O φεμινισμός στην εποχή του μεταμοντερνισμού

*Απόσπασμα από το κείμενο της Έλεν Πλάκροουζ «Γιατί δεν με θεωρώ πια φεμινίστρια», από το 12ο τεύχος του Προτάγματος

Από τη δεκαετία του ’80, άρχισε να διαμορφώνεται μια εσωτερική κριτική στον φιλελεύθερο φεμινισμό. Ο τελευταίος κατηγορήθηκε στο σύνολό του ότι δεν αναγνώρισε τα επιπρόσθετα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Μαύρες και ασιατικής καταγωγής γυναίκες ή οι λεσβίες, και ότι είχε επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο στα προβλήματα της μεσαίας τάξης. Επρόκειτο για βάσιμες επικρίσεις στις οποίες καλούμασταν ν’ απαντήσουμε ιεραρχώντας εκ νέου τις προτεραιότητές μας. Πολλές φιλελεύθερες φεμινίστριες άρχισαν, έτσι, να στρέφουν την προσοχή τους στα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ή να τονίζουν τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που ζουν σε κοινότητες προσκολλημένες σε καταπιεστικές και πατριαρχικές θρησκείες σαν το Ισλάμ, όπως η άσκηση βίας ή ακόμη κι ο ακρωτηριασμός των γεννητικών τους οργάνων για τη δήθεν προστασία της «τιμής» τους. Όλα αυτά λάμβαναν χώρα στο πλαίσιο ενός οικουμενικού φιλελεύθερου φεμινισμού που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Εκείνη όμως τη δεκαετία αρχίζει εντός των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών μια μετατόπιση προς τον μεταμοντερνισμό, η οποία σταδιακά επηρέασε και τον φεμινισμό. Κάπως έτσι εμφανίζεται λοιπόν η λεγόμενη διαθεματικότητα (intersectionality)[1].

Οι άνθρωποι συχνά δεν έχουν σαφή αντίληψη ούτε για το τι είναι ο μεταμοντερνισμός ούτε και για τη σχέση του με τον φεμινισμό. Πολύ απλουστευτικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια θεωρητική στροφή, εντός του ακαδημαϊκού χώρου, στην οποία πρωτοστάτησαν οι Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ και Ζαν Μπωντριγιάρ. Η νέα αυτή αντίληψη δεν θεωρούσε μόνο ανέφικτη την απόκτηση αξιόπιστης γνώσης αλλά ισχυριζόταν επιπλέον ότι το ίδιο το νόημα και η πραγματικότητα είχαν καταρρεύσει. Ο μεταμοντερνισμός απέρριψε τα συνολικά, γενικής ισχύος ερμηνευτικά σχήματα (μετα-αφηγήσεις) όπως η θρησκεία και η επιστήμη, αντικαθιστώντας τα με υποκειμενικές, σχετικιστικές αποτιμήσεις (μικρο-αφηγήσεις) των εμπειριών ενός ατόμου ή μιας πολιτισμικής υπο-ομάδας. Αυτές οι ιδέες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, τροφοδοτώντας τόσο την τέχνη όσο και την κοινωνική «θεωρία». Έτσι οι οικουμενικές αξίες του φιλελευθερισμού, η επιστημονική μέθοδος και η χρήση της λογικής και της κριτικής σκέψης απορρίφθηκαν ως μέσα καθορισμού της αλήθειας και της ηθικής. Κάθε άτομο θα μπορούσε πλέον να έχει τη δική του αλήθεια όχι μόνο σε ηθικό αλλά και σε επιστημολογικό επίπεδο. Η έκφραση «Για μένα είναι αλήθεια» συμπυκνώνει το ήθος του μεταμοντερνισμού. Για να ισχυριστεί κανείς ότι κάτι είναι αντικειμενικά αληθές (ανεξάρτητα από το πόσο καλά αποδεικνύεται), θα πρέπει να προτείνει μια μετα-αφήγηση και να «αγνοήσει» τις αντίθετες απόψεις, κάτι που πλέον φαντάζει καταπιεστικό (ακόμα και στην περίπτωση που οι αντίθετες απόψεις είναι εντελώς ασυνάρτητες). Μάλιστα, προκειμένου να στιγματιστεί αρνητικά η άποψη ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πειράματα είναι ο βέλτιστος τρόπος κατάκτησης της αλήθειας, κατασκευάστηκε ο όρος «επιστημονισμός».

Στην ακμή του, ο μεταμοντερνισμός ως καλλιτεχνικό κίνημα παρήγαγε μια μη-αφηγηματική λογοτεχνία χωρίς πλοκή, ενώ παρουσίασε ακόμη και ουρητήρια ως τέχνη[2]. Στην κοινωνική θεωρία οι μεταμοντέρνοι «αποδόμησαν» όλα όσα θεωρούνταν αληθινά· τα πάντα παρουσιάστηκαν ως άνευ νοήματος. Ωστόσο, αφού το έκαναν αυτό, δεν είχαν πού αλλού να στραφούν και τι άλλο να πουν. Σε ό,τι αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, καμία πρόοδος δεν είναι δυνατή αν δεν παραδεχτούμε ότι ορισμένοι άνθρωποι, σ’ ένα ορισμένο μέρος, αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ανισότητες. Προέκυπτε, ως εκ τούτου, η ανάγκη για ένα καινούργιο σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας, και έτσι άρχισαν να αναδύονται νέες θεωρίες για το φύλο, τη φυλή και τη σεξουαλικότητα, αποτελούμενες από μικρο-αφηγήσεις. Όλα αυτά θεωρήθηκαν ως πολιτιστικές κατασκευές με σκοπό τη θεμελίωση ιεραρχιών εις βάρος των γυναικών, των φυλετικών μειονοτήτων και των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Η ταυτότητα κατέστη παράγοντας πρώτιστης σημασίας.

Ως τότε το πρόταγμα του φιλελεύθερου φεμινισμού θα μπορούσε να συμπυκνωθεί ως εξής: «Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ισότητα είναι πανανθρώπινα αγαθά, και ο φεμινισμός μάχεται ώστε να μπορούν να τ’ απολαμβάνουν και οι γυναίκες». Με την επικράτηση του μεταμοντερνισμού, όμως, περάσαμε στην εξής ιδέα: «Ανάλογα με το φύλο, τη φυλή, το θρήσκευμα και τις σεξουαλικές προτιμήσεις, κάθε άτομο έχει τη δική του αλήθεια και τους δικούς του κανόνες και ηθικές αξίες. Όμως όλες οι αλήθειες, τα πολιτιστικά πρότυπα και οι ηθικές αξίες είναι ισάξιες. Οι Λευκοί, Δυτικοί, ετεροφυλόφιλοι άνδρες κυριάρχησαν άδικα επί των υπολοίπων ομάδων στο παρελθόν, κι έτσι τώρα θα πρέπει να παραγκωνιστούν, μαζί με τις ιδέες και τις αξίες τους, για χάρη των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων».

Ο φιλελεύθερος φεμινισμός στράφηκε έτσι από την καθολικότητα των ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πολιτική των ταυτοτήτων. Δεν πρόκειται πλέον για ιδέες που αποτιμώνται με γνώμονα την αξία τους, αλλά με βάση την πολύπλευρη ταυτότητα του ομιλητή, η οποία περιλαμβάνει τόσο το βιολογικό όσο και το κοινωνικό φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα και τη σωματική ικανότητα. Με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, λοιπόν, η αξία της εκάστοτε ταυτότητας εξαρτάται από τον βαθμό περιθωριοποίησής της, με τις περιθωριοποιημένες ομάδες να πληθαίνουν διεκδικώντας η κάθε μία την υπεροχή της έναντι των υπολοίπων. Εδώ είναι όπου την πάτησε ο φιλελεύθερος φεμινισμός: Όταν τόσο ο ίδιος όσο κι οι διεκδικήσεις των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων ήρθαν αντιμέτωπα με τη μετα-αποικιακή ενοχή για το αποικιοκρατικό παρελθόν της Δύσης, αμφότερα νικήθηκαν.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός ποδοπάτησε ιστορικά άλλους πολιτισμούς, ο δυτικός φιλελεύθερος φεμινισμός έφτασε να εγκολπωθεί τις πιο πατριαρχικές πτυχές τους. Έτσι, μια Δυτική φιλελεύθερη φεμινίστρια που καταγγέλλει ως σεξισμό το γεγονός ότι οι δυτικές γυναίκες κρίνονται από το τι φορούν, ταυτοχρόνως κατηγορήσει για ισλαμοφοβία οποιονδήποτε επικρίνει το νικάμπ. Μπορεί να ζητά τη δίωξη ενός χριστιανού ζαχαροπλάστη που αρνήθηκε να ψήσει τη γαμήλια τούρτα ενός ζεύγους ομοφυλόφιλων και ταυτοχρόνως να κατηγορεί το Gay Pride ως ρατσιστικό, επειδή η διαδρομή της διαδήλωσης πέρασε μέσα από μια περιοχή συντηρητικών μουσουλμάνων. Πολλές διαθεματικές φεμινίστριες δεν περιορίζονται στην κριτική άλλων λευκών Δυτικών φεμινιστριών, αλλά επιτίθενται με βιτριολικό τρόπο, εκτοξεύοντας κατηγορίες για ρατσισμό, σε φιλελεύθερους μουσουλμάνους και πρώην μουσουλμάνες φεμινίστριες και ακτιβίστριες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ο μισογυνισμός και η ομοφοβία του Χριστιανισμού μπορεί να επικρίνονται από όλους (και ορθά), όχι όμως ο μισογυνισμός και η ομοφοβία του Ισλάμ, που δεν πρέπει να επικρίνονται από κανέναν, ούτε καν από τους ίδιους τους μουσουλμάνους. Το δικαίωμα να ασκούμε κριτική στον ίδιο μας τον πολιτισμό και τη θρησκεία φαίνεται να περιορίζεται στους λευκούς Δυτικούς (Η καλύτερη σχετική ανάλυση είναι «Ο ρατσισμός ορισμένων αντι-ρατσιστών» του Τομ Ογουολάντε[3]).


[1] Ο συγκεκριμένος όρος, που εισήγαγε η Αμερικανίδα θεωρητικός Kimberlé Crenshaw, αναφέρεται στη «διασταύρωση» (intersection) διαφορετικών στοιχείων της ταυτότητας ενός ατόμου που μπορούν να το καταστήσουν στόχο πολλαπλών, ταυτόχρονων διακρίσεων ή μορφών καταπίεσης: π.χ. μια Αφροαμερικανή λεσβία θεωρείται ταυτοχρόνως θύμα ρατσισμού, σεξισμού και ομοφοβίας.

[2] Αναφορά στο έργο Fountain (1917) του Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp).

[3] Tomiwa Adetayo Owolade, “The racism of some anti-racists”, (27/06/2015), διαθέσιμο στο https://tomowolade.wordpress.com/2015/06/27/the-racism-of-some-anti-racists/.

Posted in Κείμενα | Tagged , | Σχολιάστε

Το τέλος της δημοσιογραφίας

*Απόσπασμα από το editorial του 12ου τεύχους του Προτάγματος

Σε αυτές τις περιπτώσεις που εκπορθείται ένα στρατηγικό σημείο των αντιπάλων, σημασία έχει η εξουδετέρωση. Αν στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη στήριξη «φιλίων» θέσεων, ακόμα καλύτερα. Η κατάληξη των ΜΜΕ στη Βενεζουέλα, όπου όλα πέρασαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον Μαδούρο, διδάσκει πολλά. Είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός από το ίδιο κυβερνητικό επιτελείο που προσπάθησε ανεπιτυχώς να αλώσει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, και για τις εφημερίδες.

Σάκης Μουμτζής[1]

Στήνουν καθεστώς Τσίπρα

Δ. Κρουστάλλη[2]

Είναι προφανές ότι ουσιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης παίζει η άνευ προηγουμένου μονοπώληση της μηντιακής στήριξης από πλευράς κυβέρνησης. Σύμφωνα με την έκθεση των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα για το 2020, η Ελλάδα τοποθετείται στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς την ελευθερία του λόγου: 65η, με σκορ που την εντάσσει στην κατηγορία «προβληματική». Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα κι η έκθεση για την πολιτική πολυφωνία που παρέδωσε ο πρόεδρος του ΕΣΡ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, τον περασμένο Δεκέμβριο, καταδεικνύει αυτή την κραυγαλέα και άνευ προηγουμένου –τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν– μονολιθικότητα. Δεδομένης της κρίσης του Τύπου αλλά και του γεγονότος πως ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης (οι μεγαλύτερες ηλικιακά μερίδες της) ενημερώνεται σχεδόν αποκλειστικά από την τηλεόραση και δευτερευόντως από το ραδιόφωνο, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία του ελέγχου της τηλεοπτικής ροής – πολλώ δε μάλλον που στις ηλικιακές αυτές μερίδες ψαρεύει κρίσιμο μέρος των ψηφοφόρων της η ΝΔ.

Στα καθ’ ημάς η εφαρμογή του μοντέλου Όρμπαν-Μοραβιέτσκι διευκολύνεται από τις ιδιομορφίες της εγχώριας δημοσιογραφίας, τις οποίες σταθερά παραβλέπουν ακόμη κι όσοι καταγγέλλουν τούτη την προσπάθεια ελέγχου της πληροφορίας αλλά και τις διαπλεκόμενες σχέσεις Τύπου και πολιτικής εξουσίας. Είναι γνωστό πως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη Δύση, οι δικές μας μεγάλες εφημερίδες αντί να προσφέρουν ενημερωτικά άρθρα και ρεπορτάζ, βρίθουν «επιφυλλίδων» και άρθρων γνώμης της γνωστής παρασιτικής «δημοσιογραφικής» ολιγαρχίας[3], η οποία βέβαια, καταχρηστικά χαρακτηρίζεται ως τέτοια, εφόσον σπανίως τα μέλη της έχουν εξασκήσει τα στοιχειώδη του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (ρεπορτάζ, έρευνα, διασταύρωση πηγών). Το ίδιο μοντέλο ακολουθείται στην τηλεόραση –με τα περίφημα «παράθυρα», όπου οι μεγαλοδημοσιογράφοι αυτοί καλούνται ως σχολιαστές– και το ραδιόφωνο – με τις εκπομπές των ίδιων αυτών, διπλοθεσιτών και τριπλοθεσιτών μεγαλοδημοσιογράφων. Πλέον το «σχόλιο» και οι «γνώμες» όλων αυτών των πεφωτισμένων έμμισθων οργάνων παίρνουν ολοένα και περισσότερο τη μορφή κουτσομπολιών κι εκλεπτυσμένου υβρεολογίου, κατά το παράδειγμα του διαβόητου καθήμενου κωμικού Στέφανου Κασιμάτη, του ψυχοπαθούς Πορτοσάλτε ή του παλαίμαχου Πρετεντέρη[4].

Σε κάθε περίπτωση, στην Ελλάδα ο Τύπος γίνεται αντιληπτός ως ένα είδος καφενείου, όπου διακινούνται όχι πληροφορίες, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού, μα απόψεις. Βάσει τέτοιων «απόψεων» διαμορφώνει ο μέσος Έλληνας την αντίληψή του για τα πράγματα – όχι βάσει πληροφοριών αλλά βάσει των επιφυλλίδων ή άρθρων γνώμης των μεγάλων εφημερίδων, των σχολίων στα τηλεοπτικά παράθυρα και φυσικά των ραδιοφωνικών εκπομπών των διάφορων μεγαλοδημοσιογράφων. Αυτή η πολύμορφη παρουσία της (εντελώς κατευθυνόμενης) «γνώμης» εις βάρος της πληροφορίας συνιστά βασικό γνώρισμα των ΜΜΕ στην Ελλάδα κι είναι χαρακτηριστικό πως αναπαράγεται ακόμη και από τον «εναλλακτικό» και μη διαπλεκόμενο Τύπο[5]. Βασικό, δε, κομμάτι τούτου του εκτοπισμού της πληροφορίας χάριν της γνώμης είναι ο πολύ μικρός βαθμός πληροφόρησης για το τι γίνεται εκτός χώρας, μιας και το λεγόμενο «εξωτερικό δελτίο» του εγχώριου Τύπου είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο. Σε περιστάσεις όπως η σημερινή, κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει μια παγκόσμιας εμβέλειας πανδημία, η έλλειψη πληροφόρησης για το τι συμβαίνει εκτός χώρας επιτρέπει στην ανενημέρωτη κοινή γνώμη να χάφτει το παραμύθι που της πουλά η κυβέρνηση – όπως συνέβη και με τον μύθο του περίφημου «success story» κατά τη διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Όταν, δε, ένα κόμμα καταφέρει να ελέγχει ή να τα έχει σε τέτοιο βαθμό καλά με όλους αυτούς τους μεγαλοδημοσιογράφους, είναι προφανές πως ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίον ένα κρίσιμο κομμάτι του εκλογικού σώματος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Στην Ελλάδα ο Τύπος ελέγχει την Εξουσία μόνο σε περίπτωση που τ’ αφεντικά του έχουν κάτι να της ζητήσουν. Αυτή η μαφιόζικη λογική του εκβιασμού συνιστά κομμάτι του γενικότερου ρόλου του: μιας μαφίας που προστατεύει την Εξουσία, στοχοποιώντας και σπιλώνοντας τους εκάστοτε αντιπάλους της κατά παραγγελία[6], στηρίζοντάς τη με κάθε τρόπο, όταν εκείνη συμπλέει με τα συμφέροντα των εκδοτών και των καναλαρχών.       

Προφανώς και αυτά που εδώ περιγράφουμε συμβαίνουν λίγο-πολύ παντού στον κόσμο και συνέβαιναν και στην Ελλάδα πριν το 2019 (ή το 2015). Με τις δύο ακόλουθες, πολύ κρίσιμες διαφορές όμως: αφενός, παλιότερα η λογική αυτή δεν έπνιγε την ελευθερία της πληροφορίας, εφόσον δεν υποτασσόταν το σύνολο του εκάστοτε μέσου στην προώθηση της κεντρικής γραμμής (κι έτσι μπορούσε, π.χ., να υπάρχει η Ακρίτα στα Νέα ή να μη διαγράφονται από τις ιστοσελίδες των μέσων άρθρα ή και ολόκληρη η αρθρογραφία δημοσιογράφων που απολύθηκαν ή αποχώρησαν[7])· αφετέρου, ποτέ το σύνολο των μεγάλων ΜΜΕ δεν υποστήριζαν –και μάλιστα με τόσο εξόφθαλμο τρόπο– την ίδια, μοναδική γραμμή, εφόσον κάθε μεγάλο κόμμα είχε τον δικό του φίλα προσκείμενο Τύπο – πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις δυτικές χώρες. Από το 2010 όμως, με τη διαίρεση της κοινωνίας σε μνημονιακό κι αντιμνημονιακό τόξο (ή «αντιλαϊκισμό» και «λαϊκισμό»), και τη συμπόρευση των δύο παραδοσιακών πόλων του δικομματισμού, εμφανίστηκε η πλήρης συμπόρευση των δεξιών μέσων μ’ εκείνα που παραδοσιακά υποστήριζαν το ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα πλέον τούτα τα τελευταία, μετά και την εξαγορά τους απ’ τον Μαρινάκη, ν’ αποτελούν τα πιο φανατικά στηρίγματα της ΝΔ.


[1] «Μαύρο σκοτάδι ετοιμάζουν για τον Τύπο και τα ΜΜΕ», liberal.gr, 23/1/2017.

[2] «Στήνουν καθεστώς Τσίπρα», Το Βήμα, 2/7/2016. Ως γνωστόν, η Κρουστάλλη απολύθηκε από το Βήμα μετά από παρέμβαση Μητσοτάκη, επειδή τόλμησε να γράψει για τα περίφημα διπλά βιβλία καταγραφής κρουσμάτων του ΕΟΔΥ. Στο σημείωμα με το οποίο ανακοινώνει την αναγκαστική της παραίτηση στο Facebook εγκωμιάζει τον Β. Μαρινάκη και τα χώνει στον ΣΥΡΙΖΑ.

[3] Μανδραβέληδες, Ζούλες, Παπαχρήστοι αλλά και νεότερα φρούτα, συνήθως συμπλεγματικοί και υστερικοί κάθε είδους, τύπου Κανέλη και Μουμτζή.

[4] Διόλου τυχαίο, βέβαια, που βασικό κομμάτι της ρητορικής των κύκλων αυτών ήταν παλιότερα οι επιθέσεις κατά της ΕΡΤ, η οποία είναι το μόνο κανάλι (μαζί μ’ εκείνο της Βουλής) που προβάλλει προγράμματα ικανά να διευρύνουν τις προσλαμβάνουσες του τηλεθεατή (από ταινίες του παγκόσμιου, μη εμπορικού, σινεμά μέχρι ντοκιμαντέρ, «επίκαιρα», εκπομπές καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ύλης). Να σημειωθεί ότι διόλου τυχαίο δεν είναι που η νεοδημοκρατική διοίκηση της ΕΡΤ προσπαθεί να τη μετατρέψει σε ιδιωτικό κανάλι (με λάιφσταϊλ εκπομπές με την Κ. Ζυγούλη και τη Ν. Μπουλέ, επί παραδείγματι).

Κατά τα άλλα, το περίφημο ντοκιμαντέρ της ελβετικής τηλεόρασης για τη Νοβάρτις ή οι αποκαλύψεις της δημόσιας τηλεόρασης της Δανίας για τη συμμετοχή της χώρας στην παρακολούθηση της Μέρκελ και άλλων Ευρωπαίων ηγετών από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν θα έπρεπε να μας κάνουν τέτοια εντύπωση. Στις σοβαρές δυτικές χώρες όλα τα κρατικά κανάλια προβάλλουν σε σταθερή βάση τέτοια ερευνητικά ρεπορτάζ ή ντοκιμαντέρ (είτε πρόκειται για το BBC, είτε για την Deutche Welle, είτε για το Arte, τα κανάλια της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης κ.ο.κ.), που πολύ συχνά βάζουν στο στόχαστρό τους κορυφαία στελέχη του πολιτικού προσωπικού και των επιχειρηματικών κύκλων των χωρών αυτών όπως επίσης και βασικούς κρατικούς θεσμούς και δομές. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ερευνητική δημοσιογραφία θεωρούνται οι εκπομπές δημοσιογράφων με επαφές με τον αμερικανικό παράγοντα όπως ο Παπαχελάς, ο Φ. Παπαθανασίου και ο Ιγνατίου. Για να κάνει κανείς πραγματική –ή, έστω, στοιχειώδη– ερευνητική δημοσιογραφία πρέπει να μην ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κλάδου και να είναι αριστερός (Αυγερόπουλος, Χαρίτος κ.λπ.). Να σημειωθεί πως η ΕΡΤ έδιωξε τους δύο τελευταίους, ενώ διατηρεί σούργελα τύπου Βίκυς Φλέσσα. Μια ακόμα πτυχή του φαινομένου κατέδειξε η περίφημη συνέντευξη-Βατερλό του Χ. Θεοχάρη στο BBC: μέσα στις δυτικές χώρες οι δημοσιογράφοι ελέγχουν τους υπουργούς και την εκάστοτε κυβέρνηση, δεν τους λιβανίζουν όπως στα καθ’ ημάς.

[5] Με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις «εναλλακτικές» ιστοσελίδες Athens Voice και Lifo οι οποίες, παρά το γενικότερο προφίλ τους και το ενδιαφέρον για πολιτιστικά θέματα και την εκλεπτυσμένη κατανάλωση, σε πλήρη αντίθεση με τα δυτικά αντίστοιχα έντυπα, κάνουν πολιτική μέσω δημοσίευσης πλήθος άρθρων γνώμης αλλά και των εκδοτικών σημειωμάτων τους. Διόλου τυχαίο που διολισθαίνουν σταθερά προς τα δεξιά, σ’ επίπεδο απόψεων, ενώ εσχάτως έφτασαν να φιλοξενούν και σκανδαλοθηρικού τύπου άρθρα. Βλ. π.χ. το άρθρο της Β. Σιούτη, «Η ποδηλατάδα του Μητσοτάκη στην Πάρνηθα και η βίλα του Τσίπρα στο Σούνιο» (http://www.lifo.gr, 8/12/2020) όπου αναπαράγονται, διανθισμένα με κακεντρεχείς ειρωνείες, λες και πρόκειται για αναδημοσίευση κυβερνητικού non paper, τα σενάρια για το σπίτι του Τσίπρα στο Σούνιο, τις φιλίες του με εφοπλιστές, τα κότερα κ.ο.κ. Κάνει δουλειά κι εδώ η «λίστα Πέτσα»!

Και μιας και αναφερθήκαμε σε τούτη τη διαφορά μεταξύ των πιο «ουδέτερων» σε στενά πολιτικό επίπεδο δυτικών weeklies και των πολιτικοποιημένων ελληνικών τους αντιστοίχων, αξίζει να σημειώσουμε πως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα ελληνικά κακέκτυπα του New York Review of Books και του London Review of Books: ενώ τα δύο αυτά βιβλιοκριτικά έντυπα παγκοσμίου κύρους είναι γενικώς «αριστερά», με την ευρεία έννοια του όρου, ποτέ δεν υιοθετούν κάποια συγκεκριμένη «γραμμή»∙ αντιθέτως, τα ελληνικά τους αντίστοιχα, το The Athens Review of Books και το The Books Journal διευθύνονται από νεοφιλελεύθερους ταλιμπάν σαν τον Μ. Βασιλάκη και τον –κρατικοδίαιτο (πρώην Αθήνα 9.84, νυν ΕΡΤ)– Ηλία Κανέλλη.

[6] Χαρακτηριστική η ομοβροντία ενάντια στην Ε. Ακρίτα μετά την παραίτησή της από τα Νέα, τον περασμένο Δεκέμβρη.

 [7] Η πρώτη περίπτωση αφορά τη Δ. Κρουστάλλη, της οποίας το επίμαχο άρθρο για το χάος ως προς την καταμέτρηση των κρουσμάτων εξαφανίστηκε ως διά μαγείας το απόγευμα της 16ης Δεκεμβρίου, λίγες ώρες μετά τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή του Θ. Χειμωνά, ο οποίος αποχώρησε από το liberal.gr λόγω διαφωνιών ως προς το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αμέσως μετά εξαφανίστηκε το αρχείο με το σύνολο της αρθρογραφίας του!

Posted in Κείμενα | Σχολιάστε

Περί αντιεμβολιασμού και συνωμοσιολογίας: ο φόβος του Θανάτου

(Απόσπασμα από το κείμενο «Αλλάζει όντως ο κορωνοϊός τις σύγχρονες κοινωνίες;» – από το 12ο τεύχος του Προτάγματος, που κυκλοφορεί)

Αν κανείς, κατά τις αναδιφήσεις του στα ενδότερα του νεοελληνικού υπαρκτού σουρεαλισμού, άκουγε τις εκπομπές του Γ. Τράγκα κατά τη διάρκεια των δύο λοκντάουν, δεν θα μπορούσε να προσπεράσει τη χρήση αριστερίστικου λεξιλογίου εκ μέρους του λαϊκού αγωνιστή με τα μπλουζάκια Ραλφ Λόρεν και τ’ ακριβά ρολόγια: «Η ιατρική τυραννία ως εργαλείο ελέγχου του πληθυσμού», «φασιστικό καθεστώς», «οι χιτλερικοί» κ.λπ. Τα ίδια ακριβώς δήλωνε κι ο Φώτης Τερζάκης, υπό ένα ομολογουμένως πιο εκλεπτυσμένο ύφος: «Είμαστε όλοι αιχμάλωτοι στα χέρια του ολοκληρωτικού κράτους που στο όνομα της δημόσιας υγείας αντλεί το δικαίωμα να μετατρέψει ολόκληρη την κοινωνία σε ένα υγειονομικά ελεγχόμενο Άουσβιτς»[1]. Τη σύμπλευση αυτή μεταξύ αριστερισμού και παραδοσιακής Δεξιάς ή συντηρητισμού το είδαμε και στην περίπτωση Νεορθόδοξων που παρέθεταν το γνωστό κείμενο του Αγκάμπεν[2], για ν’ αντιταχθούν στο αίτημα κλεισίματος των εκκλησιών, αλλά και των πρελάτων της Καθολικής Εκκλησίας που τόνιζαν ότι «ο κορωνοϊός είναι μια πρόφαση για τον περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών»[3]. Αντίστοιχη στάση ακολούθησαν και οι περίφημοι «Αυτόνομοι» –με τα antifa τους νεανικά παραρτήματα–, με τη σταθερή γραμμή ότι η πανδημία συνιστά κατασταλτικό μέτρο αλλά κι έναν αντι-εμβολιακό λόγο που θυμίζει Ραχήλ Μακρή[4].

Ευτυχώς αρκετός κόσμος εντός του αναρχικού Χώρου άσκησε κριτική σε αυτές τις παρανοϊκές θεωρίες[5]. Ας μη λησμονούμε ωστόσο ότι, στην πραγματικότητα, τα όσα φαιδρά και ταυτοχρόνως οικτρά είπαν κι έκαναν οι «Αυτόνομοι», συμπυκνώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη φιλοσοφική «αλήθεια» του Χώρου: ο μαχητικός κι εκδικητικός αντι-μικροαστισμός, η ταύτιση των δυτικών κρατών με τον «ολοκληρωτισμό» ή ο διάχυτος φουκωισμός συνιστούν στοιχεία του ιδεολογικού και κοσμοθεωρητικού DNA αυτού του χώρου – «Θα στέλνεις sms μέχρι και για να τρως. Αυτό δεν είναι ιός, είναι φασισμός» έγραφε αναρχικό τρικάκι που μοιράστηκε κατά την πρώτη καραντίνα.

α) Ο φόβος απέναντι στο χάος

Όλες αυτές οι θεωρίες βασίζονται στην ιδέα πως η πανδημία είναι «φτιαχτή», ότι πρόκειται για έναν ακόμα ελιγμό της «Κυριαρχίας» προκειμένου να κλειδωθούν οι πληθυσμοί στα σπίτια τους και να μην αντιδρούν – ασχέτως αν εδώ και καιρό οι εν λόγω πληθυσμοί δεν δείχνουν ν’ αντιδρούν ιδιαίτερα στο οτιδήποτε. Όλοι τους φαντασιώνονται μεγαμηχανές και πανοπτικά συστήματα επιτήρησης, ιατρικές και βιοτεχνολογικές δικτατορίες, περιγράφοντας τη «νέα δυστοπική πραγματικότητα που μεθοδικά εγκαθιδρύεται από το κράτος και το κεφάλαιο επ’ ευκαιρία της εμφάνισης του νέου κορωνοϊου»[6], ενώ είναι προφανές ότι περί του αντιθέτου πρόκειται: ακόμη κι οι τυφλοί είδαν ότι, αν κάτι φανερώνει η πλήρης ανικανότητα ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων κρατών –πλην ορισμένων εξ αυτών που είχαν ήδη εμπειρία από πανδημίες αλλά και πληθυσμούς υπέρ του δέοντος πειθαρχημένους, όπως ορισμένες ασιατικές χώρες– να διαχειριστούν την πανδημία και τις συνέπειές της, αυτό είναι το χάος που βαθαίνει και η ολική κατάρρευση που πιθανόν να έρχεται. Όταν μπροστά σε μια τέτοια κρίση παγκόσμιου βεληνεκούς οι περισσότερες κυβερνήσεις κινήθηκαν μεταξύ μικροπολιτικής και βραχυπρόθεσμης, αρπακτικής προσοδοθηρίας, από τη μια μεριά, και πλήρους ανοργανωσιάς και σπασμωδικότητας, από την άλλη, είναι προφανές ότι κανείς πλέον δεν ελέγχει τίποτε. Το δόγμα των σύγχρονων ολιγαρχιών είναι «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας».

Ενδεικτικό είναι από αυτή την άποψη το παράδειγμα της Γαλλίας, ενός ευρωπαϊκού κράτους με μακρά οργανωτική παράδοση, στο οποίο η νεοφιλελεύθερη αποσάρθρωση έχει προχωρήσει σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τα αγγλοσαξωνικά κράτη και το οποίο έχει αξιόλογη οικονομική ισχύ. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Εθνοσυνέλευσης αλλά και αρκετές μαρτυρίες δημάρχων και τοπικών αξιωματούχων, αυτό που παρατηρήθηκε είναι ακριβώς το αντίθετο από μια ολοκληρωτική δυναμική: η απουσία, η αδυναμία, η κοντόθωρη πολιτική και εν τέλει η εγκατάλειψη της κοινωνίας από την κρατική μηχανή και την ολιγαρχία γενικότερα[7].

Το ιατρικό, βιοτεχνολογικό και φαρμακευτικό λόμπι όχι μόνο δεν προσπαθεί να μας ελέγξει μέσω «ύποπτων» εμβολίων και της επιβολής κάποιας ιατρικής τυραννίας, αλλά στην πραγματικότητα βαδίζει κι αυτό ανεξέλεγκτο, δίχως επαφή με τις ανάγκες της κοινωνίας και δίχως να υποτάσσεται, ως προς τις επιλογές του, σε καμία εξουσία. Αντίστοιχα, η μεγάλη φαρμακοβιομηχανία όχι μόνο δεν έχει κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο υποδούλωσης των πληθυσμών αλλά, αντιθέτως, κερδοσκοπεί μπλοκάροντας την πραγματική ιατρική έρευνα, όποτε την κρίνει οικονομικώς ασύμφορη. Εν προκειμένω, έχει δίκιο ο Ντέιβις όταν παρατηρεί: «Η Big Pharma ισχυρίζεται ότι προστατεύεται απέναντι στους αντιμονοπωλιακούς νόμους, διότι είναι η βασική κινητήρια δύναμη της φαρμακευτικής έρευνας, όταν, στην πραγματικότητα, δαπανά περισσότερο στη διαφήμιση παρά σε έρευνα και ανάπτυξη. Τα πρωτοποριακά φαρμακευτικά προϊόντα και εμβόλια που διαθέτει στην αγορά, συνήθως αναπτύσσονται πρώτα σε μικρές, δυναμικές εταιρείες βιοτεχνολογίας, οι οποίες με τη σειρά τους αξιοποιούν την έρευνα από δημόσια πανεπιστήμια. Η Big Pharma, στην ουσία, είναι κερδοσκοπικός, μη παραγωγικός καπιταλισμός (rentier capitalism), ένα εμπόδιο στην αναδυόμενη επανάσταση, στον βιολογικό σχεδιασμό και την παραγωγή εμβολίων»[8]. Στον βαθμό που σήμερα οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες κινητοποιήθηκαν για την παραγωγή εμβολίων, είναι ακριβώς επειδή –πέραν της κρατικής χρηματοδότησης που ήδη έλαβαν– ξέρουν ότι θα τα μοσχοπωλήσουν στις τρομοκρατημένες κυβερνήσεις.

Τούτη η προοπτική προκαλεί τρόμο, αν το καλοσκεφτεί κανείς: μια πανδημία μαστίζει το πιο ανεπτυγμένο κομμάτι του κόσμου, θερίζοντας κομμάτια της άμεσης περιφέρειάς του (όπως η Λατινική Αμερική), και οξύνει την ήδη υπάρχουσα πολυδιάστατη κρίση του (οικολογική, οικονομική, επισιτιστική). Κι απέναντι σε τούτη την πρωτόφαντη κατάσταση οι κυρίαρχες τάξεις κοιτούν μόνο πώς θα πλιατσικολογήσουν ακόμα περισσότερο τον πλανήτη, εκμεταλλευόμενες τη γενική αναστάτωση. Αυτό το δυστοπικό κι ιδιαίτερα αγχωτικό σενάριο είναι που ξορκίζουν οι θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες παρουσιάζουν με αξιοσημείωτη επιμονή τον κόσμο ως ορθολογικό «Σύστημα» και καλοκουρδισμένη μηχανή. Μπορεί η μηχανή αυτή ν’ απεργάζεται το κακό μας (ο «καπιταλισμός ως μηχανή καταστροφής» κ.ο.κ.), ωστόσο παραμένει ένα ον ορθολογικό και προβλέψιμο. Αντιθέτως, η ιδέα πως κανείς πλέον δεν κουμαντάρει το καράβι, πως όχι μόνο το πηδάλιό του είναι αχρηστευμένο μα και πως ο καπετάνιος έχει πουλήσει κοψοχρονιά την πυξίδα, αποτελεί σενάριο πολύ πιο δυσκολοχώνευτο και αγχογόνο.

β) Στρουθοκαμηλισμός απέναντι στην περατότητα του πλανήτη

Σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο η εμμονή αυτή ν’ αρνούμαστε την πραγματικότητα συνδέεται και με τις δύσκολες αλήθειες που η πανδημία μάς αναγκάζει να παραδεχτούμε, σε ό,τι αφορά στον τρόπο ζωής και τις συνήθειές μας. Διότι, αν ζούμε πλέον στην εποχή των «συνδημιών», εξυπακούεται πως η έκταση του οικολογικού μας αποτυπώματος έχει πλέον άμεσα φονικές παρενέργειες. Πράγμα που, με τη σειρά του, συνεπάγεται πως το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο αλλά και το σύνολο αξιών που οδηγούν στη μεγέθυνση αυτή, θα πρέπει ν’ αλλάξουν ριζικά. Είναι προφανές, υπό αυτή την έννοια, ότι όλες αυτές οι αντιδράσεις συνιστούν σύμπτωμα ψυχολογικής φύσεως, που έχει ως στόχο να συγκαλύψει όλες αυτές τις βασικές και θεμελιώδεις παραδοχές. Είναι τούτη η άρνηση της πραγματικότητας που θρέφει ακόμη την πίστη και την ελπίδα των πληθυσμών ότι το μοντέλο της κοινωνίας της κατανάλωσης, βασισμένο στην έλλειψη ορίων και την εκκόλαψη ενός αδηφάγου ατόμου, θα μπορούσε να διαιωνίζεται απρόσκοπτα εις το διηνεκές.

Σ’ αυτόν τον στόχο άλλωστε τείνει η παγκόσμια οικονομία: όχι περιορισμός των ορέξεών μας, αλλά περαιτέρω χρήση της τεχνολογίας με σκοπό την υπέρβαση των ορίων που μας θέτουν η περιβαλλοντική κατάρρευση κι η δημογραφική κρίση. Για παράδειγμα, η ερημοποίηση της ενδοχώρας, η εξάντληση των καλλιεργήσιμων γαιών, η αδυναμία εκτροφής ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ζώων για σφαγή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της υπερβολικής κατανάλωσης κρέατος μέσα στον ανεπτυγμένο κόσμο, δημιουργούν πρόβλημα ανεφοδιασμού, όχι μόνο των πόλεων αλλά και της ίδιας της υπαίθρου των ανεπτυγμένων χωρών. Κι έτσι έρχεται η νεοτεχνολογία να καλύψει τα κενά: «κάθετες» καλλιέργειες εσωτερικού χώρου[9] ή «τεχνητό κρέας» (όπως στη Σιγκαπούρη και προσεχώς στο Ισραήλ[10]) και μικρής κλίμακας εταιρείες τύπου Άμαζον, που εξυπηρετούν απομακρυσμένες κοινότητες (όπως η γερμανική PicNic). Όχι μόνο δεν κινούμαστε προς έναν περιορισμό των αναγκών μας, μα θρέφουμε ακόμα περισσότερο τον νεοτεχνολογικό (ψηφιακό και βιοτεχνολογικό) Μολώχ με κάθε ευκαιρία, επιτρέποντας, με τις ακόρεστες ορέξεις μας στις εταιρίες και τα κάθε είδους αρπακτικά να βρίσκουν νέες ευκαιρίες για κερδοσκοπία – όπως εν προκειμένω το συνθετικό κρέας, που παρουσιάζεται ως το νέο μεγάλο «μπαμ», ως ο σημερινός «αγώνας για την κατάκτηση του Διαστήματος»[11].

Υπό αυτήν την έννοια, η άρνηση της ύπαρξης της πανδημίας συνιστά ένα είδος υστερικής αντίδρασης: απέναντι, αφενός, στην πολύ σωστή διαπίστωση ότι «η υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που ταλαιπωρεί τον πλανήτη εδώ κι έναν περίπου χρόνο έφερε τη Δύση αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη κρίση: κρίση όχι μόνο ανθρωπιστική ή ηθική, αλλά και κρίση αυτογνωσίας»[12], αφετέρου στην –απορρέουσα από αυτήν– αναγκαιότητα επιβολής ορίων: δηλαδή σε μια ριζική και βαθιά αλλαγή του καθημερινού τρόπου ζωής σε όλα τα επίπεδα – από το πώς αντιλαμβανόμαστε την επιστημονική έρευνα μέχρι το πώς μετακινούμαστε και το τι τρώμε. Ιδού τι αρνείται πεισματικά το σύγχρονο άτομο: την προοπτική οικολογικών αλλαγών που θα τον θίξουν στην άμεση καθημερινότητα και στις αγαπημένες του συνήθειες (το αυτοκίνητό του, τα αεροπορικά του ταξίδια, τα γκάτζετς και το διαδικτυακό «κάψιμο», το σόπινγκ, το Νέτφλιξ και τα μπέργκερς του).


[1] «Η κοινωνία ως υγειονομικά ελεγχόμενο Άουσβιτς. Μια γραπτή συζήτηση με τον Φώτη Τερζάκη», thepressproject.gr, 9/5/2020.

[2] Τζ. Αγκάμπεν, «Η επινόηση μιας πανδημίας» (περιλαμβάνεται στο Τζ. Αγκάμπεν, Πού βρισκόμαστε; Η επιδημία ως πολιτική, μτφρ. Π. Καλαμαράς – Τ. Θεοφιλογιαννάκος, Αθήνα, Εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, 2021).

[3] Βλ. για το σχετικό κείμενο που συνυπέγραψαν αρχιεπίσκοποι, καρδινάλιοι και λοιποί Καθολικοί μεγαλόσχημοι τον περασμένο Μάιο, C. Chambraud, «Pour des prélats catholiques, la pandémie est un “prétexte” pour limiter les libertés», lemonde.fr, 9/5/2020.

[4] Βλ. π.χ. την αφίσα τους, «Δεν είναι εμβόλια! Είναι η βιοτεχνολογική κυριαρχία! Είναι “πλατφόρμες γενετικής τροποποίησης των κυττάρων”» (Δεκέμβριος 2020).

[5] Βλ. π.χ. την πολύ σωστή κριτική του Α. Σχισμένου στον Αγκάμπεν: «Ο αυτοπεριορισμός στα χρόνια της πανδημίας: Μια απάντηση στον Αγκάμπεν», aftoleksi.gr, 16/3/2020. Δυστυχώς όμως, κατά το παράδειγμα της Γαλλίας (όπου κατά τις διαδηλώσεις των αντι-εμβολιαστών εμφανίζονται αριστερίστικα μπλοκ που μιλούν κατά του κοινωνικού ελέγχου κι όχι του ίδιου του εμβολίου), η επιβολή μέτρων έμμεσης ή άμεσης υποχρεωτικότητας από πλευράς κράτους, έκανε ένα κομμάτι του Χώρου να ξαναδεί το ζήτημα, προφανώς ταυτίζοντας τον εμβολιασμό με το κράτος.

[6] Από την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του περιοδικού Χωρίς Κανόνα (Δεκέμβριος 2020).

[7] J. Cordelier, «Quand les maires pallient aux défaillances de l’Etat», lepoint.fr, 9/4/2020. Να σημειωθεί εδώ πως η ίδια περίπου αδυναμία ελέγχου παρατηρήθηκε και σε ακόμα πιο εύπορες δυτικές χώρες, όπως η Γερμανία και οι σκανδιναβικές, στις οποίες οι καλύτερες επιδόσεις πρέπει να αποδοθούν κυρίως στην καλύτερη κατάσταση του εθνικού συστήματος υγείας λόγω των πολιτικών πιέσεων που ασκούσε κατά τις τελευταίες δεκαετίες ο γηράσκων πληθυσμός τους. Το φιάσκο της ΕΕ με τα εμβόλια συνιστά λογική συνέπεια της κατάστασης αυτής.

[8] Μ. Ντέιβις, «Πανδημίες, υπερ-καπιταλισμός και οι αγώνες του αύριο», ό.π.

[9] Βλ. τη σχετική παρουσίαση μιας από τις εταιρείες του κλάδου: https://www.susteniragriculture.com/about/.

[10] «Ενώ η Υπηρεσία Τροφίμων της Σιγκαπούρης είναι η πρώτη που ενέκρινε την πώληση συνθετικού κρέατος, οι Aleph Farms, Super Meat, Meat Tech, και Future Meat Technologies αποτελούν ορισμένες από τις κορυφαίες, παγκοσμίως, εταιρίες του κλάδου, έχοντας όλες την έδρα τους στο Ισραήλ» (A.Voldman, “The First Head of State to Taste Cultivated Meat Takes Modern-Day Space Race to New Heights”, www.gfi.org, 8/12/2020). Ταυτοχρόνως διαβάζουμε ότι «η αναπαραγωγή μέσω 3D printing, κρέατος, είτε μοσχαρίσιου είτε κοτόπουλου, είναι ένας κλάδος της βιομηχανίας τροφίμων που μέσα σε αυτή τη δεκαετία θα κατέχει ένα μερίδιο επένδυσης κοντά στα 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια» (Σ. Πουλερές, «Επένδυση-μαμούθ 3,7 δισ.: Θα δοκίμαζες το νέο «κρέας» που μπορεί να σώσει τον πλανήτη και κάνει θραύση σε όλο τον κόσμο;», menshouse.gr).

[11] Από αυτή την άποψη, η σωστή κριτική που μπορεί ν’ ασκηθεί στο κίνημα της χορτοφαγίας και του βεγκανισμού είναι η εξής: Καθώς πολύ συχνά θέτει το ζήτημα από στενά φιλοζωική σκοπιά, αδιαφορεί πλήρως για τα γενικότερα οικολογικά συμφραζόμενα της συζήτησης σχετικά με την –αναγκαία πλέον– αλλαγή των διατροφικών μας συνηθειών προς οικολογική-αποαναπτυξιακή κατεύθυνση. Έτσι πέφτει κι αυτό, πολύ συχνά, στην παγίδα της κυρίαρχης τεχνοφιλικής-καταναλωτικής ιδεολογίας: θέλει να τρώει βιομηχανικώς παρασκευασμένα παράγωγα ή υποκατάστατα των τροφών που δεν μπορεί να φάει για λόγους αρχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σόγια και τα παράγωγά της, της οποίας η καλλιέργεια είναι ιδιαίτερα αντι-οικολογική.

[12] Περ. ResPublica, τ. 3 (Σημειώσεις εκτός γραμμής για το τέλος ενός κόσμου), Δεκέμβριος 2020.

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Πρόταγμα, τεύχος 12ο

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 12ο τεύχος του Προτάγματος.

Editorial (Επιτελικά έργα και ημέρες – Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά;) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Αλλάζει όντως ο κορωνοϊός τις σύγχρονες κοινωνίες; · Ζαν-Φρανσουά Γκεγκάν Αν δεν αλλάξουμε τρόπο ζωής, θ’ αντιμετωπίσουμε τέρατα πολύ πιο επικίνδυνα από τον κορωνοϊό · Ολιβιέ Γκοσλάν, Ζαν-Κλωντ Ραμπιέ Η επιστήμη και η έρευνα σήμερα · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία «Dior celebrates Greece». Περί πατριωτισμού, εθνικισμού και «εθνομηδενισμού» · Νίκος Μάλλιαρης Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός (β’ μέρος) · Ζεινέπ Τουφέκτσι Γιατί τα κοινωνικά δίκτυα μας οδήγησαν απο την Πλατεία Ταχρίρ στον Ντόναλντ Τραμπ · Καμίλ Πάλια Αναταραχή φεμινισμού · Έλεν Πλάκροουζ Γιατί δεν με θεωρώ πια φεμινίστρια · Ντέιβιντ Φέις Το κίνημα #metoo και ο πανικός των Millenials απέναντι στο σεξ · Λετισιά Στος-Μπονάρ Οι ανισότητες εις βάρος των ανδρών αποσιωπώνται!

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Uncategorized | 3 Σχόλια

Αγάπη μου, εκκένωσα τη χώρα!

(με αφορμή τις πρόσφατες πυρκαγιές)

Η επιτελική ιδιαιτερότητα

Μιας και «Summer is a Greek state of mind», έτσι και φέτος, η χώρα κάνει τον απολογισμό των πυρκαγιών της «σεζόν». Το σκηνικό επαναλαμβάνεται σταθερά, ανεξαρτήτως του εύρους της εκάστοτε καταστροφής, καθώς όλες οι κυβερνήσεις ως τώρα τα έχουν κάνει θάλασσα επί του θέματος (παρ’ όλο που οι συνθήκες δεν είναι πάντοτε οι ίδιες). Ωστόσο, οφείλει κανείς να παραδεχτεί πως η σημερινή διαφέρει για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι εξελέγη, σε μεγάλο βαθμό, εξαιτίας του ανήθικου τρόπου με τον οποίο εκμεταλλεύτηκε την εκατόμβη στο Μάτι, υποσχόμενη πως θα ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το ζήτημα της πυροπροστασίας (στο πλαίσιο της γενικότερης μυθολογίας περί «αριστείας», τεχνοκρατισμού κι «επιτελικής» επάρκειας). Αντ’ αυτού, όχι μόνο έδωσε προαγωγή στους υπεύθυνους του φιάσκου (σε Αστυνομία και Πυροσβεστική), μα αγνόησε το περίφημο πόρισμα του Γερμανού διευθυντή του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών[1], το οποίο ήταν έτοιμο ήδη από τους τελευταίους μήνες της προηγούμενης κυβέρνησης. Με αποτέλεσμα το φετιινό, μεγαλειώδες φιάσκο, που αποτελεί καλοκαιρινό αντίστοιχο της «Μήδειας» του περασμένου Φεβρουαρίου.

Δεύτερον, λόγω της εξόφθαλμα κι απενοχοποιημένα νεοφιλελεύθερης και ταξικής της προσέγγισης: Όπως και στην περίπτωση της πανδημίας, κατά την οποία ουσιαστικά άφησε την κοινωνία στη μοίρα της, υιοθετώντας μια αυστηρά κατασταλτική προσέγγιση, βασισμένη στα υπέρογκα πρόστιμα, τον μακροχρόνιο εγκλεισμό και την περίφημη ατομική ευθύνη (δίχως μαζική ιχνηλάτηση, δίχως συνταγογράφηση των τεστ, δίχως ενίσχυση του ΕΣΥ κ.ο.κ.), έτσι κι εδώ, λόγω νεοφιλελεύθερων εμμονών, δεν έδωσε τα απαιτούμενα κονδύλια στη δασοπροστασία, πάγωσε προσλήψεις δασοπυροσβεστών, και στηρίχθηκε αποκλειστικά στην τακτική των εκκενώσεων[2]. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκαν κραυγαλέα φαινόμενα ευνοϊκής μεταχείρισης και προστασίας φίλιων περιοχών ή τοποθεσιών (απ’ το ανάκτορο στο Τατόι και λέσχες πλουσίων, μέχρι βίλες υπουργών), τη στιγμή που οι φτωχές περιοχές της Βόρειας Εύβοιας αφέθηκαν στη μοίρα τους.

Η τακτική των εκκενώσεων φανερώνει και τον τρίτο λόγο για τον οποίο η συγκεκριμένη κυβέρνηση διαφέρει απ’ όλες τις προηγούμενες: Διαχειρίζεται τα πάντα, ακόμη και τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές, με όρους επικοινωνίας. Εν προκειμένω η τακτική των εκκενώσεων επιλέχθηκε προκειμένου να μην υπάρξουν νεκροί, ώστε να μπορούν οι μηχανισμοί της επιτελικής προπαγάνδας να διατηρούν ζωντανό το ρητορικό όπλο του Ματιού. Ακόμα κι εν τω μέσω μιας τέτοιας καταστροφής, ο επιτελικός ρεβανσισμός αφήνει ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες να καούν, προκειμένου να διατηρήσει το αντί-ΣΥΡΙΖΑ αίσθημα που τον έφερε στην εξουσία και του είχε, ως τώρα, προσφέρει μια άνευ προηγουμένου δημοσκοπική και πολιτική ασυλία, από πλευράς κοινωνίας. Γι’ αυτό και τα στίφη των δεξιών διαδικτυακών ορκ βάλθηκαν να διακινούν τα πιο απίθανα σενάρια, προσπαθώντας να ενοχοποιήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ για τις φωτιές στην Εύβοια[3]· γι’ αυτό κι ο Μητσοτάκης συνέκρινε «στρέμματα με φέρετρα» στη Βουλή, γι’ αυτό και ακολουθήθηκε, κατά τις μέρες της κρίσης, η γνωστή τακτική της συστηματικής χρήσης ασύστολων ψευδών από τα πιο επίσημα χείλη, την οποία έχουμε δει επανειλημμένως αυτά τα δυόμισι χρόνια: Μητσοτάκης για τον αριθμό των εμβολιασμών και για το αν έδωσε προαγωγή στους αξιωματικούς Πυροσβεστικής και Αστυνομίας που είχαν την ευθύνη της διαχείρισης της φωτιάς στο Μάτι, Μενδώνη για Λιγνάδη, Χρυσοχοΐδης και Χαρδαλιάς για την οξύτητα της «Μήδειας» και τώρα για την ένταση των ανέμων στη Βαρυμπόμπη ή για τον αριθμό των πυροσβεστικών αεροσκαφών κ.ο.κ.

 «Ανάπτυξη» σημαίνει μπίζνες

Ικανή και αναγκαία συνθήκη για να πετύχει το πρόγραμμα της ανασυγκρότησης είναι να παρακαμφθούν οι διαβόητες τοπικές κοινωνίες. Αυτές αποτελούν μια από τις γάγγραινες της ελληνικής κοινωνίας. […] Ο Σταύρος Μπένος ας αποφύγει τις «δημοκρατικές» διαβουλεύσεις και τις λοιπές λαϊκοσυμμετοχικές ανοησίες, κατάλοιπα εποχών που μόνο διαβουλεύονταν και δεν έκαναν τελικά τίποτα. Τα μεγάλα project εκπονούνται από τα πάνω, από μια επιτελική ομάδα, που έχει μια κοινή αντίληψη γι’ αυτό που πάει να κάνει.

Σ. Μουμτζής

Αν δούμε, βέβαια, τα πράγματα κι υπό μια άλλη σκοπιά, το χάος που βιώσαμε δεν είναι μόνο δείγμα επιλογών ιδεολογικού/επικοινωνιακού τύπου ή της κραυγαλέας ασχετοσύνης κι ανοργανωσιάς που γενικώς χαρακτηρίζει τα έργα των άριστων γαλάζιων παιδιών (καθώς έγιναν τελικά στάχτη 1,5 εκατομμύριο στρέμματα υπό συνθήκες οιονεί άπνοιας, με διαρκείς αναζωπυρώσεις!). Το γενικό καθεστώς αδιαφάνειας και ασφυκτικού ελέγχου της πληροφορίας που το επιτελικό (παρα)κράτος έχει επιβάλει από την πρώτη στιγμή που τα μέλη του ανέλαβαν την εξουσία, δικαίως δίνει τροφή σε πάσης φύσεως σενάρια. Εν προκειμένω, η όλη σπουδή την οποία η κυβέρνηση είχε, τον τελευταίο καιρό, αφιερώσει στην περίφημη «αξιοποίηση» του Τατοΐου και της γύρω περιοχής, η σχέση της με τα αιολικά λόμπι (που έχουν ήδη απομυζήσει την ερημοποιημένη, ουσιαστικά, Νότια Εύβοια και προσπαθούν να βάλουν χέρι και στο κεντρικό και βορεινό κομμάτι του νησιού[4]) αλλά και το γεγονός πως ο επικεφαλής της χαρακτήρισε εμμέσως ως ψεκασμένους (συνδέοντάς τους με τους αντιεμβολιαστές) όσους ενστερνίζονται αυτές τις ανησυχίες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη καταστροφή ουσιαστικά θα συμβάλει στο επιχειρούμενο σχέδιο άνωθεν, βίαιου μετασχηματισμού της εγχώριας οικονομίας, χάριν μιας ολοένα και μεγαλύτερης υποταγής της στα συμφέροντα μιας αρπακτικής ολιγαρχίας –της περίφημης ΛΜΑΤ, πιστοί υπηρέτες της οποίας είναι οι επιτελικοί μεγαλόσχημοι–, αλλά και μεγάλων ομίλων του εξωτερικού[5].

Ταυτόχρονα, η επιτελική συμμορία και η ΛΜΑΤ εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις του ευρωπαϊκού σχεδιασμού σε σχέση με τις επενδύσεις και την ενεργειακή προμήθεια που αφορά στην Ελλάδα. Ο παραδοσιακός της ρόλος ως καμαριέρας και επιδοτούμενου καταναλωτή εντός του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας, που τα τελευταία χρόνια είχε «αναβαθμιστεί» σε αποθήκη ανεπιθύμητων προσφύγων και μεταναστών, θα συνδυαστεί τώρα με εκείνον της λεγόμενης «μπαταρίας» (που κάνει έξοχη ρίμα με τη «μπανανία»!), δηλαδή του προορισμού υποτιθέμενα οικολογικών επενδύσεων. Επενδύσεις που είναι απλά βιτρίνες ώστε δυτικές αλλά και κινεζικές κατασκευαστικές (δηλαδή οι τράπεζες και τα λοιπά επενδυτικά σχήματα που τις ελέγχουν) να λάβουν ζεστό κρατικό χρήμα ως επιχορήγηση για επενδύσεις που θα αποσβεστούν έπειτα από την τσέπη του καταναλωτή. Ο σμπάρος των ΑΠΕ χτυπά αρκετά τρυγόνια: Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών διοχετεύουν ρευστότητα στην παραπαίουσα ευρωπαϊκή οικονομία (και δικαιολογούν προσωρινά τον μισθό τους), οι μεγάλοι παίχτες του κλάδου, που πληρώνουν τεράστια ποσά στους λομπίστες που παρεπιδημούν στις Βρυξέλλες, βρίσκουν ένα νέο πεδίο βραχυ-μεσοπρόθεσμης κερδοφορίας το οποίο δεν απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια (η τεχνολογική καινοτομία στον τομέα δεν φαίνεται να έχει κάνει κανενα ποιοτικό βήμα τα τελευταία χρόνια) εξασφαλίζοντας κέρδη από τις αυξημένες τιμές λιανικής (μέσω των εγγυημένων τιμών πώλησης) αλλά και μέσα από προβλέψεις όπως εγγυήσεις δανείων και φορολογικά κίνητρα. Τέλος, η εκμαυλισμένη κοινή γνώμη σε Ελλάδα και Ευρώπη καθησυχάζεται προσωρινά θεωρώντας πως μερικοί ανεμιστήρες πάνω σε καμμένα δάση[6] θα μας γλιτώσουν από τον οικολογικό Αρμαγεδδώνα που έρχεται.

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε εν προκειμένω, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις υπακούουν ουσιαστικά στη γραμμή της κυβέρνησης σε θέματα μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής, όπως προκύπτει και από τη διαβόητη «έκθεση Πισσαρίδη»: αφενός η ακραία υποτίμηση της εργασίας κι η συμπίεση του μισθολογικού κόστους ως βασικό «αναπτυξιακό εργαλείο», και αφετέρου η αντιμετώπιση της χώρας ως «φιλέτου» για πώληση ή παραχώρηση σε κάθε είδους «επενδυτή», με την ελπίδα πως ίσως πετάξει κανένα ψίχουλο στους ξελιγωμένους ιθαγενείς.

Νεοφιλελεύθερο γιουρούσι με οικολογικό μανδύα

Εν προκειμένω, καταλαβαίνουμε πώς εννοούν στα ενδότερα του επιτελικού σύμπαντος την περίφημη «πράσινη μετάβαση»: οι μαζικές εκκενώσεις μπορούν να θεωρηθούν, συμβολικά, σαν μια επιχείρηση ερημοποίησης, σαν διωγμός των ντόπιων με σκοπό την αλλαγή χρήσης της γης· οι μέχρι τώρα (αγροτικές και κτηνοτροφικές) δραστηριότητες, θ’ αντικατασταθούν από μεγάλου μεγέθους αγροκτηνοτροφικές μονάδες, αιολικά πάρκα και μεγάλα τουριστικά καταλύματα. Την υπόλοιπη ζωή τους οι κάτοικοι των καμένων περιοχών θα την περάσουν στα κοντέινερ με επιδόματα ή στην καλύτερη περίπτωση ως φύλακες των αιολικών πάρκων[7], γιατί δεν είναι προσαρμόσιμοι στο καινούργιο μοντέλο. Αυτή είναι εν ολίγοις η λογική των εξελίξεων που δρομολογούνται τα τελευταία χρόνια.

Οι τεράστιες ανάγκες της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς καλύπτονται από εκμεταλλεύσεις μεγάλης κλίμακας που θα εξασφαλίσουν τροφή σε λογικές τιμές. Η αγροτική παραγωγή μικρής κλίμακας σε ορεινές χώρες όπως η Ελλάδα είναι ποσοτικά αδιάφορη και οικονομικά ασύμφορη (πόσο μάλλον όταν τιμολογείται και σε ένα από τα ακριβότερα νομίσματα του κόσμου!). Μέχρι την κατάρρευση του 2009 η επιβίωσή της εξασφαλιζόταν από τα ψίχουλα των επιδοτήσεων και την εγχώρια αγορά. Ωστόσο, ήταν ήδη προφανές πως η Ευρώπη όφειλε να εστιάσει στην παραγωγή τροφής από τις μεγάλης κλίμακας εκμεταλλεύσεις στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ανατολική Ευρώπη και, ελέω κόστους (αλλά και «ευέλικτου νομοθετικού πλαισίου»), σε χώρες της βόρειας Αφρικής, στην Τουρκία και στη Λατινική Αμερική. Η ρητινοπαραγωγή, οι αγροκαλλιέργειες, η μελισσοκομία και η κτηνοτροφία στη βόρεια Εύβοια, στη Γορτυνία αλλά και σε όλη την Ελλάδα γενικότερα, εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα στους αγρότες αλλά δεν προσφέρουν τίποτα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι ανάγκες της τελευταίας αλλά και η ίδια η οικονομική λογική γενικότερα επιβάλλουν μια πιο κερδοφόρα αξιοποίηση της ελληνικής υπαίθρου. Ο περίφημος νόμος Χατζηδάκη[8] έχει ουσιαστικά στρώσει το χαλί για παντός είδους σχετικές επιδιώξεις, ενώ η συνοχή της πολιτικής των επιτελαρχών μας στο ζήτημα αποκαλύπτεται από τις πρόσφατες πυρκαγιές στα Γεράνεια Όρη και λίγο παλιότερα στη Μάνη, αλλά και από τις διαβόητες δηλώσεις του ίδιου του επιτελικού ανθύπατου στον Ερημίτη της Κέρκυρας (που στη συνέχεια κάηκε). Ανάλογες εξελίξεις προμηνύουν και οι διακηρύξεις για αναδασώσεις από ιδιωτικούς φορείς και «αναδόχους», όπως βέβαια κι οι διακηρύξεις κυβερνητικών φερέφωνων σαν το liberal.gr περί «επιτελικών project ανασυγκρότησης», τη στιγμή που οι ειδικοί επί του θέματος επισημαίνουν πως η αναδάσωση είναι μια περίπλοκη διαδικασία που μάλιστα, στην περίπτωση της Εύβοιας, ίσως να μην είναι καν εφικτή για ένα σημαντικό μέρος των καμένων εκτάσεων.

Λίγη σημασία έχουν όμως όλα αυτά για τους λαίμαργους χορηγούς της επιτελικής μαφίας. Άλλωστε, η ίδια η επιμονή στην ανάπτυξη των ΑΠΕ τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω όχι μόνο από πλήθος ερευνών μα κι από την ίδια την πραγματικότητα. Είδαμε για παράδειγμα, κατά τον μακροσκελή καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, πόσο ελάχιστα συνεισφέρει το αιολικό δίκτυο στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας, όταν η τελευταία αναγκάστηκε να αγοράσει, ως συνήθως κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ηλεκτρισμό παραγμένο στην Τουρκία και στη Βουλγαρία από ορυκτά καύσιμα, αφού η ΔΕΗ είχε πρώτα επαναφέρει τσάτρα-πάτρα σε λειτουργία μια λιγνιτική μονάδα που είχε κλείσει με σκοπό τον οριστικό της παροπλισμό.

Ούτε από την άλλη φαίνεται να απασχολεί κανέναν το γεγονός οτι παρά την ώθηση που η ΕΕ και τα ισχυρά κράτη του κόσμου δίνουν στις ΑΠΕ, συνεχίζουν να εφαρμόζουν την ίδια περίπου ενεργειακή πολιτική: Η Γερμανία προωθεί την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στον φτωχό Νότο αλλά δεν διστάζει να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ για τον αγωγό Nord Stream, ενώ καταναλώνει άφθονες ποσότητες άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας· οι χώρες που βασίζονται στην πυρηνική ενέργεια σχεδιάζουν την ανανέωση των αντιδραστήρων τους σαν να μην υπήρξε ποτέ το ατύχημα της Φουκουσίμα· τα ορυκτά καύσιμα, τέλος, παραμένουν οι στρατηγικές πηγές ενέργειας, οι μόνες μέχρι σήμερα ικανές να παράσχουν ενεργειακή ασφάλεια, να υποστηρίξουν τη στρατιωτική ισχύ (άραγε ποια χώρα θα έπαιρνε το ρίσκο να τροφοδοτήσει την πολεμική της βιομηχανία με ρεύμα από ΑΠΕ;) και να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη.

Είναι δηλαδή σαφές πως οι ΑΠΕ αποτελούν επένδυση δίχως κανένα όφελος για τις τοπικές κοινωνίες και τη χώρα, με σημαντικό οικολογικό αποτύπωμα, τόσο άμεσα, διά των ρυπογόνων και βίαιων επεμβάσεων στον τόπο εγκατάστασης και των συνδεόμενων με αυτές υποδομων (διάνοιξη δρόμων, δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος) όσο και μακροπρόθεσμα, εξαιτίας του ρυπογόνου χαρακτήρα του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται. Η πιο ενδιαφέρουσα μάλιστα συνέπειά τους, που τους αφαιρεί και κάθε θετικό οικολογικό πρόσημο, είναι η επίδρασή των ανεμογεννητριών στον υδροφόρο ορίζοντα. Σύμφωνα με μια μελέτη Ελλήνων επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Γεωλογίας, Γ. Στουρνάρα, η λειτουργία των ανεμογεννητριών αποτρέπει την εκδήλωση βροχής και προκαλεί λειψυδρία. Το μόνο στο οποίο χρησιμεύουν είναι ο γρήγορος πλουτισμός αετονύχηδων «επενδυτών», οι οποίοι επενδύουν ελάχιστα και, με τις απαραίτητες πολιτικές «πλάτες», αποκομίζουν υπέρογκα κέρδη δίχως το παραμικρό ρίσκο. Με άλλα λόγια, έχουμε την έκδοση 2.0 του πατροπαράδοτου δεξιού παρασιτισμού και μεταπρατισμού, ο οποίος ευθύνεται ιστορικά, κατά μέγα μέρος, για την οικονομική και τεχνική καχεξία της χώρας, όπως επίσης βέβαια και για την αναποτελεσματικότητα του κράτους.

Πραγματική ατομική ευθύνη…

Η προπαγανδιστική γραμμή σχετικά με την προτεραιότητα στη διάσωση ανθρώπινων ζωών δεν χρησιμεύει μόνο ως ιδεολογικό όπλο ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζοντας τις συγκρίσεις με το Μάτι, αλλά και ως μέσο συγκάλυψης όλων αυτών των ζητημάτων. Το ίδιο κι η σύγκριση με το Μάτι, εξάλλου: διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο Μάτι κάηκε μια ήδη καταπατημένη έκταση, που είχε από καιρό ενταχθεί στον αστικό ιστό, κι όχι παρθένα, λίγο πολύ, κομμάτια δασικής υπαίθρου (όπως στην Εύβοια ή, προηγουμένως, στα Γεράνεια) τα οποία προσφέρουν προοπτικές εκ των υστέρων «αξιοποίησης». Ταυτόχρονα στο Μάτι κάηκαν κατά βάση παραθεριστικές κατοικίες, ενώ στις πρόσφατες πυρκαγιές, κυρίως στην Εύβοια, κάηκαν αγροτικές και κτηνοτροφικές μονάδες, όπως επίσης κι ολόκληρα χωριά, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος –και μάλιστα σε φτωχές περιοχές της χώρας– να χάσει όχι μόνο την πρώτη του κατοικία μα και τη δουλειά του.

Φυσικά ουδείς λόγος πρέπει να γίνει για όλα αυτά, για τον πρόσθετο λόγο πως η ερημοποίηση ενός κομματιού της υπαίθρου που θα προκληθεί από την καταστροφή απλώς θα επιτείνει τους κινδύνους ξεσπάσματος νέων πυρκαγιών. Ιδού πώς σωστά συνδέει τις δύο διαστάσεις του προβλήματος ο Γερμανός καθηγητής που συνέταξε το πόρισμα για την πυρκαγιά στο Μάτι: «Στα Βαλκάνια, την Ελλάδα και την Τουρκία η αστυφιλία συνεχίζεται ακάθεκτη. Η νέα γενιά μετακομίζει στις πόλεις για να βρει δουλειά και καλύτερη ποιότητα ζωής εκεί. Με τους νέους να απομακρύνονται, οι αγροτικές περιοχές γερνάνε. Τα χωριά και οι παλιοί οικισμοί σιγά-σιγά εξαφανίζονται. Αυτό σημαίνει ότι η παραδοσιακά πολύ εντατική χρήση της γης θα πάψει να υπάρχει εκεί. Στη γη που δεν καλλιεργείται, σταδιακά εμφανίζονται αγριόχορτα, θάμνοι, μεμονωμένα δέντρα και τέλος δάση, τα οποία παρέχουν στη φωτιά περισσότερη τροφή από τις εντατικά καλλιεργούμενες γεωργικές περιοχές ή βοσκότοπους. Εάν κάποιος θέλει να κάνει κάτι ενάντια στον κίνδυνο αύξησης των πυρκαγιών, θα πρέπει να εστιάσει στη νότια Ευρώπη, στα μέτρα που αντισταθμίζουν την έξοδο από τις αγροτικές περιοχές».

Η αντιστροφή αυτής της πραγματικότητας πρέπει να γίνει στόχος της ίδιας της κοινωνίας γενικότερα. Και η προσπάθεια αυτή ξεκινά, μεταξύ άλλων, από την αλλαγή της αντίληψης περί ατομικής ευθύνης που προώθησαν οι υποκριτές επιτελάρχες μας. Ενώ κόμπαζαν για υποτιθέμενα ανδραγαθήματα στην πρώτη γραμμή της μάχης, παρακινούσαν τους ντόπιους να εγκαταλείψουν τον τόπο και τα σπίτια τους για να κάνει τη δουλειά της η φωτιά με τις λιγότερες επικοινωνιακές απώλειες για την κυβέρνηση. Τι και αν, παραδοσιακά, όταν οι κάτοικοι έμεναν να προστατέψουν τα σπίτια τους, βοηθούσαν τους πυροσβέστες (αναλαμβάνοντας την κατάσβεση μικρο-εστιών, προσανατολίζοντάς τους σε περιοχές που γνωρίζουν καλά κ.ο.κ.); Πολλώ δε μάλλον που, από την περίοδο Σημίτη κι έπειτα, υπεύθυνη των επιχειρήσεων είναι αποκλειστικά η Πυροσβεστική, σώμα εκπαιδευμένο στην αντιμετώπιση πυρκαγιών εντός αστικού ιστού, κι όχι οι δασικές υπηρεσίες, που γνωρίζουν τις περιοχές αλλά και τις συνθήκες εντός της υπαίθρου. Οι κάτοικοι, «οι τοπικοί αγρότες, οι άνθρωποι που δουλεύουν τη γη, γνωρίζουν τα περάσματα, πού υπάρχουν δρόμοι και πού πηγές νερού και δεξαμενές», είχαν λοιπόν αντικαταστήσει τους δασοπυροσβέστες.

Αντιθέτως, η σημερινή κυβέρνηση, που όλοι αναρωτιόμασταν αν τις μέρες εκείνες ήταν στο Μαξίμου ή στο… Κάϊρο, προωθώντας τις μαζικές εκκενώσεις, στερούσε τη δυνατότητα αυτενέργειας από τους ντόπιους. Σαν να προσπαθούσε δηλαδή να αναδείξει τον ρίψασπη σε μοντέλο υπεύθυνου πολίτη. Ευτυχώς, όμως, πολλοί κάτοικοι αγνόησαν τις εντολές εκκένωσης και έπραξαν το αυτονόητο, κατανοώντας ότι η διάσωση της ζωής χωρίς αυτά που της δίνουν νόημα είναι μια μάταιη προσπάθεια. Και δεν πρόκειται μόνο για το σπίτι ή τη γεωργική εκμετάλλευση που καθένας έχτισε με κόπο και θα κληροδοτήσει στα παιδιά του, αλλά και γενικότερα για τον τόπο ως ζωντανή κοινωνία και κουλτούρα – με λίγα λόγια οτιδήποτε για τους ανθρώπους αυτούς υπερβαίνει τη βιολογική τους ύπαρξη. Ως υπεύθυνοι απέναντι στον εαυτό τους, στους οικείους τους και στον τόπο που τους θρέφει, έμειναν εκεί για να προστατέψουν τα σπίτια τους. Τη σημασία και χρησιμότητα της στάσης τους αναγκάστηκε να παραδεχτεί μέχρι κι ο φιλοκυβερνητικός Τύπος.

…απέναντι στον ανέμελο μηδενισμό

Αν αυτή τη στιγμή ερχόταν εδώ ο Μητσοτάκης ή ο Χαρδαλιάς θα έπρεπε να έχουν μαζί πέντε διμοιρίες ΜΑΤ. Σας το λέω εγώ που είχα ψηφίσει τη Νέα Δημοκρατία. Έχω απογοητευτεί όσο δεν παίρνει.

Ένα ακόμα στοιχείο που καθιστά την αντιμετώπιση των πρόσφατων πυρκαγιών ιστορική πρεμιέρα είναι και το γεγονός πως δεν υπήρξε ούτε μία παραίτηση ή αποπομπή των υπευθύνων (όπως π.χ. είχε γίνει στο Μάτι). Επιπλέον, ο πρωθυπουργός έδωσε επίσημη συνέντευξη Τύπου όλος χαμόγελα, τη στιγμή που τα αρμόδια υπουργεία εξέδιδαν ανακοινώσεις σουρεαλιστικού περιεχομένου, σε ύφος Βύρωνα Πολύδωρα, με ασυναρτησίες για μάνικες κι επιτελικές πυροσβεσίες. Το «ανέμελο» και «τουριστικό» αυτό στυλ, που το γνωρίσαμε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας (με κάθε είδους προκλητικές δηλώσεις μητσοτακικών πρωτοπαλίκαρων απ’ τον Γεωργιάδη ως τον Κυρανάκη), είναι έκφραση μιας αποθρασυμένης νεοφιλελεύθερης αντίληψης που βλέπει ότι η κοινωνία τής επιτρέπει παντός είδους απρέπεια κι έτσι δεν νιώθει υποχρεωμένη να τηρήσει ούτε καν τους τύπους του κοινοβουλευτικού πρωτοκόλλου, έτσι για ξεκάρφωμα – εν προκειμένω την καρατόμηση κάποιου μεγαλόσχημου μετά από μια τεραστίων διαστάσεων φυσική καταστροφή. Ακόμα κι αν ο ανασχηματισμός-φάρσα που έγινε ένα μήνα αργότερα, απέπεμψε ή υποβάθμισε τους Χαρδαλιά και Χρυσοχοΐδη, επισήμως τονίστηκε πως «δεν είχε τιμωρητικό αλλά προωθητικό χαρακτήρα» και δεν σχετιζόταν με τις πυρκαγιές. Να σημειωθεί, δε, ότι η δημιουργία του περίφημου Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας, που υποτίθεται πως αποτελούσε τη βασική συμβολή του εν λόγω ανασχηματισμού, ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα για να πληγεί ο ΣΥΡΙΖΑ (μέσω της «μεταγραφής» του Ε. Αποστολάκη). Μόλις ο τελευταίος αποσύρθηκε, η κυβέρνηση απέσυρε και τα σχέδια για την ίδρυση του εν λόγω υπουργείου (επαναφέροντάς τα, στη συνέχεια, μπροστά στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν). Με άλλα λόγια, ακόμα κι εδώ το μόνο που ξέρει να κάνει το περιλάλητο επιτελικό κράτος είναι «επικοινωνία» και μικροκομματικός πόλεμος χαρακωμάτων.

Ιδού τι έγραψε τις ημέρες της πυρκαγιάς ο μουσικός Μιχάλης Δέλτα για νεοδημοκράτες[9] ακολούθους του λογαριασμού του στο Facebook: «νόμιζα πως ξεφύλλιζα παλιά τεύχη του περιοδικού ΝITRO. Καμία ανάρτηση για τις βιβλικές πυρκαγιές, όλοι ήταν τύπου marketing assistant, όλοι μάνατζερ, τεχνοκρατισμός, νεοπλουτισμός με κοκταίηλ σε λουξ σαλόνια ή παραλίες, κάτι αφηρημένες τέχνες και εικαστικά, όλοι με χαμόγελα και σέλφι στην κοσμάρα των πλουσίων που δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα, φρύδια ανασηκωμένου ναρκισσισμού, παγερή αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, καμία ενσυναίσθηση, ανθρωπιά, κίνηση αλληλεγγύης. Λες και δεν ζούνε στον ίδιο κόσμο με τα γεγονότα» (ανάρτηση στο Facebook, 8/8/2021). Δυστυχώς για τη χώρα, η εκλογική πελατεία της ΝΔ δεν εξαντλείται σε αυτά τα προνομιούχα –ή wannabe προνομιούχα– στρώματα.

Δεν είναι, για παράδειγμα, μόνον οι πλούσιοι, όπως στους Θρακομακεδόνες και στη Βαρυμπόμπη ή παραδοσιακά «δεξιές» περιοχές (σαν τη Μάνη), αλλά και λαϊκές περιοχές, που, ενώ ψήφισαν ΝΔ το 2019 –συχνά ως αντίδραση στην απογοήτευση από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ– τώρα εξανίστανται και βρίζουν τον Μητσοτάκη (βόρεια Εύβοια, γύρω από την Ιστιαία, Ηλεία, Γορτυνία)[10]. Προφανώς η εξ αριστερών κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ περιέχει σημαντικές δόσεις αλήθειας: σηκώνοντας υπερβολικά τον πήχη των προσδοκιών που τελικά διεύψευσε, ο ΣΥΡΙΖΑ εμπέδωσε ακόμα περισσότερο ένα κλίμα κυνισμού και μηδενισμού, το οποίο εκ των πραγμάτων ευνοεί τις πιο διεφθαρμένες πολιτικές δυνάμεις, εν προκειμένω τη ΝΔ που αποτελεί πλέον μετεξέλιξη του παλιού δικομματικού κατεστημένου. Αντίστοιχα, σε μεγάλο βαθμό έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που χρεώνει τη δημοσκοπική κυριαρχία της ΝΔ στις συνθήκες «μηντιακής χούντας» που βιώνει η χώρα. Εντούτοις –πράγμα που αδυνατεί, για δομικούς λόγους, να δει η Αριστερά σε όλες της τις εκδοχές (απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους αριστεριστές)– ο λαός δεν είναι μια άμορφη μάζα που μπορεί να διαμορφώνουν κατά βούληση ο Τσίπρας κι ο κάθε άλλος αρχηγός μεγάλου κόμματος ή πρωθυπουργός ή τα ΜΜΕ. Αντιθέτως, συνιστά ενεργό υποκείμενο της ιστορίας, έστω κι αν στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ενεργεί άνευ λόγου γνώσεως, με καθαρά ανορθολογικό και συχνά αυτοκαταστροφικό τρόπο – ειδικά σε περιοχές σαν την Ελλάδα οι οποίες ουδέποτε γνώρισαν τη χειραφετητική και δημοκρατική παράδοση των δυτικών χωρών, εντός των οποίων ο λαός όρθωσε ανάστημα ενάντια στην εκάστοτε εξουσία και κατέκτησε δικαιώματα κι ελευθερίες.

Η νίκη της ΝΔ το 2019 συνιστά κατεξοχήν δείγμα μιας τέτοιας αυτοκαταστροφικής λογικής. Για να εκφράσει την οργή του για τις διαψευσμένες ελπίδες, ένα κομμάτι της κοινωνίας ευθυγραμμίστηκε με τις γνωστές παρασιτικές μερίδες που αποτελούν παραδοσιακά εκλογική πελατεία της Δεξιάς, κι έφερε στην εξουσία ένα υπερχρεωμένο κόμμα, με βεβαρυμμένο παρελθόν διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, του οποίου ηγείται ένας άεργος κι υπερχρεωμένος γόνος με στενότατες σχέσεις με το εγχώριο –και όχι μόνο– επιχειρηματικό κατεστημένο (από τη Siemens και τη Novartis μέχρι τον Μαρινάκη κι εφοπλιστές σαν τον Λασκαρίδη). Το λεγόμενο «αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» θρέφεται από ένα βαθύ μίσος για το κόμμα που κυβέρνησε λιγότερο κατά τη Μεταπολίτευση και (έστω, επειδή δεν είχε τον χρόνο) υπήρξε το λιγότερο διεφθαρμένο. Ταυτόχρονα δίνει μια άνευ προηγουμένου ασυλία σε μια κυβέρνηση που συστηματικά λεηλατεί τη χώρα και διαλύει τις όποιες δομές αξιοκρατίας δημιουργήθηκαν μετά κόπων και βασάνων εντός του τριτοκοσμικού νεοελληνικού κράτους, συχνά υπό την πίεση των επιβαλλόμενων μνημονιακών πολιτικών. Είτε πρόκειται για συμφεροντολόγους «κεντρώους», που απλώς πίστεψαν τις υποσχέσεις για μείωση φόρων και «ανάπτυξη», είτε για απογοητευμένα λαϊκά στρώματα, όλοι τους έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια.

Διόλου τυχαίο που το κοινωνικό «ξεμπούκωμα» που έλαβε χώρα με τα –έξοχα από σουρεαλιστικής απόψεως– «Μητσοτάκη ΓΑΜΙΕΣΑΙ» (αλλά και το πιο ακροδεξιό «Μητσοτάκη ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ») και το οποίο συνιστά οδό αποφόρτισης μετά από 2 χρόνια πανδημίας και εγκλεισμών, μετεξελίχθηκε γρήγορα σε συνολική, απολιτίκ, απόρριψη των κομμάτων – είδαμε να κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μέχρι και εικόνα με τον Μητσοτάκη δίπλα στον Τσίπρα, συνοδευόμενη από το γράφημα «Δεν είναι αθώοι» (που κυκλοφόρησε αρχικά με αφορμή τη δίκη της Χρυσής Αυγής). Διόλου απίθανο η αντίδραση να πάρει ακροδεξιά χαρακτηριστικά που θα θυμίζουν τον οχλοκρατικό αντικοινοβουλευτισμό της «Πάνω» πλατείας Συντάγματος, κατά τη διάρκεια του Κινήματος των Πλατειών: συλλήβδην καταδίκη των «πολιτικών» ως «προδοτών», εθνοπατριωτικά συνθήματα, αναμεμειγμένα, πλέον, με την αντιεμβολιαστική παράνοια. Γι’ αυτό και στη συγκέντρωση που κάλεσαν αριστερίστικες οργανώσεις στο Σύνταγμα, στις 9 Αυγούστου, δεν υπήρξε η παραμικρή συμμετοχή της κοινωνίας, σε αντίθεση με τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις μετά τις πυρκαγιές του 2007. Πρόκειται για ξέσπασμα μικροαστικής οργής, προϊόν περισσότερο επίγνωσης ότι οι συμφεροντολογικές εκλογικές μας επιλογές αποδείχθηκαν λανθασμένες, παρά επιθυμίας για κοινωνική δικαιοσύνη. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο πως η ΝΔ θα βγει χαμένη από αυτή την εξέλιξη, καθότι ο ΣΥΡΙΖΑ –επειδή, εν προκειμένω, αποφεύγει, πολύ ορθά, να λαϊκίσει πάνω στ’ αποκαΐδια– αδυνατεί να δώσει σοβαρό πολιτικό περιεχόμενο και κατεύθυνση στη διάχυτη αγανάκτηση.

Τι είδους σχέση με τη φύση επιθυμούμε;

Βέβαια, η αντιστροφή της επιταχυνούμενης πορείας προς την οικολογική καταστροφή δεν περνά μέσα από την αλλαγή κυβερνώντος κόμματος. Το οικολογικό ζήτημα γίνεται πλέον όλο και πιο επείγον και είναι προφανές πως οι τραγωδίες που προμηνύονται πολύ δύσκολα θ’ αποφευχθούν. Ωστόσο, ενώ υπάρχει μια γενικότερη συναίνεση γύρω από την ιδέα οτι το σύγχρονο μοντέλο ζωής σπαταλά με γοργούς ρυθμούς τους φυσικούς πόρους κι εξαντλεί τις αντοχές της, δυσκολευόμαστε ακόμα να δεχθούμε πως η κουλτούρα που μας κληροδότησε ο βιομηχανικός καπιταλισμός (ανάπτυξη άνευ όρων και ορίων, πρόοδος της τεχνικής και της επιστήμης, συνεχής άνοδος του βιοτικού επιπέδου και αύξηση του γενικότερου κοινωνικού πλούτου), δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τα όρια της φύσης. Ούτε βέβαια ότι τ’ αποτελέσματα της μεταμοντέρνας, σύγχρονης μετεξέλιξης αυτής της κουλτούρας, τουτέστιν ένας συνδυασμός καταναλωτικής φρενίτιδας και χυδαίας ατομικίστικης ευδαιμονίας, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση ν’ αντισταθμιστούν από τα ημίμετρα των διεφθαρμένων και ανίκανων ελίτ, τις κατ’επίφαση οικολογικές πρωτοβουλίες άπληστων κατα βάθος επενδυτών και πολυεθνικών και τις άχαρες –βιομηχανικού άλλωστε τύπου– εγκαταστάσεις των ΑΠΕ.

Η κοινωνία συνεχίζει λοιπόν ν’ αντικρίζει το ζήτημα παραμένοντας εντός του ίδιου αξιακού πλαισίου στο οποίο αυτό δημιουργήθηκε. Παραμυθιαζόμαστε ότι η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από την ηλεκτροκίνηση θα μας απαλλάξει από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, τη στιγμή που, αφενός, τα μέσα παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξόχως αντιοικολογικά, τόσο στο στάδιο της κατασκευής όσο και κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους μα και μετά την απόσυρσή τους. Αφετέρου, καμία σοβαρή τεχνολογική καινοτομία ικανή να αντικαταστήσει δομικά τα ορυκτά καύσιμα ως αξιόπιστη πηγή ενέργειας –γενικότερα, αλλά και ηλεκτρικής ειδικότερα– δεν έχει παρουσιαστεί. Για παράδειγμα, ενα τέτοιου είδους επίτευγμα θα ήταν η εξαγωγή του υδρογόνου από το νερό χωρίς την προϊούσα χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες – όλες οι έρευνες προς την κατεύθυνση αυτή έχουν προσώρας αποτύχει. Έτσι βολευόμαστε με την αυταπάτη πως η επέκταση της χρήσης των νέων, «έξυπνων» και «καθαρών» τεχνολογιών σε όλους τους τομείς θα συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος, τη στιγμή που οι συσκευές των τεχνολογιών αυτών αποτελούνται από εξαιρετικά ρυπογόνα υλικά και τα δίκτυα στα οποία συνδέονται είναι τρομερά ενεργοβόρα. Ή πως η αλλαγή ορισμένων καθημερινών μας συνηθειών θα συμβάλει στη μείωση του οικολογικού μας αποτυπώματος, τη στιγμή που φοράμε ρούχα που ράφτηκαν στο Βιετνάμ, τρώμε φρούτα που παρήχθησαν στην Αφρική, χρησιμοποιούμε ηλεκτρικά ποδήλατα και πατίνια που κατασκευάστηκαν (και πάλι από ρυπογόνα και σπάνια μεταλλεύματα) στην Κίνα και ομνύουμε στην παγκοσμιοποίηση και στο παγκόσμιο εμπόριο ως εγγυητές του επίγειου καταναλωτικού μας παράδεισου. Εξάλλου, η αναζήτηση μιας ισορροπημένης σχέσης με τη φύση σκοντάφτει σε μια σειρά αντιφάσεων της σύγχρονης κοινωνίας: Αποπροσανατολισμός της τεχνοεπιστήμης, παρακμή της καπιταλιστικής οικονομίας, πολιτική κρίση και εσωτερική αποσταθεροποίηση όχι μόνο ολόκληρων περιφερειών εκτός Δύσης αλλά ακόμα και εύρωστων δυτικών κρατών, υπερπληθυσμός, γεωπολιτικές συγκρούσεις με πολλαπλό περιεχόμενο (θρησκευτικό, οικονομικό, ελέγχου φυσικών πόρων).

Σημαίνουν όμως όλα αυτά πως πρέπει να εγκαταλειφθεί συλλήβδην η ιστορική πρόοδος (με ή χωρίς εισαγωγικά) που έχει κάνει η ανθρωπότητα, έστω και εάν αυτή επετεύχθη σε μια κατά βάση ανταγωνιστική σχέση με τη φύση; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να βασανίζει κάθε πολιτική δύναμη πραγματικά οικολογική, που αντιλαμβάνεται την οικολογία υπό το πρίσμα της από-ανάπτυξης: δηλαδή ως ριζικό μετασχηματισμό αλλά και περιορισμό των ακόρεστων αναγκών της σημερινής ανθρωπότητας. Εύκολα μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να παρεκτραπεί προς «βουκολικές» ονειροπολήσεις συνολικής απόρριψης της «βιομηχανικής κοινωνίας» και του «τεχνικού πολιτισμού». Κι όχι εντελώς άδικα, εξάλλου. Η σχέση των χωρικών της Βόρειας Εύβοιας, για παράδειγμα, με τον τόπο τους, με το δάσος και συνολικότερα με τη φύση είναι απείρως πιο οικολογική από εκείνη του αστικοποιημένου πληθυσμού. Ωστόσο, ακόμα και ο πιο μικρός ρητινοπαραγωγός ή μελισσοκόμος της Εύβοιας εξαρτά την αξιοπρεπή του διαβίωση πολύ περισσότερο από τα αγαθά της βιομηχανικής κοινωνίας και πολύ λιγότερο από τα αγαθά που του προσφέρουν τα δάση του τόπου του. Και ταυτόχρονα ξέρουμε πως πολλά από τα μοντέλα εναλλακτικής οργάνωσης του οικονομικού κύκλου μιας κοινότητας είναι όχι μόνο βασισμένα στις ευεργετικές κατακτήσεις της βιομηχανικής κοινωνίας αλλά αναγκάζονται να περιλάβουν πολλά από τα ρυπογόνα μέσα και δυνατότητες που μας προσφέρει αυτή, έστω και αν η χρήση που τους αναλογεί είναι δραστικά περιορισμένη[11].

Χρειαζόμαστε δηλαδή μια τεράστια δουλειά ανασύνθεσης των δυνατοτήτων που έχουν ήδη κατακτηθεί και δημιουργίας νέων, με τρόπο που θα λύνουν, τουλάχιστον, τα πιο επείγοντα και καίρια αδιέξοδα της σημερινής κοινωνίας. Πρόκειται για ένα τιτάνιο έργο, το οποίο, όπως έχουμε αναλύσει και σε άλλα κείμενά μας, αντιστοιχεί στην ανάδυση μιας νέας κουλτούρας και του σύστοιχού της νέου τύπου ανθρώπου[12]. Είναι εκείνο της ανάπτυξης μιας άλλης σχέσης με την κοινωνία, τη φύση και την ίδια την εμπειρία της ζωής. Είναι, για παράδειγμα, η ανάπτυξη μιας κουλτούρας λιτού βίου σ’ ένα πλαίσιο δημοκρατικό και εξισωτικό, μέσα από μια ηθελημένη πτώση του βιοτικού επιπέδου και την εγκατάλειψη πολλών ψευδεπίγραφων αναγκών (όπως το εξοχικό στην Αίγινα, η μηχανή υψηλού κυβισμού και τα ακριβά δείπνα, για τα οποία επίσης είναι γνωστός ο πρώην υπουργός που ‘χε μιλήσει περί «λιτού βίου»!), όπου οι απώτερες στοχεύσεις της ζωής, οι λόγοι για τους οποίους κανείς αξίζει να ζήσει και να κοπιάσει, να είναι άλλες από τη συσσώρευση πλούτου, νομαδικών-τουριστικών εμπειριών (που απαιτούν διαρκή μετακίνηση) και άψυχων μαραφετιών. Μιας κουλτούρας όπου η –άλλωστε ψευδεπίγραφη, όπως προσφάτως είδαμε– κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση και στον κόσμο θ’ αντικατασταθεί από τον σεβασμό των ορίων και τον αυτοπεριορισμό. Μιας κουλτούρας εντός της οποίας η επιδίωξη για δύναμη, που σε μεγάλο βαθμό είναι εγγενής στον ανθρώπινο ψυχισμό και εν πολλοίς τροφοδοτεί την κοινωνική ανισότητα και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις (κι αυτές με τη σειρά τους –μέσω της πρωτόγνωρης δυνατότητας πραγμάτωσης που έδωσε η νεωτερικότητα σε αυτές τις τάσεις παντοδυναμίας– φαινόμενα όπως η αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων, η αύξηση του πληθυσμού, η ανεξέλεγκτη επέκταση της τεχνοεπιστήμης και των παραγωγικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη φονικών όπλων), θα μετριάζεται από μια ισορροπημένη διαχείριση του ανταγωνιστικού στοιχείου και του συγκρουσιακού χαρακτήρα των ανθρώπινων σχέσεων, θα διοχετεύεται προς άλλες, ενδεχομένως δημιουργικές κατευθύνσεις.


[1] Πρόκειται για τον διευθυντή του Global Fire Monitoring Center, καθηγητή Dr. Johann Georg Goldammer.

[2] «Όσο για την πυροσβεστική υπηρεσία, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά εκτίμησε τις ανάγκες της γύρω στα 15 εκατομμύρια ευρώ. Από τον προϋπολογισμό που εκτελείται έλαβε μόλις 1,7 εκατομμύρια. Επίσης στην πυροσβεστική υπηρεσία υπάρχουν 4.000 κενές θέσεις, ενώ καλά κρατεί το σύστημα των εποχικών υπαλλήλων που επιστρατεύονται για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Σύμφωνα επίσης με στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου προϋπολογισμού η Πυροσβεστική Ακαδημία ενισχύθηκε με το …υπέρογκο ποσό των 34.000 ευρώ ενώ δεκα χιλιάδες λιγότερα, 24.000 ευρώ, πήρε το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Διαχείρισης των Κρίσεων».

[3] Το κυνήγι των πολιτικών της αντιπάλων ακόμα και την ώρα της μάχης παρέμεινε πρώτη προτεραιότητα για την ελληνική Δεξιά, τη στιγμή μάλιστα που Έλληνες πολίτες σε όλες τις πληγείσες περιοχές χειροκροτούσαν τις ξένες πυροσβεστικές δυνάμεις σαν σωτήρες: τη στιγμή δηλαδή που η πρωτοφανής ανικανότητά της κυβέρνησης εξαφάνιζε ακόμα και τα ψήγματα κύρους που διαθέτει το ελληνικό κράτος στα μάτια των πολιτών του. Και παρά την αδυναμία τους ν’ αντιμετωπίσουν την καταστροφή, δεν κύρηξαν τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης προκειμένου να λάβουν την πολύ σημαντικότερη διεθνή συνδρομή που συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ακόμη και το επίσημο αίτημα για βοήθεια, στο πλαίσιο του σχετικού μηχανισμού της ΕΕ, εστάλη καθ’ όλες τις ενδείξεις με καθυστέρηση.

[4] Οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν αφορούν σε καμία περίπτωση ευφάνταστα σενάρια. Αρκετά δημοσιεύματα του οικονομικού τύπου κατά τους τελευταίους μήνες κατονόμαζαν την Εύβοια ως επενδυτικό Ελντοράντο για τις ΑΠΕ. Και βέβαια, δήμοι που καταστράφηκαν από τις φωτιές είχαν με απόφασή τους απορρίψει τις αδειοδοτήσεις της ΡΑΕ για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στις περιοχές τους.

[5] Οι οποίοι, εν προκειμένω, έχουν εξαγοράσει τις μεγαλύτερες εγχώριες κατασκευαστικές εταιρίες κι έτσι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αγορά των ΑΠΕ. Το στοιχείο αυτό, φυσικά, καθιστά την Ελλάδα μπανανία με τη στενή έννοια του όρου, εφόσον φέρνει στο νου την οικονομική αποικιοποίηση της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής από τις αμερικανικές εταιρίες, η οποία οδήγησε στη δημιουργία του όρου «δημοκρατία της μπανανίας [Banana republic]».

[6] Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ακτογραμμή της Ελλάδας είναι τεράστια και οι θαλάσσιες εγκαταστάσεις θα γλίτωναν τα δάση, η επίγεια εγκατάσταση των ανεμογεννητριών προτιμάται λόγω του μικρότερου κόστους. Από την άλλη, η επίγεια εγκατάσταση, λόγω της πολυπλοκότητάς της, αποφέρει οφέλη και στους μεσάζοντες της επιτελικής μαφίας.

[7] Φημολογείται πως αυτή ακριβώς θα είναι και η μέθοδος κατασίγασης της λαϊκής οργής. Σκέρτσος και Αμυράς έχουν ξεκινήσει τις ινκόγκνιτο επισκέψεις στις πληγείσες περιοχές και μοιράζουν υποσχέσεις πρόσληψης στις εγκαταστάσεις των αιολικών πάρκων.

[8] Πρόκειται για τον νόμο 4865/2020 και την εφαρμοστική απόφαση της 4/7/2020 η οποία αίρει την αποδεικτική ισχύ όλων των δασικών χαρτών, κυρωμένων και μη, και μάλιστα αναδρομικά.

[9] «Διέγραψα από την προσωπική σελίδα μου περισσότερα από 300 προφίλ «φίλων» υποστηρικτών της Νέας Δημοκρατίας. Τα κοίταξα ένα ένα. Ποτέ δεν ήταν ενεργοί στη σελίδα, λες και τους έβλεπα για πρώτη φορά».

[10] Σε όλες τις πληγείσες περιοχές πρώτο κόμμα ήταν η ΝΔ στις εκλογές του 2019, με ποσοστά που κυμαίνονται από 55% (Θρακομακεδόνες) μέχρι 35% στην Αρχαία Ολυμπία. Μάλιστα στα Βίλια η πολιτική μεταστροφή του εκλογικού σώματος υπήρξε εντυπωσιακή, αφού έδωσε την πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015 με 37% και στη ΝΔ στις εκλογές του 2019 με 44%. Μόνη εξαίρεση, ο δήμος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας, όπου πρώτος σε ψήφους ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

[11] Πολλά ορθολογικά μοντέλα παραγωγής ενέργειας από ήπιας ισχύος ΑΠΕ προβλέπουν και τη χρήση ορυκτών καυσίμων για τις δύσκολες μέρες. Απόλυτα λογικό μέτρο. Ετσι, όλη η αλυσίδα εξόρυξης, παραγωγής και διανομής τους θα πρέπει να παραμείνει, έστω και εξαιρετικά συρρικνωμένη, σχετικά άθικτη. Με δεδομένη όμως τη σημερινή φύση της, πώς θα παραμένει λειτουργική και αποτελεσματική αν δεν είναι σε μόνιμη λειτουργία;

[12] Βλ. «Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές προεκτάσεις του», Πρόταγμα, τεύχος 9, Ιούλιος 2016.

Posted in Ανακοινώσεις | 4 Σχόλια

Μια κριτική ματιά στον σύγχρονο φεμινισμό (με αφορμή την εμφάνιση του ελληνικού #metoo)

*Προδημοσίευση αποσπάσματος από το editorial του επόμενου (12ου) τεύχους του Προτάγματος

Τις τελευταίες εβδομάδες οι μαζικές επώνυμες καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και βιασμούς –η αναπάντεχη εμφάνιση, εν ολίγοις, μιας ελληνικής εκδοχής του #metoo– άνοιξε τη συζήτηση γύρω από την ατιμωρησία των σεξουαλικής φύσης εγκλημάτων, το πότε και πώς θα πρέπει αυτά να καταγγέλλονται, τη στάση των θυμάτων αλλά και του κοινωνικού τους περίγυρου, καθώς και για τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία – και δη σε εργασιακούς χώρους σαν αυτούς του θεάματος, του πολιτισμού και του αθλητισμού. Εν μέσω αυτής της επικαιρότητας, δραττόμαστε της ευκαιρίας για να συμπυκνώσουμε κάποιες βασικές μας ιδέες για τον σύγχρονο φεμινισμό και το πώς αυτός αντιλαμβάνεται τις σχέσεις των δύο φύλων.

«Κουλτούρα του βιασμού» ή γυναικεία χειραφέτηση;

Αντιθέτως με ό,τι συνήθως γράφεται –και, κυρίως, με ό,τι υποστηρίζει ο σύγχρονος φεμινισμός– όχι μόνο δεν ζούμε σε κοινωνίες πατριαρχικές, μα και τα ανδρικά προνόμια που ακόμη επιβιώνουν βρίσκονται υπό αργή αλλά σταθερή υποχώρηση. Η τεράστια διάδοση και δημοσιότητα που έλαβε το #metoo συνιστά δείγμα αυτής της τάσης: οι γυναίκες όχι μόνο θεωρούν πλέον όλο και λιγότερο ότι είναι υποχρεωμένες να προσφέρουν σεξουαλικά ανταλλάγματα για την επαγγελματική τους επιτυχία και την κοινωνική τους άνοδο, μα βγαίνουν πλέον και καταγγέλλουν δημοσίως και μαζικά τους μεγαλόσχημους και ισχυρούς άνδρες που τους τα ζητούν, ξεπερνώντας τον φόβο, τη ντροπή ή ακόμα και τις ενοχές. Αντιστοίχως, όπως τεκμηριώνεται από πολλές έρευνες αλλά και στοιχειώδεις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, παρά το γεγονός πως πολλά ανδρικά προνόμια συνεχίζουν να διαιωνίζονται (άνισος καταμερισμός των δουλειών του νοικοκυριού μέσα στην οικογένεια, μισθολογικές διαφορές ανάμεσα στα φύλα κ.ο.κ.), την τελευταία πεντηκονταετία οι άνδρες έχουν χάσει πολλά από τα παραδοσιακά τους προνόμια. Εξάλλου η κοινωνική τους θέση αντικειμενικά αποδυναμώνεται μέσα σε κοινωνίες που εξαρτώνται όλο και λιγότερο από το στοιχείο της σωματικής δύναμης για την καθημερινή λειτουργία και την αναπαραγωγή τους.

Σε επίπεδο αρχών πρόκειται για μια πολύ ευχάριστη εξέλιξη για κάθε υπέρμαχο της κοινωνικής ισότητας, εφόσον δεν μπορεί να υφίσταται ισότητα και δημοκρατία όταν περίπου τα μισά μέλη μιας κοινωνίας είναι υποταγμένα στα υπόλοιπα μισά. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει ορισμένες προβληματικές πτυχές, μέσω των οποίων εκφράζονται ορισμένα βασικά ελαττώματα του σύγχρονου φεμινισμού.

Ένα από τα κυριότερα είναι η αδυναμία των περισσότερων φεμινιστριών –και δη των πιο «ριζοσπαστικών» εκδοχών φεμινισμού– ν’ αποτιμήσουν ορθολογικά την κατάσταση εντός των σημερινών κοινωνιών. Διαβάζοντας τις διατυπώσεις τους περί «πατριαρχίας», «κουλτούρας του βιασμού» κι όλων των συναφών, αποκομίζουμε την εντύπωση πως από τον Μεσαίωνα ως σήμερα δεν συντελέστηκε η παραμικρή αλλαγή. Θαρρεί κανείς, διαβάζοντας τις περισσότερες φεμινιστικές αναλύσεις, ότι ακόμα κι αν οι πιο κραυγαλέες εκδοχές καταπίεσης κι εκμετάλλευσης των γυναικών δεν υφίστανται πια, ωστόσο το μόνο που άλλαξε είναι το περιτύλιγμα κι οι επίσημες θεσμικές μορφές. Στην ουσία τους οι σημερινές κοινωνίες παραμένουν κοινωνίες εντός των οποίων οι άνδρες εξουσιάζουν πλήρως τις γυναίκες, χρησιμοποιώντας τες ως πειθήνια εργαλεία αναπαραγωγής, αποκόμισης σεξουαλικής ευχαρίστησης και απλήρωτης οικιακής εργασίας. Σύμφωνα με την κυρίαρχη φεμινιστική αφήγηση είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ οι αγώνες των γυναικών κατά τον 20ό αιώνα, από τις σουφραζέτες ως τις φεμινίστριες της δεκαετίας του ’60 και των επόμενων γενεών· σα να μην άλλαξαν καθόλου τα ήθη και το νομοθετικό πλαίσιο για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων.

Αυτό που ουσιαστικά αποκρύπτεται είναι ότι οι σημερινές δυτικές κοινωνίες, παρ’ ό,τι φυσικά δεν έχει επιτευχθεί η πλήρης ισότητα ανάμεσα στα φύλα, συγκαταλέγονται στις πιο εξισωτικές που υπήρξαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες εντός των οποίων τα κατάλοιπα των ανδρικών προνομίων που ακόμη υφίστανται, βρίσκονται σε μια φάση βαθμιαίας και σταθερής υπονόμευσης, ειδικά από την δεκαετία του ’60 κι έπειτα. Εξάλλου, ακόμα και πριν τον 20ό αιώνα και την επίσημη εμφάνιση του γυναικείου κινήματος, η ίδια η νεωτερικότητα συνιστά μια σταδιακή πορεία απελευθέρωσης του ατόμου από τις προνεωτερικές καταπιεστικές δομές κάθε είδους. Οι αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα που καθόρισαν τούτη την πορεία, έμπρακτη έκφραση της «δημοκρατικής επανάστασης» του Τοκβίλ και αυτού που ο Καστοριάδης αποκαλούσε «πρόταγμα της αυτονομίας», σταδιακά οδήγησαν στην κατάρρευση όλων των εκδοχών του λεγόμενου Παλαιού Καθεστώτος, δηλαδή της πατριαρχίας: της κυριαρχίας καστικών και φυλετικού τύπου δομών, οι οποίες καθυποτάσσουν πλήρως το άτομο στην εξουσία του «πατριάρχη», δηλαδή του αρχηγού της διευρυμένης οικογένειας, που κληροδοτεί την εξουσία του στον αρσενικό πρωτότοκο και διατηρεί απόλυτο έλεγχο επί της ζωής της γυναίκας και των θυγατέρων του. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για κάθε άλλη δομή που αντιγράφει το μοντέλο αυτό[1].

Είναι προφανές ότι σε κοινωνίες σαν την ελληνική, που βρίσκονται στη δυτική περιφέρεια και αποτελούν προϊόν μιας εντελώς διαφορετικής ιστορικής διαμόρφωσης, τα πατριαρχικά κατάλοιπα είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι μέσα στις δυτικές χώρες. Ωστόσο, στις μέρες μας, κάτι τέτοιο μεταφράζεται απλώς σε πολύ μεγάλο χάσμα μεταξύ παλαιότερων και νεότερων γενεών, καθώς οι τελευταίες –και ειδικά όσες ζουν στις μεγάλες πόλεις– δεν υστερούν σε προσλαμβάνουσες από τις αντίστοιχες δυτικές. Ακόμα και στο «ελληνιστάν», οι τελευταίες γενιές έχουν κάνει πολύ σημαντικά άλματα προόδου και απομάκρυνσης από πατριαρχικά πλαίσια, με αποτέλεσμα οι διαφορές με τη Δύση να είναι όλο και περισσότερο ποσοτικού τύπου κι όχι ουσίας. 

Θυματικός φεμινισμός;

Το φεμινιστικό κίνημα, λόγω της φύσης του, αντιμετώπισε λιγότερη κρατική καταστολή και βία από άλλα κοινωνικά κινήματα της νεωτερικότητας· ακόμα κι έτσι, όμως, η γενναιότητα των δύο πρώτων κυμάτων του φεμινισμού είναι χαρακτηριστική: παρ’ ό,τι επρόκειτο και τότε κυρίως για γυναίκες των ανώτερων τάξεων, πάλεψαν στην καθημερινή ζωή για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και την κατάκτηση ολοένα και μεγαλύτερων ελευθεριών, παρά την ψυχολογική και σωματική βία που υφίσταντο συχνά μέσα στις ίδιες τους τις οικογένειες.

Αντιθέτως οι σημερινές φεμινίστριες δίνουν την εντύπωση πως επιδιώκουν την κατάκτηση της πλήρους ισότητας μεταξύ των φύλων δίχως να είναι διατεθειμένες να παλέψουν γι’ αυτό. Εξ ου κι η «τεχνοκρατική» τροπή που πολύ συχνά λαμβάνει ο σημερινός φεμινισμός: έχει κανείς την εντύπωση πως δεν πρόκειται για κοινωνικό κίνημα, αλλά για ένα σύμπλεγμα από ΜΚΟ που, ως ομάδα πίεσης, απλώς επιζητά να επηρεάσει το κράτος και τους εκάστοτε οργανισμούς και ανεξάρτητες αρχές, με σκοπό την ψήφιση νόμων και εφαρμογή ρυθμιστικών πλαισίων και κανόνων. Είναι προφανές πως, αν και οι καταγγελίες τύπου me too ανήκουν σε αυτό το πλαίσιο, έχουν αναμφισβήτητα κάτι το θετικό, εφόσον ξεμπροστιάζουν όσους εκμεταλλεύονται την όποια εξουσία διαθέτουν. Ωστόσο, δίχως αγώνα σε καθημερινό επίπεδο, οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες δεν αλλάζουν, κι οι όποιοι νόμοι και εκ των υστέρων καταγγελίες παραμένουν κενό γράμμα – ειδικά στην περίπτωση ενός κινήματος σαν το φεμινιστικό που, εκ των πραγμάτων, λόγω του ότι άπτεται ζητημάτων κουλτούρας και καθημερινής ζωής, η στάση των ατόμων κατά την καθημερινή ζωή λαμβάνει πρωτεύοντα ρόλο.

Όταν μιλάμε για την ανάγκη αγώνων σε καθημερινή βάση δεν απαιτούμε προφανώς να μαθαίνουν όλες οι φεμινίστριες πολεμικές τέχνες (όπως οι Αγγλίδες σουφραζέτες των αρχών του 20ού αιώνα που μάθαιναν ζίου ζίτσου[2]) ούτε απαραιτήτως να οπλοφορούν[3]. Ωστόσο θα πρέπει να είναι σαφές ότι καμία καταπιεζόμενη ή περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα δεν κέρδισε ποτέ δικαιώματα ή καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής δίχως αγώνα. Διότι η ιστορία της ελευθερίας είναι η ιστορία των κοινωνικών αγώνων που την επέκτειναν και την εμπέδωσαν. Γι’ αυτό και πολύ συχνά η ελευθερία έχει υψηλό τίμημα: οι υπερασπιστές της έρχονται αντιμέτωποι κι αντιμέτωπες με τη βία των κρατούντων και των προνομιούχων. Η ιστορία της Δύσης συνιστά μια τέτοια σειρά κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων: Από τους Προτεστάντες που ορθώθηκαν ενάντια στην κυριαρχία του Καθολικισμού μέχρι τους αστούς που εξεγέρθηκαν ενάντια στα φεουδαρχικά προνόμια της αριστοκρατίας κι από το εργατικό κίνημα και τις σουφραζέτες μέχρι το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, της δεκαετίας του ’60. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είχαμε διώξεις, φυλακίσεις, εκτελέσεις, λιντσαρίσματα κι εν ψυχρώ δολοφονίες.

Πρόκειται για τη βασική αλήθεια που όχι μόνο αγνοεί μα και –κατά κάποιον τρόπο– διαρκώς απωθεί ο σύγχρονος φεμινισμός. Ως τέκνο των αποπολιτικοποιημένων δυτικών κοινωνιών των τελευταίων δεκαετιών κι ως υπόθεση κυρίως Λευκών, σπουδαγμένων γυναικών και κοριτσιών, αναπαράγει τη λογική των ΜΚΟ και του ακαδημαϊκού σύμπαντος: νομικισμός, απόδοση υπερβολικής σημασίας στις λεκτικές διατυπώσεις και γενικώς στη γλώσσα (πιστεύοντας ότι η αλλαγή των λέξεων οδηγεί αυτομάτως στην αλλαγή της πραγματικότητας), αυτοαναφορικότητα. Όμως, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η «τεχνοκρατική» στροφή του σύγχρονου φεμινισμού μάς λέει πολλά για τον ιδεολογικό του πυρήνα και μάλιστα για το πώς ακριβώς εννοεί την ισότητα των φύλων. Ένας φεμινισμός που νοεί τις διαπροσωπικές σχέσεις με τρόπο «τεχνοκρατικό», σαν σχέσεις που οργανώνονται μέσα σε εταιρικά πλαίσια, καταλήγει αναγκαστικά σε μια αυστηρή τυπολατρία, απαιτώντας ένα σύνολο κανονισμών οι οποίοι έρχονται να προστατέψουν το άτομο από ένα περιβάλλον που θεωρείται εξ ορισμού πατριαρχικό, άρα αναγκαστικά εχθρικό κι επικίνδυνο. Γι’ αυτό κι η φεμινιστική αντίδραση στις μέρες μας, μέσα από τα μάτια της σύγχρονης δυναμικής γυναίκας καριέρας που δεν χαρίζεται σε τίποτα και κανέναν, λαμβάνει συνήθως τον χαρακτήρα μαζικών καταγγελιών που στόχο έχουν την δημιουργία ενός περιβάλλοντος ασφαλούς για την επαγγελματική ανέλιξη.

Ως φαινόμενο των εξατομικευμένων σημερινών κοινωνιών, κοινωνιών του αξιακού σχετικισμού και της απενοχοποιημένης επιδίωξης της επιτυχίας, ο σύγχρονος φεμινισμός καταντά πολύ συχνά ένα ευκαιριακό μέσο –ανάμεσα στα άλλα– για την κοινωνική άνοδο. Βολικός όταν, ως αφήγημα, ως ιδεολογία με επιρροή μέσα στην γενικότερη «δικαιωματίστικη» κουλτούρα των ημερών μας, ανοίγει τον δρόμο προς τον πλουτισμό ή την ατομικιστική και χυδαία εκδοχή της ελευθερίας[4]∙ λιγότερο βολικός, όταν συνδυάζεται με το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης (απέναντι στις υπόλοιπες γυναίκες αλλά και την κοινωνία γενικότερα) ή του τιμήματος που μπορεί να πληρώσει όποιος και όποια μάχεται στο όνομα μιας αξίας κι ενός ιδανικού και όχι για τις ατομικές του φιλοδοξίες.

Υπό την έννοια αυτή, ο συνδυασμός ενός υπερεπαναστατικού λεξιλογίου με την πλήρη απουσία μαχητικού πνεύματος και την αναγωγή της αδυναμίας και της «ευθραυστότητας» σε κύριο χαρακτηριστικό της γυναικείας ύπαρξης, αποτελεί το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό του σύγχρονου φεμινισμού: από τη μια μεριά ξιφουλκούμε ενάντια σε κάποια υποτιθέμενη πανταχού παρούσα «πατριαρχία», θεωρούμε κάθε άνδρα ως δυνάμει βιαστή, φτάνουμε σε ορισμένες περιπτώσεις να υποστηρίζουμε την κατάργηση των φύλων[5] ή ένα είδος λεσβιάζουσας μισανδρίας[6], αρεσκόμαστε ν’ αυτοσυστηνόμαστε ως «μάγισσες» και «έκφυλες»∙ από την άλλη μεγιστοποιούμε σε υπερθετικό βαθμό την οδύνη που νιώθει μια γυναίκα που δέχτηκε σεξουαλική παρενόχληση κι απορρίπτουμε κάθε κριτική ως προσβλητική και σεξιστική. Σα να επρόκειτο για ένα αξεπέραστο τραύμα, του οποίου οι συνέπειες οφείλουν να παραλύουν εις το διηνεκές την όποια ικανότητα δράσης και αγώνα.

Στην πραγματικότητα όμως, ακόμα κι η περίπτωση του βιασμού, η οποία δεν είναι απλή υπόθεση και το ψυχικό τραύμα που μπορεί ν’ αφήσει είναι δυνάμει αξεπέραστο, μπορεί κάλλιστα, αντί να βυθίσει το θύμα στον φόβο και την απραξία, να αποτελέσει κίνητρο για δράση[7]. Η σχέση του ατόμου με ένα τραύμα δεν είναι μονόδρομος – είναι μια σχέση υπό διαπραγμάτευση, μια ανοιχτή σχέση στην οποία υπάρχει χώρος πολιτικής παρέμβασης και εν προκειμένω φεμινιστικής διαπαιδαγώγησης. Ωστόσο η μέχρι ξεχειλώματος επέκταση του όρου «σεξουαλική παρενόχληση» (ή «κακοποίηση») οδηγεί σε μια εντελώς παραλυτική κατάσταση: όταν ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα φορτικό κι ενοχλητικό «πέσιμο» ταυτίζονται σχεδόν με τον βιασμό και την άσκηση σωματικής βίας, καταλήγουμε πλέον να δικαιολογούμε συμπεριφορές οι οποίες όχι απλώς δεν προωθούν μα, αντιθέτως, βλάπτουν και υποσκάπτουν την υπόθεση της γυναικείας απελευθέρωσης, εφόσον ευνοούν τον πανικό και τη φοβικότητα[8].

Το περίφημο «κίνημα» #metoo αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αναφερόμαστε εδώ στις πρωτοβουλίες της Ταράνα Μπερκ, αλλά στη «σελέμπριτι» εκδοχή του που εμφανίστηκε το 2016, με τη σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση από πλευράς του διευθυντή του Fox News, Ρότζερ Έιλ[9], κι ένα χρόνο αργότερα με αφορμή τις αντίστοιχες καταγγελίες ενάντια στον Χ. Γουάινσταϊν. Διόλου τυχαία, το κίνημα αυτό εμφανίστηκε και διαδόθηκε σε επαγγελματικούς χώρους όπως ο αθλητισμός, το θέαμα (σινεμά, τηλεόραση, θέατρο), η μόδα και η γαστρονομική κουζίνα, που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας και καριερίστικης νοοτροπίας, όπου συχνά τα πάντα υποτάσσονται στον στόχο της κοινωνικής ανέλιξης και της επιτυχίας. Είναι προφανές ότι μέσα σε αυτούς τους τομείς οι κάτοχοι της εξουσίας –από τους κινηματογραφικούς και μουσικούς παραγωγούς ως τους φωτογράφους και τους σεφ– μπορούν δίχως καμιά αιδώ ν’ απαιτούν κάθε είδους ανταλλάγματα. Κι είναι εξίσου προφανές ότι, πολύ συχνά, τα θύματα ή το περιβάλλον τους[10] έχουν παίξει, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τούτο το βρώμικο παιχνίδι[11] και πως αυτή τους η στάση είναι που καθορίζει συχνά και τον τρόπο και τον χρόνο καταγγελίας των εκάστοτε περιστατικών παρενόχλησης ή κακοποίησης: εμφανίζονται χρόνια ή ακόμα και δεκαετίες μετά την τέλεση του αδικήματος, όταν αυτό έχει πλέον παραγραφεί –πολύ συχνά–, κι όταν ο θύτης είχε την άνεση να επαναλάβει κατά βούληση τις πράξεις του, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δέχονται χρήματα χάριν της επίτευξης εξωδικαστικών συμβιβασμών. Αντίστοιχη είναι κι η μεγάλη προβολή τους από τα μίντια, εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις τα θύματα είναι «επώνυμες» και «απαστράπτουσες» παρουσίες (ηθοποιοί, μοντέλα, τραγουδίστριες, αθλήτριες) και όχι καθημερινές γυναίκες με ελάχιστα συναρπαστικά επαγγέλματα.

Όχι, όμως – σύμφωνα με την κυρίαρχη φεμινιστική αντίληψη δεν έχουμε δικαίωμα να διατυπώνουμε τέτοιες ενστάσεις, καθώς όχι μόνο δικαιώνουμε τον θύτη[12] αλλά, κυρίως, επειδή δεν μας πέφτει λόγος για το πώς διαχειρίζεται το εκάστοτε θύμα την οδύνη και το ψυχικό τραύμα που προέκυψε από τη βία του θύτη. Είναι απορίας άξιο πώς ο σύγχρονος φεμινισμός, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει τη γυναίκα απλώς ως θύμα, επιλέγει να βάλει στην άκρη οποιαδήποτε συζήτηση περί της δέουσας αντίδρασης απέναντι στην απειλή παρενόχλησης ή κακοποίησης. Αν η αντίδραση μιας γυναίκας λογίζεται σωστή μόνο και μόνο επειδή είναι το θύμα, δεν χάνεται μόνο κάθε είδους ψύχραιμη πραγμάτευση ενός κατεξοχήν πολιτικού προβλήματος, πίσω από κάθε λογής συναισθηματισμούς και ψυχολογικές αναλύσεις· ακόμα χειρότερα, άθελά του ο φεμινισμός, επιλέγοντας τον θυματισμό αντί για μια ηθική της άμεσης αντίδρασης κόντρα σε καριέρα και φόβο, απλώς αναπαράγει το στερεότυπο της εύθραυστης και αδύναμης γυναίκας που υποκλίνεται μπροστά στον δήθεν παντοδύναμο πατριαρχικό Μολώχ.

Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος των περιπτώσεων δεν πρόκειται για φαινόμενα ακραίας βίας (όπως π.χ. βιασμοί, παιδική κακοποίηση ή ακόμη αιμομιξία κι ομαδικοί βιασμοί) αλλά για περιστατικά «ήπιας» παρενόχλησης, τα οποία είναι διαχειρίσιμα από ψυχικής απόψεως. Ταυτόχρονα, αυτό που μάλλον κάνει τις γυναίκες ν’ αποδέχονται τις σεξιστικές συμπεριφορές των ανδρών στους επαγγελματικούς τομείς για τους οποίους κάναμε λόγο, πλην της όποιας εσωτερίκευσης της ιδέας περί της γυναίκας ως εγγενώς αδύναμου όντος, δεν είναι τόσο ο φόβος της φτώχειας και γενικότερα της δυνατότητας βιοπορισμού, σε περίπτωση απόλυσης, αλλά ο φόβος ότι θα χάσουμε τα λούσα και τη δόξα που υπόσχονται οι συγκεκριμένοι τομείς. Η βαθιά πεποίθηση ότι προέχει η αντιμετώπιση της δολοφονικής πατριαρχίας μάς οδηγεί κυριολεκτικά σε αναλυτική τύφλωση, μιας και παραγκωνίζεται πλήρως, στο όνομα του κατεπείγοντος, όλη η αναγκαία κριτική στο θέαμα και τη μαζική κουλτούρα. Μες στη φούρια μας ξεχνάμε να αναρωτηθούμε τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι χώροι, σε τι τύπο ανθρώπου απευθύνονται αλλά και πως εν τέλει διαμορφώνουν τις προσωπικότητες όσων κάνουν καριέρα σε αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ζήτημα είναι το εξής: αν πιστεύουμε στη γυναικεία απελευθέρωση, δεν θα πρέπει, ως φεμινιστές και φεμινίστριες, να ζητάμε από τις γυναίκες ένα κάποιο ψυχικό σθένος; Αν πιστεύουμε στην αυτονομία, δηλαδή στο αξίωμα πως η ανθρώπινη χειραφέτηση δεν χαρίζεται μα κατακτιέται, πώς μπορούμε να δικαιολογούμε τα πάντα στο όνομα της αναγνώρισης του πόνου και της οδύνης; Αν όχι, ποιο είναι το νόημα της περίφημης «ενδυνάμωσης» (empowerment) των γυναικών που κηρύττει ο φεμινισμός – μονάχα η προσπάθεια να γίνουμε κι εμείς το ίδιο αδίστακτες με τους άνδρες στο οικονομικό πεδίο[13]; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν’ αμφισβητηθεί η παραδοσιακή πατριαρχική και ανδροκρατική αντίληψη περί της γυναίκας ως ασθενούς φύλου;

Ο φόβος απέναντι στην πραγματικότητα

Μήπως τελικά έχουμε κι εδώ μία ακόμα έκφραση της λογικής των «ασφαλών χώρων», των διαβόητων «safe spaces»; Μήπως πρόκειται για την ιδέα πως οι γυναίκες –και, αντίστοιχα, μιας και πρόκειται για το ίδιο σχήμα, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και τα μέλη των φυλετικών μειονοτήτων– είναι όντα υποδεέστερα και εγγενώς εύθραυστα, ανίκανα να κατακτήσουν την πραγματική τους θέση μέσα στην κοινωνία και πως, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει απλώς ν’ αποσύρονται στα προστατευτικά τους γκέτο, στους προστατευμένους ιδιόκοσμούς τους; Πολλές απ’ τις επιλογές όχι μόνο του σημερινού φεμινισμού μα και του άμεσου προγόνου του, δηλαδή του δευτεροκυματικού φεμινισμού της δεκαετίας του ’60 και του ’70, συντείνουν προς ένα τέτοιο συμπέρασμα: συλλογικότητες, διαδηλώσεις και λοιπές κινητοποιήσεις μόνο για γυναίκες, υπερβολική εμμονή με την αλλαγή και την επιτήρηση της γλώσσας, λογοκρισία, διαρκής ταυτοτική ενδοσκόπηση, «ασφαλείς χώροι (safe spaces)» και «προειδοποιητικές ενδείξεις προσβλητικού ή παρενοχλητικού περιεχομένου (trigger warnings)», περιστολή της δράσης στην επιτελεστική χειρονομία – και τελικά προσχώρηση στον λεγόμενο «κοινωνικό υπέρ-κονστρουκτιβισμό» σε θεωρητικό επίπεδο και πλήρης υποτίμηση της σημασίας του βιολογικού παράγοντα στη διαμόρφωση της σεξουαλικότητας[14].

Αυτό που συνάγεται, ως κυρίαρχο πνεύμα, από όλες αυτές τις επιλογές, είναι ένα μείγμα δύο στοιχείων, καθένα εκ των οποίων εκφράζει τις δύο κύριες τάσεις του σημερινού φεμινισμού: αφενός ένα είδος κόπωσης, που χαρακτηρίζει κυρίως τον λιγόψυχο, ακαδημαϊκής προέλευσης φεμινισμό, μια απροθυμία να έρθουμε σ’ επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σ’ επίπεδο θεωρητικού στοχασμού, αναλαμβάνοντας το όποιο ρίσκο – σα να επιζητούμε μια μακάρια αποδημία απ’ τα μοχθηρά και πατριαρχικά εγκόσμια, την απόσυρση σ’ ένα αεροστεγώς κλειστό σύμπαν. Αφετέρου –κι έχουμε εδώ το ρεύμα που εκφράζει περισσότερο τον «τεχνοκρατικό» φεμινισμό πολλών γυναικών καριέρας–, απώτερος στόχος είναι η κατάκτηση αυτής της περίφημης φιλελεύθερης «αρνητικής ελευθερίας» ή «ελευθερίας από», όπου μια στρατιά ειδικών και μια σειρά νομικών ρυθμίσεων θα διασφαλίζει την απόλυτη κυριότητα επί του σώματός μας, επί των εμπειριών μας, επί του τρόπου αλληλεπίδρασης με τους άνδρες, εξαγνίζοντας τον κόσμο από ό,τι δεν υπόκειται στον απόλυτο έλεγχό μας. Πρόκειται απλώς για μια πιο «ενεργητική» εκδοχή άρνησης της πραγματικότητας, διά της πλήρους υποταγής της σ’ ένα σολιψιστικό γυναικείο υποκείμενο.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απλώς αποφεύγουμε να θέσουμε το βασικό ερώτημα με το οποίο θα έπρεπε να ασχολείται ο φεμινισμός: πώς θα μπορούσαν ν’ αναδιοργανωθούν σε εξισωτική βάση οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, δεδομένου ότι (έξω από τα λυρικά και ουτοπικά παραληρήματα ορισμένων αριστερών ακαδημαϊκών και μερικών αναρχοφεμινιστικών σεχτών) παγιωμένες σεξουαλικές ταυτότητες και έμφυλες διαφορές θα συνεχίσουν να υφίστανται, έστω όχι με τη σημερινή τους μορφή; Μιλώντας από μια πιο ανθρωπολογική σκοπιά, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η φεμινιστική βλέψη για έναν «παράδεισο επί της γης» ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις –δηλαδή, ουσιαστικά, η βλέψη για μια «τεχνοκρατικού» τύπου διευθέτηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς– μπορεί να συνοδεύεται από τις καλύτερες προθέσεις, ωστόσο, έρχεται να αφαιρέσει το «ανθρώπινο» και «ζωτικό» από τις καθημερινές σχέσεις. Οι τελευταίες στιγματίζονται τόσο ως φορείς του απρόβλεπτου με την αρνητική έννοια, όσο και γεμάτες από γκρίζα σημεία που πρέπει να εξοβελιστούν υπό το ψυχρό φως των νομικών τύπων και των κανόνων. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε, λοιπόν, ότι αυτός ο «παράδεισος» στήνεται δυστυχώς από ένα ανθρώπινο ον φοβισμένο που αντικρίζει απέναντί του πάντα έναν κόσμο απειλητικό και εχθρικό.

Η δημοκρατική κριτική

Θα πρέπει να είναι σαφές πως η κριτική μας στον σύγχρονο φεμινισμό γίνεται από τη σκοπιά της αυτονομίας. Για τον λόγο αυτό ενδιαφέρεται πρώτα και κύρια για τη συμπεριφορά και τη στάση των ίδιων των γυναικών, δηλαδή, εν προκειμένω, των ίδιων των μελών της καταπιεσμένης κοινωνικής ομάδας. Γι’ αυτό, παρ’ όλο που δεν είμαστε φιλελεύθεροι, ακολουθούμε σε αυτό το σημείο την αιρετική φεμινίστρια Καμίλ Πάλια και δίνουμε μεγάλη σημασία στην προσωπική υπευθυνότητα. Φρονούμε ότι ο σύγχρονος φεμινισμός, που κατά κανόνα αποσιωπά όχι μόνο την προσωπική αυτή υπευθυνότητα μα και την ικανότητα καθενός και καθεμιάς από εμάς για δράση, αντί να προωθεί και να ευνοεί τη γυναικεία χειραφέτηση –άρα τη διαμόρφωση μιας πιο εξισωτικής κοινωνίας–, συνιστά εκλογίκευση των πιο προβληματικών συμπεριφορών των σημερινών γυναικών.

Δυστυχώς, δεν τις βοηθά να διευρύνουν, να εμβαθύνουν και να εμπεδώσουν την ελευθερία που κατέκτησαν μετά από αγώνες σχεδόν ενός ολόκληρου αιώνα, με σκοπό την επίτευξη της πλήρους ισότητας – δηλαδή της εξάλειψης των πατερναλιστικών και σοβινιστικών καταλοίπων που καθορίζουν ακόμη πτυχές της κοινωνικής ζωής. Αντιθέτως, ενδίδει στον πειρασμό της ναρκισσιστικής αυτοκολακείας, η οποία αντιμάχεται το κριτικό πνεύμα, ευνοεί την αποκοπή από την πραγματικότητα και διαμορφώνει ένα μαλθακό και συνάμα φιλάρεσκο ήθος, το οποίο λίγη σχέση έχει με την κοινωνική χειραφέτηση. Έτσι υποτάσσει το αίτημα της έμφυλης ισότητας και της γυναικείας απελευθέρωσης στη μικρόψυχη νοοτροπία των Λευκών καριεριστριών και στα φοβικά και αντι-σεξουαλικά σύνδρομα της Millennial φοιτητιώσας νεολαίας.



[1] Για την έννοια της «πατριαρχίας», που τόσο λανθασμένα χρησιμοποιεί ο φεμινισμός, θα επανέλθουμε αναλυτικά σε επόμενο τεύχος του Προτάγματος. Εδώ απλώς υπενθυμίζουμε ότι εμείς δίνουμε στην έννοια ανθρωπολογικό περιεχόμενο, βασιζόμενοι σε αναλύσεις σαν αυτές του Λουί Ντυμόν για τον «ολισμό» των προνεωτερικών κοινωνιών (βλ. το βιβλίο του Δοκίμια για τον ατομικισμό), ή του Παναγιώτη Κονδύλη σχετικά με την societas civilis και το Παλαιό Καθεστώς (βλ. το βιβλίο του Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή).

Όπως δεν θεωρούμε ότι έχει νόημα ν’ αποκαλούμε τις σύγχρονες κοινωνίες ρατσιστικές, πιστεύοντας ότι ο ρατσισμός συνιστά την κυρίαρχη λογική τους, έτσι φρονούμε πως δεν μπορούμε να τις αποκαλούμε και πατριαρχικές. Τόσο ο ρατσισμός όσο κι η πατριαρχία επιβιώνουν πλέον ως κατάλοιπα προηγούμενων ιστορικών περιόδων. Αντιθέτως, η κυρίαρχη λογική σήμερα κηρύσσει την πλήρη απελευθέρωση του ατόμου από κάθε κοινωνική, φυλετική, έμφυλη και άλλη ένταξη, αποτελώντας, έτσι, ακραία κορύφωση της νεωτερικότητας. Υπό την έννοια αυτή, η τελευταία συνιστά εξ ορισμού άρνηση της πατριαρχίας: είναι εντός της νεωτερικότητας, δηλαδή του αστικού πολιτισμού, που η διευρυμένη οικογένεια αντικαθίσταται από την πυρηνική οικογένεια, η οποία αν δεν αποτελεί καρπό ρομαντικού έρωτα, τουλάχιστον δεν είναι προϊόν έξωθεν πιέσεων αλλά βασίζεται, κατά το δυνατόν, στην εθελούσια συνένωση του ζευγαριού. Είναι μέσα στην αστική οικογένεια αυτού του τύπου που επιτελούνται, σταδιακά, η χειραφέτηση της γυναίκας και των παιδιών. Δεδομένου, λοιπόν, πως η πατριαρχία συνιστά προνεωτερικό μόρφωμα, αυτό που οι φεμινίστριες εννοούν με την όρο αυτό είναι ο πατερναλισμός του αστού συζύγου και πατέρα κι ο ανδροκρατικός σοβινισμός του, ο οποίος ναι μεν έχει την εξουσία εντός της οικογένειας, ωστόσο δεν αποτελεί ιδιοκτήτη της γυναίκας και των παιδιών του, όπως ο προνεωτερικός πατριάρχης. Για την περίπτωση του ρατσισμού, βλ. τη σχετική μας ανάλυση στην ενότητα «Είναι ο καπιταλισμός ρατσιστικός;» του κειμένου μας, «Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ: ρατσισμός, ανισότητα κι η φυλετικοποίηση της πολιτικής».

[2] Βλ. για το θέμα αυτό την ταινία της Sarah Gavron, Suffragette (2015) αλλά και το άρθρο των C. Ruz και J. Parkinson, “’Suffrajitsu’: How the suffragettes fought back using martial arts”.

[3] Όπως υποστηρίζει η αναρχοφιλελεύθερη Wendy McElroy .

[4] Με όλες τις αντιφάσεις που αυτή περιέχει: Αυτοδιάθεση του σώματος είναι για παράδειγμα και το δικαίωμα της γυναίκας να το προσφέρει αυτόβουλα έναντι ανταλλαγμάτων σε διάφορους ισχυρούς μνηστήρες. Από τη σκοπιά όμως της συλλογικής ευθύνης, είναι προφανές πως κάτι τέτοιο ενδυναμώνει και διαιωνίζει τους κοινωνικούς μηχανισμούς της πατριαρχικής καταπίεσης της γυναίκας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βρετανή κοινωνιολόγος Catherine Hakim, που περιγράφει πολύ ωραία τις ανταλλαγές αυτού του τύπου, εισάγοντας την έννοια του «σεξουαλικού κεφαλαίου» (sexual capital), παρουσιάζει το κεφάλαιο αυτό ως ατού στα χέρια χειραφετημένων γυναικών, που ξέρουν να το χρησιμοποιούν για να επιτυγχάνουν τους στόχους και την ανεξαρτησία τους.

[5] Βλ. π.χ. τις αναλύσεις της Τζούντιθ Μπάτλερ.

[6] Βλ. π.χ. τις Γαλλίδες φεμινίστριες Αλίς Κοφάν και Πωλίν Αρμάνζ. Για μια σύντομη παρουσίαση των απόψεών τους στα ελληνικά, βλ. το άρθρο: «“Μισώ τους άνδρες”: Μια φεμινίστρια αγγίζει τα πιο ευαίσθητα νεύρα της γαλλικής κοινωνίας».

[7] Επ’ αυτού υπάρχουν πολλά ελπιδοφόρα παραδείγματα: όχι μόνον η φεμινίστρια θεωρητικός Αντρέα Ντβόρκιν, που είχε πέσει θύμα βιασμού στη νεότητά της (και με τις απόψεις της οποίας, βέβαια, διαφωνούμε σφόδρα!)∙ είναι κι η Γαλλίδα, αλγερινής καταγωγής, Σαμιρά Μπελίλ, η οποία, ενώ έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού στα παρισινά προάστεια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κοινωνικό στίγμα, εγκατάλειψη από την συντηρητικών ηθών οικογένειά της, λόγω αυτού του στίγματος κ.ο.κ.), ίδρυσε μια από τις γνωστότερες φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας και δε σταμάτησε ν’ αγωνίζεται, ως τον πρόωρο θάνατό της. Αντίστοιχη είναι κι η περίπτωση της, επίσης λαϊκής καταγωγής, Αφροαμερικανής Ταράνα Μπερκ (Tarana Burke), η οποία επινόησε και λάνσαρε για πρώτη φορά το σύνθημα Me too, πίσω στο 2006, πολύ πριν τις σχετικές καταγγελίες ηθοποιών και τηλεοπτικών δημοσιογράφων με αφορμή τις υποθέσεις Ρότζερ Έιλ και Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, δέκα χρόνια αργότερα. Η Μπερκ υπήρξε επανειλημμένως θύμα βιασμού και σεξουαλικής παρενόχλησης στις εργατικές κατοικίες του Μπρονξ, και οι εμπειρίες της αυτές την ώθησαν να δραστηριοποιηθεί με σκοπό την καταγγελία των σεξιστικών διακρίσεων και της έμφυλης βίας αλλά και τη στήριξη των θυμάτων της.

[8] Π.χ. εξαλείφοντας κάθε κριτήριο που διαχωρίζει τη σοβαρή από τη λιγότερο σοβαρή παρενόχληση, οδηγούμαστε να αντιμετωπίζουμε την κάθε μορφή επίθεσης (με ή χωρίς εισαγωγικά) ως μέρος της «φασιστικής» φύσης της «πατριαρχίας». Έτσι παραβλέπουμε ότι ένα «καγκούρικο», προσβλητικό φλερτ κι ένας βιασμός διαφέρουν από άποψη ουσίας, κι όχι απλώς από άποψη ποσοτική, μιας και δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση την ίδια «κουλτούρα του βιασμού», έστω σε διαφορετική ένταση. Ταυτόχρονα παραβλέπουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών που συμπεριφέρονται με τον τρόπο αυτό είναι θρασύδειλοι, οι οποίοι δε θα προέβαιναν στην παραμικρή βιαιοπραγία αν οι γυναίκες τούς ζητούσαν τον λόγο και τους ξεκαθάριζαν ότι δεν ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές. Δυστυχώς όμως ο μύθος της φασιστικής κουλτούρας του βιασμού αποτρέπει πολλές γυναίκες από το να υιοθετήσουν μια τέτοια, πιο επιθετική στάση.

[9] Η υπόθεση αυτή αποτελεί θέμα της γνωστής τηλεοπτικής σειράς The Loudest Voice (2019), που προβλήθηκε και στην Ελλάδα πριν λίγο καιρό. Στην πραγματικότητα, έναν χρόνο αφότου αποκαλύφθηκε η δράση του Έιλ, το Fox αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία του μ’ έναν ακόμη σταυροφόρο της λαϊκιστικής Δεξιάς, τον τηλεπαρουσιαστή Μπιλ Ο’ Ράιλι, ο οποίος είχε ανάλογη «δράση», την οποία αποκάλυψαν ρεπορτάζ των New York Times.

[10] Όπως π.χ. οι οικογένειες νεαρών αθλητών που κάνουν τα στραβά μάτια απέναντι σε περιστατικά παρενόχλησης από προπονητές, προκειμένου να μην πληγεί η μελλοντική καριέρα του παιδιού τους.

[11] Βλ. τη σοκαριστική παραδοχή του Σουηδού ολυμπιονίκη στο άλμα εις ύψος, Πάτρικ Σιόμπεργκ σχετικά με τον πατριό-προπονητή του που τον κακοποιούσε και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος δεν τον έκανε πέρα ακόμη κι όταν είχε τη δυνατότητα: «Η σεξουαλική κακοποίηση του Πάτρικ Σιόμπεργκ από τον κατά συρροή βιαστή ανηλίκων».

[12] Πρόκειται για την ουσία της κριτικής που δέχθηκε ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων Κώστας Χαραλάς, με αφορμή τα σχόλιά τους για την υπόθεση Μπεκατώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χαραλάς βρέθηκε ξαφνικά δίχως εκδοτικό οίκο, μιας και το Μεταίχμιο, στο οποίο ως τότε εκδιδόταν, διέκοψε το συμβόλαιό του χαρακτηρίζοντας τις απόψεις του απαράδεκτες.

[13] Όπως τονίζει η συγγραφέας Jessa Crispin, για ένα κομμάτι ισχυρών και δραστήριων γυναικών καριέρας, ουσία της «ενδυνάμωσης» είναι η οικονομική ισότητα στο εσωτερικό της ολιγαρχίας, δηλαδή η οικονομική εξίσωση ανδρών και γυναικών που είναι ψηλά στην ταξική κλίμακα. Άλλωστε στην πραγματικότητα οι γυναίκες σε διευθυντικά πόστα παίζουν χωρίς ενδοιασμούς το παιχνίδι με τους όρους που η πατριαρχική κοινωνία έχει επιβάλει: είναι και αυτές το ίδιο ανταγωνιστικές και αυταρχικές με τους άνδρες.

[14] Προφανώς και το άτομο συνιστά προϊόν της κατεργασίας που ασκεί η κοινωνία στον άνθρωπο, ο οποίος είναι, ως εκ τούτου, ον ταυτοχρόνως κοινωνικό, ψυχικό και βιολογικό. Υπό αυτή την έννοια, όπως και καθετί άλλο εντός της κοινωνίας, έτσι και τα φύλα, ως σεξουαλικές και κοινωνικές ταυτότητες, συνιστούν κοινωνικό δημιούργημα και δεν μπορούν ν’ αναχθούν στο βιολογικό φύλο. Ωστόσο η αναγνώριση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί στις ακραίες θεωρίες των μεταμοντέρνων σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος είναι μόνο κοινωνικό ον, δίχως ψυχική και βιολογική διάσταση, και πως, κατά συνέπεια, το βιολογικό φύλο δεν παίζει κανένα ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού φύλου. Όπως έλεγε ο Καστοριάδης, η κοινωνική θέσμιση δεν μπορεί ν’ αγνοεί τις στοιχειώδεις υλικές πραγματικότητες (σε βιολογικό, γεωγραφικό, κλιματικό επίπεδο): τις επενδύει με όποιο νόημα θέλει, ωστόσο δεν μπορεί να τις εξαφανίσει. Ο μεταμοντέρνος φεμινισμός, όμως, στην προσπάθειά του να εξαλείψει κάθε επαφή με το Πραγματικό, προωθεί ένα αναλυτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο τα πάντα είναι θέμα γλώσσας και νοήματος/ερμηνείας: εν ολίγοις, τα πάντα μπορούν ν’ αλλάξουν κατά βούληση, μόνο και μόνο επειδή το θέλουμε ή το επιλέγουμε. Ούτε η βιολογική μας διάσταση ούτε φυσικά το ασυνείδητό μας (δηλαδή η βαθύτερη ψυχή μας, με τους κρυφούς μας πόθους, τα συμπλέγματα, τους φόβους και τα εσωτερικευμένα πρότυπα) μπορεί να περιορίσουν τον αυτομετασχηματιστικό μας οίστρο.

Posted in Κείμενα | Tagged , | 7 Σχόλια

Οι αμερικανικές εκλογές κι η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο

Καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τη δυτική κοινωνία εντός της οποίας έχει πραγματωθεί στον μέγιστο βαθμό η νεωτερικότητα, αποτελούν, παρά τις εθνικές τους ιδιομορφίες, μια πυξίδα που μας δείχνει προς τα πού βαδίζει ο δυτικός κόσμος συνολικά. Υπό την έννοια αυτή, ακόμα κι οι αμερικανικές εκλογές έχουν πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά φαινόμενα και μάλιστα με τρόπο πιο καθαρό απ’ ό,τι οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές – τουλάχιστον κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου αποτελούν μια πολύ καλή ευκαιρία για να υπογραμμίσουμε ορισμένες βασικές όψεις των αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική εντός της Δύσης.

Η Δεξιά απέναντι στο melting pot

Η παρανοϊκή στάση του Τραμπ που ευθύς εξαρχής, αλλά και για αρκετό καιρό μετά την ήττα του, συνέχισε να ισχυρίζεται πως η ήττα αυτή υπήρξε προϊόν μαζικής εκλογικής νοθείας, οργανωμένης από τους Δημοκρατικούς, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Πρώτον, διότι από καιρό προσπαθούσε να μπλοκάρει τη λεγόμενη επιστολική ψήφο, γνωρίζοντας πως θα την επέλεγαν κατά βάση ψηφοφόροι των Δημοκρατικών, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη του κορωνοϊού∙ δεύτερον και –βασικότερο–, επειδή πρόκειται για μια πιο γκροτέσκα και σουρεαλιστική εκδοχή της πάγιας στρατηγικής που ακολουθούν οι Ρεπουμπλικανοί εδώ και κάμποσα χρόνια. Όπως τονίζαμε πριν κάποιον καιρό, ως κόμμα που απευθύνεται πλειοψηφικά σε Λευκούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι Ρεπουμπλικανοί αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν εκλογικά την ολοένα και μεγαλύτερη μετατροπή των ΗΠΑ σε πολυεθνική κοινωνία. Απέναντι στην αύξηση της πληθυσμιακής βαρύτητας των μειονοτήτων, και δεδομένου ότι ως σήμερα τη μειονοτική ψήφο τη μονοπωλούν οι Δημοκρατικοί, έστησαν έναν ολόκληρο μηχανισμό, βασισμένο στην ιδέα της προληπτικής άμυνας απέναντι στα δήθεν σχέδια των Δημοκρατικών για οργάνωση καλπονοθείας, με στόχο τον αποκλεισμό πολλών μειονοτικών ψηφοφόρων.

Όχι μόνο παλιότερα οργάνωσαν οι ίδιοι νοθεία όπου χρειάστηκε (έτσι νίκησε ο Μπους τον Γκορ το 2004) και κέρδισαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις δίχως να έχουν κερδίσει τη λεγόμενη «λαϊκή ψήφο», μα τείνουν πλέον ν’ αποδέχονται και σε επίπεδο αρχών ότι μπορείς να κυβερνάς αρκεί να σε έχουν εκλέξει οι εκλέκτορες κι όχι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Όπως τόνιζε πρόσφατα ένας γερουσιαστής από τη Γιούτα, «τελικός στόχος δεν είναι η δημοκρατία, αλλά ατομική ελευθερία, η ειρήνη και η ευημερία. Επιθυμούμε την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όμως η διεφθαρμένη δημοκρατία μπορεί να εμποδίσει τούτη την ανάπτυξη»[1]. Ο δε Τραμπ στήριξε την προεκλογική του καμπάνια αποκλειστικά και μόνο στην προσπάθεια να διασφαλίσει την ψήφο μιας Λευκής μειοψηφίας, φλερτάροντας γι’ αυτό ανοιχτά με την Ακροδεξιά.

Ωστόσο, όπως έχουν τονίσει ορισμένοι οξύνοες συντηρητικοί σχολιαστές, οι Ρεπουμπλικανοί δεν έχουν πλέον ανάγκη να καταφεύγουν σε τέτοια τερτίπια: μια μερίδα από όσους σκοπίμως παραγκωνίζουν εκλογικά δείχνει πλέον να στρέφεται, αργά αλλά σταθερά, προς αυτούς. Όπως τονίζει ένας Αμερικανός μεγαλοδημοσιογράφος ινδικής καταγωγής και Δημοκρατικών πεποιθήσεων: «Ως μεγαλύτερη απογοήτευση θα πρέπει σίγουρα να λογίζεται το γεγονός πως, σε μια χρονιά που οι Δημοκρατικοί εγκολπώθηκαν πλήρως την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας και στήριξαν κινήματα όπως το Black Lives Matter, ο Τραμπ δείχνει να κερδίζει μεγαλύτερο κομμάτι της μειονοτικής ψήφου απ’ οποιονδήποτε άλλο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Πήρε τις περισσότερες αφροαμερικανικές ψήφους από το 1996 (παρ’ όλο που τον ψήφισαν μόνο περίπου 12% των Μαύρων ψηφοφόρων), ενώ μια μέτρηση δείχνει πως κέρδισε 35% της ψήφου των μουσουλμάνων ψηφοφόρων». Αντίστοιχα, ο Τραμπ ενίσχυσε το ποσοστό του εντός της ισπανόφωνης κοινότητας σε σχέση με τις εκλογές του 2016, ενώ το ίδιο συνέβη και με άλλες εθνοτικές ομάδες όπως οι ασιατικής καταγωγής Αμερικανοί.

Όπως σημειώναμε και με αφορμή τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη γενικότερη αστυνομική βία στις ΗΠΑ, η ιδέα πως τα μέλη των μειονοτήτων προσδιορίζοντα αποκλειστικά και μόνον ως Μαύροι, Ισπανόφωνοι, Ασιάτες, κ.ο.κ., τουλάχιστον πρωταρχικά, αποτελεί κομμάτι του αντιρατσιστικού ιδεολογήματος των Λευκών αριστερών διανοούμενων αλλά και των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε μειονότητας, τα οποία, πολύ συχνά, χρωστούν την κοινωνική τους άνοδο είτε στις πολιτικές θετικών διακρίσεων του αμερικανικού κράτους είτε, γενικότερα, στη χρήση του αντιρατσισμού ως εργαλείου εξουσίας εντός της κοινότητας καταγωγής τους[2]. Για τον μέσο Αφροαμερικανό ή ισπανόφωνο Αμερικανό τα βασικά προβλήματα άπτονται περισσότερο ζητημάτων μισθού και καθημερινής επιβίωσης παρά φυλετικής ταυτότητας. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση ενός Λευκού εργάτη ή μικροαστού, μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους, για τους ίδιους ή παρεμφερείς λόγους, να γοητευτούν από την τραμπική ρητορική. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους αυταπάτες δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν ως κάτι το αδιανόητο: ο ρατσισμός του Τραμπ απασχολεί κυρίως τους Λευκούς αντιρατσιστές κι όχι τόσο τα μέλη των μειονοτήτων (και δη των χαμηλότερων, ταξικά, στρωμάτων τους), μιας και είναι παρών κυρίως στη ρητορική κι όχι στις συγκεκριμένες πολιτικές του, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή των δεύτερων[3].

Δυστυχώς, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές της, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είναι τόσο εμμονικά προσκολλημένη στον αντιρατσισμό, που αδυνατεί ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή. Όπως σωστά έχει ειπωθεί, «έγιναν κάποιες απόπειρες […], μέσω του κινήματος του Μπέρνι Σάντερς, για να διαμορφωθεί μια αριστερή πολιτική που θα λάμβανε υπόψη της την αποδοχή που έχει ο δεξιός ποπουλισμός. Ωστόσο, η βαρυτική έλξη της πολιτιστικής Αριστεράς ήταν τόσο δυνατή, που τράβηξε τον Σάντερς μακριά τόσο από τον σκεπτικισμό του απέναντι στην πολιτική ταυτοτήτων όσο και από το αρχικό του πολιτικό μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο πρωτεύον ζήτημα είναι η οικονομία∙ τελικά τον οδήγησε προς έναν σοσιαλισμό της πολιτικής ορθότητας, τον οποίο απέρριψε τόσο η Λευκή εργατική τάξη όσο κι οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι που αμφότεροι έδωσαν το Δημοκρατικό χρίσμα τον Μπάιντεν. Με την ήττα του Σάντερς και εκμεταλλευόμενη τη δύναμη που κατέχει μέσα σε θεσμούς της ολιγαρχίας και της δημόσιας διοίκησης, η Αριστερά στράφηκε σε πιο ανώδυνους στόχους, οι οποίοι βάζουν σε δεύτερο πλάνο την ταξική πολιτική».

Με τον τρόπο αυτό, άθελά της, η ταυτοτική Αριστερά απλώς οξύνει τις τάσεις που ευνοούν τη δεξιά ψήφο. Αναφερόμαστε στη νέου τύπου κοινωνική και γεωγραφική διαίρεση μεταξύ παγκοσμιοποιημένων πόλεων και αποβιομηχανοποιημένων μικρών πόλεων ή αγροτικής υπαίθρου. Από τη μια μεριά έχουμε πόλεις που αποτελούνται από τη Λευκή χίπστερ ολιγαρχία, η οποία συνδέεται άμεσα με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του τριτογενή τομέα κι έχει νεωτεριστικά και κοσμοπολίτικα γούστα – πρόκειται για «περιοχές που αντιστοιχούν στα δύο τρίτα του ΑΕΠ της Αμερικής… περιοχές που είναι αισιόδοξες, πολυπολιτισμικές, δυναμικές και προοδευτικές» σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις της Χίλαρι Κλίντον[4]. Τόσο αυτή η ολιγαρχία κι οι ιδεολογικοί της ακόλουθοι όσο και οι μεταναστευτικές μειονότητες των μεγάλων πόλεων που, πολύ συχνά, αποτελούν το υπηρετικό της προσωπικό, ψηφίζουν Δημοκρατικούς. Αντίθετα, οι μεσαίες πόλεις και η ύπαιθρος επιλέγουν τους Ρεπουμπλικάνους. Είναι χαρακτηριστικό πως τα υψηλότερα ποσοστά του ο Τραμπ τα πήρε σε πολιτείες σαν το Ουάιομινγκ και την Ανατολική Βιρτζίνια, με την ιδιαίτερα χαμηλή τους αστικοποίηση, ενώ ακόμη και σε πολιτείες που κέρδισε με μεγάλη άνεση ο Μπάιντεν –και συνιστούν παραδοσιακά Δημοκρατικά προπύργια, σαν τη Νέα Υόρκη, την Καλιφόρνια και το Όρεγκον–, τη νίκη τη δώσανε οι πόλεις, μιας και στην ύπαιθρο επικράτησε ο Τραμπ.

Η πόλωση αυτή μεταξύ metro και retro (δηλαδή «μητροπολιτικής» κι «οπισθοδρομικής» ή ξεπερασμένης) Αμερικής[5] εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αντίθεση μεγάλου μέρους των οπαδών του Τραμπ στα υγειονομικά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων τύπου λοκντάουν. Προφανώς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πίσω από την αντίθεση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη συνωμοσιολογική παράδοση, ωστόσο εν προκειμένω υφίσταται και μια πολύ σημαντική ταξική παράμετρος. Όπως σωστά υπογραμμίζει ένας σχολιαστής που ήδη παραθέσαμε, «η ιστορία ξεκινά με τις εκκλήσεις της πολιτικής ηγεσίας και των ειδικών, τέλη άνοιξης-αρχές καλοκαιριού, για άνευ προηγουμένου θυσίες, με καραντίνες και κλεισίματα που επηρέασαν δυσανάλογα μικρές επιχειρήσεις, εκκλησίες και οικογένειες με παιδιά, δηλαδή συντηρητικές κοινωνικές ομάδες και θεσμούς. Αντίθετα, οι Προοδευτικοί εκπρόσωποι των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, που συνέχιζαν να εργάζονται μέσω Zoom, βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη μοίρα, με τους ισχυρούς της Σίλικον Βάλεϊ μάλιστα ν’ αυξάνουν τον πλούτο και την επιρροή τους».

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια πολιτεία που θεωρείται προπύργιο του αντι-τραμπικού αγώνα και η οποία έδωσε συντριπτική νίκη στον Μπάιντεν, η Καλιφόρνια, κέντρο της ψηφιακής οικονομίας, είναι ταυτοχρόνως χαρακτηριστικά νεοφιλελεύθερη στα οικονομικά θέματα, μιας και σε πρόσφατα δημοψηφίσματα καταψήφισε κοινωνικές πολιτικές σε μια σειρά ζητήματα. Ουσιαστικά αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της νοοτροπίας των σημερινών ολιγαρχιών: προοδευτική στα ήθη (και, κατά συνέπεια, Δημοκρατική και αντι-Ρεπουμπλικανή για λόγους πολιτιστικούς και φυλετικούς) αλλά νεοφιλελεύθερη στην οικονομία. Είναι αυτή η λιμπερτάριαν ολιγαρχία που στήριξε την Κάμαλα Χάρις, η οποία διατηρεί στενότατες σχέσεις με την Uber, στην οποία εργάζονται στενοί της συγγενείς.

Διόλου τυχαία –αρχής γενομένης από τη Χάρις– ο Μπάιντεν θα εφαρμόσει τον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό του περιστοιχιζόμενος από συμβούλους και υπουργούς προερχόμενους, συχνά, από μειονότητες αλλά και από τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας: «Θα εκπροσωπεί την ποικιλομορφία των εθνοτήτων που απαρτίζουν τον πληθυσμό των ΗΠΑ […]. Κομβικές θέσεις αναλαμβάνουν γυναίκες και εκπρόσωποι της λατινόφωνης και της ασιατικής κοινότητας των ΗΠΑ». Γι’ αυτό και συχνά οι αναθέσεις πόστων, υπό την πίεση των σχετικών λόμπι και της κοινής γνώμης, γίνονται με αποκλειστικό κριτήριο την εθνοτική και φυλετική ποικολομορφία[6]. Χαρακτηριστικότερη, ίσως, ενσάρκωση τούτου του Προοδευτικού, αντιρατσιστικού νεοφιλελευθερισμού είναι ο βουλευτής της Λουιζιάνα, Σέντρικ Ρίτσμοντ, που θα λάβει θέση ανώτερου συμβούλου του Μπάιντεν: Αφροαμερικανός, που δεν διστάζει να εμφανίζεται με αθλητικά παπούτσια Air Jordan, άνθρωπος του πετρελαϊκού λόμπι, «από τους ελάχιστους Δημοκρατικούς που ψήφισαν υπέρ της επέκτασης του διαβόητου πετρελαϊκού αγωγού Keystone XL». Όπως γίνεται αντιληπτό, κύριο αφήγημα της κυβερνητικής πολιτικής θα είναι η εφαρμογή ενός αντιρατσιστικού προγράμματος με στόχο όχι μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου προσπάθεια περιορισμού των κοινωνικο-οικονομικών και ταξικών ανισοτήτων, αλλά της άρσης των φυλετικών, έμφυλων και λοιπών «διακρίσεων»[7]. Μάλιστα ακόμα και η κεφαλαιώδης σημασία που αποδίδει ο Μπάιντεν στην καταπολέμηση του κορωνοϊού, παρ’ όλο που είναι καθ’ όλα εύλογη, εντός των αμερικανικών συμφραζομένων πρέπει να ερμηνευτεί και ως προφανέστατα ταξικά και πολιτιστικά προσδιορισμένη: κατά βάση εκφράζει τις προτεραιότητες των ανώτερων στρωμάτων, τα οποία μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν αλλά και να κερδίζουν χρήματα ακόμη κι υπό συνθήκες καραντίνας, δίχως φυσικά ν’ ανησυχούν για το αν τα παιδιά τους διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την παρακολούθηση μαθημάτων μέσω τηλεκπαίδευσης, όπως συμβαίνει με τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.

Όπως είδαμε, όμως, παραπάνω, όσο κι αν το αντιρατσιστικό αφήγημα έχει αποδώσει καρπούς για τους Δημοκρατικούς κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε εκλογικό και πολιτικό επίπεδο, σύντομα θα χάσει την αποτελεσματικότητά του, μιας κι οι μειονότητες δείχνουν πλέον να καταπίνουν με λιγότερη προθυμία το δόλωμα τα τελευταία δέκα χρόνια. Ίσως γι’ αυτό κι ορισμένοι συντηρητικοί να θέτουν πλέον ως στόχο τη δημιουργία ενός «πολυεθνικού συντηρητισμού». Αν αυτό επιτευχθεί, η αντιρατσιστική εμμονή της Αριστεράς δε θα έχει πλέον ιδιαίτερο νόημα.

Τσαρλατανισμός, συνωμοσιολογία και κριτική στις ελίτ της γνώσης

Ένα ακόμα στοιχείο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η τρανταχτή, πλέον, επιβεβαίωση όσων –μεταξύ των οποίων κι εμείς– παραμένουν σκεπτικοί απέναντι στα ευχολόγια περί του δήθεν απελευθερωτικού και χειραφετητικού ρόλου του διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας, γενικότερα. Η συνωμοσιολογία (εξίσου με τον τσαρλατανισμό και τον κομπογιαννιτισμό) συνιστά βασική συνιστώσα της αμερικανικής πολιτικής ζωής, μιας κι αποτελεί τη σκοτεινή και παραληρηματική όψη μιας καθ’ όλα θεμιτής και ορθής δημοκρατικής καχυποψίας απέναντι στη μονοπώληση της γνώσης από τεχνοκρατικά κονκλάβια κι επαΐοντες κάθε είδους. Αποτελεί κομμάτι της λεγόμενης ποπουλιστικής παράδοσης, δηλαδή μιας πρωταρχικής και βαθιάς πίστης στις ικανότητες των απλών ανθρώπων, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τον λατινοαμερικανικό ή ευρωπαϊκό λαϊκισμό: δηλαδή με την τυφλή λατρεία «ηγετών» και «μεγάλων ανδρών», τουτέστιν λαοπλάνων που παρουσιάζονται ως φίλοι του λαού[8].

Είναι επίσης γνωστό ότι από τη δεκαετία του ’70 κι εξής, με την απομάκρυνση του Δημοκρατικού κόμματος από τη λαϊκή του βάση και τη σταδιακή κυριάρχησή του από τη Λευκή, σπουδαγμένη ολιγαρχία των πανεπιστημίων και των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, ως κόμμα του λαού προβάλλονται πλέον οι Ρεπουμπλικανοί– ενάντια προφανώς σε κάθε οικονομική και κοινωνιολογική λογική. Όπως έξοχα συνοψίζει την κατάσταση ο Τόμας Φρανκ, «όταν οι Δημοκρατικοί εγκατέλειψαν την παράδοση της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να τη διεκδικήσουν. Για τα τελευταία 30 χρόνια ήταν η Δεξιά, όχι η Αριστερά, που διαμαρτυρόταν κατά των “ελίτ” και υποστήριζε τις λαϊκές αξίες σε πείσμα των διασήμων που τις χλεύαζαν. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, ήταν οι συντηρητικοί στην πραγματικότητα που ξεκίνησαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας από το προαύλιο του χρηματιστηρίου του Σικάγο. Στην εκστρατεία τού 2016 χαρακτήρισαν τον αθυρόστομο ηγέτη τους, τον Τραμπ, ως τον “δισεκατομμυριούχο των εργατών”, συγγενή και προστάτη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων».

Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για έναν ποπουλισμό που δεν έχει κανένα ταξικό έρεισμα –εφόσον ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα που προωθεί τα συμφέροντα των πλουσίων και καταργεί κάθε είδους κοινωνική προστασία της εργατικής τάξης και των αδυνάτων προσπαθεί να προσεταιριστεί τον λαό–, ο προσεταιρισμός αυτός γίνεται μέσω της ταυτοτικής και πολιτιστικής οδού, διαμέσου των περίφημων «πολιτιστικών πολέμων» (culture wars): αντί, με άλλα λόγια, η σύγκρουση μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών να παίζεται στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ασχολούμαστε με καθαρά συμβολικού τύπου ζητήματα όπως η οπλοκατοχή, οι αμβλώσεις, η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, η χρήση μάσκας κ.ο.κ. Βασικό κομμάτι όμως τούτων των πολιτιστικών πολέμων είναι και μια παρανοϊκού τύπου συνωμοσιολογία, μέσω της οποίας ο νεοσυντηρητισμός αυτός προσπαθεί, κόντρα σε κάθε λογική, να εξηγήσει για ποιον λόγο πραγματικός εχθρός του λαού δεν είναι οι εκπρόσωποί του, ως οπαδοί της απελευθέρωσης της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, αλλά οι liberals, που ζητούν την επιβολή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών – τούτα τα ανθρωπόμορφα και διεφθαρμένα τέρατα που δεν σταματούν να εξυφαίνουν τις πιο τρελές συνωμοσίες ενάντια στον απλό λαό[9].

Υπό αυτή την έννοια, τόσο ο τραμπισμός, γενικώς, όσο κι οι αρνητές μάσκας συνιστούν φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης, ως συνέχεια των παλιότερων αντι-εμβολιαστικών θεωριών, του κινήματος ενάντια στη χλωρίωση του νερού ή των παρανοϊκών σεναρίων της δεκαετίας του ’90 σχετικά με το ζεύγος Κλίντον και φυσικά της άρνησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη αλλά και της σφαιρικότητας της γης από τους περίφημους οπαδούς της θεωρίας ότι ο πλανήτης μας είναι επίπεδος (flat-earthers)[10].

Η ψηφιακή τεχνολογία ως κατεξοχήν εργαλείο αλλοτρίωσης

Εγώ έχω δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Google!

Τζένι Μακάρθι

(Αμερικανίδα ηθοποιός και γνωστή αντι-εμβολιάστρια)

Ως νέο στοιχείο αυτής της ακατάσχετης συνωμοσιολογίας θα πρέπει να λογίζεται η ολοένα και μεγαλύτερη διάδοση τέτοιων θεωριών αλλά κι ο απενοχοποιημένα παρανοϊκός τους χαρακτήρας – με αποκορύφωμα την περίφημη αποκρυφιστική θεωρία QAnon, που μιλά για σατανιστικές σέχτες και πλανητικά δίκτυα παιδεραστίας των οποίων προΐστανται μεγαλόσχημοι Δημοκρατικοί σαν τον Ομπάμα και τη Χίλαρι. Πίσω από αυτή την εξέλιξη κρύβεται, φυσικά, το ίντερνετ, καθώς «μαζί με τη συνδρομητική τηλεόραση μάς επιτρέπει να ζούμε σε μια “φούσκα” η οποία φιλτράρει τις πληροφορίες και επιτρέπει να εισέρχονται μόνο αυτές με τις οποίες ήδη συμφωνούμε». Αυτό δεν ήταν δυνατό κατά την προδιαδικτυακή εποχή, όσο κι αν ο καθένας διάβαζε και τότε την εφημερίδα της προτίμησής του, άκουγε τον ραδιοφωνικό σταθμό που ταίριαζε περισσότερο με τις απόψεις του και παρακολουθούσε το αντίστοιχο κανάλι της εθνικής εμβέλειας, μη συνδρομητικής τηλεόρασης. Το διαδίκτυο, τέκνο της μεταμοντέρνας κοινωνίας, ευνοεί σε βαθμό αδιανόητο ως σήμερα τούτο τον ναρκισσισμό, διότι του επιτρέπει να λαμβάνει δημόσια έκφραση και απήχηση.

Την κατάσταση αυτή την εκμεταλλεύεται δεόντως τούτη η πιο μαχητική εκδοχή λαϊκιστικής Δεξιάς στην οποία βασίστηκε ο τραμπισμός. Άλλωστε κι ο ίδιος ο μεγάλος Ηγέτης είναι αρειμάνιος χρήστης των κοινωνικών δικτύων, τα οποία παρουσιάζει ως αντιστάθμισμα στην κυριαρχία του μηντιακού τοπίου από τα Προοδευτικά ΜΜΕ (ασχέτως αν στις ΗΠΑ το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Δεξιά, μέσω δημοφιλέστατων παραγωγών σαν τον Ρας Λίμπο και καναλιών σαν το επάρατο Fox). Είναι στο διαδίκτυο που ευδοκίμησε κι ανδρώθηκε η περίφημη Alt Right, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και παραληρηματικά βίντεο στο Youtube.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κίνημα QAnon, που, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, αποτελεί «ένα πολύ δραστήριο οικοσύστημα. Στα ηλεκτρονικά φόρουμ αφθονούν οι μαρτυρίες απελπισμένων Αμερικανών που έχασαν κάθε επαφή μ’ έναν οικείο τους που αφομοιώθηκε από τη “συνωμοσία”. Δίχως απαραιτήτως να το έχει επιδιώξει, ο “Q” [σ.σ.: ο ανώνυμος λογαριασμός που άρχισε να διαδίδει τη συγκεκριμένη συνωμοσιολογία] γέννησε μια θεωρία πλήρως προσαρμοσμένη στα κοινωνικά δίκτυα: ταυτοχρόνως συμμετοχική και οριζόντια, επιτρέπει στον καθένα να ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο το εκάστοτε μήνυμα. Ένα από τα συνθήματα του QAnon είναι το “Ψάξ’ το μόνος σου!”. Το κίνημα ανανεώνεται ασταμάτητα βάσει των “drops” και της επικαιρότητας, που προσφέρουν διαρκώς νέα σημάδια τα οποία πρέπει να ερμηνευτούν» .

Υπό αυτήν την έννοια, ένα από τα καλά τόσο της πανδημίας όσο και των αμερικανικών εκλογών είναι πως έδειξαν, μέχρι και στους πιο δύσπιστους, τον πραγματικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας: αποβλάκωση του πληθυσμού, ενθάρρυνση της αγελαίας συμπεριφοράς, αναπαραγωγή φημών, fake news και συνωμοσιολογιών κάθε είδους – υπό το επιχείρημα, μάλιστα, πως ξεσκεπάζουν το ψέμα των επίσημων ΜΜΕ και «του Συστήματος». Αν είσαι αριστερός, βέβαια, μπορείς ακόμη να εθελοτυφλείς και να θεωρείς ότι το πρόβλημα είναι απλά και μόνο οικονομικής φύσεως: τουτέστιν πρόβλημα που έχει να κάνει με το ποιος κατέχει κι ελέγχει την τεχνολογία κι όχι με την ενδογενή της φύση και τις τάσεις που προωθεί κι επιβάλλει το ίδιο το εργαλείο («Αν τα κράτη συνειδητοποιήσουν ότι όσο συμπεριφέρονται ως πρόθυμα πελατάκια τους θα τους καταπιούν τα αδηφάγα νέφη τους, ίσως αποφασίσουν να βάλουν φρένο και να αποδώσουν στην τεχνολογία τον αληθινά ανθρωπιστικό, απελευθερωτικό χαρακτήρα της»). Πρόκειται για την παλιά αφελή πίστη στην ουδετερότητα της τεχνικής – στην πίστη ότι ο τεϊλορισμός είναι σύστημα απάνθρωπο όταν το εφαρμόζει ο Φορντ αλλά καθίσταται απελευθερωτικό και «σοσιαλιστικό», όταν το εξυμνεί και το υιοθετεί ο Λένιν.

Δυστυχώς ακόμα και σοβαρές ελευθεριακές προσεγγίσεις δεν είναι απρόσβλητες από τις ψευδαισθήσεις αυτές. Διαβάζουμε, λ.χ., ότι στο Παρίσι, κατά τις διαδηλώσεις ενάντια στο κατάπτυστο «Άρθρο 24» του νομοσχεδίου περί «Συνολικής Ασφάλειας» –που ποινικοποιεί δρακοντείως τη βιντεοσκόπηση των οργάνων της τάξης–, συντελέστηκε ένας «εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας», καθώς «ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και αντέδρασε και έτσι η τεχνολογία θα υπακούσει την κοινωνική επιταγή». Μπορώντας, δηλαδή, να τεκμηριώνουμε και να καταγγέλλουμε, μέσω βίντεο, τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, χρησιμοποιούμε δήθεν με χειραφετητικό τρόπο μια τεχνολογία σχεδιασμένη για άλλους σκοπούς.

Προφανώς η κυκλοφορία βίντεο και εικόνων που στοιχειοθετούν την αστυνομική αυθαιρεσία είναι σημαντική – ειδικά σε μια χώρα σαν τη σημερινή Ελλάδα, με τον πλήρη έλεγχο της ενημέρωσης από το σύστημα Μητσοτάκη. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό αποκτά τέτοια σημασία ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής οπισθοδρόμησης και υποχώρησης του δημοκρατικού κινήματος, προσπαθώντας απλά ν’ αποφύγουμε τα χειρότερα. Άλλωστε, είναι αυτή η ίδια τεχνολογία που, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνεται για την παθητικότητα και τον κυνισμό των πληθυσμών σήμερα, όπως επίσης και για μια σειρά παθογένειες εντός των κινηματικών μειοψηφιών, οι οποίες, με τη σειρά τους, οξύνουν το γενικότερο πρόβλημα.

Καθώς η τεχνική δεν είναι εργαλειακή, παρά συνιστά, κάθε φορά, ενσάρκωση συγκεκριμένων βλέψεων, η «εκτροπή» της χρήσης της προς πιο απελευθερωτικές κατευθύνσεις έρχεται πάντοτε με υψηλό τίμημα – στον βαθμό που είναι δυνατή. Εν προκειμένω, όλη αυτή η μανία με τη βιντεοσκόπηση, τις αναρτήσεις βίντεο και φωτογραφιών από πορείες και διαδηλώσεις συνιστά περισσότερο έκφραση ενός τεχνοφιλικού φετιχισμού που συχνά συνομιλεί με μια lifestyle επαναστατικότητα, παρά «αθώο» μέσο που επιβάλλει η πραγματική ανάγκη.

Τραμπισμός κι εναλλακτική Ακροδεξιά

Δεδομένων των ιδιομορφιών της αμερικανικής ιστορίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι από πολλές απόψεις πιο δημοκρατικό από τ’ αντίστοιχα των φιλελεύθερων ολιγαρχιών της Ευρώπης. Στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, τα κόμματα δεν έχουν «λενινιστική» δομή. Αντιθέτως σ’ εμάς τέτοια δομή έχουν, πάνω κάτω, ακόμα και τα «αστικά» κόμματα, εφόσον βασίζονται στην κομματική πειθαρχία, τις διαγραφές και την απόλυτη αφοσίωση στον Ηγέτη. Αντιστοίχως, στις ΗΠΑ ο αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος δεν είναι απαραιτήτως και αρχηγός του κράτους, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου, κατά κανόνα, μπορεί κανείς να είναι ταυτοχρόνως αρχηγός κόμματος, αρχηγός κράτους και κυρίαρχος μέσα στο νομοθετικό σώμα[11]. Η κατάσταση αυτή καθορίζει και τη στάση των ψηφοφόρων απέναντι στα κόμματα: περισσότερο «ατομικιστές» και πραγματιστές, οι Αμερικανοί αλλάζουν συχνά κομματική προτίμηση, αναλόγως των διακυβευμάτων και των υποψηφίων, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους για τους οποίους η κομματική προτίμηση παραμένει, σε σημαντικό βαθμό, και ζήτημα αξιακό. Υπό αυτή την έννοια, ένα εξαιρετικό δείγμα της αυξανόμενης πόλωσης της αμερικανικής κοινωνίας είναι το πέρασμα σ’ ένα μοντέλο «ευρωπαϊκό», όπου η κομματική προτίμηση συνιστά ζήτημα αρχών και συνολικής πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας – τη στιγμή, μάλιστα, που στην Ευρώπη, λόγω του προϊόντος κυνισμού των πληθυσμών αλλά και της διαφθοράς των πολιτικών, επικρατεί όλο και περισσότερο η λεγόμενη «ψήφος α λα καρτ».

Παρ’ όλα αυτά, ο υγιής αμερικανικός πολιτικός πραγματισμός δεν έχει πεθάνει. Έτσι, κρίσιμο κομμάτι της εργατικής τάξης που το 2016 ψήφισε Τραμπ, το έκανε για καθαρά ταξικούς λόγους, επειδή ήταν ο μόνος υποψήφιος που προεκλογικά μιλούσε ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και το ελεύθερο εμπόριο. Γι’ αυτό κι έχουν δίκιο όσοι τονίζουν ότι, «αν ο Τραμπ είχε κυβερνήσει ακολουθώντας τον οικονομικό ποπουλισμό στον οποίο βάσισε την προεκλογική εκστρατεία του 2016, πιθανότατα θα είχε επανεκλεγεί. Αντιθέτως, προτίμησε να υπαναχωρήσει στην παλιά, γνωστή Ρεπουμπλικανική συνταγή». Γι’ αυτό, επίσης, ο Μπάιντεν ανέκτησε την Πενσυλβάνια, το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν, παραδοσιακά Δημοκρατικές πολιτείες, των οποίων η εργατική τάξη είχε απορρίψει τον ανενδοίαστο Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό της Χίλαρι: τούτη τη φορά οι ψηφοφόροι απέρριψαν τον Τραμπ, καθώς είδαν ότι οι προεκλογικές του διακηρύξεις ήταν απλά φούμαρα, επιστρέφοντας στις Δημοκρατικές τους συνήθειες.

Την ίδια στιγμή, προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών, τα οποία το 2016 απέρριπταν την υποψηφιότητα του Τραμπ, πλέον τον στηρίζουν αναφανδόν, όπως και το σύνολο του κομματικού μηχανισμού. Αφενός πιστεύουν πως βρήκαν τον ιδεώδη ηγέτη που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν την εκλογική συμμαχία η οποία θα αντισταθεί στη μακροπρόθεσμη κυριαρχία των Δημοκρατικών, δεδομένων των πληθυσμιακών ανακατατάξεων της αμερικανικής κοινωνίας∙ αφετέρου αντιλαμβάνονται, επιπλέον, ότι η κοινωνική βάση του τραμπισμού είναι πλέον κυρίαρχη δύναμη μέσα και γύρω από το κόμμα.

Μέσα στα 74 εκατομμύρια που ψήφισαν υπέρ του Τραμπ –και τα οποία δεν είναι διόλου όλα τους «τραμπικά»– σταθεροποιείται ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του φοροφυγά δισεκατομμυριούχου: κοινωνικά στρώματα τα οποία είναι πρωτίστως οπαδοί του και δευτερευόντως ψηφοφόροι ή υποστηρικτές των Ρεπουμπλικανών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά εκπλήσσουν με τη συμπεριφορά και το ύφος τους ακόμα και το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος – όπως κι ο ίδιος ο Τραμπ άλλωστε[12]. Ιδού πώς συνοψίζει την κατάσταση ένας Αμερικανός δημοσιογράφος: «σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες ο Τραμπ “ενδεχομένως να κομίζει κάτι νέο στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, κάτι που δεν είναι διόλου συντηρητικό […]”. Πρόκειται για μια προτίμηση για “σκληρούς, επιθετικούς, αδιάλλακτους ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνήθως δεν είναι γνωρίσματα ούτε του συντηρητικού ούτε του προοδευτικού τρόπου σκέψης. […] Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από τα εν λόγω γνωρίσματα τείνουν να τα μεταδίδουν και στα παιδιά τους, ενώ δείχνουν να είναι οι πιο αμετανόητοι οπαδοί του Τραμπ. […] Αυτό που έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως τα χαρακτηριστικά τους αυτά δεν έχουν καμία σχέση με άλλες πτυχές του συντηρητισμού, όπως π.χ. ο σεβασμός απέναντι στην παράδοση και τις παραδοσιακές ιεραρχίες”. Δεδομένου ότι οι πολιτικοί επιστήμονες που έκαναν τη σχετική έρευνα δεν “έχουν ξανασυναντήσει αυτές τις τάσεις, δε γνωρίζουμε αν οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από τους Ρεπουμπλικάνους ή τους Δημοκρατικούς ή αν δεν ασχολούνταν καν με την πολιτική» .

Ανεξαρτήτως του αν ο Τραμπ επιδιώξει να ξαναεκλεγεί υποψήφιος για Πρόεδρος το 2024, η κοινωνική βάση που κατάφερε να συσπειρώσει έχει έρθει για να μείνει. Δεδομένου, άλλωστε, πως ηττήθηκε ακριβώς επειδή απώλεσε τη στήριξη του πιο ορθολογικού κομματιού των ψηφοφόρων του τού 2016 (όπως ένα κρίσιμο μέρος της εργατικής τάξης της «Ζώνης της Σκουριάς» που φέτος ξαναψήφισε Δημοκρατικούς), η βάση αυτή συγκεντρώνει τα πιο «ανορθολογικά» της κομμάτια – αυτά που κρίνουν αποκλειστικά με όρους ταυτοτικούς (και πολύ συχνά συνωμοσιολογικούς). Η μετατροπή αυτών των στοιχείων σε βασικά χαρακτηριστικά μιας νέας πολιτικής δύναμης συνιστά την καινοτομία της τρέχουσας περιόδου.

Το σημερινό πολιτικό διακύβευμα

Αν όλα αυτά έχουν κάποια σημασία είναι γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό, αλλά αφορά, αντιθέτως, το σύνολο της Δύσης. Η παλιότερη, φιλελεύθερη Δεξιά έχει υποσκελιστεί από μια «ταυτοτική», εθνικιστική Δεξιά, που προσδιορίζεται ως αντίπαλο δέος της παγκοσμιοποίησης και των πολιτιστικών της εκφράσεων: κοσμοπολιτισμός, πολιτική ορθότητα, προοδευτικές αξίες. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια λαϊκιστική Δεξιά, που παρουσιάζεται ως προστάτιδα των φτωχών και των κατατρεγμένων με όρους κατά κανόνα ταυτοτικούς-πολιτιστικούς. Σε κοινωνιολογικό επίπεδο συνιστά έκφραση ενός τυφλού κι ανορθολογικού θυμού και μιας αυτοκαταστροφικής, συχνά, απελπισίας.

Ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές των δημογραφικών μεταβολών που βρίσκονται πίσω από αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις, ο Κριστόφ Γκιλουί, δείχνει να πιστεύει ότι η διαμόρφωση τούτης της νέας Δεξιάς δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές πολιτικές απόψεις των υποστηρικτών της. Θεωρεί ότι τα λαϊκά στρώματα εκλέγουν συνειδητά, ως έσχατη αντίδραση, λαϊκιστές απατεώνες για να βραχυκυκλώσουν το «Σύστημα», δίχως όμως να πιστεύουν πραγματικά σε αυτούς. Το σενάριο αυτό μάς φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξο, καθώς παραβλέπει μια σειρά από κρίσιμους παράγοντες: την παρακμή της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων –απότοκο της εξαφάνισης του εργατικού κινήματος, της μαζικής ανεργίας και της γενικότερης κοινωνικής αποσύνθεσης που πλήττει τα στρώματα αυτά- ή τον αποχαυνωτικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας – απότοκο της κοινωνίας της κατανάλωσης που αναδύεται σταδιακά κατά τον 20ό αιώνα κι επικρατεί πλήρως στις μέρες μας. Εντούτοις, και αληθές να ήταν το σενάριο αυτό, καταδεικνύει γλαφυρά το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο: το μόνο που απομένει πλέον στα θύματα της παγκοσμιοποίησης είναι να στηρίζουν τις πιο ανορθολογικές και ψευτο-«αντάρτικες» μερίδες της ολιγαρχίας (όπως ο Τραμπ εν προκειμένω).

Αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, η νέα λαϊκή Δεξιά. Όχι ο φασισμός, αλλά η τάση να εκλέγουμε ηγέτες και κόμματα που δεν οδηγούν σε συνταγματική εκτροπή και «φασιστικοποίηση», μα κυβερνούν, αναλόγως των αντιστάσεων σ’ επίπεδο κοινωνίας και της ανθεκτικότητας των φιλελεύθερων ολιγαρχικών θεσμών, με τρόπο ολοένα και πιο συγκεντρωτικό, καθιστώντας την οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό δομικά χαρακτηριστικά του τρόπου άσκησης της εξουσίας. Στις ΗΠΑ, με τη βαθιά δημοκρατική παράδοση, οι θεσμοί και οι συνταγματικές και άλλες δικλείδες ασφαλείας έδειξαν ν’ αντέχουν, ενώ κι η δεξιά στροφή του Μακρόν στη Γαλλία αντιμετωπίζει προς το παρόν αντιστάσεις από την πλευρά της κοινωνίας και του Τύπου. Σε χώρες που δεν χαρακτηρίζονται από τέτοια παράδοση, όπως η Ελλάδα, η Ουγγαρία ή η Πολωνία, η κατάσταση φαίνεται πολύ πιο δυσοίωνη.

Ένα είναι πάντως σίγουρο: ότι η άνοδος αυτής της νέας Δεξιάς/Ακροδεξιάς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί, από την πλευρά των δημοκρατικών δυνάμεων, μέσα από την παρόξυνση των τάσεων που συνέβαλαν στη γιγάντωσή της. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, της αντιαυταρχικής κι αποδομιστικής παράνοιας, της φοβίας απέναντι στον λαό και τα «σκουλήκια μικροαστούς» αλλά και της μετατροπής της πολιτικής σε ταυτοτικό κι «επιτελεστικό» χάπενινγκ που ενδιαφέρεται όχι ν’ αλλάξει την κοινωνία, μα να διατρανώσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα, αυξάνοντας την «ορατότητά» της. Το μόνο που κάνουν οι τάσεις αυτές –λογική κατάληξη των οποίων είναι η εκνευριστική συνήθεια ν’ αρνούμαστε να αναλύσουμε τα φαινόμενα που εδώ συζητάμε επαναλαμβάνοντας τσιτάτα περί «φασιστικοποίησης» ή/και «καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης»– είναι να ρίχνουν νερό στον μύλο τούτης της ταυτοτικής Δεξιάς. Η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο υποτάσσει τις δημοκρατικές ιδέες στον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό και δίνει ένα περαιτέρω άλλοθι στο νεοδεξιό παραλήρημα, αφήνοντας παράλληλα αναπάντητες τη νεοφιλελεύθερη επίθεση και τη νεοτεχνολογική επέλαση που επ’ αφορμή του κορωνοϊού θα πλήξουν έτι παραπάνω τα πιο αδύναμα στρώματα.

(Το κείμενο γράφτηκε πριν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον και δημοσιεύθηκε λίγες ώρες πριν αυτά λάβουν χώρα. Εξ ου κι η έλλειψη κάθε σχετικής αναφοράς. Μόνον οι φωτογραφίες της δημοσίευσης κι η παρούσα διευκρίνιση προστέθηκαν κατόπιν εορτής.)


[1] Παρατίθεται από τον J. Bouie, “2020 Shows Why the Electoral College Is Stupid and Immoral”.

[2] Βλ. σχετικά την ανάλυση του Άντολφ Ριντ, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας», Πρόταγμα, τ. 11, Νοέμβριος 2018, σσ. 174-175, 198-199.

[3] Για παράδειγμα, η πολυθρύλητη νίκη του Μπάιντεν στη Γεωργία δεν ήρθε χάρις στις ψήφους των Αφροαμερικανών –η οποία παρουσίασε πτώση σε σχέση με το 2016– αλλά χάρις στις ψήφους των Λευκών, εύπορων προαστίων της Ατλάντα.

[4] Το αναφέρει ο Thomas Frank, «Ντινγκ-ντονγκ, ο βλαξ πάει. Όμως, διαβάστε προτού αναφωνήσετε “Αλληλούια”».

[5] Σύμφωνα με την έκφραση ενός θεωρητικού του μάνατζμεντ που παραθέτει ο Φρανκ: «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ. 10, Ιούνιος 2017, σ. 171.

[6] Όπως π.χ. στην περίπτωση του νέου υπουργού Υγείας, μαξικανικής καταγωγής, Χαβιέρ Μπεσέρα ή –ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα- στην περίπτωση του νέου υπουργού Άμυνας, του Αφροαμερικανού πρώην στρατηγού, Λόυντ Όστιν. Ο συγκεκριμένος διορισμός προκάλεσε πολιτικό αλλά και νομικό-συνταγματικό ζήτημα, μιας και πρόκειται για πρώην στρατηγό, τον δεύτερο που θα διοικήσει το συγκεκριμένο υπουργείο μέσα στα τελευταία 4 χρόνια, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο ο έλεγχος του συγκεκριμένου υπουργείου να περιέλθει στα χέρια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Παρ’ όλες τις αντιδράσεις, όμως, ο Μπάιντεν επέμεινε στην επιλογή κατά βάση επειδή ο Όστιν είναι Αφροαμερικανός.

[7] Για τον αντιρατσισμό ως κυρίαρχη ιδεολογία αλλά και τη διαφορά μεταξύ ανισότητας και «διακρίσεων», βλ. το κείμενό μας, «Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ…».

[8] Να υπενθυμίσουμε, επί τη ευκαιρία, πως όλοι αυτοί οι φιλελεύθεροι και νεοσυντηρητικοί πολέμιοι του λαϊκισμού (ή «εθνικο-λαϊκισμού»), εδώ στην Ευρώπη, στην πραγματικότητα εντάσσουν στο στόχαστρο της –αντιδημοκρατικής– κριτικής τους όχι μόνο τον λαϊκισμό μα και τον ποπουλισμό. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από το τεχνοκρατικό δόγμα θεωρείται διολίσθηση προς τον λαϊκισμό και ως το πρώτο βήμα αντιδημοκρατικών εκτροπών.

[9] Στο βιβλίο του Τι διάολο συμβαίνει στο Κάνσας; Πώς έκλεψαν οι συντηρητικοί την καρδιά της Αμερικής; ο Φρανκ παρουσιάζει μια σειρά τέτοιων θεωριών κατά τις συζητήσεις του με φτωχούς Αμερικανούς από την πολιτεία του, οι οποίοι ψηφίζουν πλέον φανατικά τους Ρεπουμπλικανούς κόντρα στα στοιχειώδη ταξικά τους συμφέροντα.

[10] Όπως σημείωνε το National Geographic σ’ ένα παλιότερο άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο «Η εποχή της δυσπιστίας απέναντι στην επιστήμη», «η αποφυγή του εμβολιασμού γνωρίζει άνοδο στις ΗΠΑ: 46 πολιτείες αναγνωρίζουν τη δυνατότητα εξαίρεσης από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για θρησκευτικούς λόγους, ενώ 19 πολιτείες για φιλοσοφικούς λόγους».

[11] Από την άποψη αυτή, ο καθαρά διακοσμητικός χαρακτήρας του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και η ο μη διαχωρισμός των βουλευτικών εκλογών από τις εκλογές για την ανάδειξη του Πρωθυπουργού, καθιστούν το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα εξόχως συγκεντρωτικό κι αντιδημοκρατικό, μιας κι ο πρόεδρος ενός κόμματος που κερδίζει τις εκλογές έχοντας την παντοδυναμία, κυβερνά ως απόλυτος άρχων, εφόσον ελέγχει πλήρως τόσο το κόμμα του όσο και το κράτος και τη Βουλή, δίχως να μοιράζεται την εξουσία με κανέναν σε θεσμικό επίπεδο. Ο συγκεντρωτισμός του περίφημου «επιτελικού (παρα)κράτους», που έχει στήσει η σημερινή κυβέρνηση και βάσει του οποίου τα πάντα υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Πρωθυπουργού και όλα λύνονται «με εντολή Μητσοτάκη», συνιστά την πιο ακραία εκδοχή αυτού του φαινομένου.

[12] Παραδοσιακού τύπου «συντηρητικοί» αστέρες των Ρεπουμπλικανών, όπως ο Τεντ Κρουζ –που τώρα βέβαια πίνει νερό στο όνομα του Τραμπ– ή ο Τζεμπ Μπους κι ο Μάρκο Ρούμπιο, είχαν βιώσει στο πετσί τους τα νέα αυτά πολιτικά ήθη, έχοντας επανειλημμένως αποτελέσει στόχο προσβολών, ειρωνειών και, γενικώς, της απρεπούς συμπεριφοράς του Τραμπ κατά τη διάρκεια των ντιμπέιτ για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου κατά τις εσωτερικές εκλογές του κόμματος, πίσω στο 2016. Ο Τραμπ τούς αντιμετώπιζε τότε με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε στη συνέχεια τη Χίλαρι και τον Μπάιντεν.

Posted in Κείμενα | 16 Σχόλια