Εκδήλωση για τον τζιχαντισμό: οι 2 εισηγήσεις και η συζήτηση.

Σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, παρουσιάζουμε τα «ντοκουμέντα» από την εκδήλωσή μας, που έγινε στις 31/03 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των Συναδέλφων. Μετά τα κείμενα των δύο εισηγήσεων που έγιναν, ακολουθεί το ηχητικό αρχείο, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τις εισηγήσεις όσο και την κουβέντα που ακολούθησε.

παρουσιαση_συναδελφων

Ο τζιχαντισμός ως σύμπτωμα των σύγχρονων αδιεξόδων της Δύσης και του μη δυτικού κόσμου – ΜΕΡΟΣ Α

 

Ο τζιχαντισμός ως σύμπτωμα των σύγχρονων αδιεξόδων της Δύσης και του μη δυτικού κόσμου – ΜΕΡΟΣ Β

 

 

Ηχητικό αρχείο από την εκδήλωση

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

«Ριζοσπαστικοποιήσεις» και «ισλαμοφοβία»: ο βασιλιάς είναι γυμνός

του Ζιλ Κεπέλ

Μια από τις παράπλευρες απώλειες των τρομοκρατικών επιθέσεων του 2015 ήταν το γαλλικό πανεπιστήμιο. Ενώ οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες είναι οι πρώτες τη τάξει υπεύθυνες να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της τρομοκρατίας που, στα πλαίσια μιας άνευ προηγουμένου εξάπλωσης, χτύπησε και τη Γαλλία, η πανεπιστημιακή κοινότητα μοιάζει ανίκανη να στοχαστεί πάνω στον τζιχαντισμό. Η αδυναμία αυτή εξηγείται πρώτον από αυτήν την προκλητική πολιτική κατάργησης της έρευνας πάνω στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της οποίας υπήρξε το κλείσιμο του σχετικού προγράμματος της Ανώτατης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (της SciencesPo) τον Δεκέμβριο του 2010, την ίδια στιγμή όπου ο Μοαμέντ Μπουαζιζί (Mohamed Bouazizi) γινόταν παρανάλωμα του πυρός στο Σιντί Μπουζίντ της Τυνησίας[1]. Εξαλείφονται έτσι ολόκληρα γνωστικά πεδία και ιδιαίτερα η δυνατότητα των νέων ερευνητών να διαβάζουν στο αραβικό πρωτότυπο τα κείμενα της σαλαφιστικής και τζιχαντιστικής προπαγάνδας. Όμως, η αδυναμία ερμηνευτικής ανάλυσης που προαναφέραμε, εξηγείται επίσης, από μια ιδεολογικού τύπου απαγόρευση: μεταξύ της σφύρας της «ριζοσπαστικοποίησης» και του άκμονος της «ισλαμοφοβίας», έγινε μεμιάς εξαιρετικά δύσκολο να στοχαστεί κανείς πάνω στην πολιτιστική πρόκληση που μας θέτει η τζιχαντιστική τρομοκρατία, ως μάχη στο εσωτερικό του Ισλάμ, τη στιγμή μάλιστα που αυτό το τελευταίο βρίσκεται σε διαδικασία αφομοίωσης από την γαλλική κοινωνία.

«Ριζοσπαστικοποίηση» και «ισλαμοφοβία» είναι δυο λέξεις που προκαλούν σύγχυση στην ανθρωπολογική έρευνα. Η πρώτη μετατρέπει σε κάτι το αφηρημένο ένα φαινόμενο πάνω στο οποίο απαγορεύεται πλέον να στοχαστείς, έστω και με συγκριτικό τρόπο. Από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την Action Directe ως το Ισλαμικό Κράτος, και από την ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ ως την ομάδα του Κουλιμπαλί ή του Αμπααούντ, πρόκειται πάντοτε για τον ίδιο «ριζοσπαστισμό», που μέχρι χθες είχε χρώμα κόκκινο, ενώ σήμερα ενδύεται το πράσινο του Ισλάμ. Για ποιον λόγο, λοιπόν, να μελετάμε το φαινόμενο, να καθόμαστε να μαθαίνουμε δύσκολες γλώσσες και να κάνουμε επιτόπια έρευνα στις «σκληρές» γειτονιές όπου ο σαλαφισμός προελαύνει τα τελευταία 30 χρόνια, εφόσον γνωρίζουμε ήδη την απάντηση; Πρόκειται για μια θεωρητική τοποθέτηση που γνωρίζει μια ιδιαίτερη και καταστροφική επιτυχία, καθώς καθησυχάζει το μηντιακο-πολιτικό κατεστημένο, επιτρέποντάς του να εμμένει στις αυτοκτονικές του βεβαιότητες, προϊόν όλες τους της άγνοιας της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και της διανοητική έπαρση που το διακρίνουν. Τούτη η προσπάθεια αποδόμησης της έννοιας του τζιχαντισμού και αντικατάστασής της από την πιο αφηρημένη έννοια της «ριζοσπαστικοποίησης» -επικεφαλής της οποίας είναι ο Ολιβιέ Ρουά (Olivier Roy) με το περίφημο σλόγκαν περί «Ισλαμοποίησης του ριζοσπαστισμού»- οφείλεται στον φόβο της «ισλαμοφοβίας»: Η κριτική ανάλυση του Ισλάμ αποτελεί για τους νέους ιεροεξεταστές haram– «αμαρτία και απαγόρευση». Τρανό παράδειγμα ο αναθεματισμός του Καμέλ Νταούντ (Kamel Daoud) από ένα εξοργισμένο πλήθος ερευνητών -τους οποίους υποστήριξε και ο ίδιος ο πολύς Ολιβιέ Ρουά- με αφορμή την τοποθέτηση του αλγερινού συγγραφέα πάνω στο ζήτημα των σεξουαλικών επιθέσεων στην Κολονία[2].

Η έκθεση που δημοσίευσε προσφάτως ο διευθυντής του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών (CNRS) υπό τον τίτλο «Έρευνες πάνω στις ριζοσπαστικοποιήσεις» εντάσσεται στην ίδια λογική. Μάταια περιμέναμε, εκ μέρους ενός τέτοιας εμβέλειας επιστημονικού οργανισμού, έναν στοιχειώδη έστω ορισμό των χρησιμοποιούμενων όρων. Η ιδέα περί «ριζοσπαστικοποιήσεων» ανάγεται σε αξίωμα και αποτελεί ταυτόχρονα σημείο αφετηριακό και σημείο κατάληξης μιας σειράς δημοσιεύσεων, οι συντάκτες των οποίων καθόλου δεν κρύβουν τις ιδεολογικές τους καταβολές, όπως φαίνεται αν κάνει κανείς απλώς τον κόπο να ανατρέξει στις βιβλιογραφικές τους αναφορές. Ο Εμίλ Ντυρκέμ, παντελώς απών από μια γαλλική κοινωνιολογική έρευνα της οποίας υπήρξε, ωστόσο, ο ιδρυτής, αναγνώριζε ως απαραίτητο χαρακτηριστικό μιας επιστημονικής μεθόδου την ικανότητά της να διακρίνει τις χρησιμοποιούμενες έννοιες από τις «προ-ιδέες (prénotions). Χαρακτηρίζει δε αυτές τις τελευταίες ως «χονδροειδή είδη εννοιών», που καμώνονται πως διαυγάζουν τα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά στην πραγματικότητα τα συσκοτίζουν, καθώς αποτελούν, αποκλειστικά, προϊόντα γνώμης και όχι καρπό επιστημονικής έρευνας. Επομένως, η μέχρις εξαντλήσεως χρήση της ιδέας περί «ριζοσπαστικοποιήσεων» (με τη χρήση πληθυντικού να ενισχύει τον εσκεμμένα αφηρημένο χαρακτήρα της έννοιας) είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα χρήσης των «προ-ιδεών» για τις οποίες μιλούσε ο Ντυρκέμ, από εκείνους μάλιστα που αποτελούν τους ανάξιους και μακρινούς κληρονόμους της σκέψης του.

Η συγκεκριμένη δε προ-ιδέα προέρχεται από την Αμερική. Χρησιμοποιήθηκε ευρέως μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 από αυτούς που πίστευαν πως μας βοηθά να φωτίσουμε τις διαδοχικές ρήξεις ενός «ριζοσπαστικοποιημένου» ατόμου με τις κανονικότητες της κυρίαρχης κοινωνικότητας. Οι αναλύσεις αυτές εκκινούν από το ίδιο βασικό φιλελεύθερο αξίωμα: Το ανθρώπινο ον είναι ένα ον αφηρημένο, χωρίς ιδιότητες, ένα άτομο «αποδεσμευμένο» από κάθε παρελθόν και οποιονδήποτε κοινωνικό δεσμό. Το αρχικό επιστημονικό ερώτημα έχει τη σφραγίδα της αμερικάνικης ρασιοναλιστικής παράδοσης: Για ποιον λόγο ένα τέτοιο άτομο αποφασίζει να σκοτώσει και να σκοτωθεί; Δεν επιθυμεί, άραγε, να ζήσει το αμερικανικό όνειρο; Η αναζήτηση μιας απάντησης εναποτίθεται ευθύς εξαρχής σε μια βιογραφικού τύπου ανάλυση του μελετούμενου ατόμου. Υποθέτουμε ότι βίωσε μια αρχική ρήξη (εξευτελισμός, ρατσισμός, απόρριψη κ.ο.κ.) η οποία και πυροδότησε την «ριζοσπαστικοποίηση» και τον συνεπακόλουθο εκτροχιασμό του. Η εξέγερση, λοιπόν, μοιάζει, κατά κάποιον τρόπο, ν’ ανέμενε από καιρό την ιδεολογική της διαμόρφωση.

Για να λύσει το αίνιγμα, η ανάλυση στρέφεται προς τον ρόλο της «προσφοράς». Και στο σημείο ακριβώς αυτό συναντώνται τα αξιώματα του κοινωνιολογικού μεθοδολογικού ατομικισμού[3] με τα αρχεία υπόπτων της αστυνομίας. Πράγματι, την εν λόγω «προσφορά» φαίνεται ν’ αντιπροσωπεύουν περίπλοκοι «πυρήνες στρατολόγησης» καθοδηγούμενοι από «χαρισματικούς ηγέτες» των οποίων η ικανότητα βασίζεται σ’ ένα επιδέξιο παιχνίδι θρησκευτικών παρακινήσεων, πολιτικών αναλύσεων και υποσχέσεων για έναν μεταθανάτιο Παράδεισο. Εντασσόμενο ξανά σε ένα σύνολο, το άτομο υιοθετεί σταδιακά τους τρόπους σκέψης και δράσης που του προτείνονται, ώσπου, τελικά, είναι έτοιμο να περάσει στην πράξη. Έχει, με άλλα λόγια, «ριζοσπαστικοποιηθεί». Η συχνή χρήση όρων όπως «αιρετική εκτροπή» ή «θρησκευτικός προσηλυτισμός» (ακόμα και στις περιπτώσεις που το εν λόγω άτομο είναι ήδη μουσουλμάνος) εγγράφει το φαινόμενο σε μια συνεχή παράλογη ακολουθία, συνδέοντας έτσι τον Αμπααούντ με τον «πλανητικό Μεσσία» Ζιλμπέρ Μπουρντέν[4]. Κι έτσι τα εύσημα όλων των ερευνών που προωθούνται από τις αμερικάνικες αρχές, φαίνεται να πηγαίνουν στα think tanks της Ουάσινγκτον, κανένα μέλος των οποίων δεν γνωρίζει γρι αραβικά, ούτε έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του πραγματικούς σαλαφιστές.

Από την αντίπερα ακτή του Ατλαντικού λοιπόν ορμώμενο το περίφημο ζεύγος «ριζοσπαστικοποίηση-ισλαμοφοβία» υιοθετήθηκε βιαστικά από ένα κομμάτι της γαλλικής πανεπιστημιακής έρευνας γενικών καθηκόντων, η οποία επίσης αγνοεί την αραβική γλώσσα. Έτσι καθίσταται αδύνατον να στοχαστεί κανείς πάνω στους τρόπους με τους οποίους ο τζιχαντισμός ωφελείται από τη σαλαφιστική δυναμική που διαμορφώθηκε στην Μέση Ανατολή και συνιστά αξιακή ρήξη με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η επίκληση της «ισλαμοφοβίας» απλώς ενδυναμώνει τούτο τον διανοητικό εγκλεισμό: στόχος της είναι, βασικά, να αμφισβητήσει την «λευκή νεο-αποικιοκρατική» κουλτούρα και τις σχέσεις της με τον Άλλο την οποία θεωρεί πηγή ενός υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού- χωρίς να εξετάζει, ταυτοχρόνως, τον ιδεολογικό ρόλο του ίδιου του Ισλάμ. Συμπληρώνει, έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, την προσπάθεια αποδόμησης του δημοκρατικού πολιτεύματος (République) από πλευράς σαλαφιστών, βαδίζοντας χέρι-χέρι με τους Indigènes de la République[5], υπό τις ευλογίες των τσαρλατάνων των «μεταποικιοκρατικών σπουδών» -άλλης μιας ιδεολογικής απάτης που, αφού πρώτα καθαίμαξε τα αμερικανικά πανεπιστήμια μετατρέποντας την άγνοια σε αρετή, έρχεται τώρα να μολύνει την Ευρώπη.

Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική απέναντι στην πρόκληση του τζιχαντισμού που έσπειρε τον τρόμο στη Γαλλία; Πρώτη προτεραιότητα είναι η σοβαρή επανέναρξη της μελέτης του αραβικού κόσμου και της αραβικής γλώσσας. Τα ημίμετρα που φαίνεται να λαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο μόλις εξήγγειλε την δημιουργία κάποιων θέσεων με αντικείμενο την «ανάλυση των ριζοσπαστικοποιήσεων» (κυριαρχεί, απ’ ό,τι φαίνεται, κι εκεί η ιδεολογία που εδώ καταγγέλουμε!) και τις «σπάνιες γλώσσες» (υπόψιν ότι τα αραβικά έχουν εκατομμύρια ομιλητές!) συνιστούν επιφανειακή και πρόχειρη αντιμετώπιση του προβλήματος. Όμως και μόνο διαβάζοντας τα κείμενα και πραγματοποιώντας έρευνες πεδίου μιλώντας τις τοπικές γλώσσες, μπορούμε να διαυγάσουμε τα γεγονότα των περασμένων δεκαετιών, να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο εξελίχθηκαν οι διάφορες μεταλλάξεις του τζιχαντισμού, από την αμερικανο-σαουδική κήρυξη της τζιχάντ κατά την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 ως την διακήρυξη ίδρυσης του χαλιφάτου του Ισλαμικού Κράτους στη Μοσούλη το 2014, καθώς και ποιες οι σχέσεις του τζιχαντισμού αυτού, καταρχήν με το Ισλάμ στη Γαλλία και κατόπιν με το γαλλικό Ισλάμ. Μόνον έτσι θα επισημανθούν οι αρμοί αυτών των εξελίξεων, όπως το 2005 όταν ο Αμπού Μουσάμπ αλ-Σουρί δημοσίευσε το «Κάλεσμα σε παγκόσμια ισλαμική αντίσταση» στο οποίο η Ευρώπη, ως μαλακό υπογάστριο της Δύσης, ανακηρύσσεται σε κατεξοχήν στόχο της παγκόσμιας τζιχάντ. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, η σημαντική συμμετοχή παιδιών μουσουλμάνων μεταναστών στα μεγάλα επεισόδια που έλαβαν χώρα στα προάστια επέτρεψε την ανάδυση μιας μικρής -πλην όμως ορατής και δραστήριας- μειοψηφίας σαλαφιστών που κηρύττει την αποδοκιμασία (al baraa) των αξιών της «άπιστης» Δύσης και την αποκλειστική πίστη (al wala) στους πιο συντηρητικούς σαουδάραβες ουλεμάδες. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε ν’ αναλύσουμε τους τρόπους με τους οποίους συντελέστηκε η μετάβαση από αυτού του είδους τον σαλαφισμό στην αιματηρή τζιχάντ, η οποία εφαρμόζει στην πράξη τη ρητή διαταγή που θεωρεί «θεμιτό» (halal) το αίμα των αποστατών, των απίστων και των Εβραίων.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που θα έχουμε ως στόχο τα παραπάνω, κάθε τομέας έρευνας μπορεί να προσφέρει, με την  προϋπόθεση, βεβαίως, ν’ ανατρέχει στις αρχικές πηγές κι όχι ν’ αναμασά τα λήμματα της Βικιπέδια και τα άρθρα των εφημερίδων. Οι μελετητές των ανατολικών πολιτισμών, του Μεσαίωνα, της νεώτερης ιστορίας, οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι και οι γιατροί, οι ιστορικοί, οι ανθρωπολόγοι, αλλά και οι ειδικοί της πληροφορικής έχουν μπροστά τους ένα γιγαντιαίο έργο, που δεν αφορά αποκλειστικά τη μελέτη των εχθρών της κοινωνίας που αιματοκύλησαν τη Γαλλία, αλλά και την μελέτη της ίδιας της κοινωνίας της οποίας τα ελαττώματα επέτρεψαν σ’ αυτούς να παρεισφρήσουν και να απλώσουν τις ρίζες τους. Ώρα επιτέλους να ξεμπερδεύουμε με την παροιμιώδη αυτήν άγνοια που μολύνει τα πνεύματα και παίζει το παιχνίδι του Ισλαμικού Κράτους.

* Αναδημοσίευση από το Gilles Kepel, «“Radicalisations” et “islamophobie”: le roi est nu», εφημερίδα Libération, 14/3/2016.

[1] Σ.τ.μ.: Ο Μοαμέντ (Ταρέκ) Μπουαζιζί ήταν ο τυνήσιος πλανόδιος πωλητής που αποπειράθηκε ν’ αυτοκτονήσει αυτοπυρπολούμενος δημόσια μετά από επανειλημμένη κατάσχεση του κάρου και της ζυγαριάς του από τις αστυνομικές αρχές του Σιντί Μπουαζίντ στις 17 Δεκεμβρίου του 2010. Ο Μπουαζιζί υπέκυψε στα τραύματά του δύο εβδομάδες αργότερα. Ωστόσο η υπόθεσή του έλαβε συμβολικό χαρακτήρα κι ως δείγμα της απόγνωσης που γενούσε η βία κι η αυθαιρεσία του καθεστώτος Μπεν Αλί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που οδήγησε στην εξέγερση ενάντια στον δικτάτορα και, στη συνέχεια, στα υπόλοιπα κινήματα της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης.

[2] Σ.τ.μ.: Ο αλγερινός λογοτέχνης Καμέλ Νταούντ σε άρθρο του στην εφημερίδα La Repubblica -που αναδημοσιεύτηκε στη συνέχεια στον Le Monde– υποστήριξε πως το γνωστό περιστατικό της μαζικής σεξουαλικής παρενόχλησης γυναικών από -κατά την πλειοψηφία τους- άραβες άνδρες στην Κολονία υπήρξε δείγμα της «άρρωστης σχέσης που έχει ο αραβικός κόσμος με τη γυναίκα, το σώμα και τη σεξουαλική επιθυμία». Όπως ήταν αναμενόμενο η άποψή του αυτή επέσυρε τη μήνιν μιας σειράς διδακτορικών και μεταδιδακτορικών φοιτητών -μεταξύ των οποίων και κάποιοι καθηγητές- οι οποίοι τον κατήγγειλαν με συλλογικό τους άρθρο στον Le Monde για «ανακύκλωση των πιο ξεπερασμένων οριενταλιστικών κλισέ», «ισλαμοφοβία», «αποικιοκρατικό πατερναλισμό», «αντιανθρωπισμό» και για το ότι παίζει το παιχνίδι του Pegida. Μετά από αυτήν την επίθεση ο Νταούντ -που είναι κυνηγημένος στη χώρα του από φανατικούς ισλαμιστές (καθώς υπάρχει εναντίον του φετφάς από το 2014)- υποστήριξε πως εγκαταλείπει οριστικά την αρθρογραφία, μιας και η κατηγορία περί «ισλαμοφοβίας» χρησιμοποιείται πλέον ως ιεροεξεταστικό εργαλείο. Με ένα γελοίο του άρθρο σχετικά με τη διένεξη ο Ο. Ρουά ουσιαστικά δικαίωσε τους ακαδημαϊκούς αναθεματιστές, υποστηρίζοντας πως ο ματσισμός και το φαινόμενο της σεξουαλικής παενόχλησης υφίστανται παντού στον κόσμο. Το να περιορίζουμε, συνεπώς, τη σχετική συζήτηση στον αραβικό κόσμο είναι δείγμα δυτικού ρατσισμού.

[3] Σ.τ.μ.: Δηλαδή της -φιλελεύθερης κατά βάση- προσέγγισης που αναγνωρίζει μόνο ατομικά αίτια στα εκάστοτε κοινωνικά φαινόμενα και περιστατικά.

[4] Σ.τ.μ.: Απατεώνας, ηγέτης της παραθρησκευτικής σέχτας του Ωμισμού.

[5] Σ.τ.μ.: «Ιθαγενείς της Δημοκρατίας». Οργάνωση που με πρόσχημα τον αντι-αποικιοκρατικό αγώνα, εκφράζει συχνά ρατσιστικό, ομοφοβικό και κομινοταριστικό λόγο.

Posted in Κείμενα | 5 σχόλια

Εκδήλωση – Συζήτηση στο Ρέθυμνο

Με αφορμή τις επιθέσεις σε Παρίσι και Βρυξέλλες:

Ο τζιχαντισμός ως σύμπτωμα των σύγχρονων αδιεξόδων της Δύσης και του μη δυτικού κόσμου

 

Δευτέρα 04/04, 7.30μμ.

στο συνεργατικό εργαστήρι – καφέ Τζεπέτο, Κατεχάκη και Χειμάρας γωνία, στο Ρέθυμνο.

Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, περιοδικό Πρόταγμα

Τζεπετο

Posted in Ανακοινώσεις | 3 σχόλια

Εκδήλωση-Συζήτηση – Ο τζιχαντισμός ως σύμπτωμα των σύγχρονων αδιεξόδων της Δύσης και του μη δυτικού κόσμου

Εκδήλωση – Συζήτηση

Με αφορμή τις επιθέσεις σε Παρίσι και Βρυξέλλες:

Ο τζιχαντισμός ως σύμπτωμα των σύγχρονων αδιεξόδων της Δύσης και του μη δυτικού κόσμου

 

Πέμπτη 31/03, 7.30μμ.

Στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, περιοδικό Πρόταγμα

 

παρουσιαση_συναδελφων_web

Posted in Εκδηλώσεις | 3 σχόλια

Ολόκληρο το 7ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

Τεύχος 7, Οκτώβριος 2014.

Πατήστε στην εικόνα του εξωφύλλου.

 

protagma#7-exwfyllo-2

Posted in Ανακοινώσεις | Σχολιάστε

Ολόκληρο το 6ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

Τεύχος 6, Δεκέμβριος 2013.

Πατήστε στην εικόνα του εξωφύλλου.

 

protagma#6-exwfyllo-web_3

 

Posted in Ανακοινώσεις | Σχολιάστε

Το αγροτικό κίνημα, οι προοπτικές του και οι στόχοι του

του Στρατή Νικολάου

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις θυμίζουν  αυτές που γίνονταν στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα και είχαν ως αίτημα την πληρωμή «όλων»  των επιδοτήσεων υπερασπιζόμενες τάχα τα συμφέροντα των μικρομεσαίων αγροτών. Στην πραγματικότητα όμως κατοχύρωσαν τις πλασματικές παραγωγές (πανωγραψίμματα) υπέρ των μεγάλων αγροτών. Αυτών που είχαν πολλά στρέμματα και δέντρα να τις δικαιολογήσουν και μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη στα ελαιοτριβεία να τις επιβάλουν.

Έτσι δημιουργήθηκαν τα άδικα «ιστορικά δικαιώματα» με τα οποία δίνονται οι ενισχύσεις μέχρι και σήμερα εις βάρος όχι μόνο των μικρών παραγωγών αλλά κυρίως των νέων αγροτών που μπαίνουν στο αγροτικό επάγγελμα με λίγα δικαιώματα. 195834-16266497

Το ίδιο πάει να γίνει και τώρα.  Πίσω από τους μικρομεσαίους παραγωγούς που δεν μπορούν να πληρώσουν υπερβολικές αυξήσεις – και δεν θα πληρώσουν- κρύβονται μεγαλοαγρότες και εργατοπατέρες που είχαν προνομιακές πελατειακές σχέσεις με το παλιό σύστημα το οποίο θέλουν να το επαναφέρουν στην εξουσία για να συνεχίσουν να τις λαμογιές που ήξεραν.

Κοιτάς τα στοιχεία και βλέπεις ότι τα δύο τρίτα περίπου του αγροτικού εισοδήματος των αγροτών, που βρίσκονται στους δρόμους, στηρίζεται στις επιδοτήσεις και όχι στην παραγωγή. Κοιτάς ξανά τα στοιχεία και βλέπεις ότι ενώ το δηλωμένο μέσο αγροτικό εισόδημα είναι 2.500 ευρώ οι αγρότες ζητούν αφορολόγητο εισόδημα στα 40.000 ευρώ! Κοιτάς ξανά τα στοιχεία και βλέπεις ότι το 91% των εισφορών του ΟΓΑ το πληρώνει το κράτος! Κοιτάς ξανά τα στοιχεία και βλέπεις ότι από τα 10 δις που είναι η παραγωγή του αγροτικού τομέα μόνο τα 4 δις τιμολογούνται!

Μόνο από  τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι έχουμε έναν παρασιτικό αγροτικό τομέα που έχει μάθει να ζει από τις επιδοτήσεις και πως οι μεγαλοαγρότες κρύβουν εισοδήματα και δεν θέλουν να πληρώνουν φόρους και εισφορές.

Το πώς κατάντησε  ο αγροτικός μας τομέας να είναι παρασιτικός είναι μεγάλη ιστορία. Το ζήτημα είναι τι γίνεται τώρα. Μπορούμε να τον κάνουμε να πάρει μπροστά και πως; Ας αναρωτηθούμε μια στιγμή. Γιατί το φτηνό πετρέλαιο, η μη φορολόγηση και η πληρωμή χαμηλών  εισφορών που είχαν μέχρι σήμερα οι αγρότες δεν τους βοήθησε να ζουν από την παραγωγή και όχι από τις επιδοτήσεις; Τι θα αλλάξει αν η κυβέρνηση τους αφήσει να συνεχίσουν με το σημερινό καθεστώς παραγωγικής διαδικασίας;

Οι ερωτήσεις αυτές μας οδηγούν σε  ένα μόνο συμπέρασμα. Ότι όσα κάναμε μέχρι σήμερα είναι λάθος και ότι πρέπει να αλλάξουμε αγροτικό μοντέλο. Αυτό όσο σωστό κι αν είναι δεν μπορεί να επιβληθεί (μόνο) από τα πάνω. Πρέπει οι ίδιοι οι αγρότες να αποφασίσουν τι θέλουν και να το διεκδικήσουν. Κι εδώ αρχίζειagrot-twiiter να χαλάει το πράγμα γιατί είναι δύσκολο να συναποφασίσουν όλοι τι ακριβώς θέλουν. Μέσα στην Ε.Ε. ή έξω από την Ε.Ε.; Τις θέλουν τις επιδοτήσεις ή όχι; Θα αναλάβουν να φτιάξουν σωστούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς ή όχι; Θέλουν βιολογική ή συμβατική γεωργία; Θα φτιάξουν ποιοτικά πιστοποιημένα προϊόντα με κοινούς καλλιεργητικούς κανόνες ή όχι;

Δύσκολο να συμφωνήσουν σ αυτά όλοι. Εύκολο όμως στο να συμφωνήσουν να μην πληρώνουν φόρους και εισφορές, να ζητούν απαλλαγές και συνεχόμενες ελαφρύνσεις που αν και  δεν σώζουν την κατάσταση ευνοούν όσους είχαν μάθει να ζουν χωρίς να πληρώνουν  φόρους και χωρίς να παράγουν!

Όσο το αγροτικό κίνημα  δεν βάζει στο τραπέζι του διαλόγου τα πραγματικά προβλήματα του αγροτικού τόσο θα απομακρυνόμαστε από την σωστή λύση, θα επικρατούν οι ακραίες φωνές και οι εργατοπατέρες οι οποίοι  το μόνο που  θέλουν είναι να μην χάσουν τα προνόμια που έχουν αποκτήσει.

Έτσι, αυτό που θα μπαίνει πάντα ως ζητούμενο από τις κινητοποιήσεις θα είναι η  συντήρηση ενός επιδοτούμενου, με στρεβλή ανάπτυξη, αγροτικού τομέα που θα συντηρείται παρασιτικά και θα είναι ταυτισμένος με την λαμογιά.  Δυστυχώς αυτοί που στήριξαν ιδεολογικά και πολιτικά το παραπάνω μοντέλο αντί να απομονωθούν, ηγούνται σήμερα των αγροτικών κινητοποιήσεων. Γι αυτό το λόγο  θα οδηγήσουν  και τους αγρότες στο ίδιο αποτέλεσμα.

Για την σημερινή κατάσταση των αγροτών δεν φταίει το ασφαλιστικό και φορολογικό νομοσχέδιο που επιβαρύνει  ελάχιστα τους μικρούς και μεσαίους αγρότες (όχι όμως και τους μεγάλους που θα πληρώσουν ανάλογα με τα εισοδήματά τους).

Για την σημερινή κατάσταση των αγροτών δεν φταίει ούτε το φορολογικό που ακόμα  δεν έχει θεσμοθετηθεί, αλλά η έλλειψη κάθε οργάνωσης και θεσμικής θωράκισης του αγροτικού τομέα, η απορρόφηση και αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων, η ενίσχυση του ανταγωνισμού, η αναδιάρθρωση της αγροτοδιατροφικής εφοδιαστικής αλυσίδας, η αλλαγή της ΚΑΠ, τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα (κλήρος, ηλικία, μικρή αγορά ) η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας και συλλογικότητας στην  παραγωγική και εμπορική διαδικασία, τα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία (ΑΤΕ), οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί, το μεγάλο καλλιεργητικό κόστος, η αλλαγή στις σχέσεις παραγωγής, κ.α.

Το αγροτικό συνδικαλιστικό κίνημα αποφεύγει να θίξει όλα τα παραπάνω ζητήματα όχι  μόνο γιατί δεν μπορεί να ξεφύγει από την χρόνια εξάρτησή του από ξεπερασμένες ιδεολογικές αγκυλώσεις και συνήθειες, αλλά και γιατί δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη της συνδιαμόρφωσης και υλοποίησης ενός διαφορετικού αγροτικού μοντέλου που μπορεί να προέλθει  μέσα από ένα σοβαρό διάλογο με την κυβέρνηση και την κοινωνία.

Όσο όμως το αγροτικό κίνημα δεν αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη η ανάπτυξη και αναγέννηση του αγροτικού μας τομέα δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

kkk2

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 1 σχόλιο