί σύμβουλοι, η σίγαση επιθετικών λέξεων σε τραγούδια, τα «safe spaces», οι ομάδες πίεσης, τα βιωματικά σεμινάρια, τα ακαδημαϊκά ελεγκτικά όργανα για την εγκυρότητα μιας έρευνας, οι ομάδες καταγραφής περιστατικών και μια σειρά ακόμα από θεσμούς κηδεμόνευσης της πρέπουσας συμπεριφοράς. Η κατάσταση δείχνει να πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την πρόληψη και αντιμετώπιση ρατσιστικών ή σεξιστικών περιστατικών. Δείχνει να πηγαίνει ακόμη περισσότερο μακριά από την κατανάλωση ethnic κουζίνας και αντιρατσιστικών φαλάφελ στα φεστιβάλ της φιλελευθερο-ελευθεριακής Αριστεράς. Στη σημερινή τροπή των πραγμάτων, η κουλτούρα του political correct λειτουργεί σαν ηθικό πλυντήριο της κοινωνικής αδικίας και σαν συνεργείο εξευγενισμού της εκμετάλλευσης, θυμίζοντας το βικτωριανό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πιο σκληρή και αποτρόπαιη καταπίεση θεμελιώνεται πάνω σε μια υποκριτική ευγένεια αριστοκρατικού καθωσπρεπισμού.

Το νομικό οπλοστάσιο που έχει αναπτύξει το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, η απεριόριστη συσσώρευση υπαλληλο-διοικητικού Λόγου, προδιαγράφει ένα σκηνικό βγαλμένο απ’ τις πιο σκοτεινές σελίδες μιας καφκικής δίκης. Στα ερείπια των «liberté, égalité, fraternité» αναβιώνει εκ νέου μια «πολιτισμένη» προσομοίωση της εποχής του Τρόμου, εκεί που όλοι είμαστε δυνάμει κατηγορούμενοι, αν όχι και a priori ένοχοι. Πλέον, και αυτό είναι το ανησυχητικό, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου το τεκμήριο της αθωότητας υπονομεύεται και η γενίκευση του κατηγορητηρίου που αποδίδεται εις το όνομα της ορθότητας αντανακλά όχι τον κόσμο των πράξεων αλλά των αφηρημένων ιδεών. Τα άτομα δεν κρίνονται τόσο για τις πράξεις τους όσο για τον ασυνείδητο καθρέφτη που εκπροσωπούν επί της γης. Μας ενδιαφέρει κατά πολύ περισσότερο η δικαίωση ενός ιδεολογικού αγώνα που επιβάλλεται από τον άτεγκτο χαρακτήρα του κρατικού λεβιάθαν παρά το ίδιο το ενδεχόμενο ενοχής ή αθωότητας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Φαίνεται πως τόσες δεκαετίες εκπαίδευσης στον επικοινωνιακό πόλεμο και τον βομβαρδισμό βίαιων εικόνων από τα media να μας έχει εξοικειώσει σε τέτοιο βαθμό με την κτηνωδία, ώστε το αποτρόπαιο μιας πράξης να μην μας συγκινεί τόσο όσο μια ομολογία ψυχο-ιδεολογικών κινήτρων προκειμένου αυτή να στατιστικοποιηθεί και να αποτελέσει το εμπειρικό υπόστρωμα μιας νέας μικρο-θεωρίας «φοβισμού».

Ομοφοβία, ξενοφοβία, τρανσοφοβία, χοντροφοβία, τεχνοφοβία: μια κοινωνία σε μόνιμη κατάσταση λιβιδινικής ενδοσκόπησης, μια κοινωνία που παραγκωνίζει και καταστέλλει όλες τις ανησυχίες με το πρόσχημα αποφυγής συναισθηματικών επιπλοκών. Οι βάσεις του μεταμοντέρνου μακαρθισμού είναι ψυχολογικές. Εδώ δεν πολεμούμε τον Μεγάλο Άλλο που έρχεται να ξηλώσει όλο το πολιτικο-οικονομικό status quo, αλλά τον οποιονδήποτε έρχεται να ραγίσει την εικόνα μιας ανοιχτής, πληθυντικής, πολύχρωμης και θυματολογικής κοινωνίας. Κατάσταση που δημιουργεί το εξής παράδοξο: όσο το political correct ενισχύεται θεσμικά και του αποδίδονται ολοένα και περισσότερες τιμές και εξουσίες, τόσο εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες, ελλείψει ενός επαναστατικού κινήματος, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση Δεξιά η οποία, παρά τον μετριοπαθή πολιτικό της ορίζοντα (πουθενά δεν προκύπτουν αντικαπιταλιστικά ή αντικοινοβουλευτικά ψήγματα), υιοθετεί έναν επιθετικό πολιτικό λόγο που απορροφά όλον τον πολιτικό χρόνο στην αντιπαράθεσή της με τις φιλελεύθερες ελίτ καταφέρνοντας να ραγίσει συνειδητά όλο αυτό το νεοσυγκινησιακό κέλυφος ορθότητας. Σαν τελικά αυτή η εδραίωση του ησυχασμού να ματαιώνει τις προσδοκίες της ακριβώς τη στιγμή που επιβάλλεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του δυτικο-ευρωπαϊκού κόσμου ή, ακόμα χειρότερα, σαν να προαπαιτεί τέτοιες μορφές οργανωμένης αντίδρασης προκειμένου να επιβεβαιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Από στρατηγικής σκοπιάς, η φιλελεύθερη εξουσία δείχνει να αναβάλλει τη μεγάλη κατάρρευση και να επιλύει μέχρι νεωτέρας τις αντινομίες της απλώς εφιστώντας την προσοχή μας σε όλα εκείνα τα επιμέρους σημεία που όντως ο σύγχρονος πολιτισμός δέχεται σοβαρές απειλές, καλώντας μας έτσι σε συμβιβασμό «για να μην ανέβει η ακροδεξιά», για ένα «δημοκρατικό τόξο ενάντια στον λαϊκισμό», για ένα «αντιφασιστικό μέτωπο». Μ’ αυτόν όμως τον συμβιβασμό όλων των ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων όχι μόνο διατηρείται στο ακέραιο ο πυρήνας των φιλελεύθερων αξιών και οι εγγενείς τους αντιφάσεις παραμένουν άθικτες, αλλά τελικά και οποιαδήποτε προτροπή για έναν άλλον προσανατολισμό της συλλογικής ζωής προσκρούει στο παγόβουνο του political correct και αντιμετωπίζεται με την ίδια καχυποψία. Η δημόσια καταδίκη του ρατσισμού και του σεξισμού πηγαίνει χέρι-χέρι με τον αφανισμό του αναρχισμού και του κομμουνισμού από το πολιτικό προσκήνιο ή ακόμη και με την επίρριψη νομικών ευθυνών για συζητήσεις που αφορούν τη διαγραφή του δημοσίου χρέους και την εθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Τον παραδοσιακό εμφύλιο μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών, πληβείων και πατρικίων, αστών και προλετάριων διαδέχεται η γενικευμενη βολιδοσκόπηση για την εύρυθμη λειτουργία ενός savoir vivre. Τα αποτελέσματα της πολιτικής ορθότητας, όπως αποδεικνύει η ίδια η εμπειρία μέχρι στιγμής, είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά διότι τελικά αυτοί που πληρώνουν την περιστολή της ελευθερίας λόγου και έκφρασης είναι άνθρωποι που ίσως υπό άλλες συνθήκες να είχαν κάτι να πουν.

Με την απαγόρευση οποιασδήποτε συζήτησης ενδέχεται να προκαλέσει δυσφορία προκύπτει μια ατμόσφαιρα ψυχολογισμού η οποία, αν και ομολογουμένως απέχει αρκετά απ’ το να εδραιώσει τη βασιλεία του ριζικού Κακού, καταφέρνει να μας υπνωτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσει αόρατα όλα εκείνα τα σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ενώπιον αυτής της συνειδητοποίησης ότι η γραφειοκρατική κηδεμονία και ο κρατικός πατερναλισμός είναι ανεπαρκείς στην επιβολή των φιλελεύθερων αξιών, οι διαφημιστές της ανοιχτής κοινωνίας –απ’ τους ψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς και τα τάγματα των απανταχού νεο-θρησκόληπτων γκουρού μέχρι τους αρθρογράφους γνώμης, τους επιστήμονες και τα δημόσια πρόσωπα– ζητούν, στα πλαίσια της ατομικιστικής διαπαιδαγώγησης, την ανάληψη πρωτοβουλιών από τα ίδια τα άτομα για τη συμμόρφωσή τους, την εθελούσια καταπίεσή τους και την εσωτερίκευση όλων των κοινωνικών αντιφάσεων που απορρέουν από την «κουλτούρα της ανοχής». Είναι σημαντικό επομένως να καλλιεργούμε εμείς οι ίδιοι την ασημαντότητά μας εφόσον, μέχρι στιγμής, αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας αποτροπής ενός απολυταρχισμού. Σαν όλη αυτή η πανταχού παρουσία της «ορθότητας» να επιπλέει πάνω στο ναυάγιο ενός κακόγουστου αστείου. Είμαστε όντως ακόμη ελεύθεροι, αλλά εντελώς κατά τύχη ή επειδή μπορεί αυτό να ευνοείται από τις οικονομικές και εισοδηματικές συγκυρίες. Ακριβώς επειδή ο καθένας μας περιορίζεται στο να κοιτάει τη δουλειά του μάς παραχωρούνται μια σειρά από τυπικές και αρνητικές ελευθερίες σε μια σκηνοθετημένη ιλαροτραγωδία.

Η φοβία μην τυχόν και η σκέψη στραβοπατήσει έξω απ’ τον σωστό δρόμο των οριοθετημένων προτύπων περιορίζει τον δημόσιο διάλογο σε ζητήματα τα οποία εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν θα προκαλέσουν εκνευρισμό, που με ευκολία θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε ή να ρίξουμε στον κάδο ανακύκλωσης. Οι επιπτώσεις είναι αποκαρδιωτικές: πρώτον, η σύγχρονη Αριστερά, μάλλον όντας σε πλήρη εναρμόνιση με την ιστορική Αριστερά, υιοθετεί όλο και περισσότερο τα όπλα του αντιπάλου για την επιβολή των σκοπών της και δεν διστάζει να προωθεί πρακτικές λογοκρισίας, να στηρίζει αγώνες να βγουν εκτός νόμου οι πολιτικοί της εχθροί ή ακόμη και να πιθηκίζει στο καθημερινό της λεξιλόγιο την κουλτούρα της πιο ακραίας υπεροψίας με αποτέλεσμα η εναντίωσή της να μην ξεπερνά τον κόσμο των φαινομένων, ενώ επί της ουσίας νομιμοποιεί τη λογική του εχθρού παίζοντας στο γήπεδό του· δεύτερον, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιστορικών διαστάσεων εξέλιξης, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως σε μια παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα όπου, κατά τα λεγόμενα του Paul Virilio, πλέον δεν αρκεί μονάχα η βιομηχανική τυποποίηση της γνώμης μέχρι του σημείου να γίνει «κοινή» αλλά και ο παγκόσμιος συγχρονισμός των συγκινήσεων ώστε να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο αντίστασης.

Ο διευθυντικός στρατός των υπερευαισθητοποιημένων, ακριβώς επειδή δεν κατέχει ουδεμία κυριαρχία πάνω στη συναισθηματική του κατάσταση, προτιμά να ελέγχει τη συμπεριφορά των άλλων ώστε να αποφύγει την ψυχική αναστάτωση που μπορεί να φέρει ο αυθορμητισμός μιας προσωπικής σκέψης. Για την καταπολέμηση μιας τέτοιας εξέλιξης είναι αναγκαία η μεταγλώττιση της ομιλίας, αφενός ο υγειονομικός έλεγχος της γλώσσας που μπορεί να φτάσει τελικά μέχρι την απαγόρευση λέξεων που μπορεί να έχουν έμφυλη, εθνική, πολιτική, σεξουαλική και συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου ένα ξεχείλωμα των εννοιών μέχρι να χάσουν οποιοδήποτε σφρίγος και δυνατότητα να αποδώσουν την εξωτερική πραγματικότητα. Σ’ αυτόν τον μεταμοντέρνο αχταρμά όπου όλα είναι σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός και όπου το μόνο που μας χρειάζεται είναι οι έννοιες του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού για να δώσουμε ένα νόημα στον κόσμο, τελικά, στον βαθμό που οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιδιαιτερότητα να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα, κερδισμένη βγαίνει μόνο η μη-συναινετική επιτρεπτικότητα: ακριβώς επειδή όλες οι πράξεις ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο, δεν τίθεται λόγος να τις ιεραρχήσουμε ηθικά και να αξιολογήσουμε κάποιες θετικά έναντι άλλων. Εμάς άλλωστε μας αρκεί να μην γρατζουνιστούν οι χορδές της ευαισθησίας μας, είναι προτιμότερο όλα να συμβαίνουν μέσα στην απόλυτη απάθεια και την παράκρουση της ολικής κατάρρευσης.

Εκεί που κανείς δεν παίρνει κανέναν πια στα σοβαρά εύλογο είναι οι προλετάριοι, οι παραδουλεύτρες, τα συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί, οι online ψηφοφορίες, το κατούρημα πάνω σε έναν καμβά να βαφτίζονται «απασχολούμενοι», «οικιακές βοηθοί», «κοινωνικοί εταίροι», «συμμετοχή στα κοινά», «τέχνη». Η οργουελική newspeak της πολιτικής ορθότητας επεκτείνεται σε πολλά περισσότερα πεδία απ’ τις οφθαλμοφανείς περιπτώσεις που συνήθως μας παρουσιάζονται στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και στα καφενεία των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα αυτό ίσως να αναδεικνύει και πιο βαθιές ψυχικές διεργασίες, μιας ασυνείδητης μαζικής αδιαφορίας για τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ώστε να πρέπει να είναι κανείς «πολιτικώς ορθός» αν θέλει να δηλώσει την απέχθειά του για τον ρατσισμό των λευκών, την αποικιοκρατία, τον φασισμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την κακομεταχείριση και τη βία κατά των γυναικών. Μα επιτέλους, η πολιτική ορθότητα είναι η εύκολη λύση, το εμπόρευμα για όλες τις δουλειές, το τέλειο άλλοθι για να μας αφήσουν στην ησυχία μας, η διάθεση να διατυμπανίσουμε ότι θα σεβαστούμε το δικαίωμα του άλλου να μην τον ενοχλήσουμε ζητώντας απλά να σεβαστεί κι αυτός το δικαίωμά μας για κάτι τέτοιο.

Σε μια περιόδο όπου, μεταξύ άλλων, ο Martin Luther King θεωρείται «not all-inclusive», o Shakespeare και ο Mark Twain ρατσιστές, η Mary Poppins πρωτόπλασμα του σεξισμού, ο Ευρυπίδης μισογύνης, κάθε εφηβικός πειραματισμός τείνει να ερμηνεύεται με όρους bullying και οι stand-up κωμικοί καλούνται κάθε λίγο και λιγάκι να απολογούνται για την πολιτική ορθότητα των παραστάσεών τους, γίνεται ευκόλως εννοούμενο πως το πλήγμα στην ελευθερία είναι ανεπανόρθωτο. Τί κι αν Οι περιπέτειες του Χακ Φιν είναι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Hernest Hemingway, το θεμέλιο όλης της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας; Αυτό δεν έχει αποτρέψει τις προσπάθειες των πεφωτισμένων ακαδημαϊκών απ’ το να το μετατρέψουν σε ένα απ’ τα πιο λογοκριμένα βιβλία είτε μέσω της ολικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας του, είτε μέσω του «εξευγενισμού» λέξεων με φορτισμένο περιεχόμενο όπως η λέξη nigger. Το Index Librorum Prohibitorum είναι εδώ, σε συμπαγή και αυστηρή μορφή, με τη μόνη διαφορά ότι η παπική εξουσία έδωσε τη σκυτάλη στην πανεπιστημιακή γραφειοκρατία. Οι εξισωτικοί υπαινιγμοί που νομιμοποιούν πρακτικές λογοκρισίας δείχνουν τελικά να αγωνίζονται για την αντικατάσταση της ανθρωπότητας από μια τεχνολογικά προηγμένη, «ουδετερόφιλη» κοινωνία χωρίς σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα, προγονική καταγωγή, συναισθήματα, πολιτικές στάσεις, ηθική ευπρέπεια. Δεν είναι μόνο που η απαγόρευση λέξεων και το ρετουσάρισμα της ομιλίας πλήττει το σκέπτεσθαι και το συλλογίζεσθαι. Δεν είναι μόνο που η στρουχτουραλιστική προσέγγιση της γλώσσας επιβάλλει μια άκαμπτη μονοσημαντότητα στις λέξεις αναιρώντας κάθε υποκειμενικό και διαπροσωπικό στοιχείο που δύναται να καθορίσει τις προθέσεις και το πλαίσιο των προτάσεων. Δεν είναι μόνο που γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ρητορικής του μίσους και χιουμοριστικού κώδικα, πολιτικής αντιπαράθεσης ή καλλιτεχνικής υπερβολής. Είναι η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία που απαξιώνεται από την τεχνο-επιστημονική ουδετεροποίηση του πραγματικού κόσμου, καθιστώντας ολοένα και πιο απαραίτητο ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων πάνω στον Λόγο και μια ενοχική αλληλοεπιτήρηση όσων λέγονται, θυμίζοντας αρκετά το 1984 όταν η γλώσσα έγινε αντικείμενο ολοκληρωτικού ελέγχου και μέσω ενός κεντρικού σχεδιασμού του λεξιλογίου, της γραμματικής και της προτασιακής λογικής κατάφερε να πολυπλοκοποιηθεί και να αλλοτριωθεί τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε που να απειλεί τον Μεγάλο Αδερφό και το Κόμμα.

Κομβικό ρόλο σε αυτήν την εκπτώχυνση του ομιλείν και του συλλογίζεσθαι έπαιξε η μετάβαση από τον τύπο του διανοούμενου ως δημόσιου λειτουργού στην ανάδυση μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκέντσιας. Η προδοσία των ανθρώπων του πνεύματος και η αποχώρησή τους από τα κοινά οφείλεται, τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς στο φαινόμενο της επαγγελματικοποίησης της δημόσιας κουλτούρας και στο ότι όλο και περισσότεροι πανεπιστημιακοί βρίσκονται έγκλειστοι και αυτοεξόριστοι στα campus, τις αίθουσες διαλέξεων και τα συνέδρια με αποτέλεσμα να έχουν χάσει κάθε επαφή με την καθομιλουμένη γλώσσα. Καθώς αρνούνται να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως συμπύκνωση μιας συλλογικής φωνής κατά της κοινωνικής αδικίας και να αφουγκραστούν τις αγωνίες και τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων, επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα, συγκροτούνται ως «ομιλούσα τάξη» και γίνονται σύμβουλοι και αυλικοί του καθεστώτος συμβάλλοντας κι αυτοί από το πόστο τους στην παρακμάζουσα αναπαραγωγή του. Ακολουθούμενοι από ένα προλεταριάτο αποφοίτων και πρώην φοιτητών καταφέρνουν να γίνουν, σύμφωνα με την ορολογία του Pierre Bourdieu, «κυρίαρχοι κυριαρχούμενοι», μεταξύ των ρετιρέ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας αφενός και των μικρομεσαίων και λαϊκών τάξεων αφετέρου. Αποκτώντας μια συνείδηση του εαυτού τους ως «ημι-ελίτ» και εκμεταλλευόμενοι την επικοινωνιακή επανάσταση των sixties αναβίωσαν μια παλαιολενινιστική αντίληψη περί «πρωτοπορίας» και δήλωσαν έτοιμοι να αναλάβουν τη μεταρρύθμιση της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας από όλα τα παρωχημένα, συντηρητικά, προνεωτερικά χαρακτηριστικά της. Καλωσορίσατε στις υπηρεσίες της Νέας Αριστεράς! Ο διορισμός σε πολιτικά γραφεία, η συμμετοχή σε δημόσια projects, η σύσταση διαφόρων κρατικών υπηρεσιών έφερε την ακαδημαϊκοποίηση της διανόησης και τη συνεπακόλουθη επιστημονική και εργαστηριακή παρένδυση του δημόσιου λόγου.

Ο καριερισμός και η στελέχωση του καπιταλιστικού μηχανισμού βρίσκουν γερό πάτημα σε ένα σύνθημα το οποίο ταλανίζει τα δημόσια πράγματα και την πολιτική σύγκρουση σχεδόν μισό αιώνα: «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η κονιορτοποίηση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, η ενασχόληση του καθενός με τα προσωπικά του ζητήματα, η «διαδικασία προσωποποίησης» της πολιτικής ζωής έφερε την εισβολή της ωφελιμιστικής ιδιώτευσης στους τόπους της δημόσιας αρετής. Ο πολιτικός λόγος έπαψε να είναι υπολογίσιμος και η διείσδυση ατομικών διεκδικήσεων στη δημόσια σφαίρα οδήγησε σε μια επιδερμική ενασχόληση με την πολιτική, εφάμιλλη με το ευχάριστο διάλειμμα που βιώνει ο τουρίστας κατά τη διάρκεια ενός weekend. Εύλογο είναι όλες αυτές οι ιδιαίτερες ομάδες που κάνανε την εμφάνισή τους μέσω των νέων κοινωνικών κινημάτων να ενδιαφέρονται πρωτίστως τελικά για τη διευθέτηση του προσωπικού τους βίου μέσω της ικανοποίησης εξατομικευμένων αιτημάτων αντί να προτάξουν ένα συλλογικό όραμα για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, μακράν του να ενισχύσουν την ηθική κρίση πάνω σε μια σειρά από προσωπικής φύσης ζητήματα, αυτά τα νέα κινήματα προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τα δημόσια ήθη με τον εμπλουτισμό γραφειοκρατικών ελέγχων και συμβουλευτικών υπηρεσιών του θεραπευτικού κράτους. Η πολιτική ορθότητα, επομένως, αντί να απελευθερώνει και να μετουσιώνει με δημιουργικό τρόπο τα συλλογικά πάθη, υπολογίζει σε μια δικονομικού τύπου καταπίεσή τους. Όμως, η αρετολογική απόκλιση του προσώπου απ’ τον ιστό των κυρίαρχων αξιών δεν τίθεται, και δεν μπορεί να τίθεται, με όρους μη-συμμόρφωσης στην τυπική λογική του νόμου ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί ο ηθικός αναβαπτισμός του προσώπου σε ένα άλλο κοσμογονικό σύμπαν που υπόσχεται την ενότητα του καθημερινού ανταπεξέρχεσθαι με το μάγμα των αυτών των ηθικών επιταγών. Και ομολογουμένως η αναζήτηση της αρετής απέχει παρασάγγας από τη στατιστική σύγκλιση των συμπεριφορών που επιδιώκει το κηδεμονικό σύμπλεγμα των κρατικών δρώντων στην προσπάθεια να γεμίσει με ηθικο-πολιτικό συμπεριφορισμό ένα σύνολο άδειων υπάρξεων.

Αντιφασισμός, αντισεξισμός, αντιρατσισμός: εδώ, όταν δεν μιλούμε για μια άμεση επιβολή του νόμου την ώρα που η έξις της δημόσιας αρετής και το εθιμικό δίκαιο καταρρέουν, τότε πρόκειται απλώς για τις ελάχιστες διαφορές στα σημεία, τις λεπτές νότες που τελικά θα καταφέρουν μέσα σε ένα σύμπαν ομοιομορφοποίησης να μας κάνουν ξεχωριστούς απ’ τους άλλους. Από την οικουμενικότητα του ανθρώπινου όντος, το φαντασιακό του homo universalis, μετακινούμαστε προς τη μοναδικότητά του ατόμου, σε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που θα το καταστήσουν διαφορετικό απ’ τους άλλους ώστε να γίνει ορατό μέσα στον χυλό της μάζας. Παράδοξο κι όμως αληθινό είναι ότι αυτή η μέθοδος εξάπλωσης της «διαφορετικότητας» ως αξίας μοιάζει με ασφυκτικός κλοιός ομογενοποίησης κάθε πραγματικά προσωπικού στοιχείου ώστε τελικά οι μόνοι που θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως διαφορετικοί να είναι όσοι αρνούνται τη διαφορετικότητα. Επομένως, όσο κι αν οι επαγγελματίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθούν να μας πείσουν για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μπρος σε όλους τους αγώνες για την ισότητα των ευκαιριών τελικά υποκρύπτεται περισσότερο μια κοινωνική δημογραφία αναζήτησης νέων lifestyle ταυτοτήτων που είναι ικανές να τονώσουν τις δυνατότητες της Αγοράς, παρά κάποιος προθάλαμος για ένα σοσιαλιστικό και δημοκρατικό μέλλον. Δεν θα ήταν άκαιρο λοιπόν να υποθέσουμε ότι η επένδυση που επιδεικνύει ο σύγχρονος –μεταμοντέρνος, ατομικίστικος και μηδενιστικός, παρά τις όποιες διακηρύξεις του– αναρχισμός στη διαδικασία της «αποδόμησης» των ταυτοτήτων τον καθιστά αυτομάτως λαγωνικό του φιλελευθερισμού. Η θεσμοθέτηση των queer studies δεν εγγυάται σε κανένα σημείο έναν καλύτερο κόσμο. Ίσα-ίσα, αν λάβουμε υπόψη την τάση που επικρατεί σήμερα, η διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών είναι αντιστρόφως ανάλογη της συλλογικής ελευθερίας και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αυξημένη ευαισθησία σε μια τρανσέξουαλ δικαστή να μην βγάλει στο σφυρί πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας ή σε έναν μπάτσο μετανάστη να φερθεί καλύτερα από τους ντόπιους ματατζήδες σε μια διαδήλωση ή σε έναν μουσουλμάνο επιχειρηματία να μην εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του. Στους ναούς που λιβανίζεται νυχθημερόν το ευαγγέλιο της ισότητας, ξημερώνει μια πρωτόγνωρη κομφορμιστική δικτατορία.

Η σταδιακή εμπέδωση μιας cool αυταρχικοποίησης φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά την ευθραυστότητα των ίδιων της των κοινωνικών νορμών και αναπόφευκτα στρώνει το χαλί σε έναν νέου τύπου τυραννικό δεσποτισμό: όχι τόσο με όρους αναπαράστασης του εγκλήματος κάποιου χιτλερικού ή σταλινικού παραδείγματος, όσο με όρους ιστορικής συνέχειας της εσώτερης λογικής τους, δανειζόμενος την τάση «υπερ-εκκοινωνισμού» του ατόμου που προκύπτει από την κατάρρευση της ιδιωτικής σφαίρας και την ανάληψη όλων των νευραλγικών επιταγών της προσωπικής αρετής από τους κρατικούς μηχανισμούς. Ένας δεσποτισμός που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ευέλικτης, ευκίνητης, καταναλωτικής και τεχνολογικής κοινωνίας αντί της εύτακτης, συμπαγούς, παραγωγικής και βιομηχανικής κοινωνίας. Μια αντι-ουτοπία όπου ό,τι δεν θα ευνοεί την αποβλάκωση, την απάτη, την πλάνη, την κατανάλωση, τον ηδονισμό και το θέαμα θα υποκύπτει σε όλο και περισσότερα τεστ. Θα περνά αυστηρούς σωματικούς ελέγχους. Το σκέπτεσθαι θα σκανάρεται για να εξακριβωθεί η ασηπτική ουδετερότητά του. Η φυσική και πνευματική ενέργεια θα χρησιμοποιούνται με αποδοτικά οικονομικά τρόπο. Καθείς θα πρέπει να προσέχει τι λέει. Ει δυνατόν θα αυτολογοκρίνεται. Ειδάλλως, θα σέρνεται στα δικαστήρια. Θα καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Με βραχιολάκι. Αποσυρμένος στην αφάνεια.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized | 1 σχόλιο