Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

του Κρίστοφερ Λας
(προδημοσίευση από το επερχόμενο, 10o τεύχος του Προτάγματος)
Ενδεχομένως οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν αυτές τις εκλογές [1992] βασιζόμενοι στα ζητήματα της οικονομίας και μόνο. Αν όμως θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα, θα πρέπει να πείσουν ένα δύσπιστο κοινό ότι κατανοούν, μεταξύ άλλων, γιατί τόσοι γονείς βρίσκονται σήμερα σε απόγνωση σε ό,τι έχει να κάνει με την σωστή ανατροφή των παιδιών τους. Μπορεί, λοιπόν, να το πετύχει αυτό ο Μπιλ Κλίντον; Ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον: μπορεί να το καταφέρει η ακτιβίστρια για τα ζητήματα των παιδιών -όπως συνήθως αποκαλείται-, Χίλαρι Κλίντον;
[…]
Τελικά, οι γραφειοκρατικές παρεμβάσεις στην οικογένεια δεν πέτυχαν την «ενδυνάμωση» των παιδιών, αλλά την αποδυνάμωση των θεσμών που στέκονται ανάμεσα στο παιδί και την μεγαλύτερη απειλή που έχει σήμερα να αντιμετωπίσει η οικογένεια: την καταναλωτική μας κουλτούρα. Πολλοί γονείς αναγκάζονται πλέον ν’ αντιταχθούν στον καταναλωτισμό, «δίνοντας αγώνα για τις καρδιές και τα μυαλά των παιδιών τους», σύμφωνα με την έκφραση της Μπάρμπαρα Γουάιτχεντ (Barbara Whitehead). Πρόκειται, ωστόσο, για έναν αγώνα τον οποίο μάλλον χάνουν, εφόσον αδυνατούν να ανταγωνιστούν την τηλεόραση και τις ομάδες συνομηλίκων, που μαθαίνουν στα παιδιά τους να θέλουν περισσότερο από ό,τι είναι καλό γι’ αυτά και τα εθίζουν από πολύ πρώιμη ηλικία στο σεξ, στα ναρκωτικά και στην αναζήτηση διεγέρσεων. «Οι γονείς μιλούν για την πίεση που ασκείται σε παιδιά του δημοτικού για να αγοράσουν Reeboks που κοστίζουν 65 δολάρια και πετροπλυμένα τζιν των 45 δολαρίων» γράφει η Γουάιτχεντ. Σοκάρονται από το σχέδιο διανομής προφυλακτικών στα δημόσια σχολεία και, ακόμη κι αν παραδέχονται πως υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους προφυλάξεις, θέλουν να ξέρουν τι έχει οδηγήσει την κοινωνία μας σε αυτό το σημείο.
Η καταναλωτική κουλτούρα σαγηνεύει τα παιδιά από την πιο πρώιμη ηλικία, μέσα από μια ατέλειωτη προπαγάνδα εμπορευμάτων. Κι έτσι τα κάνει να μην μπορούν πλέον να υπομένουν την γονική πειθαρχία, καθώς ενισχύει την τάση τους να αντιστέκονται σε οποιονδήποτε νιώθουν πως προσπαθεί να επέμβει στη δική τους ευχαρίστηση. Η κουλτούρα της κατανάλωσης δεν διαφθείρει μονάχα τα παιδιά, με άμεσο τρόπο, αλλά υπονομεύει, μακροπρόθεσμα, και την ίδια την οικογένεια, καθώς ανεβάζει διαρκώς το θεωρούμενο ως αποδεκτό επίπεδο ζωής της μεσαίας τάξης. Οι γονείς πρέπει να εργάζονται όλο και περισσότερες ώρες προκειμένου να αποκτήσουν καταναλωτικά αγαθά που παλαιότερα θα θεωρούνταν είδη πολυτελείας, αλλά σήμερα κρίνονται απαραίτητα για μια καλή ζωή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι Αμερικανοί έχουν προσθέσει στον χρόνο του εργασιακού τους έτους σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα, σύμφωνα με την Τζούλιετ Σορ, με αποτέλεσμα, σήμερα, σε μια εποχή όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο από ποτέ άλλοτε ανάγκη από καθοδήγηση, οι αμερικανοί γονείς να βρίσκονται απορροφημένοι από τις απαιτήσεις της εργασίας.
Κι όμως, ελάχιστα έχει να προσφέρει στους σημερινούς γονείς, που υπό μια έννοια αποτελούν την πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα στη χώρα, αυτός ο αποκαλούμενος συντηρητισμός που αρχίζει και τελειώνει με την εξύμνηση της ελεύθερης αγοράς. Οι Ρεπουμπλικάνοι μπορεί να μισούν όλα αυτά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, αλλά η αφοσίωσή τους στην κουλτούρα ενός άπληστου ατομικισμού δεν τους επιτρέπει να εντοπίσουν το πρόβλημα στην πηγή του. Εξυμνούν τον φιλόδοξο και φιλοχρήματο άνθρωπο, τον καπάτσο επενδυτή που δεν ορωδεί προ ουδενός μπρος στην επιδίωξη του πλούτου και μετά απορούν που τα παιδιά από τα γκέτο κλέβουν και σκαρώνουν απάτες αντί να διαβάζουν τα μαθήματά τους.
Σε κάθε περίπτωση, τούτη η απροθυμία των Ρεπουμπλικανών να αποδώσουν ευθύνες στην αγορά για την κατάρρευση της οικογένειας δίνει στους Δημοκρατικούς την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας και την ίδια στιγμή να ανακόψουν την πτωτική πορεία του κόμματός τους. Προσεγγίζοντας την «παιδική υπόθεση» με τα μάτια των σημερινών, ζορισμένων γονέων, οι Δημοκρατικοί μπορούν να καταστήσουν τη φράση «οικογενειακές αξίες» κάτι περισσότερο από ένα κενό σημαίνον. Μπορούν, επίσης, να αρχίσουν να επουλώνουν τους φυλετικούς διαχωρισμούς, δείχνοντας πως, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους, όλες οι οικογένειες επιθυμούν το ίδιο πράγμα: προστασία από την εισβολή της εμπορευματοποίησης στην οικογενειακή ζωή, η οποία διαφθείρει τους νέους και υπονομεύει τη γονική εξουσία. Τα βάσανα της μαύρης μητέρας που ζει από τα προνοιακά επιδόματα και τα παιδιά της έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό της άμεσης ικανοποίησης της επιθυμίας μέσω του εξαιρετικά επικίνδυνου συμπλέγματος ναρκωτικά-εγκληματικότητα, συνιστούν απλώς την υπερβολική εκδοχή των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι γονείς τόσο μιας εργατικής ή μικρομεσαίας οικογένειας όσο και μιας οικογένειας της ανώτερης μεσαίας τάξης. Αυτό που όλοι τους χρειάζονται είναι ένας προστατευόμενος χώρος μες στον οποίο θα μπορούν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν.
Η αναγνώριση αυτής της κοινής ανάγκης μπορεί να συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην προσπάθεια υπέρβασης των ταξικών και φυλετικών φραγμών από ό,τι η κουραστική ρητορεία των Δημοκρατικών περί «συμπόνοιας» -η οποία, άλλωστε, εκφράζει και μια έντονη πατερναλιστική υπεροψία. Αν οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν πράγματι να αναλάβουν τον ρόλο της ηθικής ηγεσίας που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα, τότε θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο σεβασμός είναι σημαντικότερος από τον οίκτο όπως επίσης κι ότι σεβασμός σημαίνει να προσπαθεί κανείς ν’ ανταποκριθεί σε συλλογικά πρότυπα, όχι να ψάχνει δικαιολογίες για τον εαυτό του. Θα πρέπει, επίσης, να εγκαταλείψουν το κράτος πρόνοιας για χάρη μιας πολιτικής που θα έχει στόχο της την ενδυνάμωση της οικογένειας και τη γειτονιάς. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καταλήξουν σε μια κριτική της ελεύθερης αγοράς η οποία δε θα δίνει πάτημα στην ένσταση πως η εναλλακτική στις αγορές –δηλαδή, εν προκειμένω, η επιβολή ενός συνολικού κοινωνικού σχεδιασμού εκ μέρους μιας «νέας τάξης» «κοινωνικών μηχανικών»- συνιστά ακόμα χειρότερη επιλογή.
[…]
Posted in Κείμενα | 5 Σχόλια

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

του Ν. Γκίμπη

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας, η επανάσταση των διεκδικήσεων που παίρνει σάρκα και οστά ενώπιόν μας, έχει αποδώσει τους πλέον παραγωγικούς καρπούς: με απερχόμενο μαύρο πλανητάρχη, σιδηρές κυρίες να διευθύνουν παγκόσμιους οργανισμούς και παγκόσμιες υπερδυνάμεις, ΑμεΑ υπουργούς οικονομικών να διαχειρίζονται ολόκληρο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μουσουλμάνους δημάρχους στις πιο ισχυρές πρωτεύουσες, gay πρωθυπουργούς σε μικρές ή μεγάλες χώρες, διεμφυλικούς και castrati να αναδεικνύονται νικητές σε φεστιβαλικούς διαγωνισμούς, ό,τι ξεκίνησε πριν αρκετές δεκαετίες ως αίτημα για πολιτική αμνηστία των καταπιεσμένων μειονοτήτων σήμερα έχει εξελιχτεί σε αισθητική αναβάθμιση της εξουσίας. Αποτέλεσμα αυτής της μετακύλισης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως, σήμερα, η παγκοσμιοποιημένη εντατικοποίηση των ηθικο-πολιτικών και ταξικών διαιρέσεων δεν γνωρίζει από σύνορα, χρώμα, φυλή, φύλο, σωματικές ικανότητες και σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ενσωμάτωση στην καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι από ‘δω και στο εξής προνόμιο των ετεροκανονικών vanilla boys και ο αποκλεισμός από αυτήν δεν είναι προνόμιο της γης των κολασμένων.

Ιδού λοιπόν η πρόοδος του υπαρκτού καπιταλισμού: ο ιστορικός εκτοπισμός των οραμάτων μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων και απαλλοτρίωσης της εξουσίας από τους πολλούς προς την αφομοίωση και «κατοικιδιοποίηση» των επικίνδυνων τάξεων μαζί με το επακόλουθο κίνημα για τη μέριμνα του εαυτού, προσδίδουν μια νέα ποιότητα στην οργανωτική δομή της εξουσίας και στους τρόπους με τους οποίους ασκείται. Στα παρασκήνια του πολυπολιτισμικού καρναβαλιού όπου δήθεν γιορτάζονται η ελευθερία, η διαφορετικότητα και η αυτοέκφραση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με κατασταλτικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης της σκέψης και μια πρωτόγνωρη, ψυχωτικών εμμονών δικομανία. Ολοένα και διογκώνονται οι επιτροπές διαφάνειας, η κρατική νομοθεσία, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι ψευτο-δεοντολογικοί κώδικες ομιλίας και γραφής από administrators σε ιστοσελίδες, οι νομικοί σύμβουλοι, η σίγαση επιθετικών λέξεων σε τραγούδια, τα «safe spaces», οι ομάδες πίεσης, τα βιωματικά σεμινάρια, τα ακαδημαϊκά ελεγκτικά όργανα για την εγκυρότητα μιας έρευνας, οι ομάδες καταγραφής περιστατικών και μια σειρά ακόμα από θεσμούς κηδεμόνευσης της πρέπουσας συμπεριφοράς. Η κατάσταση δείχνει να πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την πρόληψη και αντιμετώπιση ρατσιστικών ή σεξιστικών περιστατικών. Δείχνει να πηγαίνει ακόμη περισσότερο μακριά από την κατανάλωση ethnic κουζίνας και αντιρατσιστικών φαλάφελ στα φεστιβάλ της φιλελευθερο-ελευθεριακής Αριστεράς. Στη σημερινή τροπή των πραγμάτων, η κουλτούρα του political correct λειτουργεί σαν ηθικό πλυντήριο της κοινωνικής αδικίας και σαν συνεργείο εξευγενισμού της εκμετάλλευσης, θυμίζοντας το βικτωριανό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πιο σκληρή και αποτρόπαιη καταπίεση θεμελιώνεται πάνω σε μια υποκριτική ευγένεια αριστοκρατικού καθωσπρεπισμού.

Το νομικό οπλοστάσιο που έχει αναπτύξει το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, η απεριόριστη συσσώρευση υπαλληλο-διοικητικού Λόγου, προδιαγράφει ένα σκηνικό βγαλμένο απ’ τις πιο σκοτεινές σελίδες μιας καφκικής δίκης. Στα ερείπια των «liberté, égalité, fraternité» αναβιώνει εκ νέου μια «πολιτισμένη» προσομοίωση της εποχής του Τρόμου, εκεί που όλοι είμαστε δυνάμει κατηγορούμενοι, αν όχι και a priori ένοχοι. Πλέον, και αυτό είναι το ανησυχητικό, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου το τεκμήριο της αθωότητας υπονομεύεται και η γενίκευση του κατηγορητηρίου που αποδίδεται εις το όνομα της ορθότητας αντανακλά όχι τον κόσμο των πράξεων αλλά των αφηρημένων ιδεών. Τα άτομα δεν κρίνονται τόσο για τις πράξεις τους όσο για τον ασυνείδητο καθρέφτη που εκπροσωπούν επί της γης. Μας ενδιαφέρει κατά πολύ περισσότερο η δικαίωση ενός ιδεολογικού αγώνα που επιβάλλεται από τον άτεγκτο χαρακτήρα του κρατικού λεβιάθαν παρά το ίδιο το ενδεχόμενο ενοχής ή αθωότητας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Φαίνεται πως τόσες δεκαετίες εκπαίδευσης στον επικοινωνιακό πόλεμο και τον βομβαρδισμό βίαιων εικόνων από τα media να μας έχει εξοικειώσει σε τέτοιο βαθμό με την κτηνωδία, ώστε το αποτρόπαιο μιας πράξης να μην μας συγκινεί τόσο όσο μια ομολογία ψυχο-ιδεολογικών κινήτρων προκειμένου αυτή να στατιστικοποιηθεί και να αποτελέσει το εμπειρικό υπόστρωμα μιας νέας μικρο-θεωρίας «φοβισμού».

Ομοφοβία, ξενοφοβία, τρανσοφοβία, χοντροφοβία, τεχνοφοβία: μια κοινωνία σε μόνιμη κατάσταση λιβιδινικής ενδοσκόπησης, μια κοινωνία που παραγκωνίζει και καταστέλλει όλες τις ανησυχίες με το πρόσχημα αποφυγής συναισθηματικών επιπλοκών. Οι βάσεις του μεταμοντέρνου μακαρθισμού είναι ψυχολογικές. Εδώ δεν πολεμούμε τον Μεγάλο Άλλο που έρχεται να ξηλώσει όλο το πολιτικο-οικονομικό status quo, αλλά τον οποιονδήποτε έρχεται να ραγίσει την εικόνα μιας ανοιχτής, πληθυντικής, πολύχρωμης και θυματολογικής κοινωνίας. Κατάσταση που δημιουργεί το εξής παράδοξο: όσο το political correct ενισχύεται θεσμικά και του αποδίδονται ολοένα και περισσότερες τιμές και εξουσίες, τόσο εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες, ελλείψει ενός επαναστατικού κινήματος, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση Δεξιά η οποία, παρά τον μετριοπαθή πολιτικό της ορίζοντα (πουθενά δεν προκύπτουν αντικαπιταλιστικά ή αντικοινοβουλευτικά ψήγματα), υιοθετεί έναν επιθετικό πολιτικό λόγο που απορροφά όλον τον πολιτικό χρόνο στην αντιπαράθεσή της με τις φιλελεύθερες ελίτ καταφέρνοντας να ραγίσει συνειδητά όλο αυτό το νεοσυγκινησιακό κέλυφος ορθότητας. Σαν τελικά αυτή η εδραίωση του ησυχασμού να ματαιώνει τις προσδοκίες της ακριβώς τη στιγμή που επιβάλλεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του δυτικο-ευρωπαϊκού κόσμου ή, ακόμα χειρότερα, σαν να προαπαιτεί τέτοιες μορφές οργανωμένης αντίδρασης προκειμένου να επιβεβαιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Από στρατηγικής σκοπιάς, η φιλελεύθερη εξουσία δείχνει να αναβάλλει τη μεγάλη κατάρρευση και να επιλύει μέχρι νεωτέρας τις αντινομίες της απλώς εφιστώντας την προσοχή μας σε όλα εκείνα τα επιμέρους σημεία που όντως ο σύγχρονος πολιτισμός δέχεται σοβαρές απειλές, καλώντας μας έτσι σε συμβιβασμό «για να μην ανέβει η ακροδεξιά», για ένα «δημοκρατικό τόξο ενάντια στον λαϊκισμό», για ένα «αντιφασιστικό μέτωπο». Μ’ αυτόν όμως τον συμβιβασμό όλων των ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων όχι μόνο διατηρείται στο ακέραιο ο πυρήνας των φιλελεύθερων αξιών και οι εγγενείς τους αντιφάσεις παραμένουν άθικτες, αλλά τελικά και οποιαδήποτε προτροπή για έναν άλλον προσανατολισμό της συλλογικής ζωής προσκρούει στο παγόβουνο του political correct και αντιμετωπίζεται με την ίδια καχυποψία. Η δημόσια καταδίκη του ρατσισμού και του σεξισμού πηγαίνει χέρι-χέρι με τον αφανισμό του αναρχισμού και του κομμουνισμού από το πολιτικό προσκήνιο ή ακόμη και με την επίρριψη νομικών ευθυνών για συζητήσεις που αφορούν τη διαγραφή του δημοσίου χρέους και την εθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Τον παραδοσιακό εμφύλιο μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών, πληβείων και πατρικίων, αστών και προλετάριων διαδέχεται η γενικευμενη βολιδοσκόπηση για την εύρυθμη λειτουργία ενός savoir vivre. Τα αποτελέσματα της πολιτικής ορθότητας, όπως αποδεικνύει η ίδια η εμπειρία μέχρι στιγμής, είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά διότι τελικά αυτοί που πληρώνουν την περιστολή της ελευθερίας λόγου και έκφρασης είναι άνθρωποι που ίσως υπό άλλες συνθήκες να είχαν κάτι να πουν.

Με την απαγόρευση οποιασδήποτε συζήτησης ενδέχεται να προκαλέσει δυσφορία προκύπτει μια ατμόσφαιρα ψυχολογισμού η οποία, αν και ομολογουμένως απέχει αρκετά απ’ το να εδραιώσει τη βασιλεία του ριζικού Κακού, καταφέρνει να μας υπνωτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσει αόρατα όλα εκείνα τα σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ενώπιον αυτής της συνειδητοποίησης ότι η γραφειοκρατική κηδεμονία και ο κρατικός πατερναλισμός είναι ανεπαρκείς στην επιβολή των φιλελεύθερων αξιών, οι διαφημιστές της ανοιχτής κοινωνίας –απ’ τους ψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς και τα τάγματα των απανταχού νεο-θρησκόληπτων γκουρού μέχρι τους αρθρογράφους γνώμης, τους επιστήμονες και τα δημόσια πρόσωπα– ζητούν, στα πλαίσια της ατομικιστικής διαπαιδαγώγησης, την ανάληψη πρωτοβουλιών από τα ίδια τα άτομα για τη συμμόρφωσή τους, την εθελούσια καταπίεσή τους και την εσωτερίκευση όλων των κοινωνικών αντιφάσεων που απορρέουν από την «κουλτούρα της ανοχής». Είναι σημαντικό επομένως να καλλιεργούμε εμείς οι ίδιοι την ασημαντότητά μας εφόσον, μέχρι στιγμής, αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας αποτροπής ενός απολυταρχισμού. Σαν όλη αυτή η πανταχού παρουσία της «ορθότητας» να επιπλέει πάνω στο ναυάγιο ενός κακόγουστου αστείου. Είμαστε όντως ακόμη ελεύθεροι, αλλά εντελώς κατά τύχη ή επειδή μπορεί αυτό να ευνοείται από τις οικονομικές και εισοδηματικές συγκυρίες. Ακριβώς επειδή ο καθένας μας περιορίζεται στο να κοιτάει τη δουλειά του μάς παραχωρούνται μια σειρά από τυπικές και αρνητικές ελευθερίες σε μια σκηνοθετημένη ιλαροτραγωδία.

Η φοβία μην τυχόν και η σκέψη στραβοπατήσει έξω απ’ τον σωστό δρόμο των οριοθετημένων προτύπων περιορίζει τον δημόσιο διάλογο σε ζητήματα τα οποία εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν θα προκαλέσουν εκνευρισμό, που με ευκολία θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε ή να ρίξουμε στον κάδο ανακύκλωσης. Οι επιπτώσεις είναι αποκαρδιωτικές: πρώτον, η σύγχρονη Αριστερά, μάλλον όντας σε πλήρη εναρμόνιση με την ιστορική Αριστερά, υιοθετεί όλο και περισσότερο τα όπλα του αντιπάλου για την επιβολή των σκοπών της και δεν διστάζει να προωθεί πρακτικές λογοκρισίας, να στηρίζει αγώνες να βγουν εκτός νόμου οι πολιτικοί της εχθροί ή ακόμη και να πιθηκίζει στο καθημερινό της λεξιλόγιο την κουλτούρα της πιο ακραίας υπεροψίας με αποτέλεσμα η εναντίωσή της να μην ξεπερνά τον κόσμο των φαινομένων, ενώ επί της ουσίας νομιμοποιεί τη λογική του εχθρού παίζοντας στο γήπεδό του· δεύτερον, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιστορικών διαστάσεων εξέλιξης, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως σε μια παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα όπου, κατά τα λεγόμενα του Paul Virilio, πλέον δεν αρκεί μονάχα η βιομηχανική τυποποίηση της γνώμης μέχρι του σημείου να γίνει «κοινή» αλλά και ο παγκόσμιος συγχρονισμός των συγκινήσεων ώστε να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο αντίστασης.

Ο διευθυντικός στρατός των υπερευαισθητοποιημένων, ακριβώς επειδή δεν κατέχει ουδεμία κυριαρχία πάνω στη συναισθηματική του κατάσταση, προτιμά να ελέγχει τη συμπεριφορά των άλλων ώστε να αποφύγει την ψυχική αναστάτωση που μπορεί να φέρει ο αυθορμητισμός μιας προσωπικής σκέψης. Για την καταπολέμηση μιας τέτοιας εξέλιξης είναι αναγκαία η μεταγλώττιση της ομιλίας, αφενός ο υγειονομικός έλεγχος της γλώσσας που μπορεί να φτάσει τελικά μέχρι την απαγόρευση λέξεων που μπορεί να έχουν έμφυλη, εθνική, πολιτική, σεξουαλική και συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου ένα ξεχείλωμα των εννοιών μέχρι να χάσουν οποιοδήποτε σφρίγος και δυνατότητα να αποδώσουν την εξωτερική πραγματικότητα. Σ’ αυτόν τον μεταμοντέρνο αχταρμά όπου όλα είναι σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός και όπου το μόνο που μας χρειάζεται είναι οι έννοιες του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού για να δώσουμε ένα νόημα στον κόσμο, τελικά, στον βαθμό που οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιδιαιτερότητα να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα, κερδισμένη βγαίνει μόνο η μη-συναινετική επιτρεπτικότητα: ακριβώς επειδή όλες οι πράξεις ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο, δεν τίθεται λόγος να τις ιεραρχήσουμε ηθικά και να αξιολογήσουμε κάποιες θετικά έναντι άλλων. Εμάς άλλωστε μας αρκεί να μην γρατζουνιστούν οι χορδές της ευαισθησίας μας, είναι προτιμότερο όλα να συμβαίνουν μέσα στην απόλυτη απάθεια και την παράκρουση της ολικής κατάρρευσης.

Εκεί που κανείς δεν παίρνει κανέναν πια στα σοβαρά εύλογο είναι οι προλετάριοι, οι παραδουλεύτρες, τα συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί, οι online ψηφοφορίες, το κατούρημα πάνω σε έναν καμβά να βαφτίζονται «απασχολούμενοι», «οικιακές βοηθοί», «κοινωνικοί εταίροι», «συμμετοχή στα κοινά», «τέχνη». Η οργουελική newspeak της πολιτικής ορθότητας επεκτείνεται σε πολλά περισσότερα πεδία απ’ τις οφθαλμοφανείς περιπτώσεις που συνήθως μας παρουσιάζονται στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και στα καφενεία των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα αυτό ίσως να αναδεικνύει και πιο βαθιές ψυχικές διεργασίες, μιας ασυνείδητης μαζικής αδιαφορίας για τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ώστε να πρέπει να είναι κανείς «πολιτικώς ορθός» αν θέλει να δηλώσει την απέχθειά του για τον ρατσισμό των λευκών, την αποικιοκρατία, τον φασισμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την κακομεταχείριση και τη βία κατά των γυναικών. Μα επιτέλους, η πολιτική ορθότητα είναι η εύκολη λύση, το εμπόρευμα για όλες τις δουλειές, το τέλειο άλλοθι για να μας αφήσουν στην ησυχία μας, η διάθεση να διατυμπανίσουμε ότι θα σεβαστούμε το δικαίωμα του άλλου να μην τον ενοχλήσουμε ζητώντας απλά να σεβαστεί κι αυτός το δικαίωμά μας για κάτι τέτοιο.

Σε μια περιόδο όπου, μεταξύ άλλων, ο Martin Luther King θεωρείται «not all-inclusive», o Shakespeare και ο Mark Twain ρατσιστές, η Mary Poppins πρωτόπλασμα του σεξισμού, ο Ευρυπίδης μισογύνης, κάθε εφηβικός πειραματισμός τείνει να ερμηνεύεται με όρους bullying και οι stand-up κωμικοί καλούνται κάθε λίγο και λιγάκι να απολογούνται για την πολιτική ορθότητα των παραστάσεών τους, γίνεται ευκόλως εννοούμενο πως το πλήγμα στην ελευθερία είναι ανεπανόρθωτο. Τί κι αν Οι περιπέτειες του Χακ Φιν είναι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Hernest Hemingway, το θεμέλιο όλης της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας; Αυτό δεν έχει αποτρέψει τις προσπάθειες των πεφωτισμένων ακαδημαϊκών απ’ το να το μετατρέψουν σε ένα απ’ τα πιο λογοκριμένα βιβλία είτε μέσω της ολικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας του, είτε μέσω του «εξευγενισμού» λέξεων με φορτισμένο περιεχόμενο όπως η λέξη nigger. Το Index Librorum Prohibitorum είναι εδώ, σε συμπαγή και αυστηρή μορφή, με τη μόνη διαφορά ότι η παπική εξουσία έδωσε τη σκυτάλη στην πανεπιστημιακή γραφειοκρατία. Οι εξισωτικοί υπαινιγμοί που νομιμοποιούν πρακτικές λογοκρισίας δείχνουν τελικά να αγωνίζονται για την αντικατάσταση της ανθρωπότητας από μια τεχνολογικά προηγμένη, «ουδετερόφιλη» κοινωνία χωρίς σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα, προγονική καταγωγή, συναισθήματα, πολιτικές στάσεις, ηθική ευπρέπεια. Δεν είναι μόνο που η απαγόρευση λέξεων και το ρετουσάρισμα της ομιλίας πλήττει το σκέπτεσθαι και το συλλογίζεσθαι. Δεν είναι μόνο που η στρουχτουραλιστική προσέγγιση της γλώσσας επιβάλλει μια άκαμπτη μονοσημαντότητα στις λέξεις αναιρώντας κάθε υποκειμενικό και διαπροσωπικό στοιχείο που δύναται να καθορίσει τις προθέσεις και το πλαίσιο των προτάσεων. Δεν είναι μόνο που γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ρητορικής του μίσους και χιουμοριστικού κώδικα, πολιτικής αντιπαράθεσης ή καλλιτεχνικής υπερβολής. Είναι η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία που απαξιώνεται από την τεχνο-επιστημονική ουδετεροποίηση του πραγματικού κόσμου, καθιστώντας ολοένα και πιο απαραίτητο ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων πάνω στον Λόγο και μια ενοχική αλληλοεπιτήρηση όσων λέγονται, θυμίζοντας αρκετά το 1984 όταν η γλώσσα έγινε αντικείμενο ολοκληρωτικού ελέγχου και μέσω ενός κεντρικού σχεδιασμού του λεξιλογίου, της γραμματικής και της προτασιακής λογικής κατάφερε να πολυπλοκοποιηθεί και να αλλοτριωθεί τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε που να απειλεί τον Μεγάλο Αδερφό και το Κόμμα.

Κομβικό ρόλο σε αυτήν την εκπτώχυνση του ομιλείν και του συλλογίζεσθαι έπαιξε η μετάβαση από τον τύπο του διανοούμενου ως δημόσιου λειτουργού στην ανάδυση μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκέντσιας. Η προδοσία των ανθρώπων του πνεύματος και η αποχώρησή τους από τα κοινά οφείλεται, τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς στο φαινόμενο της επαγγελματικοποίησης της δημόσιας κουλτούρας και στο ότι όλο και περισσότεροι πανεπιστημιακοί βρίσκονται έγκλειστοι και αυτοεξόριστοι στα campus, τις αίθουσες διαλέξεων και τα συνέδρια με αποτέλεσμα να έχουν χάσει κάθε επαφή με την καθομιλουμένη γλώσσα. Καθώς αρνούνται να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως συμπύκνωση μιας συλλογικής φωνής κατά της κοινωνικής αδικίας και να αφουγκραστούν τις αγωνίες και τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων, επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα, συγκροτούνται ως «ομιλούσα τάξη» και γίνονται σύμβουλοι και αυλικοί του καθεστώτος συμβάλλοντας κι αυτοί από το πόστο τους στην παρακμάζουσα αναπαραγωγή του. Ακολουθούμενοι από ένα προλεταριάτο αποφοίτων και πρώην φοιτητών καταφέρνουν να γίνουν, σύμφωνα με την ορολογία του Pierre Bourdieu, «κυρίαρχοι κυριαρχούμενοι», μεταξύ των ρετιρέ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας αφενός και των μικρομεσαίων και λαϊκών τάξεων αφετέρου. Αποκτώντας μια συνείδηση του εαυτού τους ως «ημι-ελίτ» και εκμεταλλευόμενοι την επικοινωνιακή επανάσταση των sixties αναβίωσαν μια παλαιολενινιστική αντίληψη περί «πρωτοπορίας» και δήλωσαν έτοιμοι να αναλάβουν τη μεταρρύθμιση της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας από όλα τα παρωχημένα, συντηρητικά, προνεωτερικά χαρακτηριστικά της. Καλωσορίσατε στις υπηρεσίες της Νέας Αριστεράς! Ο διορισμός σε πολιτικά γραφεία, η συμμετοχή σε δημόσια projects, η σύσταση διαφόρων κρατικών υπηρεσιών έφερε την ακαδημαϊκοποίηση της διανόησης και τη συνεπακόλουθη επιστημονική και εργαστηριακή παρένδυση του δημόσιου λόγου.

Ο καριερισμός και η στελέχωση του καπιταλιστικού μηχανισμού βρίσκουν γερό πάτημα σε ένα σύνθημα το οποίο ταλανίζει τα δημόσια πράγματα και την πολιτική σύγκρουση σχεδόν μισό αιώνα: «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η κονιορτοποίηση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, η ενασχόληση του καθενός με τα προσωπικά του ζητήματα, η «διαδικασία προσωποποίησης» της πολιτικής ζωής έφερε την εισβολή της ωφελιμιστικής ιδιώτευσης στους τόπους της δημόσιας αρετής. Ο πολιτικός λόγος έπαψε να είναι υπολογίσιμος και η διείσδυση ατομικών διεκδικήσεων στη δημόσια σφαίρα οδήγησε σε μια επιδερμική ενασχόληση με την πολιτική, εφάμιλλη με το ευχάριστο διάλειμμα που βιώνει ο τουρίστας κατά τη διάρκεια ενός weekend. Εύλογο είναι όλες αυτές οι ιδιαίτερες ομάδες που κάνανε την εμφάνισή τους μέσω των νέων κοινωνικών κινημάτων να ενδιαφέρονται πρωτίστως τελικά για τη διευθέτηση του προσωπικού τους βίου μέσω της ικανοποίησης εξατομικευμένων αιτημάτων αντί να προτάξουν ένα συλλογικό όραμα για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, μακράν του να ενισχύσουν την ηθική κρίση πάνω σε μια σειρά από προσωπικής φύσης ζητήματα, αυτά τα νέα κινήματα προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τα δημόσια ήθη με τον εμπλουτισμό γραφειοκρατικών ελέγχων και συμβουλευτικών υπηρεσιών του θεραπευτικού κράτους. Η πολιτική ορθότητα, επομένως, αντί να απελευθερώνει και να μετουσιώνει με δημιουργικό τρόπο τα συλλογικά πάθη, υπολογίζει σε μια δικονομικού τύπου καταπίεσή τους. Όμως, η αρετολογική απόκλιση του προσώπου απ’ τον ιστό των κυρίαρχων αξιών δεν τίθεται, και δεν μπορεί να τίθεται, με όρους μη-συμμόρφωσης στην τυπική λογική του νόμου ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί ο ηθικός αναβαπτισμός του προσώπου σε ένα άλλο κοσμογονικό σύμπαν που υπόσχεται την ενότητα του καθημερινού ανταπεξέρχεσθαι με το μάγμα των αυτών των ηθικών επιταγών. Και ομολογουμένως η αναζήτηση της αρετής απέχει παρασάγγας από τη στατιστική σύγκλιση των συμπεριφορών που επιδιώκει το κηδεμονικό σύμπλεγμα των κρατικών δρώντων στην προσπάθεια να γεμίσει με ηθικο-πολιτικό συμπεριφορισμό ένα σύνολο άδειων υπάρξεων.

Αντιφασισμός, αντισεξισμός, αντιρατσισμός: εδώ, όταν δεν μιλούμε για μια άμεση επιβολή του νόμου την ώρα που η έξις της δημόσιας αρετής και το εθιμικό δίκαιο καταρρέουν, τότε πρόκειται απλώς για τις ελάχιστες διαφορές στα σημεία, τις λεπτές νότες που τελικά θα καταφέρουν μέσα σε ένα σύμπαν ομοιομορφοποίησης να μας κάνουν ξεχωριστούς απ’ τους άλλους. Από την οικουμενικότητα του ανθρώπινου όντος, το φαντασιακό του homo universalis, μετακινούμαστε προς τη μοναδικότητά του ατόμου, σε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που θα το καταστήσουν διαφορετικό απ’ τους άλλους ώστε να γίνει ορατό μέσα στον χυλό της μάζας. Παράδοξο κι όμως αληθινό είναι ότι αυτή η μέθοδος εξάπλωσης της «διαφορετικότητας» ως αξίας μοιάζει με ασφυκτικός κλοιός ομογενοποίησης κάθε πραγματικά προσωπικού στοιχείου ώστε τελικά οι μόνοι που θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως διαφορετικοί να είναι όσοι αρνούνται τη διαφορετικότητα. Επομένως, όσο κι αν οι επαγγελματίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθούν να μας πείσουν για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μπρος σε όλους τους αγώνες για την ισότητα των ευκαιριών τελικά υποκρύπτεται περισσότερο μια κοινωνική δημογραφία αναζήτησης νέων lifestyle ταυτοτήτων που είναι ικανές να τονώσουν τις δυνατότητες της Αγοράς, παρά κάποιος προθάλαμος για ένα σοσιαλιστικό και δημοκρατικό μέλλον. Δεν θα ήταν άκαιρο λοιπόν να υποθέσουμε ότι η επένδυση που επιδεικνύει ο σύγχρονος –μεταμοντέρνος, ατομικίστικος και μηδενιστικός, παρά τις όποιες διακηρύξεις του– αναρχισμός στη διαδικασία της «αποδόμησης» των ταυτοτήτων τον καθιστά αυτομάτως λαγωνικό του φιλελευθερισμού. Η θεσμοθέτηση των queer studies δεν εγγυάται σε κανένα σημείο έναν καλύτερο κόσμο. Ίσα-ίσα, αν λάβουμε υπόψη την τάση που επικρατεί σήμερα, η διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών είναι αντιστρόφως ανάλογη της συλλογικής ελευθερίας και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αυξημένη ευαισθησία σε μια τρανσέξουαλ δικαστή να μην βγάλει στο σφυρί πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας ή σε έναν μπάτσο μετανάστη να φερθεί καλύτερα από τους ντόπιους ματατζήδες σε μια διαδήλωση ή σε έναν μουσουλμάνο επιχειρηματία να μην εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του. Στους ναούς που λιβανίζεται νυχθημερόν το ευαγγέλιο της ισότητας, ξημερώνει μια πρωτόγνωρη κομφορμιστική δικτατορία.

Η σταδιακή εμπέδωση μιας cool αυταρχικοποίησης φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά την ευθραυστότητα των ίδιων της των κοινωνικών νορμών και αναπόφευκτα στρώνει το χαλί σε έναν νέου τύπου τυραννικό δεσποτισμό: όχι τόσο με όρους αναπαράστασης του εγκλήματος κάποιου χιτλερικού ή σταλινικού παραδείγματος, όσο με όρους ιστορικής συνέχειας της εσώτερης λογικής τους, δανειζόμενος την τάση «υπερ-εκκοινωνισμού» του ατόμου που προκύπτει από την κατάρρευση της ιδιωτικής σφαίρας και την ανάληψη όλων των νευραλγικών επιταγών της προσωπικής αρετής από τους κρατικούς μηχανισμούς. Ένας δεσποτισμός που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ευέλικτης, ευκίνητης, καταναλωτικής και τεχνολογικής κοινωνίας αντί της εύτακτης, συμπαγούς, παραγωγικής και βιομηχανικής κοινωνίας. Μια αντι-ουτοπία όπου ό,τι δεν θα ευνοεί την αποβλάκωση, την απάτη, την πλάνη, την κατανάλωση, τον ηδονισμό και το θέαμα θα υποκύπτει σε όλο και περισσότερα τεστ. Θα περνά αυστηρούς σωματικούς ελέγχους. Το σκέπτεσθαι θα σκανάρεται για να εξακριβωθεί η ασηπτική ουδετερότητά του. Η φυσική και πνευματική ενέργεια θα χρησιμοποιούνται με αποδοτικά οικονομικά τρόπο. Καθείς θα πρέπει να προσέχει τι λέει. Ει δυνατόν θα αυτολογοκρίνεται. Ειδάλλως, θα σέρνεται στα δικαστήρια. Θα καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Με βραχιολάκι. Αποσυρμένος στην αφάνεια.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized | 1 σχόλιο

Για μια λιτή ευημερία

του Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο μεγαλύτερος μύθος που έθρεψε η κρίση είναι εκείνος της «λιτότητας». Αν λιτότητα είναι να ξοδεύεις λιγότερα απ’ όσα βγάζεις και να ξεχρεώνεις τα δανεικά, τότε τέτοια πολιτική δεν εφαρμόστηκε ποτέ και πουθενά όλ’ αυτά τα χρόνια. Κάθε άλλο μάλιστα!

Από το 2008 έως σήμερα, το παγκόσμιο χρέος εκτοξεύθηκε κατά 30%, ξεπερνώντας τα 230 τρισ. δολλάρια και αγγίζοντας το 300% του πλανητικού ακαθάριστου προϊόντος! Οι φερόμενοι ως πρωταθλητές της «λιτότητας» Γερμανοί κατάφεραν να μειώσουν μεν το δημόσιο χρέος τους κατά 1,4% το 2013 (για πρώτη φορά από το… 1950), όμως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες τους για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της κατανάλωσης χρεώνονται ιδιωτικά. Σε μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που καμαρώνουν ότι, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου, κρατούν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο, το ιδιωτικό τους χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Πάνω από 240% του ΑΕΠ χρωστούν τα δανικά νοικοκυριά, σχεδόν 220% του δικού τους ΑΕΠ τα ολλανδικά.

Τι σόι «λιτότητα» είναι αυτή λοιπόν; Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το σκάσιμο της ιαπωνικής φούσκας των ακινήτων (τότε που τα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα στο Τόκυο έφτασε να έχουν αγοραία αξία υψηλότερη απ’ όλα τα ακίνητα της Καλιφόρνιας μαζί!), οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου επιδόθηκαν σε μια εξωφρενική κούρσα, πρωτοφανή στην ιστορία της οικουμένης, μ’ έναν σκοπό: να κρατήσουν την παράλογη, την εξωφρενική φυσαλίδα της κατανάλωσης άθικτη. Από τον Γκρήνσπαν ώς τον Ντράγκι σε σύμπνοια αγαστή μηδένισαν, ή και έριξαν κάτω από το μηδέν, τα επιτόκια (τιμωρώντας έτσι τους αποταμιευτές και αβαντάροντας τους άσωτους), πολλαπλασίασαν ανεύθυνα τις ποσότητες του κυκλοφορούντος χρήματος (η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση»), έφτασαν στο σημείο να συζητούν να ρίξουν χρήμα «με το ελικόπτερο»…

Η έκβαση; Τροφοδότησαν τη μια κρίση μετά την άλλη. Το 1990 κατέρρευσε πρώτο το χρηματιστήριο στο Τόκυο. Οι Ιάπωνες έριξαν άφθονα γεν στην αγορά για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, τα οποία εξαγόμενα προκάλεσαν τη φούσκα της Νοτιοανατολικής Ασίας που με τη σειρά της οδήγησε στο κράχ της Κορέας, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και άλλων χωρών της περιοχής το 1997. Το πληθωριστικό χρήμα κατέφυγε αυτή τη φορά στις «ασφαλείς» ΗΠΑ όπου με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων της Fed έθρεψε την επόμενη φούσκα, των Dotcom και του NASDAQ, που έσκασε τον Μάρτη του 2000. Και πάλι ο Γκρήνσπαν και η Fed αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που ήξεραν: ρίχνοντας τα επιτόκια και πλημμυρίζοντας την παγκόσμια αγορά με φτηνό χρήμα.

Με τη βοήθεια εν τω μεταξύ και του ευρώ (που κατέστησε «αξιόχρεες» ακόμη και χώρες-παραγωγικές ερήμους όπως η Ελλάδα, μπουκώνοντάς τες με δάνεια), η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: η στεγαστική φούσκα του 2007, η Lehman Brothers, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι αλλεπάλληλες φούσκες στις αγορές πρώτων υλών, ακόμη και επισιτιστικές κρίσεις στον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο λόγω του εξαγόμενου πληθωρισμού…

Για ποια «λιτότητα» που καταστρέφει τάχα τη ζωή των ανθρώπων μιλάμε λοιπόν; Ήταν η περίσσεια χρήματος που μας οδήγησε εδώ. Αυτή ευθύνεται καί για το τεράστιο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας στο εσωτερικό της Δύσης καί για την παρακμή της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Διότι οι χαμηλοί τόκοι και η ποσοτική χαλάρωση ευνοούν όχι τους ενδεείς, ούτε τους πρεκάριους, αλλά τους έχοντες και τους κατέχοντες. Και τους κατευθύνουν σε κινήσεις μεσοπρόθεσμα καταστροφικές για τους πάντες.

Γιατί να επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, γιατί να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις θέσεις εργασίας, γιατί να στήσεις μια έντιμη και χρήσιμη δουλειά όταν αγοράζοντας μετοχές και ακίνητα βλέπεις το κεφάλαιό σου να πολλαπλασιάζεται με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς; Ο DAX της Φρανκφούρτης λ.χ. αυξήθηκε από το 2009 κατά 220%, όταν η πραγματική γερμανική οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 14%. Τα ίδια ακριβώς γίνονται στις ΗΠΑ όπου η αδιανόητη φούσκα που δημιούργησε ο Ομπάμα (επί της θητείας του οποίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διπλασιάστηκε) γιγάντωσε αφενός μεν τη σπέκουλα του χρηματιστηρίου, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφετέρου δε την οργή της μέσης τάξης που εγκαταλειμμένη στην τύχη της στράφηκε προς τον χυδαίο λαϊκισμό ενός Τραμπ.

Πίσω από τα νούμερα αυτά, κρύβεται μια αλήθεια που όλες οι πολιτικές παρατάξεις (ακόμη και οι λεγόμενες αριστερές που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται τον καπιταλισμό – ιδίως μάλιστα αυτές) την τρέμουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα, η ευμάρεια, η «ανάπτυξη», η ίδια η Υπεραγία Κατανάλωση έχει όρια. Όρια ψυχικά, δημογραφικά, κοινωνικά, όρια αξεπέραστα. Υπάρχει σημείο κορεσμού. Χώρες όπως η Ιαπωνία δείχνουν ότι το σημείο αυτό ο ανεπτυγμένος κόσμος το προσεγγίζει ταχύτατα, ενδεχομένως το έχει ήδη ξεπεράσει. Το αίτημα της λιτότητας, της μείωσης δηλαδή της αλόγιστης κατανάλωσης στο φυσιολογικό, σ’ αυτό που επιτρέπουν οι πραγματικές δυνατότητες οι δικές μας και η οικολογική αντοχή του πλανήτη, θα ‘πρεπε να είναι όχι ο μπαμπούλας της λεγόμενης «αριστεράς», αλλά το κύριο, το κινητήριο σύνθημά της. Όπως και των αυτοαποκαλούμενων «συντηρητικών» άλλωστε – συντήρηση χωρίς προηγούμενη αυτοσυντήρηση δεν νοείται.

Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης θα έκλεινε μεταξύ άλλων την εισοδηματική ψαλίδα και το πελώριο χάσμα μεταξύ του λαού και των ελίτ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή στην Αμερική και την Ευρώπη. Μια νέα ισορροπία, ισορροπία σε χαμηλότερο καταναλωτικό επίπεδο αλλά ταξικά δικαιότερη, περιβαλλοντικά βιώσιμη και ψυχικά ευεργετική, μια νέα «λιτή ευημερία», όπως την αποκαλεί στη δική του γλώσσα ένας καλλιτέχνης πολύ πιο πολιτικός από τους πολιτικούς μας, ο Χρήστος Μποκόρος, θα ήταν τότε ξανά εφικτή.

Για κάτι τέτοιο όμως χρειαζόμαστε πρώτα μια πνευματική μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων. Στην ουσία, μιαν επανάσταση. Από την ύβριν, την αναρχοφιλελεύθερη αναίδεια του τύπου «Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα!», («Greed is good»,  έλεγε ειλικρινέστερα ο Γκόρντον Γκέκο) θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιομοδίτικη, τη διακωμωδούμενη από τους φαιδρούς αλλά πάντοτε στέρεη σοφία του «εκ εν τω πολλώ το ευ». Από το μονοφόρι τού τάχα μου «πολυπολιτισμικού» One World, στις «ποικίλες στοχαστικέςπροσαρμογές» της ζείδωρης τοπικότητας, της εθνικής και της κοινοτικής πολυμορφίας. Από τη λατρεία του γιγαντώδους, στην ανατίμηση του μέσου και του μικρού.

Είμαστε για όλα αυτά ικανοί; Πιθανότατα όχι. Ο homo sapiens δεν είναι δα τόσο έμφρων ώστε να μπορεί να συλλαμβάνει και να επιλύει με τρόπο συλλογικό και συντεταγμένο προβλήματα αυτής της κλίμακας. Από την άλλη πλευρά, είναι το μόνο ον που μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον. Και τη σημερινή δυστοπία ακόμη, κάποιοι την ονειρεύτηκαν κάποτε. Ας έχουμε πίστη λοιπόν στη δύναμη του αντίδρομου, του ανορθωτικού, του αναρρωτήριου ονείρου. Στο κάτω κάτω, τι άλλο μας μένει;

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 2 Σχόλια

Το 8ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

τεύχος 8, Νοέμβριος 2015

Editorial (Η ελληνική κατάσταση – Το Ισλάμ απέναντι στη Δύση – Η ανάγκη μιας νέας πολιτιστικής δημιουργίας σε παγκόσμιο επίπεδο) Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Για το μεταναστευτικό, την Ιθαγένεια και την εθνική ταυτότητα · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον χιπστερισμό (Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών) · Κριστόφ Γκιλουί «Ζώντας μαζί» ή χωριστά; – Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμoύ · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας · Μαρτίν Λεϊμποβισί Βιοπολιτική και κατανόηση του ολοκληρωτισμού: Φουκώ, Αγκάμπεν, Άρεντ · Βιβλιοκριτικές: (Σιμόν Βέιλ) Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία. 

πατήστε στην εικόνα

8

Posted in Ανακοινώσεις | 11 Σχόλια

Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της

του Δ. Μαρκόπουλου

Η συζήτηση για τον κοινωνικό ρόλο της τεχνολογίας διεξάγεται σήμερα (όποτε διεξάγεται) μέσα σε ένα ακραιφνώς τεχνοφιλικό περιβάλλον, το οποίο δεν περιορίζεται στον δυτικό κόσμο, αλλά εξάγεται ολοένα και πιο επιθετικά σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Συνήθως ο θαυμασμός για κάθε τεχνικό επίτευγμα ή καινοτομία και γενικώς κάθετι το «νέο», επισκιάζει την ψύχραιμη και διαυγή ανάλυση του ζητήματος. Πυλώνας της τελευταίας θα ήταν η παραδοχή πως η γκατζετομανία και η αποχαύνωση στα πανταχού παρόντα social media, δεν ενσαρκώνουν απλά το καταναλωτικό και κομφορμιστικό πνεύμα της εποχής, αλλά διαπλάθουν επίσης έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο, που βυθιζόμενος συνεχώς στον ναρκισσισμό και την αμετροέπεια, απεμπολεί τις πολιτικές του υποχρεώσεις και απορρίπτει πλέον κάθε συγκροτημένο κοινωνικό δεσμό.

eikoniki_pragmatikotita_curcio_renato

Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του (πάλαι ποτέ ηγετικού στελέχους των Ερυθρών Ταξιαρχιών) Renato Curcio επιχειρείται με ενδιαφέροντα τρόπο μια ανανεωμένη κριτική ματιά γύρω από τη χρήση και τον ιδεολογικό ρόλο των νέων τεχνολογιών. Επιτεύγματα ψηφιακής τεχνολογίας (π.χ. Smartphones, Tablets, εφαρμογές και μέσα κοινωνικής δικτύωσης) αναλύονται διεξοδικά από τον συγγραφέα ως οι νέες δομές που συνθέτουν το πλέγμα του μετα-βιομηχανικού καπιταλισμού, αυτής της «Εικονικής Αυτοκρατορίας» όπως τον βαφτίζει.

Σύμφωνα με τον Curcio οι ιντερνετικές εφαρμογές και οι λοιπές τεχνολογίες αιχμής έχουν αποικίσει το κοινωνικό φαντασιακό σε πρωτοφανή -και σχεδόν ολοκληρωτικό- βαθμό, λειτουργώντας ως ένας ισχυρός μηχανισμός έλξης και οδηγώντας τον σημερινό άνθρωπο σε μια «εθελούσια υποταγή» στις νέες ολιγαρχίες. Οι πολυεθνικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί του κλάδου της νεοτεχνολογίας -έτσι όπως ξεπήδησαν τις προηγούμενες δεκαετίες από τα εργαστήρια της Silicon Valley– εκμεταλλεύονται την απεριόριστη «δωρεάν εργασία» εκατομμυρίων ανθρώπων (το γεγονός δηλαδή ότι η πολύωρη καθημερινή ενασχόλησή μας με το ίντερνετ και τις εφαρμογές του χαρίζει στις εταιρείες αυτές εμπορική -και συνεπώς διαφημιστική- αποδοχή) για να αποκομίσουν υπερκέρδη[1].

Μέσω των ψηφιακών ταυτοτήτων και της εικονοποίησης της ζωής, κάθε χρήστης της τεχνολογίας λειτουργεί ως ένα είδος άμισθου υπαλλήλου που προωθεί το εκάστοτε προϊόν, ακόμα κι αν αυτό διατίθεται δωρεάν. Η εσωτερίκευση της νεοτεχνολογίας γίνεται αντιληπτή από τον Curcio ως ο κομβικός εκείνος παράγοντας που μας ωθεί σε ένα είδος σύγχρονης δουλείας: την άνευ όρων παράδοση στη λογική της μαζικής επιτήρησης και της «διαφάνειας» των προσωπικών μας δεδομένων. Αυτό το «Πανοπτικόν» αυξάνει τον κοινωνικό έλεγχο (π.χ. παρακολούθηση δεδομένων από υπηρεσίες ασφαλείας) και προωθεί την παραγωγικότητα της εργασίας (π.χ. ψηφιακός έλεγχος ρυθμού εργασίας και αποδοτικότητας).

Σε μια τέτοια φουκωϊκού τύπου εξήγηση της πραγματικότητας, όμως, βρίσκονται ίσως και τα όρια της ανάλυσης του Curcio, δείγμα μάλλον των αριστερίστικων θεωρητικών καταβολών του. Διότι χρησιμοποιεί όλη αυτήν την επιχειρηματολογία του περί της τεχνολογικής αποικιοποίησης του φαντασιακού για να στηρίξει μια θεωρία περί «νέων υπηκόων» και «βιοπολιτικής». Ο ίδιος περιγράφει χαρακτηριστικά το παρόν σύστημα ως «μια εξουσία επί των ψηφιακών μας ταυτοτήτων παγκοσμιοποιημένη και ολοκληρωτική, η οποία θεσπίζει πρωτόγνωρες, ριζικές μορφές υπηκοότητας». Παρ’ όλο που ο προβληματισμός του εκκινά από βάσιμες πολιτικές ανησυχίες, δυσκολεύεται να δει ουσιώδεις πτυχές της τεχνολογικής αλλοτρίωσης σε όλο τους το βάθος και κυρίως να απαντήσει στο γιατί ο σημερινός άνθρωπος παρασύρεται στη δίνη του ψηφιακού κόσμου. Θεωρώντας, μάλιστα, ότι η «Εικονική Αυτοκρατορία» συνιστά εξελικτική συνέχεια της βιομηχανικής κοινωνίας, αδυνατεί να διακρίνει τη ρήξη που έχει κάνει η σημερινή κοινωνία της μαζικής κατανάλωσης και της επικράτησης της ασημαντότητας με το παλαιότερο βιομηχανικό πλέγμα του πιο «κλασικού» καπιταλισμού.

Η κουβέντα περί τεχνολογίας αποτελεί μια καλή αφορμή για να απεγκλωβιστούμε από το αιώνιο σχήμα της καταστολής και του παντοδύναμου κράτους. Αλλωστε, από πολιτική σκοπιά ο άνωθεν κοινωνικός έλεγχος -είτε εντός αυταρχικών καθεστώτων είτε στις σημερινές (παρακμάζουσες) φιλελεύθερες ολιγαρχίες- αποκτά σημασία μόνο όταν υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά κινήματα και πολιτικοί αγώνες που προβάλλουν αντιστάσεις. Στην εποχή μας το πρωτεύον είναι μάλλον να εξετάσουμε τις ανθρωπολογικές συνθήκες που καθιστούν δύσκολη ή αδύνατη η ανάπτυξη νέων κινημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει να δούμε τι επιπτώσεις έχει η σύγχρονη «τεχνολογικοποιημένη» ζωή στην ανθρωπολογική συγκρότηση των υποκειμένων. Με άλλα λόγια, να απαντήσουμε στο ερώτημα: τι παρακινεί τους ανθρώπους να χάνονται να αυτογελοιοποιούνται στον βούρκο του hipster ψηφιακού κόσμου; Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία της σύγχρονης τεχνοφιλίας: η διαρκής μανία της δημοσιοποίησης προσωπικών στιγμών, τσιτάτων, εικόνων, και γενικώς κάθε λογής ανούσιων λεπτομερειών, μέσω των πολλαπλών ψηφιακών τεχνολογικών δυνατοτήτων. Μακράν του να διαθέτει κάποια χρηστική αξία, η νεοτεχνολογία περισσότερο αποσκοπεί σε μια «hipster» χρήση της: την αισθητική υιοθέτηση των προϊόντων και την παιγνιώδη αποδοχή των πολυλειτουργιών τους, αλλά και την αδιάκοπη και συχνή ανανέωση των γκάτζετς, χωρίς καν αυτή να προκαλείται απαραίτητα από την (στοχευμένα συχνή) υλική φθορά τους.

Τελικά, τι συνέπειες έχει αυτού του τύπου η καταναλωτική και ναρκισσιστική μετάλλαξη στην ίδια την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων; Μήπως όλα αυτά αποτελούν εκφάνσεις της εμπέδωσης και της ολοκληρωτικής επικράτησης της κοινωνίας της μαζικής κουλτούρας; Μήπως η έλλειψη δυναμικών κινημάτων θα πρέπει να αποδωθεί, όχι τόσο σε μια πρόσκαιρη υποχώρηση της πολιτικής και ταξικής συνείδησης, αλλά κατά βάση στην τάση αποσύνθεσης των κοινωνικών δεσμών και της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας; Τελικά, ενώ σήμερα η εξάπλωση της ψηφιακής κουλτούρας οδηγεί στην πλήρη παρακμή και εξαφάνιση κάθε στοιχείο λαϊκού πολιτισμού και κοινωνικού δεσμού, εμάς μας απασχολεί απλώς το ότι παρακολουθούν τα γκατζετάκια μας;

[1] Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και τις υπερεντατικές έως απάνθρωπες συνθήκες εκμετάλλευσης στα εργοστάσια των εν λόγω ομίλων σε διάφορες γωνιές της γης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα των συντακτών με τον τίτλο «Υποταγή σε νέες ολιγαρχίες».
Posted in Κείμενα | 12 Σχόλια

Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας

Σε παλιότερο σημείωμά μας, γράφαμε τα εξής: «αρχής γενομένης από την επαύριον του δημοψηφίσματος, επίσημη γραμμή έγινε πλέον μια πετσοκομμένη εκδοχή αυτού του αφηγήματος, από την οποία απαλείφθηκε το κομμάτι το σχετικό με τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας κι έμεινε μόνο η ρητορική περί μεταρρυθμίσεων, που αποτέλεσε και βασικό προεκλογικό σύνθημα τον Σεπτέμβριο. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, για την ομάδα Τσίπρα, μέσα σε αυτό το κλίμα γενικής παραίτησης και πλήρους μεταστροφής προς ένα “μεταρρυθμιστικό” κι “εκσυγχρονιστικό” προφίλ, να εκπονήσει ένα σχέδιο πραγματικά χρήσιμων μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα; Γιατί στις αρχικές ελληνικές προτάσεις που έστελνε τον Ιούνιο στους δανειστές (π.χ. σε αυτή των περίφημων 47 σελίδων) δεν έθιξε καν ζητήματα όπως ο Στρατός, η Εκκλησία ή η μη φορολόγηση του εφοπλιστικού κεφαλαίου; Πού καλύτερη ευκαιρία για τη ριζική μείωση των στρατιωτικών δαπανών και φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, όταν μπορεί κανείς να απορροφήσει τις πιθανές συντηρητικές αντιδράσεις λέγοντας πως πρόκειται για μέτρα “ισοδύναμα” με σκοπό τον περιορισμό των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων απαιτήσεων των δανειστών στο εργασιακό πεδίο, π.χ.; Και τι μας εμποδίζει, τώρα που το οικονομικό πήρε τον δρόμο του, να στραφούμε προς την επεξεργασία ενός σχεδίου για τον πραγματικό διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας;»[1].

Από ό,τι φαίνεται, η ατολμία της ομάδας Τσίπρα δεν περιορίζεται μόνο στην πλήρη απουσία στήριξης στις πρωτοβουλίες του Ν. Φίλη (ο οποίος αρχικά είχε δείξει διαφορετική στάση), αλλά οδήγησε σε ουσιώδη αλλαγή στάσης της κυβέρνησης απέναντι στην Εκκλησία μετά τη συνάντηση με τον Ιερώνυμο στο Μαξίμου, στις 5 Οκτωβρίου, με αποτέλεσμα να γίνουν αποδεκτές όλες οι απαιτήσεις της Ιεραρχίας. Όπως και να ‘χει το πράγμα, εμείς δεν περιμέναμε τίποτε από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ώστε ν’ αναλωθούμε εδώ σε τετριμμένες και παντελώς άχρηστες ρητορικές ασκήσεις περί «προδοσίας», ούτε και κατατρυχόμαστε από τίποτε αντιαριστερά σύνδρομα ώστε να κάτσουμε ν’ ασχοληθούμε για πάνω από μια παράγραφο με το τι κάνει ή τι δεν κάνει ο Τσίπρας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ζήτημα που αντικειμενικά άνοιξε μέσα από όλη αυτή την κατάσταση, η οποία δεν απέχει και πολύ από το να μετατραπεί σε φάρσα.

Το θρησκευτικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα

α) Εμπρός της γης οι πικραμένοι!

Ως συνήθως, όποτε πρόκειται για «περιεχομενικού» τύπου αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα του ελληνικού σχολείου, δηλαδή όταν πρόκειται για αλλαγές που άπτονται της κατάρτισης της διδακτέας ύλης ή του τρόπου διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων, έχουν βγει στο προσκήνιο τα πιο συντηρητικά και παρασιτικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας για να πολεμήσουν υπέρ πίστεως και πατρίδος: η εκκλησιαστική Ιεραρχία και δη τα πιο ακροδεξιά της μέλη (όπως ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος), ο (ψε)Κα(σ)μμένος που απείλησε «να ρίξει την κυβέρνηση », διάφοροι ξεπεσμένοι πασοκονεοδημοκράτες πολιτευτάδες (τύπου Παπαθεμελή, Κεδίκογλου, Φορτσάκη και Στυλιανίδη), οι χρυσαυγίτες, οι αντι-νεοταξίτες συνωμοσιολόγοι, οι ακροδεξιοί τηλεπλασιέ βιβλίων κ.ο.κ. Αυτό που για εμάς έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη συγκυρία, είναι πως οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν εκπονούνται στο πλαίσιο ενός «εκσυγχρονιστικού» προγράμματος (όπως συνέβη παλιότερα επί υπουργείας Διαμαντοπούλου, λόγου χάριν) αλλά με πρωτοβουλία ενός αριστερού υπουργού, πρώην ψάλτη, ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται το έχει πάρει προσωπικά να περισώσει την όποια τιμή της σημερινής Κυβέρνησης. Το γεγονός, λοιπόν, ότι, ακόμη και απέναντι σ’ έναν τέτοιον υπουργό, οι αντίπαλοί του ξεθάβουν την παλιά «αντιεκσυγχρονιστική» και «αντινεοταξίτικη» ρητορική μαρτυρεί περί του απόλυτου ιδεολογικού τους κενού: ό,τι και να συμβαίνει, αυτοί οι άνθρωποι απλώς υπερασπίζονται μια σειρά ταριχευμένων και σκοροφαγωμένων πρακτικών και ιδεολογημάτων που μόνο βαρίδια συνιστούν για την οποιαδήποτε πνευματική ανάπτυξη της νεοελληνικής κοινωνίας. Είναι οι ίδιοι που, σε συνεργασία με τους πάντα πρόθυμους -όταν δεν ασχολούνται με την προσπάθεια αύξησης των μισθών τους- δικαστές, μεθοδεύουν την καταδίκη του σατυρικού μπλόγκερ «Παστίτσιου» κι επιτυγχάνουν την απαγόρευση κυκλοφορίας έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών προϊόντων που ενοχλούν τα ελληνοχριστιανικά τους ήθη.

Σε ό,τι μας αφορά, η συγκυρία αυτή μάς προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να ξεκαθαρίσουμε και πιθανές παρεξηγήσεις που έχουν προκληθεί από τη μεγάλη μας επιμονή με το ζήτημα του σύγχρονου ισλαμισμού. Ενδεχομένως κάποιοι από τους αναγνώστες μας -δεδομένης της αντιρατσιστικής εμμονής των αναρχικών κι ενός μέρους της σύγχρονης Αριστεράς, που τους κάνει να βλέπουν παντού «φασίστες και ρατσιστές» (εσχάτως μάλιστα και «ρατσίσταρους»)- να έχουν σχηματίσει την εντύπωση πως μιλάμε με τέτοια συχνότητα ενάντια στον σύγχρονο ισλαμισμό με σκοπό να δικαιώσουμε έμμεσα κάποιον λανθάνοντα πολιτικό ή πολιτιστικό πατριωτισμό. Αν δεν είχε τα ιδεολογικά ελατήρια που μόλις αναφέραμε, μια τέτοια στάση θα μπορούσε να είχε βάση, δεδομένου πως δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να βλέπει κανείς ανάμεσα στην πρωτοπορία των σύγχρονων κριτικών του Ισλάμ χριστιανούς ιδεολόγους -τόσο Καθολικούς ή φανατικούς Προτεστάντες εντός της Δύσης όσο και Ορθόδοξους στα καθ’ ημάς-, οι οποίοι χρησιμοποιούν την κριτική στο Ισλάμ προκειμένου να δικαιώσουν τον χριστιανισμό.

β) Οργανωμένη θρησκεία και προσωπική θρησκευτική συνείδηση

Δυστυχώς, στη σημερινή εποχή της γενικής καχυποψίας και της ιδεολογικής σύγχυσης, πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα τέτοιων ερμηνευτικών παρεκτροπών. Ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν, ότι η κριτική μας στον σύγχρονο τζιχαντίζοντα ισλαμισμό αλλά και στα θεοκρατικά στοιχεία του ίδιου του Ισλάμ ως θρησκείας, γενικότερα, γίνονται από τη σκοπιά της κοσμικότητας: δηλαδή από την βασική μας πεποίθηση πως καμία πρόοδος δεν μπορεί να γίνει προς δημοκρατικότερες μορφές κοινωνίας, αν η θρησκεία δεν πάψει να έχει πολιτικές –και ως εκ τούτου θεοκρατικές– βλέψεις και αν, ως εκ τούτου, δεν περισταλεί σε ζήτημα της προσωπικής συνείδησης κάθε ατόμου. Εμείς μπορεί να είμαστε άθεοι, αλλά δεν υπάρχει καμία απαραίτητη σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και την κοινωνική απελευθέρωση, γενικότερα, και την αθεΐα, όπως λανθασμένα πίστεψαν -λόγω των εγελιανών τους φιλοσοφικών καταβολών- ο Μαρξ κι ο Μπακούνιν. Προφανώς, αν τα δει τα πράγματα κανείς από την ιδεώδη τους σκοπιά, η ατομική αυτονομία, ως δυνατότητα του ατόμου να καθορίζει το ίδιο, δίχως εξάρτηση ή καταπίεση από τρίτες αυθεντίες, τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του, είναι ασύμβατο με τη θρησκεία ως πίστη σε κάποια ανώτερη δύναμη, της οποίας η παρουσία τίθεται ως υπεράνω κάθε αμφισβήτησης και η οποία καθορίζει τι πρέπει να σκεφτόμαστε και πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ωστόσο εδώ έχουμε το πιο «φιλοσοφικό» κομμάτι του χειραφετητικού προτάγματος, που αφορά τη διαμόρφωση του ατόμου εντός μιας πραγματικά δημοκρατικής και αυτόνομης κοινωνίας. Κάτι τέτοιο, ακόμη και στην περίπτωση όπου μια τέτοια κοινωνία διαφαινόταν στον σημερινό ορίζοντα, θα άρχιζε να μας απασχολεί μετά από αρκετές γενιές.

Άλλωστε, δεν πρόκειται εδώ τόσο για τη θρησκεία, ως οργανωμένο σύστημα θρησκευτικών πεποιθήσεων, ενσαρκωμένο σε θεσμούς με κοινωνική, οικονομική κι ενίοτε πολιτική εξουσία, όσο για ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε θρησκευτική συνείδηση. Αυτό, αντιθέτως, που για εμάς έχει πρωταρχική σημασία είναι η κριτική στους εκκλησιαστικούς θεσμούς αλλά και η πάλη εναντίον τους στον βαθμό που αυτοί αναπτύσσουν θεοκρατικές τάσεις. Η θρησκευτική συνείδηση, αν έχει περιοριστεί σε ζήτημα προσωπικής επιλογής κάθε ατόμου και δεν προκαλεί κινήματα θρησκευτικής επιβολής στον δημόσιο χώρο, είναι τότε κάτι δευτερεύον και σε μεγάλο βαθμό συμβατό με τους δημοκρατικούς θεσμούς. Όπως, άλλωστε, μας διδάσκει η εμπειρία της λεγόμενης Τρομοκρατίας, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, είναι όχι μόνο γελοίο μα και πολιτικώς επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να νομοθετήσει επί του τι θα πιστεύουν οι άνθρωποι, επί του πώς θα αναζητούν κάποια παρηγοριά στα βάσανα της ζωής και πώς θα προετοιμάζονται για τον θάνατο.

γ) Έχουμε θεοκρατία στην Ελλάδα;

Αυτή η διάκριση είναι πολύ βασική για την κατανόηση της κατάστασης στην Ελλάδα σήμερα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικού τύπου αναπαραγωγής τσιτάτων του Μπακούνιν αλλά και του νεαρού Μαρξ, τόσο εξέχοντες θεωρητικοί του εγχώριου αναρχομαρξισμού σαν τον Φ. Τερζάκη (που θεωρεί το σημερινό κράτος πολιτική έκφραση του «μονοθεϊσμού»[2]) όσο πολλοί στον αναρχικό Χώρο αναλύουν ακόμη τη «θρησκεία» υπό μια εντελώς φιλοσοφική σκοπιά, αδυνατώντας να προβούν σε πιο συγκεκριμένες αναλύσεις του ρόλου του εκάστοτε συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος κατά την εκάστοτε δοσμένη εποχή και γεωγραφικό χώρο. «Θρησκεία» είναι γι’ αυτούς το Ισλαμικό Κράτος, θρησκεία οι χριστιανοί «φονταμενταλιστές» στις ΗΠΑ, «θρησκεία» και η Ορθοδοξία στην Ελλάδα. Κι έτσι έχουμε και στην Ελλάδα «ταλιμπάν» και «μονοθεϊσμό» κατά τον ίδιο τρόπο που έχουν, ας πούμε, στο Ιράν και στα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους ή σε περιοχές του Αφγανιστάν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, για λόγους που έχουν να κάνουν με ευρύτερες, καθώς φαίνεται, κοινωνικές και γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες της Βαλκανικής που επηρεάζουν στις γειτονικές μας χώρες ακόμη και το Ισλάμ, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στη Βοσνία Ερζεγοβίνη ή την Αλβανία[3].

Στην Ελλάδα, λοιπόν, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας και παρ’ όλο που, υπό μια στενά νομικίστικη ερμηνεία του Συντάγματος, θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο ακόμη και για θεοκρατικά στοιχεία -μιας και το κράτος παρουσιάζεται να έχει επίσημη θρησκεία-, η κοινωνική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Καταρχάς διότι και από στενά πολιτειακή άποψη να το δει κανείς το θέμα, το μοντέλο που ακολουθείται στην Ελλάδα, σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, είναι αυτό του καισαροπαπισμού: μπορεί μεν το κράτος ν’ αναγνωρίζει την Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του, ωστόσο η εξουσία δεν ασκείται από την Ιεραρχία αλλά από τους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας. Η Εκκλησία απλώς συνιστά το πιο εξέχον και καλοβολεμένο από τα παρασιτικά λόμπι που καρκινοβατούν επί της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έχει κατορθώσει να θεωρείται από το κράτος η εγγυήτρια της ιδεολογικής του ταυτότητας. Γι’ αυτό και το τελευταίο τής έχει αναγνωρίσει ιστορικώς πλήθος προνομίων. Είναι η επίγνωση αυτής της κατάστασης που, σε συνδυασμό με την ενδοτικότητα του κράτους, επιτρέπει στην Ιεραρχία να υιοθετεί κατά καιρούς επιθετική ρητορική. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, πρόκειται απλώς για υπεράσπιση προνομίων, όχι για προσπάθεια περαιτέρω επιβολής στη δημόσια σφαίρα ή διεκδίκησης εξουσιών από το κράτος.

Κατά δεύτερον -και για λόγους οι οποίοι μένει να διαυγαστούν, μιας και δε γνωρίσαμε ποτέ κάποιο εκκοσμικευτικό κίνημα στα καθ’ ημάς-, στην Ελλάδα η θρησκεία έχει περιοριστεί σε αυτό που προηγουμένως περιγράψαμε ως θρησκευτική συνείδηση, σε ό,τι έχει να κάνει με το καθαρά πνευματικό και δογματικό της περιεχόμενο. Διότι, κατά τα άλλα, επιβιώνει κυρίως ως συνιστώσα του νεοελληνικού εθνικισμού, δηλαδή ως συστατικό μιας κοσμικού τύπου ιδεολογίας που περισσότερο νομιμοποιεί την εξουσία στα μάτια της κοινωνίας παρά ελέγχει το παιχνίδι. Η πραγματική επιρροή της θρησκείας στην καθημερινή ζωή των ατόμων είναι αμελητέα, καθώς, αφενός μειώνεται σταθερά ο αριθμός των εκκλησιαζομένων και, αφετέρου, ελάχιστοι πλέον τηρούν τις προσταγές της Ορθόδοξης ποιμαντικής στην καθημερινή τους ζωή (απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων, νηστεία κ.λπ.) και αν τηρούν κάποιες από αυτές (κυρίως την τέλεση θρησκευτικού γάμου και βάφτισης και ενίοτε την πασχαλινή νηστεία) το κάνουν είτε από συνήθεια και για ικανοποίηση των γονέων είτε για «αποτοξίνωση». Είναι χαρακτηριστική, από αυτήν την άποψη, η ιδιαίτερα προοδευτική νομοθεσία της χώρας γύρω από ένα θρησκευτικώς ευαίσθητο θέμα σαν την άμβλωση, το οποίο ακόμη προκαλεί εντάσεις και προστριβές, καθορίζοντας συχνά τον πολιτικό διάλογο, τόσο εντός Καθολικών χωρών, σαν την Πολωνία, όσο κι εντός Προτεσταντικών εθνών, όπως οι ΗΠΑ. Κατά τα άλλα, ακόμη κι ένας συντηρητικός ακροδεξιός σαν τον μακαριστό Παρασκευαΐδη είχε φτάσει να κάνει τεμενάδες στη νεολαία («σας πάω», «ελάτε και με το σκουλαρίκι ακόμη!») προκειμένου να ξαναφέρει κόσμο στις λειτουργίες, ενώ το γεγονός πως στην Ελλάδα ο λαϊκός κλήρος βρίσκεται στην πρωτοπορία του υπαρκτού σουρεαλισμού έχει ακριβώς να κάνει με το γεγονός ότι κανείς πλέον δεν παίρνει στα σοβαρά τη θρησκεία. Έτσι οι παπάδες κι οι μοναχοί απορροφώνται από τις συνήθειες των «κοσμικών»: πάνε στο γήπεδο (σαν τον παπα-Χρήστο στον ΠΑΟΚ αλλά, άμα λάχει, ακόμα και έφιπποι, όπως στη Λάρισα), βρίζουν την αστυνομία, κάνουν συνωμοσιολογικές τηλεοπτικές αναλύσεις, πλακώνονται στον Τριανταφυλλόπουλο με τον λαϊκό αγωνιστή Νίκο Αλέφαντο, κάθονται και σχολιάζουν μέσω Φέισμπουκ, τραγουδάνε λαϊκά σε γιορτές κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, που κρατά ζωντανή την Ορθοδοξία στη χώρα, σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι η καθαρά κοσμική (αν και φυσικά αντι-διαφωτιστική!) ιδέα πως η Εκκλησία συνιστά «πυλώνα του Έθνους» -κι αυτό είναι άλλωστε το επιχείρημα τόσο της ίδιας της Εκκλησίας όσο και των εθνικιστών, κάθε φορά που κάποιος ασκεί κριτική στις θέσεις ή τη στάση της (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχόλια κι οι σχετικές αντιρρήσεις του Μάκη Κουρή -μεγάλου ταγού του λεγόμενου «λαϊκού ΠΑΣΟΚ»- κατά την πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Ν. Φίλη). Ταυτόχρονα, αυτό που κάνει τους πολιτικούς που δε θα έβλεπαν με κακό μάτι έναν διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας να λακίζουν (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αντρέα του 48%, στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ), δεν είναι η πίεση της ίδιας της κοινωνίας, όσο ο ακτιβισμός των διάφορων ελληνορθόδοξων λόμπι που, λόγω των σχέσεών τους με κομμάτια του κράτους και του παρακράτους, κινητοποιούνται στην παραμικρή υπόνοια ψήφισης κάποιας νομοθεσίας τέτοιας έμπνευσης. Όπως όμως είδαμε και στην περίπτωση των ταυτοτήτων επί Σημίτη, ο ακτιβισμός τούτων των δραστήριων μειοψηφιών δεν αρκεί, μιας και τελικά ρουθούνι δεν άνοιξε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Χρήστου του Παρασκευαΐδη, που επιστράτευσε μέχρι και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στον αγώνα ενάντια στον 666, τους «θιασώτες της Ευρώπης» και τους Εβραιομασώνους. Κατέβηκαν τότε τα κατηχητικά, οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα τιμημένα γηρατειά, αλλά η αναγραφή του θρησκεύματος καταργήθηκε δίχως κανένα πρόβλημα, παρά και τις κατάρες και τις δυσοίωνες προφητείες του Μακαριστού σύμφωνα με τις οποίες «Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει, αν ο λαός δεν συναινεί δεν εφαρμόζεται» και πως «την Εκκλησία όποιο χέρι τόλμησε να την αγγίξει, ξεράθηκε». Το ίδιο συνέβη και με την τέλεση πολιτικού όρκου κατά τις ορκομωσίες των δύο κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης και με την θέσπιση του πολιτικού γάμου παλαιότερα και του συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια προσφάτως.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στη νεοελληνική κοινωνία

α) Οι λόγοι της ιδεολογικής ασυλίας

Λίγο η ατολμία των πολιτικών, λίγο η δράση των ελληνορθόδοξων λόμπι και ο συνακόλουθος λαϊκισμός των επάρατων ΜΜΕ (που παλιότερα μας παίζανε τον Μακαριστό απ’ το πρωί ως το βράδυ και σήμερα κυκλοφορούν τις «βάιραλ» επιστολές του κάθε πικραμένου καταστροφολόγου εκπαιδευτικού, όταν δεν βγάζουνε στις εκμπομπές τους τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής), λίγο ο Ρωμιός που συνηθίζει να δηλώνει στις δημοσκοπήσεις πως τρέφει μεγάλο σεβασμό για ό,τι πιο παρασιτικό και διεφθαρμένο περιλαμβάνει η ελληνική κοινωνία σε θεσμικό επίπεδο (με τον Στρατό και την Αστυνομία στις πρώτες θέσεις μαζί με την Εκκλησία), η τελευταία έχει καταφέρει να χαίρει μεγάλης ασυλίας και, όπως συμβαίνει και με το ΚΚΕ, να επιβάλει να μην της ασκείται ποτέ και από πουθενά κριτική. Φάνηκε για μια ακόμη φορά η αλλεργία τόσο της ίδιας όσο και των εθνοπατριωτών υποστηρικτών της σε οποιαδήποτε κριτική μέσα από τις υπέρμετρες αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τα όσα αυτονόητα τόλμησε να πει ο Ν. Φίλης σχετικά με τον ιστορικό της ρόλο κατά τον 20ό  αιώνα. Διόλου τυχαίο που συνεχίζουμε ακόμη να της κάνουμε τα γλυκά μάτια προκειμένου να μην εξοργίσουμε τον Άνθιμο και τον Αμβρόσιο. Όπως έγραψε πρόσφατα ένα μεγάλο κεφάλι του εκσυγχρονιστικού χώρου (δηλαδή σημιτικός εβραιομασώνος), «Στην Ελλάδα των μνημονίων, το κοινωνικό έργο που επιτελεί η Εκκλησία είναι σπουδαίο. Θα ήταν κρίμα αν, στο πνευματικό πεδίο, οι ακραίοι, με την ανεξήγητη εμπάθειά τους, την παγιδεύσουν στις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας της». Δε γνωρίζουμε το εύρος των περίφημων συσσιτίων και του λοιπού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας (μέσω των περίφημων ΜΚΟ της[4]) στην «Ελλάδα των μνημονίων», παρ’ όλο που το πιθανότερο είναι πως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν ακόμη αστικό μύθο που προωθεί η Ιεραρχία προκειμένου ν’ αποφύγει τη φορολόγηση. Διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, όποιο και να ‘ναι το εύρος του εν λόγω «κοινωνικού έργου» (ακόμα κι αν παραβλέψουμε, δηλαδή, τη διόλου σπάνια συγχρηματοδότησή του από πλείστους χορηγούς), πληρωμένο από την τσέπη μας είναι. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, 10.000 κληρικοί μισθοδοτούνται από το κράτος θεωρούμενοι δημόσιοι υπάλληλοι (περισσότεροι δηλαδή από τους γιατρούς ή τους δικαστές!), ενώ, την ίδια στιγμή, η τεράστια έγγειος ιδιοκτησία της Εκκλησίας συνεχίζει να μη φορολογείται.  Το επιχείρημα περί «κοινωνικού έργου» θα είχε νόημα αν η Εκκλησία εξασφάλιζε μόνη της τους πόρους της και, ως εκ τούτου, «έδινε απ’ το υστέρημά της». Υπό τις σημερινές συνθήκες, αντίθετα, όχι μόνο δεν περιποιεί τιμή στην Εκκλησία μια τέτοια δράση αλλά απλώς μας υπενθυμίζει ποια είναι η στοιχειώδης της υποχρέωση απέναντι στα σκανδαλώδη προνόμια τα οποία της επιδαψιλεύει διαχρονικά το νεοελληνικό κρατίδιο.

Στο πλαίσιο αυτής της γραμμής κατευνασμού των «πιο ακραίων φωνών» ακούμε συχνά για την κουλτούρα και τις σπουδές διάφορων ιεραρχών, τα οποία συνιστούν, δήθεν, δείγμα ανοιχτότητας πνεύματος και «προόδου» ή «εκμοντερνισμού» της Εκκλησίας, δηλαδή οριστικής εξόδου από την εποχή που η τελευταία πετύχαινε τη φυλάκιση του Θεόφιλου Καΐρη, καταδίκαζε τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, αφόριζε τον Καζαντζάκη και ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης ακόμη και ενάντια στον Βασίλη Αυλωνίτη, βασιζόμενη σε κατοχικούς λογοκριτικούς νόμους. Τι να τα κάνουμε όμως, για παράδειγμα, τα διδακτορικά του Μεσογαίας από το Χάρβαρντ και το ΜΙΤ, όταν οι λογικές που εκφράζει τόσο ο ίδιος (θεωρώντας, επί παραδείγματι,  «ενάντια στη φύση» «παθολογία» την ομοφυλοφιλία) όσο κι η συντριπτική πλειονότητα των Ορθόδοξων κληρικών παραμένει προσκολλημένη σε παρελθούσες εποχές; Πέραν ορισμένων εξαιρέσεων μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού, η συντριπτική πλειονότητα των μεγαλοκληρικών παραμένει δέσμια της πατροπαράδοτης βυζαντινοφαναριώτικης λογικής: μανιασμένη υπεράσπιση των προνομίων και παρασκηνιακή ίντριγκα με την εξουσία με σκοπό την περαιτέρω απόσπαση προνομίων και ευκαιριών για «δουλειές». Στο δε ιδεολογικό επίπεδο καραδοκούν πίσω από γελοίες διατάξεις του ελληνικού Ποινικού Κώδικα όπως η «κακόβουλη βλασφημία» (άρθρο 198/1951) και η «καθύβριση θρησκευμάτων» (άρθρο 199/1951) για να απαιτούν απαγόρευση πολιτιστικών εκδηλώσεων ή κυκλοφορίας βιβλίων που τους ενοχλούν.

β) Η Ορθοδοξία ως κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτη θρησκεία

Αν ξαναπιάσουμε εδώ την κουβέντα για τα περίφημα συσσίτια, οφείλουμε να τονίσουμε ότι πρόκειται κυρίως για πολιτική δημοσίων σχέσεων της Εκκλησίας, καθώς δε συνιστά κεντρική της πρωτοβουλία αλλά εξαρτάται από τις κατά τόπους ενορίες. Στην Ελλάδα, λόγω της προστασίας που απολαμβάνει η Εκκλησία από το κράτος αλλά και της ιδεολογικής της ασυλίας που εξετάσαμε προηγουμένως, δεν έχει κανένα λόγο να προβεί σε φιλανθρωπίες προκειμένου να εξασφαλίσει κοινωνική αποδοχή (όπως συμβαίνει, επί παραδείγματι, στο σουνιτικό Ισλάμ). Αν τα τελευταία χρόνια είχαμε έναν πιο συστηματικό τονισμό τούτου του μύθου, είναι ακριβώς επειδή η Ιεραρχία φοβήθηκε μήπως αποτελέσει κι η ίδια στόχο των διαδοχικών φοροεπιδρομών που έχουν λιανίσει αυτά τα πέντε χρόνια της κρίσης την ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό άλλωστε διαδόθηκαν τεχνηέντως και διάφορα εξωπραγματικά σενάρια σύμφωνα με τα οποία θα έδινε δήθεν κομμάτι της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας για την εξυπηρέτηση του χρέους της χώρας ή ότι θα πρόσφερε αμισθί χωράφια της σε νέους αγρότες για να τα καλλιεργήσουν: τα πάντα γίνονται για να εξαιρεθεί η Εκκλησία από τον ΕΝΦΙΑ.

Διότι η Ιεραρχία είναι «γάτα» σε ό,τι έχει να κάνει με κομπίνες τέτοιου είδους: δεν είναι μόνο ότι κατάφερνε πάντοτε ν’ αποσπά σκανδαλώδεις ρυθμίσεις από το παντελώς αδύναμο και αναξιόπιστο ελληνικό κράτος (όπως για παράδειγμα –μιας και μιλάμε για τα φορολογικά- η δυνατότητα να έχει κανείς έκπτωση φόρου σε περίπτωση που έκανε δωρεά στην ενορία του, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε επίπεδο «ξεπλύματος» εισοδημάτων προερχόμενων από «περίεργες» δραστηριότητες κάθε είδους)· αυτές οι δυνατότητες αυγατίσματος και αύξησης της περιουσίας της μέσω τέτοιων παρασιτικών οδών συνιστούν τον λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας ως θεσμού που συμμετέχει ενεργά στη λειτουργία βασικών σφαιρών της κοινωνικής ζωής (μέσω των θρησκευτικών γάμων και βαφτίσεων και του ρόλου που παίζει ειδικά στην επαρχία η υπογραφή ενός παπά για πλήθος ζητημάτων) και η οποία, λόγω του θεσμικού της ρόλου, συνιστά βασικό παράγοντα στο παρασκηνιακό παιχνίδι εξουσίας σε πολλά επίπεδα (σχέσεις με κράτος και παρακράτος, επιρροή σε τοπικές κοινωνίες και ειδικά στην επαρχία κ.λπ.). Υπό αυτή την έννοια είναι προφανές ότι υπάρχουν ισχυρά συμφέρονται πίσω από τη διατήρηση τούτου του θεσμικού ρόλου, τα οποία μάλιστα πιθανόν και να ενδιαφέρονται για αυτήν περισσότερο τώρα, στον βαθμό που μηχανισμοί όπως τα κόμματα έχουν πλήρως απαξιωθεί. Τα ακροδεξιά κι ελληνορθόδοξα λόμπι –και ζόμπι- που παίρνουν κάθε φορά τα όπλα προκειμένου να υπερασπιστούν την Εκκλησία συνιστούν σάρκα από τη σάρκα τούτου του σάπιου συστήματος (ας θυμηθούμε π.χ. τη σχέση μαφιόζων ή μικρομαφιόζων και μεσαζόντων όπως ο «Μπιγκ Μακ» Ψωμιάδης, οι νεοδημοκράτες Μαντούβαλος και αφοί Ψωμιάδη ή ο «Τίγρης» Δ. Μελισσανίδης με την Εκκλησία ή το Πατριαρχείο –ο τελευταίος ανακηρύχθηκε απ’ τον Βαρθολομαίο «Άρχων Κουροπαλάτης» !- για να πάρουμε μια γεύση, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις πολύ στενές σχέσεις του Πειραιώς Σεραφείμ με τον Β. Μαρινάκη –από τις καταγγελίες για μοίρασμα ψηφοδελτίων του συνδυασμού του Γ. Μώραλη μαζί με τρόφιμα  μέχρι την ανοιχτή διατράνωση υπέρ της πίστης στην αθωότητα του κατηγορούμενου για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Ολυμπιακός).

Η ικανότητα των μεγαλοκληρικών να παίζουν έναν τέτοιο μεσολαβητικό ρόλο στο παρασκηνιακό παιχνίδι οφείλεται, φυσικά, στην ιδιαίτερη θέση της Εκκλησίας ως της συντεχνιακής ομάδας με την ισχυρότερη θεσμική κάλυψη μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η διαμόρφωση τούτης της θέσης έχει μακρά ιστορία και εξηγείται από το γεγονός ότι η Ανατολική Εκκλησία είναι ένας κατεξοχήν κρατικοδίαιτος θεσμός που από την εποχή του βυζαντινού καισαροπαπισμού  έχει μάθει να απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση από το κράτος. Σε αντίθεση με τον παπισμό, ο οποίος σήκωσε το βάρος της οργάνωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, για μεγάλο διάστημα μετά την κατάρρευση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 475 μ.Χ. (και στην πραγματικότητα από πολύ νωρίτερα), και στη συνέχεια συγκρούστηκε επανειλημμένως με την κοσμική εξουσία μέσα στη Δύση (αλλά και στην Ανατολή, όπως συνέβη κατά τη διένεξη του επισκόπου Μεδιολάνων Άγιου Αμβρόσιου με τον Θεοδόσιο τον Μεγάλο), η Ανατολική Εκκλησία είχε ευθύς εξαρχής τη στήριξη του Αυτοκράτορα, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά ή ακόμη και σε καθαρά δογματικό επίπεδο[5]. Το κρατικοδίαιτο αυτό μοντέλο συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας, με τη μορφή του φαναριωτισμού. Αυτό που αλλάζει με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι το γεγονός ότι, από τη στιγμή που εκλείπει ο Αυτοκράτορας ή ο Σουλτάνος, δηλαδή μια πανίσχυρη μορφή κοσμικής εξουσίας που την είχε υπό την απόλυτη κυριαρχία της (ως αντάλλαγμα για την προστασία που τής παρείχε)[6], η Εκκλησία προσπαθεί σταθερά να ‘χει λόγο στις δημόσιες υποθέσεις του κράτους στο βαθμό που οι αδυναμίες της κοσμικής εξουσίας της το επιτρέπουν. Όποτε, αντίθετα, υπήρξε κάποιο ισχυρό δικτατορικό καθεστώς, πάντοτε έσπευσε να τεθεί υπό την προστασία του, ευλογώντας το και στηρίζοντάς το ιδεολογικά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ακόμη και η παραμικρή και ελάχιστη αλλαγή σε ζητήματα που την αφορούν (όπως, π.χ., ο τρόπος διδασκαλίας των Θρησκευτικών) της προκαλούν τέτοιο πανικό, ο οποίος εκφράζεται με υπερβολικές αντιδράσεις: επειδή φοβάται πως ενδεχομένως να χάσει αυτό το μακραίωνο καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης και τις συνακόλουθες δυνατότητές της να ενεργεί ως μηχανισμός εξυπηρέτησης πελατειακών συμφερόντων.

Αυτό που της επέτρεψε να διατηρήσει τούτη την προνομιακή θέση μετά την απελευθέρωση, εντός του νεοελληνικού κρατιδίου, υπήρξε το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας που διόλου δεν ανέκυψε με τρόπο αυθόρμητο από την έως τότε ιστορία αλλά, αντιθέτως, έτυχε συνειδητής και σταδιακής επεξεργασίας: από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, συνεργάτη του Μαυροκορδάτου από τον καιρό της Πίζας, ο οποίος προσπάθησε να δουλέψει, σε θεωρητικό επίπεδο, το ζήτημα της μετάβασης από το (Ορθόδοξο) Γένος στο (νεοελληνικό) Έθνος μέχρι την προπαγάνδιση και επεξεργασία αντίστοιχων θέσεων από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο και τους υπόλοιπους ρωσόφιλους στα μέσα του 19ου αιώνα και από την καθιέρωση του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) σε Εθνική Εορτή ως την αποκατάσταση της φήμης του Γρηγορίου του Ε’ διά της μετακομιδής των οστών του στην Αθήνα και της ανέγερσης της προτομής του μπροστά από το κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1872. Κατά τη διαδρομή αυτή, και για τους δικούς τους κάθε φορά λόγους, τόσο η Εκκλησία όσο και το νεοελληνικό κράτος, θεώρησαν ότι η Ορθοδοξία θα έπρεπε ν’ αποτελέσει το ιδεολογικό στήριγμα της νεόκοπης κρατικής εξουσίας –της οποίας ο εθνικός χαρακτήρας, άλλωστε, οριζόταν, ευθύς εξ’ αρχής όπως μαρτυρούν τα επαναστατικά Συντάγματα, βάσει της Ορθόδοξης ομολογίας των κατοίκων της. Αυτή η ιστορική διαδικασία σύμφυρσης Ορθοδοξίας και εθνικισμού, από τη μια μεριά, και της συνακόλουθης απόδοσης προνομιακής σχέσης στην Εκκλησία, ως θεσμό, από την άλλη, συνιστά πάγιο χαρακτηριστικό των Ορθόδοξων εθνών, εντός των οποίων υφίστανται εθνικές εκκλησίες, επί των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει την παραμικρή εξουσία. Είναι γνωστός, λόγου χάριν, ο ρόλος της βουλγαρικής Εξαρχίας στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα των Βουλγάρων, όπως, φυσικά, και η οργανική ένταξη της σημερινής ρωσικής εκκλησίας –υπό τον νεόπλουτο μαφιόζο Κύριλο- στον πουτινισμό, ο οποίος της αναθέτει καίριες πλευρές της επεκτατικής του, εκτός Ρωσίας, δράσης.

Το γεγονός ότι οι ελληνορθόδοξοι κύκλοι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα (από τον Γ. Μεταλληνό και τον Χ. Γιανναρά μέχρι τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο στην ομιλία του στην Ιερά Σύνοδο στις 4/10/2016[7]) να χαρακτηρίζουν «πραξικοπηματική» την κήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδας από την Αντιβασιλεία, το 1833, βλέποντάς την ως κομμάτι της αντιρωσικής διπλωματίας των Δυτικών, διόλου δεν αλλάζει αυτό που λέμε. Όπως έχει σωστά καταδειχθεί, τόσο αυτή η κριτική όσο και η αντίστοιχη καταδίκη της εισαγωγής μιας λογικής «φυλετισμού» στο Ορθόδοξο δόγμα -με αφορμή την κήρυξη του βουλγαρικού Αυτοκέφαλου (διά της ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας, το 1870)-, συνιστά μια προσχηματική αναφορά στον Ορθόδοξο οικουμενισμό με σκοπό τη δικαίωση του νεοελληνικού εθνικισμού, βάσει του γεγονότος πως η Ορθοδοξία, στην οικουμενική, κωνσταντινουπολίτική της εκδοχή, ήταν ήδη από καιρό, κατά τον 19ο αιώνα, μια «ελληνική» -δηλαδή φαναριώτικη-νεοελληνική- Ορθοδοξία[8]. Εν προκειμένω ο νεοελληνικός εθνικισμός προσπαθεί να πλασαριστεί ως εγγενώς οικουμενικός, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος κατά τη σύγκρουσή του, αφενός, με τη Δύση και, αφετέρου, με τους υπόλοιπους βαλκάνιους εθνικισμούς, ενεργώντας, παράλληλα, ως πράκτορας του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Και σε κάθε περίπτωση, αυτό που μετρά είναι η ελληνοποίηση, δηλαδή η «εθνικοποίηση» της Ορθοδοξίας –είτε κανείς επιλέγει ως έκφρασή της το εξελληνισμένο (και ως εκ τούτου ουδόλως οικουμενικό) Πατριαρχείο, είτε επιλέγει την ανεξάρτητη ελληνική Εκκλησία.

γ) Ελληνορθοδοξία και Ακροδεξιά

Αυτό ακριβώς το εθνικιστικό ιδεολόγημα συνεχίζουν σήμερα να υποστηρίζουν στην Ελλάδα όχι μόνο οι δεδηλωμένοι ακροδεξιοί, από τη Χρυσή Αυγή -η οποία, διόλου τυχαία, έχει κάνει πέρα τις τευτονοπαγανιστικές και αρχαιολατρικές νεανικές φαντασιώσεις των βλαχοφύρερ Μιχαλολιάκου και Παππά, προκειμένου να συμμαχήσει με τους λογής λογής Αμβρόσιους (αρχής γενομένης από τον ρόλο της στην καταδίκη του «Γέροντα Παστίτσιου»)- μέχρι το περιβάλλον Σαμαρά και τους οπαδούς της νεορθοδοξίας. Ενάντια σε κάθε ιστοριογραφική λογική, η βυζαντινολατρεία, δηλαδή η υποστήριξη μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήθελε εαυτήν «απείκασμα» της βασιλείας του Θεού επί της γης και η οποία, ως τέτοια, υπήρξε απότοκο του ρωμαϊκού οικουμενισμού[9] και συνεχίστρια του ουσιωδώς οικουμενικού πνεύματος του χριστιανικού Ευαγγελίου, κατέληξε ν’ αποτελεί τον βασικότερο ίσως πυλώνα του νεοελληνικού εθνικισμού και όχημα για την υποστήριξη του ιδεολογήματος περί «ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού» από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Οι αλχημείες του Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας και του Κωνσταντίνου Οικονόμου συνεχίζονται σήμερα από τους νεορθόδοξους, με αποτέλεσμα ακόμη και το Άγιον Όρος, η υποτιθέμενη κιβωτός της Ορθόδοξης συνείδησης, που διοικητικά υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μιας και συνιστά στην πραγματικότητα μια πολυεθνική μοναστική κοινότητα (περιλαμβάνοντας και ρώσικα, σέρβικα, βουλγαρικά και ρουμάνικα μοναστήρια και σκήτες), να είναι βαθιά απορροφημένο από τον νεοελληνικό εθνικισμό, σε ιδεολογικό επίπεδο («Ακρόπολη της Ορθοδοξίας και του ελληνισμού» το χαρακτήρισε πριν κάποιον καιρό ο Πρωτεπιστάτης του), αλλά και δομικά ενταγμένο στον ρωσικό επεκτατισμό, σε πολιτικό επίπεδο (σε ό,τι αφορά στις πιο δραστήριες και οικονομικά εύρωστες από τις ελληνικές μονές του, όπως το Βατοπαίδι). Δε θέλει και πολύ μετά για να βγαίνει η μυστακοφόρος ορντινάτσα της Βέρμαχτ, ο υπαρχηγός της ΧΑ Παππάς, ν’ αποκαλεί τον αγιορείτη Γέροντα Παΐσιο «ιερή μορφή της Ελληνορθοδοξίας».

Ο νέος Περιούσιος Λαός ως Δον Κιχώτης

α) Η ελληνορθοδοξία και ο μύθος της εθνικής συνέχειας

Η μεγάλη εκείνη ιδεά για τον εαυτό μου λόγω των «ιστορικών» μου καταβολών δεν ήταν βέβαια ξιπασιά, αλλά παιδική αρρώστια. Την είχα λησμονήσει ωσότου άρχισα, διαβάζοντας, να σκέπτομαι. […] Κατάλαβα όμως από τη μικρή αυτή περιπέτεια πρώτα τι είναι η πτωχαλαζονεία· και έπειτα, ότι πρέπει κανείς να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις.

Δ. Ι. Πάλλας[10]

Αν κάτι υποσκάπτουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου -είτε το έχει αντιληφθεί ο Φίλης είτε όχι- είναι ο κεντρικός ρόλος της ελληνορθοδοξίας ως κυρίαρχης λογικής του νεοελληνικού κρατιδίου, τούτης της ιδεολογίας που στήριξε και δικαίωσε διάφορες τρισένδοξες στιγμές του Έθνους όπως η 4η Αυγούστου κι η 21η Απριλίου μεταξύ άλλων. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, κόντρα, πάλι, σε κάθε ιστοριογραφικό ορθολογισμό, το θεωρητικό τέρας της ελληνορθοδοξίας προσπαθεί να συγκεράσει κάτω από την ίδια ταμπέλα δύο εντελώς αντιθετικές, από την άποψη των θεμελιωδών προσανατολισμών τους, κοινωνικοϊστορικές δημιουργίες: έναν πολιτισμό της ελευθερίας, σαν τον αρχαιοελληνικό, με έναν πολιτισμό της δουλοπρέπειας και της ελέω Θεού μοναρχίας, όπως υπήρξαν ο υστερορωμαϊκός και βυζαντινός πολιτισμός αλλά ακόμη και ο μακεδονικός πολιτισμός που τόσο εξάπτει τη φαντασία των διάφορων αρχαιόπληκτων[11]. Το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας συνιστά βάση και γενεσιουργό μήτρα του νεοελληνικού εθνικισμού τόσο στην καθεαυτό δεξιά του εκδοχή (βλ. την περίφημη θεωρία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» του Μεταξά την οποία αναπαράγει αυτούσια και ο Ελύτης στο Άξιον Εστί και η οποία βασίζεται στο περίφημο τριμερές σχήμα ανάλυσης της ελληνικής ιστορίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου) όσο και στην αντίστοιχη αριστερή (βλ. τον περίφημο «Λόγο της Λαμίας» του Βελουχιώτη ή τις ιστορικές αναλύσεις του Σβορώνου στο κείμενό του Το ελληνικό έθνος, Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού όπως φυσικά και την επανάληψή τους ως φάρσα από τον Θ. Πελεγρίνη διά της ατάκας του περί «κατάλυσης του ελληνικού κράτους» λόγω της έκβασης της ναυμαχίας στο Άκτιο, το 31 π.Χ .).

Αν εξετάσουμε, λοιπόν, τις αρχικές προτάσεις του Υπουργείου, θα διαπιστώσουμε ότι χτυπούν τον προνομιακό ρόλο της Ορθοδοξίας, μέσω της μετατροπής των θρησκευτικών από ομολογιακό και κατηχητικό σε θρησκειολογικού τύπου μάθημα. Ταυτόχρονα, στηλιτεύεται και η ιδεολογικού τύπου ελληνολατρία διά του περιορισμού των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων στο Γυμνάσιο αλλά και ιστορικών θεμάτων όπως οι εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στο μάθημα της Ιστορίας της Α’ Λυκείου. Ως προς αυτό ο Φίλης έχει υπάρξει αρκούντως σαφής, όταν τονίζει, πολύ σωστά, ότι η διδασκαλία των Αρχαίων στην Ελλάδα είναι πρώτα και κύρια ζήτημα ιδεολογικό, και γι’ αυτό οι υποστηρικτές της μιλούν πολύ συχνά πέραν κάθε παιδαγωγικής λογικής, αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για το αν τα παιδιά μαθαίνουν πράγματι να μιλούν στοιχειωδώς σωστά Νέα Ελληνικά ή όχι (κάτι που, παρεμπιπτόντως, είχαν παραβλέψει μη δεξιοί πολέμιοι του μονοτονικού, όπως ο Βρεττάκος ή ο Καστοριάδης, κατά την σχετική πολεμική τους ενάντια στον Κριαρά). Πολύ συχνά οι πιο διαπρύσιοι κήρυκες της αρχαιομάθειας είναι εξίσου ή και περισσότερο γλωσσικώς κι ιστοριογραφικώς αστοιχείωτοι από τους σημερινούς μαθητές, αν κρίνουμε από περιπτώσεις τύπου Χρυσαυγιτών, Πανίκα –Ζορό- Ψωμιάδη, Γιάννη Ιωαννίδη, Π. Καμμένου, Ε. Στυλιανίδη κ.ο.κ. Ο ισχυρισμός πως ο περιορισμός των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων διόλου δεν πλήττει τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών είναι πολύ βασικός. Αν δεν ήταν έτσι, στη Γαλλία τα παιδιά θα μάθαιναν Παλαιογαλλικά ή έστω Λατινικά, στη Γερμανία Παλαιογερμανικά κ.ο.κ. Είναι βέβαια δείγμα της πλήρους αδιαφορίας των διάφορων ελληνορθόδοξων και λοιπών ελληναράδων για την ποιότητα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα το γεγονός πως βγαίνουν να φωνάξουν μόνο όταν θεωρούν πως θίγονται στοιχεία που την καθιστούν θρησκευτική και εθνική κατήχηση. Τίποτε άλλο δεν τους απασχολεί.

β) Εθνικός ναρκισσισμός κι η μετατροπή της αδυναμίας σε αρετή

Τα ελαττώματά μας, αυτά που οι άλλοι ονομάζουν ελαττώματα, είναι εν τέλει η ρίζα της υπεροχής μας· αυτά που οι άλλοι χλευάζουν ως τα κουσούρια ή τις διαστροφές μας, το θεμέλιο των αρετών μας.

Μ. Ντε Ουναμούνο[12]

Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζουν όλες αυτές οι δυνάμεις είναι να συνεχίσει η χώρα να ζει και να πορεύεται με μύθους, κλείνοντας τα μάτια απέναντι στις σύγχρονες εξελίξεις. Είναι οι ίδιοι που διαδήλωναν υπέρ των σφαγέων Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς παρουσιάζοντας τους «Ορθόδοξους αδερφούς» μας ως αθώα θύματα των Αμερικανών, οι ίδιοι που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους υπέρ της διδασκαλίας της περί του Κρυφού Σχολειού μυθολογίας, οι ίδιοι  που πιστεύουν τους μύθους του άρχοντα της βλαχογκλαμουριάς Γ. Πατούλη περί έμπολα και ελονοσίας και δε θέλουν τα προσφυγάκια στα σχολεία επειδή «δεν είναι εμβολιασμένα», τη στιγμή που αμελούν να εμβολιάσουν τα ίδια τους τα παιδιά ! Μπορεί κατά τα άλλα να παραληρούν ενάντια στους πράκτορες του «εκσυγχρονισμού» και του «κοσμοπολιτισμού» οι οποίοι, σε πολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο, διαβρώνουν την εθνική μας ανεξαρτησία, προσδένοντάς μας στο «δυτικό άρμα», ωστόσο το μόνο που κάνουν οι ίδιοι –όταν δεν προτείνουν απλώς ν’ αλλάξουμε αφεντικό προκειμένου να γίνουμε ενεργούμενα του Πούτιν ή των ιρανών μουλάδων- είναι ν’ ανάγουν σε απόλυτα τα ιδεολογικά σχήματα που δημιουργήθηκαν ιστορικά προκειμένου να εκλογικεύσουν την πλήρη γεωπολιτική ανυπαρξία του νεοελληνικού κρατιδίου αλλά και τη θεμελιώδη ανικανότητα του νεοελληνικού λαού όχι μόνο να φέρει εις πέρας την ίδια του την εθνική απελευθέρωση (η οποία και επετεύχθη χάρις στη σωτήρια παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων το 1827 στο Ναυαρίνο) αλλά και να δημιουργήσει βιώσιμους θεσμούς, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικοκοινωνικό επίπεδο. Απέναντι σε αυτές τις θεμελιώδεις πραγματικότητες, το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας συνιστά απλώς και μόνον παρηγοριά στον άρρωστο: του πουλά ένδοξα εθνικά παρελθόντα («όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι κουτόφραγκοι ήταν πάνω στα δέντρα ροκανίζοντας βελανίδια»), του πουλά εθνικό ναρκισσισμό («είμαστε Ορθόδοξοι Ρωμιοί, όχι υλόφρωνες και αποπνευματοποιημένοι κουτόφραγκοι, δούλοι του Μαμωνά»), του εκλογικεύει την αδυναμία στοιχειώδους αυτοθέσμισης («Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μια μόνιμο, πλήρη, και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του “ήθους” που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! […] Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις, θα έλεγε κανένας, ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. […] Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των “παρεκκλίσεων” της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω “προστατευτική” κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος, της “παράδοσης”»[13], όπως έλεγε ο Ελύτης κι επαναλάμβαναν ή επαναλαμβάνουν από τότε σα χαλασμένο γραμμόφωνο ο Γιανναράς κι ο Ράμφος της νεορθόδοξης περιόδου του αλλά, υπό μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή, και ο Γ. Καραμπελιάς).

Πάντοτε φταίνε οι Άλλοι, όπως μας διδάσκει το Άξιον Εστί, οι κακοί άλλοι, οι εχθροί που έρχονται ντυμένοι φίλοι με σκοπό να μας υπονομεύσουν και το θεσμικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι συνέπεια όχι της δικής μας αδυναμίας αλλά των «πιεστικών μορφών του εισηγμένου εξ Εσπερίας βίου» (όπως σημείωνε ο Ράμφος). Και κατά τα άλλα κλείνουμε τα μάτια στο γεγονός ότι είναι οι δυτικοί αυτοί που μας έμαθαν όχι μόνο να μελετάμε το ίδιο το «δικό μας» παρελθόν (καθώς όχι μόνον όλοι οι μεγάλοι ελληνιστές αλλά ακόμη κι οι βυζαντινολόγοι υπήρξαν Δυτικοί!) αλλά και μας παρείχαν τα ιδεολογικά εργαλεία δημιουργίας αυτού του εθνορομαντικού ναρκισσισμού με τον θεμελιώδη του αντιδυτικισμό (αρκεί να κοιτάξουμε την κριτική των γερμανών Ρομαντικών στη Γαλλία ως πατρίδα του επάρατου Διαφωτισμού).

Όπως δείχνει και το παράθεμα του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο που παραθέτουμε στην αρχή αυτής της ενότητας, δεν πρόκειται εδώ για κάποια νεοελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά για πάγιο χαρακτηριστικό πλήθους μη δυτικών κοινωνιών ή κοινωνιών της δυτικής περιφέρειας, οι οποίες αντιλαμβάνονται πως αδυνατούν είτε να ανταγωνιστούν τη Δύση είτε, σε άλλες περιπτώσεις, να της αντισταθούν με αξιώσεις. Η κριτική του Ντοστογιέφσκι στην «άθεη» και «υλιστική» Δύση και η συνακόλουθη -και παραληρηματική- εξύμνηση της ρωσικής «πνευματικότητας», από τις οποίες τόσο εμπνέονται πολλοί ελληνορθόδοξοι, συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ως πιο ορθολογιστής, ο Ουναμούνο είχε προσπαθήσει να εκλογικεύσει αυτή την υπαρξιακή στάση, επιστρέφοντας στην περσόνα του Δον Κιχώτη: από εκεί που, κατά την «εκσυγχρονιστική» του νεότητα ο ισπανός συγγραφέας θεωρούσε τον ήρωα του Θερβάντες χαρακτηριστικό σύμβολο των ισπανικών αρτηριοτηκοσκληρωτικών συνδρόμων και της αδυναμίας εκσυγχρονισμού της χώρας, κατά την ωριμότητά του έφτασε να τον ανάγει σε πολιτιστικό σύμβολο. Ερμήνευσε αυτήν την αδυναμία εκσυγχρονισμού και «εξευρωπαϊσμού» ως «αγνότητα», ως ένα είδος προστατευτικής ανικανότητας που μας κρατά αμόλυντους από τον Διαφωτισμό.

Μπορεί όμως να πάει μπροστά ένα έθνος που έχει ως καμάρι του το γεγονός πως μπορεί να πάσχει συνεχώς, ν’ αντέχει τα χτυπήματα που δε σταματούν ποτέ, όπως οι περίφημες γάτες του Άι Νικόλα απ’ το ομώνυμο -τελευταίο- ποίημα του Σεφέρη κι όπως ο Λευτέρης απ’ το Άξιον Εστί που ‘ναι «σα να ‘χει πάρει επάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης»; Προφανώς και όχι, καθώς σε αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εκφράζονται τα ενοχικά σύνδρομα και η ταυτοτική περιδίνηση των δυτικοθρεμμένων αντιδυτικιστών διανοούμενων. Ο λαός μπορεί να μην τα πήρε όλα αυτά ποτέ τόσο στα σοβαρά, ωστόσο βολεύεται με αυτά τα σχήματα για ν’ αποποιείται των ευθυνών του, βαυκαλιζόμενος, παράλληλα, με τον παιδικό νακρισσισμό της «ελληνικής ψυχής» και του περίφημου «τράχηλού» μας που ζυγό δεν υπομένει, αλλά δε μας έχει αποτρέψει κιόλας από το να είμαστε, από τον 13ο αιώνα κι εδώθε, αιώνιοι καρπαζοεισπράκτορες. Επηρεάζεται, λοιπόν ο λαός, έστω κι αν δεν είναι τόσο αφελής όσο είναι συχνά οι διανοούμενοι, καθώς ανάλογη είναι, όπως είδαμε, η λογική πίσω από τη δράση των πιο διαπρύσιων κηρύκων της διατήρησης του στάτους κβο μεταξύ κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα: διότι αυτό το τελευταίο συνιστά την υλική και συμβολική έκφραση ολόκληρου του ιδεολογικού συμπλέγματος που προσπαθούμε να αναλύσουμε.

Μπορεί να εκσυγχρονιστεί η Ορθοδοξία;

α) Υλικοτεχνικός εκσυγχρονισμός και ιερές μπίζνες

Φυσικά η Ορθοδοξία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο αυτής της ιδεολογίας και κοινωνικής λογικής. Απορίας άξιον είναι το πώς ορισμένοι, τόσο από το «εκσυγχρονιστικό» όσο και από το «αντιεκσυγχρονιστικό» στρατόπεδο, προτείνουν μετά από όλα αυτά την «αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως καθοριστικού στοιχείου της παράδοσής μας, πάνω στην οποία παράδοση συνολικότερα μπορεί να στηριχθεί ένας αυθεντικός εκσυγχρονισμός μας» ή πιστεύουν πως «όπως διδάσκει ο Οικουμενικός Πατριάρχης από το Φανάρι, η Ορθοδοξία είναι ανοιχτή θρησκεία. Και μπορεί να συμφιλιωθεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις, με τις μεγάλες αξίες του δυτικού ουμανισμού, την οικολογία και τα δικαιώματα του ανθρώπου». (Πραγματική) Ορθοδοξία και (αυθεντικός) εκσυγχρονισμός ή πνευματική ανοιχτότητα είναι έννοιες εγγενώς αντίθετες, ειδικά όταν μιλάμε για μια χώρα όπου το 1988 ρασοφόρες ορδές έκαναν ακόμη ντου σε κινηματογραφικές αίθουσες για να ακυρώσουν την προβολή του Τελευταίου πειρασμού! Ακόμη και ο Πάπας συζητά τη θέσπιση κοινής, για Ορθόδοξους και Καθολικούς, ημερομηνίας για τον εορτασμό του Πάσχα ή την αποδοχή γυναικών ιερομένων στην Καθολική εκκλησία (έστω ως διακονισσών). Στα καθ’ ημάς, αντίθετα, ο Πάπας θεωρείται ακόμη «καταληψίας και αιρεσιάρχης»[14], οι Καθολικοί «παπικοί» σχισματικοί, ενώ ο –ομολογουμένως «εκσυγχρονιστής»- Οικουμενικός Πατριάρχης συναντά -ήδη από την εποχή του Αθηναγόρα- σθεναρή αντίσταση ως προς τα ανοίγματά του προς τους Καθολικούς από μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων και σε καμία περίπτωση μόνο από τους Παλαιοημερολογίτες, παρ’ όλο που, σε μεγάλο βαθμό, τα εν λόγω ανοίγματα υπαγορεύονται από αναγκαιότητες γεωπολιτικής φύσης, εξ αιτίας της επισφαλούς θέσης του Πατριαρχείου στην Τουρκία.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως, εντός της ελληνικής Ορθοδοξίας, παρατηρείται συχνά ένας εντελώς αντιφατικός συνδυασμός καραμπινάτου «εκσυγχρονισμού» σε υλικοτεχνικό επίπεδο, από τη μια μεριά, και διακηρυγμένου νεοσυντηρητισμού, από την άλλη. Αρκεί να σκεφτούμε το «Περιβόλι της Παναγίας», το Άγιον Όρος, που βάδιζε με γοργά βήματα προς την απόλυτη παρακμή κατά τη δεκαετία του ‘60 και τελικά σώθηκε μέσω της εισροής μιας νέας γενιάς μοναχών, με σπουδές και διπλώματα, ικανών οικονομικών διαχειριστών, οι οποίοι το κατέστησαν πρώτο σε απορροφητικότητα ΕΣΠΑ στην Ελλάδα, εμπνεόμενοι, όμως, σε πνευματικό επίπεδο, από ιδεολογίες όπως η νεορθοδοξία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το Βατοπαίδι ίσως να μην υπάρχει: εκεί έχουμε έναν μοναδικό συνδυασμό businessfriendly περιβάλλοντος, θρησκευτικού συντηρητισμού και πολιτικού φιλορωσισμού που απλώς αναπαράγει το γνωστό κυπριακό μοντέλο των (μαφιόζικων, πολύ συχνά) μπίζνες με ελληνορθόδοξο «εποικοδόμημα».

β) Η αναγκαία αυτοκριτική

Από αυτήν την άποψη η ρωσοκυπριακών επιρροών Ορθοδοξία μας θυμίζει την τεράστια γοητεία που ασκούν ο πλούτος και το χρήμα πάνω στο σύγχρονο Ισλάμ, ακόμη και στις πιο συντηρητικές του εκδοχές (όπως φαίνεται, επί παραδείγματι, από τον τρόπο με τον οποίον το Ισλαμικό Κράτος χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα και τη νεοτεχνολογία, γενικότερα), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πόλη της Μέκκας, που έχει μετατραπεί σ’ ένα είδος σαουδαραβικού Λας Βέγκας, με τεράστια κι υπερπολυτελή ξενοδοχεία να περικυκλώνουν το περίφημο τέμενος Μασγίντ αλ-Χαράμ, τον ιερότερο τόπο του Ισλάμ . Αυτή η πλήρης απορρόφηση από τον «κόσμο», στη χειρότερη μάλιστα εκδοχή του, αφαιρεί από την Ορθοδοξία κάθε δείγμα γνήσιας πνευματικότητας κι έτσι σηματοδοτεί τον πραγματικό της θάνατο όχι μόνο ως ζωντανού δόγματος αλλά και ως κοινωνικής δύναμης ή παράδοσης ικανής ν’ ασκεί κάποια ηθική επιρροή. Διότι η προοδευτική εκκοσμίκευση μιας θρησκείας οδηγεί, από ένα σημείο κι έπειτα, σε μια αναγκαστική απώλεια κάθε πνευματικότητας, εφόσον η θρησκεία χάνει τον ακοσμικό και «υπερβατικό» της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε απλό ηθικό αξεσουάρ μιας ζωής ολωσδιόλου κοσμικής (όπως συμβαίνει σήμερα εντός της Δύσης). Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι και το μόνο αρνητικό επακόλουθο της νεωτερικού τύπου εκκοσμίκευσης, καθώς έτσι χάνονται ορισμένα στοιχεία της θρησκείας, τα οποία, εν είδει ηθικών παραινέσεων, έχουν μεγάλη αξία (όπως η αίσθηση των ορίων και του μέτρου, το κήρυγμα υπέρ της ολιγάρκειας, η αναζήτηση μιας υπαρξιακής αυθεντικότητας ή η αγάπη για τη φύση), ειδικά μάλιστα στην περίπτωση της Ορθοδοξίας, η οποία εκφράζει μια λογική που ξεφεύγει τόσο από το τιμωρητικό και αυτοενοχικό πνεύμα του δυτικού χριστιανισμού όσο και από την «ιμπεριαλιστική» και επεκτατική νοοτροπία της Δύσης, η οποία διαποτίζει τόσο τον Καθολικισμό (σε μικρότερο βαθμό) όσο και τον Προτεσταντισμό (σε πολύ μεγαλύτερο). Όμως η σύγχρονη Ορθοδοξία, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ρωσία δείχνει να έχει απεμπολήσει από μόνη της κάθε τέτοιο στοιχείο, προσχωρώντας, αντίθετα στη λατρεία του πλούτου και της δύναμης. Τίποτε δεν έχει πλέον να προσφέρει σε πνευματικό επίπεδο και το μόνο που μας μένει είναι τα κειμήλια του παρελθόντος: η αισθητική ομορφιά της βυζαντινής τέχνης και των εκκλησιαστικών κειμένων. Όπως μας δείχνει όμως το έργο καθ’ όλα άθεων και άθρησκων καλλιτεχνών και στοχαστών που εμπνεύστηκαν από αυτήν, από τον Εμπειρίκο και τον Τσαρούχη ως τον Καρούζο και τον Κώστα Παπαϊωάννου, σε καμία περίπτωση αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για τη διαιώνιση των προνομίων προς το εκκλησιαστικό κατεστημένο και τις ιδεολογικές του παραφυάδες.

Αντί, λοιπόν, οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας να κάθονται και να βαυκαλίζονται με γελοία ζητήματα όπως η διατήρηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία, καλύτερο θα ήταν ν’ ασχοληθούν λιγάκι και με τα του οίκου τους και να σκεφτούν ποιες υπήρξαν οι συνέπειες τόσων αιώνων υποταγής της Εκκλησίας στον «κόσμο» για το ήθος και την ποιότητα των κηρυγμάτων της σε ό,τι αφορά στην πνευματικότητά της. Κι αντί οι διάφοροι Γιανναράδες ν’ αναλίσκονται σε παιδικού τύπου δαιμονοποιήσεις της επάρατης Εσπερίας και των εν Ελλάδι πρακτόρων της –που συνιστούν απλώς μια πιο διανοούμενη εκδοχή των συνωμοσιολογικών σεναρίων που διαβάζουμε στα έντυπα των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων-, καλό θα ήταν να σκεφτούν το παράδειγμα μεγάλων δυτικών χριστιανών στοχαστών όπως π.χ. ο Σέρεν Κίργκεγκωρ και την ανελέητη κριτική τους στην απορρόφηση του χριστιανισμού της εποχής τους από το κράτος και τον «κόσμο», γενικότερα, στη σύμφυρσή του με το κράτος και την πολιτική εξουσία. Τ’ αντιγράφουν που τ’ αντιγράφουν όλα από τους δυτικούς φιλοσόφους –που κατά τα άλλα κατακεραυνώνουν ως πνευματικώς ανάπηρους-, ας προσπαθήσουν, έστω, να εμπνευστούν και από πραγματικά δημιουργικές κριτικές που οι τελευταίοι άσκησαν σε θέματα που άπτονται, τηρουμένων των αναλογιών, της σημερινής κατάστασης της Ορθοδοξίας. Αλλά φυσικά όλα αυτά πρέπει ν’ ακούγονται εντελώς ξένα σ’ όλους αυτούς που έχουν μετατρέψει μια πανανθρώπινη θρησκεία σε ιδεολογία ενός περιούσιου και μαρτυρικού Έθνους, κλείνοντας, ταυτόχρονα, τα μάτια στον πραγματικό ρόλο της ελληνικής Εκκλησίας όχι μόνο μέσα στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, αλλά και σήμερα, κατά την καθημερινή της δράση ως «μαφίας» γραπωμένης από τα προνόμια και τους ποικίλους μηχανισμούς άντλησης κέρδους μέσω αδιαφανών διαδικασιών.

13336145_1156949794385577_301706891241215021_n

[1] «Εντιτόριαλ», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015, σ. 26.

[2] Βλ. π.χ. το κείμενό του, «Η μακάβρια επιστροφή του Νόμου και του Πατέρα», περ. Σημειώσεις, τ. 66, Δεκέμβριος 2007.

[3] Βλ. σχετικά και την ανάλυσή μας στη μπροσούρα μας Με αφορμή τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo. Ένα σχόλιο για το ιστορικό τέλος της Αριστεράς ως χειραφετητικού κινηματος, σσ. 20-24.

[4] Για τις οποίες άχνα δε βγάζουν, φυσικά, οι λαλίστατοι κατά τα άλλα απηνείς διώκτες της Νέας Τάξης που θεωρούν «τις ΜΚΟ» ως ένα είδος πολιορκητικού κριού της τελευταίας στα πλαίσια της προσπάθειάς της να βλάψει τον «ελληνισμό».

[5] Είναι ενδεικτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ορίζεται ως δεύτερος τη τάξει επίσκοπος της χριστιανικής οικουμένης μετά τον Πάπα (δηλαδή τον επίσκοπο Ρώμης) από την οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, το 381 μ.Χ., μόνο και μόνο επειδή ήταν επίσκοπος της «Νέας Ρώμης», μιας πρωτεύουσας που είχε ιδρυθεί άνωθεν πριν πέντε δεκαετίες. Αντίθετα, ιστορικά κέντρα της χριστιανοσύνης της εποχής, όπως η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια ή ακόμη κι η Ρώμη είχαν αποκτήσει τη φήμη τους χάρις στην ιστορική τους παρουσία κι όχι εξαιτίας της προστασίας κάποιου μονάρχη.

[6] Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως τόσο βολικά για την ιδεολογία τους κάνουν οι ελληνορθόδοξοι, νεορθόδοξοι και λοιποί βυζαντινολάτρες, πως μεγάλες φωνές της Ορθόδοξης θεολογίας (όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή ο Μάξιμος ο Ομολογήτής) υπέστησαν εξορίσεις, καταναγκαστικούς εγκλεισμούς σε μοναστήρια και άλλες, πολύ συχνά ιδιαιτέρως βάρβαρες ποινές (ακροτηριασμούς κ.λπ.), επειδή τα κυρήγματά τους ενοχλούσαν την κοσμική εξουσία.

[7] «Ενδιαφέρουσα υπήρξε η εκτενέστατη κριτική του [Αρχιεπισκόπου] προς τον “προτεστάντη” Γκιοργκ Μάουερ, που εισάγοντας το Αυτοκέφαλο το 1833 απέκοψε την Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να εξυπηρετήσει την πολιτική των Δυτικών Δυνάμεων έναντι της Ρωσίας».

[8] Γι’ αυτό το μείζον ζήτημα, επί του οποίου δε μπορούμε εδώ να επεκταθούμε, βλ. το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Π. Ματάλα, Έθνος και ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2003.

[9] Ο οποίος από το 212 μ.Χ., με το περίφημο διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα, αναγνώριζε την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη στο σύνολο των κατοίκων των ρωμαϊκών εδαφών.

[10] Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, σ. 57, 59.

[11] Τόσο λόγω ορισμένων συνηθειών και μοντέλων εξουσίας που επέβαλε ο ίδιος ο Αλέξανδρος όσο και λόγω της αποφασιστικής σημασίας που έπαιξαν τα βασίλεια των επιγόνων του στην εισαγωγή του μοντέλου του ανατολικού δεσποτισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ουσιαστικά αυτό που δεν κατάφεραν οι Πέρσες, με την αποτυχία τους να καταλάβουν την Αρχαία Ελλάδα, το κατάφεραν οι μακεδόνες μονάρχες, οι οποίοι ουσιαστικά κατέκτησαν τεράστιες περιοχές της Μέσης και Άπω Ανατολής όχι για να τις «εξελληνίσουν», όπως βλακωδώς πιστεύουν οι νεοέλληνες εθνικιστές, αλλά, αντίθετα, για να εξανατολίσουν την Ελλάδα, μιμούμενοι τα ανατολικά μοντέλα εξουσίας και διοίκησης.

[12] M. de Unamuno, Περί εξευρωπαϊσμού, μτφρ. Δ. Σαραφείδου, επίμετρο Β. Ιβάνοβιτς, Αθήνα, Ροές, σ. 51.

[13] Ο. Ελύτης, «Τι φταίει για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής;» (1958), Συν τοις άλλοις. 37 συνεντεύξεις του Ο. Ελύτη (1942-1992), Αθήνα, Ύψιλον, 2011, σ. 39, 40.

[14] Κατά την επιστολή με την οποία ο Πειραιώς Σεραφείμ ανακοίνωσε, τον προηγούμενο Μάιο, πως δε θα συμμετάσχει στο «ανόσιο παίγνιο της λεγόμενης» Αγίας και Μεγάλης Ιεράς Συνόδου των Ορθόδοξων Εκκλησιών, την πρώτη μετά το 1053, ακριβώς επειδή δεν προβλέπεται η επίσημη αποκήρυξη του Πάπα κι η αντικατάστασή του από Ορθόδοξο επίσκοπο Ρώμης.

[15] Για να δώσουμε και μια σουρεαλιστική πινελιά σ’ αυτά που λέμε, αρκεί να αναφέρουμε ότι στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Πεμπτουσία, που εκδίδει η μονή, βρίσκουμε αφιερώματα για την ομορφιά παλιών αυτοκινήτων όπως οι Μπέντλεϊ, ή ακόμη και ειδική «εφαρμογή» για σμάρτφοουνς με το όνομα «Βηματάρισσα»!

Posted in Uncategorized | 19 Σχόλια

Ορισμένες παρατηρήσεις περί Αριστεράς, θρησκείας και εκκοσμίκευσης με αφορμή το μπουρκίνι

 

      Ο ντόρος που προκλήθηκε στη Γαλλία –αλλά και εκτός αυτής, σε δημοσιογραφικό και ιδεολογικό επίπεδο- με το περίφημο μπουρκίνι δείχνει -σε ό,τι μας αφορά- για ακόμη μια φορά το απογοητευτικό ιδεολογικό επίπεδο της σύγχρονης μεταμοντέρνας, «αντιρατσιστικής» και ως εκ τούτου πολιτιστικά φιλελεύθερης Αριστεράς, όπως επίσης βέβαια και των αναρχικών που, ως προς αυτό το πλέγμα ζητημάτων (αντιρατσισμός, στάση απέναντι στις μειονότητες και την «πολιτιστική διαφορά» κ.λπ.), συνιστούν ουρά της. Στην περίπτωση της άχρηστης και κωμικής απαγόρευσης του γελοίου αυτού ενδύματος φανερώνονται όλα τα προβληματικά στοιχεία της ιδεολογίας της δεκαετίας του ’60, τούτου του πανεπιστημιακού και νεολαιίστικου «μαρξισμού» που αντικατέστησε τον ομόλογό του τού εργατικού κινήματος, και μάλιστα στην πιο κωμική τους εκδοχή: αδυναμία στοιχειώδους κοινωνικής ανάλυσης και, ως εκ τούτου, εκτίμησης της εκάστοτε συγκυρίας και κατανόησης της σημασίας της, άκρατος αντιδυτικισμός, αφελής φιλοεξωτισμός, ρατσιστοφοβία, θυματική αντίληψη περί των μη δυτικών λαών, άκριτη αποθέωση της πολυπολιτισμικότητας, ατομοκεντρική αντίληψη περί ελευθερίας κ.ο.κ. Αν για μια ακόμη φορά τοποθετούμαστε κριτικά πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι γιατί διαπιστώνουμε πόσο αποκομμένοι βρίσκονται από την πραγματικότητα οι πολιτικοί χώροι που υποτίθεται πως είναι φορείς διαύγειας και κριτικού πνεύματος, εμπνεόμενοι από το περίφημο σύνθημα «η αλήθεια είναι επαναστατική».

      Η υπόθεση μπουρκίνι συνιστά κομμάτι του ευρύτερου ζητήματος των σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και τον μουσουλμανικό κόσμο. Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε επανειλημμένως σχολιάσει αυτήν την προβληματική κατάσταση, ειδικά από την άποψη της αδυναμίας Αριστεράς και αναρχικών να τοποθετηθούν με στοιχειώδη σοβαρότητα απέναντι στα θεμελιώδη ερωτήματα που ανακινεί ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται σήμερα οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις δύο πολιτιστικές παραδόσεις. Όπως συμβαίνει κατά κανόνα όταν μιλάμε για αριστερό και αναρχικό σχολιασμό πτυχών του συγκεκριμένου ζητήματος, έτσι κι εδώ, άτομα τα οποία ουδέποτε έχουν έρθει σε επαφή με μουσουλμάνους και μουσουλμάνες ως φίλοι ή φίλες, εραστές ή ερωμένες (έστω με άτομα που προέρχονται από μουσουλμανικές κοινωνίες δίχως να ‘ναι θρησκευόμενα, πράγμα πολύ πιο εφικτό ως προς το δεύτερο σκέλος του σεναρίου!), ώστε να γνωρίσουν καλύτερα τι συμβαίνει μέσα στις μουσουλμανικές κοινότητες, βγαίνουν και τοποθετούνται με βαρύγδουπες μάλιστα εκφράσεις, πλήρεις βεβαιότητας, για καταστάσεις των οποίων γενικά αγνοούν βασικές παραμέτρους (θυμίζοντάς μας την αγανάκτηση του Ηλία Πετρόπουλου με τις συνήθειες των ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού). Κλεισμένοι κατά κανόνα στ’ αριστεροφοιτητικά τους γκέτο, οι έλληνες αριστεροί και αναρχικοί που ζουν στη Γαλλία, αν δε μεταφέρουν αυτούσια τη γραμμή των οικείων τους γαλλικών πολιτικών οργανώσεων, απλώς αναπαράγουν όσα διαβάζουν στη Libération, το Mediapart κι όλα τα υπόλοιπα φερέφωνα της καθεστυκίας και πολιτιστικά φιλελεύθερης γαλλικής Αριστεράς των παρισινών σαλονιών. Επόμενο είναι, λοιπόν, να διαδίδουν μια σειρά μύθων τους οποίους αναπαράγουν άθελά τους ακόμη και μετρημένες και «τίμιες» αναλύσεις.

«Θεσμικός ρατσισμός» ενάντια στους μουσουλμάνους;

Οι αντιδράσεις κατά της απαγόρευσης των ολόσωμων μαγιώ είχαν ένα καλό και ένα κακό. Το καλό είναι ότι έδειξαν το πραγματικό περιεχόμενό της: θεσμικός ρατσισμός, με τα όλα του. Το κακό είναι ότι άργησαν. Έπρεπε, άραγε, να κυκλοφορήσει η φωτογραφία με τους γάλλους μπάτσους που «γδύνουν» (και κόβουν πρόστιμο σε) μια μουσουλμάνα σε κάποια αμμουδιά για να υπάρξει μια κάποια κατακραυγή; Δεν ήταν αρκετές από μόνες τους οι ρατσιστικές αποφάσεις;

Sarajevomag.gr,

27/8/2016

      Διότι, κατά τα άλλα, οι πιο βαρβάτα ιδεολογικές αναλύσεις βαδίζουν σταθερά προς το παραλήρημα. Η εικόνα που αποκομίζει κανείς είναι πως η Γαλλία είναι μια χώρα βαθειά ρατσιστική που δεν ασχολείται με άλλο πράγμα πέραν του στιγματισμού, της περιθωριοποίησης και του εξευτελισμού των μουσουλμάνων της πολιτών. Οι βαθειές αλλαγές που γνώρισε η χώρα μετά τη δεκαετία του ’60 δε φαίνεται να μετρούν διόλου γι’ αυτούς τους ιδεολόγους κι έτσι η Γαλλία συνεχίζει να θεωρείται αποικιακή δύναμη, με τη μόνη διαφορά πως πλέον εφαρμόζει τις αποικιοκρατικές της μεθόδους στο εσωτερικό της: εις βάρος όλων αυτών των πολιτών των πρώην αποικιών της που συρρέουν –σε πείσμα της καταπίεσης και των εξευτελισμών- στη ρατσιστική μητρόπολη. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, η απόφαση 30, δημάρχων (ανάμεσα στους περίπου 800 παράκτιους δημους της χώρας) να απαγορεύσουν το μπουρκίνι στις παραλίες των πόλεών τους πήρε χαρακτήρα συμβολικό, δηλωτικό των πραγματικών προθέσεων του καθεστώτος.

      Φυσικά σχεδόν όλοι οι εν λόγω δήμαρχοι είναι δεξιοί, μιας και το ανατολικό κομμάτι του γαλλικού Νότου (από τη Μασσαλία ως τη Νίκαια) είναι παραδοσιακά δεξιό ή ακόμη και ακροδεξιό (όπως στο Βαρ, γύρω απ’ την Τουλόν), ενώ και η Κορσική -το μόνο μέρος ίσως της Γαλλίας όπου υπάρχουν ακόμη πραγματικοί Καθολικοί-, πάντοτε επιδείκνυε μια σχετική αλλεργία απέναντι στο Ισλάμ. Χαρακτηριστικό δείγμα του αμετροεπούς τρόπου με τον οποίο αναλύει και σκέφτεται η Αριστερά πλέον τον κόσμο, είναι το γεγονός ότι πριν αλέκτωρ λαλήσει τρείς, έσπευσε να αναγνωρίσει στα 32 περιστατικά επιβολής προστίμου ή εξαναγκασμού αφαίρεσης του μπουρκίνι που σημειώθηκαν στις γαλλικές παραλίες -μέχρι τελικά να αρθεί η απαγόρευση μετά από απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας- το στυγνό πρόσωπο κάποιας δήθεν προϊούσας ολοκληρωτικής απειλής. Μιας αντίδρασης γελοιωδώς πανομοιότυπης είχαμε γίνει μάρτυρες λίγους μήνες πριν, κατά την περίφημη κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά το λουτρό αίματος στο Μπατακλάν τον περασμένο Νοέμβρη, όπου οδηγούμασταν, τότε, σε επιβολή στρατιωτικού νόμου και δικτατορία! Εξέλιξη που έδενε άψογα, εξάλλου, με τις λογιών θεωρίες συνομωσίας που θέλαν το γαλλικό κράτος να βρίσκεται πίσω απ’ τις επιθέσεις, ώστε να επιβάλλει, πατώντας πάνω στον φόβο και την ανασφάλεια των πολιτών, τα καταχθόνια σχέδιά του. Κατ’ ειρωνεία της τύχης, και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο το γαλλικό κράτος αποδείχτηκε αντιαυταρχικότερο των κινημάτων, καθώς βρέθηκε το ίδιο να μπλοκάρει τις τάσεις αυτές κι ενώ η λαϊκή αντίδραση ήταν μηδαμινή[1].

      Άλλωστε το γεγονός πως όλη αυτή η αντιμπουρκινική κινητοποίηση του γαλλικού κράτους κρίνεται ορθά ως υπερβολική, αποδεικνύει κάτι βασικό: ότι η γαλλική κοινωνία έχει επιδείξει αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα τον τελευταίο χρόνο, καθώς, ενώ έχει επανειλημμένως πληγεί και με πολύ θεαματικό τρόπο μάλιστα, ουδέποτε στράφηκε ενάντια σε όσους ενδεχομένως να υποστήριζαν αυτές τις επιθέσεις –εναντίον όσων, εν πάση περιπτώσει, ποτέ ως τώρα δε βγήκαν να τις καταδικάσουν μαζικά: εναντίον, δηλαδή, των γάλλων μουσουλμάνων. Τι έχει όμως να πει γι’ αυτό η Αριστερά, που για δεκαετίες βαυκαλίζεται με τις θεωρίες της περί της «ρατσιστικής και ισλαμοφοβικής Γαλλίας», περί του «ρατσιστικού γαλλικού κράτους»; Στοιχειώδης θεωρητική συνοχή θα επέτασσε εν προκειμένω –αν πιστεύουμε σ’ αυτά τα ιδεολογήματα- σύνταξη με το γαλλικό κράτος, στα πλαίσια μιας έσχατης προσπάθειας προστασίας των (πολύ) πιθανών θυμάτων ισλαμοφοβικών επιθέσεων –άλλωστε αυτό υπήρξε το ρητό σκεπτικό ορισμένων δημάρχων, όπως ο σοσιαλιστής Ange-Pierre Vivoni στη Μπαστιά της Κορσικής, μετά από ένα περιστατικό που σημειώθηκε σε πλαζ της περιοχής (βλ. παρακάτω): «Δεν είμαι σε καμία περίπτωση ρατσιστής. Αντιθέτως, θέλω να προστατέψω τους δημότες μου και ιδιαίτερα τους μουσουλμάνους δημότες μου, καθώς πιστεύω πως είναι τα πρώτα θύματα αυτών των εξτρεμιστικών προκλήσεων». Ανάλογο ήταν και το σκεπτικό του δημάρχου των Κανών: σε μια εποχή με νωπά ακόμα τα τζιχαντιστικά χτυπήματα σε Νίκαια και Σεντ Ετιέν ντι Ριβρέ, το να εμφανίζεται μια γυναίκα στην παραλία –εκεί δηλαδή όπου όλοι κυκλοφορούν απλώς με το μαγιώ τους- μ’ ένα ένδυμα τόσο επειδικτικά δηλωτικό της πίστης στον Αλλάχ, θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως πρόκληση, θέτοντας κίνδυνο συγκρούσεων και άσκησης βίας.

      Σε κάθε περίπτωση, αν δει κανείς τα πράγματα από τη σκοπιά της διατήρησης της δημόσιας τάξης και υπό το φως του περίφημου περιστατικού στη Μπαστιά που πέρασε απαρατήρητο στα καθ’ ημάς, η απόφαση αυτή εντάσσεται στα διάφορα μέτρα που κατά καιρούς λαμβάνουν οι δήμοι ή οι κυβερνήσεις με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και συγκρούσεων σε περιόδους έντασης (όπως συνέβη, π.χ., αμέσως μετά το αποτυχημένο τουρκικό πραξικόπημα, όταν στη Γερμανία απαγορεύτηκε η δημόσια αναμετάδοση μηνύματος του Ερντογάν, κατά τις σχετικές φιλοερντογανικές και αντιερντογανικές διαδηλώσεις, προκειμένου να μη δυναμιτιστεί το κλίμα)[2]. Σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν εκφράζει τάσεις διωγμού των μουσουλμάνων γυναικών. Στο πιο «ακραίο» σενάριο της υπόθεσης, δείχνει την προσπάθεια ορισμένων –απεγνωσμένων, αν σκεφτούμε και τον υπό γενική ανυποληψία Σαρκοζί!- κύκλων της Δεξιάς να τρίξουν τα δόντια στους πιο συντηρητικούς και φανατικούς εκ των μουσουλμάνων μέσω της δόλιας πολιτικής χρήσης νομικά και συνταγματικά έγκυρων μέσων που προβλέπονται όμως για ειδικές περιπτώσεις (γι’ αυτό και ένα τοπικό δικαστήριο είχε αρχικά επικυρώσει τη σχετική απαγόρευση). Εν τέλει, το Συμβούλιο της Επικρατείας της χώρας έκρινε τη λήψη τούτων των μέτρων στη συγκεκριμένη περίσταση αντισυνταγματική, διευθετώντας το ζήτημα. Κι όπως και στην περίπτωση της αποτυχίας του Ολάντ να εντάξει στο Σύνταγμα την επ’ αόριστον κηρυξη της χώρας σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, έτσι κι εδώ μας έμεινε στο ράφι η ρητορική περί «φασισμού», «θεσμικού ρατσισμού», «στοχοποίησης του εσωτερικού εχθρού» και πάει λέγοντας.

            Η τακτική του Ισλαμικού Κράτους και η αβουλία των μουσουλμάνων

            Όπως έχει δηλώσει ρητά το ΙΚ, η στραγητική που ακολουθεί έχει στόχο να εξοργίσει τους ιθαγενείς δυτικούς πληθυσμούς και να τους στρέψει ενάντια στους μουσουλμάνους συμπολίτες τους, με σκοπό οι τελευταίοι ν’ αναγκαστούν να «ριζοσπαστικοποιηθούν» ως απάντηση στις ρατσιστικές επιθέσεις των δυτικών, απορρίπτοντας τη Δύση και στρατευόμενοι στις τάξεις της οργάνωσης. Το σχέδιο όμως δε λειτουργεί, καθώς οι δυτικές κοινωνίες –και πρώτη και καλύτερη η Γαλλία- έχουν δείξει αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, μιας και πουθενά δεν έχουν παρατηρηθεί μαζικές ρατσιστικές ή ισλαμοφοβικές επιθέσεις, πογκρόμ κ.ο.κ. Στην πιο ακραία περίπτωση, έχουμε απλώς τη διοργάνωση αντιμουσουλμανικών διαδηλώσεων, όπως συμβαίνει στη Γερμανία με το PEGIDA. Καμία όμως άσκηση μαζικής και «κινηματικής» βίας από όχλους ισλαμοφοβικών εθνικιστών στην καθημερινότητα.

            Οι μουσουλμάνοι όμως ελάχιστα δείχνουν να το λαμβάνουν υπόψη τους. Κρύβονται πίσω από το σόφισμα ότι οι τρομοκράτες «δεν είναι πραγματικοί μουσουλμάνοι» προκειμένου ν’ αποφύγουν κάθε διαδικασία διερώτησης πάνω στις πιθανές σχέσεις της πίστης τους με τον τζιχαντισμό. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δε νιώθουν την παραμικρή ανάγκη να βγουν και να καταδικάσουν μαζικά και απερίφραστα αυτές τις επιθέσεις –η μόνη περίπτωση όπου παρατηρήθηκε κάποια δημόσια καταγγελία από πλευράς μουσουλμάνων ήταν μια πορεία μνήμης για τον νεκρό αστυνομικό της Μανιανβίλ του Ιλ ντε Φρανς, τον περασμένο Ιούνιο στη διπλανή Μαντ Λα Ζολί (όχι ιδιαίτερα μεγάλη κι όπου δε συμμετείχε ιδιαίτερα η νεολαία –φαινόμενο που είχε παρατηρηθεί και στις πανγαλλικές πορείες που ακολούθησαν την επίθεση στο Σαρλί Εμπντό) και η συμμετοχή σε μια κοινή λειτουργία στη μνήμη του πατέρα Ζακ Αμέλ που δολοφονήθηκε στο Σεντ Ετιέν ντι Ριβρέ, κοντά στη Ρουέν, τον προηγούμενο Ιούλιο. Η τρανταχτή απουσία πλατιών διεργασιών στα πλαίσια της μουσουλμανικής κοινότητας σχετικά με το πιθανό περιεχόμενο και την ουσία ενός γαλλικού ή ευρύτερα ευρωπαϊκού Ισλάμ και τις διαφορές σε δογματικό και ευρύτερο θεολογικό επίπεδο από αυτό που ευαγγελίζεται το Χαλιφάτο, τόσο στην κλίμακα των κοινών πιστών, όσο και σε επίπεδο ηγεσίας, αποτελεί εξάλλου ένα θεμελιώδες πρόβλημα στο πλαίσιο αυτό, μαρτυρώντας κατά τη γνώμη μας την αμφιθυμία του μουσουλμανικού κόσμου μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις.

            Δυστυχώς την ίδια στάση φαίνεται να κρατούν κι οι δυτικοί αριστεροί και αναρχικοί που δε βλέπουν κάτι το περίεργο στο γεγονός πως μια μουσουλμάνα μπορεί να πάει για μπάνιο με μπουρκίνι στην κεντρική πλαζ της Νίκαιας, λίγα μέτρα μόνο μακρυά από την περίφημη Προμενάντ ντεζ Ανγκλέ όπου ο Μοαμέντ Μπουλέλ σκότωσε 86 άτομα και τραυμάτισε άλλα 434 στο όνομα του Αλλάχ, κατά την επέτειο της Πτώσης της Βαστίλλης. Δε δικαιολογούμε, προφανώς, σε καμία περίπτωση τους ιθαγενείς γάλλους λουόμενους που λέγεται ότι επιτέθηκαν φραστικά σε ορισμένες μπουρκινοφορούσες στην εν λόγω παραλία, αλλά, από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να είναι κανείς εντελώς αυτιστικός για να καμώνεται πως τέτοια φαινόμενα δεν είναι αρκετά πιθανό να συμβούν σε μια τέτοια συγκυρία και πως, στην πραγματικότητα, αν δεν βρισκόμασταν στη Γαλλία αλλά στην Ουγγαρία (για ν’ αναφέρουμε ένα τυχαίο παράδειγμα), οι γυναίκες αυτές δε θα είχαν φύγει αρτιμελείς από την παραλία. Βέβαια, αν θέλουμε ν’ αποδείξουμε ντε και σώνει πως η δυτική Ευρώπη και δη η πρώην αποικιοκρατική Γαλλία συνιστούν προπύργια ρατσισμού, τότε όλα αυτά πρέπει να παραβλεφθούν.

            Όπως επίσης θα πρέπει να παραβλεφθεί και η κοινή λογική –η «κοινή ευπρέπεια» (common decency) του Τζωρτζ Όργουελ- που ορίζει ότι στοιχειώδης σεβασμός απέναντι στα θύματα των επιθέσεων της τελευταίας διετίας στη Γαλλία θα επέβαλλε σε αυτές τις γυναίκες είτε να μη φορέσουν το μπουρκίνι τους στο συγκεκριμένο σημείο είτε να πάνε για μπάνιο σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης. Πρόκειται για την ίδια λογική που ορίζει ότι οι αστυνομικοί του ΑΤ Εξαρχείων δε μπορούν να πάνε για μπύρες στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, δίπλα στην πλακέτα μνήμης του Α. Γρηγορόπουλου ή ότι ένας δεδηλωμένος ακροδεξιός, δε μπορεί πάει για καφέ στην καφετέρεια όπου καθόταν ο Παύλος Φύσσας με την κοπέλα του πριν δολοφονηθεί, φορώντας, μάλιστα, κάποια εθνοπατριωτικού περιεχομένου μπλούζα –έστω κι αν δεν είναι μέλος της Χρυσής Αυγής ή υποστηρικτής τέτοιων δολοφονικών ενεργειών. Απλά πράγματα. Το ότι Αριστερά και αναρχικοί –υποκρίνονται πως- δεν το αντιλαμβάνονται, δείχνει πως, προκειμένου να δικαιώσουν τις ιδεολογικές τους εμμονές, δε διστάζουν να καταφύγουν σ’ έναν ηθικά ουδέτερο –και στην πραγματικότητα μικροπρεπή- νομικισμό («καθένας έχει νομικά κατοχυρωμένο το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης»), παρά τις γενικές τους κορώνες ενάντια στους νόμους και τα συντάγματα που δεν είναι –σύμφωνα με τη θεωρία τους- παρά «εργαλεία στα χέρια της άρχουσας τάξης» και «προκάλυμμα της βούλησης των Κυριάρχων».

             Ο δημοκρατικός ρεπουμπλικανισμός

            Το έθνος, ως χαρακτηριστική πολιτική έκφραση της (δυτικής) νεωτερικότητας ενσαρκώνει μια βαθιά βλέψη αυτοκυβέρνησης της κοινωνίας, μιας και, όπως αναδύεται κατά τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα σε Αγγλία, ΗΠΑ και Γαλλία, συνιστά την προσπάθεια οργάνωσης μιας χώρας σε αυτοκυβερνώμενη πολιτική κοινότητα η οποία περιορίζει την αυθαιρεσία της βασιλικής εξουσίας ή και εκδιώκει πλήρως έναν απόλυτο μονάρχη που δεν έχει εκλεγεί από την ίδια (ένα από τα πρώτα μέτρα της Γαλλικής Επανάστασης, πριν ακόμη την καθαίρεση του Λουβοδίκου 16ου ήταν η αλλαγή του τίτλου του από «Βασιλιάς της Γαλλίας» σε «Βασιλιάς των Γάλλων»). Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, κάθε πολίτης συμμετέχει ενεργά στη ζωή του έθνους μιας και αναγνωρίζει ρητά και συνειδητά τον εαυτό του ως μέλος της μεγάλης πολιτικής κοινότητας που εκφράζεται διά των υφιστάμενων πολιτικών θεσμών κι όχι πλέον ως κάτοικο μιας τυχαίας εδαφικής επικράτειας ή απρόσωπης κρατικής οντότητας. Υπό αυτήν την έννοια, το έθνος-κράτος συνιστά τεράστια εξέλιξη σε σχέση με το μοντέλο του πολυεθνικού-αυτοκρατορικού κράτους εντός του οποίου ένας απόλυτος Άρχοντας κυριαρχεί επί μιας πανσπερμίας φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών των οποίων τα μέλη δεν έχουν τίποτε να τα συνέχει πέραν του αυταρχικού κράτους του Αυτοκράτορα, ζώντας σε ένα καθεστώς «συλλογικού ατομικισμού» (όπως έλεγε ο Τοκβίλ για τις διάφορες συντεχνίες υπό το γαλλικό Παλαιό Καθεστώς) που μας θυμίζει τη σημερινή κοινωνία των λόμπι.

            Συνιστά, αντίθετα, βασικό στοιχείο της δημοκρατικής επανάστασης η υπέρβαση κάθε τοπικισμού με σκοπό τη σύσταση μιας πολιτικής κοινότητας που βασίζεται σε κοινές αξίες και βλέψεις: «δηλώνουμε επίσημα ότι μη όντας ούτε Βρετόνοι ούτε Ανδεγανοί, αλλά Γάλλοι και πολίτες της ίδιας επικράτειας, παραιτούμαστε από όλα τα τοπικά και ειδικά προνόμιά μας, και τα απαρνούμαστε ως αντισυνταγματικά. Θεωρούμε τον εαυτό μας ευτυχή και περήφανο που είμαστε ελεύθεροι»[3] τόνιζαν το 1790, κατά τη Γαλλική Επανάσταση, οι ομόσπονδοι της Βρετάνης και του Ανζού, αποποιούμενοι των τοπικών προνομίων που τους αναγνώριζε ως τότε ο Βασιλιάς, ως αποτέλεσμα των παλιών φεουδαλικών –δηλαδή τοπικιστικών- παραδόσεων. Γάλλος, υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι αυτός που τρώει καμαμπέρ και φουά γκρα, πίνοντας κόκκινο κρασί, αλλά εκείνος που συντάσσεται με κάποιες βασικές πολιτειακές αρχές όπως, λ.χ., ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Δεδομένου ότι μιλάμε πλέον για πολυθρησκευτικές κοινωνίες, ποιο είναι το αντίστοιχο τούτης της εθελούσιας αποποίησης ενός κομματιού της πολιτιστικής ή τοπικής μας ιδιαίτερης ταυτότητας σε θρησκευτικό επίπεδο; Μα φυσικά η επιβολή ενός κοσμικού καθεστώτος, κατά το οποίο οι πολιτικοί θεσμοί είναι θρησκευτικά ουδέτεροι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στη Γαλλία η κοσμικότητα επιβάλλεται για πρώτη φορά από την Κομούνα των Παρισίων, το 1871, με στόχο να χτυπήσει την επιρροή της Καθολικής εκκλησίας.

            Στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής η διασφάλιση της κοσμικότητας είναι προτεραιότητα βαρύτερη από τον άκριτο σεβασμό της απρόσκοπτης έκφρασης της θρησκευτικής συνείδησης του καθενός ή των ατομικών δικαιωμάτων στην ελεύθερη μετακίνηση και στην προσωπική ελευθερία[4]. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια τόσο θεμελιώδης αξία της δημοκρατικής πολιτείας χρειάζεται το άτομο να επιβάλει ορισμένους περιορισμούς στα δικαιώματά του. Αυτή είναι η βασική αρχή της δημοκρατίας που τη διακρίνει από τον φιλελεύθερισμό, ο οποίος θεωρεί το άτομο βάση της κοινωνίας, τόσο από άποψη κοινωνιολογική όσο και από άποψη πολιτική κι έτσι δε μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την ύπαρξη παραχωρήσεων από πλευράς ατόμου. Θεμέλιο της δημοκρατίας, αντίθετα, δεν είναι ο απόλυτος και ιερός χαρακτήρας των ατομικών δικαιωμάτων αλλά η εξασφάλιση του δημόσιου αγαθού. Πράγμα που συνεπάγεται πως εντός της δημοκρατίας τα άτομα είναι πολίτες κι όχι ιδιώτες (για να θυμηθούμε τη θεμελιώδη διάκριση του Ρουσώ), δηλαδή εγωιστικά άτομα που προβάλλουν την υπεράσπιση της ατομικότητάς τους έναντι κάθε προσπάθειας διασφάλισης ευρύτερων συλλογικών αξιών ζωτικών για τη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας. Το δημοκρατικό άτομο είναι φορέας όχι μόνο αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων απέναντι στην κοινότητα και τους συμπολίτες του. Και σε περιπτώσεις πολυθρησκευτικών κοινωνιών βασική υποχρέωση είναι ένας στοιχειώδης αυτοπεριορισμός σε ό,τι αφορά στην επιδεικτική διατράνωση της θρησκευτικής μας πίστης[5]. Η γαλλική κοινωνία (με τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και στη συνέχεια την περιπετειώδη μοίρα του Εδίκτου της Νάντης) έμαθε πως ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η ειρηνική συμβίωση εντός μιας πολυθρησκευτικής κοινωνίας είναι να απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η θρησκεία από τη δημόσια σφαίρα. Όλα αυτά βέβαια φαντάζουν μάλλον ως «φασιστικά» στη σύγχρονη, μεταμοντέρνα και πολιτιστικά φιλελεύθερη Αριστερά (και τους ιδεολογικούς της ακολούθους, τους αναρχικούς) και γι’ αυτό διόλου τυχαίο δεν είναι που εν προκειμένω οι θέσεις της ταυτίζονται μ’ εκείνες της πολιτικά ουδέτερης και «ανθρωπινοδικαιωματικής» προσέγγισης της Διεθνούς Αμνηστίας.

            Η έμπρακτη πολιτιστική κριτική

            Το μέτρο της απαγόρευσης των θρησκευτικών συμβόλων κάθε είδους μέσα στα σχολεία μακράν του ν’ αποτελεί παράγοντα θρησκευτικής καταπίεσης συνιστά, αντιθέτως, μέτρο που απορρέει από αυτές τις αρχές κι έχει σκοπό να μάθει στα παιδιά τι σημαίνει θρησκευτική ουδετερότητα του πολιτεύματος. Δε νομίζουμε ότι έχουν σταματήσει οι νεαρές μουσουλμάνες να πηγαίνουν σχολείο επειδή αναγκάζονται, κατά τις ώρες που παραμένουν εντός του σχολείου, ν’ αφαιρούν τη μαντήλα τους (το λεγόμενο χιτζάμπ), τα γάντια τους και το νικάμπ τους (που καλύπτει το πρόσωπο) ή –συχνότερα- το κομμάτι τoυ τζιλμπάμπ που καλύπτει το κεφάλι τους. Ίσα ίσα μάλιστα: υπό μια έννοια αυτή η κατάσταση τους επιτρέπει ν’ απομυθοποιήσουν τη θρησκευτικά επιβαλλόμενη ανάγκη να εξαρτούν το πρόσημο της ηθικής τους υποστάθμης, ως προσωπικοτήτων, από την τήρηση ενός ηλίθιου εθίμου. Όποιος έχει συζητήσει με μαντηλοφορούσες ή ακόμη και μπουρκοφορούσες μαθήτριες στα περίφημη «προάστια» των γαλλικών πόλεων θα διαπιστώσει ότι δε νιώθουν δα και ακρωτηριασμένες όταν βγάζουν τη μαντήλα τους. Μεγαλύτερη σημασία δίνουν στην κατάσταση αυτή οι αριστεροί κι αναρχικοί αντιρατσιστές κι οι φεμινίστριες παρά οι ίδιες.

           Αυτό που έχει εκεί σημασία δεν είναι ν’ αναμασάς φεμινιστικά τσιτάτα περί «αυτοκαθορισμού του σώματός μας», καθώς αυτά, όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα πραγματικότητα –μιας και διόλου η γαλλική κοινωνία δεν καταπιέζει την προσωπική έκφραση τούτων των κοριτσιών, τα οποία μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στην προσωπική τους ζωή, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις χώρες καταγωγής τους∙ όπως θα δούμε παρακάτω, εξάλλου, το πρόβλημα σήμερα έχει να κάνει με το ότι, όλο και περισσότερο, οι κοπέλες αυτές ενδύονται τη μαντήλα από προσωπική επιλογή. Αυτό, αντίθετα, που έχει σημασία είναι η διαρκής προσπάθεια κριτικής στη θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στο Ισλάμ, το οποίο συνιστά και τη μόνη ζωντανή θρησκεία πλέον εντός του δυτικού κόσμου. Σημαίνει βαθειά και ριζική πολιτιστική κριτική της ισλαμικής ετερονομίας όπως επίσης, βέβαια, και κατάδειξη του βαθύ θεοκρατικού πυρήνα αυτής της θρησκείας και της διαχρονικής απουσίας προσπαθειών εκκοσμίκευσής της, με σκοπό την καταπολέμηση της τάσης του να επιβάλλεται στο σύνολο της καθημερινής ζωής του πιστού και της πιστής. Σημαίνει επίσης ριζική και ανοιχτή κριτική στις σχέσεις καραμπινάτης πατριαρχίας που αυτή η θρησκεία προωθεί, τόσο ανάμεσα στα φύλα όσο και ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Σημαίνει, εν ολίγοις, κατάδειξη της ριζικής ασυμβατότητας αυτής της θρησκείας με κάθε βλέψη ισότητας και ανθρώπινης χειραφέτησης, στο βαθμό που παραμένει ακόμα δόγμα θεοκρατικό, κλειστό στην αμφισβήτιση και την κριτική. Δε μπορεί από τη μια μεριά να πλειοδοτούμε ρητορικώς ενάντια στην Εξουσία και, από την άλλη, να κάνουμε τις κότες μπροστά σε τόσο κραυγαλέες μορφές μοντέλων κυριαρχίας που εντός της Δύσης έχουν ξεπεραστεί εδώ και πολλές δεκαετίες.

      Σε κάθε περίπτωση, η ουσιωδώς φιλελεύθερη και αντιαυταρχική κοσμοαντίληψη της σημερινής Αριστεράς και των αναρχικών τους κάνει ν’ αντιλαμβάνονται οποιονδήποτε περιορισμό της ελευθερίας του ατόμου ως «φασιστικό». Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για απαίτηση εθελούσιας αποποίησης ενός κομματιού της πολιτιστικής μας ταυτότητας προκειμένου να ενταχθούμε σ’ ένα ευρύτερο, κοινά αποδεκτό, αξιακό πλαίσιο. Εκεί η αυτιστική υπεράσπιση της «πολιτιστικής διαφοράς» ορθώνεται ως λάβαρο ενάντια σε κάποια υποτιθέμενη προσπάθεια καθυπόταξης των φτωχών μουσουλμάνων στη «δυτική κυρίαρχη κουλτούρα». Με αυτά τα μυαλά όμως, το μόνο που κάνουν –έστω ασυνείδητα- οι σύντροφοι αναρχοαριστεροί –συνεπικουρούμενοι πολύ συχνά από τις συντρόφισσες φεμινίστριες- είναι να υποβιβάζουν τους μουσουλμάνους και όποια άλλη μειονότητα σε πολίτες β’ κατηγορίας. Από τη στιγμή που δεν τους αναγνωρίζουν τις υποχρεώσεις που είναι ομοούσιες της ιδιότητας του δημοκρατικού πολίτη (ή ακόμα και του πολίτη μιας φιλελεύθερης ολιγαρχίας όπως οι σημερινές), αυτόματα τους κρατούν εκτός δημοκρατικής κοινότητας. Δεν τους θέλουν ενεργούς πολίτες μιας δημοκρατικής πολιτείας, αλλά προστατευόμενα είδη σ’ ένα είδος ανθρωπολογικού ζωολογικού κήπου, αφημένους στα γκέτο τους να χαίρονται την «πολιτιστική διαφορά» τους, αποκομμένοι από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Ενώ κάποτε διεθνισμός σήμαινε την ένωση όλων πάνω από τις φυλετικές, θρησκευτικές και έμφυλες διαφορές μας με σκοπό τον κοινό αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη, σήμερα ως «διεθνισμός» λογίζεται η πολυπολιτισμική προώθηση του συλλογικού αυτισμού της κοινωνίας των λόμπι (και των ζόμπι).

Ισλαμικός επεκτατισμός εν καιρώ ειρήνης

Σήμερα, καθώς το Ισλάμ επεκτείνεται διεθνώς και, με τη δυναμική που του προσδίδουν ο ισλαμισμός και τα πετροδολάρια, κατορθώνει να «εξισλαμίζει» τις κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δομές των χωρών υποδοχής. H προβληματική της μεταρρύθμισής του προκειμένου να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή δεν τίθεται καν. Η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι ακριβώς οι εν λόγω χώρες υποδοχής θα πρέπει να μεταρρυθμιστούν ώστε να προσαρμοστούν στις αξίες και στους κανόνες του Ισλάμ.

 

Μπουαλέμ Σανσάλ

      Το αν, ως αντίσταση απέναντι στις τάσεις που ευνοούν και επικυρώνουν αυτές οι απόψεις, θα φτάσουμε ως του σημείου να ξεπεράσουμε την απλή πολιτιστική κριτική και να περάσουμε στην υπεράσπιση αντίθετης έμπνευσης πολιτικών άνωθεν επιβεβλημένων, από ένα (συνταγματικό μεν και φιλελεύθερο σε γενικές γραμμές) γραφειοκρατικό κράτος, αποτελεί θέμα μεγάλης συζήτησης, μιας και δε ζούμε στη δημοκρατική πολιτεία για την οποία μιλήσαμε παραπάνω (ας σημειωθεί ειρήσθω εν παρόδω, πως κανείς απ’ όσους ασκούν κριτική στην απόφαση απαγόρευσης του μπουρκίνι δε σχολιάζει πως αυτή, με τον κωμικό της χαρακτήρα, γελοιοποίησε τις αξίες της κοσμικότητας, προς μεγάλη ευχαρίστηση των αντιπάλων της). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όμως, ότι αυτή η τάση θα πρέπει να συναντήσει κάποια αντίσταση, διότι, αν αφεθεί όχι μόνο ελεύθερη αλλά κι ευνοούμενη διαρκώς από τους εκάστοτε εγχώριους ιεροκήρυκες της πολυπολιτισμικότητας στο όνομα του «σεβασμού της πολιτιστικής διαφοράς», θα συνεχίζει να επιβάλλεται μέχρι να κυριαρχήσει κατά το δυνατόν τη δημόσια σφαίρα. Έχουμε εδώ να κάνουμε μ’ ένα φαινόμενο που δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε: τη βαθιά επεκτατική φύση του σύγχρονου Ισλάμ, έστω σε επίπεδο «ειρηνικής» επιβολής σε επίπεδο παρουσίας στη δημόσια σφαίρα εντός μη μουσουλμανικών χωρών με σημαντικό ποσοστό μουσουλμάνων πολιτών ή μεταναστών. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό που επιδιώκουν σιωπηλά πλην όμως σταθερά οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας δεν είναι μόνο να επιβάλουν τη δημόσια παρουσία τους με διάφορους τρόπους (με πίεση για περιορισμό της ελευθερίας του λόγου σε ό,τι έχει να κάνει με την κριτική στο Ισλάμ, διατήρηση από πλευράς πιστών πολύ έντονων και επιδεικτικών θρησκευτικών ενδυμάτων που στις υπόλοιπες θρησκείες φορούν στην καλύτερη περίπτωση μόνον οι ιερείς κ.ο.κ.) ούτε απλώς να κερδίσουν δικαιώματα και εγγυήσεις από το κράτος ως ένα ακόμη από τα θρησκευτικά λόμπι της χώρας (όπως οι Καθολικοί ή οι Εβραίοι) –αυτό που επιδιώκουν είναι να επιβάλουν μακροπρόθεσμα τις απόψεις τους εντός τομέων του ίδιου του κράτους, με πολύ χαρακτηριστικό αυτόν της δημόσιας εκπαίδευσης.

      Ας υποθέσουμε, χάριν της κουβέντας, πως πράγματι, η γαλλική δημόσια εκπαίδευση αλλά και η νομοθεσία, γενικότερα, στιγματίζει τους μουσουλμάνους και δη τις γυναίκες («Οι απαγορεύσεις των μπουρκίνι είναι τα τελευταία σε μια σειρά περιοριστικά νομοθετικά μέτρα ενάντια στην πολιτιστική ή θρησκευτική ενδυμασία στη Γαλλία. Το 2004, ο νόμος για τα θρησκευτικά σύμβολα απαγόρευσε κάθε εμφανές θρησκευτικό σύμβολο στα δημόσια σχολεία. Το 2011, ένας νόμος απαγόρευσε την απόκρυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους. Αυτοί οι νόμοι συνιστούν έμμεσα διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμάνων γυναικών» σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, π.χ.)[6]. Αν λοιπόν κάποιος νιώθει πως αποκλείεται, μπορεί να επιλέξει τη λύση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η οποία είναι αρκετά φθηνή και προσιτή στη Γαλλία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα ιδιωτικά σχολεία είναι, στην πλειονότητά τους, θρησκευτικά σχολεία (Καθολικά, εβραϊκά, μουσουλμανικά). Τα ιδρύματα αυτά λαμβάνουν χρηματοδότηση από το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση, που πληρώνουν, μεταξύ άλλων, και τους μισθούς των καθηγητών, αν έχουν υπογράψει σχετικό συμβόλαιο συνεργασίας με το κράτος. Το σύνολο σχεδόν των ιδιωτικών σχολείων στη Γαλλία εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία και το ποσοστό της γαλλικής μαθητιώσας νεολαίας που απευθύνεται στην ιδιωτική εκπαίδευση κυμαίνεται γύρω στο 17% του συνόλου. Η συντριπτική πλειονότητα των ιδιωτικών σχολείων είναι Καθολικά σχολεία (για το 2014 είχαμε 9000 Καθολικά σχολεία –με 2 εκατ. μαθητές- έναντι 280 εβραϊκών –με 30.000 μαθητές- και μόλις 20 μουσουλμανικών -με 2000 μαθητές). Δεδομένου πως από καιρό δεν υπάρχει πλέον πραγματική, κατηχητικού και θεολογικού τύπου Καθολική εκπαίδευση στη Γαλλία, οι περισσότεροι γονείς που εγγράφουν τα παιδιά τους σε Καθολικά σχολεία το κάνουν για εκπαιδευτικούς ή κοινωνικούς κι όχι θρησκευτικούς λόγους (δεν γίνονται συχνές απεργίες, το περιβάλλον είναι πιο αυστηρό και συχνά αστικό κ.λπ.), πράγμα που, αντίθετα, συμβαίνει με τις άλλες δύο κατηγορίες σχολείων[7]. Γιατί όμως υπάρχουν τόσο λίγα μουσουλμανικά σχολεία; Μήπως τελικά οι μουσουλμάνοι μαθητές και γονείς δε νιώθουν τόσο «αποκλεισμένοι»; Προφανώς, αλλά δεν είναι μόνο αυτό: σε αντίθεση με τους εβραίους γονείς, οι μουσουλμάνοι ομόλογοί τους προτιμούν να κρατήσουν το παιδί τους στη δημόσια εκπαίδευση, πιέζοντας, παράλληλα για την υιοθέτηση φιλικών προς τη θρησκευτική του ταυτότητα πρακτικών (όπως η περίληψη γευμάτων «χαλάλ» ή ο αποκλεισμός του χοιρινού από το μενού των σχολικών καντινών, η ντε φάκτο αναγνώριση του δικαιώματος δικαιολόγησης απουσιών λόγω «θρησκευτικής εορτής» κ.λπ.).

      Η Αριστερά, φυσικά, σιγοντάρει σταθερά αυτή τη στρατηγική υπονόμευσης του κοσμικού κράτους στο όνομα του αντιρατσισμού. Κι έτσι συγκαλύπτει, για παράδειγμα, την προσπάθεια σταδιακής αλλοίωσης του χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης στη Γαλλία, που υπακούει σε μια πιο επιθετική στρατηγική και η οποία βρίσκει ενα συγκυριακό, αλλά ισχυρό, πολιτικό σύμμαχο στην τωρινή κυβέρνηση των Σοσιαλιστών. Η μεταρρύθμιση του Γυμνασίου που ισχύει από τη φετινή χρονιά εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς τη στρατηγική: Η χαρακτηριστικότερη των αλλαγών είναι εκείνη της ύλης του μαθήματος της «Ιστορίας-Γεωγραφίας» που καθιστά πλέον την διδαχή του μεσαιωνικού χριστιανισμού, της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού προαιρετική, ενώ την ίδια στιγμή καθιστά υποχρεωτική τη διδαχή του Ισλάμ όπως επίσης και της ιστορίας της ευρωπαϊκής Απολυταρχίας και αποικιοκρατίας. Έτσι, η ιστορία των απελευθερωτικών ιδεών και κινημάτων –με την εξαίρεση της Γαλλικής Επανάστασης η οποία, για προφανείς εθνικούς λόγους, δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται στην υποχρεωτική ύλη (σε αντίθεση με την Αμερικανική!)- αποσιωπάται και η αυτενοχοποίηση των γηγενών Ευρωπαίων ενισχύεται, μιας κι η δυτική ιστορία παρουσιάζεται μόνο βάσει των σκοτεινών πλευρών της[8]. Είναι βέβαια προφανές ότι έτσι κάθε συνεκτική γνωση της ευρωπαϊκής –και δυτικής, γενικότερα- ιστορίας καθίσταται αδύνατη.  Με άλλα λόγια, οι ισλαμιστές προωθούν σιωπηρά τα σχέδιά τους, η νεοφιλελεύθερη ολιγαρχία διαλύει την εκπαίδευση και αποβλακώνει ακόμα περισσότερο τους λαούς, ενώ η πολυπολιτισμική Αριστερά σιγοντάρει και τους δύο δίχως ίχνος ντροπής.

            Ενάντια στην εθελοδουλεία και την αποβλάκωση

       Ύστατη γραμμή άμυνας της πολυπολιτισμικής θέσης, εξειδικευμένης στο ζήτημα του μπουρκίνι, συνιστά το εξής επιχείρημα: «υποχρεώνοντας αυτές τις γυναίκες να βγάλουν τη μπούρκα όχι μόνο δεν τις βοηθάς να κάνουν ένα βήμα προς την απελευθέρωσή τους αλλά, όλως αντιθέτως, τις αναγκάζεις να περιορίσουν ακόμη περισσότερο την όποια ελευθερία κίνησης συνεχίζουν ακόμη ν’ απολαμβάνουν, μιας και είναι ακριβώς χάρις σε αυτή τη συντηρητική περιβολή που ο συντηρητικός τους περίγυρος τους επιτρέπει ακόμη να κυκλοφορούν». Πρόκειται για ένα επιχείρημα που βασίζεται σε έλλειψη γνώσης βασικών κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών δεδομένων, με θεμελιωδέστερο εκ των οποίων το εξής: συνιστά γενική σταθερά η διαπίστωση ότι τόσο μέσα στις μουσουλμανικές κοινωνίες όσο κι εντός των μουσουλμάνων της Δύσης παρατηρείται ένα βαθύ πισωγύρισμα τα τελευταία είκοσι χρόνια –χονδρικά- σε ό,τι αφορά στη σχέση αυτών των πληθυσμών με τη θρησκεία. Με την υποχώρηση των αραβικών εθνικισμών και την επάνοδο του ισλαμισμού, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’70, τα όποια σπέρματα εκκοσμίκευσης μπόλιασαν –βάσει της επιρροής δυτικών ιδεολογιών- αυτές τις κοινωνίες, δείχνουν να έχουν πλέον χαθεί. Σε ό,τι εν προκειμένω μας αφορά, αυτή η τάση εκφράζεται μέσα από μια επιστροφή των μουσουλμάνων γυναικών σε πολύ πιο συντηρητικές μορφές ενδυμασίας αλλά και ηθών γενικότερα. Και υπό αυτήν την άποψη, ένα πολύ μεγάλο μέρων των νέων γυναικών (ας πούμε ως τα 40) που φορούν διάφορες εκδοχές μαντήλας (του μπουρκίνι συμπεριλαμβανομένου) δεν το κάνουν ως αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης –μιας και συχνά οι γονείς τους είναι λιγότερο θρησκευόμενοι από αυτές- αλλά ως αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής.

     Πράγμα που συνεπάγεται ότι οι γυναίκες που επιλέγουν να φορέσουν το μπουρκίνι δεν είναι απαραίτητα τίποτε καταπιεσμένα θύματα όπως αρέσκεται να τις παρουσιάζει η Αριστερά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δημιουργός του μπουρκίνι, η αυστραλή, λιβανέζικης καταγωγής Aheda Zanetti, το παρουσιάζει καθαρά ως ατομική επιλογή, εξηγώντας πως οδηγήθηκε στην ανακάλυψή της αναζητώντας εναν τρόπο να εξυπηρετήσει «γυναίκες που ήθελαν να πάνε για μπάνιο παραμένοντας σεμνές». Σε ανάλογο ύφος, η νεοζηλανδή σχεδιάστρια μαγιώ, Carena West, που περιέλαβε σε μια από τις επιδείξεις της μια μπουρκινοειδή αμφίεση (βλ. την εικόνα του ποστ μας, παρακάτω), δήλωσε σχετικά πως «το τι φοράς, είναι προσωπική επιλογή». Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η πρόεδρος του συλλόγου που είχε προγραμματίσει να διοργανώσει εκείνη την περίφημη «ημέρα-μπουρκίνι» στη Μασσαλία, ανακινώντας ουσιαστικά το όλο ζήτημα, είναι μια τριαντατριάχρονη λευκή γαλλίδα προσύλητος στο Ισλάμ, ονόματι Melissa Thivet. Η περίφημη δε φωτογραφία με τους δημοτικούς αστυνομικούς της Νίκαιας να αναγκάζουν μια μπουρκινοφορούσα (ή και απλώς μαντηλοφορούσσα, μιας και κι η φωτογραφία δεν είναι σαφής) γυναίκα ν’ απεκδυθεί του αμαρτωλού ιματίου της, η οποία έχει γίνει σημαία της φιλομπουρκινικής σταυροφορίας της Αριστεράς, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει το αριστερό αυτό «θυματικό» σενάριο, αλλά το ανατρέπει ριζικά: είναι δυνατόν να μιλάμε για συντηρητικές και καταπιεσμένες απ’ τον περίγυρό τους γυναίκες, όταν τις βλέπουμε να πηγαίνουν μόνες κι «ασυνόδευτες» για μπάνιο σε μια παραλία γεμάτη από ελαχίστως καλυμμένα ανδρικά και γυναικεία σώματα απίστων; Ως γνωστόν, σύμφωνα με τους περισσότερους σημερινούς ιμάμηδες, το «μεικτό» μπάνιο, δηλαδή η συνέυρεση ανδρών και γυναικών στη θάλασσα, δεν είναι συμβατή με το Ισλάμ και γι’ αυτό έχουν κατά καιρούς προκύψει τα γνωστά θέματα με τον μεικτό χαρακτήρα των δημόσιων κολυμβητηρίων στη Γαλλία, ο οποίος έχει συχνά θεωρηθεί ρατσιστικός ενάντια στις μουσουλμάνες[9].

     Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις που αντιστοιχούν στο αριστερό σενάριο. Πιστεύουμε, εντούτοις, ότι δεν αποτελούν την πλειονότητα, η οποία, αντίθετα, φορά το μπουρκίνι ως προσωπική επιλογή, στα πλαίσια μιας ταυτοτικής αναδίπλωσης με βαθιά κοινωνικά και ανθρωπολογικά αίτια, τα οποία δε μπορούμε ν’ αναλύσουμε εδώ. Άλλωστε, ακόμα και στην περίπτωση των γυναικών που καταφεύγουν σε αυτή τη λύση προκειμένου να ξεφύγουν από τον κοινωνικό έλεγχο, δε θα πρέπει εμείς, ως αριστεροί, αναρχικοί, φεμινίστριες κ.ο.κ. να προτείνουμε την «αντίσταση» στις καταπιεστικές νόρμες; Οι γυναίκες εντός της Δύσης –αλλά ακόμη και στην Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογιών- πώς απελευθερώθηκαν; Γιατί δε βλέπουμε έναν ανάλογο καθημερινό πόλεμο, στο σπίτι, στο κρεβάτι, στη γειτονιά, από πλευράς μουσουλμάνων γυναικών; Και γιατί δε θα πρέπει ν’ απαιτούμε κάτι αναλογο από αυτές, δεδομένου, μάλιστα, πως μιλάμε για μουσουλμάνες γεννημένες εντός Δύσης κι όχι σε τίποτε χωριά του Μαγκρέμπ, της ανατολικής Τουρκίας ή του Αφγανιστάν, οι οποίες έχουν, ως εκ τούτου, πλήθος διαφορετικών προσλαμβανουσών αλλά και δυνατοτήτων απόδρασης από το παραδοσιοκρατικό τους οικογενειακό περιβάλλον (από τη σύναψη ερωτικών σχέσεων με μη μουσουλμάνους μέχρι την προσφυγή σε φεμινιστικές οργανώσεις ή άλλες ΜΚΟ, στις αρχές ή σε κοινωνικούς λειτουργούς σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας κ.λπ.); Είναι σάμπως υποδεέστερες από τις Δυτικές, τούτες οι γυναίκες, και ως εκ τούτου ανίκανες ν’ απελευθερωθούν άρα θα πρέπει εμείς να καταφεύγουμε σε φιλανθρωπικού και πατερναλιστικού τύπου προσεγγίσεις, του είδους «τουλάχιστον με το μπουρκίνι μπορούν να πηγαίνουν για μπάνιο»; Οι λαλίστατοι, κατά τα άλλα, δοξολογητές των «αντιστάσεων» αναρχικοί αλλά και οι φεμινίστριες που βάλλουν διαρκώς «ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις» γιατί εν προκειμένω ταλαντεύονται μεταξύ αμηχανίας και μουγγαμάρας[10]; Μήπως επειδή ο ιδεολογικός αντιρατσισμός αυτών των πολιτικών χώρων έχει διαβρώσει τη στοιχειώδη κοινή λογική, οδηγώντας σε τοποθετήσεις του είδους «δε μπορείς να λες σε κάποιον που προέρχεται από μια διαφορετική από τη δικιά σου κουλτούρα τι θα κάνει»; Έτσι παραβλέπουμε ότι η ένταξη των μουσουλμάνων γυναικών σε ένα καθεστώς εκκοσμίκευσης και η προσαρμογή, γενικότερα, σε κοινωνικές συνθήκες ισότιμης αναγνώρισης των δύο φύλων δε σημαίνει απαραίτητα και αναγκαστικά κάποια αποποίηση ή εγκατάλειψη της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας ή της όποιας «διαφορετικότητας», παρά μόνον αποποίηση και εγκατάληψη των ετερόνομων και καθαρά αλλοτριωτικών πλευρών των τελευταίων, τις οποίες βέβαια κάθε συνεπές χειραφετητικό κίνημα καλείται να τις πολεμάει διαχρονικά.

      Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι το μπουρκίνι συνιστά μια άκρως αποκρουστική σύνθεση των χειρότερων στοιχείων της ισλαμικής θρησκείας, από τη μια μεριά, και της δυτικής κουλτούρας της κατανάλωσης, από την αλλη, ως κομμάτι της αυξανόμενης αγοράς «χαλάλ» προϊόντων διά της κατανάλωσης των οποίων προσπαθεί ο μέσος μουσουλμάνος να συμβιβάσει την πίστη του με τη βαθειά προσχώρηση σε ό,τι χειρότερο έχει να του προσφέρει η κατά τα άλλα μυαρή, άπιστη και βδελυρή Δύση (κατανάλωση, λατρεία του πλούτου κ.λπ.). Κατά συνέπεια, με το να υπερασπίζεται τόσο σθεναρά η πολυπολιτισμική και ιδεολογικώς αντιρατσιστική, χίπστερ Αριστερά –με πρώτες και καλύτερες τις φεμινίστριες- το δικαίωμα στην προσωπική επιλογή του να φοράς μπουρκίνι, το μόνο που κάνει στην πραγματικότητα είναι να υπερασπίζεται το δικαίωμα όχι απλώς στην εθελοδουλεία μα και στην καταναλωτική αποβλάκωση.

      Δυστυχώς, διόλου δεν φαίνεται ν’ απασχολούν την ευρύτερη Αριστερά αυτά τα ζητήματα. Η συζήτηση για το μπουρκίνι περιορίζεται στο εάν καλώς ή κακώς απαγορεύτηκε, αντί να ξεπερνάει το προφανές της γελοιότητας ενός τέτοιου νομοθετήματος και να καταπιάνεται με το πολύ πιο ουσιώδες θέμα, στο οποίο και θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μας, να προσανατολίζεται η κουβέντα: είμαστε υπέρ ή κατά του μπουρκινιού ως πολιτιστική επιλογή ορισμένων ευρωπαίων γυναικών; Είμαστε υπέρ της θρησκευτικής αναδίπλωσης των ανθρώπων, έστω στο όνομα της ταυτοτικής ανασφάλειας και του κενού νοήματος; Είμαστε υπέρ της εθελούσιας και διόλου καταπιεστικής πολλές φορές συντήρησης της ανισότητας μεταξύ των φύλων; Ποια θα πρέπει να είναι η στάση μας όταν οι άνθρωποι επιλέγουν, υπό την ιδεολογική καθοδήγηση της θρησκείας, να θεωρούν τις θέσεις της γυναίκας και του άντρα φύσει άνισες, επιτρέποντας, εν προκειμένω, στον άντρα να δείχνει τη σάρκα του σώματός του, ενώ στη γυναίκα όχι; Πόσο μακριά είναι οι εποχές όπου οι γυναίκες θεωρούσαν φυσικό και αυτονόητο οι άντρες να «μπερμπαντίζουν» και οι ίδιες να κάθονται σπίτι φροντίζοντας το νοικοκυριό- γυναίκες που μεγάλωναν τις κόρες και τους γιούς ενσταλλάζοντάς τους, με θέρμη, τα ίδια ακριβώς πρότυπα; Ξεχνάμε, άραγε, τόσο εύκολα ότι η συντήρηση και η αναπαραγωγή της κοινωνικής ανισότητας τις περισσότερες φορές γίνεται με τη βαθειά συγκατάθεση, εάν όχι με την ενεργή συμμετοχή, των ιεραρχικά κατώτερων;

burkini

[1] Βλ. την ανάλυσή μας σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο Ολάντ αναγκάστηκε να πάρει πίσω την πρότασή του για ένταξη της δυνατότητας επ’ αόριστον επιμήκυνσης της κατάστασης εκτάκτου ενάγκης στο Σύνταγμα της χώρας: «Εντιτόριαλ», Πρόταγμα, τ. 9, Ιούλιος, 2016, σσ. 31-32.

[2] Πρόκειται για επεισόδιο που προκλήθηκε στην βόρεια Κορσική στις 13 Αυγούστου, αρχικά στον παραθεριστικό οικισμό του Σισκό (δίπλα στη Μπαστιά) κι εν συνεχεία στην ίδια τη Μπαστιά, όταν μουσουλμάνοι γονείς επιτέθηκαν σε μη μουσουλμάνους λουόμενους με αφορμή το γεγονός ότι ορισμένα παιδιά έβγαλαν φωτογραφίες κάποιες μουσουλμάνες που φορούσαν μπουρκίνι. Σύμφωνα με πληροφορίες υπήρξαν τραυματισμοί, μιας και ορισμένοι από τους μουσουλμάνους χρησιμοποίησαν μια ματσέτα κατά την επίθεσή τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να οργανωθεί διαδήλωση από εθνικιστές Κορσικανούς μέσα στο Λουπινό, μια λαϊκή συνοικία της Μπαστιά με πολλούς άραβες κατοίκους (με συνθήματα «Στα όπλα!», «Εδώ είμαστε στο σπίτι μας!» κ.λπ.), την οποία τελικά εμπόδισε η αστυνομία. Τελικά οι αρχές ισχυρίστηκαν πως δεν επρόκειτο για περιστατικό με θρησκευτικές διαστάσεις αλλά για σύγκρουση μεταξύ τουριστών/ντόπιων Κορσικανών και προαστιακής νεολαίας (δηλαδή κατά κανόνα, εν προκειμένω, Αράβων) με άλλη αφορμή.

[3] Φ. Φυρέ, Ντ. Ρισέ, Η Γαλλική Επανάσταση, μτφρ. Η. Αθανασιάδης, Β. Μαργώνη, Αθήνα, Εστία, 1997, σ. 137.

[4] Η ακυρωτική της απαγόρευσης απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας κάνει λόγο για «θεμελιώδεις ελευθερίες (libertés fondamentales)» όπως η «ελευθερία της μετακίνησης (liberté daller et venir)» και «η προσωπική ελευθερία (liberté personnelle)» μεταξύ άλλων.

[5] Είναι χαρακτηριστικό, επί παραδείγματι, ότι στη Γαλλία έχει σχεδόν αρχίσει να στιγματίζεται η αθεΐα εντός ορισμένων χώρων. Σε σχολεία με μεγάλα ποσοστά μουσουλμάνων μαθητών είναι όλο και πιο δύσκολο να μιλήσει κανείς δημόσια ενάντια στη θρησκεία μιας και θεωρείται εξ υπαρχής αυτονόητο πως κάθε άτομο είναι θρησκευόμενο, ακόμη κι αν δεν πιστεύει στο Ισλάμ. Είναι επίσης χαρακτηριστική η αντίθεση μεταξύ της πλήρους παρακμής του Καθολικισμού (με τα ποσοστά εκκλησιασμού σε διαρκή πτώση, την εξαφάνιση της κατήχησης κ.λπ.) και των φιλελεύθερων ηθών των γάλλων εβραίων, από τη μια μεριά, και της σταθερής συντηρητικοποίησης των μουσουλμάνων, από την άλλη.

[6] Προφανώς αυτή η λανθασμένη εντύπωση δίνεται από το γεγονός πως οι μοσουλμάνοι μαθητές είναι αυτοί που πρέπει να κάνουν τις μεγαλύτερες παραχωρήσεις βάσει του σχετικού νόμου. Αυτό όμως δε συμβαίνει ως αποτέλεσμα κάποιας υποτιθέμενης μεροληπτικότητας του γαλλικού κράτους εναντίον τους, αλλά, όλως αντιθέτως, εξαιτίας του γεγονότος πως συνιστούν τη λιγότερο εκκοσμικευμένη θρησκεία, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν ακόμη φορώντας τα πιο επιδεικτικά σύμβολα της πίστης τους. Ο Καθολικός μαθητής στην πιο ακραία περίπτωση πρέπει να κρύψει κάποιο μενταγιόν μ’ ένα σταυρό και ο εβραίος συμμαθητής του ένα αντίστοιχο μενταγιόν με το αστέρι του Δαυίδ ή να αφαιρέσει την παραδοσιακή κιπά. Αντίθετα μια μουσουλμάνα μαθήτρια ενδέχεται να χρειαστεί να βγάλει το κεφαλομάντηλό της, τα γάντια της, το νικάμπ της (που καλύπτει κεφάλι και πρόσωπο), το χιτζάμπ ή το άνω μέρος του τζιλμπάμπ της κ.λπ. Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση με το νόμο που απαγορεύει την κυκλοφορία με το πρόσωπο πλήρως καλυμένο: οι μόνοι που θίγονται από αυτό το γαλλικό αντίστοιχο του «κουκουλονόμου» είναι οι γυναίκες που φορούν μπούρκα, τα μέλη του μπλακ μπλοκ και πιθανώς διάφοροι επαγγελματίες δολοφόνοι κ.λπ. Κανένας άλλος δεν κυκλοφορεί με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του.

[7] Στοιχεία σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης μπορεί να βρει ο γαλλόφωνος αναγνώστης στο άρθρο του F. Vahnée, « Financement publique de l’enseignement privé, l’omerta continue ».

[8] Καθώς η ίδια τάση ακολουθείται και ως προς την ιστορία του 20ού αιώνα: υποχρεωτική η θεματική «Η Ευρώπη μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού» όπως κι η αντίστοιχη η σχετική με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις γενοκτονίες Εβραίων και Τσιγγάνων, αλλά προεραιτικές οι θεματικές οι σχετικές με τα καλλιτεχνικά, επιστημονικά και πολιτιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου αλλά και τον αγώνα των γυναικών για τη βελτίωση της θέσης τους μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Ο γαλλομαθής αναγνώσης μπορεί ν’ αναστρέξει στη σχετική εγκύκλιο του υπουργείου. Ο πίνακας με τη διδακτέα ύλη βρίσκεται στη σελίδα 40.

[9] Όπως άλλωστε μας υπενθυμίζει ο Canard Enchaîné, σε άρθρο του βασισμένο σε έρευνα των σχετικών συζητήσεων σε μουσουλμανικά ηλεκτρονικά φόρα της Γαλλίας («Une toilette pas vraiment halal », Le Canard Enchaîné, 24/8/2016), διάφορες σύγχρονες ισλαμικές αυθεντίες επιμένουν στο γεγονός ότι, τόσο το μπουρκίνι (του οποίου το κάτω μέρος αποτελείται από ένα κολλάν) όσο και η πραγματική μπούρκα όταν βρέχεται, τονίζουν το σχήμα των γλουτών και των γαμπών των γυναικών, πράγμα εξίσου βλάσφημο με τη γύμνια, όταν συμβαίνει παρουσία τρίτων και δη ετερόφυλων. Εν τέλει ο μόνος αρμόζων τρόπος για να πάει κανείς στη θάλασσα είναι να βρει μια έρημη παραλία. Ειδικά στην περίπτωση των γυναικών, θα πρέπει αυτές να συνοδεύονται από τον άντρα, τον πατέρα ή τον αδερφό τους, οι οποίοι θα τις προστατεύουν από αδιάκριτα βλέμματα πιθανών λουόμενων που ενδεχομένως να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια του μπάνιου (όπως παρατηρεί μια σχολιάστρια σε μια μαροκινή ιστοσελίδα που παραθέτει το αναφερόμενο άρθρο, «Πέρσι το καλοκαίρι ο πατέρας μου κράταγε σκοπιά με τη μαγκούρα του. Είχε πλάκα!»). Είναι προφανές ότι, βάσει αυτής της κατάστασης, δεν είναι περίεργη ή υπερβολική η αρχική ερμηνεία που δόθηκε στις συγκρούσεις που προκλήθηκαν στα μέσα του μήνα στη βόρεια Κορσική (βλ. παραπάνω).

[10] Όπως και σε πρακτικό επίπεδο συμβαίνει τον τελευταίο καιρό σε ελληνικές παραλίες όπου έχουν εμφανιστεί γυναίκες με μπούρκα.

Posted in Uncategorized | 7 Σχόλια