Έχει σχέση ο Φουκώ με τη χειραφετητική πολιτική;

Η εισήγηση του Ν. Μάλλιαρη στην εκδήλωση που έλαβε χώρα στο πλαίσιο του 3ου Θερινού Βιβλιοστασίου, την Κυριακή 14 Ιουλίου. Σε ηλεκτρονική αλλά και εκτυπώσιμη εκδοχή.

Εδώ μπορεί να βρεθεί η εισήγηση του έτερου ομιλητή, Θ. Λάγιου.

fucault-afisa-web-big_F

 

Advertisements
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα: Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό – «Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης»

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα το τρίτο βιβλίο της σειράς «Πολιτικό δοκίμιο».
Πρόκειται για το δοκίμιο του Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό – «Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης. Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες«

Με το δοκίμιο αυτό, ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό προχωρά σε μια τολμηρή κριτική του έργου αλλά και της προσωπικής διαδρομής του Μισέλ Φουκώ. Στηριζόμενος σε πλήθος αποσπασμάτων από τα βιβλία και τις δημόσιες παρεμβάσεις του Γάλλου φιλοσόφου, ο Μαντοζιό αποδομεί τη σκέψη του, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις βασικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τις διάφορες φάσεις της διανοητικής του πορείας αλλά και την ανακολουθία ανάμεσα στις εκάστοτε θεωρίες του και την πολιτική κι επαγγελματική του διαδρομή Ταυτόχρονα η Μακροημέρευση μιας απάτης αποτελεί μια εξαίσια κι εμπνευσμένη πολεμική, γεμάτη χιούμορ κι ειρωνεία, ενάντια στη «Φουκωλατρεία» που μαστίζει σήμερα τόσο την παραγωγή κοινωνικής θεωρίας –εντός κι εκτός πανεπιστημίου– όσο και τον χώρο της λεγόμενης ριζοσπαστικής πολιτικής.

 

«Απ’ όλους τους φιλοσοφούντες αερολόγους που μεσουράνησαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στη Γαλλία, προτού γνωρίσουν μια δεύτερη νεότητα χάρις στον ενθουσιασμό των Αμερικανών πανεπιστημιακών για τη French Theory, ο Μισέλ Φουκώ (1926-1984) είναι σίγουρα εκείνος του οποίου το έργο απολαμβάνει ακόμα και σήμερα ένα διαχρονικό κύρος, ξεπερνώντας κατά πολύ τον στενό κύκλο των φοιτητών και των καθηγητών φιλοσοφίας. […] Όπως πάντα, ο φιλόσοφος ακολουθεί τον συρμό: στρουκτουραλιστής πριν από τον Μάη του ’68 (παρά τις μετέπειτα αρνήσεις του), αριστεριστής τα χρόνια που ακολούθησαν, προσφέρει το 1977 μια θεαματική όσο και αναπάντεχη υποστήριξη στους «Νέους Φιλοσόφους». […] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κύριο ταλέντο του Φουκώ ήταν να δίνει φιλοσοφικο-λογοτεχνική μορφή στους κοινούς τόπους κάθε εποχής».

Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό

Posted in Ανακοινώσεις | Σχολιάστε

Τζορτζ Όργουελ: ένας συντηρητικός αναρχικός απέναντι στον «εθνικισμό» των διανοούμενων

Ολόκληρο το κείμενο του Νίκου Κασφίκη, «Τζορτζ Όργουελ: ένας συντηρητικός αναρχικός απέναντι στον «εθνικισμό» των διανοούμενων»

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 10 του Προτάγματος (Ιούνιος 2017).

Από τις εκδόσεις Μάγμα κυκλοφορεί το βιβλίο «Τζ. Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός. Σχετικά με το 1984»

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Παρουσίαση του βιβλίου «Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός»

Η παρουσίαση του βιβλίου του Ζαν-Κλωντ Μισεά «Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός» (εκδόσεις Μάγμα) έγινε στο βιβλιοπωλείο Εναλλακτικό.

 

Το βίντεο βρίσκεται στον παρακάτω σύνδεσμο.

http://www.ibdb.gr/index_book.php?book=300352

 

Posted in Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Κρίστοφερ Λας – Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

Το κείμενο αυτό, σε μετάφραση Μιχάλη Θεοδοσιάδη και Νίκου Μάλλιαρη δημοσιεύτηκε στο δέκατο τεύχος του Προτάγματος.

Κρίστοφερ Λας – Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Nεοελληνικό χιούμορ: μεταξύ αυτοσχεδιασμού και αυτοσαρκασμού

*απόσπασμα από το κείμενο του Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός», από το 11o τεύχος του Προτάγματος.

[ … ]

Εδώ η σάτιρα είναι στο αίμα μας. Είμαστε ίσως, από τους λίγους λαούς στην Ευρώπη που χρησιμοποιούμε το χιούμορ ως μέσο αντίστασης. Είναι εξαιρετικά ισχυρό μέσο αντίστασης, το στοιχείο της διατήρησης της εθνικής ταυτότητας του γέλιου μας και του άγραφου κώδικα της σάτιρας.

Χάρρυ Κλυνν

 

Έστω κι έτσι, η συμβολή του παραμένει θεμελιώδης, πράγμα που καταδεικνύεται από το γεγονός πως ένας τόσο αθυρόστομος και υβριστής των πάντων, που συστηματικά γελοιοποιούσε τα ιερά και τα όσια της Φυλής (από την Εκκλησία, τον Μεγαλέξανδρο και τα παραληρήματα περί εθνικής συνέχειας ως τον Σαββόπουλο, τον Θεοδωράκη και τον Νταλάρα) έγινε σχεδόν λαϊκό ίνδαλμα κατά τον θάνατό του, αναγκάζοντας μέχρι και τον Κουμουτσάκο ή τον Καμίνη να γράψουν εξυμνητικές αναφορές στα σόσιαλ μήδια. Είναι προφανές πως η απήχηση του Πανούση θέτει αντικειμενικά το ερώτημα γύρω από τη φύση της νεοελληνικής παράδοσης και κουλτούρας ως πολιτισμού θεμελιωδώς κι ουσιαστικά αρθρωμένου γύρω από την ατάκα αλλά και το χιούμορ γενικότερα, όπου τίποτε δεν είναι ιερό και όσιο κι όλα μπορούν να γελοιοποιηθούν, λες και δεν υπάρχει κανένα ταμπού.

Όπως σημείωνε κάπου κι ο ίδιος ο αποθανών, «πρέπει να διαθέτει φοβερό χιούμορ ο Έλληνας. […] Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την εξουσία. […] Μια ζωή σε θυμάμαι να σκύβεις –όχι από δουλοπρέπεια και φόβο, αλλά σκασμένος στα γέλια, να διπλώνεσαι στα δύο από συστολή μπροστά στον ξεβράκωτο βασιλιά»[1]. Αυτό συμβαίνει, φυσικά, επειδή στα καθ’ ημάς υφίσταται η εξής ιδιαιτερότητα: ενώ υπάρχει βέβαια η εξουσία, δηλαδή αυτό που στις λατινογενείς γλώσσες και στα αγγλικά καλείται power, pouvoir, potere κ.ο.κ. (προερχόμενο απ’ το λατινικό possum, τη ρίζα του potestas) –τουτέστιν η ανισοκατανομή της δύναμης, που καθιστά κάποιους ισχυρότερους και πιο πλούσιους απ’ τους υπόλοιπους–, λείπει η «αυθεντία», το κύρος που σε κάθε οργανωμένη κοινωνία συνιστά την άλω της εξουσίας: αυτό που στις λατινογενείς γλώσσες και στα αγγλικά καλείται authority, autorité κ.ο.κ. και προέρχεται απ’ το λατινικό auctoritas[2]. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε εδώ τα αίτια τούτης της κατάστασης, η οποία πάντοτε εξέπληττε τους Δυτικούς επισκέπτες μας[3]. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι είναι αυτή που μας επιτρέπει να διατηρούμε μια σχεδόν μοναδική δυνατότητα ελευθεροστομίας και κριτικής/γελοιοποίησης των πάντων, αδιανόητη εντός τόσο των πιο οργανωμένων δυτικών κοινωνιών όσο και αρκετών μη δυτικών κοινωνιών που παραμένουν πατριαρχικές ή/και θεοκρατικές.

Γι’ αυτό και μας φαίνεται παράξενο που ένας κωμικός του επιπέδου του Τζέρι Λιούις δήλωνε ότι «ο Πρόεδρος Μπους είναι ο πρόεδρός μου. Δεν θα πω τίποτε αρνητικό για τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Δεν θα το κάνω κι ούτε θα επιτρέψω και στα παιδιά μου να το κάνουν. Αντίστοιχα, όταν έρχομαι στην Αγγλία, μην τολμήσεις να μου κάνεις τίποτε αστεία για τη Βασίλισσα. Πρόκειται για τη Βασίλισσα της Αγγλίας, ηλίθιε! Και ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να ’σαι Βασίλισσα της Αγγλίας;»[4]. Αντίθετα, ήδη από τις απαρχές της διαδρομής μας ως αυτόνομου κρατιδίου, ένας ξένος επισκέπτης συμπέραινε, μιλώντας για τη χαρισματική –κατ’ αυτόν– προσωπικότητα του Καποδίστρια, ότι «Τέτοιες ιδιότητες χρειάζεται να έχει ο κυβερνήτης ενός λαού όπως οι Έλληνες, περισσότερο από την ακαδημαϊκή μόρφωση και την υψιπετή σκέψη. Διατηρώντας τη σατιρική τάση των ξέγνοιαστων προγόνων τους οι σημερινοί Έλληνες γρήγορα ανακαλύπτουν σ’ έναν χαρακτήρα την αστεία ή την αδύναμη πλευρά του και αντί του σεβασμού, που είναι απαραίτητος για την πειθαρχία και την υπακοή, τού συμπεριφέρονται με αστειότητες»[5]. Ο ιδιόμορφος σουρεαλιστικός μηδενισμός του σύγχρονου, παρακμιακού Νεοέλληνα, συνιστά τη σημερινή έκφραση τούτης της συνθήκης, εντός της οποίας η Εξουσία –αλλά κι οι θεσμοί γενικώς– έχουν ελάχιστο κύρος στα μάτια του πληθυσμού και τείνουν με κάθε αφορμή να γίνουν στόχος γελοιοποίησης[6].

Ο Ανρί Μπερξόν τόνιζε ότι «για να κατανοήσουμε το γέλιο, θα πρέπει να το εντάξουμε στον φυσικό του χώρο που είναι η κοινωνία. Πρέπει κυρίως να καθορίσουμε τη χρησιμότητά του, δηλαδή την κοινωνική του λειτουργία. […] Το γέλιο οφείλει ν’ ανταποκρίνεται σε ορισμένες απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής»[7]. Μόνο που μιλούσε γενικότερα, σ’ ένα ανθρωπολογικό επίπεδο, ενώ εμείς θα πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουμε τούτη την πολύ σωστή προτροπή, αναζητώντας την ιδιάζουσα λειτουργία του γέλιου εντός της εκάστοτε δοσμένης κοινωνίας –εν προκειμένω της νεοελληνικής. Κάτι σαν αυτό που έκανε η Αμερικανίδα λαογράφος, Constance Rourke στο βιβλίο της για το Αμερικανικό χιούμορ[8], μέσα από το οποίο η προσπαθεί, μέσω της ανάλυσης του αμερικανικού χιούμορ, να εμβαθύνει στην κατανόηση του αμερικανικού ανθρωπολογικού τύπου γενικώς.

Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός της ατάκας. Διότι εντός μιας κοινωνίας με χρόνια προβλήματα θεσμικής αλλά και δημοκρατικής συγκρότησης, για να πετύχει κανείς οτιδήποτε πρέπει να ’ναι μάγκας, «γάτος», «καπάτσος» και «μαφία» –μιας κι οι επίσημοι θεσμοί δεν λειτουργούν. Ο μόνος τρόπος διάκρισης κι απόκτησης κοινωνικού κύρους για τους μη επιτυχημένους της ζωής είναι η ατάκα και το ευφυολόγημα –τούτες οι εκλάμψεις ευφυίας, οίστρου και διαύγειας που ανατρέπουν για λίγες στιγμές την τάξη του κόσμου.

Αναμφίβολα η νεοελληνική κοινωνία είναι πολιτικώς ξένη προς κάθε μορφή δημοκρατικής συγκρότησης –γι’ αυτό άλλωστε κι οι θεσμοί της δεν λειτουργούν: διότι συνιστά θεμελιώδες στοιχείο κάθε δημοκρατικής κοσμοαντίληψης ο σεβασμός των θεσμών από την πλευρά του πολίτη[9]. Και παρ’ όλα αυτά, σε ανθρωπολογικό επίπεδο είναι εξόχως «δημοκρατική»: καθώς η οθωμανική κατάκτηση δεν ενδιαφέρθηκε να οργανώσει κάποιο ιδιαίτερα περιεκτικό σύνολο ιεραρχικών θεσμών[10], η αναδυόμενη νεοελληνική κοινωνία –μόλις ξεπεταγμένη από τη σταδιακή αποσύνθεση της βυζαντινής κοινωνίας– δεν γνώρισε ποτέ συγκροτημένες ιεραρχικές δομές, οι οποίες χωρίζουν την κοινωνία σε στεγανοποιημένες ομάδες και τάξεις, κι έτσι δεν έμαθε ποτέ να υπακούει «διά δέος» στους εκάστοτε θεσμούς και κρατούντες –υπάκουε μόνο επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς ή λόγω συμφέροντος. Αυτή η ουσιωδώς αταξική κοινωνία, από ανθρωπολογικής απόψεως, συνιστά τη σκηνή εντός της οποίας μπορεί ο καθένας να παίρνει ισότιμα τον λόγο. Εξ ου κι η σημασία βασικών θεσμών της όπως ο ταξιτζής ή ο περιπτεράς (αλλά και παλιότερα ο καφετζής, ο παντοπώλης κ.ο.κ.), οι οποίοι όχι μόνο συλλέγουν και διακινούν περεταίρω φήμες και απόψεις κάθε είδους –στο πλαίσιο μιας αστικοποιημένης εκδοχής κουτσομπολιού, η οποία δεν ασχολείται πλέον με τα συγκεκριμένα πρόσωπα μιας μικρής κοινότητας– αλλά και δημιουργούν οι ίδιοι πρωτογενές περιεχόμενο με τις ατάκες και τις εμπνεύσεις τους.

Ο έτερος μεγάλος αποθανών, ο Χάρρυ Κλυνν, το είχε δείξει εξαιρετικά με την περίπτωση του ταξιτζή, ο οποίος προσφέρει το ταξί του ως δημόσιο χώρο μείξης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ιδεολογιών[11], ενώ κι ο Βέγγος είχε κάνει κάτι αντίστοιχο με το καφενείο, παρουσιάζοντάς το ως «λαϊκό πανεπιστήμιο»[12]. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα τέτοιας «αγοράς» των τελευταίων ετών είναι φυσικά και το περίφημο «Καφενείο των φιλάθλων» του Γ. Γεωργίου στις ποικίλες του εκδοχές. Πρόκειται για ένα θετικό, ανθρωπολογικώς δημοκρατικό στοιχείο, καθώς βασίζεται στην απουσία κάθε οργανωμένης ολιγαρχίας της γνώσης και της επιστήμης. Εντός αυτού, ο καθείς νιώθει ελεύθερος να πει και ν’ αναπτύξει διά μακρών την άποψή του, μιας και καμία κοινωνική ομάδα «ειδικών» και επαϊόντων δεν διαθέτει το κύρος εκείνο που θα της επέτρεπε να διεκδικεί το μονοπώλιο της γνώσης και της εκφοράς γνώμης. Η τσαρλατανίστικη τροπή που παίρνει συνήθως αυτή η τάση συνιστά το πιο εύφορο έδαφος για την ανάδυση ενός λαϊκού χιούμορ δίχως ιερό και όσιο, στο πλαίσιο του οποίου η αγορά, ως τόπος δημόσιας εμφάνισης, γίνεται κυρίως αντιληπτή ως σκηνή πάνω στην οποία αριστεύει κανείς διά μέσου της ατάκας και του ευφυολογήματος.

[ … ]

[1] Τζ. Πανούσης, Magic Baf, ό. π., σ. 269.

[2] Σχετικά με τούτη τη θεμελιώδη διάκριση, βλ. το κείμενο της H. Arendt, «Τι είναι αυθεντία», Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, Αθήνα, Λεβιάθαν, 1996.

[3] Χαρακτηριστική η εξής παρατήρηση του Εντμόντ Αμπού: «Η εξουσία δεν ξέρει να γίνεται σεβαστή και μοιάζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Με δυο λόγια, όλα συμβάλλουν για να γίνεται ο ελληνικός λαός ο πιο απείθαρχος λαός της γης. […] Ρωτήστε έναν Έλληνα για όλα τα μεγάλα ονόματα της χώρας του. Κανέναν δεν θα αφήσει χωρίς να τον λερώσει με το άγγιγμά του. Ο τάδε έχει προδώσει, ο δείνα έχει κλέψει, ένας άλλος οργάνωσε δολοφονίες» (Η Ελλάδα του Όθωνος [1854], μτφρ. Α. Σπήλιου, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 67).

[4] “My dream is to be perfect”, συνέντευξη στον Guardian, http://www.theguardian.com, 8/4/2004.

[5] Κ. Μ. Μπαζίλι, Ένας Ρώσος στην Ελλάδα του Καποδίστρια. Το Αρχιπέλαγος και η Ελλάδα στα 1830-1831 (1834), μτφρ. Ο. Τσυμπένκο, επ. Κ. Ι. Τσαούσης, Αθήνα, Καλέντης, 2000, σ. 133.

[6] Ο περίφημος συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ με το γυαλί ηλίου, την κομπολόγα και το πόδι πάνω στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, που τόσα σχόλια κι αντιδράσεις προκάλεσε, συνιστά βέβαια μια κίνηση μηδενιστική αλλά και ταυτοχρόνως ουσιωδώς αντιμιλιταριστική κι αντιεθνικιστική.

[7] H. Bergson, Le rire. Essai sur la signification du comique, Œuvres, Παρίσι, PUF, 2001, σ. 390 (ελλ. έκδοση: Το γέλιο. Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού, μτφρ. Β. Τομανάς, Αθήνα, Εξάντας, 1998).

[8] C. Rourke, American Humor. A Study of the National Character (1931), Ν. Υόρκη, NYRB Classics, 2004.

[9] Πρόκειται για το περίφημο «διά δέος» του Θουκυδίδη, από τον Επιτάφιο του Περικλή (Θουκυδίδης, ΙΙ, 37): «σαν πολίτες είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους» (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή).

[10] Βλ. σχετικά, Β. Ι. Φίλιας, Κοινωνία και εξουσία στην Ελλάδα, τ. 1, Η νόθα αστικοποίηση: 1880-1864, Αθήνα, Gutenberg, 1996.

[11] Στην περίφημη «κούρσα» από το Made in Greece με πελάτες τους Κ. Φέρρη, Γ. Κακουλίδη και Δ. Σαββόπουλο.

[12] Στην ταινία Τρελός και πάσης Ελλάδος (1983), όπου, καφετζής ο ίδιος, προεδρεύει κυριολεκτικά επί των συνεδριάσεων του πανεπιστημίου του αυτού.

Posted in Κείμενα | Σχολιάστε

Το αδιέξοδο της αναρχικής κουλτούρας και η έλλειψη αυτοκριτικής

*απόσπασμα από το κείμενο «Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου» (α΄ μέρος) από το 11ο τεύχος του Προτάγματος

[ … ]

Ο Χώρος εντός της ελληνικής κοινωνίας: 4 χαμένες δεκαετίες;

Όπως έχουμε ξαναγράψει, δεδομένων των ιδεολογικών και κοινωνικών συσχετισμών της Μεταπολίτευσης, αλλά και της δομής του ελληνικού Κράτους, ο αναρχικός χώρος θα έπρεπε να είχε εκμεταλλευτεί ορισμένες ευνοϊκές για αυτόν πολιτικές συνθήκες ώστε να αποκτήσει μια κάποια απήχηση στην κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε πως συνεχίζει να παραμένει, ουσιαστικά, μια νεανικού τύπου υποκουλτούρα, δίχως ουσιαστικά κοινωνικά ριζώματα, εσωστρεφής και ουσιωδώς ή «δομικά» αυτοαναφορική. Οι αναρχικές ή ελευθεριακές ιδέες δεν έχουν διαδοθεί παρά ελάχιστα έξω από τα πλαίσια ενός κομματιού της νεολαίας και το ίδιο ισχύει και για την τελευταία δεκαετία, παρά την σταδιακή –και ολοένα αυξανόμενη στην περίοδο της κρίσης– απονομιμοποίηση και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και των θεσμών που το στηρίζουν. Ακόμα και στη σημερινή κατάσταση πρωτοφανούς απαξίωσης αποτελεσματικότητας της όποιας πολιτικής αντιπροσώπευσης, ο κόσμος περισσότερο δείχνει να οδηγείται προς ένα καθεστώς κυνικής απάθειας και μηδενισμού παρά να στρέφεται προς ελευθεριακές ή δημοκρατικές επιλογές. Κι όσο κι αν αποτελεί μια βολική εξήγηση το ρίξιμο του φταιξίματος γενικά κι αόριστα στον λαό, μέσω της λογικής του ότι «ο κόσμος δεν τραβάει, είναι βολεμένος, και φέρει την πλήρη ευθύνη», πιστεύουμε πως στη σημερινή συγκυρία ισχύει μάλλον το «και ο γιαλός είναι στραβός και εμείς (ως πολιτικοί χώροι) στραβά αρμενίζουμε». Έτσι, αντί ο Χώρος να έχει καταφέρει να επηρεάσει προς μια περισσότερο πολιτική κατεύθυνση τον διάχυτο, στη νεοελληνική κοινωνία, καθημερινό «αντικρατισμό», δείχνει να έχει ο ίδιος αφομοιώσει τα πιο λούμπεν χαρακτηριστικά του τελευταίου.

Είναι εντυπωσιακό –αλλά και λίγο πολύ αναμενόμενο δεδομένου των όσων ισχυριζόμαστε εδώ– πως την πρώτη φορά που ο Χώρος αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μη ευνοϊκό γι’ αυτόν, δείχνει να ξεπερνιέται από την ιστορία. Διότι τι άλλο σηματοδοτεί η είσοδος στο καθεστώς κρίσης, από το 2010 κι εξής; Αν δούμε τα πράγματα από κοινωνικοϊστορική σκοπιά, ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά μετά την πτώση της Χούντας κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα, αφενός, της μαζικής φτώχειας και της διάψευσης των ονείρων περί μιας κατακτημένης και ανεξάντλητης ευημερίας, και, αφετέρου, του κρατικού αυταρχισμού αλλά και μιας δεξιάς αντεπίθεσης σ’ επίπεδο ιδεολογικό (είτε πρόκειται για τη δεξιά στροφή της ΝΔ ως αποτέλεσμα του παραγκωνισμού των καραμανλικών στελεχών από τη συμμαχία νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών είτε για την χρυσαυγίτικη και λοιπή Ακροδεξιά). Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια μοναδική και πρωτόγνωρη περίοδο πολιτικής σταθερότητας και φιλελευθεροποίησης, από τη μια πλευρά, αλλά και ανόδου του βιοτικού επιπέδου για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, από την άλλη, συνοδευόμενη από μια σαφή κυριαρχία των αριστερών ιδεών σε ιδεολογικό επίπεδο. Και είναι μέσα σε αυτά τα ιδιαίτερα ευνοϊκά κι επιτρεπτικά πλαίσια που γεννιέται ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι ο Χώρος θα έχει καταφέρει να αποκτήσει κάποιο στοιχειώδες κοινωνικό έρεισμα και να εδραιώσει τη θέση του, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτές τις οποίες βιώνουμε με την κρίση. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν φαίνεται να έγινε. Mάλιστα ο Χώρος φαίνεται να οπισθοχώρησε, ως προς τα κοινωνικά του ερείσματα, ξεμένοντας μόνο με ορισμένα κομμάτια μιας μηδενιστικών –στα όρια του αντικοινωνικού– τάσεων νεολαίας. Όσο κι αν μετά το 2008 και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ένας κόσμος στις παρυφές του φαίνεται να  κινητοποιείται πιο ενεργά και δυναμικά, για την πλειοψηφία της κοινωνίας η –έστω επιφυλακτική– στήριξη αυτού του τύπου της πολιτικής δραστηριοποίησης ακούγεται μάλλον σαν παραμύθι.

Σήμερα, με το περίφημο «τέλος της Μεταπολίτευσης» και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που αυτό συνεπάγεται, θα πρέπει επιτέλους να στοχαστούμε πάνω στο μοντέλο δράσης και πολιτικής παρουσίας που ακολουθήθηκε καθ’ όλη αυτήν την περίοδο. Είναι αυτονόητο πως σήμερα που οι συνθήκες αλλάζουν τόσο ριζικά σε σχέση με το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο εντός του οποίου πρωτοαναδύθηκε αλλά και ανδρώθηκε ο αναρχικός χώρος, χρειάζεται να αλλάξουν και τα κληρονομημένα μοντέλα σκέψης, δράσης και ομιλίας.

Η αλλεργία στην κριτική

Όλα αυτά μπορεί να συζητιούνται από εδώ κι από ’κει στους κόλπους και τα πέριξ των Εξαρχείων, ωστόσο αυτού του είδους οι κουβέντες, ακόμα κι όταν δεν περιορίζονται σε μισόλογα, παραμένουν στενά προσωπικού χαρακτήρα και ποτέ δεν εκφράζονται δημόσια και συγκροτημένα, μιας και προτιμάται η λύση των «κλειστών» ηλεκτρονικών λιστών συζήτησης, στο πλαίσιο μιας νοοτροπίας ομερτά η οποία απορρέει από τη γενικότερη αυτογκετοποίηση του Χώρου και τη θεμελιώδη του καχυποψία απέναντι στην κοινωνία. Αν κανείς τονίσει την ανάγκη τέτοιων κριτικών ενδεχομένως να βρει και ευήκοα ώτα, ωστόσο ποτέ η κριτική δεν θα φτάσει ως εκεί που πρέπει, ενώ, παράλληλα, ακόμη κι όσα από τα μέλη του Χώρου τη βλέπουν με συμπάθεια, δύσκολα θα βγουν μπροστά τα ίδια να υπερασπιστούν τέτοιες απόψεις. Η ένσταση, που συχνά λαμβάνουμε ως απάντηση είναι η εξής: «Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι και σοβαροί άνθρωποι μέσα στον Χώρο κι είναι λάθος να προβαίνουμε σε ισοπεδωτικές κρίσεις· εξάλλου όλα αυτά που περιγράφετε κι αναλύετε αφορούν κυρίως το στενότερο κομμάτι του στενά εξαρχειώτικου Χώρου, ο οποίος εκ των πραγμάτων, μιας και δεν έχει τοπικό ρίζωμα, ρέπει προς τον ανεύθυνο ιδεολογικό μαξιμαλισμό, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην επαρχία ή ακόμη και σε τοπικά εγχειρήματα των γειτονιών της Αθήνας, όπου οι σύντροφοι αναπτύσσουν δράση μέσα και δίπλα στις τοπικές κοινωνίες». Δεν αρνούμαστε πως αυτή η ανάλυση έχει βάση. Αυτό που θέλουμε, εντούτοις, να υπογραμμίσουμε είναι το γεγονός πως, για λόγους που δεν μπορούμε εδώ να αναλύσουμε, τον γενικό τόνο τον δίνει πάντοτε το «εξαρχειώτικο» κομμάτι του Χώρου, ακριβώς επειδή όλες οι υπόλοιπες συνιστώσες πιστεύουν πως οι ίδιες κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, δίχως να θεωρούν πως πρέπει να γίνει ανοιχτή, δημόσια και συγκροτημένη κριτική στα νοσηρά φαινόμενα που όλοι γνωρίζουμε αλλά κανείς δεν καταγγέλλει. Πολλώ δε μάλλον που ορισμένες πρακτικές και ιδεοληψίες που θα συζητήσουμε στη συνέχεια (τα «μπάχαλα», ο «αντιμπατσιμός» κ.λπ.) υιοθετούνται και ακολουθούνται από το σύνολο του Χώρου, ασχέτως του πώς μπορεί κάθε συνιστώσα του να ενεργεί σε γενικότερο επίπεδο[1].

Η βασική αντίδραση που προβάλλει συνήθως κάποιος που προσδιορίζεται ως μέλος του Χώρου σε αυτές τις αιτιάσεις είναι να απαριθμήσει τις δράσεις των ομάδων που τον συναπαρτίζουν: από τα «βασικά», όπως η αλληλεγγύη σε συλληφθέντες και απολυμένους και η αντιπαράθεση σε επίπεδο δρόμου με τη ΧΑ και τις διάφορες νεοφασιστικές παραφυάδες της, μέχρι πιο καθεαυτό πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως τα στέκια και οι καταλήψεις, οι διάφορες συνεργατικές κολεκτίβες, η συμμετοχή σε λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.

Σωστά· μόνο που κανείς δεν αμφισβήτησε πως γίνονται όλα αυτά τα πράγματα, ασχέτως του αν: α) ο τρόπος με τον οποίο γίνονται είναι συχνά πολύ προβληματικός· β) ορισμένες από αυτές τις δράσεις ή τις συνήθειες (όπως π.χ. τα περίφημα στέκια και οι καταλήψεις) δεν είναι απαραιτήτως ή απολύτως θετικές, από πολιτική άποψη, καθώς δεν έχουν τίποτε το εγγενώς ελευθεριακό (όπως φαίνεται απ’ το γεγονός πως τις υιοθετούν με μεγάλη επιτυχία φασιστικές οργανώσεις σαν την ιταλική Casa Pound[2])· γ) πολλές από τις εκστρατείες αλληλεγγύης και στήριξης σε συλληφθέντες ή κρατούμενους δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης, αν ο Χώρος δεν επιδιδόταν με τέτοια ζέση σε παντελώς άχρηστες πρακτικές όπως, λόγου χάριν, οι θεαματικού τύπου οδομαχίες με τα ΜΑΤ σε κάθε πορεία ή δεν κατατρυχόταν από βλακώδεις εμμονές όπως η αναγκαιότητα της «βίας» και της ένοπλης δράσης. Παρ’ όλα αυτά, αλλού είναι το πρόβλημα και ήδη αυτή η ενστικτωδώς αμυντική στάση αποδεικνύει την πρωτοκαθεδρία των τάσεων που προσπαθούμε να περιγράψουμε: Η κριτική αντιμετωπίζεται ως απειλή, ως αμφισβήτηση των κόπων και των προσπαθειών του κόσμου που συμμετέχει σε αυτά τα εγχειρήματα. Κι έτσι η πολιτική συζήτηση σχεδόν καταργείται στο όνομα του σεβασμού μιας άγραφης αγωνιστικής ηθικής: «καλά αυτά που λέτε, αλλά οι σύντροφοι ρισκάρουν τον κώλο τους»· «λες αυτά που λες, επειδή δεν έχεις δικούς σου ανθρώπους στη φυλακή»[3] κ.λπ.

Ο Χώρος αποφεύγει την αυτοκριτική όπως ο Διάολος το λιβάνι και μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις έχει ψελλίσει, με απροθυμία και μέσα απ’ τα δόντια του, ορισμένες μισοκριτικές, όπως κατά τα γεγονότα της Μαρφίν. Η συνήθης του στάση απέναντι στην κριτική συνίσταται είτε στην άρνηση του προβλήματος, μέσα από χονδροειδή και αστεία επιχειρήματα (του τύπου «εδώ καταστρέφονται ζωές κι εσείς ασχολείστε μ’ ένα νεοκλασικό που κάηκε», «κι ο Γοργοπόταμος είχε παράπλευρες απώλειες» κ.λπ.), είτε στην άσκηση λεκτικής ή και σωματικής βίας. Η περίπτωση του «Κάιν» είναι γνωστή σε όλους και δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση το γεγονός πως, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί (με βιαιοπραγίες εναντίον του), τολμούν ορισμένοι να του ασκούν κριτική με ύφος που μας θυμίζει τις καλύτερες εποχές των σταλινικών φυλλάδων, όταν εγκαλούσαν στην τάξη τους διαφωνούντες και τους αποστάτες[4]. Γνωστές είναι επίσης ιστορίες με απειλές προς βιβλιοπωλεία, επειδή προέβαλαν βιβλία ή ιδέες με τα οποία ή τις οποίες διάφοροι δεν συμφωνούσαν, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την επίθεση με βαριοπούλα ενάντια στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στη Θεμιστοκλέους.

Αν καταφέρουμε και αποφύγουμε τέτοιες δυσάρεστες παρεκτροπές και παραμείνουμε στο επίπεδο μιας κατά το δυνατόν πολιτισμένης κουβέντας, θα διαπιστώσουμε τότε πως, πολύ συχνά, η κριτική δεν γίνεται καν αντιληπτή, εφόσον το σάβανο της ιδεολογίας είναι τόσο ασφυκτικό που αμέσως ο νους ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά που ενεργούν διά του αντιπερισπασμού: «ναι αλλά ο καπιταλισμός κάνει αυτό, το Κράτος κάνει εκείνο». Λες και δεν μπορεί κανείς να παραμένει πολέμιος του «Κράτους και του Κεφαλαίου», δίχως, από την άλλη πλευρά, να συμφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο (δεν) ασκεί πολιτική ο Χώρος! Αυτή η λογική μας θυμίζει τη γραφειοκρατική μη-σκέψη της Αριστεράς, για την οποία, αν δεν είναι κανείς με τον καπιταλισμό ή με τη Δύση στη σημερινή της εκδοχή, πρέπει απαραίτητα να συντάσσεται με το εκάστοτε «αντίπαλο δέος» (δηλαδή με το σταλινικό μπλοκ και τους τριτοκοσμικούς-αντιδυτικούς εθνικισμούς, παλιότερα, και με τον –δήθεν αντιιμπεριαλιστικό– ισλαμισμό σήμερα).

[ … ]

[1] Είναι χαρακτηριστικό των όσων λέμε πως, ακόμη και τα κείμενα που –έστω σε επίπεδο λόγου και θεωρίας– ασκούν σωστή κριτική σε πρακτικές όπως τα «μπάχαλα» και εμμονές όπως η θεοποίηση της «εξέγερσης» και της καταστροφικότητας, στην πραγματικότητα απλώς καλούν σε μια πιο λελογισμένη χρήση όλων αυτών των πρακτικών και των σχημάτων, αδυνατώντας να βγουν από το κεντρικό σχήμα της «κοινωνικής αντί-βίας», το οποίο και τα δικαιολογεί, θεμελιώνοντάς τα θεωρητικά. Βλ. π.χ. το κείμενο της Αναρχικής Ομάδας Cumulonimbus από την Κέρκυρα, «Κείμενο με αφορμή τον “Μαύρο Δεκέμβρη”», περ. Γη & Ελευθερία, τ. 2, Μάρτιος 2016.

[2] Βλ. σχετικά με αυτήν την οργάνωση και τις πρακτικές της το κείμενο του Μάρκο Ζερμπίνο, «Casa Pound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα», περ. Λεύγα, τ. 8, Σεπτέμβριος 2012.

[3] Όπως ειπώθηκε σε κουβέντα στο αθηναϊκό Indymedia (https://athens.indymedia.org/post/1543186/), κατά την προσπάθεια ενός χρήστη να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο διοργανώθηκε η απεργία πείνας της περιόδου.

[4] Βλ. το κατάπτυστο κείμενο «Ο Κάιν επέστρεψε και ζητά συγχώρεση» που δημοσίευσε η ιστοσελίδα Provo.gr (5/5/2015). Σε ό,τι μας αφορά, διαφωνούμε με τον πασιφισμό και τις σχετικές υπερβολές του Κάιν. Ωστόσο δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίσουμε το ήθος του και τη συνέπειά του ως αγωνιστή. (Ο «Κάιν» –κατά κόσμον Παναγιώτης Παπαδόπουλος– είναι ιστορική μορφή της εγχώριας Αναρχίας που έχει έρθει κατ’ επανάληψη σε κόντρα με το σύνολο σχεδόν της τελευταίας εξ αιτίας των απόψεών του περί βίας αλλά και του τρόπου με τον οποίο συχνά τις υπερασπίζεται –συμμετοχή σε τηλεοπτικά πάνελ, συνεντεύξεις κ.ο.κ.)

Posted in Κείμενα | 12 Σχόλια