Μια κριτική ματιά στον σύγχρονο φεμινισμό (με αφορμή την εμφάνιση του ελληνικού #metoo)

*Προδημοσίευση αποσπάσματος από το editorial του επόμενου (12ου) τεύχους του Προτάγματος

Τις τελευταίες εβδομάδες οι μαζικές επώνυμες καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και βιασμούς –η αναπάντεχη εμφάνιση, εν ολίγοις, μιας ελληνικής εκδοχής του #metoo– άνοιξε τη συζήτηση γύρω από την ατιμωρησία των σεξουαλικής φύσης εγκλημάτων, το πότε και πώς θα πρέπει αυτά να καταγγέλλονται, τη στάση των θυμάτων αλλά και του κοινωνικού τους περίγυρου, καθώς και για τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία – και δη σε εργασιακούς χώρους σαν αυτούς του θεάματος, του πολιτισμού και του αθλητισμού. Εν μέσω αυτής της επικαιρότητας, δραττόμαστε της ευκαιρίας για να συμπυκνώσουμε κάποιες βασικές μας ιδέες για τον σύγχρονο φεμινισμό και το πώς αυτός αντιλαμβάνεται τις σχέσεις των δύο φύλων.

«Κουλτούρα του βιασμού» ή γυναικεία χειραφέτηση;

Αντιθέτως με ό,τι συνήθως γράφεται –και, κυρίως, με ό,τι υποστηρίζει ο σύγχρονος φεμινισμός– όχι μόνο δεν ζούμε σε κοινωνίες πατριαρχικές, μα και τα ανδρικά προνόμια που ακόμη επιβιώνουν βρίσκονται υπό αργή αλλά σταθερή υποχώρηση. Η τεράστια διάδοση και δημοσιότητα που έλαβε το #metoo συνιστά δείγμα αυτής της τάσης: οι γυναίκες όχι μόνο θεωρούν πλέον όλο και λιγότερο ότι είναι υποχρεωμένες να προσφέρουν σεξουαλικά ανταλλάγματα για την επαγγελματική τους επιτυχία και την κοινωνική τους άνοδο, μα βγαίνουν πλέον και καταγγέλλουν δημοσίως και μαζικά τους μεγαλόσχημους και ισχυρούς άνδρες που τους τα ζητούν, ξεπερνώντας τον φόβο, τη ντροπή ή ακόμα και τις ενοχές. Αντιστοίχως, όπως τεκμηριώνεται από πολλές έρευνες αλλά και στοιχειώδεις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, παρά το γεγονός πως πολλά ανδρικά προνόμια συνεχίζουν να διαιωνίζονται (άνισος καταμερισμός των δουλειών του νοικοκυριού μέσα στην οικογένεια, μισθολογικές διαφορές ανάμεσα στα φύλα κ.ο.κ.), την τελευταία πεντηκονταετία οι άνδρες έχουν χάσει πολλά από τα παραδοσιακά τους προνόμια. Εξάλλου η κοινωνική τους θέση αντικειμενικά αποδυναμώνεται μέσα σε κοινωνίες που εξαρτώνται όλο και λιγότερο από το στοιχείο της σωματικής δύναμης για την καθημερινή λειτουργία και την αναπαραγωγή τους.

Σε επίπεδο αρχών πρόκειται για μια πολύ ευχάριστη εξέλιξη για κάθε υπέρμαχο της κοινωνικής ισότητας, εφόσον δεν μπορεί να υφίσταται ισότητα και δημοκρατία όταν περίπου τα μισά μέλη μιας κοινωνίας είναι υποταγμένα στα υπόλοιπα μισά. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει ορισμένες προβληματικές πτυχές, μέσω των οποίων εκφράζονται ορισμένα βασικά ελαττώματα του σύγχρονου φεμινισμού.

Ένα από τα κυριότερα είναι η αδυναμία των περισσότερων φεμινιστριών –και δη των πιο «ριζοσπαστικών» εκδοχών φεμινισμού– ν’ αποτιμήσουν ορθολογικά την κατάσταση εντός των σημερινών κοινωνιών. Διαβάζοντας τις διατυπώσεις τους περί «πατριαρχίας», «κουλτούρας του βιασμού» κι όλων των συναφών, αποκομίζουμε την εντύπωση πως από τον Μεσαίωνα ως σήμερα δεν συντελέστηκε η παραμικρή αλλαγή. Θαρρεί κανείς, διαβάζοντας τις περισσότερες φεμινιστικές αναλύσεις, ότι ακόμα κι αν οι πιο κραυγαλέες εκδοχές καταπίεσης κι εκμετάλλευσης των γυναικών δεν υφίστανται πια, ωστόσο το μόνο που άλλαξε είναι το περιτύλιγμα κι οι επίσημες θεσμικές μορφές. Στην ουσία τους οι σημερινές κοινωνίες παραμένουν κοινωνίες εντός των οποίων οι άνδρες εξουσιάζουν πλήρως τις γυναίκες, χρησιμοποιώντας τες ως πειθήνια εργαλεία αναπαραγωγής, αποκόμισης σεξουαλικής ευχαρίστησης και απλήρωτης οικιακής εργασίας. Σύμφωνα με την κυρίαρχη φεμινιστική αφήγηση είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ οι αγώνες των γυναικών κατά τον 20ό αιώνα, από τις σουφραζέτες ως τις φεμινίστριες της δεκαετίας του ’60 και των επόμενων γενεών· σα να μην άλλαξαν καθόλου τα ήθη και το νομοθετικό πλαίσιο για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων.

Αυτό που ουσιαστικά αποκρύπτεται είναι ότι οι σημερινές δυτικές κοινωνίες, παρ’ ό,τι φυσικά δεν έχει επιτευχθεί η πλήρης ισότητα ανάμεσα στα φύλα, συγκαταλέγονται στις πιο εξισωτικές που υπήρξαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες εντός των οποίων τα κατάλοιπα των ανδρικών προνομίων που ακόμη υφίστανται, βρίσκονται σε μια φάση βαθμιαίας και σταθερής υπονόμευσης, ειδικά από την δεκαετία του ’60 κι έπειτα. Εξάλλου, ακόμα και πριν τον 20ό αιώνα και την επίσημη εμφάνιση του γυναικείου κινήματος, η ίδια η νεωτερικότητα συνιστά μια σταδιακή πορεία απελευθέρωσης του ατόμου από τις προνεωτερικές καταπιεστικές δομές κάθε είδους. Οι αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα που καθόρισαν τούτη την πορεία, έμπρακτη έκφραση της «δημοκρατικής επανάστασης» του Τοκβίλ και αυτού που ο Καστοριάδης αποκαλούσε «πρόταγμα της αυτονομίας», σταδιακά οδήγησαν στην κατάρρευση όλων των εκδοχών του λεγόμενου Παλαιού Καθεστώτος, δηλαδή της πατριαρχίας: της κυριαρχίας καστικών και φυλετικού τύπου δομών, οι οποίες καθυποτάσσουν πλήρως το άτομο στην εξουσία του «πατριάρχη», δηλαδή του αρχηγού της διευρυμένης οικογένειας, που κληροδοτεί την εξουσία του στον αρσενικό πρωτότοκο και διατηρεί απόλυτο έλεγχο επί της ζωής της γυναίκας και των θυγατέρων του. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για κάθε άλλη δομή που αντιγράφει το μοντέλο αυτό[1].

Είναι προφανές ότι σε κοινωνίες σαν την ελληνική, που βρίσκονται στη δυτική περιφέρεια και αποτελούν προϊόν μιας εντελώς διαφορετικής ιστορικής διαμόρφωσης, τα πατριαρχικά κατάλοιπα είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι μέσα στις δυτικές χώρες. Ωστόσο, στις μέρες μας, κάτι τέτοιο μεταφράζεται απλώς σε πολύ μεγάλο χάσμα μεταξύ παλαιότερων και νεότερων γενεών, καθώς οι τελευταίες –και ειδικά όσες ζουν στις μεγάλες πόλεις– δεν υστερούν σε προσλαμβάνουσες από τις αντίστοιχες δυτικές. Ακόμα και στο «ελληνιστάν», οι τελευταίες γενιές έχουν κάνει πολύ σημαντικά άλματα προόδου και απομάκρυνσης από πατριαρχικά πλαίσια, με αποτέλεσμα οι διαφορές με τη Δύση να είναι όλο και περισσότερο ποσοτικού τύπου κι όχι ουσίας. 

Θυματικός φεμινισμός;

Το φεμινιστικό κίνημα, λόγω της φύσης του, αντιμετώπισε λιγότερη κρατική καταστολή και βία από άλλα κοινωνικά κινήματα της νεωτερικότητας· ακόμα κι έτσι, όμως, η γενναιότητα των δύο πρώτων κυμάτων του φεμινισμού είναι χαρακτηριστική: παρ’ ό,τι επρόκειτο και τότε κυρίως για γυναίκες των ανώτερων τάξεων, πάλεψαν στην καθημερινή ζωή για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και την κατάκτηση ολοένα και μεγαλύτερων ελευθεριών, παρά την ψυχολογική και σωματική βία που υφίσταντο συχνά μέσα στις ίδιες τους τις οικογένειες.

Αντιθέτως οι σημερινές φεμινίστριες δίνουν την εντύπωση πως επιδιώκουν την κατάκτηση της πλήρους ισότητας μεταξύ των φύλων δίχως να είναι διατεθειμένες να παλέψουν γι’ αυτό. Εξ ου κι η «τεχνοκρατική» τροπή που πολύ συχνά λαμβάνει ο σημερινός φεμινισμός: έχει κανείς την εντύπωση πως δεν πρόκειται για κοινωνικό κίνημα, αλλά για ένα σύμπλεγμα από ΜΚΟ που, ως ομάδα πίεσης, απλώς επιζητά να επηρεάσει το κράτος και τους εκάστοτε οργανισμούς και ανεξάρτητες αρχές, με σκοπό την ψήφιση νόμων και εφαρμογή ρυθμιστικών πλαισίων και κανόνων. Είναι προφανές πως, αν και οι καταγγελίες τύπου me too ανήκουν σε αυτό το πλαίσιο, έχουν αναμφισβήτητα κάτι το θετικό, εφόσον ξεμπροστιάζουν όσους εκμεταλλεύονται την όποια εξουσία διαθέτουν. Ωστόσο, δίχως αγώνα σε καθημερινό επίπεδο, οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες δεν αλλάζουν, κι οι όποιοι νόμοι και εκ των υστέρων καταγγελίες παραμένουν κενό γράμμα – ειδικά στην περίπτωση ενός κινήματος σαν το φεμινιστικό που, εκ των πραγμάτων, λόγω του ότι άπτεται ζητημάτων κουλτούρας και καθημερινής ζωής, η στάση των ατόμων κατά την καθημερινή ζωή λαμβάνει πρωτεύοντα ρόλο.

Όταν μιλάμε για την ανάγκη αγώνων σε καθημερινή βάση δεν απαιτούμε προφανώς να μαθαίνουν όλες οι φεμινίστριες πολεμικές τέχνες (όπως οι Αγγλίδες σουφραζέτες των αρχών του 20ού αιώνα που μάθαιναν ζίου ζίτσου[2]) ούτε απαραιτήτως να οπλοφορούν[3]. Ωστόσο θα πρέπει να είναι σαφές ότι καμία καταπιεζόμενη ή περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα δεν κέρδισε ποτέ δικαιώματα ή καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής δίχως αγώνα. Διότι η ιστορία της ελευθερίας είναι η ιστορία των κοινωνικών αγώνων που την επέκτειναν και την εμπέδωσαν. Γι’ αυτό και πολύ συχνά η ελευθερία έχει υψηλό τίμημα: οι υπερασπιστές της έρχονται αντιμέτωποι κι αντιμέτωπες με τη βία των κρατούντων και των προνομιούχων. Η ιστορία της Δύσης συνιστά μια τέτοια σειρά κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων: Από τους Προτεστάντες που ορθώθηκαν ενάντια στην κυριαρχία του Καθολικισμού μέχρι τους αστούς που εξεγέρθηκαν ενάντια στα φεουδαρχικά προνόμια της αριστοκρατίας κι από το εργατικό κίνημα και τις σουφραζέτες μέχρι το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, της δεκαετίας του ’60. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είχαμε διώξεις, φυλακίσεις, εκτελέσεις, λιντσαρίσματα κι εν ψυχρώ δολοφονίες.

Πρόκειται για τη βασική αλήθεια που όχι μόνο αγνοεί μα και –κατά κάποιον τρόπο– διαρκώς απωθεί ο σύγχρονος φεμινισμός. Ως τέκνο των αποπολιτικοποιημένων δυτικών κοινωνιών των τελευταίων δεκαετιών κι ως υπόθεση κυρίως Λευκών, σπουδαγμένων γυναικών και κοριτσιών, αναπαράγει τη λογική των ΜΚΟ και του ακαδημαϊκού σύμπαντος: νομικισμός, απόδοση υπερβολικής σημασίας στις λεκτικές διατυπώσεις και γενικώς στη γλώσσα (πιστεύοντας ότι η αλλαγή των λέξεων οδηγεί αυτομάτως στην αλλαγή της πραγματικότητας), αυτοαναφορικότητα. Όμως, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτή η «τεχνοκρατική» στροφή του σύγχρονου φεμινισμού μάς λέει πολλά για τον ιδεολογικό του πυρήνα και μάλιστα για το πώς ακριβώς εννοεί την ισότητα των φύλων. Ένας φεμινισμός που νοεί τις διαπροσωπικές σχέσεις με τρόπο «τεχνοκρατικό», σαν σχέσεις που οργανώνονται μέσα σε εταιρικά πλαίσια, καταλήγει αναγκαστικά σε μια αυστηρή τυπολατρία, απαιτώντας ένα σύνολο κανονισμών οι οποίοι έρχονται να προστατέψουν το άτομο από ένα περιβάλλον που θεωρείται εξ ορισμού πατριαρχικό, άρα αναγκαστικά εχθρικό κι επικίνδυνο. Γι’ αυτό κι η φεμινιστική αντίδραση στις μέρες μας, μέσα από τα μάτια της σύγχρονης δυναμικής γυναίκας καριέρας που δεν χαρίζεται σε τίποτα και κανέναν, λαμβάνει συνήθως τον χαρακτήρα μαζικών καταγγελιών που στόχο έχουν την δημιουργία ενός περιβάλλοντος ασφαλούς για την επαγγελματική ανέλιξη.

Ως φαινόμενο των εξατομικευμένων σημερινών κοινωνιών, κοινωνιών του αξιακού σχετικισμού και της απενοχοποιημένης επιδίωξης της επιτυχίας, ο σύγχρονος φεμινισμός καταντά πολύ συχνά ένα ευκαιριακό μέσο –ανάμεσα στα άλλα– για την κοινωνική άνοδο. Βολικός όταν, ως αφήγημα, ως ιδεολογία με επιρροή μέσα στην γενικότερη «δικαιωματίστικη» κουλτούρα των ημερών μας, ανοίγει τον δρόμο προς τον πλουτισμό ή την ατομικιστική και χυδαία εκδοχή της ελευθερίας[4]∙ λιγότερο βολικός, όταν συνδυάζεται με το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης (απέναντι στις υπόλοιπες γυναίκες αλλά και την κοινωνία γενικότερα) ή του τιμήματος που μπορεί να πληρώσει όποιος και όποια μάχεται στο όνομα μιας αξίας κι ενός ιδανικού και όχι για τις ατομικές του φιλοδοξίες.

Υπό την έννοια αυτή, ο συνδυασμός ενός υπερεπαναστατικού λεξιλογίου με την πλήρη απουσία μαχητικού πνεύματος και την αναγωγή της αδυναμίας και της «ευθραυστότητας» σε κύριο χαρακτηριστικό της γυναικείας ύπαρξης, αποτελεί το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό του σύγχρονου φεμινισμού: από τη μια μεριά ξιφουλκούμε ενάντια σε κάποια υποτιθέμενη πανταχού παρούσα «πατριαρχία», θεωρούμε κάθε άνδρα ως δυνάμει βιαστή, φτάνουμε σε ορισμένες περιπτώσεις να υποστηρίζουμε την κατάργηση των φύλων[5] ή ένα είδος λεσβιάζουσας μισανδρίας[6], αρεσκόμαστε ν’ αυτοσυστηνόμαστε ως «μάγισσες» και «έκφυλες»∙ από την άλλη μεγιστοποιούμε σε υπερθετικό βαθμό την οδύνη που νιώθει μια γυναίκα που δέχτηκε σεξουαλική παρενόχληση κι απορρίπτουμε κάθε κριτική ως προσβλητική και σεξιστική. Σα να επρόκειτο για ένα αξεπέραστο τραύμα, του οποίου οι συνέπειες οφείλουν να παραλύουν εις το διηνεκές την όποια ικανότητα δράσης και αγώνα.

Στην πραγματικότητα όμως, ακόμα κι η περίπτωση του βιασμού, η οποία δεν είναι απλή υπόθεση και το ψυχικό τραύμα που μπορεί ν’ αφήσει είναι δυνάμει αξεπέραστο, μπορεί κάλλιστα, αντί να βυθίσει το θύμα στον φόβο και την απραξία, να αποτελέσει κίνητρο για δράση[7]. Η σχέση του ατόμου με ένα τραύμα δεν είναι μονόδρομος – είναι μια σχέση υπό διαπραγμάτευση, μια ανοιχτή σχέση στην οποία υπάρχει χώρος πολιτικής παρέμβασης και εν προκειμένω φεμινιστικής διαπαιδαγώγησης. Ωστόσο η μέχρι ξεχειλώματος επέκταση του όρου «σεξουαλική παρενόχληση» (ή «κακοποίηση») οδηγεί σε μια εντελώς παραλυτική κατάσταση: όταν ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα φορτικό κι ενοχλητικό «πέσιμο» ταυτίζονται σχεδόν με τον βιασμό και την άσκηση σωματικής βίας, καταλήγουμε πλέον να δικαιολογούμε συμπεριφορές οι οποίες όχι απλώς δεν προωθούν μα, αντιθέτως, βλάπτουν και υποσκάπτουν την υπόθεση της γυναικείας απελευθέρωσης, εφόσον ευνοούν τον πανικό και τη φοβικότητα[8].

Το περίφημο «κίνημα» #metoo αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αναφερόμαστε εδώ στις πρωτοβουλίες της Ταράνα Μπερκ, αλλά στη «σελέμπριτι» εκδοχή του που εμφανίστηκε το 2016, με τη σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση από πλευράς του διευθυντή του Fox News, Ρότζερ Έιλ[9], κι ένα χρόνο αργότερα με αφορμή τις αντίστοιχες καταγγελίες ενάντια στον Χ. Γουάινσταϊν. Διόλου τυχαία, το κίνημα αυτό εμφανίστηκε και διαδόθηκε σε επαγγελματικούς χώρους όπως ο αθλητισμός, το θέαμα (σινεμά, τηλεόραση, θέατρο), η μόδα και η γαστρονομική κουζίνα, που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας και καριερίστικης νοοτροπίας, όπου συχνά τα πάντα υποτάσσονται στον στόχο της κοινωνικής ανέλιξης και της επιτυχίας. Είναι προφανές ότι μέσα σε αυτούς τους τομείς οι κάτοχοι της εξουσίας –από τους κινηματογραφικούς και μουσικούς παραγωγούς ως τους φωτογράφους και τους σεφ– μπορούν δίχως καμιά αιδώ ν’ απαιτούν κάθε είδους ανταλλάγματα. Κι είναι εξίσου προφανές ότι, πολύ συχνά, τα θύματα ή το περιβάλλον τους[10] έχουν παίξει, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τούτο το βρώμικο παιχνίδι[11] και πως αυτή τους η στάση είναι που καθορίζει συχνά και τον τρόπο και τον χρόνο καταγγελίας των εκάστοτε περιστατικών παρενόχλησης ή κακοποίησης: εμφανίζονται χρόνια ή ακόμα και δεκαετίες μετά την τέλεση του αδικήματος, όταν αυτό έχει πλέον παραγραφεί –πολύ συχνά–, κι όταν ο θύτης είχε την άνεση να επαναλάβει κατά βούληση τις πράξεις του, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δέχονται χρήματα χάριν της επίτευξης εξωδικαστικών συμβιβασμών. Αντίστοιχη είναι κι η μεγάλη προβολή τους από τα μίντια, εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις τα θύματα είναι «επώνυμες» και «απαστράπτουσες» παρουσίες (ηθοποιοί, μοντέλα, τραγουδίστριες, αθλήτριες) και όχι καθημερινές γυναίκες με ελάχιστα συναρπαστικά επαγγέλματα.

Όχι, όμως – σύμφωνα με την κυρίαρχη φεμινιστική αντίληψη δεν έχουμε δικαίωμα να διατυπώνουμε τέτοιες ενστάσεις, καθώς όχι μόνο δικαιώνουμε τον θύτη[12] αλλά, κυρίως, επειδή δεν μας πέφτει λόγος για το πώς διαχειρίζεται το εκάστοτε θύμα την οδύνη και το ψυχικό τραύμα που προέκυψε από τη βία του θύτη. Είναι απορίας άξιο πώς ο σύγχρονος φεμινισμός, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει τη γυναίκα απλώς ως θύμα, επιλέγει να βάλει στην άκρη οποιαδήποτε συζήτηση περί της δέουσας αντίδρασης απέναντι στην απειλή παρενόχλησης ή κακοποίησης. Αν η αντίδραση μιας γυναίκας λογίζεται σωστή μόνο και μόνο επειδή είναι το θύμα, δεν χάνεται μόνο κάθε είδους ψύχραιμη πραγμάτευση ενός κατεξοχήν πολιτικού προβλήματος, πίσω από κάθε λογής συναισθηματισμούς και ψυχολογικές αναλύσεις· ακόμα χειρότερα, άθελά του ο φεμινισμός, επιλέγοντας τον θυματισμό αντί για μια ηθική της άμεσης αντίδρασης κόντρα σε καριέρα και φόβο, απλώς αναπαράγει το στερεότυπο της εύθραυστης και αδύναμης γυναίκας που υποκλίνεται μπροστά στον δήθεν παντοδύναμο πατριαρχικό Μολώχ.

Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος των περιπτώσεων δεν πρόκειται για φαινόμενα ακραίας βίας (όπως π.χ. βιασμοί, παιδική κακοποίηση ή ακόμη αιμομιξία κι ομαδικοί βιασμοί) αλλά για περιστατικά «ήπιας» παρενόχλησης, τα οποία είναι διαχειρίσιμα από ψυχικής απόψεως. Ταυτόχρονα, αυτό που μάλλον κάνει τις γυναίκες ν’ αποδέχονται τις σεξιστικές συμπεριφορές των ανδρών στους επαγγελματικούς τομείς για τους οποίους κάναμε λόγο, πλην της όποιας εσωτερίκευσης της ιδέας περί της γυναίκας ως εγγενώς αδύναμου όντος, δεν είναι τόσο ο φόβος της φτώχειας και γενικότερα της δυνατότητας βιοπορισμού, σε περίπτωση απόλυσης, αλλά ο φόβος ότι θα χάσουμε τα λούσα και τη δόξα που υπόσχονται οι συγκεκριμένοι τομείς. Η βαθιά πεποίθηση ότι προέχει η αντιμετώπιση της δολοφονικής πατριαρχίας μάς οδηγεί κυριολεκτικά σε αναλυτική τύφλωση, μιας και παραγκωνίζεται πλήρως, στο όνομα του κατεπείγοντος, όλη η αναγκαία κριτική στο θέαμα και τη μαζική κουλτούρα. Μες στη φούρια μας ξεχνάμε να αναρωτηθούμε τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι χώροι, σε τι τύπο ανθρώπου απευθύνονται αλλά και πως εν τέλει διαμορφώνουν τις προσωπικότητες όσων κάνουν καριέρα σε αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ζήτημα είναι το εξής: αν πιστεύουμε στη γυναικεία απελευθέρωση, δεν θα πρέπει, ως φεμινιστές και φεμινίστριες, να ζητάμε από τις γυναίκες ένα κάποιο ψυχικό σθένος; Αν πιστεύουμε στην αυτονομία, δηλαδή στο αξίωμα πως η ανθρώπινη χειραφέτηση δεν χαρίζεται μα κατακτιέται, πώς μπορούμε να δικαιολογούμε τα πάντα στο όνομα της αναγνώρισης του πόνου και της οδύνης; Αν όχι, ποιο είναι το νόημα της περίφημης «ενδυνάμωσης» (empowerment) των γυναικών που κηρύττει ο φεμινισμός – μονάχα η προσπάθεια να γίνουμε κι εμείς το ίδιο αδίστακτες με τους άνδρες στο οικονομικό πεδίο[13]; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν’ αμφισβητηθεί η παραδοσιακή πατριαρχική και ανδροκρατική αντίληψη περί της γυναίκας ως ασθενούς φύλου;

Ο φόβος απέναντι στην πραγματικότητα

Μήπως τελικά έχουμε κι εδώ μία ακόμα έκφραση της λογικής των «ασφαλών χώρων», των διαβόητων «safe spaces»; Μήπως πρόκειται για την ιδέα πως οι γυναίκες –και, αντίστοιχα, μιας και πρόκειται για το ίδιο σχήμα, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και τα μέλη των φυλετικών μειονοτήτων– είναι όντα υποδεέστερα και εγγενώς εύθραυστα, ανίκανα να κατακτήσουν την πραγματική τους θέση μέσα στην κοινωνία και πως, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει απλώς ν’ αποσύρονται στα προστατευτικά τους γκέτο, στους προστατευμένους ιδιόκοσμούς τους; Πολλές απ’ τις επιλογές όχι μόνο του σημερινού φεμινισμού μα και του άμεσου προγόνου του, δηλαδή του δευτεροκυματικού φεμινισμού της δεκαετίας του ’60 και του ’70, συντείνουν προς ένα τέτοιο συμπέρασμα: συλλογικότητες, διαδηλώσεις και λοιπές κινητοποιήσεις μόνο για γυναίκες, υπερβολική εμμονή με την αλλαγή και την επιτήρηση της γλώσσας, λογοκρισία, διαρκής ταυτοτική ενδοσκόπηση, «ασφαλείς χώροι (safe spaces)» και «προειδοποιητικές ενδείξεις προσβλητικού ή παρενοχλητικού περιεχομένου (trigger warnings)», περιστολή της δράσης στην επιτελεστική χειρονομία – και τελικά προσχώρηση στον λεγόμενο «κοινωνικό υπέρ-κονστρουκτιβισμό» σε θεωρητικό επίπεδο και πλήρης υποτίμηση της σημασίας του βιολογικού παράγοντα στη διαμόρφωση της σεξουαλικότητας[14].

Αυτό που συνάγεται, ως κυρίαρχο πνεύμα, από όλες αυτές τις επιλογές, είναι ένα μείγμα δύο στοιχείων, καθένα εκ των οποίων εκφράζει τις δύο κύριες τάσεις του σημερινού φεμινισμού: αφενός ένα είδος κόπωσης, που χαρακτηρίζει κυρίως τον λιγόψυχο, ακαδημαϊκής προέλευσης φεμινισμό, μια απροθυμία να έρθουμε σ’ επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σ’ επίπεδο θεωρητικού στοχασμού, αναλαμβάνοντας το όποιο ρίσκο – σα να επιζητούμε μια μακάρια αποδημία απ’ τα μοχθηρά και πατριαρχικά εγκόσμια, την απόσυρση σ’ ένα αεροστεγώς κλειστό σύμπαν. Αφετέρου –κι έχουμε εδώ το ρεύμα που εκφράζει περισσότερο τον «τεχνοκρατικό» φεμινισμό πολλών γυναικών καριέρας–, απώτερος στόχος είναι η κατάκτηση αυτής της περίφημης φιλελεύθερης «αρνητικής ελευθερίας» ή «ελευθερίας από», όπου μια στρατιά ειδικών και μια σειρά νομικών ρυθμίσεων θα διασφαλίζει την απόλυτη κυριότητα επί του σώματός μας, επί των εμπειριών μας, επί του τρόπου αλληλεπίδρασης με τους άνδρες, εξαγνίζοντας τον κόσμο από ό,τι δεν υπόκειται στον απόλυτο έλεγχό μας. Πρόκειται απλώς για μια πιο «ενεργητική» εκδοχή άρνησης της πραγματικότητας, διά της πλήρους υποταγής της σ’ ένα σολιψιστικό γυναικείο υποκείμενο.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απλώς αποφεύγουμε να θέσουμε το βασικό ερώτημα με το οποίο θα έπρεπε να ασχολείται ο φεμινισμός: πώς θα μπορούσαν ν’ αναδιοργανωθούν σε εξισωτική βάση οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, δεδομένου ότι (έξω από τα λυρικά και ουτοπικά παραληρήματα ορισμένων αριστερών ακαδημαϊκών και μερικών αναρχοφεμινιστικών σεχτών) παγιωμένες σεξουαλικές ταυτότητες και έμφυλες διαφορές θα συνεχίσουν να υφίστανται, έστω όχι με τη σημερινή τους μορφή; Μιλώντας από μια πιο ανθρωπολογική σκοπιά, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η φεμινιστική βλέψη για έναν «παράδεισο επί της γης» ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις –δηλαδή, ουσιαστικά, η βλέψη για μια «τεχνοκρατικού» τύπου διευθέτηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς– μπορεί να συνοδεύεται από τις καλύτερες προθέσεις, ωστόσο, έρχεται να αφαιρέσει το «ανθρώπινο» και «ζωτικό» από τις καθημερινές σχέσεις. Οι τελευταίες στιγματίζονται τόσο ως φορείς του απρόβλεπτου με την αρνητική έννοια, όσο και γεμάτες από γκρίζα σημεία που πρέπει να εξοβελιστούν υπό το ψυχρό φως των νομικών τύπων και των κανόνων. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε, λοιπόν, ότι αυτός ο «παράδεισος» στήνεται δυστυχώς από ένα ανθρώπινο ον φοβισμένο που αντικρίζει απέναντί του πάντα έναν κόσμο απειλητικό και εχθρικό.

Η δημοκρατική κριτική

Θα πρέπει να είναι σαφές πως η κριτική μας στον σύγχρονο φεμινισμό γίνεται από τη σκοπιά της αυτονομίας. Για τον λόγο αυτό ενδιαφέρεται πρώτα και κύρια για τη συμπεριφορά και τη στάση των ίδιων των γυναικών, δηλαδή, εν προκειμένω, των ίδιων των μελών της καταπιεσμένης κοινωνικής ομάδας. Γι’ αυτό, παρ’ όλο που δεν είμαστε φιλελεύθεροι, ακολουθούμε σε αυτό το σημείο την αιρετική φεμινίστρια Καμίλ Πάλια και δίνουμε μεγάλη σημασία στην προσωπική υπευθυνότητα. Φρονούμε ότι ο σύγχρονος φεμινισμός, που κατά κανόνα αποσιωπά όχι μόνο την προσωπική αυτή υπευθυνότητα μα και την ικανότητα καθενός και καθεμιάς από εμάς για δράση, αντί να προωθεί και να ευνοεί τη γυναικεία χειραφέτηση –άρα τη διαμόρφωση μιας πιο εξισωτικής κοινωνίας–, συνιστά εκλογίκευση των πιο προβληματικών συμπεριφορών των σημερινών γυναικών.

Δυστυχώς, δεν τις βοηθά να διευρύνουν, να εμβαθύνουν και να εμπεδώσουν την ελευθερία που κατέκτησαν μετά από αγώνες σχεδόν ενός ολόκληρου αιώνα, με σκοπό την επίτευξη της πλήρους ισότητας – δηλαδή της εξάλειψης των πατερναλιστικών και σοβινιστικών καταλοίπων που καθορίζουν ακόμη πτυχές της κοινωνικής ζωής. Αντιθέτως, ενδίδει στον πειρασμό της ναρκισσιστικής αυτοκολακείας, η οποία αντιμάχεται το κριτικό πνεύμα, ευνοεί την αποκοπή από την πραγματικότητα και διαμορφώνει ένα μαλθακό και συνάμα φιλάρεσκο ήθος, το οποίο λίγη σχέση έχει με την κοινωνική χειραφέτηση. Έτσι υποτάσσει το αίτημα της έμφυλης ισότητας και της γυναικείας απελευθέρωσης στη μικρόψυχη νοοτροπία των Λευκών καριεριστριών και στα φοβικά και αντι-σεξουαλικά σύνδρομα της Millennial φοιτητιώσας νεολαίας.



[1] Για την έννοια της «πατριαρχίας», που τόσο λανθασμένα χρησιμοποιεί ο φεμινισμός, θα επανέλθουμε αναλυτικά σε επόμενο τεύχος του Προτάγματος. Εδώ απλώς υπενθυμίζουμε ότι εμείς δίνουμε στην έννοια ανθρωπολογικό περιεχόμενο, βασιζόμενοι σε αναλύσεις σαν αυτές του Λουί Ντυμόν για τον «ολισμό» των προνεωτερικών κοινωνιών (βλ. το βιβλίο του Δοκίμια για τον ατομικισμό), ή του Παναγιώτη Κονδύλη σχετικά με την societas civilis και το Παλαιό Καθεστώς (βλ. το βιβλίο του Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή).

Όπως δεν θεωρούμε ότι έχει νόημα ν’ αποκαλούμε τις σύγχρονες κοινωνίες ρατσιστικές, πιστεύοντας ότι ο ρατσισμός συνιστά την κυρίαρχη λογική τους, έτσι φρονούμε πως δεν μπορούμε να τις αποκαλούμε και πατριαρχικές. Τόσο ο ρατσισμός όσο κι η πατριαρχία επιβιώνουν πλέον ως κατάλοιπα προηγούμενων ιστορικών περιόδων. Αντιθέτως, η κυρίαρχη λογική σήμερα κηρύσσει την πλήρη απελευθέρωση του ατόμου από κάθε κοινωνική, φυλετική, έμφυλη και άλλη ένταξη, αποτελώντας, έτσι, ακραία κορύφωση της νεωτερικότητας. Υπό την έννοια αυτή, η τελευταία συνιστά εξ ορισμού άρνηση της πατριαρχίας: είναι εντός της νεωτερικότητας, δηλαδή του αστικού πολιτισμού, που η διευρυμένη οικογένεια αντικαθίσταται από την πυρηνική οικογένεια, η οποία αν δεν αποτελεί καρπό ρομαντικού έρωτα, τουλάχιστον δεν είναι προϊόν έξωθεν πιέσεων αλλά βασίζεται, κατά το δυνατόν, στην εθελούσια συνένωση του ζευγαριού. Είναι μέσα στην αστική οικογένεια αυτού του τύπου που επιτελούνται, σταδιακά, η χειραφέτηση της γυναίκας και των παιδιών. Δεδομένου, λοιπόν, πως η πατριαρχία συνιστά προνεωτερικό μόρφωμα, αυτό που οι φεμινίστριες εννοούν με την όρο αυτό είναι ο πατερναλισμός του αστού συζύγου και πατέρα κι ο ανδροκρατικός σοβινισμός του, ο οποίος ναι μεν έχει την εξουσία εντός της οικογένειας, ωστόσο δεν αποτελεί ιδιοκτήτη της γυναίκας και των παιδιών του, όπως ο προνεωτερικός πατριάρχης. Για την περίπτωση του ρατσισμού, βλ. τη σχετική μας ανάλυση στην ενότητα «Είναι ο καπιταλισμός ρατσιστικός;» του κειμένου μας, «Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ: ρατσισμός, ανισότητα κι η φυλετικοποίηση της πολιτικής».

[2] Βλ. για το θέμα αυτό την ταινία της Sarah Gavron, Suffragette (2015) αλλά και το άρθρο των C. Ruz και J. Parkinson, “’Suffrajitsu’: How the suffragettes fought back using martial arts”.

[3] Όπως υποστηρίζει η αναρχοφιλελεύθερη Wendy McElroy .

[4] Με όλες τις αντιφάσεις που αυτή περιέχει: Αυτοδιάθεση του σώματος είναι για παράδειγμα και το δικαίωμα της γυναίκας να το προσφέρει αυτόβουλα έναντι ανταλλαγμάτων σε διάφορους ισχυρούς μνηστήρες. Από τη σκοπιά όμως της συλλογικής ευθύνης, είναι προφανές πως κάτι τέτοιο ενδυναμώνει και διαιωνίζει τους κοινωνικούς μηχανισμούς της πατριαρχικής καταπίεσης της γυναίκας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βρετανή κοινωνιολόγος Catherine Hakim, που περιγράφει πολύ ωραία τις ανταλλαγές αυτού του τύπου, εισάγοντας την έννοια του «σεξουαλικού κεφαλαίου» (sexual capital), παρουσιάζει το κεφάλαιο αυτό ως ατού στα χέρια χειραφετημένων γυναικών, που ξέρουν να το χρησιμοποιούν για να επιτυγχάνουν τους στόχους και την ανεξαρτησία τους.

[5] Βλ. π.χ. τις αναλύσεις της Τζούντιθ Μπάτλερ.

[6] Βλ. π.χ. τις Γαλλίδες φεμινίστριες Αλίς Κοφάν και Πωλίν Αρμάνζ. Για μια σύντομη παρουσίαση των απόψεών τους στα ελληνικά, βλ. το άρθρο: «“Μισώ τους άνδρες”: Μια φεμινίστρια αγγίζει τα πιο ευαίσθητα νεύρα της γαλλικής κοινωνίας».

[7] Επ’ αυτού υπάρχουν πολλά ελπιδοφόρα παραδείγματα: όχι μόνον η φεμινίστρια θεωρητικός Αντρέα Ντβόρκιν, που είχε πέσει θύμα βιασμού στη νεότητά της (και με τις απόψεις της οποίας, βέβαια, διαφωνούμε σφόδρα!)∙ είναι κι η Γαλλίδα, αλγερινής καταγωγής, Σαμιρά Μπελίλ, η οποία, ενώ έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού στα παρισινά προάστεια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κοινωνικό στίγμα, εγκατάλειψη από την συντηρητικών ηθών οικογένειά της, λόγω αυτού του στίγματος κ.ο.κ.), ίδρυσε μια από τις γνωστότερες φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας και δε σταμάτησε ν’ αγωνίζεται, ως τον πρόωρο θάνατό της. Αντίστοιχη είναι κι η περίπτωση της, επίσης λαϊκής καταγωγής, Αφροαμερικανής Ταράνα Μπερκ (Tarana Burke), η οποία επινόησε και λάνσαρε για πρώτη φορά το σύνθημα Me too, πίσω στο 2006, πολύ πριν τις σχετικές καταγγελίες ηθοποιών και τηλεοπτικών δημοσιογράφων με αφορμή τις υποθέσεις Ρότζερ Έιλ και Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, δέκα χρόνια αργότερα. Η Μπερκ υπήρξε επανειλημμένως θύμα βιασμού και σεξουαλικής παρενόχλησης στις εργατικές κατοικίες του Μπρονξ, και οι εμπειρίες της αυτές την ώθησαν να δραστηριοποιηθεί με σκοπό την καταγγελία των σεξιστικών διακρίσεων και της έμφυλης βίας αλλά και τη στήριξη των θυμάτων της.

[8] Π.χ. εξαλείφοντας κάθε κριτήριο που διαχωρίζει τη σοβαρή από τη λιγότερο σοβαρή παρενόχληση, οδηγούμαστε να αντιμετωπίζουμε την κάθε μορφή επίθεσης (με ή χωρίς εισαγωγικά) ως μέρος της «φασιστικής» φύσης της «πατριαρχίας». Έτσι παραβλέπουμε ότι ένα «καγκούρικο», προσβλητικό φλερτ κι ένας βιασμός διαφέρουν από άποψη ουσίας, κι όχι απλώς από άποψη ποσοτική, μιας και δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση την ίδια «κουλτούρα του βιασμού», έστω σε διαφορετική ένταση. Ταυτόχρονα παραβλέπουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών που συμπεριφέρονται με τον τρόπο αυτό είναι θρασύδειλοι, οι οποίοι δε θα προέβαιναν στην παραμικρή βιαιοπραγία αν οι γυναίκες τούς ζητούσαν τον λόγο και τους ξεκαθάριζαν ότι δεν ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές. Δυστυχώς όμως ο μύθος της φασιστικής κουλτούρας του βιασμού αποτρέπει πολλές γυναίκες από το να υιοθετήσουν μια τέτοια, πιο επιθετική στάση.

[9] Η υπόθεση αυτή αποτελεί θέμα της γνωστής τηλεοπτικής σειράς The Loudest Voice (2019), που προβλήθηκε και στην Ελλάδα πριν λίγο καιρό. Στην πραγματικότητα, έναν χρόνο αφότου αποκαλύφθηκε η δράση του Έιλ, το Fox αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία του μ’ έναν ακόμη σταυροφόρο της λαϊκιστικής Δεξιάς, τον τηλεπαρουσιαστή Μπιλ Ο’ Ράιλι, ο οποίος είχε ανάλογη «δράση», την οποία αποκάλυψαν ρεπορτάζ των New York Times.

[10] Όπως π.χ. οι οικογένειες νεαρών αθλητών που κάνουν τα στραβά μάτια απέναντι σε περιστατικά παρενόχλησης από προπονητές, προκειμένου να μην πληγεί η μελλοντική καριέρα του παιδιού τους.

[11] Βλ. τη σοκαριστική παραδοχή του Σουηδού ολυμπιονίκη στο άλμα εις ύψος, Πάτρικ Σιόμπεργκ σχετικά με τον πατριό-προπονητή του που τον κακοποιούσε και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος δεν τον έκανε πέρα ακόμη κι όταν είχε τη δυνατότητα: «Η σεξουαλική κακοποίηση του Πάτρικ Σιόμπεργκ από τον κατά συρροή βιαστή ανηλίκων».

[12] Πρόκειται για την ουσία της κριτικής που δέχθηκε ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων Κώστας Χαραλάς, με αφορμή τα σχόλιά τους για την υπόθεση Μπεκατώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χαραλάς βρέθηκε ξαφνικά δίχως εκδοτικό οίκο, μιας και το Μεταίχμιο, στο οποίο ως τότε εκδιδόταν, διέκοψε το συμβόλαιό του χαρακτηρίζοντας τις απόψεις του απαράδεκτες.

[13] Όπως τονίζει η συγγραφέας Jessa Crispin, για ένα κομμάτι ισχυρών και δραστήριων γυναικών καριέρας, ουσία της «ενδυνάμωσης» είναι η οικονομική ισότητα στο εσωτερικό της ολιγαρχίας, δηλαδή η οικονομική εξίσωση ανδρών και γυναικών που είναι ψηλά στην ταξική κλίμακα. Άλλωστε στην πραγματικότητα οι γυναίκες σε διευθυντικά πόστα παίζουν χωρίς ενδοιασμούς το παιχνίδι με τους όρους που η πατριαρχική κοινωνία έχει επιβάλει: είναι και αυτές το ίδιο ανταγωνιστικές και αυταρχικές με τους άνδρες.

[14] Προφανώς και το άτομο συνιστά προϊόν της κατεργασίας που ασκεί η κοινωνία στον άνθρωπο, ο οποίος είναι, ως εκ τούτου, ον ταυτοχρόνως κοινωνικό, ψυχικό και βιολογικό. Υπό αυτή την έννοια, όπως και καθετί άλλο εντός της κοινωνίας, έτσι και τα φύλα, ως σεξουαλικές και κοινωνικές ταυτότητες, συνιστούν κοινωνικό δημιούργημα και δεν μπορούν ν’ αναχθούν στο βιολογικό φύλο. Ωστόσο η αναγνώριση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί στις ακραίες θεωρίες των μεταμοντέρνων σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος είναι μόνο κοινωνικό ον, δίχως ψυχική και βιολογική διάσταση, και πως, κατά συνέπεια, το βιολογικό φύλο δεν παίζει κανένα ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού φύλου. Όπως έλεγε ο Καστοριάδης, η κοινωνική θέσμιση δεν μπορεί ν’ αγνοεί τις στοιχειώδεις υλικές πραγματικότητες (σε βιολογικό, γεωγραφικό, κλιματικό επίπεδο): τις επενδύει με όποιο νόημα θέλει, ωστόσο δεν μπορεί να τις εξαφανίσει. Ο μεταμοντέρνος φεμινισμός, όμως, στην προσπάθειά του να εξαλείψει κάθε επαφή με το Πραγματικό, προωθεί ένα αναλυτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο τα πάντα είναι θέμα γλώσσας και νοήματος/ερμηνείας: εν ολίγοις, τα πάντα μπορούν ν’ αλλάξουν κατά βούληση, μόνο και μόνο επειδή το θέλουμε ή το επιλέγουμε. Ούτε η βιολογική μας διάσταση ούτε φυσικά το ασυνείδητό μας (δηλαδή η βαθύτερη ψυχή μας, με τους κρυφούς μας πόθους, τα συμπλέγματα, τους φόβους και τα εσωτερικευμένα πρότυπα) μπορεί να περιορίσουν τον αυτομετασχηματιστικό μας οίστρο.

Posted in Κείμενα | Tagged , | 5 Σχόλια

Οι αμερικανικές εκλογές κι η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο

Καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τη δυτική κοινωνία εντός της οποίας έχει πραγματωθεί στον μέγιστο βαθμό η νεωτερικότητα, αποτελούν, παρά τις εθνικές τους ιδιομορφίες, μια πυξίδα που μας δείχνει προς τα πού βαδίζει ο δυτικός κόσμος συνολικά. Υπό την έννοια αυτή, ακόμα κι οι αμερικανικές εκλογές έχουν πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά φαινόμενα και μάλιστα με τρόπο πιο καθαρό απ’ ό,τι οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές – τουλάχιστον κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου αποτελούν μια πολύ καλή ευκαιρία για να υπογραμμίσουμε ορισμένες βασικές όψεις των αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική εντός της Δύσης.

Η Δεξιά απέναντι στο melting pot

Η παρανοϊκή στάση του Τραμπ που ευθύς εξαρχής, αλλά και για αρκετό καιρό μετά την ήττα του, συνέχισε να ισχυρίζεται πως η ήττα αυτή υπήρξε προϊόν μαζικής εκλογικής νοθείας, οργανωμένης από τους Δημοκρατικούς, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Πρώτον, διότι από καιρό προσπαθούσε να μπλοκάρει τη λεγόμενη επιστολική ψήφο, γνωρίζοντας πως θα την επέλεγαν κατά βάση ψηφοφόροι των Δημοκρατικών, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη του κορωνοϊού∙ δεύτερον και –βασικότερο–, επειδή πρόκειται για μια πιο γκροτέσκα και σουρεαλιστική εκδοχή της πάγιας στρατηγικής που ακολουθούν οι Ρεπουμπλικανοί εδώ και κάμποσα χρόνια. Όπως τονίζαμε πριν κάποιον καιρό, ως κόμμα που απευθύνεται πλειοψηφικά σε Λευκούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι Ρεπουμπλικανοί αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν εκλογικά την ολοένα και μεγαλύτερη μετατροπή των ΗΠΑ σε πολυεθνική κοινωνία. Απέναντι στην αύξηση της πληθυσμιακής βαρύτητας των μειονοτήτων, και δεδομένου ότι ως σήμερα τη μειονοτική ψήφο τη μονοπωλούν οι Δημοκρατικοί, έστησαν έναν ολόκληρο μηχανισμό, βασισμένο στην ιδέα της προληπτικής άμυνας απέναντι στα δήθεν σχέδια των Δημοκρατικών για οργάνωση καλπονοθείας, με στόχο τον αποκλεισμό πολλών μειονοτικών ψηφοφόρων.

Όχι μόνο παλιότερα οργάνωσαν οι ίδιοι νοθεία όπου χρειάστηκε (έτσι νίκησε ο Μπους τον Γκορ το 2004) και κέρδισαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις δίχως να έχουν κερδίσει τη λεγόμενη «λαϊκή ψήφο», μα τείνουν πλέον ν’ αποδέχονται και σε επίπεδο αρχών ότι μπορείς να κυβερνάς αρκεί να σε έχουν εκλέξει οι εκλέκτορες κι όχι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Όπως τόνιζε πρόσφατα ένας γερουσιαστής από τη Γιούτα, «τελικός στόχος δεν είναι η δημοκρατία, αλλά ατομική ελευθερία, η ειρήνη και η ευημερία. Επιθυμούμε την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όμως η διεφθαρμένη δημοκρατία μπορεί να εμποδίσει τούτη την ανάπτυξη»[1]. Ο δε Τραμπ στήριξε την προεκλογική του καμπάνια αποκλειστικά και μόνο στην προσπάθεια να διασφαλίσει την ψήφο μιας Λευκής μειοψηφίας, φλερτάροντας γι’ αυτό ανοιχτά με την Ακροδεξιά.

Ωστόσο, όπως έχουν τονίσει ορισμένοι οξύνοες συντηρητικοί σχολιαστές, οι Ρεπουμπλικανοί δεν έχουν πλέον ανάγκη να καταφεύγουν σε τέτοια τερτίπια: μια μερίδα από όσους σκοπίμως παραγκωνίζουν εκλογικά δείχνει πλέον να στρέφεται, αργά αλλά σταθερά, προς αυτούς. Όπως τονίζει ένας Αμερικανός μεγαλοδημοσιογράφος ινδικής καταγωγής και Δημοκρατικών πεποιθήσεων: «Ως μεγαλύτερη απογοήτευση θα πρέπει σίγουρα να λογίζεται το γεγονός πως, σε μια χρονιά που οι Δημοκρατικοί εγκολπώθηκαν πλήρως την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας και στήριξαν κινήματα όπως το Black Lives Matter, ο Τραμπ δείχνει να κερδίζει μεγαλύτερο κομμάτι της μειονοτικής ψήφου απ’ οποιονδήποτε άλλο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Πήρε τις περισσότερες αφροαμερικανικές ψήφους από το 1996 (παρ’ όλο που τον ψήφισαν μόνο περίπου 12% των Μαύρων ψηφοφόρων), ενώ μια μέτρηση δείχνει πως κέρδισε 35% της ψήφου των μουσουλμάνων ψηφοφόρων». Αντίστοιχα, ο Τραμπ ενίσχυσε το ποσοστό του εντός της ισπανόφωνης κοινότητας σε σχέση με τις εκλογές του 2016, ενώ το ίδιο συνέβη και με άλλες εθνοτικές ομάδες όπως οι ασιατικής καταγωγής Αμερικανοί.

Όπως σημειώναμε και με αφορμή τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη γενικότερη αστυνομική βία στις ΗΠΑ, η ιδέα πως τα μέλη των μειονοτήτων προσδιορίζοντα αποκλειστικά και μόνον ως Μαύροι, Ισπανόφωνοι, Ασιάτες, κ.ο.κ., τουλάχιστον πρωταρχικά, αποτελεί κομμάτι του αντιρατσιστικού ιδεολογήματος των Λευκών αριστερών διανοούμενων αλλά και των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε μειονότητας, τα οποία, πολύ συχνά, χρωστούν την κοινωνική τους άνοδο είτε στις πολιτικές θετικών διακρίσεων του αμερικανικού κράτους είτε, γενικότερα, στη χρήση του αντιρατσισμού ως εργαλείου εξουσίας εντός της κοινότητας καταγωγής τους[2]. Για τον μέσο Αφροαμερικανό ή ισπανόφωνο Αμερικανό τα βασικά προβλήματα άπτονται περισσότερο ζητημάτων μισθού και καθημερινής επιβίωσης παρά φυλετικής ταυτότητας. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση ενός Λευκού εργάτη ή μικροαστού, μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους, για τους ίδιους ή παρεμφερείς λόγους, να γοητευτούν από την τραμπική ρητορική. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους αυταπάτες δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν ως κάτι το αδιανόητο: ο ρατσισμός του Τραμπ απασχολεί κυρίως τους Λευκούς αντιρατσιστές κι όχι τόσο τα μέλη των μειονοτήτων (και δη των χαμηλότερων, ταξικά, στρωμάτων τους), μιας και είναι παρών κυρίως στη ρητορική κι όχι στις συγκεκριμένες πολιτικές του, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή των δεύτερων[3].

Δυστυχώς, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές της, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είναι τόσο εμμονικά προσκολλημένη στον αντιρατσισμό, που αδυνατεί ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή. Όπως σωστά έχει ειπωθεί, «έγιναν κάποιες απόπειρες […], μέσω του κινήματος του Μπέρνι Σάντερς, για να διαμορφωθεί μια αριστερή πολιτική που θα λάμβανε υπόψη της την αποδοχή που έχει ο δεξιός ποπουλισμός. Ωστόσο, η βαρυτική έλξη της πολιτιστικής Αριστεράς ήταν τόσο δυνατή, που τράβηξε τον Σάντερς μακριά τόσο από τον σκεπτικισμό του απέναντι στην πολιτική ταυτοτήτων όσο και από το αρχικό του πολιτικό μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο πρωτεύον ζήτημα είναι η οικονομία∙ τελικά τον οδήγησε προς έναν σοσιαλισμό της πολιτικής ορθότητας, τον οποίο απέρριψε τόσο η Λευκή εργατική τάξη όσο κι οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι που αμφότεροι έδωσαν το Δημοκρατικό χρίσμα τον Μπάιντεν. Με την ήττα του Σάντερς και εκμεταλλευόμενη τη δύναμη που κατέχει μέσα σε θεσμούς της ολιγαρχίας και της δημόσιας διοίκησης, η Αριστερά στράφηκε σε πιο ανώδυνους στόχους, οι οποίοι βάζουν σε δεύτερο πλάνο την ταξική πολιτική».

Με τον τρόπο αυτό, άθελά της, η ταυτοτική Αριστερά απλώς οξύνει τις τάσεις που ευνοούν τη δεξιά ψήφο. Αναφερόμαστε στη νέου τύπου κοινωνική και γεωγραφική διαίρεση μεταξύ παγκοσμιοποιημένων πόλεων και αποβιομηχανοποιημένων μικρών πόλεων ή αγροτικής υπαίθρου. Από τη μια μεριά έχουμε πόλεις που αποτελούνται από τη Λευκή χίπστερ ολιγαρχία, η οποία συνδέεται άμεσα με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του τριτογενή τομέα κι έχει νεωτεριστικά και κοσμοπολίτικα γούστα – πρόκειται για «περιοχές που αντιστοιχούν στα δύο τρίτα του ΑΕΠ της Αμερικής… περιοχές που είναι αισιόδοξες, πολυπολιτισμικές, δυναμικές και προοδευτικές» σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις της Χίλαρι Κλίντον[4]. Τόσο αυτή η ολιγαρχία κι οι ιδεολογικοί της ακόλουθοι όσο και οι μεταναστευτικές μειονότητες των μεγάλων πόλεων που, πολύ συχνά, αποτελούν το υπηρετικό της προσωπικό, ψηφίζουν Δημοκρατικούς. Αντίθετα, οι μεσαίες πόλεις και η ύπαιθρος επιλέγουν τους Ρεπουμπλικάνους. Είναι χαρακτηριστικό πως τα υψηλότερα ποσοστά του ο Τραμπ τα πήρε σε πολιτείες σαν το Ουάιομινγκ και την Ανατολική Βιρτζίνια, με την ιδιαίτερα χαμηλή τους αστικοποίηση, ενώ ακόμη και σε πολιτείες που κέρδισε με μεγάλη άνεση ο Μπάιντεν –και συνιστούν παραδοσιακά Δημοκρατικά προπύργια, σαν τη Νέα Υόρκη, την Καλιφόρνια και το Όρεγκον–, τη νίκη τη δώσανε οι πόλεις, μιας και στην ύπαιθρο επικράτησε ο Τραμπ.

Η πόλωση αυτή μεταξύ metro και retro (δηλαδή «μητροπολιτικής» κι «οπισθοδρομικής» ή ξεπερασμένης) Αμερικής[5] εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αντίθεση μεγάλου μέρους των οπαδών του Τραμπ στα υγειονομικά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων τύπου λοκντάουν. Προφανώς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πίσω από την αντίθεση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη συνωμοσιολογική παράδοση, ωστόσο εν προκειμένω υφίσταται και μια πολύ σημαντική ταξική παράμετρος. Όπως σωστά υπογραμμίζει ένας σχολιαστής που ήδη παραθέσαμε, «η ιστορία ξεκινά με τις εκκλήσεις της πολιτικής ηγεσίας και των ειδικών, τέλη άνοιξης-αρχές καλοκαιριού, για άνευ προηγουμένου θυσίες, με καραντίνες και κλεισίματα που επηρέασαν δυσανάλογα μικρές επιχειρήσεις, εκκλησίες και οικογένειες με παιδιά, δηλαδή συντηρητικές κοινωνικές ομάδες και θεσμούς. Αντίθετα, οι Προοδευτικοί εκπρόσωποι των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, που συνέχιζαν να εργάζονται μέσω Zoom, βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη μοίρα, με τους ισχυρούς της Σίλικον Βάλεϊ μάλιστα ν’ αυξάνουν τον πλούτο και την επιρροή τους».

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια πολιτεία που θεωρείται προπύργιο του αντι-τραμπικού αγώνα και η οποία έδωσε συντριπτική νίκη στον Μπάιντεν, η Καλιφόρνια, κέντρο της ψηφιακής οικονομίας, είναι ταυτοχρόνως χαρακτηριστικά νεοφιλελεύθερη στα οικονομικά θέματα, μιας και σε πρόσφατα δημοψηφίσματα καταψήφισε κοινωνικές πολιτικές σε μια σειρά ζητήματα. Ουσιαστικά αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της νοοτροπίας των σημερινών ολιγαρχιών: προοδευτική στα ήθη (και, κατά συνέπεια, Δημοκρατική και αντι-Ρεπουμπλικανή για λόγους πολιτιστικούς και φυλετικούς) αλλά νεοφιλελεύθερη στην οικονομία. Είναι αυτή η λιμπερτάριαν ολιγαρχία που στήριξε την Κάμαλα Χάρις, η οποία διατηρεί στενότατες σχέσεις με την Uber, στην οποία εργάζονται στενοί της συγγενείς.

Διόλου τυχαία –αρχής γενομένης από τη Χάρις– ο Μπάιντεν θα εφαρμόσει τον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό του περιστοιχιζόμενος από συμβούλους και υπουργούς προερχόμενους, συχνά, από μειονότητες αλλά και από τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας: «Θα εκπροσωπεί την ποικιλομορφία των εθνοτήτων που απαρτίζουν τον πληθυσμό των ΗΠΑ […]. Κομβικές θέσεις αναλαμβάνουν γυναίκες και εκπρόσωποι της λατινόφωνης και της ασιατικής κοινότητας των ΗΠΑ». Γι’ αυτό και συχνά οι αναθέσεις πόστων, υπό την πίεση των σχετικών λόμπι και της κοινής γνώμης, γίνονται με αποκλειστικό κριτήριο την εθνοτική και φυλετική ποικολομορφία[6]. Χαρακτηριστικότερη, ίσως, ενσάρκωση τούτου του Προοδευτικού, αντιρατσιστικού νεοφιλελευθερισμού είναι ο βουλευτής της Λουιζιάνα, Σέντρικ Ρίτσμοντ, που θα λάβει θέση ανώτερου συμβούλου του Μπάιντεν: Αφροαμερικανός, που δεν διστάζει να εμφανίζεται με αθλητικά παπούτσια Air Jordan, άνθρωπος του πετρελαϊκού λόμπι, «από τους ελάχιστους Δημοκρατικούς που ψήφισαν υπέρ της επέκτασης του διαβόητου πετρελαϊκού αγωγού Keystone XL». Όπως γίνεται αντιληπτό, κύριο αφήγημα της κυβερνητικής πολιτικής θα είναι η εφαρμογή ενός αντιρατσιστικού προγράμματος με στόχο όχι μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου προσπάθεια περιορισμού των κοινωνικο-οικονομικών και ταξικών ανισοτήτων, αλλά της άρσης των φυλετικών, έμφυλων και λοιπών «διακρίσεων»[7]. Μάλιστα ακόμα και η κεφαλαιώδης σημασία που αποδίδει ο Μπάιντεν στην καταπολέμηση του κορωνοϊού, παρ’ όλο που είναι καθ’ όλα εύλογη, εντός των αμερικανικών συμφραζομένων πρέπει να ερμηνευτεί και ως προφανέστατα ταξικά και πολιτιστικά προσδιορισμένη: κατά βάση εκφράζει τις προτεραιότητες των ανώτερων στρωμάτων, τα οποία μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν αλλά και να κερδίζουν χρήματα ακόμη κι υπό συνθήκες καραντίνας, δίχως φυσικά ν’ ανησυχούν για το αν τα παιδιά τους διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την παρακολούθηση μαθημάτων μέσω τηλεκπαίδευσης, όπως συμβαίνει με τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.

Όπως είδαμε, όμως, παραπάνω, όσο κι αν το αντιρατσιστικό αφήγημα έχει αποδώσει καρπούς για τους Δημοκρατικούς κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε εκλογικό και πολιτικό επίπεδο, σύντομα θα χάσει την αποτελεσματικότητά του, μιας κι οι μειονότητες δείχνουν πλέον να καταπίνουν με λιγότερη προθυμία το δόλωμα τα τελευταία δέκα χρόνια. Ίσως γι’ αυτό κι ορισμένοι συντηρητικοί να θέτουν πλέον ως στόχο τη δημιουργία ενός «πολυεθνικού συντηρητισμού». Αν αυτό επιτευχθεί, η αντιρατσιστική εμμονή της Αριστεράς δε θα έχει πλέον ιδιαίτερο νόημα.

Τσαρλατανισμός, συνωμοσιολογία και κριτική στις ελίτ της γνώσης

Ένα ακόμα στοιχείο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η τρανταχτή, πλέον, επιβεβαίωση όσων –μεταξύ των οποίων κι εμείς– παραμένουν σκεπτικοί απέναντι στα ευχολόγια περί του δήθεν απελευθερωτικού και χειραφετητικού ρόλου του διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας, γενικότερα. Η συνωμοσιολογία (εξίσου με τον τσαρλατανισμό και τον κομπογιαννιτισμό) συνιστά βασική συνιστώσα της αμερικανικής πολιτικής ζωής, μιας κι αποτελεί τη σκοτεινή και παραληρηματική όψη μιας καθ’ όλα θεμιτής και ορθής δημοκρατικής καχυποψίας απέναντι στη μονοπώληση της γνώσης από τεχνοκρατικά κονκλάβια κι επαΐοντες κάθε είδους. Αποτελεί κομμάτι της λεγόμενης ποπουλιστικής παράδοσης, δηλαδή μιας πρωταρχικής και βαθιάς πίστης στις ικανότητες των απλών ανθρώπων, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τον λατινοαμερικανικό ή ευρωπαϊκό λαϊκισμό: δηλαδή με την τυφλή λατρεία «ηγετών» και «μεγάλων ανδρών», τουτέστιν λαοπλάνων που παρουσιάζονται ως φίλοι του λαού[8].

Είναι επίσης γνωστό ότι από τη δεκαετία του ’70 κι εξής, με την απομάκρυνση του Δημοκρατικού κόμματος από τη λαϊκή του βάση και τη σταδιακή κυριάρχησή του από τη Λευκή, σπουδαγμένη ολιγαρχία των πανεπιστημίων και των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, ως κόμμα του λαού προβάλλονται πλέον οι Ρεπουμπλικανοί– ενάντια προφανώς σε κάθε οικονομική και κοινωνιολογική λογική. Όπως έξοχα συνοψίζει την κατάσταση ο Τόμας Φρανκ, «όταν οι Δημοκρατικοί εγκατέλειψαν την παράδοση της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να τη διεκδικήσουν. Για τα τελευταία 30 χρόνια ήταν η Δεξιά, όχι η Αριστερά, που διαμαρτυρόταν κατά των “ελίτ” και υποστήριζε τις λαϊκές αξίες σε πείσμα των διασήμων που τις χλεύαζαν. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, ήταν οι συντηρητικοί στην πραγματικότητα που ξεκίνησαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας από το προαύλιο του χρηματιστηρίου του Σικάγο. Στην εκστρατεία τού 2016 χαρακτήρισαν τον αθυρόστομο ηγέτη τους, τον Τραμπ, ως τον “δισεκατομμυριούχο των εργατών”, συγγενή και προστάτη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων».

Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για έναν ποπουλισμό που δεν έχει κανένα ταξικό έρεισμα –εφόσον ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα που προωθεί τα συμφέροντα των πλουσίων και καταργεί κάθε είδους κοινωνική προστασία της εργατικής τάξης και των αδυνάτων προσπαθεί να προσεταιριστεί τον λαό–, ο προσεταιρισμός αυτός γίνεται μέσω της ταυτοτικής και πολιτιστικής οδού, διαμέσου των περίφημων «πολιτιστικών πολέμων» (culture wars): αντί, με άλλα λόγια, η σύγκρουση μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών να παίζεται στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ασχολούμαστε με καθαρά συμβολικού τύπου ζητήματα όπως η οπλοκατοχή, οι αμβλώσεις, η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, η χρήση μάσκας κ.ο.κ. Βασικό κομμάτι όμως τούτων των πολιτιστικών πολέμων είναι και μια παρανοϊκού τύπου συνωμοσιολογία, μέσω της οποίας ο νεοσυντηρητισμός αυτός προσπαθεί, κόντρα σε κάθε λογική, να εξηγήσει για ποιον λόγο πραγματικός εχθρός του λαού δεν είναι οι εκπρόσωποί του, ως οπαδοί της απελευθέρωσης της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, αλλά οι liberals, που ζητούν την επιβολή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών – τούτα τα ανθρωπόμορφα και διεφθαρμένα τέρατα που δεν σταματούν να εξυφαίνουν τις πιο τρελές συνωμοσίες ενάντια στον απλό λαό[9].

Υπό αυτή την έννοια, τόσο ο τραμπισμός, γενικώς, όσο κι οι αρνητές μάσκας συνιστούν φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης, ως συνέχεια των παλιότερων αντι-εμβολιαστικών θεωριών, του κινήματος ενάντια στη χλωρίωση του νερού ή των παρανοϊκών σεναρίων της δεκαετίας του ’90 σχετικά με το ζεύγος Κλίντον και φυσικά της άρνησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη αλλά και της σφαιρικότητας της γης από τους περίφημους οπαδούς της θεωρίας ότι ο πλανήτης μας είναι επίπεδος (flat-earthers)[10].

Η ψηφιακή τεχνολογία ως κατεξοχήν εργαλείο αλλοτρίωσης

Εγώ έχω δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Google!

Τζένι Μακάρθι

(Αμερικανίδα ηθοποιός και γνωστή αντι-εμβολιάστρια)

Ως νέο στοιχείο αυτής της ακατάσχετης συνωμοσιολογίας θα πρέπει να λογίζεται η ολοένα και μεγαλύτερη διάδοση τέτοιων θεωριών αλλά κι ο απενοχοποιημένα παρανοϊκός τους χαρακτήρας – με αποκορύφωμα την περίφημη αποκρυφιστική θεωρία QAnon, που μιλά για σατανιστικές σέχτες και πλανητικά δίκτυα παιδεραστίας των οποίων προΐστανται μεγαλόσχημοι Δημοκρατικοί σαν τον Ομπάμα και τη Χίλαρι. Πίσω από αυτή την εξέλιξη κρύβεται, φυσικά, το ίντερνετ, καθώς «μαζί με τη συνδρομητική τηλεόραση μάς επιτρέπει να ζούμε σε μια “φούσκα” η οποία φιλτράρει τις πληροφορίες και επιτρέπει να εισέρχονται μόνο αυτές με τις οποίες ήδη συμφωνούμε». Αυτό δεν ήταν δυνατό κατά την προδιαδικτυακή εποχή, όσο κι αν ο καθένας διάβαζε και τότε την εφημερίδα της προτίμησής του, άκουγε τον ραδιοφωνικό σταθμό που ταίριαζε περισσότερο με τις απόψεις του και παρακολουθούσε το αντίστοιχο κανάλι της εθνικής εμβέλειας, μη συνδρομητικής τηλεόρασης. Το διαδίκτυο, τέκνο της μεταμοντέρνας κοινωνίας, ευνοεί σε βαθμό αδιανόητο ως σήμερα τούτο τον ναρκισσισμό, διότι του επιτρέπει να λαμβάνει δημόσια έκφραση και απήχηση.

Την κατάσταση αυτή την εκμεταλλεύεται δεόντως τούτη η πιο μαχητική εκδοχή λαϊκιστικής Δεξιάς στην οποία βασίστηκε ο τραμπισμός. Άλλωστε κι ο ίδιος ο μεγάλος Ηγέτης είναι αρειμάνιος χρήστης των κοινωνικών δικτύων, τα οποία παρουσιάζει ως αντιστάθμισμα στην κυριαρχία του μηντιακού τοπίου από τα Προοδευτικά ΜΜΕ (ασχέτως αν στις ΗΠΑ το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Δεξιά, μέσω δημοφιλέστατων παραγωγών σαν τον Ρας Λίμπο και καναλιών σαν το επάρατο Fox). Είναι στο διαδίκτυο που ευδοκίμησε κι ανδρώθηκε η περίφημη Alt Right, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και παραληρηματικά βίντεο στο Youtube.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κίνημα QAnon, που, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, αποτελεί «ένα πολύ δραστήριο οικοσύστημα. Στα ηλεκτρονικά φόρουμ αφθονούν οι μαρτυρίες απελπισμένων Αμερικανών που έχασαν κάθε επαφή μ’ έναν οικείο τους που αφομοιώθηκε από τη “συνωμοσία”. Δίχως απαραιτήτως να το έχει επιδιώξει, ο “Q” [σ.σ.: ο ανώνυμος λογαριασμός που άρχισε να διαδίδει τη συγκεκριμένη συνωμοσιολογία] γέννησε μια θεωρία πλήρως προσαρμοσμένη στα κοινωνικά δίκτυα: ταυτοχρόνως συμμετοχική και οριζόντια, επιτρέπει στον καθένα να ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο το εκάστοτε μήνυμα. Ένα από τα συνθήματα του QAnon είναι το “Ψάξ’ το μόνος σου!”. Το κίνημα ανανεώνεται ασταμάτητα βάσει των “drops” και της επικαιρότητας, που προσφέρουν διαρκώς νέα σημάδια τα οποία πρέπει να ερμηνευτούν» .

Υπό αυτήν την έννοια, ένα από τα καλά τόσο της πανδημίας όσο και των αμερικανικών εκλογών είναι πως έδειξαν, μέχρι και στους πιο δύσπιστους, τον πραγματικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας: αποβλάκωση του πληθυσμού, ενθάρρυνση της αγελαίας συμπεριφοράς, αναπαραγωγή φημών, fake news και συνωμοσιολογιών κάθε είδους – υπό το επιχείρημα, μάλιστα, πως ξεσκεπάζουν το ψέμα των επίσημων ΜΜΕ και «του Συστήματος». Αν είσαι αριστερός, βέβαια, μπορείς ακόμη να εθελοτυφλείς και να θεωρείς ότι το πρόβλημα είναι απλά και μόνο οικονομικής φύσεως: τουτέστιν πρόβλημα που έχει να κάνει με το ποιος κατέχει κι ελέγχει την τεχνολογία κι όχι με την ενδογενή της φύση και τις τάσεις που προωθεί κι επιβάλλει το ίδιο το εργαλείο («Αν τα κράτη συνειδητοποιήσουν ότι όσο συμπεριφέρονται ως πρόθυμα πελατάκια τους θα τους καταπιούν τα αδηφάγα νέφη τους, ίσως αποφασίσουν να βάλουν φρένο και να αποδώσουν στην τεχνολογία τον αληθινά ανθρωπιστικό, απελευθερωτικό χαρακτήρα της»). Πρόκειται για την παλιά αφελή πίστη στην ουδετερότητα της τεχνικής – στην πίστη ότι ο τεϊλορισμός είναι σύστημα απάνθρωπο όταν το εφαρμόζει ο Φορντ αλλά καθίσταται απελευθερωτικό και «σοσιαλιστικό», όταν το εξυμνεί και το υιοθετεί ο Λένιν.

Δυστυχώς ακόμα και σοβαρές ελευθεριακές προσεγγίσεις δεν είναι απρόσβλητες από τις ψευδαισθήσεις αυτές. Διαβάζουμε, λ.χ., ότι στο Παρίσι, κατά τις διαδηλώσεις ενάντια στο κατάπτυστο «Άρθρο 24» του νομοσχεδίου περί «Συνολικής Ασφάλειας» –που ποινικοποιεί δρακοντείως τη βιντεοσκόπηση των οργάνων της τάξης–, συντελέστηκε ένας «εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας», καθώς «ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και αντέδρασε και έτσι η τεχνολογία θα υπακούσει την κοινωνική επιταγή». Μπορώντας, δηλαδή, να τεκμηριώνουμε και να καταγγέλλουμε, μέσω βίντεο, τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, χρησιμοποιούμε δήθεν με χειραφετητικό τρόπο μια τεχνολογία σχεδιασμένη για άλλους σκοπούς.

Προφανώς η κυκλοφορία βίντεο και εικόνων που στοιχειοθετούν την αστυνομική αυθαιρεσία είναι σημαντική – ειδικά σε μια χώρα σαν τη σημερινή Ελλάδα, με τον πλήρη έλεγχο της ενημέρωσης από το σύστημα Μητσοτάκη. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό αποκτά τέτοια σημασία ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής οπισθοδρόμησης και υποχώρησης του δημοκρατικού κινήματος, προσπαθώντας απλά ν’ αποφύγουμε τα χειρότερα. Άλλωστε, είναι αυτή η ίδια τεχνολογία που, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνεται για την παθητικότητα και τον κυνισμό των πληθυσμών σήμερα, όπως επίσης και για μια σειρά παθογένειες εντός των κινηματικών μειοψηφιών, οι οποίες, με τη σειρά τους, οξύνουν το γενικότερο πρόβλημα.

Καθώς η τεχνική δεν είναι εργαλειακή, παρά συνιστά, κάθε φορά, ενσάρκωση συγκεκριμένων βλέψεων, η «εκτροπή» της χρήσης της προς πιο απελευθερωτικές κατευθύνσεις έρχεται πάντοτε με υψηλό τίμημα – στον βαθμό που είναι δυνατή. Εν προκειμένω, όλη αυτή η μανία με τη βιντεοσκόπηση, τις αναρτήσεις βίντεο και φωτογραφιών από πορείες και διαδηλώσεις συνιστά περισσότερο έκφραση ενός τεχνοφιλικού φετιχισμού που συχνά συνομιλεί με μια lifestyle επαναστατικότητα, παρά «αθώο» μέσο που επιβάλλει η πραγματική ανάγκη.

Τραμπισμός κι εναλλακτική Ακροδεξιά

Δεδομένων των ιδιομορφιών της αμερικανικής ιστορίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι από πολλές απόψεις πιο δημοκρατικό από τ’ αντίστοιχα των φιλελεύθερων ολιγαρχιών της Ευρώπης. Στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, τα κόμματα δεν έχουν «λενινιστική» δομή. Αντιθέτως σ’ εμάς τέτοια δομή έχουν, πάνω κάτω, ακόμα και τα «αστικά» κόμματα, εφόσον βασίζονται στην κομματική πειθαρχία, τις διαγραφές και την απόλυτη αφοσίωση στον Ηγέτη. Αντιστοίχως, στις ΗΠΑ ο αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος δεν είναι απαραιτήτως και αρχηγός του κράτους, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου, κατά κανόνα, μπορεί κανείς να είναι ταυτοχρόνως αρχηγός κόμματος, αρχηγός κράτους και κυρίαρχος μέσα στο νομοθετικό σώμα[11]. Η κατάσταση αυτή καθορίζει και τη στάση των ψηφοφόρων απέναντι στα κόμματα: περισσότερο «ατομικιστές» και πραγματιστές, οι Αμερικανοί αλλάζουν συχνά κομματική προτίμηση, αναλόγως των διακυβευμάτων και των υποψηφίων, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους για τους οποίους η κομματική προτίμηση παραμένει, σε σημαντικό βαθμό, και ζήτημα αξιακό. Υπό αυτή την έννοια, ένα εξαιρετικό δείγμα της αυξανόμενης πόλωσης της αμερικανικής κοινωνίας είναι το πέρασμα σ’ ένα μοντέλο «ευρωπαϊκό», όπου η κομματική προτίμηση συνιστά ζήτημα αρχών και συνολικής πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας – τη στιγμή, μάλιστα, που στην Ευρώπη, λόγω του προϊόντος κυνισμού των πληθυσμών αλλά και της διαφθοράς των πολιτικών, επικρατεί όλο και περισσότερο η λεγόμενη «ψήφος α λα καρτ».

Παρ’ όλα αυτά, ο υγιής αμερικανικός πολιτικός πραγματισμός δεν έχει πεθάνει. Έτσι, κρίσιμο κομμάτι της εργατικής τάξης που το 2016 ψήφισε Τραμπ, το έκανε για καθαρά ταξικούς λόγους, επειδή ήταν ο μόνος υποψήφιος που προεκλογικά μιλούσε ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και το ελεύθερο εμπόριο. Γι’ αυτό κι έχουν δίκιο όσοι τονίζουν ότι, «αν ο Τραμπ είχε κυβερνήσει ακολουθώντας τον οικονομικό ποπουλισμό στον οποίο βάσισε την προεκλογική εκστρατεία του 2016, πιθανότατα θα είχε επανεκλεγεί. Αντιθέτως, προτίμησε να υπαναχωρήσει στην παλιά, γνωστή Ρεπουμπλικανική συνταγή». Γι’ αυτό, επίσης, ο Μπάιντεν ανέκτησε την Πενσυλβάνια, το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν, παραδοσιακά Δημοκρατικές πολιτείες, των οποίων η εργατική τάξη είχε απορρίψει τον ανενδοίαστο Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό της Χίλαρι: τούτη τη φορά οι ψηφοφόροι απέρριψαν τον Τραμπ, καθώς είδαν ότι οι προεκλογικές του διακηρύξεις ήταν απλά φούμαρα, επιστρέφοντας στις Δημοκρατικές τους συνήθειες.

Την ίδια στιγμή, προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών, τα οποία το 2016 απέρριπταν την υποψηφιότητα του Τραμπ, πλέον τον στηρίζουν αναφανδόν, όπως και το σύνολο του κομματικού μηχανισμού. Αφενός πιστεύουν πως βρήκαν τον ιδεώδη ηγέτη που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν την εκλογική συμμαχία η οποία θα αντισταθεί στη μακροπρόθεσμη κυριαρχία των Δημοκρατικών, δεδομένων των πληθυσμιακών ανακατατάξεων της αμερικανικής κοινωνίας∙ αφετέρου αντιλαμβάνονται, επιπλέον, ότι η κοινωνική βάση του τραμπισμού είναι πλέον κυρίαρχη δύναμη μέσα και γύρω από το κόμμα.

Μέσα στα 74 εκατομμύρια που ψήφισαν υπέρ του Τραμπ –και τα οποία δεν είναι διόλου όλα τους «τραμπικά»– σταθεροποιείται ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του φοροφυγά δισεκατομμυριούχου: κοινωνικά στρώματα τα οποία είναι πρωτίστως οπαδοί του και δευτερευόντως ψηφοφόροι ή υποστηρικτές των Ρεπουμπλικανών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά εκπλήσσουν με τη συμπεριφορά και το ύφος τους ακόμα και το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος – όπως κι ο ίδιος ο Τραμπ άλλωστε[12]. Ιδού πώς συνοψίζει την κατάσταση ένας Αμερικανός δημοσιογράφος: «σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες ο Τραμπ “ενδεχομένως να κομίζει κάτι νέο στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, κάτι που δεν είναι διόλου συντηρητικό […]”. Πρόκειται για μια προτίμηση για “σκληρούς, επιθετικούς, αδιάλλακτους ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνήθως δεν είναι γνωρίσματα ούτε του συντηρητικού ούτε του προοδευτικού τρόπου σκέψης. […] Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από τα εν λόγω γνωρίσματα τείνουν να τα μεταδίδουν και στα παιδιά τους, ενώ δείχνουν να είναι οι πιο αμετανόητοι οπαδοί του Τραμπ. […] Αυτό που έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως τα χαρακτηριστικά τους αυτά δεν έχουν καμία σχέση με άλλες πτυχές του συντηρητισμού, όπως π.χ. ο σεβασμός απέναντι στην παράδοση και τις παραδοσιακές ιεραρχίες”. Δεδομένου ότι οι πολιτικοί επιστήμονες που έκαναν τη σχετική έρευνα δεν “έχουν ξανασυναντήσει αυτές τις τάσεις, δε γνωρίζουμε αν οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από τους Ρεπουμπλικάνους ή τους Δημοκρατικούς ή αν δεν ασχολούνταν καν με την πολιτική» .

Ανεξαρτήτως του αν ο Τραμπ επιδιώξει να ξαναεκλεγεί υποψήφιος για Πρόεδρος το 2024, η κοινωνική βάση που κατάφερε να συσπειρώσει έχει έρθει για να μείνει. Δεδομένου, άλλωστε, πως ηττήθηκε ακριβώς επειδή απώλεσε τη στήριξη του πιο ορθολογικού κομματιού των ψηφοφόρων του τού 2016 (όπως ένα κρίσιμο μέρος της εργατικής τάξης της «Ζώνης της Σκουριάς» που φέτος ξαναψήφισε Δημοκρατικούς), η βάση αυτή συγκεντρώνει τα πιο «ανορθολογικά» της κομμάτια – αυτά που κρίνουν αποκλειστικά με όρους ταυτοτικούς (και πολύ συχνά συνωμοσιολογικούς). Η μετατροπή αυτών των στοιχείων σε βασικά χαρακτηριστικά μιας νέας πολιτικής δύναμης συνιστά την καινοτομία της τρέχουσας περιόδου.

Το σημερινό πολιτικό διακύβευμα

Αν όλα αυτά έχουν κάποια σημασία είναι γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό, αλλά αφορά, αντιθέτως, το σύνολο της Δύσης. Η παλιότερη, φιλελεύθερη Δεξιά έχει υποσκελιστεί από μια «ταυτοτική», εθνικιστική Δεξιά, που προσδιορίζεται ως αντίπαλο δέος της παγκοσμιοποίησης και των πολιτιστικών της εκφράσεων: κοσμοπολιτισμός, πολιτική ορθότητα, προοδευτικές αξίες. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια λαϊκιστική Δεξιά, που παρουσιάζεται ως προστάτιδα των φτωχών και των κατατρεγμένων με όρους κατά κανόνα ταυτοτικούς-πολιτιστικούς. Σε κοινωνιολογικό επίπεδο συνιστά έκφραση ενός τυφλού κι ανορθολογικού θυμού και μιας αυτοκαταστροφικής, συχνά, απελπισίας.

Ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές των δημογραφικών μεταβολών που βρίσκονται πίσω από αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις, ο Κριστόφ Γκιλουί, δείχνει να πιστεύει ότι η διαμόρφωση τούτης της νέας Δεξιάς δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές πολιτικές απόψεις των υποστηρικτών της. Θεωρεί ότι τα λαϊκά στρώματα εκλέγουν συνειδητά, ως έσχατη αντίδραση, λαϊκιστές απατεώνες για να βραχυκυκλώσουν το «Σύστημα», δίχως όμως να πιστεύουν πραγματικά σε αυτούς. Το σενάριο αυτό μάς φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξο, καθώς παραβλέπει μια σειρά από κρίσιμους παράγοντες: την παρακμή της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων –απότοκο της εξαφάνισης του εργατικού κινήματος, της μαζικής ανεργίας και της γενικότερης κοινωνικής αποσύνθεσης που πλήττει τα στρώματα αυτά- ή τον αποχαυνωτικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας – απότοκο της κοινωνίας της κατανάλωσης που αναδύεται σταδιακά κατά τον 20ό αιώνα κι επικρατεί πλήρως στις μέρες μας. Εντούτοις, και αληθές να ήταν το σενάριο αυτό, καταδεικνύει γλαφυρά το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο: το μόνο που απομένει πλέον στα θύματα της παγκοσμιοποίησης είναι να στηρίζουν τις πιο ανορθολογικές και ψευτο-«αντάρτικες» μερίδες της ολιγαρχίας (όπως ο Τραμπ εν προκειμένω).

Αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, η νέα λαϊκή Δεξιά. Όχι ο φασισμός, αλλά η τάση να εκλέγουμε ηγέτες και κόμματα που δεν οδηγούν σε συνταγματική εκτροπή και «φασιστικοποίηση», μα κυβερνούν, αναλόγως των αντιστάσεων σ’ επίπεδο κοινωνίας και της ανθεκτικότητας των φιλελεύθερων ολιγαρχικών θεσμών, με τρόπο ολοένα και πιο συγκεντρωτικό, καθιστώντας την οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό δομικά χαρακτηριστικά του τρόπου άσκησης της εξουσίας. Στις ΗΠΑ, με τη βαθιά δημοκρατική παράδοση, οι θεσμοί και οι συνταγματικές και άλλες δικλείδες ασφαλείας έδειξαν ν’ αντέχουν, ενώ κι η δεξιά στροφή του Μακρόν στη Γαλλία αντιμετωπίζει προς το παρόν αντιστάσεις από την πλευρά της κοινωνίας και του Τύπου. Σε χώρες που δεν χαρακτηρίζονται από τέτοια παράδοση, όπως η Ελλάδα, η Ουγγαρία ή η Πολωνία, η κατάσταση φαίνεται πολύ πιο δυσοίωνη.

Ένα είναι πάντως σίγουρο: ότι η άνοδος αυτής της νέας Δεξιάς/Ακροδεξιάς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί, από την πλευρά των δημοκρατικών δυνάμεων, μέσα από την παρόξυνση των τάσεων που συνέβαλαν στη γιγάντωσή της. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, της αντιαυταρχικής κι αποδομιστικής παράνοιας, της φοβίας απέναντι στον λαό και τα «σκουλήκια μικροαστούς» αλλά και της μετατροπής της πολιτικής σε ταυτοτικό κι «επιτελεστικό» χάπενινγκ που ενδιαφέρεται όχι ν’ αλλάξει την κοινωνία, μα να διατρανώσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα, αυξάνοντας την «ορατότητά» της. Το μόνο που κάνουν οι τάσεις αυτές –λογική κατάληξη των οποίων είναι η εκνευριστική συνήθεια ν’ αρνούμαστε να αναλύσουμε τα φαινόμενα που εδώ συζητάμε επαναλαμβάνοντας τσιτάτα περί «φασιστικοποίησης» ή/και «καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης»– είναι να ρίχνουν νερό στον μύλο τούτης της ταυτοτικής Δεξιάς. Η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο υποτάσσει τις δημοκρατικές ιδέες στον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό και δίνει ένα περαιτέρω άλλοθι στο νεοδεξιό παραλήρημα, αφήνοντας παράλληλα αναπάντητες τη νεοφιλελεύθερη επίθεση και τη νεοτεχνολογική επέλαση που επ’ αφορμή του κορωνοϊού θα πλήξουν έτι παραπάνω τα πιο αδύναμα στρώματα.

(Το κείμενο γράφτηκε πριν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον και δημοσιεύθηκε λίγες ώρες πριν αυτά λάβουν χώρα. Εξ ου κι η έλλειψη κάθε σχετικής αναφοράς. Μόνον οι φωτογραφίες της δημοσίευσης κι η παρούσα διευκρίνιση προστέθηκαν κατόπιν εορτής.)


[1] Παρατίθεται από τον J. Bouie, “2020 Shows Why the Electoral College Is Stupid and Immoral”.

[2] Βλ. σχετικά την ανάλυση του Άντολφ Ριντ, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας», Πρόταγμα, τ. 11, Νοέμβριος 2018, σσ. 174-175, 198-199.

[3] Για παράδειγμα, η πολυθρύλητη νίκη του Μπάιντεν στη Γεωργία δεν ήρθε χάρις στις ψήφους των Αφροαμερικανών –η οποία παρουσίασε πτώση σε σχέση με το 2016– αλλά χάρις στις ψήφους των Λευκών, εύπορων προαστίων της Ατλάντα.

[4] Το αναφέρει ο Thomas Frank, «Ντινγκ-ντονγκ, ο βλαξ πάει. Όμως, διαβάστε προτού αναφωνήσετε “Αλληλούια”».

[5] Σύμφωνα με την έκφραση ενός θεωρητικού του μάνατζμεντ που παραθέτει ο Φρανκ: «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ. 10, Ιούνιος 2017, σ. 171.

[6] Όπως π.χ. στην περίπτωση του νέου υπουργού Υγείας, μαξικανικής καταγωγής, Χαβιέρ Μπεσέρα ή –ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα- στην περίπτωση του νέου υπουργού Άμυνας, του Αφροαμερικανού πρώην στρατηγού, Λόυντ Όστιν. Ο συγκεκριμένος διορισμός προκάλεσε πολιτικό αλλά και νομικό-συνταγματικό ζήτημα, μιας και πρόκειται για πρώην στρατηγό, τον δεύτερο που θα διοικήσει το συγκεκριμένο υπουργείο μέσα στα τελευταία 4 χρόνια, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο ο έλεγχος του συγκεκριμένου υπουργείου να περιέλθει στα χέρια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Παρ’ όλες τις αντιδράσεις, όμως, ο Μπάιντεν επέμεινε στην επιλογή κατά βάση επειδή ο Όστιν είναι Αφροαμερικανός.

[7] Για τον αντιρατσισμό ως κυρίαρχη ιδεολογία αλλά και τη διαφορά μεταξύ ανισότητας και «διακρίσεων», βλ. το κείμενό μας, «Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ…».

[8] Να υπενθυμίσουμε, επί τη ευκαιρία, πως όλοι αυτοί οι φιλελεύθεροι και νεοσυντηρητικοί πολέμιοι του λαϊκισμού (ή «εθνικο-λαϊκισμού»), εδώ στην Ευρώπη, στην πραγματικότητα εντάσσουν στο στόχαστρο της –αντιδημοκρατικής– κριτικής τους όχι μόνο τον λαϊκισμό μα και τον ποπουλισμό. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από το τεχνοκρατικό δόγμα θεωρείται διολίσθηση προς τον λαϊκισμό και ως το πρώτο βήμα αντιδημοκρατικών εκτροπών.

[9] Στο βιβλίο του Τι διάολο συμβαίνει στο Κάνσας; Πώς έκλεψαν οι συντηρητικοί την καρδιά της Αμερικής; ο Φρανκ παρουσιάζει μια σειρά τέτοιων θεωριών κατά τις συζητήσεις του με φτωχούς Αμερικανούς από την πολιτεία του, οι οποίοι ψηφίζουν πλέον φανατικά τους Ρεπουμπλικανούς κόντρα στα στοιχειώδη ταξικά τους συμφέροντα.

[10] Όπως σημείωνε το National Geographic σ’ ένα παλιότερο άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο «Η εποχή της δυσπιστίας απέναντι στην επιστήμη», «η αποφυγή του εμβολιασμού γνωρίζει άνοδο στις ΗΠΑ: 46 πολιτείες αναγνωρίζουν τη δυνατότητα εξαίρεσης από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για θρησκευτικούς λόγους, ενώ 19 πολιτείες για φιλοσοφικούς λόγους».

[11] Από την άποψη αυτή, ο καθαρά διακοσμητικός χαρακτήρας του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και η ο μη διαχωρισμός των βουλευτικών εκλογών από τις εκλογές για την ανάδειξη του Πρωθυπουργού, καθιστούν το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα εξόχως συγκεντρωτικό κι αντιδημοκρατικό, μιας κι ο πρόεδρος ενός κόμματος που κερδίζει τις εκλογές έχοντας την παντοδυναμία, κυβερνά ως απόλυτος άρχων, εφόσον ελέγχει πλήρως τόσο το κόμμα του όσο και το κράτος και τη Βουλή, δίχως να μοιράζεται την εξουσία με κανέναν σε θεσμικό επίπεδο. Ο συγκεντρωτισμός του περίφημου «επιτελικού (παρα)κράτους», που έχει στήσει η σημερινή κυβέρνηση και βάσει του οποίου τα πάντα υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Πρωθυπουργού και όλα λύνονται «με εντολή Μητσοτάκη», συνιστά την πιο ακραία εκδοχή αυτού του φαινομένου.

[12] Παραδοσιακού τύπου «συντηρητικοί» αστέρες των Ρεπουμπλικανών, όπως ο Τεντ Κρουζ –που τώρα βέβαια πίνει νερό στο όνομα του Τραμπ– ή ο Τζεμπ Μπους κι ο Μάρκο Ρούμπιο, είχαν βιώσει στο πετσί τους τα νέα αυτά πολιτικά ήθη, έχοντας επανειλημμένως αποτελέσει στόχο προσβολών, ειρωνειών και, γενικώς, της απρεπούς συμπεριφοράς του Τραμπ κατά τη διάρκεια των ντιμπέιτ για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου κατά τις εσωτερικές εκλογές του κόμματος, πίσω στο 2016. Ο Τραμπ τούς αντιμετώπιζε τότε με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε στη συνέχεια τη Χίλαρι και τον Μπάιντεν.

Posted in Κείμενα | 16 Σχόλια

«Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo»

Με αφορμή τις πρόσφατες επιθέσεις στη Γαλλία και τη συζήτηση γύρω από τη σάτιρα, την εκκοσμίκευση και τις θρησκευτικές ελευθερίες, δημοσιεύουμε ηλεκτρονικά ολόκληρη την μπροσούρα μας «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo» που είχαμε εκδώσει τον Μάρτιο του 2015.

(Πατήστε στο εξώφυλλο για να εμφανιστεί το βιβλίο).

https://protagma.files.wordpress.com/2015/04/brochure_cover-1.jpg

Posted in Uncategorized | 4 Σχόλια

Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ: ρατσισμός, ανισότητα κι η φυλετικοποίηση της πολιτικής

Ο σχεδόν δολοφονικός πυροβολισμός του Τζέικομπ Μπλέικ από αστυνομικούς στην Κενόσα του Κάνσας, τον περασμένο Αύγουστο, -που τον άφησε παράλυτο από τη μέση και κάτω-, οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν (με τη δολοφονία δύο Λευκών αντιρατσιστών διαδηλωτών από μέλος ακροδεξιών πολιτοφυλακών) και στη συνέχεια η αποκάλυψη της δολοφονίας του Ντάνιελ Προυντ (που έλαβε χώρα τον περασμένο Μάρτιο) διατηρούν το ζήτημα του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας, που πρώτη έφερε στο προσκήνιο τόσο έντονα η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης στις ΗΠΑ, τόσο σ’ επίπεδο «δρόμου» όσο και σ’ επίπεδο κατεστημένης πολιτικής (όπως φάνηκε από τις αψιμαχίες περί Antifa και ακροδεξιών πολιτοφυλακών στο πρώτο προεδρικό ντιμπέιτ). Δυστυχώς, όπως συνήθως συμβαίνει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστες είναι οι φωνές που προσπαθούν να διαυγάσουν τι συμβαίνει και ν’ αναλύσουν με τρόπο μη-ιδεολογικό το νόημα κάθε συγκυρίας, καταδεικνύοντας τα πραγματικά πολιτικά ερωτήματα. Κόντρα στην τάση αυτή να χρησιμοποιείται η επικαιρότητα ως αφορμή δήθεν επιβεβαίωσης της ιδεολογικής μας Πίστης μέσω τσιτάτων και λυρικών κορόνων, καταθέτουμε ορισμένες σκέψεις για το πραγματικό διακύβευμα που αυτά τα ερωτήματα μάς έθεσαν και μας θέτουν.

Το μεγαλύτερο μέρος της αρθρογραφίας που ακολούθησε τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τις διαδηλώσεις που αυτή προκάλεσε, κινήθηκε σ’ επίπεδο καταγγελίας και πύρινου κατηγορώ ενάντια στη «Λευκή ανωτερότητα» και τον «θεσμικό ρατσισμό», παρέχοντας ελάχιστα στοιχεία για μια πραγματική κατανόηση του φαινομένου. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τούτη η κυριαρχία της αντιρατσιστικής προοπτικής -δηλαδή της αντίληψης που θεωρεί τον ρατσισμό ως το βασικό πρόβλημα των δυτικών κοινωνιών- δεν είναι διόλου τυχαία.

Κοινωνία της κατανάλωσης, εορταστική κουλτούρα, αστυνομοκρατία

Αν, μάλιστα, κάτι παραβλέπεται πλήρως εντός του αφηγήματος αυτού, είναι το γεγονός πως η Μιννεάπολη συνιστά μια ιδιαίτερα Προοδευτική (liberal) πόλη: με «αριστεριστή» (κατά τον Τραμπ και πολλούς Ρεπουμπλικανούς) δήμαρχο, δύο Μαύρες διεμφυλικές γυναίκες στο δημοτικό της συμβούλιο, Μαύρο αρχηγό της Αστυνομίας, πλήθος Λευκής, προοδευτικών αντιλήψεων νεολαίας -που τη βλέπουμε να πρωταγωνιστεί στις διαδηλώσεις κ.ο.κ. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: πώς μια τέτοια πόλη δεν έχει καταφέρει να μεταρρυθμίσει την Αστυνομία της; Καθώς όμως δε μας απασχολεί εδώ η ιδιαίτερη ιστορία της αμερικανικής αυτής πόλης, το ερώτημα μπορεί ν’ αναδιατυπωθεί ως εξής: μας λέει κάτι, από πολιτικής απόψεως, το γεγονός πως μια πόλη με τέτοια φυσιογνωμία διατηρεί μια τέτοιου τύπου αστυνομία; Φρονούμε πως ναι και συμφωνούμε με ορισμένους σχολιαστές ότι έχουμε εδώ μία πτυχή της «κρίσης που πλήττει τις Προοδευτικές πόλεις».

Ποιο είναι, όμως, δίπλα στα πολιτικά αυτά χαρακτηριστικά, το βασικό κοινωνικο-οικονομικό προφίλ μιας «Προοδευτικής πόλης»; Η κυριαρχία του τριτογενούς τομέα και η διασύνδεση με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κουλτούρα. Κατά συνέπεια ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο στο οποίο κυριαρχεί μια Λευκή ολιγαρχία με Προοδευτικές αντιλήψεις, ένα μεγάλο μέρος των Λευκών λαϊκών τάξεων φτωχοποιείται και εξωθείται στην ανεργία, ενώ βασικό υπηρετικό προσωπικό της ολιγαρχίας είναι η πολυφυλετική μεταναστευτική «υποτάξη», που δουλεύει με μισθούς πείνας κι ελάχιστη κοινωνική προστασία. Ταυτοχρόνως, σε πολιτιστικό επίπεδο εντός τούτων των global πόλεων βασική δραστηριότητα είναι όχι η παραγωγή μα η διασκέδαση κι η κατανάλωση[1].

Όπως ωραία το δείχνει ο Ντανιέλ Μοτέ, μιλώντας για τις μορφές που παίρνει σήμερα ο λεγόμενος «ελεύθερος χρόνος», η κοινωνία της κατανάλωσης/διασκέδασης βασίζεται σ’ έναν αντι-απαγορευτικό ευδαιμονισμό που οδηγεί συχνά στην αποχαλίνωση. Κι η διαχείριση ή ο περιορισμός των συνεπειών τούτης της αποχαλίνωσης δημιουργεί την ανάγκη ολοένα και μεγαλύτερης κατασταλτικής παρέμβασης από πλευράς κράτους. Κι αν εδώ πρόκειται για τα ίδια τα υποκείμενα και τους εκφραστές τούτης της εορταστικής-ευδαιμονιστικής κουλτούρας, στην περίπτωση της αστυνομικής βίας αμερικανικού τύπου έχουμε να κάνουμε με τους αποκλεισμένους της κουλτούρας αυτής: με τους απόβλητούς της αλλά και με όσους της επιτρέπουν να λειτουργεί σε υλικό επίπεδο. Όπως σωστά παρατηρεί ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, δεν είναι τυχαίο που η «άνοδος του μπάτσου-πολεμιστή» συνιστά προϊόν μιας διαδικασίας που στις ΗΠΑ ξεκινά με τον περίφημο «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» της δεκαετίας του ’60.

Είναι προφανές ότι η εορταστική αυτή κουλτούρα, ουσιωδώς αντιρατσιστική και φιλοεξωτική, έχει ανάγκη από μια ευρεία μεταναστευτική -ή μεταναστευτικής καταγωγής- υποτάξη προκειμένου να ικανοποιεί το πάθος της για «πολυπολιτισμικότητα» και «ετερότητα»: γειτονιές μ’ εξωτικό «χρώμα», εστιατόρια που προσφέρουν εξωτική κουζίνα, μαγαζιά με αντιστοίχως εξωτικά προϊόντα, μπαρ και χώροι με μη-δυτική μουσική, μασάζ κ.ο.κ. Ακόμα βαθύτερα, όμως, ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για κατανάλωση προϊόντων, υπηρεσιών ή θεαμάτων «εξωτικού» τύπου, η ίδια η οικονομία των υπηρεσιών -κορωνίδα της οποίας είναι ο τομέας της εστίασης/διασκέδασης- βασίζεται στην ύπαρξη μιας κακοπληρωμένης κι υπερεκμεταλλευόμενης υποτάξης, η οποία πολύ συχνά δουλεύει για τις εκάστοτε μαφίες, που παραδοσιακά κυριαρχούν στον τομέα της διασκέδασης (απ’ τη διακίνηση ναρκωτικών και την πορνεία ως τη διατήρηση πλήθους καταστημάτων-βιτρινών στον χώρο της εστίασης). Για παράδειγμα, κανείς δε φαίνεται ν’ αντιλαμβάνεται ότι η εγκληματική οικονομία των «προαστίων» (των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων) και των «γκέτο» (των αμερικανικών τους ομολόγων) στηρίζεται κατά μείζονα λόγο στη «λευκή» κατανάλωση -κατά κύριο λόγο ναρκωτικών: όπως κι οι ναρκο-οικονομίες των λατινοαμερικανικών χωρών συντηρούνται από την αμερικανική κι ευρωπαϊκή ζήτηση. Ταυτοχρόνως, βασιζόμενη καθώς είναι στην αποβιομηχανοποίηση αλλά πλέον -όλο και περισσότερο- στην αυτοματοποίηση και τη ρομποτοποίηση, η νεοφιλελεύθερη οικονομία του τριτογενούς τομέα οδηγεί σε απώλεια εύκολα προσβάσιμων, χειρωνακτικών θέσεων εργασίας, δημιουργώντας έτσι στρατιές νέο-ανέργων και νεόπτωχων που πολύ συχνά καταλήγουν στον δρόμο, ως άστεγοι, ζητιάνοι, ναρκομανείς.

Εντός του γενικευμένου κοινωνικού «εξευγενισμού» ή «ανάπλασης» (gentrification) που επιβάλλει ο σύγχρονος εορταστικός πολιτισμός η ύπαρξη τούτης της αποκρουστικής υποτάξης, δηλαδή τούτων των νέων «ανθρώπων της Αβύσσου» (για να θυμηθούμε την έκφραση του Τζακ Λόντον), συνιστά παραφωνία. Ως γνωστόν, το περιθώριο γοητεύει τις πιο «ρέμπελες» κι εναλλακτικές εκδοχές τούτου του πολιτισμού -αυτούς που ο Τζίμης Πανούσης αποκαλούσε «περιθωριοφάγους»[2]∙ ωστόσο, αφενός, αυτή η γοητεία περιορίζεται στην εξ αποστάσεως σχέση μαζί του και στην προσπάθεια εξημέρωσής του και, αφετέρου, πρέπει ν’ αποφεύγονται όλες οι παρεκτροπές του που παρακωλύουν τη λειτουργία των τουριστικοποιημένων πόλων της σύγχρονης οικονομίας. Με άλλα λόγια, των πόλεων που έχουν μετατραπεί σε παιδικές χαρές, σε ζώνες διασκέδασης και παιγνιώδους περιπλάνησης για τη σύγχρονη «προοδευτική» κι αντι-αυταρχικών προτιμήσεων ολιγαρχία. Αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος της αστυνομίας εντός των σύγχρονων συνθηκών.

Ο Αφροαμερικανός μαρξιστής στοχαστής Άντολφ Ριντ συνοψίζει έξοχα το φαινόμενο ως εξής: «αναμφίβολα είναι πολύ πιο πιθανό η αστυνομία να παρενοχλήσει στο μετρό της Νέας Υόρκης έναν Μαύρο απόφοιτο του Γέιλ που δουλεύει στη Γουόλ Στριτ απ’ ό,τι έναν Λευκό συνάδελφό του, επειδή τον πέρασε για κάποιον άλλον. Η παρεξήγηση αυτή είναι ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε ρατσισμό. Εντούτοις αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί, την ίδια στιγμή, είναι ακόμα πιο απίθανο να παρενοχληθεί απ’ την αστυνομία ο συγκεκριμένος Μαύρος εργαζόμενος της Γουόλ Στριτ απ’ ό,τι ένας αδέκαρος Λευκός στις βορειοανατολικές συνοικίες της Φιλαδέλφεια ή στις δυτικές συνοικίες της Βαλτιμόρης. Στόχος της έμφασης στην αστυνόμευση είναι η επιτήρηση τούτων των λαϊκών και φτωχών πληθυσμιακών ομάδων και η προστασία της ιδιοκτησίας των κατοίκων του κέντρου των πόλεων,  και μάλιστα με τρόπο που να καθιστά εμφανές πως το σχέδιο αυτό εφαρμόζεται με τη δέουσα πυγμή. Με άλλα λόγια, η ανάδυση –ή η όξυνση- της στρατιωτικοποιημένης αστυνόμευσης κατά τη δεκαετία του ’90 και του 2000 συνδέεται άμεσα μ’ ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πολεοδομική ανάπλαση και πιο συγκεκριμένα με την προσπάθεια μετατροπής του κέντρου των πόλεων σε παραδείσους παιχνιδιού κι αναψυχής. Όπως όμως έδειξε η Σάσκια Σάσεν […], απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ο μετασχηματισμός των πόλεων σε βάση για πολυτελή κατανάλωση αλλά κι έναν κακοπληρωμένο εφεδρικό βιομηχανικό στρατό που θα καθιστά κερδοφόρα τούτη την κουλτούρα πολυτελούς κατανάλωσης. Στη συνέχεια, προφανώς, θα χρειαστεί η αστυνομία για να προστατέψει όλο αυτό. Είναι σαν μια οικονομία βασισμένη στον τουρισμό».

Γι’ αυτό και, παρά την αντιρατσιστική ρητορική, το φαινόμενο είναι γενικό και δεν έχει να κάνει με κάποιον δήθεν «δομικό» ρατσισμό ενάντια στους Μαύρους: όχι μόνο γιατί αντίστοιχη βία αντιμετωπίζουν και οι Λευκοί φτωχοί αλλά κι επειδή, πολύ συχνά, σε περιστατικά αστυνομικής βίας -και μάλιστα με θύματα Αφροαμερικανούς- συμμετέχουν και Αφροαμερικανοί αστυφύλακες όπως και συνάδελφοί τους προερχόμενοι από άλλες μειονότητες[3]. Άλλωστε, τα πιο επιφανή μέλη της «Μαύρης κοινότητας» που κατέχουν θέσεις ευθύνης στο αστυνομικό ή στο δικαστικό σώμα, εφάρμοσαν με ζήλο τη λογική της μηδενικής ανοχής και το δόγμα του «πολέμου ενάντια στο έγκλημα», διαφέροντας ελάχιστα από τους Λευκούς συναδέλφους τους[4].

«Συστημικός ρατσισμός» ή αστυνομική βία;

Όσο κι αν -κατά τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων, πριν την εμφάνιση των οπλισμένων ακροδεξιών πολιτοφυλακών- έγιναν προσπάθειες από μερίδα της εγχώριας Αριστεράς τα έκτροπα να χρεωθούν σε ομάδες οπλισμένων ακροδεξιών, είναι προφανές πως -παρά τις βλακώδεις υπερβολές του- ο Τραμπ είχε δίκιο όταν ισχυριζόταν, τότε, ότι στα «μπάχαλα» πρωταγωνιστούσαν Λευκοί αριστεριστές. Παραδοσιακά, από το Γουάτς του Λος Άντζελες, το 1965, και τη U-Street της Ουάσινγκτον, το 1968, ως το Λος Άντζελες του 1992, οι εξεγέρσεις των Μαύρων ενάντια στην αστυνομική βία οδηγούν σε εκτεταμένους εμπρησμούς και πλιάτσικο μέσα στις ίδιες τους τις γειτονιές, καθώς έτσι εκφράζεται ο τυφλός κι ανορθολογικός θυμός[5]. Αντίθετα σήμερα τα κτήρια που συχνά καίγονται αποτελούν συμβολικούς στόχους με αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο (τράπεζες, πολυεθνικές εταιρίες κ.λπ.), όπως συμβαίνει κατά τις πορείες του Μπλακ Μπλοκ. Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη, μιας κι είναι η πρώτη φορά, μετά το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, που οι Λευκοί συμμετέχουν μαζικά στις κινητοποιήσεις της αφροαμερικανικής κοινότητας. Δυστυχώς, όμως, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη τότε, στον αμερικανικό Νότο, οπότε οι Λευκοί εντάσσονταν σ’ ένα οργανωμένο κίνημα με ορθολογική στρατηγική και σοβαρούς ηγέτες, που απέφευγε την άσκοπη βία και τις εντυπωσιοθηρικές κινήσεις, σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: το άμορφο κίνημα οργής των Αφροαμερικανών αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της εξεγερτικής Λευκής νεολαίας, η οποία -βοηθούντος και του γεγονότος πως τα πανεπιστήμια παρέμεναν κλειστά εκείνες τις πρώτες εβδομάδες των κινητοποιήσεων- βρίσκει ευκαιρία να κάνει την επαναστατική της γυμναστική και να επιβάλλει την ταυτοτική της ατζέντα. Αν, με άλλα λόγια, η Λευκή νεολαία της δεκαετίας του ’50 μαθήτευσε δίπλα στο Μαύρο κίνημα του αμερικανικού Νότου (υιοθετώντας, στη συνέχεια, πρακτικές του όπως το sitin), πλέον γίνεται ο πρωτοπόρος εκπρόσωπος των αυτοκαταστροφικών πρακτικών που ανέπτυξε κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70 η πολιτικοποιημένη μαύρη νεολαία των γκέτο του Βορρά (φετιχισμός της βίας και της επιτελεστικότητας, φυλετισμός και μαύρος εθνικισμός κ.ο.κ.) και της οποίας στοιχεία εξέφραζε, ήδη, σε μεγάλο βαθμό το κίνημα Black Lives Matter (κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την επιτελεστικότητα και τον μαύρο εθνικισμό).

Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις μπαχαλοειδείς πρακτικές (αλλά και τους γνωστούς κρετινισμούς που τους παρέχουν ιδεολογική δικαιολόγηση) κι ας στραφούμε στις λιγότερο παραληρηματικές συμπεριφορές. Όπως σωστά παρατηρεί ένας σχολιαστής, «το κυρίαρχο μήνυμα των κινητοποιήσεων είναι απλώς “δώστε τέλος στον ρατσισμό”, δηλαδή η παραίνεση να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα προς τον τερματισμό του Κακού γενικώς. Με άλλα λόγια, οι διαδηλωτές επιζητούν ένα απόλυτο», πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο «η δυναμική που δημιούργησαν οι κινητοποιήσεις να σπαταληθεί σε συνελεύσεις πολιτικών σεχτών περί των Λευκών προνομίων αντί ν’ αποτελέσει έναυσμα για μεταρρυθμίσεις στην Αστυνομία». Δυστυχώς, όσο κι αν η μαζική παρουσία Λευκών στις διαδηλώσεις βοήθησε ουσιαστικά ώστε οι κινητοποιήσεις να λάβουν ευρύτερη απήχηση, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο -κι ειδικά στην Ευρώπη- συνιστούν χαρακτηριστική έκφραση της κυριαρχίας που ασκούν στη Λευκή νεολαία, που υποφέρει μες στο πιο απόλυτο κενό νοήματος, τα κοινωνικά δίκτυα, το Νετφλίξ αλλά και παρανοϊκές, νέο-ρατσίζουσες μεταμοντέρνες θεωρίες που στο όνομα της «αποδόμησης των λευκών προνομίων» -κι εντός του απόλυτου πολιτικού κι ιδεολογικού κενού της σύγχρονης Αριστεράς- επαναφέρουν το ζήτημα της φυλής στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.

Χαρακτηριστικό δείγμα του πώς το κίνημα εκτρέπεται προς καθαρά συμβολικού κι «επιτελεστικού» τύπου λογικές είναι η επίθεση ενάντια στα αγάλματα. Μπορεί στις ΗΠΑ μια τέτοια κριτική να είναι σ’ ένα βαθμό δικαιολογημένη (μιας και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να δοξολογούνται ως εθνικοί ήρωες οι αρχηγοί μιας ανταρσίας που αιματοκύλησε τη χώρα χάριν της υπεράσπισης της δουλοκτησίας[6]), ωστόσο στην Ευρώπη πρόκειται για καθαρό ταυτοτικό ναρκισσισμό και περιστολή της πολιτικής στην «επιτελεστικότητα» και το εντυπωσιοθηρικό χάπενινγκ. Διότι συνιστά ιστορική αυτοτύφλωση πρώτου βαθμού να θεωρεί κανείς πως η συμβολή του Κολμπέρ ή του Τσώρτσιλ μπορεί να περισταλεί στο δουλεμπόριο και την αποικιοκρατία (για ν’ αναφέρουμε τις περιπτώσεις δύο πολιτικών ανδρών που αποτελούν αντικείμενο θερμών διαξιφισμών σε Γαλλία κι Ηνωμένο Βασίλειο τις τελευταίες μέρες). Φυσικά -όπως και στην περίπτωση του Κολόμβου στις ΗΠΑ- πρόκειται κι εδώ για τη γνωστή αριστερίστικη εμμονή που περιστέλλει τη Δύση στο αποικιοκρατικό της παρελθόν και δε βλέπει ότι, π.χ., για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η δουλεία καταργήθηκε μέσα στη Δύση (τη στιγμή που συνεχίζει ακόμη να υφίσταται σε αφρικανικές χώρες όπως η Μαυριτανία), ούτε βέβαια ότι αυτού του τύπου οι «επιτελεστικές» κινήσεις απλώς ξαναβάζουν την Ακροδεξιά στο παιχνίδι.

Ενδεικτικό επίσης της κατάστασης είναι το γεγονός πως πρώτοι άρχισαν να μιλούν για το ζήτημα της αστυνομικής βίας και την ανάγκη αλλαγών στην οργάνωση της αμερικανικής Αστυνομίας τα κομματικά στελέχη, οι δήμαρχοι κι οι κυβερνήτες των Δημοκρατικών όπως φυσικά κι ο Μπάιντεν (ή, αντιστοίχως, ο Μακρόν κι ο -Χρυσοχοΐδης του, εκείνης της περιόδου- Καστανέρ στη Γαλλία). Αντί, με άλλα λόγια, το κίνημα να συνιστά πρωτοπορία, που καθορίζει την γραμμή και τις διεκδικήσεις, στην πραγματικότητα δείχνει να ξεπερνιέται από τους οπορτουνιστές πολιτικούς οι οποίοι, παρά τις συχνές ρητορικές υπερβολές τους με σκοπό την κολακεία των διαδηλωτών, παραμένουν ακόμη φορείς πρακτικού πνεύματος στα πλαίσια της διαχειριστικής λογικής με την οποία αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Να σημειωθεί, δε, ότι μέσα στον λυρικό τους οίστρο, οι Λευκοί αντιρατσιστές παραβλέπουν κάτι βασικό: ότι εντός μιας κοινωνίας όπου μεγάλο μέρος πολιτών οπλοφορεί, δε μπορούμε να υποστηρίζουμε ελαφρά τη καρδία αιτήματα όπως η υποχρηματοδότηση της αστυνομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των κινητοποίσεων, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, σε πόλεις όπου είτε η αστυνομία προσπάθησε να γίνει πιο διακριτική, με σκοπό την αποκλιμάκωση της κατάστασης, είτε απλά αποκλείστηκε από συγκεκριμένες, ζώνες της πόλης που είχαν καταληφθεί από τους διαδηλωτές, παρατηρήθηκε εντυπωσιακή αύξηση των ανθρωποκτονιών (βλ. Σικάγο, Σιάτλ, Νέα Υόρκη). Δεν είναι τυχαίο, υπό την έννοια αυτή, πως, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η πλειοψηφία των Αφροαμερικανών επιθυμεί όχι τη μείωση της αστυνομικής παρουσίας στις γειτονιές τους μα τη διατήρησή της στα σημερινά επίπεδα, αν όχι την αύξησή της. Διότι, αν αναλογιστούμε την ταξική θέση της πλειονότητας των Μαύρων της Αμερικής, εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως είναι αυτοί που βιώνουν στο πετσί τους την εγκληματικότητα στα γκέτο και τις φτωχογειτονιές τους, σε αντίθεση με τους Λευκούς της μεσαίας τάξης. Πουθενά αλλού, άλλωστε, δεν γίνεται τόσο απτή η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στο πραγματικό πρόβλημα και στις καθαρά ιδεολογικού τύπου αντιδράσεις των Λευκών αντιρατσιστών απ’ ό,τι στην περίπτωση του Πόρτλαντ: μιας «από τις πιο Λευκές αμερικανικές πόλεις, καθώς 72 % των κατοίκων της είναι Λευκοί και μόνο 6 % Μαύροι», που συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις κινητοποιήσεις. Δεν είναι τυχαίο πως το Πόρτλαντ αποτελεί σε τέτοιο βαθμό χαρακτηριστικό δείγμα «Προοδευτικής πόλης», που έχει δώσει το όνομά του σε μια γνωστή αμερικανική σειρά που αναλύει, με χιουμοριστικό τρόπο, τα ήθη των Λευκών χίπστερ.

Φυλή και τάξη: ενάντια στον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό

Δεν είναι εύκολο να ‘σαι Μαύρος. Υπήρξες ποτέ σου Μαύρος;

Εγώ ήμουν κάποτε Μαύρος –όταν ήμουν ακόμα φτωχός.

Larry Holmes

(Παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας

βαρέων βαρών)[7]

Από τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον κάποιο καθεστώς θεσμικού ρατσισμού, δηλαδή κάποιο καθεστώς εγκαθιδρυμένου και κρατικά επιβαλλόμενου φυλετικού διαχωρισμού, όπως συνέβαινε στις ΗΠΑ ως το 1964 και στη Νότιο Αφρική μέχρι την πτώση του Απαρτχάιντ -αλλά και παρεμφερή συστήματα, όπως αυτά που επέβαλαν οι ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις στην Αφρική ή την Ασία-, ο ρατσισμός δε μπορεί πλέον να θεωρείται ως η βασική και κύρια εκδοχή κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης εντός της Δύσης. Στον βαθμό που ακόμη υφίσταται, αποτελεί απλώς μία από τις συνισταμένες των ταξικών ανισοτήτων. Με άλλα λόγια, οι Μαύροι κι οι λοιπές μειονότητες εντός των ΗΠΑ ή οι μετανάστες στην Ευρώπη δεν αποτελούν θύματα εκμετάλλευσης για λόγους φυλετικούς/ιδεολογικούς, μα επειδή -πολύ απλά- είναι φτωχοί. Και είναι φτωχοί όχι επειδή είναι έγχρωμοι, αλλά γιατί είτε αποτέλεσαν, παραδοσιακά, θύματα άγριας εκμετάλλευσης και ανισοτήτων (όπως οι Μαύροι στις ΗΠΑ) είτε επειδή είναι αυτοί που έφτασαν τελευταίοι σε ξένες κοινωνίες, δίχως δικαιώματα και πολιτική δύναμη, κι οι οποίοι, ως εκ τούτου, πρέπει να «ξεκινήσουν από το μηδέν», υπό συνθήκες ημιπαρανομίας, δίχως την παραμικρή προστασία απέναντι στους γηγενείς, όντας αναγκασμένοι να δουλεύουν υπό συνθήκες «Μανωλάδας»[8].

Όμως ακόμα κι εντός του φυλετικά διαχωρισμένου Νότου, μέσα στο κοινωνικό μοντέλο που εγκαθιδρύθηκε για έναν αιώνα μετά την ήττα των Νοτίων (1865-1964), το ταξικό κριτήριο διατηρούσε ακέραια τη σημασία του, εφόσον η μοίρα ενός φτωχού Μαύρου δεν ήταν σε καμία περίπτωση η ίδια μ’ εκείνη ενός μέλους των πιο εύπορων στρωμάτων της «Μαύρης κοινότητας», τα οποία διατηρούσαν σχέσεις με το Λευκό κατεστημένο. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι, όπως δεν έχει νόημα να μιλάμε για «Έλληνες» γενικώς, μιας κι ένας οδοκαθαριστής δεν έχει τα ίδια συμφέροντα με τον Βαρδινογιάννη και τον Μαρινάκη, έτσι δεν έχει νόημα να μιλάμε για «Μαύρη κοινότητα» γενικώς κι αορίστως, εφόσον ουδεμία σχέση έχουν οι Αφροαμερικανοί που πέφτουν θύματα αστυνομικής βίας με τον δισεκατομμυριούχο Μάικλ Τζόρνταν, άλλους πολυεκατομμυριούχους συναθλητές του ή το ζεύγος Ομπάμα και τους πλούσιους Μαύρους μεγαλοδικηγόρους, ηθοποιούς, πολιτικούς και πάστορες -δηλαδή τη Μαύρη ολιγαρχία που βγαίνει και μιλά στο όνομα δήθεν του συνόλου των Αφροαμερικανών υποκρινόμενη ότι δήθεν πλήττονται όλοι τους εξίσου από την αστυνομική βία και την κοινωνική εκμετάλλευση, μόνο και μόνο επειδή έχουν ίδιο χρώμα δέρματος.

Όπως έχουμε γράψει παλιότερα, η απόκρυψη τούτων των στοιχειωδών διαπιστώσεων -και μάλιστα από «μαρξιστές», οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να δίνουν τη δέουσα σημασία στον οικονομικό παράγοντα!- οδηγεί σε μια φυλετικοποίηση του κοινωνικού ζητήματος: όλο και περισσότερο θεωρούμε ότι η εκμετάλλευση δεν είναι ζήτημα ταξικό (δηλαδή οικονομικό και κατά βάθος πολιτικό) αλλά φυλετικό. Η θεωρία περί «θεσμικού ρατσισμού» (βασικό κομμάτι της ρητορικής των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ) ή «μεταποικιοκρατίας» (χαρακτηριστικός όρος της ευρωπαϊκής αριστερίστικης αργκό) συνιστούν τη φιλελεύθερη και την αριστερίστικη, αντίστοιχα, εκδοχή τούτης της αντίληψης.

Δεν είναι τυχαίο πως σε άρθρο της του περασμένου Ιουνίου  η (γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας της Σενεγάλης) Γαλλίδα πρώην κυβερνητική εκπρόσωπος και μέλος του κόμματος του Μακρόν, Σιμπέτ Εντιάι, ασκεί κριτική σε όσους θεωρούν πως ο ρατσισμός έχει σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες: «Εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος ο παραδοσιακός αντιρατσισμός της γενιάς του Μιτεράν υπάχθηκε τελικά στον αγώνα ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες. […] Θεωρούμε πλέον ότι το χρώμα του δέρματος είναι απλώς το πιο εμφανές σημάδι της ταξικής εκμετάλλευσης και ότι θα πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στον ρατσισμό μέσω του αγώνα ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες. Ξεχνάμε έτσι ότι το χρώμα αποκρυσταλλώνει διακρίσεις, ακόμα κι όταν δεν υφίσταται ταξική εκμετάλλευση». Ούτε βεβαίως είναι τυχαίο ότι διάφοροι αριστεριστές χαρακτηρίζουν την εξαιρετική αμερικανική τηλεοπτική σειρά The Wire, η οποία δείχνει πως η διαφθορά, η εκμετάλλευση κι η αστυνομική βία δεν έχουν φυλετικά χαρακτηριστικά, ως «σπουδή στο χρώμα», που αφηγείται δήθεν «την καθημερινή δολοφονία μιας ολόκληρης φυλής στους αμερικανικούς δρόμους».

Τι εξυπηρετεί όμως τούτη η φυλετικοποίηση, δηλαδή, εν ολίγοις, ο σύγχρονος αντιρατσισμός; Αφενός, σε ό,τι αφορά στις ίδιες τις μειονότητες, εξυπηρετεί τους ιδεολόγους των πάσης φύσεως φυλετιστικών ιδεολογιών (μαύρος εθνικισμός, ισλαμισμός κ.ο.κ.) και κυρίως τις βλέψεις κοινωνικής ανόδου των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε κοινότητας: με το να παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι μιας δήθεν ομοιογενούς κοινότητας, τα μέλη της οποίας υποφέρουν εξίσου από τις κοινωνικές διακρίσεις, ασχέτως της ταξικής τους θέσης, επιδιώκουν να καταστούν προνομιακοί συνομιλητές του ιθαγενούς, Λευκού κατεστημένου και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν τούτη τη θέση προκειμένου ν’ αναρριχηθούν κοινωνικά[9].

Αφετέρου, σε ό,τι έχει να κάνει με τους Λευκούς αντιρατσιστές, σκοπός είναι η επανανοηματοδότηση της έννοιας της ισότητας κατά τρόπο φιλελεύθερο: ισότητα πλέον δεν είναι η κοινωνική-οικονομική (δηλαδή η ταξική και εν τέλει πολιτική) ισότητα, αλλά η ισότητα ευκαιριών, τουτέστιν η πλήρης και πιο τέλεια εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής της κοινωνικής κινητικότητας, ασχέτως φυλετικών, θρησκευτικών και άλλων διακρίσεων[10]. Πρόκειται για το πρόγραμμα της ιδεολογίας που έχει σωστά αναλυθεί ως Προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός: προκειμένου να καταπολεμηθούν οι φωνές που ζητούν πολιτικές αναδιανομής του πλούτου για όλους, ασχέτως χρώματος (όπως -ειρήσθω εν παρόδω- έκανε παλιότερα ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), προωθούμε μια ατζέντα η οποία ζητά απλώς την ίση αντιπροσώπευση όλων των μειονοτήτων στους θεσμούς λήψης αποφάσεων (είτε πρόκειται για το κράτος είτε για την οικονομία), μέσω της εφαρμογής πολιτικών θετικών διακρίσεων και μέτρων συμβολικού τύπου. Γι’ αυτό και πολύ συχνά στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται πλέον ο όρος disparity («διακρίσεις») αντί του όρου inequality («ανισότητα»), ο οποίος είναι ταξικά και πολιτικά φορτισμένος.

Δυστυχώς η Αριστερά κι η Αναρχία, που έχουν μετατρέψει τον αντιρατσισμό σε βασικό ιδεολογικό τους Πιστεύω και τον «αγώνα ενάντια στον φασισμό» σε βασική τους επιδίωξη, μετατρέπονται άθελά τους σε ουρά του Προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού. Δεν είναι λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς που στον εγχώριο αριστερό Τύπο απλώς αναπαράγεται η γραμμή των New York Times, δηλαδή της ιδεολογικής ναυαρχίδας του ρεύματος αυτού. Τούτη η σύγκλιση είναι απολύτως λογική, αν αναλογιστεί κανείς πως ο Προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την ιδεολογία των κομματιών εκείνων της σύγχρονης ολιγαρχίας -αλλά και των δυτικών κοινωνιών, γενικότερα- τα οποία στηρίζουν το κοινωνικό μοντέλο που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος του κειμένου. Η σημερινή νεολαιίστικη Αριστερά και Αναρχία συνιστούν όμως απλά τις εναλλακτικές εκδοχές της κοινωνίας της κατανάλωσης/διασκέδασης κι έτσι, στα πλαίσια της αντι-απαγορευτικής τους ιδεολογίας, λογικό είναι να ταυτίζονται με τον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό ο οποίος επίσης βάλλει κατά των απαγορεύσεων και των κοινωνικών διακρίσεων κάθε είδους.

Ο αντιρατσισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία

Λογικά οι θιασώτες της ιδέας πως ο ρατσισμός συνιστά δεκανίκι του καπιταλισμού, θα δυσκολεύονται να εξηγήσουν τη ζέση με την οποία πολλοί κολοσσοί της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας (από την Nike και την Adidas ως την Coca-Cola) αλλά και μέλη του τζετ σετ (από τη Τζένιφερ Λόπεζ ως τον Τζόρνταν) έσπευσαν να πάρουν θέση υπέρ των διαδηλώσεων και κατά του ρατσισμού ή την ταχύτητα με την οποία το ρύζι Uncle Ben’s και οι Redskins («Ερυθρόδερμοι»), η ομάδα αμερικανικού ποδοσφαίρου της Ουάσινγκτον, άλλαξαν όνομα και λογότυπο. Μέχρι και εταιρίες του «παραδοσιακού» αμερικανικού καπιταλισμού, σαν τα Μακντόναλντς, έβγαλαν ανακοινώσεις με το σύνθημα Black Lives Matter και προέβησαν σε δωρεές προς αντιρατσιστικές οργανώσεις, ενώ ακόμα και έντυπα σαν την αμερικανική Vogue, που εκφράζει τον παραδοσιακού τύπου, αστικό ή ακόμα κι αριστοκρατικό, πλούτο (στον οποίον όντως εντοπίζονται στοιχεία αποικιοκρατικής λογικής) προέβη σε ανάλογες δηλώσεις. Εξάλλου, από την εμφάνισή του, το κίνημα Black Lives Matter έχει καταφέρει να μαζέψει «δωρεές» από πολλούς μεγάλους παράγοντες της σύγχρονης οικονομίας (όπως το Ίδρυμα Ford, η Nike, η Facebook ή η Spotify).

Φυσικά μεγάλο μέρος αυτών των κινήσεων αποτελούν εμπορικό μάρκετινγκ. Ωστόσο δεν πρόκειται απλώς για οπορτουνιστική αντίδραση στις πρόσφατες εξελίξεις: είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η στάση ουδετερότητας που κράτησε αρχικά ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, τόσο κατά τη διένεξη του Τραμπ με το Twitter όσο και κατά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία Φλόιντ, οδήγησε σε οξείες, εσωτερικές αντιδράσεις από την πλευρά άλλων μελών του ΔΣ αλλά και πολλών εργαζόμενων της Facebook. Αντίστοιχης λογικής είναι και το μποϊκοτάζ που επιβάλλεται στο Facebook από το κίνημα #StopHateForProfit το οποίο συγκροτήθηκε από άλλες εταιρίες των σόσιαλ μίντια. Εδώ δεν τίθεται θέμα μάρκετινγκ και εξωτερικής εικόνας της εταιρίας∙ έχουμε, αντίθετα, να κάνουμε με ειλικρινείς αντιδράσεις από την πλευρά στελεχών και εταιριών με «προοδευτικές» κι αντιρατσιστικές αντιλήψεις. Γι’ αυτό και το φαινόμενο αποτελεί σταθερή τάση τα τελευταία χρόνια στους κύκλους του θεάματος και της διαφήμισης: αρκεί ν’ αναλογιστούμε τον μεγάλο αριθμό αντιρατσιστικών ταινιών, σειρών και ντοκυμαντέρ που έχουν παράξει το Χόλυγουντ και το Netflix την τελευταία δεκαετία[11]. Πρόκειται για διαφορετικές μόνον εκφράσεις της μετατροπής του αντιρατσισμού σε κυρίαρχη ιδεολογία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών.

Όταν λέμε ότι ο αντιρατσισμός συνιστά πλέον κυρίαρχη ιδεολογία, δεν εννοούμε, προφανώς, πως δεν υφίσταται πλέον ρατσισμός. Αντιθέτως, εννοούμε πως ο ρατσισμός -δηλαδή η συνήθης αντίδραση κάθε κοινωνίας απέναντι στο ξένο και στο αλλότριο που μόνο εντός της Δύσης υποχώρησε και ξεπεράστηκε!- δεν αποτελεί πλέον τη βασική πολιτική και κοινωνική λογική, την ιδεολογία που καθορίζει τη φυσιογνωμία των βασικών θεσμών της κοινωνίας αλλά και τις κυρίαρχες νοοτροπίες. Επιβιώνει ακόμη, προφανώς, αλλά ως κατάλοιπο που μόνο υπό συγκεκριμένες και ιδιάζουσες συνθήκες μπορεί να επηρεάζει καταστάσεις, και εκφράζει πλέον κοινωνικές μειοψηφίες (πολιτικοί χώροι της Ακροδεξιάς, ακροδεξιοί θύλακες εντός του Στρατού και της Αστυνομίας, ορισμένοι γηραλέοι ιεράρχες τύπου Αμβρόσιου που σύντομα θ’ αποδημήσουν εις Κύριον κ.ο.κ.).

Αντιθέτως, είναι η διαρκής καταγγελία του που καθορίζει μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς αλλά και της κοσμοαντίληψης όχι μόνο των ανερχόμενων ελίτ μα και της κυρίαρχης, πλέον, μερίδας της ολιγαρχίας εντός της Δύσης: πρόκειται για τους εκφραστές του Προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή για τους ολιγάρχες της Γουόλ Στριτ και της Σίλικον Βάλεϊ, τους σταρ του θεάματος και τους μεγαλοπανεπιστημιακούς όπως επίσης και τα καλοπληρωμένα εξειδικευμένα επαγγέλματα (μεγαλοδικηγόροι κ.λπ.). Αυτή είναι η ολιγαρχία που κρατά τα ηνία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας του τριτογενή τομέα και της «γνώσης», και γι’ αυτό οι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη προέρχονται πλέον από τις τάξεις της (Γκέιτζ, Μπέζος κ.ο.κ.). Άλλωστε ακόμα και σ’ επίπεδο ψήφου δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ εξέλεξαν δύο συνεχόμενες φορές έναν Μαύρο πρόεδρο κι αμέσως μετά μια γυναίκα, ενώ με την εξαίρεση των δύο τετραετιών Μπους (η πρώτη εκ των οποίων υπήρξε πιθανότατα προϊόν εκλογικής νοθείας), εκλέγουν σταθερά Δημοκρατικούς υποψηφίους -πράγμα, προφανώς, που αντανακλά και τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές τάσεις[12].

Είναι ο καπιταλισμός «ρατσιστικός»;

Τα τελευταία χρόνια, τόσο η σύγχρονη ποπ κουλτούρα όσο και οι συζητήσεις γι’ αυτήν περιλαμβάνουν όλο και περισσότερο τη θεματική του φύλου. Ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η μουσική, η λογοτεχνία, το κόμικ, όλα αυτά και ένα σωρό άλλα μέσα μιλούν όλο και περισσότερο για τις έμφυλες σχέσεις, τις πολιτικές ταυτότητας, την υποεκπροσώπηση όσων δεν ανήκουν στην κυρίαρχη κατηγορία του λευκού ετεροφυλόφιλου άνδρα

α) Για μια ανθρωπολογία της νεωτερικότητας

Είναι προφανές, όμως, –όπως επίσης το δείχνει ο Ριντ με αφορμή την κατάργηση της ρατσιστικής νομοθεσίας στον αμερικανικό Νότο[13]– ότι η ίδια η λογική του καπιταλισμού τείνει προς την κατεύθυνση της υπέρβασης τέτοιων προκαπιταλιστικού –ή ακόμα και προνεωτερικού- τύπου ιδεολογιών και θεσμικών «ιδιαιτεροτήτων» (όπως ήταν η δουλοκτησία στον αμερικανικό Νότο, η περίφημη peculiar institution). Κι αυτό γιατί οι τελευταίες θέτουν αυθαίρετα όρια στην ανάπτυξη και περαιτέρω κυριαρχία της αγοράς –δηλαδή στον πρωταρχικό και κύριο στόχο του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος. Όπως το έθετε ο Ζαν-Κλώντ Μισεά, με αφορμή την πτώση του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, «αν τα φιλελεύθερα ΜΜΕ σ’ ολόκληρο τον κόσμο στήριξαν τον αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ (μέσω γιγαντιαίων ροκ συναυλιών), είναι πρώτα και κύρια επειδή τα μέλη της παγκόσμιας επιχειρηματικής ελίτ είχαν πλήρως αντιληφθεί ότι ένα κοινωνικό καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού αποτελούσε μείζον εμπόδιο στην προώθηση του καπιταλισμού της κατανάλωσης»[14]. Αντίστοιχη είναι κι η ανάλυση του Ριντ σχετικά με τους λόγους που ώθησαν ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ολιγαρχίας να συνταχθεί με το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και να στηρίξει τον αγώνα για την κατάργηση του καθεστώτος φυλετικού διαχωρισμού στον αμερικανικό Νότο. Όπως διαβάζουμε π.χ., «αυτό που έκανε τα καλλυντικά της Rihanna να διαφέρουν από τα υπόλοιπα της αγοράς είναι η ιδέα της ομάδας της να λανσάρει 40 νέες αποχρώσεις μέικαπ, κυρίως για σκουρόχρωμες επιδερμίδες, που μέχρι τότε δεν υπήρχαν. Σύμφωνα με τα όσα σχολίασαν τότε οι άνθρωποι της αγοράς “τα Fenty όχι μόνο πέτυχαν σημαντικές πωλήσεις, άλλαξαν και ολόκληρο το πεδίο της βιομηχανίας των καλλυντικών”».

Το ότι η αφομοίωση τούτων των, μέχρι πρότινος αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων, παίρνει πολύ συχνά τη μορφή μιας «αρπακτικού τύπου κοινωνικής ένταξης [predatory inclusion[15] όχι απλώς δεν αναιρεί το επιχείρημα –όπως πιστεύουν οι οπαδοί του αντιρατσισμού, που εντοπίζουν ακριβώς εδώ την ουσία αυτού που αποκαλούν «ρατσισμό»-, μα το ενδυναμώνει κιόλας: διότι είναι προφανές ότι μέσα σε μια ταξική και ιεραρχική κοινωνία οι ισχυροί τείνουν πάντα να εκμεταλλεύονται τους πιο αδύναμους –εν προκειμένω κοινωνικές ομάδες που μέχρι πρότινος δεν είχαν δικαιώματα, μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, ήταν θύματα θεσμικού τύπου αποκλεισμών κ.ο.κ. Αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος λειτουργίας κι επέκτασης της «ελεύθερης αγοράς»: όχι προσκόλληση σε ρατσιστικούς και άλλου τύπου αποκλεισμούς αλλά διαρκής εκμεταλλευτική κι αρπακτική ένταξη νέων τομέων της οικονομίας και νέων κοινωνικών ομάδων –ως εργαζόμενων και ως καταναλωτών- με σκοπό την αποκόμιση του μέγιστου δυνατού κέρδους.

β) Καπιταλισμός και συντηρητισμός

Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός είναι τέκνο της νεωτερικότητας, διαπνέεται και αυτός από το βασικό της χαρακτηριστικό, το οποίο ο Τοκβίλ αποκαλούσε «δημοκρατική επανάσταση»: μια διαρκή τάση υπονόμευσης των κοινωνικών ιεραρχιών που δε βασίζονται στο χρήμα (δηλαδή των κληρονομικών, θρησκευτικών, φυλετικών, σεξουαλικών κ.λπ. ιεραρχιών) κι ένα ταυτόχρονο σπάσιμο όλων των ταμπού. Τούτη η υπέρβαση κάθε ορίου απελευθερώνει το άτομο από τις παραδοσιακές, «ολιστικού» τύπου εντάξεις (διευρυμένη οικογένεια, φάρα, φυλή, κάστα, φεουδαρχική χωροδεσποτεία, θρησκευτικό τάγμα, συντεχνία, αδελφότητα κ.ο.κ.) και το καθιστά πυλώνα της κοινωνίας. Ιδεωδώς, βάσει αυτής της λογικής, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα όπου η κοινωνική κινητικότητα των ατόμων παραγωγών-καταναλωτών δε θα πρέπει να καθορίζεται από κανέναν άλλον παράγοντα (φυλή, καταγωγή, φύλο, θρησκεία κ.ο.κ.) πλην της οικονομικής τους δύναμης –όπως ωραία το έθετε ο Λιούις Μάμφορντ για τις ΗΠΑ, «η ιδεολογία του Νέου Κόσμου τσάκισε τις παγιωμένες ιεραρχίες της κουλτούρας του παλαιού κόσμου. Με την αίσθηση του μέλλοντος που είχε, ενός μέλλοντος που υποτάσσει στα σχέδια και τον έλεγχο των ανθρώπων, η ιδεολογία του Νέου Κόσμου απέσπασε τον άνθρωπο από την υπέρμετρη υποδούλωση στο άμεσο ιστορικό του περιβάλλον»[16]. Προφανώς η απόλυτη κοινωνική κινητικότητα συνιστά μύθο αντίστοιχο της περίφημης «ελεύθερης» αγοράς∙ ωστόσο τούτη η παρατήρηση διόλου δεν αναιρεί το γεγονός πως, έστω και σε κουτσουρεμένο βαθμό, αυτό που έκανε ο καπιταλισμός ήταν ν’ αντικαταστήσει τις παραδοσιακού τύπου ιεραρχίες από ιεραρχίες καθαρά ταξικές, δηλαδή από ιεραρχίες βασισμένες στην οικονομική ισχύ. Κι αν στον παραδοσιακό καπιταλισμό (δηλαδή, χοντρικά, ως τη δεκαετία του ’60 και του ’70) επιβίωναν ακόμη ορισμένες προκαπιταλιστικές λογικές, η σημερινή κοινωνία της κατανάλωσης, που ουσιαστικά εκθρόνισε τούτον τον αστικό καπιταλισμό, προωθεί ακόμα περισσότερο την εν λόγω διαβρωτική λογική.

Παραδοσιακά η Ακροδεξιά αποτέλεσε προσπάθεια αντίδρασης στη νεωτερικότητα και τα βασικά συστατικά της: εκδημοκρατισμός της κοινωνικής ζωής, εκκοσμίκευση, κατάρρευση των παραδοσιακών ιεραρχιών, απελευθέρωση του ατόμου, σπάσιμο των ταμπού. Όπως το έθεσε ο Π. Κονδύλης μιλώντας για τον συντηρητισμό, είχαμε να κάνουμε με μια προσπάθεια διάσωσης θεσμών και ιδεολογιών του προ-νεωτερικού κοινωνικού καθεστώτος. Γι’ αυτό κι όπως σημειώναμε παλιότερα, κατά την κριτική μας στην καθιερωμένη αριστερή -και στην πραγματικότητα σταλινική-δημητρωφική- αντίληψη, τα φασιστικά κινήματα του 20ού αιώνα υπήρξαν προσπάθειες αντίδρασης στη νεωτερικότητα κι όχι δεκανίκια του καπιταλισμού στην πάλη του ενάντια στο εργατικό κίνημα. Το γεγονός πως υιοθέτησαν πλήθος στοιχείων της νεωτερικότητας και του καπιταλισμού (βιομηχανική τεχνική, επιστημονισμός, δαρβινιστικές θεωρίες, αθεΐα κ.λπ.) δεν τα καθιστά τέκνα του καπιταλισμού, αλλά προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί αυτός με σκοπό τη δημιουργία παραδοσιακού τύπου, «καστικών» ιεραρχιών και ολιστικών κοινωνικών συστημάτων. Ο «επιστημονικός» ρατσισμός του 19ου και του 20ού αιώνα υπήρξε αντίστοιχο φαινόμενο και συνέπλευσε με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό μόνον εκτός Δύσης, ως ιδεολογικό εργαλείο για τη δικαιολόγηση της αποικιοκρατίας[17].

Είναι, δε, χαρακτηριστικό πως αρκετές από τις πιο αντιδραστικές ιδεολογίες των σημερινών μειονοτήτων, που συχνά μπαίνουν στο στόχαστρο της δυτικής ξενοφοβικής ή/και ρατσιστικής Ακροδεξιάς, συνιστούν αντίστοιχα φαινόμενα αντίδρασης στις διαβρωτικές -δηλαδή απελευθερωτικές- συνέπειες της νεωτερικότητας εντός των κοινοτήτων αυτών (όπως π.χ. ο «ορθόδοξος» Ιουδαϊσμός, που αναπτύσσεται ήδη από τον 17ο αιώνα, στην Κεντρική Ευρώπη, ως αντίδραση στον εβραϊκό Διαφωτισμό, ή ο σαλαφισμός, δηλαδή ο μουσουλμανικός νεοσυντηρητισμός που αναπτύσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως αντίδραση στον αραβικό εθνικισμό και την αντι-αποικιοκρατική ιδεολογία του). Η σύγχρονη Ακροδεξιά (και μεγάλα κομμάτια της «λαϊκής», μη-φιλελεύθερης ή νεοφιλελεύθερης Δεξιάς) αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχη αντίδραση απέναντι στην κυριαρχία των αντι-αυταρχικών ιδεών της δεκαετίας του ’60 και στη μετατροπή του αντιρατσισμού σε κυρίαρχη ιδεολογία εντός της σημερινής κοινωνίας της κατανάλωσης. Μακράν, δηλαδή, του ν’ αποτελεί «μακρύ χέρι του συστήματος» η σύγχρονη Ακροδεξιά συνιστά προσπάθεια ορισμένων κομματιών της πιο παραδοσιακής ολιγαρχίας να χρησιμοποιήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις πιο κραυγαλέες εκδοχές νεοφιλελευθερισμού και παγκοσμιοποίησης προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Ο Τραμπ, που όπως είδαμε στηρίζεται ουσιαστικά σε μια κοινωνική μειοψηφία, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα εν προκειμένω.

γ) Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα

Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτή την άποψη, ότι οι οπαδοί του αντιρατσισμού θεωρούν την πάλη ενάντια στην Ακροδεξιά (δηλαδή ενάντια στον «ρατσισμό» και τον «φασισμό») ως βασική πολιτική προτεραιότητα: αν αποδεχθούν ότι πλέον ο ρατσισμός δεν είναι σε καμία περίπτωση κεντρικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, θα έρθουν αντιμέτωποι με δύσκολες αλήθειες. Και καλά, στην περίπτωση των εκπροσώπων του Προοδευτικού φιλελευθερισμού -δηλαδή της «δεξιάς» και «καθεστωτικής» εκδοχής αντιρατσισμού- πρόκειται απλώς για υπεράσπιση των συμφερόντων τούτης της «ανοιχτόμυαλης» και «προοδευτικής» ολιγαρχίας∙ αντιθέτως, στην περίπτωση της σύγχρονης Αριστεράς και Αναρχίας -τουτέστιν στην περίπτωση της «αντικαθεστωτικής» εκδοχής αντιρατσισμού- έχουμε να κάνουμε με την αυτοτύφλωση στην οποία οδηγεί η εμμονή με ξεπερασμένα ιδεολογικά σχήματα. Έχουμε όμως να κάνουμε και με τη ραθυμία απέναντι στην ανάγκη σοβαρής θεωρητικής ανάλυσης των σύγχρονων κοινωνιών αλλά και της ιστορίας τους από τη δεκαετία του ’60 κι εδώθε. Το αποτέλεσμα είναι να θεωρούμε αριστερή ή ακόμα κι ελευθεριακή πολιτική την υποστήριξη ιδεολογιών που ζητούν τη δημιουργία ενός πιο καπιταλιστικού καπιταλισμού και μιας πραγματικά ελεύθερης αγοράς!

Διότι, αν δεχτούμε ότι κεντρικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι ο ρατσισμός, μα η καταναλωτική εξαχρείωση του ανθρώπινου όντος, τότε θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε μήπως κι εμείς, παρά τη ρητορική και την επαναστατική μας πόζα, το μόνο που κάνουμε -με τα πάρτι μας, τα στέκια μας, τ’ αυτοκόλλητα και τα συνθήματά μας, τον φοιτητικό τρόπο ζωής, τις καταχρήσεις κι όλα τα σχετικά- είναι ν’ αναπαράγουμε μια «εναλλακτική» εκδοχή κοινωνίας της κατανάλωσης… Δυστυχώς η τάση αυτή είναι τόσο διαδεδομένη που είναι πλέον αδιανόητο να δηλώνει κανείς ελευθεριακός και δημοκράτης δίχως να είναι «αντιρατσιστής»-δίχως δηλαδή να θεωρεί τον ρατσισμό ως το βασικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών και την Ακροδεξιά ως την πραγματική ουσία του καπιταλισμού. Κι έτσι το λεγόμενο χειραφετητικό κίνημα έχει καταντήσει «ουρά» όχι απλώς του Ομπάμα και του Μπάιντεν μα -ακόμα χειρότερα!- του Sin Boy, της «σύγχρονης ποπ κουλτούρας» και άλλων ακόμα δειγμάτων πολιτιστικής έκπτωσης[18]. Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τούτο το αδιέξοδο -που συνιστά, ταυτόχρονα, ντροπή για την ιστορία του απελευθερωτικού κινήματος- θα πρέπει ν’ αλλάξουμε μοντέλο σκέψης: θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το αντι-αυταρχικό παράδειγμα και ν’ αντιληφθούμε ότι πλέον έχουμε ν’ αντιπαλέψουμε ένα εξαχρειωτικό κι αποβλακωτικό σύστημα, την κοινωνία της κατανάλωσης/διασκέδασης, η οποία εκμαυλίζει τους πάντες ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, φύλου και θρησκείας, δεδομένου πως αυτό είναι το ιδεώδες της: η μετατροπή του συνόλου της ανθρωπότητας σε πλήθος αποβλακωμένων καταναλωτών σε διαρκή αναζήτηση νέων «εμπειριών», πρόθυμων και ικανών ν’ απεμπολήσουν κάθε πολιτικό και εργασιακό τους δικαίωμα στο όνομα της αναζήτησης αυτής.


[1] Για την ολιγαρχία που ζει στις πόλεις αυτές, βλ. και την ανάλυση του Τόμας Φρανκ, «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τεύχος 10, Ιούνιος 2017.

[2] Πρόκειται εδώ για το ρεύμα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε χαριτολογώντας ως οικονομιδισμό, αποτίνοντας τον δέοντα φόρο τιμής στον Κύπριο μαιτρ του είδους: μια αισθητοποιημένη και τουριστικοποιημένη, εντελώς κλισεδιάρικη, εκδοχή λούμπεν και περιθωρίου, σχεδιασμένη για να διασκεδάζει τους μπλαζέ Λευκούς χίπστερ με αντι-μικροαστική αλλεργία. Υπό αυτή την οπτική ιδωμένες, οι ταινίες του Οικονομίδη αποτελούν έκφραση του ίδιου φαινομένου με την τεράστια επιτυχία των τηλεοπτικών σειρών με θέμα τις διάφορες μαφίες του πλανήτη, των αστυνομικών και νουάρ μυθιστορημάτων αλλά και «εθνογραφικών» ιστοσελίδων τύπου Vice, της γοητείας που ασκεί το ραπ σε αφελείς αριστερούς διανοούμενους και κοινωνιολόγους (είναι οι ίδιοι που διαβάζουν μανιωδώς νουάρ), η προσπάθεια ορισμένων αναρχικών να μιμηθούν τη γλώσσα της «πιάτσας» (βλ. χαρακτηριστικά το περιοδικό Sarajevo) κ.ο.κ.

[3] Ανάμεσα στους 4 αστυνομικούς που εμπλέκονται στη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, πλην του βασικού κατηγορούμενου και Λευκού Ντέρεκ Σόβιν και του επίσης Λευκού Thomas Lane συγκαταλέγονται ο ασιατικής καταγωγής Tou Thao και ο Αφροαμερικανός J. Alexander Kueng.

[4] Φυσικά εδώ θα πρέπει ν’ αναφέρουμε μια βασική ιδιαιτερότητα της αμερικανικής κοινωνίας σε σχέση με την υπόλοιπη Δύση: το γεγονός, με άλλα λόγια, πως στις ΗΠΑ επιτρέπεται η οπλοκατοχή. Μοιραίο είναι, λοιπόν, η αστυνόμευση εντός των ΗΠΑ να τείνει πολύ πιο εύκολα προς τη στρατιωτικοποίηση, εφόσον απέναντί της έχει έναν ένοπλο πληθυσμό.

[5] Αντίστοιχο μοντέλο έχει παρατηρηθεί και στην περίπτωση των γαλλικών προαστίων, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις ταραχές του 2005.

[6] Και υπό αυτήν την έννοια η σχετική Επιτροπή της Γερουσίας αποφάσισε ορθώς, παρά τις αντιδράσεις του Τραμπ, ότι θα πρέπει ν’ αλλάξει η ονομασία στρατιωτικών βάσεων της χώρας που φέρουν το όνομα στρατηγών και ηγετών του στρατού της Συνομοσπονδίας.

[7] Παρατίθεται από την J.-C. Oates, On Boxing (1987), Ν. Υόρκη, Harper Perennial, 2006, σ. 62.

[8] Επειδή πλέον πρέπει κανείς να υπενθυμίζει τα αυτονόητα, καλόν είναι εδώ να θυμηθούμε ότι η άγρια υπερεκμετάλλευση των Μαύρων στις ΗΠΑ έχει βάσεις οικονομικές κι όχι φυλετικές: ήταν η μαζική ανάγκη της αγροτικής οικονομίας του Νότου για φτηνά εργατικά χέρια που οδήγησε στη λύση της δουλοκτησίας κι όχι οι ρατσιστικές αντιλήψεις των μεγαλογαιοκτημόνων της Βιρτζίνια και της Λουιζιάνα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι αυτές οι τελευταίες αναπτύχθηκαν ακριβώς εντός ενός συστήματος όπου οι Αφροαμερικανοί θεωρούνταν όντα κατώτερα, ικανά μόνο για τη ζωή του σκλάβου. Είναι δε προφανές ότι το δουλοκτητικό σύστημα του αμερικανικού Νότου -και ο ομοούσιός του ρατσισμός- συνιστούν ιστορική «ανωμαλία» που έχει να κάνει εν πολλοίς με τον καθυστερημένο και προκαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μα και κοινωνικής οργάνωσης της γεωγραφικής αυτής ζώνης των ΗΠΑ (αγροτική οικονομία βασισμένη στις φυτείες κι όχι στους μικρούς ανεξάρτητους αγρότες, πατριαρχικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα οργανωμένο γύρω από τις ισχυρές οικογένειες της ντόπιας «αριστοκρατίας» και δη των ανδρών ιδιοκτητών φυτειών κ.ο.κ.). Ο αμερικανικός Εμφύλιος αποτελεί χαρακτηριστική προσπάθεια του βιομηχανικού, καπιταλιστικού Βορρά να διορθώσει τούτη την ιστορική παραφωνία. Αν τελικά, για λόγους που δε μπορούμε εδώ ν’ αναλύσουμε, η νίκη του Βορρά και η στρατιωτική κατοχή του ηττημένου Νότου δεν οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων (κατά τη λεγόμενη Περίοδο της Ανοικοδόμησης), η Αμερικανική Επανάσταση «ολοκληρώθηκε» (όπως το έθετε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ) το 1964, με την κατάργηση του συστήματος φυλετικού διαχωρισμού. Κι όπως δείχνει ο Άντολφ Ριντ, οι βιομηχανικοί κύκλοι του Βορρά έπαιξαν ενεργό ρόλο στη διαδικασία αυτή. Βλ. σχετικά το κείμενό του, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας» (Πρόταγμα, τ. 11, Νοέμβριος 2018).

[9] Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες αναλύσεις, η κυριαρχία των «πολιτικών ταυτότητας» (δηλαδή του αντιρατσισμού και του αντισεξισμού) συμπίπτει με μια αύξηση των ανισοτήτων εντός των διάφορων μειονοτήτων. Παρ’ ότι φυσικά οι γυναίκες (σε αντίθεση με τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας) δεν αποτελούν μειονότητα, η κριτική μας ισχύει και για τον αντισεξισμό, μιας και το σχήμα ανταποκρίνεται σε κάθε καταπιεσμένη ή περιθωριοποιημένη ομάδα.

[10] Όταν έθιξε το ζήτημα των ρατσιστικών συμπεριφορών εντός της γαλλικής Αστυνομίας (κατά το τηλεοπτικό του διάγγελμα στις 14 Ιουνίου), ο Μακρόν μίλησε ακριβώς για την ανάγκη λήψης «νέων, γενναίων αποφάσεων που θα διασφαλίζουν την ισότητα ευκαιριών», υποσχόμενος πως η κυβέρνησή του θα είναι «άτεγκτη απέναντι στον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τις διακρίσεις» και θα λάβει μέτρα για την εξάλειψη των φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων στην αγορά εργασίας και στην επιλογή ενοικιαστών από πλευράς ιδιοκτητών διαμερισμάτων.

[11] Gran Torino (2008), Django: Ο Τιμωρός (2012), 12 χρόνια σκλάβος (2013), Σέλμα (2014), Αφανείς ηρωίδες (2016), Τρέξε! (2017),Dear White People (σειρά 2017-σήμερα), Η παρείσφρηση (2018), Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει (2018), Εφτά δευτερόλεπτα (σειρά 2018), Όταν μας βλέπουν (σειρά 2019), Αμερικάνος γιός (2019), Αγώνας για Δικαιοσύνη (2019), Αυτοδημιούργητη: Μαντάμ Σι Τζέι Γουόκερ (2020). Στη λίστα αυτή μπορούμε να συμπεριλάβουμε και ιστορικές ταινίες για τον Αμερικανικό Εμφύλιο όπως το Λίνκολν (2012) και το Free State of Jones (2016).

[12]Είναι γνωστό πως στις εκλογές του 2016 η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε τη λεγόμενη λαϊκή ψήφο (popular vote) και ο Τραμπ εξελέγη χάρις στην ψήφο των εκλεκτόρων. Τούτος ο αναχρονισμός του αμερικανικού εκλογικού συστήματος ευνοεί περιοχές με αγροτικές κοινότητες και μικρές πόλεις εις βάρος των μεγάλων πόλεων και εξηγείται ιστορικά αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες διαμόρφωσης του αμερικανικού Συντάγματος. Είναι αυτός που επιτρέπει σε μια παραδοσιακών ηθών και αντιλήψεων, Λευκή μειοψηφία να ασκεί στην πολιτική ζωή της χώρας επιρροή δυσανάλογη του δημογραφικού της βάρους. Η «σκληρή» στάση του Τραμπ κατά τα γεγονότα που προέκυψαν μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ όπως επίσης και το κανάκεμα των συνωμοσιολογικών και αντι-εμβολιακών κύκλων κατά την πανδημία του κορονοϊού στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην ενδυνάμωση της επιρροής του σε αυτή τη μικρή -πλην όμως καθοριστική, εκλογικώς- μειοψηφία. Το γεγονός πως δεν απευθύνθηκε στο σύνολο του έθνους μέσω διαγγέλματος, όπως θα περίμενε κανείς κατά την περίοδο μιας τόσο συγκρουσιακής κατάστασης, φανερώνει πως η στρατηγική του δε βασίζεται στην προσπάθεια προσεταιρισμού της κοινωνικής πλειοψηφίας μα στο κανάκακεμα μιας σκληροπυρηνικής μειοψηφίας, η οποία δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της κοινής γνώμης και του εκλογικού σώματος. Η «σοκαριστική» στάση του Τραμπ στο πρώτο προεκλογικό ντιμπέιτ με τον Μπάιντεν, κατά το οποίο αναφέρθηκε σχεδόν εγκωμιαστικά στην ακροδεξιά οργάνωση Proud Boys, συνιστά άλλο ένα δείγμα της στρατηγικής αυτής.

Θα πρέπει να έχουμε επίσης υπόψη μας ότι μόνο τυχαία δεν είναι η εμμονή του Τραμπ με τον δήθεν κίνδυνο εκλογικής νοθείας από πλευράς Δημοκρατικών: σε τέτοια νοθεία απέδωσε την ήττα του -σε επίπεδο λαϊκής ψήφου- το 2016 ενώ και από καιρό προσπαθεί να προδικάσει το αποτέλεσμα του 2020 μιλώντας για προετοιμασία μαζικής νοθείας μέσω του συστήματος της λεγόμενης επιστολικής ψήφου (που έχουν προτείνει οι Δημοκρατικοί για υγειονομικούς λόγους). Όπως σωστά έχει τονιστεί, η ρητορική περί εκλογικής νοθείας αποτελεί σταθερή στρατηγική των Ρεπουμπλικανών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω της προσπάθειας ν’ αλλάξουν οι πολιτειακοί εκλογικοί νόμοι και να περιοριστεί, εμμέσως, το δικαίωμα κοινωνικών ομάδων των οποίων τα μέλη είναι δυνάμει ψηφοφόρει των Δημοκρατικών (Αφροαμερικανοί, εθνοτικές μειονότητες κ.ο.κ.) στην ψήφο. Είναι δε ενδεικτικό ότι στη μόνη περίπτωση πραγματικής νοθείας, δηλαδή στη Φλόριντα κατά τις εκλογές του 2000, το «μαγείρεμα» του αποτελέσματος το οργάνωσαν έμμισθοι Ρεπουμπλικανοί λομπίστες (μεταξύ των οποίων κι ο περίφημος Roger Stone, φίλος του Τραμπ που καταδικάστηκε το 2019 για ψευδορκία και τελικά έλαβε χάρη από τον φίλο του λίγους μήνες αργότερα) ως προσπάθεια να μπλοκάρουν δήθεν εξελισσόμενη καλπονοθεία υπέρ του Αλ Γκορ.

[13] Βλ. Α. Ριντ, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας», ό. π.

[14] Ζ.-Κ. Μισεά, «Είμαστε όλοι μας ζητιάνοι του καλού παιχνιδιού», Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα, μτφρ. Ν. Μάλλιαρης, Αθήνα, Μάγμα, 2020, σ. 43.

[15] Κατά την έκφραση της Keeanga-Yamahtta Taylor, στο βιβλίο της Race for Profit: How Banks and the Real Estate Industry Undermined Black Home Ownership (Ο αγώνας για το κέρδος ή πώς οι τράπεζες και ο κτηματομεσιτικός κλάδος υπονόμευσαν την ιδιοκατοίκηση των Αφροαμερικανών, 2019) όπου η Αφροαμερικανή ιστορικός αναλύει τον τρόπο με τον οποίο τα μεσιτικά λόμπι εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους τις προσπάθειες του ομοσπονδιακού κράτους των ΗΠΑ, μετά το 1964, να διευκολύνει την πρόσβαση των Μαύρων στην αγορά κατοικίας.

[16] Λ. Μάμφορντ, Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου, μτφρ. Β. Τομανάς, Θεσ/νίκη, Νησίδες, 1998, σ. 102.

[17] Είναι χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, πως ο ρατσισμός του αμερικανικού Νότου δε βασιζόταν σε νεωτερικές, δαρβινιστικού κι «επιστημονικού» τύπου θεωρίες, αλλά σε πιο απλοϊκές και χονδροειδείς αντιλήψεις.

[18] Ειδικά το ραπ -στις πιο χυδαίες και παρακμιακές του εκδοχές- συνιστά εμμονή των αριστερών και αρκετών αναρχικών, καθώς το θεωρούν -γελοιωδέστατα- ως δείγμα «αντίστασης από τα κάτω». Έτσι, πλην του Χατζηστεφάνου θα πρέπει ν’ αναφέρουμε τον Γάλλο Ολιβιέ Μπεζανσενό, ηγέτη και πρώην υποψήφιο Πρόεδρο με το αριστερίστικο κόμμα LCR, ο οποίος εμφανίστηκε δις σε ραπ βιντεοκλίπ, τον Μπέρνι Σάντερς που συνομίλησε με την Cardi B. και φυσικά τους Έλληνες Autonome Antifa που διαρκώς εξυμνούν τους οπαδούς ποδοσφαιρικών ομάδων και τους «χιπχοπάδες» και διοργανώνουν «χιπ-χοπ πάρτι».

Posted in Uncategorized | 3 Σχόλια

Γιατί υπάρχουν τόσο έντονες αντιδράσεις για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων;

Συνέντευξη με μέλη της «Πρωτοβουλίας Αθήνας για την Προστασία των Αγράφων»:

Γιατί υπάρχει αντίδραση πολιτών όσον αφορά την εγκατάσταση αιολικών πάρκων;  Οι άνθρωποι που αντιδρούμε στον τρόπο που γίνεται η υλοποίηση των αιολικών πάρκων στην Ελλάδα δεν είμαστε γραφικοί που λέμε όχι σε όλα. Θέλουμε στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και το σωστό είναι να φύγουμε από τα ορυκτά καύσιμα αλλά όλο αυτό πρέπει να γίνει με τον σωστό τρόπο.

Ο τρόπος που έχουν χωροθετηθεί οι ανεμογεννήτριες, η κλίμακα στην οποία πραγματοποιείται όλο αυτό αλλά και το συνολικό μοντέλο ενέργειας που έχει επιλέξει η χώρα να ακολουθήσει έχουν ως αποτέλεσμα να μην είναι πια ανανεώσιμη, αειφόρος και βιώσιμη η ενέργεια που παράγεται. Αν ήταν πραγματικά ΑΠΕ ο κόσμος δεν θα αντιδρούσε.

Τι συμβαίνει τόσο λάθος; Στην Ελλάδα το ενεργειακό ζήτημα τίθεται σε λάθος βάση. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την ενέργεια δεν είναι η κάλυψη των αναγκών των πολιτών αλλά η ιδιωτικοποίησή της με αφορμή την μετάβαση και η μετατροπή της ενέργειας από αγαθό σε εμπόρευμα.

Στην Ελλάδα έχουμε ρίξει ελάχιστα λεφτά στις υπόλοιπες παράλληλες δράσεις για την μείωση των ρύπων του θερμοκηπίου και σχεδόν όλα τα χρήματα πάνε στη χωροθέτηση των ΑΠΕ μόνο και μόνο γιατί εκεί υπάρχει περιθώριο κερδοφορίας από τους επενδυτές και όχι γιατί είναι το βέλτιστο για την πολιτεία και τη φύση.

Ποιο παράδειγμα λάθος χωροθέτησης είναι το πιο χαρακτηριστικό; Ίσως η πιο κραυγαλέα περίπτωση λάθος χωροθέτησης αλλά και αναξιόπιστων διαδικασιών αδειοδότησης, είναι τα Άγραφα. Μόνο για τις πρώτες 21 από τις 526 σχεδιαζόμενες ανεμογεννήτριες στα Άγραφα, θα αλλοιωθούν σε βαθμό μη αναστρέψιμο και σίγουρα με τρόπο μη ανανεώσιμο, σχεδόν χίλια στρέμματα δάσους και μερικές από τις πιο επιβλητικές και παρθένες Αλπικές Κορυφογραμμές της Ελλάδας. Τα Άγραφα είναι προστατευόμενη περιοχή Natura 2000, με ένα από τα βασικά αντικείμενα προστασίας να είναι τα Όρνια και την περιοχή να θεωρείται το καλύτερο ενδιαίτημά τους στην Πίνδο. Το αιολικό έργο, αδειοδοτήθηκε χωρίς να έχει γίνει η προβλεπόμενη από το νόμο Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ). Αυτή έγινε εκ των υστέρων και αποκαλύφθηκε ότι σε ελάχιστη απόσταση από το χώρο εγκατάστασης των γεννητριών, βρίσκεται η βασική θέση θερινής συγκέντρωσης των Όρνιων στην περιοχή, με πουλιά που αγγίζουν το 25% του πληθυσμού της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα αρπακτικά πουλιά και ειδικά τα Όρνια είναι τα πλέον ευάλωτα στην πρόσκρουση σε ανεμογεννήτριες, βάσει δεκάδων επιστημονικών εργασιών. Ο αρμόδιος τμηματάρχης Προστατευόμενων Περιοχών του ΥΠΕΝ για την έγκριση της ΕΟΑ, δεν την ενέκρινε, και αυτή ενεκρίθη κατά παράκαμψή του, ενώ ο ίδιος στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τη θέση του. Πολίτες, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη.

Νεκρό προστατευόμενο όρνιο ύστερα από πρόσκρουση σε ανεμογεννήτρια.

 

Τι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε βάση ευρωπαϊκής νομοθεσίας; Τι κάνουμε κατά παράβαση της νομοθεσίας; Αυτό μας κοστίζει; Πρώτη περιβαλλοντική προτεραιότητα της Κομισιόν (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) είναι να διαφυλάξουμε τη βιοποικιλότητα και τις προστατευόμενες περιοχές.

Η Κομισιόν έχει κινήσει διαδικασία παραβίασης εις βάρος της Ελλάδας για την ανεπαρκή προστασία των προστατευόμενων περιοχών, ενώ υπάρχει καταγγελία πάλι στην Κομισιόν για τη συστηματική και κατάφωρη παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας  της ΕΕ από την Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ήδη 2 καταδίκες στο ευρωπαϊκό δικαστήριο για τις ΖΕΠ (Ζώνες Ειδικής Προστασίας).

Υπάρχει εθνικός και ευρωπαϊκός στόχος για μείωση των ρύπων, αλλά δεν μας ορίζει η Ευρώπη με τι μορφή ενέργειας θα το πετύχουμε, και τι άλλα μέτρα θα  πάρουμε για να μειώσουμε τους ρύπους μας. Δεν έχουμε καμία υποχρέωση να βάλουμε συγκεκριμένο αριθμό και ισχύ αιολικών πάρκων.

Επιπλέον, εγείρεται ζήτημα συγκρουσιακών ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (πχ επιδότηση για εγκατάσταση αιολικών σταθμών μέσα σε περιοχές που υπάρχουν ήδη επιδοτούμενα προγράμματα για την προστασία σπάνιων ειδών).

Πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιος ελέγχει την εγκατάσταση αιολικών πάρκων; Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποια κεντρική αρχή που να ορίζει συγκεκριμένα οικόπεδα που μπορούν να εγκατασταθούν οι αιολικοί σταθμοί. Εδώ ο κάθε επενδυτής βρίσκει τον τόπο που τον συμφέρει για να έχει μεγαλύτερη κερδοφορία, καταθέτει μια μελέτη, την οποία πληρώνει ο ίδιος, και αυτή ελέγχεται ως μοναδική περίπτωση, με άλλα λόγια δεν υπάρχει έλεγχος για τις συγκεντρωτικές επιπτώσεις αιολικών πάρκων σε μια περιοχή. Πολλές από αυτές τις μελέτες είναι copy paste κατά παραδοχή ακόμη και του πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας  Κωνσταντίνου Μενουδάκου με τεράστιες ανακρίβειες και παραλείψεις δεδομένων που εφόσον είχαν ληφθεί υπόψη θα είχαν οδηγήσει σε ακύρωση του έργου. Με το νέο νόμο τίθενται ασφυκτικές προθεσμίες για να διενεργηθούν οι γνωμοδοτήσεις, χωρίς να διασφαλίζεται η επάρκεια των μέσων και του ανθρώπινου δυναμικού των υπηρεσιών για κάτι τέτοιο.

Κατασκευάζουμε αιολικά με σκοπό να μειώσουμε τους ρύπους και να αποτρέψουμε την περαιτέρω κλιματική αλλαγή ώστε να προστατεύσουμε τη φύση. Όμως με το να εγκαθιστούμε αιολικά στις περιοχές που θέλουμε να προστατεύσουμε είναι σαν να ακυρώνουμε τον λόγο ύπαρξης των αιολικών. Η ουσιαστική και μόνη λύση είναι η ριζική μείωση των αναγκών μας σε ενέργεια.

Συνεπώς; Νομίζω λοιπόν ότι το ερώτημα δεν θα έπρεπε να είναι «πού θα βάλουμε τις ανεμογεννήτριες και πόσες θα είναι αυτές ή άλλες ΑΠΕ αλλά πώς θα μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας και τους ρύπους». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σκοπός είναι η σωτηρία της φύσης και όχι η ενεργειακή μετάβαση.

Εγκατάσταση γεννήτριας ακριβώς δίπλα στο μεγαλύτερο απολιθωμένο κορμό της Ελλάδας.

 

Όσον αφορά όμως τα αιολικά πού θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα και όχι να προκαλούν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα; Πρέπει να μας απασχολεί η σωστή χωροθέτηση των πάρκων κατά προτεραιότητα σε περιοχές που είναι ήδη τροποποιημένες και επιβαρυμένες από την ανθρώπινη δραστηριότητα δηλαδή κοντά σε αστικά κέντρα. Πριν λοιπόν συζητήσουμε τη εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε οροσειρές και νησίδες πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια χωροθέτησης στη δομημένη γη, δηλαδή σε αυτή που έχει ήδη υποβαθμίσει ο άνθρωπος.

Συνοπτικά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μαζί με την θέρμανση ευθύνονται για το 1/4 παγκοσμίως των αερίων του θερμοκηπίου. Τα υπόλοιπα ¾ είναι οι βιομηχανικοί ρύποι, οι ρύποι που δεν απορροφούνται πια λόγω της αποψίλωσης των δασών και άλλες ενεργοβόρες συνήθειες όπως η υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος, η παράλογη χρήση αερομεταφορών ακόμη και όταν δεν είναι απαραίτητο, το food waste, η επιλογή προϊόντων διατροφής που έρχονται από μακρινούς τόπους άρα έχουν και μεγάλο ενεργειακό αποτύπωμα και μόνο με την μεταφορά, η λογική της μίας χρήσης. Έχουμε κολλήσει να συζητάμε πώς θα έχουμε καθαρή ενέργεια με την όποια περιβαλλοντική βλάβη και δεν συζητάμε καθόλου πώς θα μειώσουμε την σπατάλη ενέργειας. Η μείωση της σπατάλης θα φέρει μείωση των ρύπων σαφώς μεγαλύτερη από την ίδια την καθαρή ενέργεια. Ένα παράδειγμα είναι ότι στην Ελλάδα έχουμε επίδομα για θέρμανση αντί να έχουμε επίδομα για μόνωση που θα εξοικονομήσουμε. Το πρόγραμμα εξοικονόμησης κατ’ οίκον στοιχίζει εκατοντάδες φορές λιγότερο από ποσά που επενδύονται στις ανεμογεννήτριες. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ανεμογεννήτριες είναι κερδοφόρες για τους επενδυτές ενώ η μείωση σπατάλης είναι κερδοφόρος μόνο για τον πολίτη και τη φύση.

Ουσιαστικά με την ειλικρινή αγωνία των πολιτών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ο παλιός κατασκευαστικός κλάδος της Ελλάδας βρήκε μια υπέροχη ευκαιρία να επεκτείνει τη βιομηχανία στους τελευταίους απάτητους και μέχρι χθες προστατευόμενους τόπους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις ίδιες εταιρείες που διεκδικούσαν την εξόρυξη πετρελαίου ή την ιδιωτικοποίηση του λιγνίτη αλλά τώρα εμφανίζονται ως φιλικές προς το περιβάλλον. Όμως ο λόγος που θέλουν να εμπλακούν είναι ότι υπάρχει ένα πολύ ανοιχτό πεδίο για σίγουρες επενδύσεις χαμηλού ρίσκου και καλής επιστροφής στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεδομένης της ανάγκης της χώρας για να μειώσει γρήγορα τους ρύπους της. Τα ίδια λόμπι που ασχολούνταν με τα καύσιμα ασχολούνται με τις ΑΠΕ. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Ο κόσμος έχει βομβαρδιστεί επί χρόνια με την εικόνα ότι οι ανεμογεννήτριες είναι η απόλυτη λύση για το περιβάλλον. Το σήμερα όμως φέρνει την πραγματική εικόνα που αντικρίζει ο πολίτης: μη αναστρέψιμες ζημιές σε οικοσυστήματα. Αυτό μας κάνει να αντιδρούμε τόσο έντονα. Η διαφορά με τα υπόλοιπα περιβαλλοντικά προβλήματα έγκειται στο ότι είναι γνωστά ενώ αυτό έχει έρθει κάπως ύπουλα. Με τον τρόπο που υλοποιούνται οι ανεμογεννήτριες αντί να δίνουν λύση προκαλούν πρόβλημα.

Στην Ευρώπη οι ανεμογεννήτριες τοποθετούνται σε περιοχές που ήδη έχουν αλλοιωθεί από την ανθρώπινη επέμβαση.