Η Camille Paglia για τον Τραμπ, τους Δημοκρατικούς, τη διεμφυλικότητα και την Ισλαμική τρομοκρατία

Aπό συνέντευξη στην εφημερίδα Weekly Standard
Μετάφραση του Θεοδοσιάδη Μιχάλη και Σοφία Ζήση, για το Respublica.Gr

JVL: Ο Ντόναλντ Τραμπ πρόσφατα διαπληκτίστηκε με τον Τζιμ Κόμει, τον Μπομπ Μιουέλερ, τον Σάντι Καν, τον Εμάνουελ Μακρόν, την Άγκελα Μέρκελ, το ΝΑΤΟ, σταματώ όμως εδώ. Είστε μία από τους ελάχιστους ανθρώπους που από νωρίς κατανόησαν την λαϊκιστική απήχηση του Τραμπ. Κοιτάζοντας την προεδρία του μέχρι στιγμής, νομίζετε ότι εξακολουθεί να έχει την ίδια απήχηση; Τι κάνει σωστά και τί λάθος;

Camille Paglia: Είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το υπόβαθρο: πρώτα απ ‘όλα, πρέπει να καταστήσω σαφείς τις πολιτικές μου ευθύνες. Είμαι εγγεγραμμένη στο Δημοκρατικό Κόμμα και ψήφισα υπέρ του Μπέρνι Σάντερς το 2016 και στις γενικές εκλογές την Ζιλ Στέιν. Από το τελευταίο φθινόπωρο και έπειτα εστιάζω την προσοχή μου στην Καμάλα Χάρι, τη νέα γερουσιαστή από την Καλιφόρνια. Θα ήθελα να την ψηφίσω στην επόμενη προεδρική κούρσα.

Όπως πολλοί έτσι κι εγώ, αρχικά δεν θεώρησα σοβαρό γεγονός την υποψηφιότητα του Ντόναλτ Τραμπ. Στη στήλη μου στο Salon.com τον είχα απορρίψει ως έναν «θορυβώδη παλιάτσο», και υπέθεσα ότι ολόκληρη η πολιτική του εκστρατεία ήταν μια κωμωδία με στόχο τη δημοσιότητα, μια κωμωδία που σύντομα θα κούραζε. Ωστόσο, ο Τραμπ αύξησε τις δυναμικές του λόγω της εντυπωσιακής ανικανότητας και μετριότητας των αντιπάλων του στο GOP [1]. Αυτό που μάλλον έχει ξεχαστεί είναι πως όλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στην εκστρατεία υπέρ της Χίλαρι Κλίντον, πίστευαν ότι ο Μάρκος Ρούμπιο θα είναι ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος. Ήταν η ιδανική στιγμή για έναν υποψήφιο Λατίνο με απήχηση σε όλη τη χώρα, διότι  θα μπορούσε να κάμψει τη δημοτικότητα των Δημοκρατών στη Φλόριντα [2].

Κάτω από το αμείλικτο μάτι της τηλεόρασης, όμως, ο Ρούμπιο εμφανίστηκε σαν ένας αδέξιος έφηβος, εντελώς απροετοίμαστος, για μια εποχή που το θέμα της τρομοκρατίας κυριαρχεί, και ως εκ τούτου, η ανάδειξή του συνοδεύτηκε από θεαματική αμηχανία. Ο ίδιος αποδείχθηκε ένα φιάσκο· συνετρίβη κάτω από την πραγματικά τρομακτική και αλαζονική αυτοπεποίθηση του Τραμπ. Ο Μπεν Κάρσον, εν τω μεταξύ, με το καθηγητικό, βαθυστόχαστο και πνευματώδες κλείσιμο των ματιών του, συχνά φαινόταν να βρίσκεται σε άλλο γαλαξία. Σε κάθε συζήτηση, ο Τεντ Κρουζ, παρά ένθερμους οπαδούς του, συσσώρευε όλο και περισσότερους επικριτές, ενώ την ίδια στιγμή κατέστη αποκρουστικός λόγω της εύθραυστης αυτο-δραματοποίησής του αλλά και της επιβλητικής του μεγαλομανίας. Υπήρχαν δύο καλόκαρδοι, μετριοπαθείς κυβερνήτες των μεσο-δυτικών πολιτειών, ο Τζον Κασίχ από το Οχάιο και ο Σκοτ Γουόκερ από το Ουισκόνσιν, οι οποίοι θα μπορούσαν να απομακρύνουν το χρίσμα από τον Τραμπ και είχαν πολύ καλές επιδόσεις έναντι της Χίλαρι. Αλλά η εκστρατεία τους αποδυναμώθηκε λόγο προσωπικών αδυναμιών· στην τηλεόραση, ο Κασίχ εμφανίστηκε τραχύς και άγαρμπος, ενώ ο Γουόλκερ σαν ένα ζαρωμένο, νευρικό και δειλό ποντίκι με ένα παγωμένο χαμόγελο που θυμίζει Pee-wee Herman [3].

Το βασικό ζήτημα εδώ είναι ότι ο Ντόναλτ Τραμπ κέρδισε το χρίσμα και υπερίσχυσε έναντι πολλών σοβαρών και έμπειρων αντιπάλων του, οι οποίοι απλά δεν μπόρεσαν να συνδεθούν με την πλειοψηφία της βάσης των ψηφοφόρων του GOP. Ωστόσο, ο Τραμπ ήταν ιδιαίτερα άγνωστος, διότι δεν είχε ποτέ του υπηρετήσει σε κάποιο εκλεγμένο αξίωμα. Έχοντας τη φήμη ενός αγενούς και σεξουαλικά υπερδραστήριου ανθρώπου, μέσα στον σκιερό υπόκοσμο των καζίνο και των καλλιστείων, ερχόταν συνέχεια αντιμέτωπος με μια σειρά από έντονες κατηγορίες και υπονοούμενα που εκτόξευε εναντίον του η χρηματοδοτούμενη προπαγάνδα της Κλίντον. Στην πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί εναντίον του Τραμπ περί σεξισμού, ήταν σχετικά λίγοι και δευτερεύουσας σημασίας, σε σύγκριση με τον μακρύ κατάλογο των κατηγοριών που είχαν αποδοθεί στο αρπακτικό Μπιλ Κλίντον.

Η θέση μου εξακολουθεί να είναι η εξής: η Χίλαρι, με το υπεροπτικό ύφος Μαρίας-Αντουανέτας, ήταν μια καταστροφή· η υποψηφιότητά της για το 2016 ήταν ένα λάθος. Κέρδισε το χρίσμα μέσα από εξόφθαλμες στρεψοδικίες στην Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος, υποβοηθούμενη από τα διεφθαρμένα μέσα ενημέρωσης της χώρας, που για σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο, επέβαλαν εικονικό αποκλεισμό σε πιθανούς ανταγωνιστές της. Ο Μπέρνι Σάντερς είχε το ποπουλίστικο πάθος και τις απαντήσεις που μπορούσαν να δοθούν πάνω στην οικονομία, διέθετε την κυβερνητική εμπειρία και την προσωπική ζεστασιά ώστε να αντιμετωπίσει τον Τραμπ. Ήταν ο Σάντερς, για παράδειγμα, ο πρώτος που μίλησε για την κρίση του χρέους που παγιδεύει τους φοιτητές, και μετέπειτα οι άλλοι υποψήφιοι (συμπεριλαμβανομένης της Χίλαρι). Ο φιλόδοξος Τζο Μπάιντεν που μιλά απλά, κατά τη γνώμη μου, παρά το ιστορικό λαθών του που προκαλεί αμηχανία, θα μπορούσε επίσης να είχε κερδίσει τον Τραμπ. Όμως, την τελευταία στιγμή, μπλοκαρίστηκε από τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, για λόγους που τα μεγάλα ΜΜΕ αρνήθηκαν ερευνήσουν.

Μετά τη νίκη του Τραμπ (για την οποία υπήρχαν άφθονα σημάδια ήδη μέσα τους προηγούμενους μήνες), κατέστη σαφές, τόσο στο Δημοκρατικό Κόμμα όσο και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ότι ήταν αναγκαίος ένας ειλικρινής επαναπροσδιορισμός του ρόλου και του περιεχόμενού αυτών των θεσμών, διότι τα αποτελέσματα των εκλογών κατέδειξαν σαφώς ότι ο Τραμπ μιλούσε για ζωτικής σημασίας ανησυχίες (θέσεις εργασίας, μετανάστευση και τρομοκρατία μεταξύ αυτών), για τις οποίες οι Δημοκρατικοί δεν διέθεταν πολλές συγκεκριμένες λύσεις. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, πάρα πολλοί επιφανείς Δημοκρατικοί πολιτικοί ήταν απασχολημένοι με τα εγχώρια ζητήματα, ενώ σε ό,τι έχει να κάνει με θέματα διεθνών υποθέσεων, έδειχναν αδιαφορία. Μεταξύ των ψηφοφόρων, οι πιο ένθερμοι ακόλουθοι της Χίλαρι (ιδιαίτερα νεαρές γυναίκες αλλά και γυναίκες της μέσης ηλικίας, καθώς και επιφανείς διασημότητες) δεν φαινόταν να συγκινούνται από τις μέτριες υπηρεσίες της υπουργού Εξωτερικών, που κατά τη διάρκεια της θητείας της οι ολοένα και περισσότερες αεροπορικές επιδρομές το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποσταθεροποιήσουν τη Βόρεια Αφρική.

Αν η Χίλαρι είχε κερδίσει όλοι θα περίμεναν από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του Τραμπ να δείξουν ένα ελάχιστο σεβασμό για τα εκλογικά αποτελέσματα καθώς και για την ιστορική τελετή της ορκωμοσίας, κατά την οποία οι πρώην αντίπαλοι συνενώνονται για να τιμήσουν την ειρηνική μετάβαση της εξουσίας στη δημοκρατία μας. Δεν ήταν, όμως, τέτοια η αντίδραση μιας πολύ μεγάλης μερίδας των Δημοκρατικών που συγκλονίστηκε από τη νίκη του Τραμπ. Σε μια τέτοια αποτρόπαιη αποτυχία για την ηγεσία, που μπορεί να αποτελεί ένα από τα πιο θλιβερά συμβάντα σε όλη την ιστορία του σύγχρονου Δημοκρατικού Κόμματος, ο Τσακ Τσάμερ, ο οποίος ανέλαβε να γίνει ο Δημοκρατικός ηγέτης της Γερουσίας μετά την αποχώρηση του Χάρι Ράιντ, δεν υποστήριξε απολύτως καμία ηθική εξουσία, καθώς το κόμμα έχασε κάθε έλεγχο μέσα στο όργιο θυμού και φοβίας που κατέκλυσε τη χώρα. Ούτε υπήρξαν οξυδερκείς εκκλήσεις για συγκράτηση και σύνεση από δύο έμπειρους πολιτικούς, όπως η γερουσιαστής Νταιάν Φέινστειν και η συνάδελφος Νάνσι Πελόσι, τους οποίους θαυμάζω εδώ και δεκαετίες και πιστεύω εδώ και πολύ καιρό ότι θα έπρεπε οι ίδιες να είχαν σκεφτεί την προεδρική κούρσα. Πώς οι Δημοκρατικοί πιστεύουν ότι μπορούν να διευρύνουν την εκλογική τους υποστήριξη εάν συνεχίσουν με τούτο τον αυτοκαταστροφικό τρόπο να αμφισβητούν τους ανθρώπους της μισής χώρας, ως κακοποιούς, ρατσιστές και ομοφοβικούς;

Όλα αυτά μας ωθούν να εξετάσουμε την απόδοση του Τραμπ μέχρι σήμερα. Το αρχικό ερώτημα που είχε τεθεί ήταν το εξής: θα μπορούσε ένας δριμύς και καυστικός πρώην αστέρας βγαλμένος από reality show να μετατραπεί σε ένα πιο μετρημένο προεδρικό πρόσωπο; Βέβαια, προς απογοήτευση των επίμονων επικριτών του, ο Τραμπ πραγματοποίησε αυτή τη στροφή στο Καπιτώλιο μόλις κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας του το ίδιο πρωί, όταν εμφανίστηκε σοβαρός και αφοσιωμένος. Έδειχνε πως γνώριζε καλά πόσο βαρύ ήταν το καθήκον του ανώτατου αξιώματος που είχε αναλάβει. Όσον αφορά τις ιδιαίτερες ενέργειές του ως πρόεδρος, δεν είμαι οπαδός εκτελεστικών διαταγμάτων, τα οποία καταπατούν τα δικαιώματα του Κογκρέσου. Αυτά είχα ήδη αρχίσει να τα καταγγέλλω όταν ο Ομπάμα τα υπέγραφε διαρκώς (αλλά τότε οι διαμαρτυρίες από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ήταν μηδαμινές).

Η εκτελεστική διαταγή για την «ταξιδιωτική απαγόρευση» που εξέδωσε ο Τραμπ στα τέλη του Γενάρη έγινε προφανώς υπερβολικά γρήγορα και με ιδιαίτερα ανεπαρκείς έρευνες (που αφορούν, για παράδειγμα, τους κατόχους πράσινης κάρτας, οι οποίοι θα έπρεπε να εξαιρεθούν από την απαγόρευση). Η διοίκηση φέρει την πλήρη ευθύνη για την εκτόξευση της σπίθας μιας ήδη προκληθείσας «αντίστασης». Ωστόσο, δεν βλέπω το «χάος» στον Λευκό Οίκο που επικαλούνται και αναπαράγουν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης (όπως και οι συντηρητικοί «Never Trumpers»[4])• πιο σωστά, δεν βλέπω περισσότερο χάος σε σχέση με αυτό που υπήρχε κατά τους πρώτους έξι μήνες της θητείας των Κλίντον και Ομπάμα. Ο Τραμπ φαίνεται ότι προσπαθεί μεθοδικά να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει την οικονομία και την απορύθμιση – θέματα που πάντα ήταν αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων στο δικομματικό μας σύστημα. Τα σταματήματα και οι επανεκκινήσεις στην υλοποίηση του προγράμματός του οφείλονται εν μέρει στην παθητικότητα εκείνης της ηγεσίας του GOP η οποία διατηρεί επαφή με τους ψηφοφόρους, αλλά και στην παραφροσύνη της.

Φαίνεται ότι υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα αντιλήψεων ανάμεσα στον Τραμπ και στους πιο αδυσώπητους επικριτές του εξ’ αριστερών. Πολλοί Δημοκρατικοί της ανώτερης και μεσαίας τάξης και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο θεωρούν τους εαυτούς τους υποδείγματα «συμπόνιας». Αυτό το έχουν ανάγει σε ύψιστη πολιτική αρχή και συνεχώς προσβάλλουν τους ψηφοφόρους του Τραμπ ως «αστοιχείωτους», που «δεν καταλαβαίνουν τίποτα» και «είναι μισάνθρωποι». Τούτοι οι Δημοκρατικοί της αφρόκρεμας σερφάρουν σε έναν ακαθόριστο σύμπαν υποκειμενικού συναισθήματος, θεωρητικής ασάφειας και εκλεπτυσμένης γλώσσας. Όμως, ο Τραμπ είναι, κατ’ επάγγελμα οικοδόμος που ασχολείται με τον αντικειμενικό καθημερινό και σκληρό υλικό κόσμο, με τη γεωμετρία και τα κατασκευαστικά έργα, με έναν κόσμο που ο τρόπος επικοινωνίας θυμίζει τον βάναυσο, σκληρό, και ανθεκτικό προ-νεωτερικό τρόπο ζωής της εργατικής τάξης, της οποίας η καθημερινός τόπος ήταν οι αχυρώνες (barnyards). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Βικτοριανοί αστοί της βιομηχανικής εποχής προσπάθησαν να «σβήσουν» από την αγγλική γλώσσα από τη λέξη «barnyard».

Την περασμένη εβδομάδα, τούτες οι διαφορές βρισκόταν στο επίκεντρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία αναλώνονται στις αδυσώπητες φαντασιώσεις τους περί Ρωσίας, βάσει μιας μαρτυρίας του πρώην διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμει ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας. (Ο Κόμει είναι ένας τεράστιος τσαρλατάνος ​​ο οποίος έπρεπε να απολυθεί εντός 48 ωρών από την ανάληψη των καθηκόντων της Χίλαρι ή του Tράμπ.) Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ συνέχιζε τη δουλειά του· το επόμενο πρωί έκανε παρατηρήσεις στο Υπουργείο Μεταφορών σχετικά με την «κανονιστική ανακούφιση», η οποία απέσπασε την προσοχή μου ενώ ήμουν στο αυτοκίνητο εκείνο το απόγευμα. Τα λόγια του για το σίδερο, το αλουμίνιο και το χάλυβα φαινόταν να κόβουν σα μαχαίρι στον αέρα. Στη συνέχεια, βρήκα ολόκληρο το κείμενο στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου. Μερικά βασικά αποσπάσματα:

Είμαστε εδώ σήμερα για να εστιάσουμε στην επίλυση ενός από τα μεγαλύτερα εμπόδια στη δημιουργία νέων υποδομών που έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη. Αυτά τα εμπόδια είναι η ανυπόφορα αργή, δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία λήψης αδειών και εγκρίσεων για την οικοδόμηση. Και το γνώριζα αυτό από τον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για μια μακρά, αργή, άσκοπα φορτισμένη διαδικασία. Η διοίκησή μου δεσμεύεται να τερματίσει τις φοβερές καθυστερήσεις μία για πάντα. Ο υπερβολικός χρόνος αναμονής για την αδειοδότηση είχε ως επακόλουθο να προκληθούν τεράστιες οικονομικές δυσκολίες στις πόλεις και τις πολιτείες σε ολόκληρη τη χώρα μας, ενώ έχει μπλοκαριστεί η υλοποίηση πολλών σημαντικών έργων…

Για πολύ καιρό, η Αμερική έριξε τρισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση ξένων χωρών επιτρέποντας παράλληλα τη χώρα μας – τη χώρα που αγαπάμε – και την υποδομή της να πέσει σε κατάσταση πλήρους χαλάρωσης. Οι γέφυρές μας είναι, από κατασκευαστικής άποψης, ανεπαρκείς, οι δρόμοι φραγμένοι, τα φράγματα και υδατοφράκτες καταρρέουν. Τα ποτάμια μας αντιμετωπίζουν προβλήματα, οι σιδηρόδρομοι παλιώνουν, και το ατέλειωτο μποτιλιάρισμα στους δρόμους επιβραδύνει το εμπόριο και μειώνει την ποιότητα ζωής των πολιτών μας. Πέρα από αυτό όμως, η κατάσταση βαδίζει καλώς. Αντί να ανοικοδομήσουμε τη χώρα μας, η Ουάσιγκτον έχει περάσει δεκαετίες δημιουργώντας μια πυκνή δέσμη κανόνων, κανονισμών και γραφειοκρατίας. Χρειάστηκαν μόνο τέσσερα χρόνια για την κατασκευή της Γέφυρας Γκόλντεν Γκέιτ και πέντε χρόνια για την κατασκευή του φράγματος Χούβερ και λιγότερο από ένα χρόνο για την κατασκευή του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Οι άνθρωποι δεν το πιστεύουν ότι απαιτήθηκε λιγότερο από ένα έτος. Αλλά σήμερα, μπορεί να απαιτηθούν δέκα χρόνια, ίσως και περισσότερα, μόνο για να πάρουμε τις εγκρίσεις και τις άδειες που απαιτούνται για την κατασκευή ενός μεγάλου έργου υποδομής.

Στην πραγματικότητα, Αυτά τα γραφήματα δίπλα μου είναι μια απλοποιημένη έκδοση της διαδικασίας αδειοδότησης της εθνικής μας οδού. Περιλαμβάνουν δεκαέξι διαφορετικές εγκρίσεις στις οποίες συμμετέχουν δέκα διαφορετικές ομοσπονδιακές υπηρεσίες που διέπονται από εικοσιέξι διαφορετικά καταστατικά. Για παράδειγμα – και αυτό συνέβη μόλις πριν από 30 λεπτά – καθόμουν με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την οικονομική ανάπτυξη του κράτους και των δρόμων. Όλοι εσείς στο δωμάτιο τώρα: ένας κύριος από το Μέριλαντ μιλούσε για έναν δρόμο μήκους 18 μιλίων. Έφερε μαζί του μερικές από τις εγκρίσεις που είχαν πάρει και πλήρωσαν. Χρησιμοποίησαν 29 εκατομμύρια δολάρια για μια περιβαλλοντική έκθεση, βάρους 70 κιλών και αξίας 24.000 δολαρίων ανά σελίδα…

Δεν εκλέχθηκα για να δώσω συνέχεια σε ένα αποτυχημένο σύστημα. Εκλέχθηκα για να το αλλάξω. Όλοι μας στην κυβέρνηση προσφέρουμε υπηρεσίες που θα επιλύσουν τα προβλήματα που μαστίζουν τη χώρα μας. Εδώ που είμαστε οφείλουμε να είμαστε φιλόδοξοι, να δράσουμε με τόλμη και να υπερβούμε τις ασήμαντες κομματικές διαμάχες της Ουάσιγκτον D.C. Είμαστε εδώ για να αναλάβουμε δράση. Ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να οικοδομούμε στη χώρα μας, με Αμερικανικό εργατικό δυναμικό και με σίδερο, αλουμίνιο και χάλυβα Αμερικανικής προέλευσης. Ήρθε η ώρα για νέα μεγάλα δημόσια έργα που εμπνέουν υπερηφάνεια στους ανθρώπους και στις πόλεις μας.

Δεν μπορούμε πλέον να επιτρέψουμε στους ισχύοντες κανόνες και κανονισμούς να δεσμεύουν την οικονομία μας, να αλυσοδένουν την ευημερία μας και να καταστρέφουν το σπουδαίο μας Αμερικανικό φρόνημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα καταργήσουμε αυτούς τους περιορισμούς και θα αποδεσμεύσουμε το πλήρες δυναμικό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Θα απαλλαγούμε από την αδράνεια και τις κωλυσιεργίες που σπαταλούν τόσο το χρόνο σας όσο και τα χρήματά σας. Στόχος μας είναι ολόκληρη η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μπορεί να δημιουργεί σημεία επαφής μαζί σας στα οποία θα δίνονται αποφάσεις (ναι ή όχι), ενώ εσείς θα πρέπει να τις υλοποιείτε γρήγορα, είτε πρόκειται για δρόμο, για αυτοκινητόδρομο, γέφυρα ή φράγμα.

Για να γίνει αυτό, δημιουργούμε ένα νέο φόρουμ με στόχο να βοηθήσουμε τους διαχειριστές έργων να περιηγηθούν στον γραφειοκρατικό λαβύρινθο. Αυτό το φόρουμ θα βελτιώσει επίσης τη διαφάνεια δημιουργώντας ένα νέο ηλεκτρονικό πίνακα ελέγχου, που θα καταστήσει την παρακολούθηση μεγάλων έργων με εύκολο τρόπο και σε κάθε στάδιο κατά τη διαδικασία έγκρισης. Το ίδιο φόρουμ θα προσβλέπει την επιβολή σκληρών ποινών για κάθε ομοσπονδιακή υπηρεσία που συστηματικά κωλυσιεργεί τα έργα και υπερβαίνει τις προθεσμίες…

Μαζί, θα χτίσουμε έργα για να εμπνεύσουμε τους νέους ανθρώπους, για να απασχολούμε τους εργαζόμενους μας και να δημιουργήσουμε πραγματική ευημερία για τον λαό μας. Θα ρίξουμε νέο τσιμέντο, θα βάλουμε νέο τούβλο και θα δούμε νέους σπινθήρες να φωτίζουν τα εργοστάσιά μας, ενώ θα κατασκευάσουμε μέταλλο από τα καμίνια του Ραστ Μπελτ (Rust Belt) [5], της αγαπημένης μας ενδοχώρας που έχει ξεχαστεί. Όμως, από εδώ και στο εξής δεν θα είναι ξεχασμένη.

Στη ράχη της χώρας μας θα βάλουμε νέο αμερικανικό χάλυβα. Αμερικανοί εργάτες θα κατασκευάσουν νέες ζώνες εμπορίου στον τόπο μας. Θα κατασκευάσουν αυτά τα μνημεία από ακτή σε ακτή και από πόλη σε πόλη. Και με αυτούς τους νέους δρόμους, τις γέφυρες, τα αεροδρόμια και τους θαλάσσιους λιμένες, θα ξεκινήσουμε ένα θαυμάσιο νέο ταξίδι σε ένα λαμπρό και ένδοξο μέλλον. Θα χτίσουμε ξανά. Θα γίνουμε ισχυροί πάλι και θα αναπτυχθούμε. Και θα οικοδομήσουμε ξανά την μεγάλη Αμερική.

Φυσικά αυτή η ορμητική ομιλία (που αντανακλά το φρόνημα ενός καταφερτζή της εποχής του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου) είχε περιορισμένη κάλυψη από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Οι δημοσιογράφοι της μεσαίας τάξης, ζαλισμένοι από τις λέξεις, τις επαναλήψεις και τα καυστικά σχόλια, δεν μπήκαν στον κόπο να κατανοήσουν πως τα πολύπλοκα κατασκευαστικά έργα είναι αυτά που καθιστούν εφικτό τον σύγχρονο πολιτισμό. Αναγνωρίζουν τους εργάτες των κατασκευαστικών έργων μόνο όταν αυτοί εμφανίζονται ως αιώνια θύματα. Αν, βέβαια, οι εργάτες πάρουν την πρωτοβουλία να σκεφτούν για τον ίδιο τους τον εαυτό, και αν ψηφίσουν όχι τους φιλελεύθερους κυρίαρχους πολιτικούς, αλλά άλλους, τότε χαρακτηρίζονται αγροίκοι και παρίες. Εν ολίγοις, για να έχουν ελπίδες οι Δημοκρατικοί να ξανακερδίσουν τον Λευκό Οίκο, θα πρέπει να πάψουν να είναι υπερόπτες. Θα πρέπει να απολέσουν τη φανατική τους ρητορική· θα πρέπει να στραφούν προς την απτή πραγματικότητα και την ελεύθερη χώρα που έχουν την τύχη να ζουν.

JVL: Μια από τις άλλες μεγάλες ειδήσεις κατά τις τελευταίες εβδομάδες ήταν η τρομοκρατία στη Μεγάλη Βρετανία. Όλοι πασχίζουν να αποδείξουν ότι δεν πρόκειται για «ισλαμική» τρομοκρατία, αλλά για «ισλαμιστική» («Ισλάμ-ισμός») τρομοκρατία. Έχει σημασία εδώ η επιλογή της λέξης; Μήπως το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι ο δυτικός φιλελευθερισμός εμποδίζει την κριτική στις δυνάμεις που αντιτίθενται σε αυτόν;

CP: Τα είπατε πολύ σωστά αναφορικά με τον δυτικό φιλελευθερισμό και την εμμονή του με τη γλώσσα. Ο δυτικός φιλελευθερισμός αποκλείει την ευρεία μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας ή τη συστηματική παρατήρηση των σημερινών κοινωνικών συνθηκών. Ο φιλελευθερισμός της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του ’60 εξύψωσε τις πολιτικές ελευθερίες, τον ατομικισμό και την εναντίωση μέσα από τον λόγο και τη σκέψη. Το να θέτουμε κάθε αρχή και εξουσία υπό αμφισβήτηση ήταν τυπικό ερέθισμα της γενιάς μου όταν βρισκόμουν στο κολέγιο. Αλλά ο σημερινός φιλελευθερισμός έχει γίνει εξαιρετικά μηχανιστικός και αυταρχικός: ανάγει το ατόμο σε μια ομαδική ταυτότητα, ενώ την ίδια στιγμή προσδιορίζει αυτήν την ομάδα με όρους μόνιμης θυματοποίησης και ταυτόχρονα αρνείται το δημοκρατικό δικαίωμα άλλων να αμφισβητούν την ιδεολογία αυτής της ομάδας. Η Πολιτική Ορθότητα αντιπροσωπεύει την απολιθωμένη θεσμοθέτηση κάποιων επαναστατικών ιδεών που σε μια εποχή θεωρούνταν ζωτικής σημασίας, ενώ σήμερα έχουν εισέλθει στην κανονικότητα. Πρόκειται για μια σταλινικού τύπου καταστολή η οποία ελέγχεται από μια πολύπλοκη και παρασιτική γραφειοκρατία που προσπαθεί να επιβάλει τις δικές της επιταγές.

Η απροθυμία και η ανικανότητα των δυτικών φιλελεύθερων να αντιμετωπίσουν ειλικρινά τον τζιχαντισμό υπήρξε καταστροφικά αντιπαραγωγική, καθότι ενέπνευσε την άνοδο των πολιτικών δυνάμεων της Δεξιάς στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πολίτες έχουν απόλυτο δικαίωμα να ζητούν βασική ασφάλεια από την κυβέρνησή τους. Οι διαμαρτυρίες στις οποίες πολλοί φιλελεύθεροι καταφεύγουν ώστε να αποφύγουν τη σύνδεση βομβιστικών επιθέσεων, σφαγών, διωγμών και πολιτιστικών βανδαλισμών με τον ισλαμικό τζιχαντισμό είναι αξιοσημείωτές, δεδομένης της συνηθισμένης εχθρότητάς τους στη θρησκεία, και πάνω απ ‘όλα στον Χριστιανισμό. Ορισμένοι σχολιαστές ισχυρίστηκαν ότι η κριτική στο Ισλάμ ενέχει φυλετικές προκαταλήψεις. Έτσι, το Ισλάμ μένει έξω από κάθε κριτική, επειδή είναι κατά κύριο λόγο μια θρησκεία μη λευκών, των οποίων δύο ιερές πόλεις βρίσκονται σε έδαφος που σε κάποια ιστορική στιγμή οι δυτικοί ιμπεριαλιστές υπήρξαν καταπιεστές.

Εδώ και εικοσιπέντε χρόνια ζητώ να γίνει η συγκριτική θρησκεία το βασικό πρόγραμμα σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. (Μιλώ ως άθεη.) Η γνώση των μεγάλων παγκόσμιων θρησκειών – όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός, ο Ιουδαϊσμός-Χριστιανισμός και το Ισλάμ – αποτελεί την πραγματική πολυπολιτισμικότητα. Ο καθένας πρέπει να έχει μια γενική εξοικείωση με τις πεποιθήσεις, τα κείμενα, τις τελετουργίες, την τέχνη και τα ιερά όλων των μεγάλων θρησκειών. Μόνο μέσω μιας άμεσης επαφής με τον Κοράνι και τη Χαντίθ, για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να ξέρει τι λένε για τη τζιχάντ και πώς αυτά τα εντυπωσιακά πολυάριθμα αποσπάσματα έχουν ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους κατά την πάροδο του χρόνου. Αυτή τη στιγμή, πάρα πολλοί κοσμικοί δυτικοί φιλελεύθεροι αντιμετωπίζουν το Ισλάμ με πατερναλιστικό τρόπο· μιλούν για αυτή τη θρησκεία με καλές διαθέσεις γενικά και αόριστα αλλά εξ’ αποστάσεως. Δεν καταβάλλουν, όμως, καμία προσπάθεια ενασχόλησης με τα περίπλοκα μεικτά μηνύματά της που μπορούν να εμπνεύσουν καλές πράξεις ή να οδηγήσουν σε ενέργειες που έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στη διεθνή σκηνή.

JVL: Συνεχίζω να περιμένω την αναμέτρηση φεμινισμού και διεμφυλισμού, η οποία ποτέ δεν συμβαίνει. Βλέπω ότι ο σύνδεσμος La Leche – ο οποίος κάποτε κινούνταν στον χώρο του φεμινισμού – έχει τα τελευταία δύο χρόνια απορροφηθεί πλήρως από το ζήτημα της διεμφυλικότητας. Το κεντρικό τους κείμενο είναι (για τώρα) Η Γυναικεία Τέχνη του Θηλασμού, αλλά έχουν αλλάξει επίσημα τη στάση τους ώστε να συμπεριλαμβάνονται άντρες και πατέρες οι οποίοι θηλάζουν. Η πραγματική διατύπωση της πολιτικής τους είναι υπέροχη: «Τώρα αναγνωρίζεται ότι ορισμένοι άνδρες μπορούν να θηλάσουν». Αυτό που δεν έχει, βέβαια, ειπωθεί είναι το πόρισμα ότι ορισμένες γυναίκες είναι βιολογικά ανίκανες να θηλάσουν. Αυτό, ωστόσο, θα έλεγε κανείς, έρχεται σε αντίθεση με τις ιδρυτικές αρχές του Συνδέσμου. Τι συμπέρασμα βγάζει κανείς από όλα αυτά;

CP: Οι φεμινίστριες συγκρούστηκαν δημόσια με τους διεμφυλικούς ακτιβιστές, πολύ περισσότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο από ό, τι εδώ. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια έλαβε χώρα μια οργανωμένη εκστρατεία ιδιαίτερα άγρια, που συμπεριλάμβανε και μια αναφορά με 3.000 αιτήσεις υπογραφών, για να ακυρώσει μια διάλεξη της Τζερμέν Γκριρ (Germaine Greer) στο πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, λόγω των «προσβλητικών» απόψεών της σχετικά με τη διεμφυλικότητα. Η Γκριρ, μία μελετητής λογοτεχνίας, από τους μεγαλύτερους πρωτοπόρους του δεύτερου ρεύματος φεμινισμού, από πάντα στεκόταν ενάντια στην άποψη που έλεγε ότι οι άνδρες οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου μπορούν να θεωρούνται πραγματικές «γυναίκες». Η διάλεξή της στο Κάρντιφ (σχετικά με το «Γυναίκες και Εξουσία στον Εικοστό Αιώνα») τελικά ολοκληρώθηκε, με μεγάλη ασφάλεια.

Και το 2014, το βιβλίο Gender Hurts, μιας ριζοσπαστικής αυστραλιανής φεμινίστριας, της Σίλα Τζέφρις (Sheila Jeffreys), υπήρξε αφορμή να ξεσπάσουν έντονες διαμάχες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Τζέφρις εξισώνει τη διεμφυλικότητα με τον μισογυνισμό και την περιγράφει ως μια μορφή «ακρωτηριασμού». Αυτή και οι φεμινίστριες σύμμαχοί της αντιμετώπισαν παρατεταμένες δυσκολίες στην εξασφάλιση ενός χώρου ομιλίας στο Λονδίνο, λόγω απειλών και ταραχών από διεμφυλικούς ακτιβιστές. Τέλος, κυκλοφόρησε το Conway Hall, που αποτελεί μια δυναμική και λεπτομερής διάλεξη της Τζέφρις, τον περασμένο Ιούλιο. Είναι όλη διαθέσιμη στο YouTube. Σε αυτήν υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η φαρμακευτική βιομηχανία, έχοντας χάσει το εισόδημά της καθώς η συνηθισμένη θεραπεία με οιστρογόνα για τις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες εγκαταλείφθηκε γιατί εγκυμονούσε κινδύνους για την υγεία τους, προώθησε τη σχετικά νέα ιδέα της διεμφυλικότητας, προκειμένου να δημιουργήσει μια μόνιμη τάξη πελατών που θα χρειάζονται εφ’ όρου ζωής συνταγογραφούμενες ορμόνες.

Αποκαλώ τον εαυτό μου διεμφυλικό άτομο· φορούσα φανταχτερά ανδρικά ρούχα από την πρώιμη παιδική ηλικία· είμαι, ωστόσο, ιδιαίτερα επιφυλακτική σχετικά με το σημερινό ρεύμα των διεμφυλικών, το οποίο νομίζω ότι κατά βάση είναι αποτέλεσμα ψυχολογικών και κοινωνιολογικών παραγόντων και όχι των σημερινών συζητήσεων περί φύλου. Επιπλέον, καταδικάζω την ολοένα και αυξανόμενη συνταγογράφηση των αναστολέων της εφηβείας (των οποίων οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι άγνωστες) για τα παιδιά. Θεωρώ αυτή την πρακτική ποινική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Είναι πέρα για πέρα ειρωνικό, ότι οι φιλελεύθεροι παίρνουν θέση υπέρ της επιστήμης σε ό,τι αφορά την υπερθέρμανση του πλανήτη (ένας συναισθηματικός μύθος που δεν υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία) ενώ αποφεύγουν κάθε αναφορά στη βιολογία όταν πρόκειται για το φύλο. Η βιολογία έχει αποκλειστεί από τα προγράμματα των γυναικείων σπουδών και των σπουδών για τα φύλα εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Έτσι, πολύ λίγοι καθηγητές και θεωρητικοί των σημερινών σπουδών πάνω στο φύλο, τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, είναι διανοητικά και επιστημονικά προετοιμασμένοι να διδάξουν την ύλη τους. Η ψυχρή βιολογική αλήθεια είναι ότι οι αλλαγές πάνω στο φύλο δεν είναι εφικτές. Κάθε συγκεκριμένο κύτταρο του ανθρώπινου σώματος παραμένει κωδικοποιημένο με το φύλο ενός ατόμου για μια ζωή. Μπορούν να εμφανιστούν διασεξουαλικές αμφισημίες, αλλά αυτές αποτελούν αναπτυξιακές ανωμαλίες που αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπινων γεννήσεων.

Σε μια δημοκρατία, όλοι πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από παρενόχληση και κακομεταχείριση, ανεξάρτητα από το πόσο αντικομφορμιστές ή εκκεντρικοί είναι. Αλλά ταυτόχρονα, κανείς δεν αξίζει ειδικά δικαιώματα, προστασίες ή προνόμια βάσει της εκκεντρικότητάς του. Οι κατηγορίες «διεμφυλικός άνδρας» και «διεμφυλική γυναίκα» είναι πολύ σαφείς και αξίζουν σεβασμό. Αλλά, όπως η Τζερμέν Γκριρ και η  Σίλα Τζέφρις, απορρίπτω τον κρατικό εξαναγκασμό να αποκαλέσω κάποιον άνθρωπο «άνδρα» ή «γυναίκα», απλά και μόνο με βάση την υποκειμενική του αίσθηση. Μπορούμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο της καλής θέλησης και να προτιμήσουμε τον ευγενικό τρόπο απεύθυνσης σε αυτούς τους ανθρώπους, αλλά είναι επιλογή μας μόνο.

Σε ό,τι αφορά τον σύνδεσμο La Leche: δεν είναι καθόλου έτοιμοι να εμπλακούν στον τόσο αδυσώπητο πολιτισμικό πόλεμο (cultural war) [6]. Αντί για αυτό εμμένουν στη λογική της φροντίδας, και ισχυρίζονται ότι οι ανθρώπινες σχέσεις θα πρέπει να πλημμυρίζονται από ευγένεια. Θεωρούν φυσικό να τρέχουν πίσω από κλαμένα μωρά οποιασδήποτε ηλικίας.

Η υπεράσπιση της ακεραιότητας της Αγγλικής γλώσσας (η οποία, όπως όλες οι γλώσσες, αλλάζει αργά και οργανικά με την πάροδο του χρόνου) εναπόκειται στους καθηγητές λογοτεχνίας και συγγραφείς. Από τη στιγμή που τόσα πολλά τμήματα ανθρωπιστικών επιστημών αναλώνονται στον μετα-δομισμό, η υπέροχη Αγγλική γλώσσα θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με όσους θέλουν να την αλλοιώσουν για χάρη του έμφυλου ζητήματος.

Σημειώσεις

[1] GOP (Grand Old Party), όπως συνήθως αποκαλείται το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

[2] Η Φλόριδα είναι μια πολιτεία με υψηλό ποσοστό Λατινοαμερικανών (Latinos), οι οποίοι συνήθως προτιμούν τους Δημοκρατικούς σχεδόν σε κάθε εκλογές από το 1970 και έπειτα.

[3] Πρόκειται για έναν φανταστικό χαρακτήρα που δημιουργήθηκε και απεικονίστηκε από τον αμερικανικό κωμικό Paul Reubens. Τον χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερα περίεργο και σαρκαστικό γέλιο.

[4] Οι Never Trumpers είναι ένα μείγμα κεντροδεξιών, κοινωνικά συντηρητικών και οικονομικά φιλελεύθερων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που εξ’ αρχής είχαν αντιταχθεί στις πολιτικές του Τραμπ.

[5] Ραστ Μπελτ, σε ακριβή μετάφραση «ζώνη της σκουριάς»: αφορά τις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας, που έχουν πέσει σε οικονομική αδράνεια τις τελευταίες δεκαετίες, είτε λόγω μεταφοράς των επιχειρήσεων στο εξωτερικό, είτε γιατί οι περιβαλλοντικοί νόμοι περιόρισαν τις δραστηριότητες των μεταλλείων και των εργοστασίων παραγωγής χάλυβα.

[6] Ο όρος «πολιτισμικός πόλεμος» (cultural wars) αναφέρεται στις ιδεολογικές συγκρούσεις μεταξύ παραδοσιοκρατών και προοδευτικών/φιλελεύθερων στις ΗΠΑ. Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, οι συγκρούσεις αυτές επηρεάζουν τις συζητήσεις σχετικά με τα δημόσια σχολεία, την οπλοκατοχή, τις εκτρώσεις κλπ.

Advertisements
Posted in Αναδημοσιεύσεις, Κείμενα | 1 σχόλιο

Από την τεχνοφιλία…στην Αποανάπτυξη

Απόσπασμα από το κείμενο του Δ. Μαρκόπουλου «Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

Το αφήγημα της τεχνοφιλικής ισότητας

Στο όνομα του πλουραλισμού, της ακατάσχετης πληροφόρησης κι ενός δήθεν εκδημοκρατισμού της επικοινωνίας, η νεοτεχνολογία το μόνο που ξέρει πολύ καλά να κάνει είναι να βομβαρδίζει το άτομο με εντελώς ασήμαντα πράγματα και να τροφοδοτεί τον ναρκισσισμό του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας ψευδο-εξισωτικής προφητείας αποτελεί το εφεύρημα της τρισδιάστατης εκτύπωσης, όπου μέσω προσωπικών 3D εκτυπωτικών συσκευών θα μπορούμε να «φτιάξουμε» ό,τι θέλουμε και όποτε το θέλουμε. Εδώ ύψιστη αρχή και τελικός σκοπός ανακηρύσσεται η δυνατότητα να μπορούν όλοι να σχεδιάζουν και να παράγουν προϊόντα την ώρα ακριβώς που το επιθυμούν, παρακάμπτοντας την κλασική οδό της αγοράς τους από τις μεγάλες εταιρείες, ασχέτως του αν αυτά τα προϊόντα έχουν πράγματι κάποια χρησιμότητα. Αυτό που μετράει είναι η διαμοιρασμένη αίσθηση της άμεσης εκμετάλλευσης του τεχνολογικού δυναμικού.

Πρόκειται για την ίδια ακριβώς ψευδαίσθηση ισότητας που εκτρέφεται και στην περίπτωση της περιδίνησης στη δημόσια σφαίρα του διαδικτύου. Όπως ισχυρίζεται εύλογα, αλλά και ταυτόχρονα ανοήτως, ο πολύς Πάσχος Μανδραβέλης: «Στον κυβερνοχώρο, οικονομικά και τεχνολογικά όλοι βρίσκονται στο ίδιο σημείο εκκίνησης»[1]. Ωστόσο, τι περιεχόμενο διαθέτει τούτη η «ισότητα»; Μάλλον τίποτα παραπάνω από την ακατανίκητη, όπως φαίνεται, τάση να προσχωρούμε εξίσου στη φλυαρία, την κενολογία, και την αισθητική ασημαντότητα. Δηλαδή, τίποτε άλλο παρά έναν χαμηλότατης στάθμης τεχνολογικό και πολιτιστικό μέσο όρο που έχουμε δικαίωμα να απολαμβάνουμε στις κοινωνίες της μαζικής κουλτούρας.

Ο τεχνολογικός κομφορμισμός ενάντια στα κοινωνικά κινήματα

Η κουβέντα περί τεχνολογίας αποτελεί μια καλή αφορμή για να απεγκλωβιστούμε από το θεωρητικό σχήμα της καταστολής και του παντοδύναμου κράτους, το οποίο κυριαρχεί στις αναλύσεις των παραδοσιακών πολιτικών χώρων στο πλαίσιο του αντιαυταρχικού φαντασιακού που τους διαπνέει (και το οποίο, όπως είδαμε, κυριαρχεί ακόμη και στη σκέψη ενός συγγραφέα όπως ο Κούρτσιο, ο οποίος τονίζει, κατά τα άλλα, τις ευθύνες του ατόμου στην υποταγή του στην «Εικονική Αυτοκρατορία»). Έχει, νομίζουμε, φανεί από τα παραπάνω ότι είναι κυρίως οι πληθυσμοί που συμπλέουν με το νεοτεχνολογικό φαντασιακό και υιοθετούν την κομφορμιστική στάση ζωής που ταιριάζει στις κοινωνίες της μαζικής κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία σήμερα δεν είναι εργαλείο στα χέρια της κοινωνίας για ευημερία και πρόοδο αλλά αποκλειστικά μέσο προσωπικής διάκρισης εντός του καταναλωτικού ανταγωνισμού στον οποίο συμμετέχουν τα μέλη της. Άλλωστε, από πολιτική σκοπιά, ο άνωθεν κοινωνικός έλεγχος -είτε εντός αυταρχικών καθεστώτων είτε στις σημερινές (παρακμάζουσες) φιλελεύθερες ολιγαρχίες- αποκτά σημασία μόνο όταν υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά κινήματα και πολιτικοί αγώνες που προβάλλουν επίμονα αντιστάσεις. Στην λιμνάζουσα εποχή μας, επομένως, το πρωτεύον είναι μάλλον να εξετάσουμε τις ανθρωπολογικές συνθήκες που καθιστούν δύσκολη ή αδύνατη την ανάπτυξη νέων κινημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει πάντα να διερευνούμε τι επιπτώσεις έχει η σύγχρονη «τεχνολογικοποιημένη» ζωή στην ανθρωπολογική συγκρότηση των υποκειμένων.

Μήπως, λοιπόν, η έλλειψη δυναμικών κινημάτων αμφισβήτησης της σημερινής κοινωνίας θα πρέπει να αποδοθεί, όχι τόσο σε κάποιου είδους πρόσκαιρης υποχώρησης της πολιτικής και ταξικής συνείδησης, όπως συνήθως διατυμπανίζει η Αριστερά, αλλά κατά βάση στην ολοένα και πιο παγιωμένη τάση αποσύνθεσης των κοινωνικών δεσμών και της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας; Μήπως στην αδυναμία εμφάνισης πολιτικών αγώνων στις πόλεις και τις γειτονιές τους συμβάλλει και ο ναρκισσιστικός τρόπος ζωής ο οποίος διά του τεχνολογικού εθισμού μας αναπαράγεται και γιγαντώνεται; Πόσο θετικό ή πόσο αρνητικό είναι το κινηματικό ισοζύγιο που έχει να επιδείξει η πολυθρύλητη προσβασιμότητα στην υπερ-πληροφόρηση, όταν η κύρια λειτουργία της -αν το εξετάσουμε καλά το πράγμα- είναι μάλλον η ολοκληρωτική μας προσρόφηση στην ευκολία και στον αυτοματισμό της ελάχιστης δυνατής προσπάθειας; Εν τέλει, ενώ σήμερα η εξάπλωση της ψηφιακής κουλτούρας οδηγεί στην πλήρη παρακμή και εξαφάνιση κάθε στοιχείο κοινωνικού δεσμού, μήπως μας απασχολεί απλώς το ότι παρακολουθούν τα γκατζετάκια μας;

Η ανθρωπολογική υπέρβαση: προς μια κοινωνία των ορίων

Δεδομένων όλων αυτών, τι περιθώριο υπάρχει για τις σημερινές κοινωνίες να ξεκολλήσουν από τα αδιέξοδά τους; Είναι λύση μια ολική άρνηση της τεχνικής -κατά τη λογική της «άρνησης του υπάρχοντος» για την οποία συχνά ακούμε στα υπερεπαναστατικά συνθήματα ή τα τσιτάτα των αναρχικών; Μάλλον όχι, μιας και είναι τόσο ολοκληρωτική η διείσδυση της νεοτεχνολογίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας που μια τεχνολογική άρνηση θα επέφερε τρομερές δυσκαμψίες και δυσλειτουργίες στην κοινωνική μας ζωή. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες μηχανές στα εργοστάσια ή σε μεταφορικά μέσα κ.λπ. αλλά για ένα ολικό σύστημα που εμπλέκεται με την παραγωγή, την εργασία, την εκπαίδευση, την κατανάλωση, τη διασκέδαση, την ίδια την επικοινωνία σε κάθε επίπεδο, και αναλαμβάνει τον ρόλο μιας δεύτερης φύσης για τον άνθρωπο. Ως εκ τούτου μια έστω και στα χαρτιά απόρριψη αυτού του τεχνικού συστήματος μπορεί και να οδηγούσε σε ένα είδος «πυρηνικής καταστροφής» από τη στιγμή που δεν έχουμε με τι να το αντικαταστήσουμε, παρόλο που θα πρέπει ούτως ή άλλως να μειωθεί η έκταση και η ικανότητα αυτού του συστήματος να παρεμβαίνει στην κοινωνική και προσωπική ζωή.

Η συζήτηση μας φέρνει και πάλι μπροστά στο αδιέξοδο που βάζει η επικράτηση του αντιαυταρχικού φαντασιακού στην εποχή μας: όταν η κυρίαρχη λογική αυτού του κόσμου είναι η -στο όνομα του προοδευτισμού- «απελευθέρωση» από κάθε νόρμα, ρίζωμα, μόνιμη ταυτότητα, παράδοση, και γενικότερα κάθε «διαμεσολάβηση»∙ όταν με άλλα λόγια τα πάντα συγκροτούνται με αρνητικό τρόπο, τότε θα πρέπει να αγωνιστούμε υπέρ μιας υγιώς συντηρητικής αντίληψης που θα επαναφέρει με μια θετικότητα την ιδέα της ανθρώπινης χειραφέτησης και θα προσπαθεί να διατηρήσει και να προστατέψει -δηλαδή να συντηρήσει- στοιχεία και αρετές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που φθείρονται συστηματικά από τη σύγχρονη οικονομία και τεχνική[2]. Ετούτο, βέβαια, είναι και το δύσκολο σε μια κοινωνία που έχει μάθει να λειτουργεί μέσω της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε στέρεου πράγματος. Όπως αναφέρει ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, «το καθήκον μας είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολο από ό,τι στην εποχή των λουδιτών, καθώς δεν έχουμε πλέον τίποτε σταθερό στο οποίο θα μπορούσαμε να στηριχτούμε. Ή, ορθότερα, δε μας μένει πλέον παρά ένα μόνο πράγμα που το κατέχουμε αποκλειστικά: η ανθρωπινότητά μας»[3].

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται γενικόλογα, ωστόσο, ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος -αν και όχι πολύ πιθανός- είναι μια θεμελιακή επανεκκίνηση της δημιουργικής δραστηριότητας και φαντασίας της κοινωνίας (όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης) προς την κατεύθυνση της επανεκτίμησης των ορίων, της απλότητας, της αξίας χρήσης και ορισμένων βασικών στοιχείων του κοινωνικού είναι, όπως η συνείδηση του μέτρου και της θνητότητας, η αρμονική σχέση με τη φύση, η αλληλεγγύη μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων κ.λπ. Μια τέτοια ευρύτερη πολιτισμικά ή ανθρωπολογικά υπέρβαση είναι απαραίτητη για την έξοδο από το καθεστώς ασημαντότητας. Μια τέτοιου είδους υπέρβαση συνιστά -και ως τέτοια την αντιλαμβανόμαστε- η ιδέα της αποανάπτυξης, την οποία σπεύδουμε με κάθε ευκαιρία να υπερασπιστούμε σε τούτο το περιοδικό. Μέσω της θεμελιακής αυτής μεταστροφής θα αμφισβητηθεί και η καταστροφική παράνοια της νεοτεχνολογίας, ανοίγοντας ίσως τον δρόμο προς ένα πιο δημοκρατικό τεχνικό σύστημα: μια δημοκρατικού τύπου τεχνική που, αντί να ιεροποιεί και να ενσαρκώνει την υπέρβαση κάθε ορίων, θα προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να τα ορίζει ο ίδιος κάθε φορά προς όφελος του συλλογικού καλού.

[1] Οι γκρίνιες για το Διαδίκτυο, ό.π.

[2] Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτού που αποκαλούμε «υγιή συντηρητισμό» βλ. την βιβλιοκριτική του Ν. Κασφίκη στο παρόν τεύχος σχετικά με τον Όργουελ και τις έννοιες common sense και common decency που ο ίδιος επεξεργάστηκε στο πλαίσιο του οράματος του δημοκρατικού σοσιαλισμού το οποίο προωθούσε.

[3] Ζ. Μ. Μαντοζιό, Το τέλος του ανθρώπινου είδους; (μέρος β), μτφρ. Ν. Μάλλιαρης, Πρόταγμα τ.7, Οκτώβριος 2014, σ. 138.

Posted in Κείμενα | 4 Σχόλια

Η τάξη των εξειδικευμένων επαγγελματιών

*Απόσπασμα από το κείμενο του Τ. Φρανκ «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

[ … ]

 

Η καλή καταγωγή και τα καλά πτυχία

Στο άρθρο που έγραψε για τους New York Times της 21ης Νοεμβρίου του 2008, αμέσως μετά την πρώτη εκλογική νίκη του Ομπάμα, ο Ντέιβιντ Μπρουκς (David Brooks) χαιρέτιζε τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο για τις ψαγμένες επιλογές προσώπων που ανακοίνωνε τότε για τη μελλοντική του κυβέρνηση. Ο Μπρουκς δεν περιλαμβανόταν ακόμη στους αγαπημένους αρθρογράφους του μέλλοντος προέδρου και το περίφημο «μπρουκσύλλιο» ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν είχε ακόμη φτάσει στο στάδιο της εκρηκτικής έκλυσης αμοιβαίου θαυμασμού που ζήσαμε λίγο αργότερα. Η σπίθα όμως είχε ήδη ανάψει. Κι αυτό που κέρδισε την εκτίμηση του αρθρογράφου ήταν τα ακαδημαϊκά βιογραφικά της υπό διαμόρφωση, ακόμη τότε, ομάδας κυβερνητικών στελεχών και συμβούλων του Ομπάμα. Σχεδόν κάθε όνομα που ανέφερε ο Μπρουκς –οι οικονομικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής ή ακόμη κι η ίδια η Πρώτη Κυρία- ήταν πτυχιούχοι ενός από τα οχτώ πανεπιστήμια της Ivy League, οι περισσότεροι μάλιστα άνω του ενός[1]. Η νέα κυβέρνηση θα ήταν μια «επαινοκρατία», κατά τον αστεϊσμό του Μπρουκς: «η διακυβέρνηση από τους αποφοιτήσαντες με τους καλύτερους βαθμούς του πανεπιστημιακού τους τμήματος».

Από τότε που τον ξέρω ο Μπρουκς επιδεικνύει πραγματική μια εμμονή με τα γούστα και τις συνήθειες των αξιοκρατών της Ανατολικής Ακτής[2]. Μπορεί κάπου κάπου να ‘ναι δεικτικός, ουδέποτε όμως ξεφεύγει πραγματικά από τη θεμελιώδη του πεποίθηση, τούτο το άρθρο πίστης του που καθιστά έναν αρθρογράφο του είδους του τόσο ταιριαστό με το πνεύμα των Νιου Γιορκ Τάιμς: πρόκειται για την ιδέα πως οι απόφοιτοι των καλών πανεπιστημίων είναι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι. Επόμενο ήταν, λοιπόν, ο Μπρουκς να λιποθυμά από συγκίνηση καθώς παρακολουθούσε το υπό σύσταση υπουργικό συμβούλιο και την ομάδα των συμβούλων του Ομπάμα, τον Νοέμβριο του 2008, τότε που παρήλαυναν όλα αυτά τα πτυχία του Χάρβαρντ –Θεέ, μου, τι εγγύηση ταλέντου! «Είμαι βαθύτατα εντυπωσιασμένος από την κυβερνητική μετάβαση του Ομπάμα», εξομολογούνταν. Αναρωτιέστε γιατί; Επειδή «διαλέγουνε τους πιο καταρτισμένους ανθρώπους στην Ουάσινγκτον»: «ανοιχτόμυαλους ανθρώπους» που δεν είναι «φορείς ιδεολογιών» και διαθέτουν μπόλικη «πρακτική δημιουργικότητα». Ήταν «θαυμαστοί επαγγελματίες», ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο επαγγελματικός και γνωστικός τομέας καθενός εξ αυτών.

Βέβαια, τόσο ο Μπρουκς όσο και όλοι οι υπόλοιποι σχολιαστές εκείνης της περιόδου παρέβλεψαν το εξής ουσιώδες μα και στοιχειώδες γεγονός: ότι το να διαλέγει κανείς τόσο πολλούς ανθρώπους με το ίδιο ταξικό υπόβαθρο –ήταν όλοι τους μέλη της τάξης των εξειδικευμένων επαγγελματιών [professionals], όπως είδαμε- μάλλον συνιστούσε εγγύηση πνευματικής κλειστότητας και ιδεολογικής ομοιομορφίας. Αν συνήθως παραγνωρίζουμε τα ταξικά συμφέροντα τούτης της επαγγελματικής τάξης, είναι γιατί δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε όσους εξασκούν εξειδικευμένα επαγγέλματα ως «τάξη». Όπως ακριβώς κι ο Μπρουκς, τους αντιλαμβανόμαστε απλώς και μόνον ως «τους καλύτερους». Πιστεύουμε πως έγιναν ό,τι έγιναν, επειδή είναι υπερβολικά έξυπνοι και ταλαντούχοι, όχι επειδή έχουν αριστοκρατική καταγωγή ή κάτι ανάλογο.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολλοί Αμερικανοί ανακουφίστηκαν και μόνο στη σκέψη πως όλο αυτό το συσσωρευμένο ταλέντο θα αντικαθιστούσε τους ντιλετάντηδες και τους λογής «ημέτερους» που επάνδρωσαν τις κυβερνήσεις Μπους. Περάσαμε δύσκολα χρόνια κατά την οχταετία αυτή· ωστόσο, αν θέλουμε να καταλάβουμε από τι νοσεί πλέον ο προοδευτισμός [liberalism], αν θέλουμε, με άλλα λόγια, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που αποτρέπει τούτο το πολιτικό ρεύμα απ’ το να δράσει ενάντια στην ανισότητα και τι είναι αυτό που μας έχει επαναφέρει σ’ ένα κοινωνικό μοντέλο που μας θυμίζει 19ο αιώνα, ιδού πού πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στις πεποιθήσεις και τα συλλογικά συμφέροντα των εξειδικευμένων επαγγελματιών, δηλαδή στην αγαπημένη εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Ο ιστορικός Κρίστοφερ Λας –τούτο το οντολογικό αντίθετο του Ντέιβιντ Μπρουκς!- παρατηρούσε το 1965 ότι «ο σύγχρονος ριζοσπαστισμός ή προοδευτισμός μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των διανοούμενων»[3]. Σε ό,τι με αφορά, στόχος μου είναι σε αυτό το βιβλίο να ανανεώσω τούτο το ρητό του Λας. Ισχυρίζομαι ότι τα έργα και οι θέσεις του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των μελών της επαγγελματικής τάξης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες; Κατ’ αρχάς, δεν ταυτίζονται με τους «διανοούμενους» του Λας. Η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αποτελείτο κυρίως από συγγραφείς και ακαδημαϊκούς και είχε ως κύριο γνώρισμα την κριτική τοποθέτηση των μελών της απέναντι στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Υπό αυτήν, λοιπόν, την παραδοσιακή χρήση του όρου, δεν υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι διανοούμενοι ώστε να σχηματίσουν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Οι «εξειδικευμένοι επαγγελματίες», από την άλλη, συνιστούν μια πολυπληθή και ευκατάστατη ομάδα. Είναι όλοι αυτοί που εξασκούν τα επαγγέλματα που κάθε γονιός θα επιθυμούσε για το παιδί του. Εκτός από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους κληρικούς, τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς -που συνιστούν τα βασικά επαγγέλματα της κατηγορίας-, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην εν λόγω ομάδα τους οικονομολόγους, τους ειδικούς επί της διεθνούς ανάπτυξης, τους πολιτικούς επιστήμονες, τους μάνατζερ, τους οικονομικούς συμβούλους, τους προγραμματιστές, τους αεροναυπηγούς ή ακόμη και όσους γράφουν βιβλία όπως αυτό εδώ.

Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι μια κοινωνική ομάδα υψηλού κύρους. Ωστόσο θεμέλιο της υψηλής τους θέσης στην κοινωνική ιεραρχία δεν είναι το εισόδημά τους αλλά η μόρφωσή τους. Κυβερνούν επειδή είναι προικισμένοι και έξυπνοι. Ένας καλός κοινωνιολογικός ορισμός της «επαγγελματικής τάξης» είναι πως συνιστά μια «δεύτερη ιεραρχία» -δίπλα στην κύρια ιεραρχία, αυτή του χρήματος- η οποία «βασίζεται στην πιστοποιημένη τεχνογνωσία»[4]. Τουτέστιν, ένα κοινωνικό καθεστώς που στηρίζεται σε βαθμολογίες εξετάσεων και υψηλού επιπέδου πτυχία και προστατεύεται από όλες αυτές τις επαγγελματικές ενώσεις που έχουν σχηματισθεί με τον καιρό προκειμένου να καθορίζουν την ορθή πρακτική, να επιβάλλουν την προσήκουσα επαγγελματική ηθική και να πολεμούν όσους δε διαθέτουν νόμιμη άδεια άσκησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Ένα επιπλέον διακριτικό γνώρισμα των εξειδικευμένων επαγγελμάτων είναι η αυθεντία που ενσαρκώνουν. Ο Ιβάν Ίλιτς, ο εξέχων κοινωνικός κριτικός της δεκαετίας του ’70, όριζε κάποτε τους εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κατόχους της «εξουσίας να επιτάσσουν»[5]. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι αυτοί που γνωρίζουν τα προβλήματά μας και προσφέρουν πολύτιμες διαγνώσεις: προβλέπουν τον καιρό, οργανώνουν τις οικονομικές μας συναλλαγές και καθορίζουν τους κανόνες των αρραβώνων· σχεδιάζουν τις πόλεις μας και χαράσσουν τις κυκλοφοριακές δομές βάσει των οποίων όλοι εμείς οι υπόλοιποι ταξιδεύουμε· γνωρίζουν επίσης πότε κάποιος είναι ένοχος ηθικών ή ποινικών παραπτωμάτων και ποια πρέπει να είναι η ακριβής μορφή της τιμωρίας που η εκάστοτε παράβασή μας επισύρει. Οι δάσκαλοι γνωρίζουν τι πρέπει να μαθαίνουμε. Οι αρχιτέκτονες πώς πρέπει να είναι τα κτήριά μας. Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ποιο πρέπει να είναι το ποσοστό με το οποίο δανείζουν οι Κεντρικές Τράπεζες τις υπόλοιπες τράπεζες μιας χώρας. Οι τεχνοκριτικοί γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και πιο το κακό γούστο.

Και παρ’ όλο που υποκείμεθα όλοι μας σε όλες αυτές τις διαγνώσεις και τις υπαγορεύσεις, οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες δε λογοδοτούν στην κοινωνία αλλά στους ομοίους τους (όπως επίσης, βέβαια, και στους εκάστοτε πελάτες τους). Στην πραγματικότητα ακούν μόνο ο ένας τον άλλον. Τα εξειδικευμένα επαγγέλματα έχουν αυτονομηθεί και δεν είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους όσα τους λένε όσοι δεν ανήκουν στον κύκλο τους. Με αυτόν τον τρόπο χτίζουν και διατηρούν μονοπώλια επί των εκάστοτε καθορισμένων πεδίων τους. Ίσως ο όρος «μονοπώλιο» να ηχεί κάπως βαρύς, ωστόσο είναι γενικά αποδεκτός μεταξύ των κοινωνιολόγων που μελετούν την εξειδίκευση. Σύμφωνα με μια ομάδα κοινωνιολόγων, επί παραδείγματι, η έκφραση «μονοπώληση της γνώσης» αποτελεί τη στοιχειώδη περιγραφή αυτού που κάνουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιορίζουν την είσοδο στους τομείς τους: πιστοποιούν την ειδημοσύνη των γνωστικά μυημένων, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται και απορρίπτουν κάθε αξίωση των «εκτός» ότι η δική τους γνώση είναι επίσης έγκυρη[6].

Είναι προφανές ότι η εξειδικευμένη γνώση συνιστά στοιχείο απαραίτητο για τη λειτουργία του πολύπλοκου κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Είτε πρόκειται για καπενάνιους πλοίων είτε για νευροχειρουργούς, η λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας εξαρτάται σε καίριο βαθμό από την εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Όπως, λοιπόν, τονίζουν οι κοινωνιολόγοι, οι κοινωνίες προσδίδουν στους εξειδικευμένους επαγγελματίες το ανώτερο κύρος που αυτοί κατέχουν έναντι της υπόσχεσης πως θα εκπληρώνουν τις κοινωνικές τους υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα θεωρούνται ανιδιοτελείς ενασχολήσεις και οι τεχνοκράτες ως «κοινωνικοί εντολοδόχοι», καθώς υποτίθεται ότι, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν έχουν ως κίνητρό τους το κέρδος και την απληστία. Αν μας φαίνεται ακόμη κάπως απωθητικό όταν γιατροί ή δικηγόροι κάνουν διαφημίσεις και αν κάποτε οι Αμερικανοί σοκάρονταν κάθε φορά που μάθαιναν πως κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός έπαιρνε χρήματα προκειμένου να παίξει δίσκους που δεν του άρεσαν, είναι ακριβώς επειδή θεωρούμε πως οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα πρέπει να διαπνέονται από ιδεώδη πιο υψηλά από την απλή επιδίωξη προσωπικού κέρδους[7].

Η άνοδος της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προκάλεσε μια εκρηκτική διεύρυνση του φάσματος των εξειδικευμένων επαγγελμάτων. Πολλοί από αυτούς τους «εργάτες γνώσης [knowledgeworkers]» -σύμφωνα με ένα όρο που είναι πολύ της μόδας- δεν εντάσσονται εύκολα στο παραδοσιακό σχήμα. Συχνά είναι μισθωτοί που εργάζονται σε εταιρίες και εκτελούν τις εντολές του διευθυντή τους κι όχι ελεύθεροι επαγγελματίες που εξασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους. Δεν είναι ούτε εργάτες ούτε όμως και καπιταλιστές, με τη στενή έννοια των όρων. Κάποιοι εξ αυτών, ωστόσο, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις δύο αυτές κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι μισθοί ορισμένων από τους λογιστές της τοπικής μας ΔΟΥ είναι αντίστοιχοι με τους μισθούς ενός εργάτη, ενώ οι σχολικοί δάσκαλοι είναι πολύ συχνά μέλη συνδικάτων, όπως κι οι βιομηχανικοί εργάτες. Αντίθετα, στο άλλο άκρο του φάσματος, ορισμένοι τυχεροί «εργάτες γνώσης» της Σίλικον Βάλεϊ φιγουράρουν ανάμεσα στους κορυφαίους καπιταλιστές της χώρας. Αντίστοιχα, το χάσμα ανάμεσα στον διευθυντή ενός κερδοσκοπικού κεφαλαίου [hedge fund] και στους πλούσιους πελάτες του, των οποίων το χρήμα επενδύει, είναι συχνά ιδιαίτερα μικρό. Όπως μας δείχνουν τα δύο τελευταία παραδείγματα, τα ανώτερα κλιμάκια των εξειδικευμένων επαγγελμάτων περιλαμβάνουν πολύ πλούσιους ανθρώπους. Μπορεί οι τελευταίοι να μη συγκρίνονται με τους δισεκατομμυριούχους μετόχους και κληρονόμους της Wal-Mart, ωστόσο διεκδικούν κι αυτοί το μερίδιό τους στη διαχείριση της χώρας[8]. Σε κάθε περίπτωση, τούτες οι δύο δομές εξουσίας, η ιδιοκτησία και η γνώση, συνυπάρχουν –ορισμένες φορές έρχονται σε σύγκρουση αλλά κατά κανόνα συμβιώνουν αρμονικά.

Στόχος αυτού του βιβλίου δεν είναι η ανάλυση της ιδιαίτερης, κάθε φορά, τεχνογνωσίας που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ευρύτερη πολιτική νοοτροπία των μελών της επαγγελματικής τάξης. Όπως παρατηρεί ο πολιτικός επιστήμονας Φρανκ Φίσερ, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα αποτελούν σήμερα κάτι παραπάνω από μια απλή επαγγελματική κατηγορία: «είναι μια ιδεολογία της μεταβιομηχανικής εποχής»[9]. Πολύ συχνά θεωρείται ως το πραγματικό πλαίσιο κατανόησης του σύγχρονου κόσμου. Ταυτόχρονα, ως ιδεολογία, η λογική των εξειδικευμένων επαγγελμάτων συνιστά προνομιακή πηγή πολιτικής εξαπάτησης. Πρώτα και κύρια είναι εγγενώς αντιδημοκρατική, μιας και δίνει προτεραιότητα στις απόψεις των ειδικών σε βάρος των μη ειδικών[10]. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό μέχρις ενός βαθμού –κανείς δε διαφωνεί, για παράδειγμα, με την ύπαρξη κανόνων που ορίζουν ότι μόνο εκπαιδευμένοι πιλότοι έχουν το δικαίωμα να πετούν· τι γίνεται όμως όταν μια ολόκληρη κατηγορία ειδικών παύει να βλέπει τον εαυτό της ως «κοινωνική εντολοδόχο»; Τι συμβαίνει όταν τα μέλη της κάνουν κατάχρηση της μονοπωλιακού τύπου εξουσίας που κατέχουν; Τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να ενδιαφέρονται κυρίως για το συμφέρον τους –όταν δηλαδή αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως τάξη;

 

[ … ]

 

[1] Σ.τ.μ.: Τα πανεπιστήμια της Άιβι Λιγκ βρίσκονται στην βορειοανατολική ακτή των ΗΠΑ και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα και ιστορικότερα της χώρας. Συνεπώς, είναι σήμερα τα πανεπιστήμια με το μεγαλύτερο κύρος και τον πιο ελιτίστικο χαρακτήρα.

[2] Σ.τ.μ.: Αναφορά στην ολιγαρχία της μόρφωσης των βορειοανατολικών, Ατλαντικών πολιτειών των ΗΠΑ, οι οποίες αναπαράγονται κοινωνικά μέσω των πανεπιστημιακών σχολών της Άιβι Λιγκ. Συμβολικό επίκεντρο αυτής της ελίτ είναι η Βοστώνη με τα πολλά της πανεπιστήμια και γι’ αυτό ένα κομμάτι τούτης της ολιγαρχίας αποκαλούνταν παλιότερα και «Βοστωνέζοι Βραχμάνοι» (Boston Brahmins), ώστε, μέσω της αναφοράς στις ινδικές κάστες, να υποδηλώνεται ο κλειστός χαρακτήρας αυτής της ελίτ.

[3] Πρόκειται για ένα κομμάτι από την πρώτη πρόταση του βιβλίου του Λας, The New Radicalism in America 1889-1963 [Ο νέος πολιτικός ριζοσπαστισμός στην Αμερική], N. Υόρκη, Norton, 1965.

[4] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree: Professionals and the Rise of a New Mandarin Order [Η εξουσία των δυνατότερων πτυχίων. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες και η άνοδος ενός νέου μανδαρινάτου], Οξφόρδη, Oxford U. P., 1990, σ. 4.

[5]I. Illich, “Disabling Professions [Τα παραλυτικά εξειδικευμένα επαγγέλματα]”, στον ομώνυμο, συλλογικό τόμο, Λονδίνο, Marion Boyars, 1977, σ. 17.

[6] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree…, ό. π., σσ. 16-17. Σχετικά με τη χρήση εξειδικευμένης γλώσσας και τη συνακόλουθη μυστικοποίηση, βλ. σσ. 92-94. Η κοινωνιολόγος Μαγκάλι Λάρσον σημειώνει ότι «η τεχνητή διατήρηση της σπάνης (στην οποία καταφεύγουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα), συνεπάγεται μονοπωλιακές τάσεις: διατήρηση του μονοπωλίου της τεχνογνωσίας σε επίπεδο αγοράς αλλά και μονοπώληση του κύρους εντός ενός συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας»: M. Larson, The Rise of Professionalism: A Sociological Analysis [Μια κοινωνιολογική ανάλυση της ανόδου της λογικής των εξειδικευμένων επαγγελμάτων], Μπέρκλεϊ, University of California Press, 1977, σ. xvii.

[7]  Σχετικά με τους «εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κοινωνικούς εντολοδόχους», βλ. S. Brint, In an Age of Experts: The Changing Roles of Professionals in Politics and Public Life [Στην εποχή των ειδικών: η αλλαγή του ρόλου των εξειδικευμένων επαγγελματιών στην πολιτική και τον δημόσιο βίο], Πρίνστον, Princeton U. P., 1996, κεφ. 2.

[8] Σ.τ.μ.: Ο Φρανκ αναφέρεται εδώ στην οικογένεια των Walton, οι οποίοι είναι κληρονόμοι της περιουσίας που δημιούργησε ο SamWalton, ιδρυτής της Wal-Mart, του μεγαλύτερου ομίλου καταστημάτων λιανικής πώλησης στις ΗΠΑ. Η συνολική περιουσία όλων των μελών της οικογένειας εκτιμάται (σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε το Forbes τον περασμένο Ιούλιο) στα 149 δις δολάρια. Ωστόσο, το επιχείρημα του Φρανκ δε στέκει, μιας και κανένας από τα μέλη των Γουάλτον δε διαθέτει, μόνος του, περιουσία ανώτερη των 36,5 δις. Αντίθετα, ορισμένοι από τους μεγιστάνες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν περιουσίες λιγότερο ή περισσότερο μεγαλύτερες (83,7 δις ο Γκέιτς, 65,8 δις ο Τζεφ Μπέζος, 50,6 δις ο Ζούκενμπεργκ, 50,3 δις ο Λάρι Έλισον, 39,2 δις o Σεργκέι Μπριν κ.ο.κ.).

[9] F. Fischer, Technocracy and the Politics of Expertise [Τεχνοκρατία και η πολιτική της τεχνογνωσίας], Ν. Υόρκη, Sage Publications, 1990, σ. 104.

[10] Ο Φίσερ συνοψίζει ως εξής την τεχνοκρατική κοσμοαντίληψη: «Ελάχιστοι τεχνοκράτες θα ισχυρίζονταν ότι η δημοκρατία είναι απορριπτέα αυτή καθεαυτή. Αυτό που συνήθως υποστηρίζουν είναι ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ριζικά το περιεχόμενό της, προς μια ιεραρχική και ελιτίστικη κατεύθυνση. Πιστεύουν ότι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία είναι ασύμβατος με την πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (F. Fischer, Technocracy and the Politics, ό. π., σ. 35).

Posted in Κείμενα | 1 σχόλιο

Πρόταγμα, τεύχος 10o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 10o τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

 

 

Editorial (Περί του φαινομένου Τραμπ – Το έθνος-κράτος στον σημερινό κόσμο – Η νεοτεχνολογία και το νεοαριστοκρατικό κοινωνικό καθεστώς που γεννά) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Ενάντια στην αριστο-κρατία: Σημειώσεις για το νέο κυρίαρχο αφήγημα · Κρίστοφερ Λας: Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών: Γιατί οι αξίες που πρεσβεύει δε θα βοηθήσουν την οικογένεια · Τόμας Φρανκ: Οι χίπστερ κι οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι: Η θεωρία της προοδευτικής τάξης · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό: Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (γ´μέρος) · Δημήτρης Μαρκόπουλος Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της · Κρίστιν Ρόουζεν To smarm και η ζημιά που προκαλεί: Ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής · Ντανιέλ Μοτέ: Μια σύντομη ιστορία του ελεύθερου χρόνου · Μιχάλης Θεοδοσιάδης, Σοφία Ζήση: Σημειώσεις πάνω στην κοσμικότητα (laïcité) · Βιβλιοκριτικές: Τζορτζ Όργουελ: ένας συντηρητικός αναρχικός απέναντι στον «εθνικισμό» των διανοούμενων

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

-Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν (Εθνικής Αμύνης 14)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

-Βιβλιοπωλείο Απόστροφος, Κοτάρδου Θεμιστοκλέους 41

Ηράκλειο

-Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, Κοραή 21

Ρέθυμνο

-Χαλικούτι, Κατεχάκη 3 πεζόδρομος Φορτέτζα

 

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 12 Σχόλια

Περί του φαινομένου Τραμπ

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 10ου τεύχους του Προτάγματος)

 

Η γενικευμένη αμηχανία μπροστά στις εξελίξεις

α) Η εύκολη λύση της ακατάσχετης φασιστολογίας

trump-rifle-Και ξαφνικά η 8η Νοεμβρίου 2016 σήμανε την έλευση της Αποκάλυψης: αύξηση των ψυχολογικών περιστατικών, ανάγκη ψυχολογικής συνδρομής και συμβουλευτικής εντός των «φιλελεύθερων» αμερικανικών πανεπιστημίων τη βραδιά της καταμέτρησης των ψήφων, αύξηση πωλήσεων των δυστοπικών μυθιστορημάτων και γενικώς ένα άνευ προηγουμένου παραλήρημα σε επίπεδο εκτίμησης της κατάστασης. Αυτό συνέβη διότι ο νεοϋορκέζος μεγιστάνας με την επιδεικτική του περιφρόνηση προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας γίνεται αντιληπτός από τους οπαδούς της τελευταίας ως η ενσάρκωση του απόλυτου Κακού: ρατσιστής, μισογύνης, εθνικιστής, αμόρφωτος, αυταρχικός, «φασίστας». Ειδικά η φασιστολογία γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας, μιας και παντού ακούμε και διαβάζουμε για τον φασίστα Τραμπ: τι ότι αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή φασισμού[1], τι ότι πάσχει από «σύνδρομο του Χίτλερ», τι ότι είναι «ναζί» και «νεοφασίστας»[2] -και τι δεν ακούσαμε και είδαμε -μέχρι κι εξώφυλλο με αμφίεση τζιχαντιστή να αποκεφαλίζει το άγαλμα της Ελευθερίας[3].

Γιατί όμως ένας υποψήφιος της λαϊκής Δεξιάς (αλά αμερικανικά) να προκαλεί τέτοιες υπέρμετρες αντιδράσεις; Διότι η σημερινή Αριστερά, κατ’ ουσία νεολαιίστικη και ακαδημαϊκή, με «διανοούμενα» κι «εκλεπτυσμένα» γούστα έχει καταφέρει να υφάνει γύρω της, αρχής γενομένης απ’ τη δεκαετία του ’70, ένα αεροστεγές κουκούλι που της επέτρεπε, μέχρι πολύ πρόσφατα, ν’ αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα. Εν προκειμένω το γεγονός πως υπάρχουν και λευκοί, αρσενικοί φτωχοί, θύματα εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίοι μάλιστα κάπου κάπου δεν αντέχουν άλλο να τους εμπαίζουν και αποφασίζουν να ψηφίσουν κάποιον θηλυκό ή αρσενικό ψευτόμαγκα για να «ανατρέψει το Σύστημα». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε πλέον να περιστέλλουμε την ισότητα στην πολυπολιτισμική ανοιχτότητα απέναντι στην «ετερότητα», όπως επίσης και στον αντιρατσισμό: η ανισότητα δεν έχει ούτε χρώμα, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία, ούτε πατρίδα. Κι ούτε ο «λευκός, δυτικός άντρας» είναι η πηγή όλων των κακών, όπως για δεκαετίες ολόκληρες προσπαθούν να μας πείσουν τα διάφορα ρεύματα μεταμοντέρνου φεμινισμού.

foto-tramp-karnavaliaΤο μόνο που έχουν καταφέρει όλες αυτές οι ιδεολογίες είναι να δημιουργήσουν μια φοβική νοοτροπία που κρύβεται πίσω από μεγαλόστομες εκφράσεις και ρητορείες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μεγάλος «προστατευόμενος χώρος» (κατά τα safe spaces των φεμινιστριών) της σύγχρονης Αριστεράς -δηλαδή των φορέων της «αντιπατριαρχικής» κι «αντιρατσιστικής» παράνοιας, που ξεκινά από τους διάφορους αντιφασίστες και φτάνει μέχρι τους πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από το προσφυγικό- δεν είναι παρά η μεγαλύτερη ένδειξη της αποτυχίας τούτης της Αριστεράς και των αντίστοιχων αναρχικών χώρων ως ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων που υποτίθεται πως ευαγγελίζονται την κοινωνική αλλαγή. Η πολιτική ορθότητα, που αποτελεί όχι απλώς τρόπο έκφρασης μα και αντιληπτικό σχήμα όλων αυτών των ομάδων, συνιστά, μέσω των γλωσσικών διορθώσεων που διαρκώς επιβάλλει, μια γενικότερη προσπάθεια «εξευγενισμού» της πραγματικότητας, άμβλυνσης των μυτερών της γωνιών και λείανση των προεξοχών της, ούτως ώστε να καταστεί πιο συμβατή με τις ιδέες της αντιαυταρχικής νοοτροπίας. Κι αν με αυτόν τον τρόπο η πραγματικότητα παρερμηνεύεται πλήρως, ας πάει και το παλιάμπελο! Η Κρίστιν Ρόουζεν, στο κείμενό της αυτού του τεύχους («Το smarm και η ζημιά που προκαλεί: ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής») δείχνει πώς τούτη η λογική οδηγεί σε μια ευθυγράμμιση με τη δικτατορία της «αισιοδοξίας» και της «θετικής σκέψης» που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης. Το άρθρο που μεταφράζουμε δημοσιεύεται στο νεοσυντηρητικό περιοδικό Commentary, ωστόσο η κριτική της είναι απολύτως σωστή. Τελικά χρειάζεται κανείς ν’ αποταθεί στους νεοσυντηρητικούς για ν’ ακούσει και να διαβάσει πράγματα που κατά τα άλλα θα όφειλε να υποστηρίζει με κάθε τρόπο η σημερινή Αριστερά!trump6708

β) Η ανθρωπολογική πόλωση εντός της Δύσης

Όταν όμως η τελευταία έχει αναπτύξει μια τέτοια, παιδικού τύπου, νοοτροπία, απορρίπτοντας οτιδήποτε το «ενήλικο» (την ικανότητα να βλέπουμε την πραγματικότητα κατάματα, την ανοχή στην «ωμή» γλώσσα, την κοινή λογική, το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο κι όχι για τη μορφή και τα «επιτελεστικά» καραγκιοζιλίκια), έχει απολέσει κάθε πιθανότητα να απευθυνθεί στην κοινωνία. Κι έτσι περιορίζεται στο να μιλά μόνο και μόνο για να αντλεί ηδονή από το άκουσμα των ίδιων της των λόγων.

Η παλιά αριστερή, λενινιστικού τύπου, απαξίωση των μαζών δεν οδήγησε ποτέ σε σύνδρομα ανθρωποφοβίας, καθώς τότε οι μάζες κρίνονταν μεν απαίδευτες κι ανίκανες να φτάσουν αφ εαυτών στην κατάκτηση της απαραίτητης επαναστατικής συνείδησης, ωστόσο όχι μόνο δε θεωρούνταν καταδικασμένες αλλά συνιστούσαν και στόχο προσηλυτισμού (ακριβώς επειδή ήταν οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αυτοί που θα τους μεταβίβαζαν την επαναστατική συνείδηση). Αντίθετα, υπό την επίδραση της «αντιπατριαρχικής» ιδεολογίας των κινημάτων του ’60, ο σημερινός, μεταμοντέρνος αριστερισμός και αναρχισμός, περιφρονεί τις μάζες όχι απλώς για κάποια ανικανότητά τους ν’ απελευθερωθούν αλλά γι’ αυτό που είναι στην ίδια τους την ουσία. Κι έτσι από τον πατερναλισμό περνάμε στην απροκάλυπτη περιφρόνηση που φτάνει συχνά στα όρια του μίσους ή/και της φοβίας για τους «ρατσιστές» και τους «φασίστες» «μικροαστούς».

Δεν πρόκειται εδώ μόνο για τα έντυπα των διάφορων «ανθελληνικών» και λοιπών Αντιφά ομάδων του δύστυχου τούτου κόσμου, που βρίθουν εκφράσεων όπως «ελληνικός εμετός», «ρατσιστικός βόθρος» και διάφορα άλλα συναφή κι ωραία όταν αναφέρονται στην κοινωνία. Τέτοια ξεσπάσματα εφηβικής οργής συνιστούν απλώς τις πιο ακραίες εκδοχές όσων έχουν πιαστεί κατά καιρούς να λένε διαφόρων διαμετρημάτων αστέρες της παγκόσμιας τεχνοφιλελεύθερης διεθνούς. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η Χίλαρι Κλίντον, κατά την τελευταία προεκλογική εκστρατεία, που χαρακτήρισε τους μισούς οπαδούς του Τραμπ ως «ένα μάτσο απαράδεκτους: ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικούς, ξενοβοβικούς, ισλαμοφοβικούς κι ό,τι άλλο θέλετε»[4]. Αλλά κι οι γάλλοι Σοσιαλιστές δεν πάνε πίσω. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ολάντ που αποκαλούσε «ξεδοντιάρηδες» τους φτωχούς κατοίκους των βορειοανατολικών νομών της χώρας αλλά κι έναν δήμαρχο του κόμματος, σε μια μικρή πόλη της περιοχής, ο οποίος, αμέσως μετά τον θρίαμβο του λεπενικού Εθνικού Μετώπου στην πόλη του, δήλωσε ότι θα παραιτηθεί -κάτι που έπραξε την επομένη- υπό το σκεπτικό ότι «δε θέλω ν’ αφιερώσω τη ζωή μου σε ηλίθιους»[5]. Αντίστοιχα, ο -προοδευτικών ιδεών (liberal)- κωμικός Μπιλ Μάερ απαντούσε προεκλογικά στην Κεϊλιάν Κόνγουεϊ, τη νυν εκπρόσωπο του Τραμπ, ότι ο τελευταίος ανέβαινε στις δημοσκοπήσεις, «επειδή ο κόσμος είναι ηλίθιος», ενώ ένα από τα συνθήματα της Πορείας των Γυναικών ενάντια στον Τραμπ ήταν το λογοπαίγνιο «να ξανακάνουμε την Αμερική έξυπνη (Make America Smart Again)».

usaekloges-trump3Τα παραδείγματα μπορούν εύκολα να πολλαπλασιαστούν. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η σημασία τους: η βαθιά κι ακομπλεξάριστη περιφρόνηση που νιώθουν πλέον οι σημερινές «κοσμοπολίτικες» και προοδευτικές ολιγαρχίες των μεγάλων πόλεων για τους λαούς των χωρών τους. Αρκεί, εξάλλου, να θυμηθούμε τα σχόλια των φιλοευρωπαϊστών κατά την περίοδο του Μπρέξιτ, για να πεισθούμε ότι πρόκειται πλέον για φαινόμενο με καθολική ισχύ[6]. Ουσιαστικά πρόκειται για τις σύγχρονες «εξεγερμένες» ολιγαρχίες για τις οποίες μίλαγε ο Κρίστοφερ Λας: άρχοντα στρώματα που δεν ενδιαφέρονται τόσο να διευθύνουν τις κοινωνίες, όσο ν’ αποκοπούν από αυτές προκειμένου να χαρούν τα προνόμιά τους.

Αυτό που αντίθετα πρέπει εδώ να τονιστεί είναι το γεγονός πως οι σημερινές «ταξικές» αντιθέσεις αποκτούν έναν συνολικότερο, σχεδόν ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Όπως παρατηρούσαμε με αφορμή το Μπρέξιτ, πλέον παρατηρείται μια σαφής τάση διαχωρισμού των μεγάλων πόλεων κάθε χώρας από τις μικρομεσαίες πόλεις της ενδοχώρας και την επαρχία, γενικότερα. Η διάκριση αυτή, που τείνει να λάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής πόλωσης, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις πόλεις συγκεντρώνονται πλέον οι εκπρόσωποι της παγκοσμιοποίησης και της νέας, μεταβιομηχανικής οικονομίας (σε οικονομικό επίπεδο) αλλά και της μεταμοντέρνας, χιπστερο-πολυπολιτισμικής ιδεολογίας (σε πολιτιστικό-ανθρωπολογικό επίπεδο). Αντίθετα, στη φτωχή ενδοχώρα διαβιούν τα θύματα της νέας οικονομίας, οι στρατιές των ανέργων και όλων όσοι ζουν με τα προνοιακά επιδόματα κι είναι ακόμη φορείς λαϊκών ηθών αλλά και αρετών που γεννήθηκαν εντός του αστικού κόσμου: πρόσδεση στον γενέθλιο τόπο, σεβασμός της συσσωρευμένης εμπειρίας, αγάπη για την πατρίδα κ.λπ. Πρόκειται για όλες αυτές τις μάζες των ξεχασμένων πρώην βιομηχανικών εργατών οι οποίοι, πέραν του ότι καταδικάστηκαν σταδιακά σε μια χρόνια και μόνιμη ανεργία, έχουν να υφίστανται την ανοιχτή περιφρόνηση των κοσμοπολίτικων ελίτ των πόλεων, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν διαρκώς ως καθυστερημένους και ανίκανους για «καινοτομία», ως «ρατσιστές» και «φασίστες».

γ) Το τεχνοφιλελεύθερο πρόταγμα

US-HALLOWEEN-DOG-PARADE

Τόσο στην περίπτωση του Μπρέξιτ (όπου υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ψήφισε η ενδοχώρα και εναντίον το Λονδίνο με τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις) όσο και στην περίπτωση του Τραμπ (με τον θρίαμβο του τελευταίου στις μικρές και μεσαίες πόλεις) και της Λεπέν (με τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των γαλλικών Προεδρικών εκλογών να δείχνουν τις μεγάλες και οικονομικά ευημερούσες γαλλικές πόλεις να επιπλέουν σα νησίδες σε μια θάλασσα Εθνικού Μετώπου) έχουμε την επανάληψη του ίδιου σεναρίου: η ξεχασμένη ενδοχώρα εξεγείρεται ενάντια στην εκλεπτυσμένη και «ανοιχτόμυαλη» (δηλαδή τεχνοφιλελεύθερη) ολιγαρχία των μεγάλων αστικών κέντρων ψηφίζοντας δεξιούς λαϊκιστές με πατριωτικό και αντιπαγκοσμιοποιητικό λόγο. Και από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες πόλεις συνασπίζονται πίσω από υποψηφίους σαν τον Ομπάμα, τη Χίλαρι και τον Μακρόν οι οποίοι εκφράζουν την τεχνοφιλελεύθερη και προοδευτική γραμμή ενός νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο κι οικολογικές ευαισθησίες: ώθηση στη μεταβιομηχανική οικονομία (δηλαδή στη Γουόλ Στριτ, τη Σίλικον Βάλεϊ και τα μεγάλα πανεπιστήμια) η οποία -υποτίθεται πως- δε μολύνει το περιβάλλον, αντιρατσισμός και φιλανθρωπία. Κι όλα αυτά περασμένα μ’ ένα βερνίκι «αξιοκρατίας» και «γνώσης». Πρόκειται για έναν χίπστερ σοσιαλφιλελευθερισμό ο οποίος έχει ως πολιτικό του πρόγραμμα τη συμμαχία των εκλεπτυσμένων ολιγαρχών της «οικονομίας της γνώσης» με τις μειονότητες και τους μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό της προσωπικό (καθαρίστριες, νοσοκόμες, υδραυλικοί, μάγειρες, ντελίβερι, ταξιτζήδες, νταντάδες κ.ο.κ.) εντός των μεγάλων, «global» αστικών κέντρων. Αυτή τη στρατηγική, όπως εξηγεί ο Τόμας Φρανκ (στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχους) οι Δημοκρατικοί «σύμβουλοι» την προωθούν σταθερά από τη δεκαετία του ’70, μιας και συνιστά αντανάκλαση των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 από τα οποία προέρχεται αυτή η γενιά πολιτικών[7]: συμμαχία της σπουδάζουσας κι «εκλεπτυσμένης» λευκής νεολαίας με τις μειονότητες, τις γυναίκες και τον ΛΟΑΤ κόσμο. Αυτό ακριβώς που συνιστά σήμερα το πρόταγμα των Δημοκρατικών, του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία και φυσικά του Μακρόν. Με τη μόνη διαφορά ότι οι πάλαι ποτέ «εξεγερμένοι» φοιτητές είναι πλέον βασικά γρανάζια της οικονομικής, πολιτικής και ακαδημαϊκής ολιγαρχίας. Πρόκειται για το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας και του προοδευτισμού από μια «ταξική στρατηγική» σε μια «στρατηγική αξιών», όπως το έθετε μια περίφημη έκθεση του επίσημου θινκ τανκ του γαλλικού ΣΚ, Terra Nova, καλώντας το κόμμα να κόψει τους παραδοσιακούς του δεσμούς με την εργατική τάξη[8]. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι ο σέξι και «χαρισματικός» Ομπάμα είχε απορρίψει μια υποψήφιο για τη θέση της αρχισυμβούλου οικονομικής πολιτικής επειδή το 1992 είχε μιλήσει για «αναδιανομή» του πλούτου[9].

Το πρόταγμα των Δημοκρατικών θα πρέπει να λογίζεται ως το εξής: μια πολυπολιτισμική κεντρική εξουσία στα χέρια φωτισμένων λευκών τεχνοκρατών που θα στηρίζεται στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, τις οποίες θα χρησιμοποιεί ως πολιτική πελατεία πετώντας τους ξεροκόμματα (συμβολικού τύπου νομοθετήματα κατά κύριο λόγο συν ορισμένα μέτρα θετικών διακρίσεων). Και σε αυτή όμως, ακόμα, την περίπτωση φανερώνεται η ίδια αποστασιοποίηση και αποκοπή από την κοινωνία. Διότι οι διάφορες μειονότητες δε γίνονται αντιληπτές ως δυνάμει αυτόνομα υποκείμενα, ικανά να συμμετάσχουν εξίσου στην πολιτική ζωή της κοινωνίας, αλλά ως πελατειακές ομάδες που έχουν ανάγκη την προστασία και την αρωγή κάποιας φωτισμένης πρωτοπορίας -είτε πρόκειται για την τεχνο-γραφειοκρατική βοήθεια, στην περίπτωση της προοδευτικής ολιγαρχίας, είτε για «κινηματική» προστασία, στην περίπτωση της Αριστεράς και των αναρχικών. Εμείς με κάθε ευκαιρία τονίζουμε τη σημασία του αντιμικροαστισμού των κινημάτων του ’60 στη διαμόρφωση τούτης της φοβικής μα και ταυτόχρονα ελιτίστικης στάσης απέναντι στην κοινωνία. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη και τις σχετικές ενοράσεις του Τζορτζ Όργουελ και του Κρίστοφερ Λας σχετικά με τον εξίσου καίριο ρόλο που έπαιξε η «κοσμοπολίτικη» και «φωτισμένη» λογική των προοδευτικών και αριστερών διανοούμενων ήδη από αρκετά παλιότερα. Στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχος («Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών»), εξάλλου, ο Λας δείχνει, με αφορμή την περίπτωση της Χίλαρι Κλίντον, πώς ο προοδευτισμός κι ο απορρέων από αυτόν τεχνοκρατισμός μπορεί χωρίς το παραμικρό πρόβλημα να μοιράζεται τις εμμονές του αντιαυταρχικού φαντασιακού. Αντίστοιχα, ο Ν. Κασφίκης παρουσιάζει και αναλύει την κριτική του Όργουελ στην αριστερή και προοδευτική διανόηση της εποχής του[10].

 trumb-hair-650-800x547

[1] «Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. […] Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση» (Τζ. Μπάτλερ, «Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο», www.nomadicuniversality.com, 23/1/2017).

[2] J. Cowley, “In the age of reaction, a neo-fascist has taken the White House”, newstateman.com, 9/11/2016.

[3] Εξώφυλλο του γερμανικού Spiegel (4/2/2017).

[4] S. Mehta, “Campaign 2016 updates: Republicans pounce upon Clinton ‘deplorables’ remark. She apologizes. Sort of.”, http://www.latimes.com, 10/9/2016.

[5] Πρόκειται για τον Daniel Delomez, δήμαρχο του Annezin (σύμφωνα με τον Canard Enchaîné της  26ης/4/2017).

[6] Βλ. το «Μπρέξιτ από ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά» (protagma.wordpress.com)

[7] Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κλίντον κι ο Ομπάμα υπήρξαν οι πρώτοι Πρόεδροι προερχόμενοι από τους baby boomers, τη γενιά που πρωταγωνίστησε στα νεολαιίστικα κινήματα εκείνων των δεκαετιών.

[8] Βλ. το άρθρο του διευθυντή του εν λόγω θινκ τανκ, Olivier Ferrand, « Gauche : d’une stratégie de classe à une stratégie de valeurs », Le Monde, 9/6/2011.

[9] Βλ. J. Harwood, “Don’t Dare Call the Health Law ‘Redistribution’”, The New York Times, 23/11/2013.

[10] Βλ. τις βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους.

Posted in Κείμενα | 15 Σχόλια

Tα ψηφιακά χαμστερ του Φρόυντ στη χώρα του Facebook

Aπό την Εύη Νικολοπούλου

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρόυντ, αν βρισκόταν ξαφνικά σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου 4 διαφορετικά άτομα έχουν απορροφηθεί, σκυμμένα σε 4 διαφορετικές συσκευές; Με τι όρους θα το εξηγούσε; Ποιοί είναι οι παράγοντες εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα;

Η έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα φαινόμενα της μαζικής μετανάστευσης λαών. Το 1/3 του πλανήτη, σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, είναι ενεργοί χρήστες του facebook την ίδια ώρα που το ίδιο σχεδόν ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι οι κύριος σκοπός της ζωής είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, με κύριους μηχανισμούς την πραγμάτωση της ηδονής, και την ελαχιστοποίηση του πόνου. Ιδού η ελκυστικότητα των κοινωνικών δικτύων: Μικραίνει η μοναξιά, μειώνεται ο ψυχικός πόνος της απομόνωσης. Αναμέτρητοι χρήστες, εθισμένοι στο κυνήγι του like και της επιβεβαίωσης, εργαζόμαστε σαν ψηφιακά χαμστεράκια, επιμελώς και διαρκώς, για την εξεύρεση της επόμενης,στιγμιαίας, ηδονής. Η στιγμιαία ικανοποίηση από την πλήρωση της κοινωνικής ανάγκης, είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό: απελευθερώνει την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή της ευτυχίας, και επομένως είναι η κατάλληλη ενίσχυση για την αναζήτηση της επόμενης.

H αντίληψη της χρήσης του διαδικτύου ως μια εξάρτηση όμοια με τις άλλες, είναι βολική, απλοϊκή και παντελώς λανθασμένη.

Ποιά είναι όμως η ιδιομορφία της χρήσης των social media;

1.Η αυξανόμενη ενασχόληση με την οθόνη, η καταβύθιση στον ψηφιακό κόσμο, αποκλείει μια ζωτική συνθήκη: Το σώμα. Το σώμα όχι απλά είναι αόρατο, αλλά καθίσταται σχεδόν περιττό στις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Οι εκφράσεις του προσώπου μας, η μυρωδιά, η γεύση, η αφή, η όσφρηση, τα σωματικά μας μέλη και όργανα, παίζουν μικρό ή κανένα ρόλο σε αυτόν.

2. Η ψυχοσωματική σχεσιακότητα έχει υποκατασταθεί με ηλεκτρονικά υποπροϊόντα. Σχετιζόμαστε με ψευδο-αντικείμενα: με φωτογραφίες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά παιχνίδια.

3.Τα συναισθήματα που γεννιούνται στην επαφή μας με το ανεξάντλητο πεδίο του ίντερνετ, πολλά, έντονα, συχνά πρωτόγνωρα,αλλά μικρής διάρκειας και, λόγω της ταχύτητας και της φύσης της διάδρασης, μένουν πίσω, ανεπεξέργαστα και χωρίς απεύθυνση. Οι δεσμοί με ψηφιακές οντότητες είναι απρόβλεπτες, αναξιόπιστες και δίχως σταθερότητα.

Ο χρόνος που αφιερώνουμε μπροστά στις οθόνες ξεπερνάει πλέον τον χρόνο που δραστηριοποιούμαστε εκτός αυτών. H κλασσική επικοινωνία έχει συρρικνωθεί, και το τηλέφωνο έχει πολλάκις αντικατασταθεί από το Messenger. Ο κύριος παράγοντας εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα, είναι ο φόβος του αποκλεισμού (F.O.M.O*). Αποκλεισμού από την πληροφορία, από τα γεγονότα, από τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές συζητήσεις, τις τάσεις, τις μόδες. Είναι τόσο παράδοξο όσο και τραγικό, ότι ο φόβος του αποκλεισμού μας από τις ζωές των άλλων, μας περιθωριοποιεί από το βίωμα της δικής μας offline ζωής, της πραγματικής ζωής: της αισθησιοκινητικής συσχέτισης με ζωντανά πρόσωπα και τρισδιάστατα αντικείμενα.

Ο κύριος παράγοντας του ψυχαναγκαστικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων, το τσεκάρισμα του κινητού μας αναρίθμητες φορές την ημέρα, είναι το άγχος ότι κάπου αλλού, κάπου μακριά μας, κάτι γίνεται ερήμην μας. Ότι κάποιοι άλλοι, ζουν καλύτερα, διασκεδάζουν περισσότερο, μιλάνε με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ζουν σε καλύτερα σπίτια από μας. Γι’ αυτό και σύμφωνα με έρευνες, το κοινωνικό δίκτυο με τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόκλησης άγχους ανάμεσα στους χρήστες είναι το Instagram, όπου βασιλεύει η πρόκληση εντυπώσεων: η γκλαμουριά, το φώτοσοπ, η πολυτέλεια, η επίδειξη πλούτου/ομορφιάς, η φαντασμαγορία, η ιλουστρασιόν ζωή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η παθητική κατανάλωση του facebook, το απλό και μηχανικά επαναλαμβανόμενο scroll, και η ελαχιστοποιημένη αλληλεπίδραση, θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη. Η ανεπαίσθητη σύγκριση του εαυτού και της ζωής μας με άλλα άτομα, άλλες ζωές, πέραν του ότι είναι πλήρως λανθασμένη, έχει αρνητική συνεισφορά στη διαμόρφωση της ταυτότητας, και αποτελεί αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης. Και πρόκλησης ψυχικού πόνου.

Στον πόνο όμως που προσπαθούμε να αποφύγουμε με την αυξανόμενη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών του διαδικτύου, δυστυχώς προστίθεται και η νοσταλγία του σώματος στην καθημερινή ψηφιακή ζωή. Που πηγάζει από το έλλειμμα των πραγματικών εμπειριών. Των εμπειριών που θα μπορούσαν να μπουν στο μνημονικό άλμπουμ του απολογισμού της ζωή μας, και που καθορίζουν εν τέλει την ταυτότητα μας.

Όπως έλεγε ο Μπουνιουέλ στην Τελευταία πνοή, «Πρέπει κανείς ν’ αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έστω και μικρά της κομμάτια, για να αντιληφθεί ότι η μνήμη είναι αυτή που φτιάχνει όλη μας τη ζωή. Μια ζωή δίχως μνήμη δε θα ήταν ζωή… Η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας. Χωρίς αυτή, δεν είμαστε τίποτα…».

*Στο λεξικό της Οξφόρδης, προστέθηκε ένας νέος όρος το 2013: F.O.M.O (Fear Of Missing Out)

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 1 σχόλιο

Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

του Κρίστοφερ Λας
(προδημοσίευση από το επερχόμενο, 10o τεύχος του Προτάγματος)
Ενδεχομένως οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν αυτές τις εκλογές [1992] βασιζόμενοι στα ζητήματα της οικονομίας και μόνο. Αν όμως θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα, θα πρέπει να πείσουν ένα δύσπιστο κοινό ότι κατανοούν, μεταξύ άλλων, γιατί τόσοι γονείς βρίσκονται σήμερα σε απόγνωση σε ό,τι έχει να κάνει με την σωστή ανατροφή των παιδιών τους. Μπορεί, λοιπόν, να το πετύχει αυτό ο Μπιλ Κλίντον; Ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον: μπορεί να το καταφέρει η ακτιβίστρια για τα ζητήματα των παιδιών -όπως συνήθως αποκαλείται-, Χίλαρι Κλίντον;
[…]
Τελικά, οι γραφειοκρατικές παρεμβάσεις στην οικογένεια δεν πέτυχαν την «ενδυνάμωση» των παιδιών, αλλά την αποδυνάμωση των θεσμών που στέκονται ανάμεσα στο παιδί και την μεγαλύτερη απειλή που έχει σήμερα να αντιμετωπίσει η οικογένεια: την καταναλωτική μας κουλτούρα. Πολλοί γονείς αναγκάζονται πλέον ν’ αντιταχθούν στον καταναλωτισμό, «δίνοντας αγώνα για τις καρδιές και τα μυαλά των παιδιών τους», σύμφωνα με την έκφραση της Μπάρμπαρα Γουάιτχεντ (Barbara Whitehead). Πρόκειται, ωστόσο, για έναν αγώνα τον οποίο μάλλον χάνουν, εφόσον αδυνατούν να ανταγωνιστούν την τηλεόραση και τις ομάδες συνομηλίκων, που μαθαίνουν στα παιδιά τους να θέλουν περισσότερο από ό,τι είναι καλό γι’ αυτά και τα εθίζουν από πολύ πρώιμη ηλικία στο σεξ, στα ναρκωτικά και στην αναζήτηση διεγέρσεων. «Οι γονείς μιλούν για την πίεση που ασκείται σε παιδιά του δημοτικού για να αγοράσουν Reeboks που κοστίζουν 65 δολάρια και πετροπλυμένα τζιν των 45 δολαρίων» γράφει η Γουάιτχεντ. Σοκάρονται από το σχέδιο διανομής προφυλακτικών στα δημόσια σχολεία και, ακόμη κι αν παραδέχονται πως υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους προφυλάξεις, θέλουν να ξέρουν τι έχει οδηγήσει την κοινωνία μας σε αυτό το σημείο.
Η καταναλωτική κουλτούρα σαγηνεύει τα παιδιά από την πιο πρώιμη ηλικία, μέσα από μια ατέλειωτη προπαγάνδα εμπορευμάτων. Κι έτσι τα κάνει να μην μπορούν πλέον να υπομένουν την γονική πειθαρχία, καθώς ενισχύει την τάση τους να αντιστέκονται σε οποιονδήποτε νιώθουν πως προσπαθεί να επέμβει στη δική τους ευχαρίστηση. Η κουλτούρα της κατανάλωσης δεν διαφθείρει μονάχα τα παιδιά, με άμεσο τρόπο, αλλά υπονομεύει, μακροπρόθεσμα, και την ίδια την οικογένεια, καθώς ανεβάζει διαρκώς το θεωρούμενο ως αποδεκτό επίπεδο ζωής της μεσαίας τάξης. Οι γονείς πρέπει να εργάζονται όλο και περισσότερες ώρες προκειμένου να αποκτήσουν καταναλωτικά αγαθά που παλαιότερα θα θεωρούνταν είδη πολυτελείας, αλλά σήμερα κρίνονται απαραίτητα για μια καλή ζωή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι Αμερικανοί έχουν προσθέσει στον χρόνο του εργασιακού τους έτους σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα, σύμφωνα με την Τζούλιετ Σορ, με αποτέλεσμα, σήμερα, σε μια εποχή όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο από ποτέ άλλοτε ανάγκη από καθοδήγηση, οι αμερικανοί γονείς να βρίσκονται απορροφημένοι από τις απαιτήσεις της εργασίας.
Κι όμως, ελάχιστα έχει να προσφέρει στους σημερινούς γονείς, που υπό μια έννοια αποτελούν την πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα στη χώρα, αυτός ο αποκαλούμενος συντηρητισμός που αρχίζει και τελειώνει με την εξύμνηση της ελεύθερης αγοράς. Οι Ρεπουμπλικάνοι μπορεί να μισούν όλα αυτά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, αλλά η αφοσίωσή τους στην κουλτούρα ενός άπληστου ατομικισμού δεν τους επιτρέπει να εντοπίσουν το πρόβλημα στην πηγή του. Εξυμνούν τον φιλόδοξο και φιλοχρήματο άνθρωπο, τον καπάτσο επενδυτή που δεν ορωδεί προ ουδενός μπρος στην επιδίωξη του πλούτου και μετά απορούν που τα παιδιά από τα γκέτο κλέβουν και σκαρώνουν απάτες αντί να διαβάζουν τα μαθήματά τους.
Σε κάθε περίπτωση, τούτη η απροθυμία των Ρεπουμπλικανών να αποδώσουν ευθύνες στην αγορά για την κατάρρευση της οικογένειας δίνει στους Δημοκρατικούς την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας και την ίδια στιγμή να ανακόψουν την πτωτική πορεία του κόμματός τους. Προσεγγίζοντας την «παιδική υπόθεση» με τα μάτια των σημερινών, ζορισμένων γονέων, οι Δημοκρατικοί μπορούν να καταστήσουν τη φράση «οικογενειακές αξίες» κάτι περισσότερο από ένα κενό σημαίνον. Μπορούν, επίσης, να αρχίσουν να επουλώνουν τους φυλετικούς διαχωρισμούς, δείχνοντας πως, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους, όλες οι οικογένειες επιθυμούν το ίδιο πράγμα: προστασία από την εισβολή της εμπορευματοποίησης στην οικογενειακή ζωή, η οποία διαφθείρει τους νέους και υπονομεύει τη γονική εξουσία. Τα βάσανα της μαύρης μητέρας που ζει από τα προνοιακά επιδόματα και τα παιδιά της έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό της άμεσης ικανοποίησης της επιθυμίας μέσω του εξαιρετικά επικίνδυνου συμπλέγματος ναρκωτικά-εγκληματικότητα, συνιστούν απλώς την υπερβολική εκδοχή των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι γονείς τόσο μιας εργατικής ή μικρομεσαίας οικογένειας όσο και μιας οικογένειας της ανώτερης μεσαίας τάξης. Αυτό που όλοι τους χρειάζονται είναι ένας προστατευόμενος χώρος μες στον οποίο θα μπορούν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν.
Η αναγνώριση αυτής της κοινής ανάγκης μπορεί να συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην προσπάθεια υπέρβασης των ταξικών και φυλετικών φραγμών από ό,τι η κουραστική ρητορεία των Δημοκρατικών περί «συμπόνοιας» -η οποία, άλλωστε, εκφράζει και μια έντονη πατερναλιστική υπεροψία. Αν οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν πράγματι να αναλάβουν τον ρόλο της ηθικής ηγεσίας που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα, τότε θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο σεβασμός είναι σημαντικότερος από τον οίκτο όπως επίσης κι ότι σεβασμός σημαίνει να προσπαθεί κανείς ν’ ανταποκριθεί σε συλλογικά πρότυπα, όχι να ψάχνει δικαιολογίες για τον εαυτό του. Θα πρέπει, επίσης, να εγκαταλείψουν το κράτος πρόνοιας για χάρη μιας πολιτικής που θα έχει στόχο της την ενδυνάμωση της οικογένειας και τη γειτονιάς. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καταλήξουν σε μια κριτική της ελεύθερης αγοράς η οποία δε θα δίνει πάτημα στην ένσταση πως η εναλλακτική στις αγορές –δηλαδή, εν προκειμένω, η επιβολή ενός συνολικού κοινωνικού σχεδιασμού εκ μέρους μιας «νέας τάξης» «κοινωνικών μηχανικών»- συνιστά ακόμα χειρότερη επιλογή.
[…]
Posted in Κείμενα | 7 Σχόλια