Το επιτελικό παρακράτος

*Αποσπάσματα από το Editorial του 12ου τεύχους του Προτάγματος.

Νεοφιλελευθερισμός, το ανώτατο στάδιο της κλεπτοκρατίας

Η χώρα έχει ανάγκη από μια πολιτική ανόρθωσης, η οποία όχι απλώς θα θεράπευε τις πληγές τούτης της δεκαετούς πλέον κρίσης, μα θα προσπαθούσε επίσης ν’ ανακόψει τον προϊόντα μαρασμό της (σ’ επίπεδο οικονομικό, δημογραφικό, πνευματικό και γεωπολιτικό). Κι όμως, το μόνο που κάνει η σημερινή κυβέρνηση είναι να υιοθετεί ξεπερασμένες νεοφιλελεύθερες συνταγές της συμφοράς προκειμένου να επιτρέψει στην οικονομική ολιγαρχία –αλλά και σε μικρότερης εμβέλειας συμφέροντα– ν’ αλώσουν πλήρως το κράτος: ξήλωμα της όποιας στοιχειώδους φιλεργατικής νομοθεσίας πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τον τελευταίο χρόνο διακυβέρνησής του (δήλωση υπερωριών, συλλογικές συμβάσεις, αιτιολογία απόλυσης, αυστηροποίηση πλαισίου για την αδήλωτη εργασία) και προώθηση ρυθμίσεων που δεν πέρασαν ούτε κατά τα μνημονιακά χρόνια, φοροαπαλλαγές για τα υψηλά εισοδήματα, περιορισμός του ρόλου μιας σειράς ελεγκτικών μηχανισμών, χαλάρωση των ποινών για εγκλήματα «λευκού κολλάρου», σωρεία απευθείας και «φωτογραφικών» αναθέσεων υπό το πρόσχημα του υγειονομικού κατεπείγοντος, διάσωση ιδιωτικών εταιρειών δίχως ανταλλάγματα[1] και γενικότερη επίκκληση της πανδημίας με σκοπό την περαιτέρω συρρίκνωση του δυσλειτουργικού και ατροφικού Δημοσίου.

Κι όλα αυτά υπό την επίσημη «κασέτα» περί ιδιωτικών πανεπιστημίων, ιδιωτικής πρωτοβουλίας, καινοτομίας κ.ο.κ. Η οποία ιδιωτική προβατοβουλία (για να θυμηθούμε και τον μακαρίτη τον Πανούση) τα έχει κάνει θάλασσα: από τις μάσκες-αλεξίπτωτα στα σχολεία, τον Σεπτέμβριο του 2020, μέχρι το πολύ αργό –πλην όμως πανάκριβο!– ίντερνετ που δυσχέραινε την τηλεργασία, τα προβληματικά λογισμικά της τηλεκπαίδευσης, τις απαρχαιωμένες ιδιωτικές κλινικές, αλλά και τις εταιρείες κούριερ ή μεγάλα πολυκαταστήματα που «κλάταραν», καθώς δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τον όγκο των παραγγελιών κατά την περίφημη Μαύρη Παρασκευή που οι ίδιοι διαφήμιζαν με θέρμη.

Αν ο νεοφιλελευθερισμός ευνοεί εν γένει την εργοδοτική ασυδοσία και τη μαφιοζοποίηση μεγάλων τομέων της οικονομίας (μέσω της χαλάρωσης της κρατικής εποπτείας στο χρηματοοικονομικό σύστημα και σε άλλους τομείς της οικονομίας), σε μια δομικά διεφθαρμένη οικονομία όπως η ελληνική μάς επαναφέρει στις πιο ακραίες μορφές μπανανίας, επισημοποιώντας τη μετατροπή της χώρας σε τσιφλίκι της λματ και των αετονύχηδων «επενδυτών» παντός είδους. Εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με ένα μείγμα νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας, διεφθαρμένων πρακτικών και παροιμιώδους ανικανότητας. Απώτατος στόχος, βέβαια, είναι να προστατευθεί η λούμπεν οικονομική ολιγαρχία της χώρας, ώστε να μην επωμιστεί ούτε και κατ’ ελάχιστον ένα μέρος του κόστους της συνεχιζόμενης κρίσης. Και προκειμένου να μην της ζητήσει έστω και την ελαχιστότατη τέτοια παραχώρηση, η ΝΔ δεν διστάζει να θυσιάσει τη χώρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ε. Μακρόν, τον οποίο νομίζει πως μιμείται ο αποτυχημένος και συμπλεγματικός γόνος που έχουμε για Πρωθυπουργο, ανέστειλε μέχρι την έξοδο από την πανδημική κρίση τις «φιλόδοξες» κοινωνικές κι οικονομικές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες εξελέγη (με πρώτο και καλύτερο το συνταξιοδοτικό και την «εξυγίανση» της EDF, της γαλλικής ΔΕΗ). Αντιθέτως, ο καρνάβαλος του οποίου άρχει ο εν λόγω γόνος χρησιμοποίησε το χάος της πανδημίας ως ευκαιρία για την προώθηση μεταρρυθμίσεων οι οποίες εφαρμόζονται από την επομένη της κύρωσης του εκάστοτε νομοσχεδίου, με αποτέλεσμα ν’ αλλάζει στο μέσο της σχολικής χρονιάς μέχρι κι ο τρόπος εισαγωγής στα πανεπιστήμια! Παντού ο ίδιος ζήλος να εξυπηρετηθούν συμφέροντα κάθε είδους και να ξεπληρωθούν γραμμάτια. Πρόκειται για την πιο σκληρά, εξόφθαλμα κι απενοχοποιημένα ταξική κυβέρνηση εδώ και δεκαετίες, ακριβώς επειδή πρέπει η ολιγαρχία να μη δώσει ούτε το ελάχιστο ξεροκόμματο στην κοινωνία μετά από 12 χρόνια οικονομικής καταβαράθρωσης. Πρέπει, με άλλα λόγια, οι μνημονιακές πολιτικές να μετατραπούν σε μόνιμη πολιτική, και η χώρα να μετατραπεί σταδιακά σε χώρα ανατολικοευρωπαϊκού τύπου – τόσο σ’ επίπεδο πολιτικών ελευθεριών όσο και σ’ επίπεδο βιοτικού επιπέδου. Εξ ου κι η συνειδητή επιλογή να μη δοθούν καθόλου χρήματα για τη στήριξη του ΕΣΥ αλλά και της οικονομίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας: όχι μόνο το περίφημο «μαξιλάρι» υπάρχει και παραμένει ανέγγιχτο (βλ. δήλωση Γεωργιάδη), μα και τα όσα λίγα χρήματα δόθηκαν, ήδη το κράτος τα πήρε πίσω, σύμφωνα με τον Σταϊκούρα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ με μέσο καθαρό μισθό σε χαμηλότερο επίπεδο του 2010, ενώ σύμφωνα με αντίστοιχα της ΕΛΣΤΑΤ, «πριν τη διάθεση των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας εκτοξεύεται στο 49,6%, δηλαδή υπό απειλή βρίσκεται ένας στους δύο πολίτες της χώρας». Με άλλα λόγια, μηδαμινοί μισθοί κι ένα κρίσιμο κομμάτι της κοινωνίας να συντηρείται με συντάξεις κι επιδόματα, με την ανεργία των νέων σε δυσθεώρατα ύψη («για το 2020, η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση στην Ε.Ε. με ποσοστό 25,9% […]. Συγκεκριμένα, μία στις τρεις νέες και ένας στους πέντε νέους ηλικίας 20-34 ετών παραμένουν αδρανείς ταυτόχρονα στην εκπαίδευση και στην εργασία»). Ακούγεται γελοίο να διαλαλεί κανείς ότι η διαλυμένη αυτή οικονομία θα «εκτοξευθεί» (Σκέρτσος). Στην πραγματικότητα βέβαια πρόκειται για οιονεί σαδιστική προκλητικότητα, αν αναλογιστεί κανείς ότι, παρά τις πρόσφατες φιέστες του Μητσοτάκη στην Ακρόπολη, έρχονται μέτρα σκληρής λιτότητας από το 2022. Τα προβλέπει το «το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2022- 2025», που ο ίδιος έστειλε στις Βρυξέλλες: τρεις χρονιές συνεχόμενων πλεονασμάτων, τα οποία όλοι γνωρίζουμε πώς θα επιτευχθούν…

«Με εντολή Μητσοτάκη»: ο επιτελικός καρνάβαλος κι ο Βασιλιάς του

Μετατρέπουμε το καλοκαίρι σε καιρό σποράς της φροντίδας, ώστε το φθινόπωρο να γίνει η άνοιξη της ελπίδας και να ανατείλει μέσα στο χειμώνα, μέσα στο χειμώνα του 2020, και στην άνοιξη του 2021, ο ζεστός ήλιος της ανάπτυξης.

Κ. Μητσοτάκης

(Βουλή, 15/6/2020)

Αν, πέραν τούτης της στενότατης πρόσδεσης με τη λούμπεν οικονομική ολιγαρχία της χώρας, λάβουμε υπόψη και την ιδεολογικού τύπου υποτίμηση της εργασίας, από πλευράς των τεχνοκρατών «σοφών» τύπου Πισσαρίδη, αυτή η κυβέρνηση θυμίζει τις δεξιές, αμερικανοκίνητες κυβερνήσεις των χωρών της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής: αμερικανοθρεμμένοι χαρτογιακάδες, γόνοι πλούσιων οικογενειών, με πτυχία οικονομικών απ’ τα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια κι ένα τουπέ ως τον Θεό, εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές-σοκ στις καταρρέουσες και διεφθαρμένες οικονομίες των χωρών τους, προκειμένου να ευνοήσουν τα μεγάλα συμφέροντα και τους τοπικούς φυλάρχους και ραντιέρηδες κάθε είδους. Ο επιδεικτικός νεοπλουτισμός του πρωθυπουργικού ζεύγους, με τα διαρκή ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό, τις διακοπές, το μότο-κρος μέσα σε εθνικούς δρυμούς, την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων και τις σχέσεις με offshore εταιρείες, εντείνει ακόμα περισσότερο τούτη την εικόνα.

Πίσω, βέβαια, από τη βιτρίνα του ανέμελου γόνου, χαρά γεμάτου happy traveller υπάρχει μια σκοτεινή ομάδα εξουσίας μπλεγμένη με όλες τις μείζονες υποθέσεις που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη τον τελευταίο χρόνο: από τον βιασμό και τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη (με τη γνωστή παρέμβαση Σκέρτσου) και την προσπάθεια συγκάλυψης της δράσης του παιδεραστή και παιδοβιαστή Λιγνάδη, μέχρι τις σχέσεις με τον Φουρθιώτη (και τις προεκτάσεις της υπόθεσης με τους φόνους Καραϊβάζ και Μπερδέση) και την περίπτωση του δολοφόνου της Καρολάιν[2]. Μια τάση γενικευμένης συγκάλυψης, που αφήνει να πλανώνται υποψίες για σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση, που προκαλεί αναγούλα σ’ οποιονδήποτε δεν έχει αντι-αριστερές και άλλες εμμονές.

Αυτό είναι, σε κάθε περίπτωση, το πολυθρύλητο «επιτελικό κράτος» – χαρακτηριστικό δείγμα τούτης της νεοφιλελέ αποκρουστικής ιδιογλώσσας με την οποία συνεννοούνται οι εξ απορρήτων του Πρωθυπουργού. Υποτίθεται, λοιπόν, πως το κράτος αυτό συνιστά ευέλικτο και λειτουργικό μόρφωμα, απαλλαγμένο απ’ τα βαρίδια και τη γραφειοκρατία του παρελθόντος, έτοιμο να συνδράμει τον ιδιωτικό τομέα στην επιτέλεση του αναπτυξιακού θαύματος που θ’ απογειώσει τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία. Έχουμε αναλύσει, με παλιότερη αφορμή, πώς, εντός της σύγχρονης παρακμής του δυτικού κόσμου, η ρητορεία περί αριστείας και τεχνοκρατοσύνης συνιστά κατά βάση τον φερετζέ μιας νέας εκδοχής, διπλωματούχου και τιτλούχου διαφθοράς, η οποία στις καλύτερες περιπτώσεις χαρακτηρίζεται απλά από παροιμιώδη ανικανότητα[3]. Αν αυτά ισχύουν για τις δυτικές χώρες, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε την κωμική απομίμηση ακόμη και τούτου του φιάσκου, που βιώνουμε στην Ελλάδα (όπου, ειρήσθω εν παρόδω, τη ρητορική της τεχνοκρατικής αριστείας την υιοθετεί η Δεξιά, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εντός της Δύσης).

Επισήμως έχουμε να κάνουμε με πολυπληθή κυβερνητικά σχήματα, ώστε να ταΐζονται πλήθος κηφήνες κάθε είδους (από υπουργούς μέχρι μετακλητούς). Πίσω από αυτά κρύβεται ένα εντελώς συγκεντρωτικό μόρφωμα: η λουδοβίκεια Αυλή των εμπίστων ενός πρωθυπουργού που έχει συγκεντρώσει υπό τον άμεσο προσωπικό του έλεγχο πλήθος αρμοδιοτήτων[4] και κυβερνά, μέσα στην πιο πλήρη αδιαφάνεια, με «τεχνοκράτες» οι οποίοι δεν προέρχονται καν από το ίδιο του το κόμμα, με προσωπική «μυστική διπλωματία», αντικαθιστώντας τους ίδιους του τους υπουργούς από έμπιστους «σκιώδεις υπουργούς» και νομοθετώντας διαρκώς με fasttrack διαδικασίες. Αφού πρώτα τούτο το μόρφωμα τα έκανε μπάχαλο στην πρώτη κρίση που κληρονόμησε (αυτή του μεταναστευτικού), έδωσε τελικά διαπιστευτήρια παροιμιώδους ανικανότητας σε μια κατεξοχήν ευκαιρία που είχε για να λάμψει διά της υποτιθέμενης αριστείας του: την αντιμετώπιση της πανδημίας.

[…]

«Ανομία», αστυνομοκρατία και α λα καρτ νομιμότητα

Ο σχεδιασμός άνωθεν είναι να χτυπηθεί πρώτα το πολιτικό και κοινωνικό έγκλημα στα Εξάρχεια, και μετά το ποινικό.

Το ζήτημα της «ανομίας» είναι ιδιαζόντως ενδεικτικό του βαθύτατα παρασιτικού χαρακτήρα της ελληνικής Δεξιάς, της νοοτροπίας του ακροατηρίου της αλλά και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική: ως μείγμα πολιτικών βολέματος και καταλήστευσης του κράτους, από τη μια μεριά, και συμβολικού τύπου κινήσεων και νομοθετημάτων, από την άλλη, με στόχο τη διατράνωση της περίφημης «συντηρητικής» ατζέντας. Η «νομιμότητα» επιβάλλεται –με σκηνοθετημένη πυγμή, μάλιστα!– μόνο σε ζητήματα που δεν άπτονται των οικονομικών συμφερόντων της ολιγαρχίας αλλά και της ευρύτερης εκλογικής πελατείας της Δεξιάς (όπως η φοροδιαφυγή, η μνημειώδης διαφθορά συγκεκριμένων κλάδων, η καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων από πλευράς μικροαφεντικών κ.λπ.) ή σε ζητήματα συμβολικής σημασίας, όπως, εν προκειμένω το «πολιτικό έγκλημα». Γι’ αυτό ανασύρθηκε απ’ τη φορμόλη, προκειμένου να χριστεί υπουργός ΠΡΟ-ΠΟ, ένας μονομανής πρώην υπουργός, με παροιμιώδεις γκάφες στο βιογραφικό του[5], εμμονικός με την «τρομοκρατία», που θεωρεί ότι η αντιπαράθεση με τα εντελώς παρακμιακά απομεινάρια του πάλαι ποτέ αναρχικού «Χώρου» συνιστά ύψιστη κρατική προτεραιότητα και ζήτημα τιμής για την ΕΛΑΣ, σε φάση, μάλιστα, πλήρους διανοητικής κατάρρευσης[6]· γι’ αυτό επίσης ανασύρθηκαν από τη φορμόλη όχι μόνον ο ίδιος μα κι η υπόθεση της Μαρφίν, γι’ αυτό επεβλήθη απαγόρευση συναθροίσεων κατά τη 17η Νοεμβρίου και την 6η Δεκεμβρίου, γι’ αυτό δημιουργείται «Αστυνομία πανεπιστημίων» και υλοποιείται «εξοπλιστικό πρόγραμμα μαμούθ» της ΕΛΑΣ εν μέσω υγειονομικής κρίσης (και εις βάρος των αναγκών δασοπυρόσβεσης της χώρας). Είναι χαρακτηριστικό πως τούτη η στροφή στην αστυνομοκρατία συνιστά συνειδητή επιλογή κι όχι συνέπεια κοινωνικών, δημοσκοπικών ή άλλων πιέσεων[7]. Αποτελούσε προτεραιότητα της κυβέρνησης ήδη πριν τον κορωνοϊό και τις δυνάμει εκρηκτικές, σε κοινωνικό επίπεδο, οικονομικές συνέπειες της πανδημίας. Γι’ αυτό κι ο ιπποκόμος του Σερίφη με τη μάνικα δηλώνει ότι «υφίσταται ακόμη και σήμερα, μισόν αιώνα μετά τη Μεταπολίτευση, μια λανθασμένη αντίληψη από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις που συνηθίζουν να καταγγέλλουν την Αστυνομία ότι ασκεί αντιδημοκρατικό αυταρχισμό. Επίσης υφίσταται μια λανθασμένη αντίληψη ειδικά στην Αριστερά, όπου οι καταγγελίες για υπέρμετρη άσκηση αστυνομικής βίας λειτουργούν ως βάση νομιμοποίησης της επαναστατικότητας»: και εδώ στόχος είναι η ιδεολογική αντεπίθεση στα καθιερωμένα αριστερά και μεταπολιτευτικά αφηγήματα.

Όπως και στην περίπτωση του ιδεολογήματος περί «ασφάλειας», πηγές ανασφάλειας για τον πληθυσμό θεωρούνται οι αναρχικοί και οι «καταλήψεις», όχι όμως η παντελής έλλειψη υγειονομικής θωράκισης της χώρας απέναντι στην πανδημία, τις πυρκαγιές ή τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών της μαφίας μέρα μεσημέρι. Αντίστοιχα, σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας το μόνο που προκαλεί τις γνωστές δεξιές υστερίες είναι η άφιξη παράνομων μεταναστών κι όχι οι βόλτες των τουρκικών ερευνητικών σκαφών στο Αιγαίο ή η προσέγγιση της Τουρκίας με τη Βόρεια Μακεδονία. Και όλα αυτά υπό μια κυβέρνηση που εν ονόματι της νομιμότητας όχι απλώς κάνει τα χατίρια της ολιγαρχίας, στα πλαίσια της πατροπαράδοτης «διαπλοκής», πρεμβαίνοντας συστηματικά στη Δικαιοσύνη (από την υπόθεση Νοβάρτις και την παρέμβαση Σκέρτσου κατά τη δίκη των δολοφόνων και βιαστών της Ε. Τοπαλούδη, ως την υπόθεση Ινδαρέ[8]), μα αφήνει το κράτος και τους μηχανισμούς του βορά σε κάθε είδους παραβατικότητα, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει –ή να παράσχει κάλυψη σε μηχανισμούς της που εξυπηρετούν- ακόμα και τον Λιγνάδη, τον Φουρθιώτη ή τον συζυγοκτόνο Αναγνωστόπουλο. Πράγματα πρωτόγνωρα που μαρτυρούν την πλήρη διάλυση του ήδη δυσλειτουργικού και διεφθαρμένου νεοελληνικού κράτους. Επόμενο είναι, μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης ανομίας, ο ανώτατος Επιτελάρχης της χώρας με την οικογένειά του να καταπατούν φόρα παρτίδα ακόμη και τα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας εν καιρώ πανδημίας, και οι διάφοροι σταβλάρχες του να αλλάζουν το υγειονομικό πρωτόκολλο προκειμένου να ταιριάζει με τις πρωθυπουργικές παρανομίες[9]!

Ποτέ ξανά Αριστερά

Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι σίγουρο: μετά από 5 χρόνια που κυβέρνησε για πρώτη φορά μετά το 1981 μια πολιτική δύναμη εκτός του παραδοσιακού δικομματικού κατεστημένου, το τελευταίο επανέρχεται πλέον δριμύτερο και πεινασμένο. Η καλλιέργεια κλίματος υστερίας πριν και κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η διάδοση χυδαιοτήτων για τον Τσίπρα αλλά και η πρωτοφανής συστράτευση των ΜΜΕ πίσω από τη σημερινή κυβέρνηση δείχνουν πόσο ασύδοτη είναι η εγχώρια ολιγαρχία: αντιμετώπισε μια κατ’ όνομα αριστερή κυβέρνηση, η οποία εφάρμοσε μνημόνια, σα να επρόκειτο για τους Μπολσεβίκους που ήταν έτοιμοι ν’ απαλλοτριώσουν τις βίλες και να εθνικοποιήσουν τις εταιρίες τους! Η καταφυγή σε πρακτικές μετεμφυλιακού ύφους δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται αντιληπτός σαν την ΕΔΑ του δευτέρου μισού της δεκαετίας του ‘50 (τότε που ο Καραμανλής έστησε τις περίφημες «εκλογές βίας και νοθείας», προκειμένου να την εκτοπίσει από την αξιωματική αντιπολίτευση) ή το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 (τότε που η Δεξιά διέδιδε πως ο Παπανδρέου είναι τρομοκράτης). Το γεγονός ότι, παρ’ όλο που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιπροσωπεύει σε καμία περίπτωση κοινωνικές δυνάμεις συγκρίσιμες μ’ εκείνες που είχαν εκφραστεί στην άνοδο της ΕΔΑ κατά τη δεκαετία του ’50 αλλά και –κυρίως του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, η ολιγαρχία τον πολεμά με τέτοιο μένος, δείχνει πόσο λίγο μπορεί να ανεχτεί την άνοδο στην εξουσία ενός κόμματος εκτός του παραδοσιακού και ελεγχόμενου πολιτικού κόσμου. Έστω κι αν δεν πρόκειται διόλου για κόμμα με πρόγραμμα ριζοσπαστικών κοινωνικών αλλαγών!

Η νέα κυβέρνηση ήρθε για να ελέγξει πλήρως το κράτος, και γι’ αυτό διορίστηκαν παντού όχι «πρόσωπα κοινής αποδοχής» αλλά μπιστικοί του νέου Πρωθυπουργού – από την ΕΥΠ ως την ΕΡΤ και τα λογής Υφυπουργεία, κατά κανόνα παρασιτικοί διαφόρων κατηγοριών, με πλαστά πτυχία και πειραγμένα βιογραφικά[10]. Πρόκειται, ουσιαστικά, για εφαρμογή του σχεδίου σύμφωνα με το οποίο «ο Κ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές».


[1] Όπως στην περίπτωση της Aegean. Ας αντιπαραβληθεί η περίπτωσή της με αυτή της Lufthansa, την οποία το γερμανικό κράτος στήριξε με 10 δις ευρώ, προκειμένου να μην καταρρεύσει τον προηγούμενο Ιούνιο, ανακτώντας όμως ως αντάλλαγμα το 20% των μετοχών της.

[2] Για τον οποίον βοά ο τόπος ότι είχε «άκρες» μέσα στην Αστυνομία και ενδεχομένως να συνδέεται με άλλες βρώμικες υποθέσεις.

[3] Βλ. το κείμενό μας «Ενάντια στην αριστο-κρατία: Σημειώσεις για το νέο κυρίαρχο αφήγημα», Πρόταγμα, τεύχος 10, Ιούνιος 2017.

[4] Βλέπε την υπαγωγή φορέων σαν την ΕΥΠ και το ΑΠΕ στον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργικού γραφείου, τον διορισμό ημετέρων στη διεύθυνση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, της σκληρής κομματικής γραμμής ως προς τη στελέχωση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης κ.ο.κ.

[5] Όπως το φιάσκο με την αποτυχία σύλληψης του Κ. Πάσσαρη, το καλοκαίρι του 2001 ή η έκρηξη δέματος σχεδόν μέσα στο υπουργικό του γραφείο, τον Ιούνιο του 2010 (που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του υπασπιστή του).

[6] Όπως μαρτυρά η περίφημη επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου ΠΡΟΠΟ με τις μάνικες, κατά τις πρόσφατες μεγάλες πυρκαγιές.

[7] Όπως, π.χ., στην περίπτωση του Μακρόν ο οποίος, για να εμποδίσει την εκλογική άνοδο της Λεπέν, στο πλαίσιο του νέου γαλλικού δικομματισμού, αλλά και υπό τον φόβο της ισλαμικής τρομοκρατίας και μιας πιθανής επανεμφάνισης των Κίτρινων Γιλέκων, επέλεξε να δώσει γη και ύδωρ στα συνδικάτα της γαλλικής Αστυνομίας, γινόμενος βασιλικότερος της βασίλισσας.

[8]«Επιχειρήθηκε τις τελευταίες ημέρες συντονισμένα τόσο από Υπουργούς της Κυβέρνησης όσο και από εκπροσώπους των αστυνομικών υπαλλήλων μία έμμεση πίεση στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς για τροποποίηση των ποινικών διώξεων που έχουν ήδη ασκηθεί σε βαθμό πλημμελήματος, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως κακουργήματα συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, που αφορούν επιθέσεις σε βάρος αστυνομικών».

[9] Ας θυμηθούμε τις κωλοτούμπες των Γεωργιάδη, Χατζηδάκη και Πέτσα περί του αν, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, μπορούσαν οι πολίτες να μετακινούνται σχεδόν 50 χιλιόμετρα από την κατοικία τους για «ατομική σωματική άσκηση». Τα ίδια έκαναν και το περσινό Πάσχα, όταν ο ανεκδιήγητος Πέτσας συμβούλευε το ποίμνιο πώς να παραβεί τα μέτρα, προκειμένου να παραλάβει το Άγιο Φως από τις εκκλησίες.

[10] Να σημειωθεί, φυσικά, ότι στο πλαίσιο αυτό, βολεύτηκαν σε διάφορες κρατικές θέσεις –κυρίως στην ΕΡΤ– πλήθος μαχόμενων «φιλελεύθερων» οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια κατακεραυνώνουν με κάθε τρόπο τον «κρατισμό», το «Μαδουριστάν» και τη νεοελληνική «Σοβιετία».

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου

Αναρτούμε, με μεγάλη καθυστέρηση, το δεύτερο μέρος της κριτικής μας στον ελληνικό αναρχικό χώρο, που ξεκινήσαμε να δημοσιεύουμε στο 11ο τεύχος του Προτάγματος, το Νοέμβριο του 2018. Είναι διαθέσιμο εδώ.

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

O φεμινισμός στην εποχή του μεταμοντερνισμού

*Απόσπασμα από το κείμενο της Έλεν Πλάκροουζ «Γιατί δεν με θεωρώ πια φεμινίστρια», από το 12ο τεύχος του Προτάγματος

Από τη δεκαετία του ’80, άρχισε να διαμορφώνεται μια εσωτερική κριτική στον φιλελεύθερο φεμινισμό. Ο τελευταίος κατηγορήθηκε στο σύνολό του ότι δεν αναγνώρισε τα επιπρόσθετα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Μαύρες και ασιατικής καταγωγής γυναίκες ή οι λεσβίες, και ότι είχε επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο στα προβλήματα της μεσαίας τάξης. Επρόκειτο για βάσιμες επικρίσεις στις οποίες καλούμασταν ν’ απαντήσουμε ιεραρχώντας εκ νέου τις προτεραιότητές μας. Πολλές φιλελεύθερες φεμινίστριες άρχισαν, έτσι, να στρέφουν την προσοχή τους στα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ή να τονίζουν τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που ζουν σε κοινότητες προσκολλημένες σε καταπιεστικές και πατριαρχικές θρησκείες σαν το Ισλάμ, όπως η άσκηση βίας ή ακόμη κι ο ακρωτηριασμός των γεννητικών τους οργάνων για τη δήθεν προστασία της «τιμής» τους. Όλα αυτά λάμβαναν χώρα στο πλαίσιο ενός οικουμενικού φιλελεύθερου φεμινισμού που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Εκείνη όμως τη δεκαετία αρχίζει εντός των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών μια μετατόπιση προς τον μεταμοντερνισμό, η οποία σταδιακά επηρέασε και τον φεμινισμό. Κάπως έτσι εμφανίζεται λοιπόν η λεγόμενη διαθεματικότητα (intersectionality)[1].

Οι άνθρωποι συχνά δεν έχουν σαφή αντίληψη ούτε για το τι είναι ο μεταμοντερνισμός ούτε και για τη σχέση του με τον φεμινισμό. Πολύ απλουστευτικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια θεωρητική στροφή, εντός του ακαδημαϊκού χώρου, στην οποία πρωτοστάτησαν οι Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ και Ζαν Μπωντριγιάρ. Η νέα αυτή αντίληψη δεν θεωρούσε μόνο ανέφικτη την απόκτηση αξιόπιστης γνώσης αλλά ισχυριζόταν επιπλέον ότι το ίδιο το νόημα και η πραγματικότητα είχαν καταρρεύσει. Ο μεταμοντερνισμός απέρριψε τα συνολικά, γενικής ισχύος ερμηνευτικά σχήματα (μετα-αφηγήσεις) όπως η θρησκεία και η επιστήμη, αντικαθιστώντας τα με υποκειμενικές, σχετικιστικές αποτιμήσεις (μικρο-αφηγήσεις) των εμπειριών ενός ατόμου ή μιας πολιτισμικής υπο-ομάδας. Αυτές οι ιδέες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, τροφοδοτώντας τόσο την τέχνη όσο και την κοινωνική «θεωρία». Έτσι οι οικουμενικές αξίες του φιλελευθερισμού, η επιστημονική μέθοδος και η χρήση της λογικής και της κριτικής σκέψης απορρίφθηκαν ως μέσα καθορισμού της αλήθειας και της ηθικής. Κάθε άτομο θα μπορούσε πλέον να έχει τη δική του αλήθεια όχι μόνο σε ηθικό αλλά και σε επιστημολογικό επίπεδο. Η έκφραση «Για μένα είναι αλήθεια» συμπυκνώνει το ήθος του μεταμοντερνισμού. Για να ισχυριστεί κανείς ότι κάτι είναι αντικειμενικά αληθές (ανεξάρτητα από το πόσο καλά αποδεικνύεται), θα πρέπει να προτείνει μια μετα-αφήγηση και να «αγνοήσει» τις αντίθετες απόψεις, κάτι που πλέον φαντάζει καταπιεστικό (ακόμα και στην περίπτωση που οι αντίθετες απόψεις είναι εντελώς ασυνάρτητες). Μάλιστα, προκειμένου να στιγματιστεί αρνητικά η άποψη ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πειράματα είναι ο βέλτιστος τρόπος κατάκτησης της αλήθειας, κατασκευάστηκε ο όρος «επιστημονισμός».

Στην ακμή του, ο μεταμοντερνισμός ως καλλιτεχνικό κίνημα παρήγαγε μια μη-αφηγηματική λογοτεχνία χωρίς πλοκή, ενώ παρουσίασε ακόμη και ουρητήρια ως τέχνη[2]. Στην κοινωνική θεωρία οι μεταμοντέρνοι «αποδόμησαν» όλα όσα θεωρούνταν αληθινά· τα πάντα παρουσιάστηκαν ως άνευ νοήματος. Ωστόσο, αφού το έκαναν αυτό, δεν είχαν πού αλλού να στραφούν και τι άλλο να πουν. Σε ό,τι αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, καμία πρόοδος δεν είναι δυνατή αν δεν παραδεχτούμε ότι ορισμένοι άνθρωποι, σ’ ένα ορισμένο μέρος, αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ανισότητες. Προέκυπτε, ως εκ τούτου, η ανάγκη για ένα καινούργιο σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας, και έτσι άρχισαν να αναδύονται νέες θεωρίες για το φύλο, τη φυλή και τη σεξουαλικότητα, αποτελούμενες από μικρο-αφηγήσεις. Όλα αυτά θεωρήθηκαν ως πολιτιστικές κατασκευές με σκοπό τη θεμελίωση ιεραρχιών εις βάρος των γυναικών, των φυλετικών μειονοτήτων και των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Η ταυτότητα κατέστη παράγοντας πρώτιστης σημασίας.

Ως τότε το πρόταγμα του φιλελεύθερου φεμινισμού θα μπορούσε να συμπυκνωθεί ως εξής: «Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ισότητα είναι πανανθρώπινα αγαθά, και ο φεμινισμός μάχεται ώστε να μπορούν να τ’ απολαμβάνουν και οι γυναίκες». Με την επικράτηση του μεταμοντερνισμού, όμως, περάσαμε στην εξής ιδέα: «Ανάλογα με το φύλο, τη φυλή, το θρήσκευμα και τις σεξουαλικές προτιμήσεις, κάθε άτομο έχει τη δική του αλήθεια και τους δικούς του κανόνες και ηθικές αξίες. Όμως όλες οι αλήθειες, τα πολιτιστικά πρότυπα και οι ηθικές αξίες είναι ισάξιες. Οι Λευκοί, Δυτικοί, ετεροφυλόφιλοι άνδρες κυριάρχησαν άδικα επί των υπολοίπων ομάδων στο παρελθόν, κι έτσι τώρα θα πρέπει να παραγκωνιστούν, μαζί με τις ιδέες και τις αξίες τους, για χάρη των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων».

Ο φιλελεύθερος φεμινισμός στράφηκε έτσι από την καθολικότητα των ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πολιτική των ταυτοτήτων. Δεν πρόκειται πλέον για ιδέες που αποτιμώνται με γνώμονα την αξία τους, αλλά με βάση την πολύπλευρη ταυτότητα του ομιλητή, η οποία περιλαμβάνει τόσο το βιολογικό όσο και το κοινωνικό φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα και τη σωματική ικανότητα. Με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, λοιπόν, η αξία της εκάστοτε ταυτότητας εξαρτάται από τον βαθμό περιθωριοποίησής της, με τις περιθωριοποιημένες ομάδες να πληθαίνουν διεκδικώντας η κάθε μία την υπεροχή της έναντι των υπολοίπων. Εδώ είναι όπου την πάτησε ο φιλελεύθερος φεμινισμός: Όταν τόσο ο ίδιος όσο κι οι διεκδικήσεις των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων ήρθαν αντιμέτωπα με τη μετα-αποικιακή ενοχή για το αποικιοκρατικό παρελθόν της Δύσης, αμφότερα νικήθηκαν.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός ποδοπάτησε ιστορικά άλλους πολιτισμούς, ο δυτικός φιλελεύθερος φεμινισμός έφτασε να εγκολπωθεί τις πιο πατριαρχικές πτυχές τους. Έτσι, μια Δυτική φιλελεύθερη φεμινίστρια που καταγγέλλει ως σεξισμό το γεγονός ότι οι δυτικές γυναίκες κρίνονται από το τι φορούν, ταυτοχρόνως κατηγορήσει για ισλαμοφοβία οποιονδήποτε επικρίνει το νικάμπ. Μπορεί να ζητά τη δίωξη ενός χριστιανού ζαχαροπλάστη που αρνήθηκε να ψήσει τη γαμήλια τούρτα ενός ζεύγους ομοφυλόφιλων και ταυτοχρόνως να κατηγορεί το Gay Pride ως ρατσιστικό, επειδή η διαδρομή της διαδήλωσης πέρασε μέσα από μια περιοχή συντηρητικών μουσουλμάνων. Πολλές διαθεματικές φεμινίστριες δεν περιορίζονται στην κριτική άλλων λευκών Δυτικών φεμινιστριών, αλλά επιτίθενται με βιτριολικό τρόπο, εκτοξεύοντας κατηγορίες για ρατσισμό, σε φιλελεύθερους μουσουλμάνους και πρώην μουσουλμάνες φεμινίστριες και ακτιβίστριες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ο μισογυνισμός και η ομοφοβία του Χριστιανισμού μπορεί να επικρίνονται από όλους (και ορθά), όχι όμως ο μισογυνισμός και η ομοφοβία του Ισλάμ, που δεν πρέπει να επικρίνονται από κανέναν, ούτε καν από τους ίδιους τους μουσουλμάνους. Το δικαίωμα να ασκούμε κριτική στον ίδιο μας τον πολιτισμό και τη θρησκεία φαίνεται να περιορίζεται στους λευκούς Δυτικούς (Η καλύτερη σχετική ανάλυση είναι «Ο ρατσισμός ορισμένων αντι-ρατσιστών» του Τομ Ογουολάντε[3]).


[1] Ο συγκεκριμένος όρος, που εισήγαγε η Αμερικανίδα θεωρητικός Kimberlé Crenshaw, αναφέρεται στη «διασταύρωση» (intersection) διαφορετικών στοιχείων της ταυτότητας ενός ατόμου που μπορούν να το καταστήσουν στόχο πολλαπλών, ταυτόχρονων διακρίσεων ή μορφών καταπίεσης: π.χ. μια Αφροαμερικανή λεσβία θεωρείται ταυτοχρόνως θύμα ρατσισμού, σεξισμού και ομοφοβίας.

[2] Αναφορά στο έργο Fountain (1917) του Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp).

[3] Tomiwa Adetayo Owolade, “The racism of some anti-racists”, (27/06/2015), διαθέσιμο στο https://tomowolade.wordpress.com/2015/06/27/the-racism-of-some-anti-racists/.

Posted in Κείμενα | Tagged , | Σχολιάστε

Το τέλος της δημοσιογραφίας

*Απόσπασμα από το editorial του 12ου τεύχους του Προτάγματος

Σε αυτές τις περιπτώσεις που εκπορθείται ένα στρατηγικό σημείο των αντιπάλων, σημασία έχει η εξουδετέρωση. Αν στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη στήριξη «φιλίων» θέσεων, ακόμα καλύτερα. Η κατάληξη των ΜΜΕ στη Βενεζουέλα, όπου όλα πέρασαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον Μαδούρο, διδάσκει πολλά. Είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός από το ίδιο κυβερνητικό επιτελείο που προσπάθησε ανεπιτυχώς να αλώσει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, και για τις εφημερίδες.

Σάκης Μουμτζής[1]

Στήνουν καθεστώς Τσίπρα

Δ. Κρουστάλλη[2]

Είναι προφανές ότι ουσιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης παίζει η άνευ προηγουμένου μονοπώληση της μηντιακής στήριξης από πλευράς κυβέρνησης. Σύμφωνα με την έκθεση των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα για το 2020, η Ελλάδα τοποθετείται στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς την ελευθερία του λόγου: 65η, με σκορ που την εντάσσει στην κατηγορία «προβληματική». Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα κι η έκθεση για την πολιτική πολυφωνία που παρέδωσε ο πρόεδρος του ΕΣΡ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, τον περασμένο Δεκέμβριο, καταδεικνύει αυτή την κραυγαλέα και άνευ προηγουμένου –τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν– μονολιθικότητα. Δεδομένης της κρίσης του Τύπου αλλά και του γεγονότος πως ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης (οι μεγαλύτερες ηλικιακά μερίδες της) ενημερώνεται σχεδόν αποκλειστικά από την τηλεόραση και δευτερευόντως από το ραδιόφωνο, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία του ελέγχου της τηλεοπτικής ροής – πολλώ δε μάλλον που στις ηλικιακές αυτές μερίδες ψαρεύει κρίσιμο μέρος των ψηφοφόρων της η ΝΔ.

Στα καθ’ ημάς η εφαρμογή του μοντέλου Όρμπαν-Μοραβιέτσκι διευκολύνεται από τις ιδιομορφίες της εγχώριας δημοσιογραφίας, τις οποίες σταθερά παραβλέπουν ακόμη κι όσοι καταγγέλλουν τούτη την προσπάθεια ελέγχου της πληροφορίας αλλά και τις διαπλεκόμενες σχέσεις Τύπου και πολιτικής εξουσίας. Είναι γνωστό πως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη Δύση, οι δικές μας μεγάλες εφημερίδες αντί να προσφέρουν ενημερωτικά άρθρα και ρεπορτάζ, βρίθουν «επιφυλλίδων» και άρθρων γνώμης της γνωστής παρασιτικής «δημοσιογραφικής» ολιγαρχίας[3], η οποία βέβαια, καταχρηστικά χαρακτηρίζεται ως τέτοια, εφόσον σπανίως τα μέλη της έχουν εξασκήσει τα στοιχειώδη του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (ρεπορτάζ, έρευνα, διασταύρωση πηγών). Το ίδιο μοντέλο ακολουθείται στην τηλεόραση –με τα περίφημα «παράθυρα», όπου οι μεγαλοδημοσιογράφοι αυτοί καλούνται ως σχολιαστές– και το ραδιόφωνο – με τις εκπομπές των ίδιων αυτών, διπλοθεσιτών και τριπλοθεσιτών μεγαλοδημοσιογράφων. Πλέον το «σχόλιο» και οι «γνώμες» όλων αυτών των πεφωτισμένων έμμισθων οργάνων παίρνουν ολοένα και περισσότερο τη μορφή κουτσομπολιών κι εκλεπτυσμένου υβρεολογίου, κατά το παράδειγμα του διαβόητου καθήμενου κωμικού Στέφανου Κασιμάτη, του ψυχοπαθούς Πορτοσάλτε ή του παλαίμαχου Πρετεντέρη[4].

Σε κάθε περίπτωση, στην Ελλάδα ο Τύπος γίνεται αντιληπτός ως ένα είδος καφενείου, όπου διακινούνται όχι πληροφορίες, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού, μα απόψεις. Βάσει τέτοιων «απόψεων» διαμορφώνει ο μέσος Έλληνας την αντίληψή του για τα πράγματα – όχι βάσει πληροφοριών αλλά βάσει των επιφυλλίδων ή άρθρων γνώμης των μεγάλων εφημερίδων, των σχολίων στα τηλεοπτικά παράθυρα και φυσικά των ραδιοφωνικών εκπομπών των διάφορων μεγαλοδημοσιογράφων. Αυτή η πολύμορφη παρουσία της (εντελώς κατευθυνόμενης) «γνώμης» εις βάρος της πληροφορίας συνιστά βασικό γνώρισμα των ΜΜΕ στην Ελλάδα κι είναι χαρακτηριστικό πως αναπαράγεται ακόμη και από τον «εναλλακτικό» και μη διαπλεκόμενο Τύπο[5]. Βασικό, δε, κομμάτι τούτου του εκτοπισμού της πληροφορίας χάριν της γνώμης είναι ο πολύ μικρός βαθμός πληροφόρησης για το τι γίνεται εκτός χώρας, μιας και το λεγόμενο «εξωτερικό δελτίο» του εγχώριου Τύπου είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο. Σε περιστάσεις όπως η σημερινή, κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει μια παγκόσμιας εμβέλειας πανδημία, η έλλειψη πληροφόρησης για το τι συμβαίνει εκτός χώρας επιτρέπει στην ανενημέρωτη κοινή γνώμη να χάφτει το παραμύθι που της πουλά η κυβέρνηση – όπως συνέβη και με τον μύθο του περίφημου «success story» κατά τη διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Όταν, δε, ένα κόμμα καταφέρει να ελέγχει ή να τα έχει σε τέτοιο βαθμό καλά με όλους αυτούς τους μεγαλοδημοσιογράφους, είναι προφανές πως ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίον ένα κρίσιμο κομμάτι του εκλογικού σώματος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Στην Ελλάδα ο Τύπος ελέγχει την Εξουσία μόνο σε περίπτωση που τ’ αφεντικά του έχουν κάτι να της ζητήσουν. Αυτή η μαφιόζικη λογική του εκβιασμού συνιστά κομμάτι του γενικότερου ρόλου του: μιας μαφίας που προστατεύει την Εξουσία, στοχοποιώντας και σπιλώνοντας τους εκάστοτε αντιπάλους της κατά παραγγελία[6], στηρίζοντάς τη με κάθε τρόπο, όταν εκείνη συμπλέει με τα συμφέροντα των εκδοτών και των καναλαρχών.       

Προφανώς και αυτά που εδώ περιγράφουμε συμβαίνουν λίγο-πολύ παντού στον κόσμο και συνέβαιναν και στην Ελλάδα πριν το 2019 (ή το 2015). Με τις δύο ακόλουθες, πολύ κρίσιμες διαφορές όμως: αφενός, παλιότερα η λογική αυτή δεν έπνιγε την ελευθερία της πληροφορίας, εφόσον δεν υποτασσόταν το σύνολο του εκάστοτε μέσου στην προώθηση της κεντρικής γραμμής (κι έτσι μπορούσε, π.χ., να υπάρχει η Ακρίτα στα Νέα ή να μη διαγράφονται από τις ιστοσελίδες των μέσων άρθρα ή και ολόκληρη η αρθρογραφία δημοσιογράφων που απολύθηκαν ή αποχώρησαν[7])· αφετέρου, ποτέ το σύνολο των μεγάλων ΜΜΕ δεν υποστήριζαν –και μάλιστα με τόσο εξόφθαλμο τρόπο– την ίδια, μοναδική γραμμή, εφόσον κάθε μεγάλο κόμμα είχε τον δικό του φίλα προσκείμενο Τύπο – πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις δυτικές χώρες. Από το 2010 όμως, με τη διαίρεση της κοινωνίας σε μνημονιακό κι αντιμνημονιακό τόξο (ή «αντιλαϊκισμό» και «λαϊκισμό»), και τη συμπόρευση των δύο παραδοσιακών πόλων του δικομματισμού, εμφανίστηκε η πλήρης συμπόρευση των δεξιών μέσων μ’ εκείνα που παραδοσιακά υποστήριζαν το ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα πλέον τούτα τα τελευταία, μετά και την εξαγορά τους απ’ τον Μαρινάκη, ν’ αποτελούν τα πιο φανατικά στηρίγματα της ΝΔ.


[1] «Μαύρο σκοτάδι ετοιμάζουν για τον Τύπο και τα ΜΜΕ», liberal.gr, 23/1/2017.

[2] «Στήνουν καθεστώς Τσίπρα», Το Βήμα, 2/7/2016. Ως γνωστόν, η Κρουστάλλη απολύθηκε από το Βήμα μετά από παρέμβαση Μητσοτάκη, επειδή τόλμησε να γράψει για τα περίφημα διπλά βιβλία καταγραφής κρουσμάτων του ΕΟΔΥ. Στο σημείωμα με το οποίο ανακοινώνει την αναγκαστική της παραίτηση στο Facebook εγκωμιάζει τον Β. Μαρινάκη και τα χώνει στον ΣΥΡΙΖΑ.

[3] Μανδραβέληδες, Ζούλες, Παπαχρήστοι αλλά και νεότερα φρούτα, συνήθως συμπλεγματικοί και υστερικοί κάθε είδους, τύπου Κανέλη και Μουμτζή.

[4] Διόλου τυχαίο, βέβαια, που βασικό κομμάτι της ρητορικής των κύκλων αυτών ήταν παλιότερα οι επιθέσεις κατά της ΕΡΤ, η οποία είναι το μόνο κανάλι (μαζί μ’ εκείνο της Βουλής) που προβάλλει προγράμματα ικανά να διευρύνουν τις προσλαμβάνουσες του τηλεθεατή (από ταινίες του παγκόσμιου, μη εμπορικού, σινεμά μέχρι ντοκιμαντέρ, «επίκαιρα», εκπομπές καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ύλης). Να σημειωθεί ότι διόλου τυχαίο δεν είναι που η νεοδημοκρατική διοίκηση της ΕΡΤ προσπαθεί να τη μετατρέψει σε ιδιωτικό κανάλι (με λάιφσταϊλ εκπομπές με την Κ. Ζυγούλη και τη Ν. Μπουλέ, επί παραδείγματι).

Κατά τα άλλα, το περίφημο ντοκιμαντέρ της ελβετικής τηλεόρασης για τη Νοβάρτις ή οι αποκαλύψεις της δημόσιας τηλεόρασης της Δανίας για τη συμμετοχή της χώρας στην παρακολούθηση της Μέρκελ και άλλων Ευρωπαίων ηγετών από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν θα έπρεπε να μας κάνουν τέτοια εντύπωση. Στις σοβαρές δυτικές χώρες όλα τα κρατικά κανάλια προβάλλουν σε σταθερή βάση τέτοια ερευνητικά ρεπορτάζ ή ντοκιμαντέρ (είτε πρόκειται για το BBC, είτε για την Deutche Welle, είτε για το Arte, τα κανάλια της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης κ.ο.κ.), που πολύ συχνά βάζουν στο στόχαστρό τους κορυφαία στελέχη του πολιτικού προσωπικού και των επιχειρηματικών κύκλων των χωρών αυτών όπως επίσης και βασικούς κρατικούς θεσμούς και δομές. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ερευνητική δημοσιογραφία θεωρούνται οι εκπομπές δημοσιογράφων με επαφές με τον αμερικανικό παράγοντα όπως ο Παπαχελάς, ο Φ. Παπαθανασίου και ο Ιγνατίου. Για να κάνει κανείς πραγματική –ή, έστω, στοιχειώδη– ερευνητική δημοσιογραφία πρέπει να μην ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κλάδου και να είναι αριστερός (Αυγερόπουλος, Χαρίτος κ.λπ.). Να σημειωθεί πως η ΕΡΤ έδιωξε τους δύο τελευταίους, ενώ διατηρεί σούργελα τύπου Βίκυς Φλέσσα. Μια ακόμα πτυχή του φαινομένου κατέδειξε η περίφημη συνέντευξη-Βατερλό του Χ. Θεοχάρη στο BBC: μέσα στις δυτικές χώρες οι δημοσιογράφοι ελέγχουν τους υπουργούς και την εκάστοτε κυβέρνηση, δεν τους λιβανίζουν όπως στα καθ’ ημάς.

[5] Με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις «εναλλακτικές» ιστοσελίδες Athens Voice και Lifo οι οποίες, παρά το γενικότερο προφίλ τους και το ενδιαφέρον για πολιτιστικά θέματα και την εκλεπτυσμένη κατανάλωση, σε πλήρη αντίθεση με τα δυτικά αντίστοιχα έντυπα, κάνουν πολιτική μέσω δημοσίευσης πλήθος άρθρων γνώμης αλλά και των εκδοτικών σημειωμάτων τους. Διόλου τυχαίο που διολισθαίνουν σταθερά προς τα δεξιά, σ’ επίπεδο απόψεων, ενώ εσχάτως έφτασαν να φιλοξενούν και σκανδαλοθηρικού τύπου άρθρα. Βλ. π.χ. το άρθρο της Β. Σιούτη, «Η ποδηλατάδα του Μητσοτάκη στην Πάρνηθα και η βίλα του Τσίπρα στο Σούνιο» (http://www.lifo.gr, 8/12/2020) όπου αναπαράγονται, διανθισμένα με κακεντρεχείς ειρωνείες, λες και πρόκειται για αναδημοσίευση κυβερνητικού non paper, τα σενάρια για το σπίτι του Τσίπρα στο Σούνιο, τις φιλίες του με εφοπλιστές, τα κότερα κ.ο.κ. Κάνει δουλειά κι εδώ η «λίστα Πέτσα»!

Και μιας και αναφερθήκαμε σε τούτη τη διαφορά μεταξύ των πιο «ουδέτερων» σε στενά πολιτικό επίπεδο δυτικών weeklies και των πολιτικοποιημένων ελληνικών τους αντιστοίχων, αξίζει να σημειώσουμε πως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα ελληνικά κακέκτυπα του New York Review of Books και του London Review of Books: ενώ τα δύο αυτά βιβλιοκριτικά έντυπα παγκοσμίου κύρους είναι γενικώς «αριστερά», με την ευρεία έννοια του όρου, ποτέ δεν υιοθετούν κάποια συγκεκριμένη «γραμμή»∙ αντιθέτως, τα ελληνικά τους αντίστοιχα, το The Athens Review of Books και το The Books Journal διευθύνονται από νεοφιλελεύθερους ταλιμπάν σαν τον Μ. Βασιλάκη και τον –κρατικοδίαιτο (πρώην Αθήνα 9.84, νυν ΕΡΤ)– Ηλία Κανέλλη.

[6] Χαρακτηριστική η ομοβροντία ενάντια στην Ε. Ακρίτα μετά την παραίτησή της από τα Νέα, τον περασμένο Δεκέμβρη.

 [7] Η πρώτη περίπτωση αφορά τη Δ. Κρουστάλλη, της οποίας το επίμαχο άρθρο για το χάος ως προς την καταμέτρηση των κρουσμάτων εξαφανίστηκε ως διά μαγείας το απόγευμα της 16ης Δεκεμβρίου, λίγες ώρες μετά τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή του Θ. Χειμωνά, ο οποίος αποχώρησε από το liberal.gr λόγω διαφωνιών ως προς το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αμέσως μετά εξαφανίστηκε το αρχείο με το σύνολο της αρθρογραφίας του!

Posted in Κείμενα | Σχολιάστε

Περί αντιεμβολιασμού και συνωμοσιολογίας: ο φόβος του Θανάτου

(Απόσπασμα από το κείμενο «Αλλάζει όντως ο κορωνοϊός τις σύγχρονες κοινωνίες;» – από το 12ο τεύχος του Προτάγματος, που κυκλοφορεί)

Αν κανείς, κατά τις αναδιφήσεις του στα ενδότερα του νεοελληνικού υπαρκτού σουρεαλισμού, άκουγε τις εκπομπές του Γ. Τράγκα κατά τη διάρκεια των δύο λοκντάουν, δεν θα μπορούσε να προσπεράσει τη χρήση αριστερίστικου λεξιλογίου εκ μέρους του λαϊκού αγωνιστή με τα μπλουζάκια Ραλφ Λόρεν και τ’ ακριβά ρολόγια: «Η ιατρική τυραννία ως εργαλείο ελέγχου του πληθυσμού», «φασιστικό καθεστώς», «οι χιτλερικοί» κ.λπ. Τα ίδια ακριβώς δήλωνε κι ο Φώτης Τερζάκης, υπό ένα ομολογουμένως πιο εκλεπτυσμένο ύφος: «Είμαστε όλοι αιχμάλωτοι στα χέρια του ολοκληρωτικού κράτους που στο όνομα της δημόσιας υγείας αντλεί το δικαίωμα να μετατρέψει ολόκληρη την κοινωνία σε ένα υγειονομικά ελεγχόμενο Άουσβιτς»[1]. Τη σύμπλευση αυτή μεταξύ αριστερισμού και παραδοσιακής Δεξιάς ή συντηρητισμού το είδαμε και στην περίπτωση Νεορθόδοξων που παρέθεταν το γνωστό κείμενο του Αγκάμπεν[2], για ν’ αντιταχθούν στο αίτημα κλεισίματος των εκκλησιών, αλλά και των πρελάτων της Καθολικής Εκκλησίας που τόνιζαν ότι «ο κορωνοϊός είναι μια πρόφαση για τον περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών»[3]. Αντίστοιχη στάση ακολούθησαν και οι περίφημοι «Αυτόνομοι» –με τα antifa τους νεανικά παραρτήματα–, με τη σταθερή γραμμή ότι η πανδημία συνιστά κατασταλτικό μέτρο αλλά κι έναν αντι-εμβολιακό λόγο που θυμίζει Ραχήλ Μακρή[4].

Ευτυχώς αρκετός κόσμος εντός του αναρχικού Χώρου άσκησε κριτική σε αυτές τις παρανοϊκές θεωρίες[5]. Ας μη λησμονούμε ωστόσο ότι, στην πραγματικότητα, τα όσα φαιδρά και ταυτοχρόνως οικτρά είπαν κι έκαναν οι «Αυτόνομοι», συμπυκνώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη φιλοσοφική «αλήθεια» του Χώρου: ο μαχητικός κι εκδικητικός αντι-μικροαστισμός, η ταύτιση των δυτικών κρατών με τον «ολοκληρωτισμό» ή ο διάχυτος φουκωισμός συνιστούν στοιχεία του ιδεολογικού και κοσμοθεωρητικού DNA αυτού του χώρου – «Θα στέλνεις sms μέχρι και για να τρως. Αυτό δεν είναι ιός, είναι φασισμός» έγραφε αναρχικό τρικάκι που μοιράστηκε κατά την πρώτη καραντίνα.

α) Ο φόβος απέναντι στο χάος

Όλες αυτές οι θεωρίες βασίζονται στην ιδέα πως η πανδημία είναι «φτιαχτή», ότι πρόκειται για έναν ακόμα ελιγμό της «Κυριαρχίας» προκειμένου να κλειδωθούν οι πληθυσμοί στα σπίτια τους και να μην αντιδρούν – ασχέτως αν εδώ και καιρό οι εν λόγω πληθυσμοί δεν δείχνουν ν’ αντιδρούν ιδιαίτερα στο οτιδήποτε. Όλοι τους φαντασιώνονται μεγαμηχανές και πανοπτικά συστήματα επιτήρησης, ιατρικές και βιοτεχνολογικές δικτατορίες, περιγράφοντας τη «νέα δυστοπική πραγματικότητα που μεθοδικά εγκαθιδρύεται από το κράτος και το κεφάλαιο επ’ ευκαιρία της εμφάνισης του νέου κορωνοϊου»[6], ενώ είναι προφανές ότι περί του αντιθέτου πρόκειται: ακόμη κι οι τυφλοί είδαν ότι, αν κάτι φανερώνει η πλήρης ανικανότητα ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων κρατών –πλην ορισμένων εξ αυτών που είχαν ήδη εμπειρία από πανδημίες αλλά και πληθυσμούς υπέρ του δέοντος πειθαρχημένους, όπως ορισμένες ασιατικές χώρες– να διαχειριστούν την πανδημία και τις συνέπειές της, αυτό είναι το χάος που βαθαίνει και η ολική κατάρρευση που πιθανόν να έρχεται. Όταν μπροστά σε μια τέτοια κρίση παγκόσμιου βεληνεκούς οι περισσότερες κυβερνήσεις κινήθηκαν μεταξύ μικροπολιτικής και βραχυπρόθεσμης, αρπακτικής προσοδοθηρίας, από τη μια μεριά, και πλήρους ανοργανωσιάς και σπασμωδικότητας, από την άλλη, είναι προφανές ότι κανείς πλέον δεν ελέγχει τίποτε. Το δόγμα των σύγχρονων ολιγαρχιών είναι «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας».

Ενδεικτικό είναι από αυτή την άποψη το παράδειγμα της Γαλλίας, ενός ευρωπαϊκού κράτους με μακρά οργανωτική παράδοση, στο οποίο η νεοφιλελεύθερη αποσάρθρωση έχει προχωρήσει σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τα αγγλοσαξωνικά κράτη και το οποίο έχει αξιόλογη οικονομική ισχύ. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Εθνοσυνέλευσης αλλά και αρκετές μαρτυρίες δημάρχων και τοπικών αξιωματούχων, αυτό που παρατηρήθηκε είναι ακριβώς το αντίθετο από μια ολοκληρωτική δυναμική: η απουσία, η αδυναμία, η κοντόθωρη πολιτική και εν τέλει η εγκατάλειψη της κοινωνίας από την κρατική μηχανή και την ολιγαρχία γενικότερα[7].

Το ιατρικό, βιοτεχνολογικό και φαρμακευτικό λόμπι όχι μόνο δεν προσπαθεί να μας ελέγξει μέσω «ύποπτων» εμβολίων και της επιβολής κάποιας ιατρικής τυραννίας, αλλά στην πραγματικότητα βαδίζει κι αυτό ανεξέλεγκτο, δίχως επαφή με τις ανάγκες της κοινωνίας και δίχως να υποτάσσεται, ως προς τις επιλογές του, σε καμία εξουσία. Αντίστοιχα, η μεγάλη φαρμακοβιομηχανία όχι μόνο δεν έχει κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο υποδούλωσης των πληθυσμών αλλά, αντιθέτως, κερδοσκοπεί μπλοκάροντας την πραγματική ιατρική έρευνα, όποτε την κρίνει οικονομικώς ασύμφορη. Εν προκειμένω, έχει δίκιο ο Ντέιβις όταν παρατηρεί: «Η Big Pharma ισχυρίζεται ότι προστατεύεται απέναντι στους αντιμονοπωλιακούς νόμους, διότι είναι η βασική κινητήρια δύναμη της φαρμακευτικής έρευνας, όταν, στην πραγματικότητα, δαπανά περισσότερο στη διαφήμιση παρά σε έρευνα και ανάπτυξη. Τα πρωτοποριακά φαρμακευτικά προϊόντα και εμβόλια που διαθέτει στην αγορά, συνήθως αναπτύσσονται πρώτα σε μικρές, δυναμικές εταιρείες βιοτεχνολογίας, οι οποίες με τη σειρά τους αξιοποιούν την έρευνα από δημόσια πανεπιστήμια. Η Big Pharma, στην ουσία, είναι κερδοσκοπικός, μη παραγωγικός καπιταλισμός (rentier capitalism), ένα εμπόδιο στην αναδυόμενη επανάσταση, στον βιολογικό σχεδιασμό και την παραγωγή εμβολίων»[8]. Στον βαθμό που σήμερα οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες κινητοποιήθηκαν για την παραγωγή εμβολίων, είναι ακριβώς επειδή –πέραν της κρατικής χρηματοδότησης που ήδη έλαβαν– ξέρουν ότι θα τα μοσχοπωλήσουν στις τρομοκρατημένες κυβερνήσεις.

Τούτη η προοπτική προκαλεί τρόμο, αν το καλοσκεφτεί κανείς: μια πανδημία μαστίζει το πιο ανεπτυγμένο κομμάτι του κόσμου, θερίζοντας κομμάτια της άμεσης περιφέρειάς του (όπως η Λατινική Αμερική), και οξύνει την ήδη υπάρχουσα πολυδιάστατη κρίση του (οικολογική, οικονομική, επισιτιστική). Κι απέναντι σε τούτη την πρωτόφαντη κατάσταση οι κυρίαρχες τάξεις κοιτούν μόνο πώς θα πλιατσικολογήσουν ακόμα περισσότερο τον πλανήτη, εκμεταλλευόμενες τη γενική αναστάτωση. Αυτό το δυστοπικό κι ιδιαίτερα αγχωτικό σενάριο είναι που ξορκίζουν οι θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες παρουσιάζουν με αξιοσημείωτη επιμονή τον κόσμο ως ορθολογικό «Σύστημα» και καλοκουρδισμένη μηχανή. Μπορεί η μηχανή αυτή ν’ απεργάζεται το κακό μας (ο «καπιταλισμός ως μηχανή καταστροφής» κ.ο.κ.), ωστόσο παραμένει ένα ον ορθολογικό και προβλέψιμο. Αντιθέτως, η ιδέα πως κανείς πλέον δεν κουμαντάρει το καράβι, πως όχι μόνο το πηδάλιό του είναι αχρηστευμένο μα και πως ο καπετάνιος έχει πουλήσει κοψοχρονιά την πυξίδα, αποτελεί σενάριο πολύ πιο δυσκολοχώνευτο και αγχογόνο.

β) Στρουθοκαμηλισμός απέναντι στην περατότητα του πλανήτη

Σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο η εμμονή αυτή ν’ αρνούμαστε την πραγματικότητα συνδέεται και με τις δύσκολες αλήθειες που η πανδημία μάς αναγκάζει να παραδεχτούμε, σε ό,τι αφορά στον τρόπο ζωής και τις συνήθειές μας. Διότι, αν ζούμε πλέον στην εποχή των «συνδημιών», εξυπακούεται πως η έκταση του οικολογικού μας αποτυπώματος έχει πλέον άμεσα φονικές παρενέργειες. Πράγμα που, με τη σειρά του, συνεπάγεται πως το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο αλλά και το σύνολο αξιών που οδηγούν στη μεγέθυνση αυτή, θα πρέπει ν’ αλλάξουν ριζικά. Είναι προφανές, υπό αυτή την έννοια, ότι όλες αυτές οι αντιδράσεις συνιστούν σύμπτωμα ψυχολογικής φύσεως, που έχει ως στόχο να συγκαλύψει όλες αυτές τις βασικές και θεμελιώδεις παραδοχές. Είναι τούτη η άρνηση της πραγματικότητας που θρέφει ακόμη την πίστη και την ελπίδα των πληθυσμών ότι το μοντέλο της κοινωνίας της κατανάλωσης, βασισμένο στην έλλειψη ορίων και την εκκόλαψη ενός αδηφάγου ατόμου, θα μπορούσε να διαιωνίζεται απρόσκοπτα εις το διηνεκές.

Σ’ αυτόν τον στόχο άλλωστε τείνει η παγκόσμια οικονομία: όχι περιορισμός των ορέξεών μας, αλλά περαιτέρω χρήση της τεχνολογίας με σκοπό την υπέρβαση των ορίων που μας θέτουν η περιβαλλοντική κατάρρευση κι η δημογραφική κρίση. Για παράδειγμα, η ερημοποίηση της ενδοχώρας, η εξάντληση των καλλιεργήσιμων γαιών, η αδυναμία εκτροφής ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ζώων για σφαγή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της υπερβολικής κατανάλωσης κρέατος μέσα στον ανεπτυγμένο κόσμο, δημιουργούν πρόβλημα ανεφοδιασμού, όχι μόνο των πόλεων αλλά και της ίδιας της υπαίθρου των ανεπτυγμένων χωρών. Κι έτσι έρχεται η νεοτεχνολογία να καλύψει τα κενά: «κάθετες» καλλιέργειες εσωτερικού χώρου[9] ή «τεχνητό κρέας» (όπως στη Σιγκαπούρη και προσεχώς στο Ισραήλ[10]) και μικρής κλίμακας εταιρείες τύπου Άμαζον, που εξυπηρετούν απομακρυσμένες κοινότητες (όπως η γερμανική PicNic). Όχι μόνο δεν κινούμαστε προς έναν περιορισμό των αναγκών μας, μα θρέφουμε ακόμα περισσότερο τον νεοτεχνολογικό (ψηφιακό και βιοτεχνολογικό) Μολώχ με κάθε ευκαιρία, επιτρέποντας, με τις ακόρεστες ορέξεις μας στις εταιρίες και τα κάθε είδους αρπακτικά να βρίσκουν νέες ευκαιρίες για κερδοσκοπία – όπως εν προκειμένω το συνθετικό κρέας, που παρουσιάζεται ως το νέο μεγάλο «μπαμ», ως ο σημερινός «αγώνας για την κατάκτηση του Διαστήματος»[11].

Υπό αυτήν την έννοια, η άρνηση της ύπαρξης της πανδημίας συνιστά ένα είδος υστερικής αντίδρασης: απέναντι, αφενός, στην πολύ σωστή διαπίστωση ότι «η υγειονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που ταλαιπωρεί τον πλανήτη εδώ κι έναν περίπου χρόνο έφερε τη Δύση αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη κρίση: κρίση όχι μόνο ανθρωπιστική ή ηθική, αλλά και κρίση αυτογνωσίας»[12], αφετέρου στην –απορρέουσα από αυτήν– αναγκαιότητα επιβολής ορίων: δηλαδή σε μια ριζική και βαθιά αλλαγή του καθημερινού τρόπου ζωής σε όλα τα επίπεδα – από το πώς αντιλαμβανόμαστε την επιστημονική έρευνα μέχρι το πώς μετακινούμαστε και το τι τρώμε. Ιδού τι αρνείται πεισματικά το σύγχρονο άτομο: την προοπτική οικολογικών αλλαγών που θα τον θίξουν στην άμεση καθημερινότητα και στις αγαπημένες του συνήθειες (το αυτοκίνητό του, τα αεροπορικά του ταξίδια, τα γκάτζετς και το διαδικτυακό «κάψιμο», το σόπινγκ, το Νέτφλιξ και τα μπέργκερς του).


[1] «Η κοινωνία ως υγειονομικά ελεγχόμενο Άουσβιτς. Μια γραπτή συζήτηση με τον Φώτη Τερζάκη», thepressproject.gr, 9/5/2020.

[2] Τζ. Αγκάμπεν, «Η επινόηση μιας πανδημίας» (περιλαμβάνεται στο Τζ. Αγκάμπεν, Πού βρισκόμαστε; Η επιδημία ως πολιτική, μτφρ. Π. Καλαμαράς – Τ. Θεοφιλογιαννάκος, Αθήνα, Εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, 2021).

[3] Βλ. για το σχετικό κείμενο που συνυπέγραψαν αρχιεπίσκοποι, καρδινάλιοι και λοιποί Καθολικοί μεγαλόσχημοι τον περασμένο Μάιο, C. Chambraud, «Pour des prélats catholiques, la pandémie est un “prétexte” pour limiter les libertés», lemonde.fr, 9/5/2020.

[4] Βλ. π.χ. την αφίσα τους, «Δεν είναι εμβόλια! Είναι η βιοτεχνολογική κυριαρχία! Είναι “πλατφόρμες γενετικής τροποποίησης των κυττάρων”» (Δεκέμβριος 2020).

[5] Βλ. π.χ. την πολύ σωστή κριτική του Α. Σχισμένου στον Αγκάμπεν: «Ο αυτοπεριορισμός στα χρόνια της πανδημίας: Μια απάντηση στον Αγκάμπεν», aftoleksi.gr, 16/3/2020. Δυστυχώς όμως, κατά το παράδειγμα της Γαλλίας (όπου κατά τις διαδηλώσεις των αντι-εμβολιαστών εμφανίζονται αριστερίστικα μπλοκ που μιλούν κατά του κοινωνικού ελέγχου κι όχι του ίδιου του εμβολίου), η επιβολή μέτρων έμμεσης ή άμεσης υποχρεωτικότητας από πλευράς κράτους, έκανε ένα κομμάτι του Χώρου να ξαναδεί το ζήτημα, προφανώς ταυτίζοντας τον εμβολιασμό με το κράτος.

[6] Από την παρουσίαση του πρώτου τεύχους του περιοδικού Χωρίς Κανόνα (Δεκέμβριος 2020).

[7] J. Cordelier, «Quand les maires pallient aux défaillances de l’Etat», lepoint.fr, 9/4/2020. Να σημειωθεί εδώ πως η ίδια περίπου αδυναμία ελέγχου παρατηρήθηκε και σε ακόμα πιο εύπορες δυτικές χώρες, όπως η Γερμανία και οι σκανδιναβικές, στις οποίες οι καλύτερες επιδόσεις πρέπει να αποδοθούν κυρίως στην καλύτερη κατάσταση του εθνικού συστήματος υγείας λόγω των πολιτικών πιέσεων που ασκούσε κατά τις τελευταίες δεκαετίες ο γηράσκων πληθυσμός τους. Το φιάσκο της ΕΕ με τα εμβόλια συνιστά λογική συνέπεια της κατάστασης αυτής.

[8] Μ. Ντέιβις, «Πανδημίες, υπερ-καπιταλισμός και οι αγώνες του αύριο», ό.π.

[9] Βλ. τη σχετική παρουσίαση μιας από τις εταιρείες του κλάδου: https://www.susteniragriculture.com/about/.

[10] «Ενώ η Υπηρεσία Τροφίμων της Σιγκαπούρης είναι η πρώτη που ενέκρινε την πώληση συνθετικού κρέατος, οι Aleph Farms, Super Meat, Meat Tech, και Future Meat Technologies αποτελούν ορισμένες από τις κορυφαίες, παγκοσμίως, εταιρίες του κλάδου, έχοντας όλες την έδρα τους στο Ισραήλ» (A.Voldman, “The First Head of State to Taste Cultivated Meat Takes Modern-Day Space Race to New Heights”, www.gfi.org, 8/12/2020). Ταυτοχρόνως διαβάζουμε ότι «η αναπαραγωγή μέσω 3D printing, κρέατος, είτε μοσχαρίσιου είτε κοτόπουλου, είναι ένας κλάδος της βιομηχανίας τροφίμων που μέσα σε αυτή τη δεκαετία θα κατέχει ένα μερίδιο επένδυσης κοντά στα 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια» (Σ. Πουλερές, «Επένδυση-μαμούθ 3,7 δισ.: Θα δοκίμαζες το νέο «κρέας» που μπορεί να σώσει τον πλανήτη και κάνει θραύση σε όλο τον κόσμο;», menshouse.gr).

[11] Από αυτή την άποψη, η σωστή κριτική που μπορεί ν’ ασκηθεί στο κίνημα της χορτοφαγίας και του βεγκανισμού είναι η εξής: Καθώς πολύ συχνά θέτει το ζήτημα από στενά φιλοζωική σκοπιά, αδιαφορεί πλήρως για τα γενικότερα οικολογικά συμφραζόμενα της συζήτησης σχετικά με την –αναγκαία πλέον– αλλαγή των διατροφικών μας συνηθειών προς οικολογική-αποαναπτυξιακή κατεύθυνση. Έτσι πέφτει κι αυτό, πολύ συχνά, στην παγίδα της κυρίαρχης τεχνοφιλικής-καταναλωτικής ιδεολογίας: θέλει να τρώει βιομηχανικώς παρασκευασμένα παράγωγα ή υποκατάστατα των τροφών που δεν μπορεί να φάει για λόγους αρχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σόγια και τα παράγωγά της, της οποίας η καλλιέργεια είναι ιδιαίτερα αντι-οικολογική.

[12] Περ. ResPublica, τ. 3 (Σημειώσεις εκτός γραμμής για το τέλος ενός κόσμου), Δεκέμβριος 2020.

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Πρόταγμα, τεύχος 12ο

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 12ο τεύχος του Προτάγματος.

Editorial (Επιτελικά έργα και ημέρες – Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά;) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Αλλάζει όντως ο κορωνοϊός τις σύγχρονες κοινωνίες; · Ζαν-Φρανσουά Γκεγκάν Αν δεν αλλάξουμε τρόπο ζωής, θ’ αντιμετωπίσουμε τέρατα πολύ πιο επικίνδυνα από τον κορωνοϊό · Ολιβιέ Γκοσλάν, Ζαν-Κλωντ Ραμπιέ Η επιστήμη και η έρευνα σήμερα · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία «Dior celebrates Greece». Περί πατριωτισμού, εθνικισμού και «εθνομηδενισμού» · Νίκος Μάλλιαρης Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός (β’ μέρος) · Ζεινέπ Τουφέκτσι Γιατί τα κοινωνικά δίκτυα μας οδήγησαν απο την Πλατεία Ταχρίρ στον Ντόναλντ Τραμπ · Καμίλ Πάλια Αναταραχή φεμινισμού · Έλεν Πλάκροουζ Γιατί δεν με θεωρώ πια φεμινίστρια · Ντέιβιντ Φέις Το κίνημα #metoo και ο πανικός των Millenials απέναντι στο σεξ · Λετισιά Στος-Μπονάρ Οι ανισότητες εις βάρος των ανδρών αποσιωπώνται!

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Uncategorized | 5 Σχόλια

Αγάπη μου, εκκένωσα τη χώρα!

(με αφορμή τις πρόσφατες πυρκαγιές)

Η επιτελική ιδιαιτερότητα

Μιας και «Summer is a Greek state of mind», έτσι και φέτος, η χώρα κάνει τον απολογισμό των πυρκαγιών της «σεζόν». Το σκηνικό επαναλαμβάνεται σταθερά, ανεξαρτήτως του εύρους της εκάστοτε καταστροφής, καθώς όλες οι κυβερνήσεις ως τώρα τα έχουν κάνει θάλασσα επί του θέματος (παρ’ όλο που οι συνθήκες δεν είναι πάντοτε οι ίδιες). Ωστόσο, οφείλει κανείς να παραδεχτεί πως η σημερινή διαφέρει για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι εξελέγη, σε μεγάλο βαθμό, εξαιτίας του ανήθικου τρόπου με τον οποίο εκμεταλλεύτηκε την εκατόμβη στο Μάτι, υποσχόμενη πως θα ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το ζήτημα της πυροπροστασίας (στο πλαίσιο της γενικότερης μυθολογίας περί «αριστείας», τεχνοκρατισμού κι «επιτελικής» επάρκειας). Αντ’ αυτού, όχι μόνο έδωσε προαγωγή στους υπεύθυνους του φιάσκου (σε Αστυνομία και Πυροσβεστική), μα αγνόησε το περίφημο πόρισμα του Γερμανού διευθυντή του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών[1], το οποίο ήταν έτοιμο ήδη από τους τελευταίους μήνες της προηγούμενης κυβέρνησης. Με αποτέλεσμα το φετιινό, μεγαλειώδες φιάσκο, που αποτελεί καλοκαιρινό αντίστοιχο της «Μήδειας» του περασμένου Φεβρουαρίου.

Δεύτερον, λόγω της εξόφθαλμα κι απενοχοποιημένα νεοφιλελεύθερης και ταξικής της προσέγγισης: Όπως και στην περίπτωση της πανδημίας, κατά την οποία ουσιαστικά άφησε την κοινωνία στη μοίρα της, υιοθετώντας μια αυστηρά κατασταλτική προσέγγιση, βασισμένη στα υπέρογκα πρόστιμα, τον μακροχρόνιο εγκλεισμό και την περίφημη ατομική ευθύνη (δίχως μαζική ιχνηλάτηση, δίχως συνταγογράφηση των τεστ, δίχως ενίσχυση του ΕΣΥ κ.ο.κ.), έτσι κι εδώ, λόγω νεοφιλελεύθερων εμμονών, δεν έδωσε τα απαιτούμενα κονδύλια στη δασοπροστασία, πάγωσε προσλήψεις δασοπυροσβεστών, και στηρίχθηκε αποκλειστικά στην τακτική των εκκενώσεων[2]. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκαν κραυγαλέα φαινόμενα ευνοϊκής μεταχείρισης και προστασίας φίλιων περιοχών ή τοποθεσιών (απ’ το ανάκτορο στο Τατόι και λέσχες πλουσίων, μέχρι βίλες υπουργών), τη στιγμή που οι φτωχές περιοχές της Βόρειας Εύβοιας αφέθηκαν στη μοίρα τους.

Η τακτική των εκκενώσεων φανερώνει και τον τρίτο λόγο για τον οποίο η συγκεκριμένη κυβέρνηση διαφέρει απ’ όλες τις προηγούμενες: Διαχειρίζεται τα πάντα, ακόμη και τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές, με όρους επικοινωνίας. Εν προκειμένω η τακτική των εκκενώσεων επιλέχθηκε προκειμένου να μην υπάρξουν νεκροί, ώστε να μπορούν οι μηχανισμοί της επιτελικής προπαγάνδας να διατηρούν ζωντανό το ρητορικό όπλο του Ματιού. Ακόμα κι εν τω μέσω μιας τέτοιας καταστροφής, ο επιτελικός ρεβανσισμός αφήνει ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες να καούν, προκειμένου να διατηρήσει το αντί-ΣΥΡΙΖΑ αίσθημα που τον έφερε στην εξουσία και του είχε, ως τώρα, προσφέρει μια άνευ προηγουμένου δημοσκοπική και πολιτική ασυλία, από πλευράς κοινωνίας. Γι’ αυτό και τα στίφη των δεξιών διαδικτυακών ορκ βάλθηκαν να διακινούν τα πιο απίθανα σενάρια, προσπαθώντας να ενοχοποιήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ για τις φωτιές στην Εύβοια[3]· γι’ αυτό κι ο Μητσοτάκης συνέκρινε «στρέμματα με φέρετρα» στη Βουλή, γι’ αυτό και ακολουθήθηκε, κατά τις μέρες της κρίσης, η γνωστή τακτική της συστηματικής χρήσης ασύστολων ψευδών από τα πιο επίσημα χείλη, την οποία έχουμε δει επανειλημμένως αυτά τα δυόμισι χρόνια: Μητσοτάκης για τον αριθμό των εμβολιασμών και για το αν έδωσε προαγωγή στους αξιωματικούς Πυροσβεστικής και Αστυνομίας που είχαν την ευθύνη της διαχείρισης της φωτιάς στο Μάτι, Μενδώνη για Λιγνάδη, Χρυσοχοΐδης και Χαρδαλιάς για την οξύτητα της «Μήδειας» και τώρα για την ένταση των ανέμων στη Βαρυμπόμπη ή για τον αριθμό των πυροσβεστικών αεροσκαφών κ.ο.κ.

 «Ανάπτυξη» σημαίνει μπίζνες

Ικανή και αναγκαία συνθήκη για να πετύχει το πρόγραμμα της ανασυγκρότησης είναι να παρακαμφθούν οι διαβόητες τοπικές κοινωνίες. Αυτές αποτελούν μια από τις γάγγραινες της ελληνικής κοινωνίας. […] Ο Σταύρος Μπένος ας αποφύγει τις «δημοκρατικές» διαβουλεύσεις και τις λοιπές λαϊκοσυμμετοχικές ανοησίες, κατάλοιπα εποχών που μόνο διαβουλεύονταν και δεν έκαναν τελικά τίποτα. Τα μεγάλα project εκπονούνται από τα πάνω, από μια επιτελική ομάδα, που έχει μια κοινή αντίληψη γι’ αυτό που πάει να κάνει.

Σ. Μουμτζής

Αν δούμε, βέβαια, τα πράγματα κι υπό μια άλλη σκοπιά, το χάος που βιώσαμε δεν είναι μόνο δείγμα επιλογών ιδεολογικού/επικοινωνιακού τύπου ή της κραυγαλέας ασχετοσύνης κι ανοργανωσιάς που γενικώς χαρακτηρίζει τα έργα των άριστων γαλάζιων παιδιών (καθώς έγιναν τελικά στάχτη 1,5 εκατομμύριο στρέμματα υπό συνθήκες οιονεί άπνοιας, με διαρκείς αναζωπυρώσεις!). Το γενικό καθεστώς αδιαφάνειας και ασφυκτικού ελέγχου της πληροφορίας που το επιτελικό (παρα)κράτος έχει επιβάλει από την πρώτη στιγμή που τα μέλη του ανέλαβαν την εξουσία, δικαίως δίνει τροφή σε πάσης φύσεως σενάρια. Εν προκειμένω, η όλη σπουδή την οποία η κυβέρνηση είχε, τον τελευταίο καιρό, αφιερώσει στην περίφημη «αξιοποίηση» του Τατοΐου και της γύρω περιοχής, η σχέση της με τα αιολικά λόμπι (που έχουν ήδη απομυζήσει την ερημοποιημένη, ουσιαστικά, Νότια Εύβοια και προσπαθούν να βάλουν χέρι και στο κεντρικό και βορεινό κομμάτι του νησιού[4]) αλλά και το γεγονός πως ο επικεφαλής της χαρακτήρισε εμμέσως ως ψεκασμένους (συνδέοντάς τους με τους αντιεμβολιαστές) όσους ενστερνίζονται αυτές τις ανησυχίες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη καταστροφή ουσιαστικά θα συμβάλει στο επιχειρούμενο σχέδιο άνωθεν, βίαιου μετασχηματισμού της εγχώριας οικονομίας, χάριν μιας ολοένα και μεγαλύτερης υποταγής της στα συμφέροντα μιας αρπακτικής ολιγαρχίας –της περίφημης ΛΜΑΤ, πιστοί υπηρέτες της οποίας είναι οι επιτελικοί μεγαλόσχημοι–, αλλά και μεγάλων ομίλων του εξωτερικού[5].

Ταυτόχρονα, η επιτελική συμμορία και η ΛΜΑΤ εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις του ευρωπαϊκού σχεδιασμού σε σχέση με τις επενδύσεις και την ενεργειακή προμήθεια που αφορά στην Ελλάδα. Ο παραδοσιακός της ρόλος ως καμαριέρας και επιδοτούμενου καταναλωτή εντός του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας, που τα τελευταία χρόνια είχε «αναβαθμιστεί» σε αποθήκη ανεπιθύμητων προσφύγων και μεταναστών, θα συνδυαστεί τώρα με εκείνον της λεγόμενης «μπαταρίας» (που κάνει έξοχη ρίμα με τη «μπανανία»!), δηλαδή του προορισμού υποτιθέμενα οικολογικών επενδύσεων. Επενδύσεις που είναι απλά βιτρίνες ώστε δυτικές αλλά και κινεζικές κατασκευαστικές (δηλαδή οι τράπεζες και τα λοιπά επενδυτικά σχήματα που τις ελέγχουν) να λάβουν ζεστό κρατικό χρήμα ως επιχορήγηση για επενδύσεις που θα αποσβεστούν έπειτα από την τσέπη του καταναλωτή. Ο σμπάρος των ΑΠΕ χτυπά αρκετά τρυγόνια: Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών διοχετεύουν ρευστότητα στην παραπαίουσα ευρωπαϊκή οικονομία (και δικαιολογούν προσωρινά τον μισθό τους), οι μεγάλοι παίχτες του κλάδου, που πληρώνουν τεράστια ποσά στους λομπίστες που παρεπιδημούν στις Βρυξέλλες, βρίσκουν ένα νέο πεδίο βραχυ-μεσοπρόθεσμης κερδοφορίας το οποίο δεν απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια (η τεχνολογική καινοτομία στον τομέα δεν φαίνεται να έχει κάνει κανενα ποιοτικό βήμα τα τελευταία χρόνια) εξασφαλίζοντας κέρδη από τις αυξημένες τιμές λιανικής (μέσω των εγγυημένων τιμών πώλησης) αλλά και μέσα από προβλέψεις όπως εγγυήσεις δανείων και φορολογικά κίνητρα. Τέλος, η εκμαυλισμένη κοινή γνώμη σε Ελλάδα και Ευρώπη καθησυχάζεται προσωρινά θεωρώντας πως μερικοί ανεμιστήρες πάνω σε καμμένα δάση[6] θα μας γλιτώσουν από τον οικολογικό Αρμαγεδδώνα που έρχεται.

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε εν προκειμένω, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις υπακούουν ουσιαστικά στη γραμμή της κυβέρνησης σε θέματα μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής, όπως προκύπτει και από τη διαβόητη «έκθεση Πισσαρίδη»: αφενός η ακραία υποτίμηση της εργασίας κι η συμπίεση του μισθολογικού κόστους ως βασικό «αναπτυξιακό εργαλείο», και αφετέρου η αντιμετώπιση της χώρας ως «φιλέτου» για πώληση ή παραχώρηση σε κάθε είδους «επενδυτή», με την ελπίδα πως ίσως πετάξει κανένα ψίχουλο στους ξελιγωμένους ιθαγενείς.

Νεοφιλελεύθερο γιουρούσι με οικολογικό μανδύα

Εν προκειμένω, καταλαβαίνουμε πώς εννοούν στα ενδότερα του επιτελικού σύμπαντος την περίφημη «πράσινη μετάβαση»: οι μαζικές εκκενώσεις μπορούν να θεωρηθούν, συμβολικά, σαν μια επιχείρηση ερημοποίησης, σαν διωγμός των ντόπιων με σκοπό την αλλαγή χρήσης της γης· οι μέχρι τώρα (αγροτικές και κτηνοτροφικές) δραστηριότητες, θ’ αντικατασταθούν από μεγάλου μεγέθους αγροκτηνοτροφικές μονάδες, αιολικά πάρκα και μεγάλα τουριστικά καταλύματα. Την υπόλοιπη ζωή τους οι κάτοικοι των καμένων περιοχών θα την περάσουν στα κοντέινερ με επιδόματα ή στην καλύτερη περίπτωση ως φύλακες των αιολικών πάρκων[7], γιατί δεν είναι προσαρμόσιμοι στο καινούργιο μοντέλο. Αυτή είναι εν ολίγοις η λογική των εξελίξεων που δρομολογούνται τα τελευταία χρόνια.

Οι τεράστιες ανάγκες της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς καλύπτονται από εκμεταλλεύσεις μεγάλης κλίμακας που θα εξασφαλίσουν τροφή σε λογικές τιμές. Η αγροτική παραγωγή μικρής κλίμακας σε ορεινές χώρες όπως η Ελλάδα είναι ποσοτικά αδιάφορη και οικονομικά ασύμφορη (πόσο μάλλον όταν τιμολογείται και σε ένα από τα ακριβότερα νομίσματα του κόσμου!). Μέχρι την κατάρρευση του 2009 η επιβίωσή της εξασφαλιζόταν από τα ψίχουλα των επιδοτήσεων και την εγχώρια αγορά. Ωστόσο, ήταν ήδη προφανές πως η Ευρώπη όφειλε να εστιάσει στην παραγωγή τροφής από τις μεγάλης κλίμακας εκμεταλλεύσεις στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ανατολική Ευρώπη και, ελέω κόστους (αλλά και «ευέλικτου νομοθετικού πλαισίου»), σε χώρες της βόρειας Αφρικής, στην Τουρκία και στη Λατινική Αμερική. Η ρητινοπαραγωγή, οι αγροκαλλιέργειες, η μελισσοκομία και η κτηνοτροφία στη βόρεια Εύβοια, στη Γορτυνία αλλά και σε όλη την Ελλάδα γενικότερα, εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα στους αγρότες αλλά δεν προσφέρουν τίποτα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι ανάγκες της τελευταίας αλλά και η ίδια η οικονομική λογική γενικότερα επιβάλλουν μια πιο κερδοφόρα αξιοποίηση της ελληνικής υπαίθρου. Ο περίφημος νόμος Χατζηδάκη[8] έχει ουσιαστικά στρώσει το χαλί για παντός είδους σχετικές επιδιώξεις, ενώ η συνοχή της πολιτικής των επιτελαρχών μας στο ζήτημα αποκαλύπτεται από τις πρόσφατες πυρκαγιές στα Γεράνεια Όρη και λίγο παλιότερα στη Μάνη, αλλά και από τις διαβόητες δηλώσεις του ίδιου του επιτελικού ανθύπατου στον Ερημίτη της Κέρκυρας (που στη συνέχεια κάηκε). Ανάλογες εξελίξεις προμηνύουν και οι διακηρύξεις για αναδασώσεις από ιδιωτικούς φορείς και «αναδόχους», όπως βέβαια κι οι διακηρύξεις κυβερνητικών φερέφωνων σαν το liberal.gr περί «επιτελικών project ανασυγκρότησης», τη στιγμή που οι ειδικοί επί του θέματος επισημαίνουν πως η αναδάσωση είναι μια περίπλοκη διαδικασία που μάλιστα, στην περίπτωση της Εύβοιας, ίσως να μην είναι καν εφικτή για ένα σημαντικό μέρος των καμένων εκτάσεων.

Λίγη σημασία έχουν όμως όλα αυτά για τους λαίμαργους χορηγούς της επιτελικής μαφίας. Άλλωστε, η ίδια η επιμονή στην ανάπτυξη των ΑΠΕ τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω όχι μόνο από πλήθος ερευνών μα κι από την ίδια την πραγματικότητα. Είδαμε για παράδειγμα, κατά τον μακροσκελή καύσωνα του φετινού καλοκαιριού, πόσο ελάχιστα συνεισφέρει το αιολικό δίκτυο στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας, όταν η τελευταία αναγκάστηκε να αγοράσει, ως συνήθως κατά την καλοκαιρινή περίοδο, ηλεκτρισμό παραγμένο στην Τουρκία και στη Βουλγαρία από ορυκτά καύσιμα, αφού η ΔΕΗ είχε πρώτα επαναφέρει τσάτρα-πάτρα σε λειτουργία μια λιγνιτική μονάδα που είχε κλείσει με σκοπό τον οριστικό της παροπλισμό.

Ούτε από την άλλη φαίνεται να απασχολεί κανέναν το γεγονός οτι παρά την ώθηση που η ΕΕ και τα ισχυρά κράτη του κόσμου δίνουν στις ΑΠΕ, συνεχίζουν να εφαρμόζουν την ίδια περίπου ενεργειακή πολιτική: Η Γερμανία προωθεί την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στον φτωχό Νότο αλλά δεν διστάζει να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ για τον αγωγό Nord Stream, ενώ καταναλώνει άφθονες ποσότητες άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας· οι χώρες που βασίζονται στην πυρηνική ενέργεια σχεδιάζουν την ανανέωση των αντιδραστήρων τους σαν να μην υπήρξε ποτέ το ατύχημα της Φουκουσίμα· τα ορυκτά καύσιμα, τέλος, παραμένουν οι στρατηγικές πηγές ενέργειας, οι μόνες μέχρι σήμερα ικανές να παράσχουν ενεργειακή ασφάλεια, να υποστηρίξουν τη στρατιωτική ισχύ (άραγε ποια χώρα θα έπαιρνε το ρίσκο να τροφοδοτήσει την πολεμική της βιομηχανία με ρεύμα από ΑΠΕ;) και να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη.

Είναι δηλαδή σαφές πως οι ΑΠΕ αποτελούν επένδυση δίχως κανένα όφελος για τις τοπικές κοινωνίες και τη χώρα, με σημαντικό οικολογικό αποτύπωμα, τόσο άμεσα, διά των ρυπογόνων και βίαιων επεμβάσεων στον τόπο εγκατάστασης και των συνδεόμενων με αυτές υποδομων (διάνοιξη δρόμων, δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος) όσο και μακροπρόθεσμα, εξαιτίας του ρυπογόνου χαρακτήρα του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται. Η πιο ενδιαφέρουσα μάλιστα συνέπειά τους, που τους αφαιρεί και κάθε θετικό οικολογικό πρόσημο, είναι η επίδρασή των ανεμογεννητριών στον υδροφόρο ορίζοντα. Σύμφωνα με μια μελέτη Ελλήνων επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Γεωλογίας, Γ. Στουρνάρα, η λειτουργία των ανεμογεννητριών αποτρέπει την εκδήλωση βροχής και προκαλεί λειψυδρία. Το μόνο στο οποίο χρησιμεύουν είναι ο γρήγορος πλουτισμός αετονύχηδων «επενδυτών», οι οποίοι επενδύουν ελάχιστα και, με τις απαραίτητες πολιτικές «πλάτες», αποκομίζουν υπέρογκα κέρδη δίχως το παραμικρό ρίσκο. Με άλλα λόγια, έχουμε την έκδοση 2.0 του πατροπαράδοτου δεξιού παρασιτισμού και μεταπρατισμού, ο οποίος ευθύνεται ιστορικά, κατά μέγα μέρος, για την οικονομική και τεχνική καχεξία της χώρας, όπως επίσης βέβαια και για την αναποτελεσματικότητα του κράτους.

Πραγματική ατομική ευθύνη…

Η προπαγανδιστική γραμμή σχετικά με την προτεραιότητα στη διάσωση ανθρώπινων ζωών δεν χρησιμεύει μόνο ως ιδεολογικό όπλο ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζοντας τις συγκρίσεις με το Μάτι, αλλά και ως μέσο συγκάλυψης όλων αυτών των ζητημάτων. Το ίδιο κι η σύγκριση με το Μάτι, εξάλλου: διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο Μάτι κάηκε μια ήδη καταπατημένη έκταση, που είχε από καιρό ενταχθεί στον αστικό ιστό, κι όχι παρθένα, λίγο πολύ, κομμάτια δασικής υπαίθρου (όπως στην Εύβοια ή, προηγουμένως, στα Γεράνεια) τα οποία προσφέρουν προοπτικές εκ των υστέρων «αξιοποίησης». Ταυτόχρονα στο Μάτι κάηκαν κατά βάση παραθεριστικές κατοικίες, ενώ στις πρόσφατες πυρκαγιές, κυρίως στην Εύβοια, κάηκαν αγροτικές και κτηνοτροφικές μονάδες, όπως επίσης κι ολόκληρα χωριά, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος –και μάλιστα σε φτωχές περιοχές της χώρας– να χάσει όχι μόνο την πρώτη του κατοικία μα και τη δουλειά του.

Φυσικά ουδείς λόγος πρέπει να γίνει για όλα αυτά, για τον πρόσθετο λόγο πως η ερημοποίηση ενός κομματιού της υπαίθρου που θα προκληθεί από την καταστροφή απλώς θα επιτείνει τους κινδύνους ξεσπάσματος νέων πυρκαγιών. Ιδού πώς σωστά συνδέει τις δύο διαστάσεις του προβλήματος ο Γερμανός καθηγητής που συνέταξε το πόρισμα για την πυρκαγιά στο Μάτι: «Στα Βαλκάνια, την Ελλάδα και την Τουρκία η αστυφιλία συνεχίζεται ακάθεκτη. Η νέα γενιά μετακομίζει στις πόλεις για να βρει δουλειά και καλύτερη ποιότητα ζωής εκεί. Με τους νέους να απομακρύνονται, οι αγροτικές περιοχές γερνάνε. Τα χωριά και οι παλιοί οικισμοί σιγά-σιγά εξαφανίζονται. Αυτό σημαίνει ότι η παραδοσιακά πολύ εντατική χρήση της γης θα πάψει να υπάρχει εκεί. Στη γη που δεν καλλιεργείται, σταδιακά εμφανίζονται αγριόχορτα, θάμνοι, μεμονωμένα δέντρα και τέλος δάση, τα οποία παρέχουν στη φωτιά περισσότερη τροφή από τις εντατικά καλλιεργούμενες γεωργικές περιοχές ή βοσκότοπους. Εάν κάποιος θέλει να κάνει κάτι ενάντια στον κίνδυνο αύξησης των πυρκαγιών, θα πρέπει να εστιάσει στη νότια Ευρώπη, στα μέτρα που αντισταθμίζουν την έξοδο από τις αγροτικές περιοχές».

Η αντιστροφή αυτής της πραγματικότητας πρέπει να γίνει στόχος της ίδιας της κοινωνίας γενικότερα. Και η προσπάθεια αυτή ξεκινά, μεταξύ άλλων, από την αλλαγή της αντίληψης περί ατομικής ευθύνης που προώθησαν οι υποκριτές επιτελάρχες μας. Ενώ κόμπαζαν για υποτιθέμενα ανδραγαθήματα στην πρώτη γραμμή της μάχης, παρακινούσαν τους ντόπιους να εγκαταλείψουν τον τόπο και τα σπίτια τους για να κάνει τη δουλειά της η φωτιά με τις λιγότερες επικοινωνιακές απώλειες για την κυβέρνηση. Τι και αν, παραδοσιακά, όταν οι κάτοικοι έμεναν να προστατέψουν τα σπίτια τους, βοηθούσαν τους πυροσβέστες (αναλαμβάνοντας την κατάσβεση μικρο-εστιών, προσανατολίζοντάς τους σε περιοχές που γνωρίζουν καλά κ.ο.κ.); Πολλώ δε μάλλον που, από την περίοδο Σημίτη κι έπειτα, υπεύθυνη των επιχειρήσεων είναι αποκλειστικά η Πυροσβεστική, σώμα εκπαιδευμένο στην αντιμετώπιση πυρκαγιών εντός αστικού ιστού, κι όχι οι δασικές υπηρεσίες, που γνωρίζουν τις περιοχές αλλά και τις συνθήκες εντός της υπαίθρου. Οι κάτοικοι, «οι τοπικοί αγρότες, οι άνθρωποι που δουλεύουν τη γη, γνωρίζουν τα περάσματα, πού υπάρχουν δρόμοι και πού πηγές νερού και δεξαμενές», είχαν λοιπόν αντικαταστήσει τους δασοπυροσβέστες.

Αντιθέτως, η σημερινή κυβέρνηση, που όλοι αναρωτιόμασταν αν τις μέρες εκείνες ήταν στο Μαξίμου ή στο… Κάϊρο, προωθώντας τις μαζικές εκκενώσεις, στερούσε τη δυνατότητα αυτενέργειας από τους ντόπιους. Σαν να προσπαθούσε δηλαδή να αναδείξει τον ρίψασπη σε μοντέλο υπεύθυνου πολίτη. Ευτυχώς, όμως, πολλοί κάτοικοι αγνόησαν τις εντολές εκκένωσης και έπραξαν το αυτονόητο, κατανοώντας ότι η διάσωση της ζωής χωρίς αυτά που της δίνουν νόημα είναι μια μάταιη προσπάθεια. Και δεν πρόκειται μόνο για το σπίτι ή τη γεωργική εκμετάλλευση που καθένας έχτισε με κόπο και θα κληροδοτήσει στα παιδιά του, αλλά και γενικότερα για τον τόπο ως ζωντανή κοινωνία και κουλτούρα – με λίγα λόγια οτιδήποτε για τους ανθρώπους αυτούς υπερβαίνει τη βιολογική τους ύπαρξη. Ως υπεύθυνοι απέναντι στον εαυτό τους, στους οικείους τους και στον τόπο που τους θρέφει, έμειναν εκεί για να προστατέψουν τα σπίτια τους. Τη σημασία και χρησιμότητα της στάσης τους αναγκάστηκε να παραδεχτεί μέχρι κι ο φιλοκυβερνητικός Τύπος.

…απέναντι στον ανέμελο μηδενισμό

Αν αυτή τη στιγμή ερχόταν εδώ ο Μητσοτάκης ή ο Χαρδαλιάς θα έπρεπε να έχουν μαζί πέντε διμοιρίες ΜΑΤ. Σας το λέω εγώ που είχα ψηφίσει τη Νέα Δημοκρατία. Έχω απογοητευτεί όσο δεν παίρνει.

Ένα ακόμα στοιχείο που καθιστά την αντιμετώπιση των πρόσφατων πυρκαγιών ιστορική πρεμιέρα είναι και το γεγονός πως δεν υπήρξε ούτε μία παραίτηση ή αποπομπή των υπευθύνων (όπως π.χ. είχε γίνει στο Μάτι). Επιπλέον, ο πρωθυπουργός έδωσε επίσημη συνέντευξη Τύπου όλος χαμόγελα, τη στιγμή που τα αρμόδια υπουργεία εξέδιδαν ανακοινώσεις σουρεαλιστικού περιεχομένου, σε ύφος Βύρωνα Πολύδωρα, με ασυναρτησίες για μάνικες κι επιτελικές πυροσβεσίες. Το «ανέμελο» και «τουριστικό» αυτό στυλ, που το γνωρίσαμε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας (με κάθε είδους προκλητικές δηλώσεις μητσοτακικών πρωτοπαλίκαρων απ’ τον Γεωργιάδη ως τον Κυρανάκη), είναι έκφραση μιας αποθρασυμένης νεοφιλελεύθερης αντίληψης που βλέπει ότι η κοινωνία τής επιτρέπει παντός είδους απρέπεια κι έτσι δεν νιώθει υποχρεωμένη να τηρήσει ούτε καν τους τύπους του κοινοβουλευτικού πρωτοκόλλου, έτσι για ξεκάρφωμα – εν προκειμένω την καρατόμηση κάποιου μεγαλόσχημου μετά από μια τεραστίων διαστάσεων φυσική καταστροφή. Ακόμα κι αν ο ανασχηματισμός-φάρσα που έγινε ένα μήνα αργότερα, απέπεμψε ή υποβάθμισε τους Χαρδαλιά και Χρυσοχοΐδη, επισήμως τονίστηκε πως «δεν είχε τιμωρητικό αλλά προωθητικό χαρακτήρα» και δεν σχετιζόταν με τις πυρκαγιές. Να σημειωθεί, δε, ότι η δημιουργία του περίφημου Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας, που υποτίθεται πως αποτελούσε τη βασική συμβολή του εν λόγω ανασχηματισμού, ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα για να πληγεί ο ΣΥΡΙΖΑ (μέσω της «μεταγραφής» του Ε. Αποστολάκη). Μόλις ο τελευταίος αποσύρθηκε, η κυβέρνηση απέσυρε και τα σχέδια για την ίδρυση του εν λόγω υπουργείου (επαναφέροντάς τα, στη συνέχεια, μπροστά στις αντιδράσεις που προκλήθηκαν). Με άλλα λόγια, ακόμα κι εδώ το μόνο που ξέρει να κάνει το περιλάλητο επιτελικό κράτος είναι «επικοινωνία» και μικροκομματικός πόλεμος χαρακωμάτων.

Ιδού τι έγραψε τις ημέρες της πυρκαγιάς ο μουσικός Μιχάλης Δέλτα για νεοδημοκράτες[9] ακολούθους του λογαριασμού του στο Facebook: «νόμιζα πως ξεφύλλιζα παλιά τεύχη του περιοδικού ΝITRO. Καμία ανάρτηση για τις βιβλικές πυρκαγιές, όλοι ήταν τύπου marketing assistant, όλοι μάνατζερ, τεχνοκρατισμός, νεοπλουτισμός με κοκταίηλ σε λουξ σαλόνια ή παραλίες, κάτι αφηρημένες τέχνες και εικαστικά, όλοι με χαμόγελα και σέλφι στην κοσμάρα των πλουσίων που δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα, φρύδια ανασηκωμένου ναρκισσισμού, παγερή αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, καμία ενσυναίσθηση, ανθρωπιά, κίνηση αλληλεγγύης. Λες και δεν ζούνε στον ίδιο κόσμο με τα γεγονότα» (ανάρτηση στο Facebook, 8/8/2021). Δυστυχώς για τη χώρα, η εκλογική πελατεία της ΝΔ δεν εξαντλείται σε αυτά τα προνομιούχα –ή wannabe προνομιούχα– στρώματα.

Δεν είναι, για παράδειγμα, μόνον οι πλούσιοι, όπως στους Θρακομακεδόνες και στη Βαρυμπόμπη ή παραδοσιακά «δεξιές» περιοχές (σαν τη Μάνη), αλλά και λαϊκές περιοχές, που, ενώ ψήφισαν ΝΔ το 2019 –συχνά ως αντίδραση στην απογοήτευση από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ– τώρα εξανίστανται και βρίζουν τον Μητσοτάκη (βόρεια Εύβοια, γύρω από την Ιστιαία, Ηλεία, Γορτυνία)[10]. Προφανώς η εξ αριστερών κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ περιέχει σημαντικές δόσεις αλήθειας: σηκώνοντας υπερβολικά τον πήχη των προσδοκιών που τελικά διεύψευσε, ο ΣΥΡΙΖΑ εμπέδωσε ακόμα περισσότερο ένα κλίμα κυνισμού και μηδενισμού, το οποίο εκ των πραγμάτων ευνοεί τις πιο διεφθαρμένες πολιτικές δυνάμεις, εν προκειμένω τη ΝΔ που αποτελεί πλέον μετεξέλιξη του παλιού δικομματικού κατεστημένου. Αντίστοιχα, σε μεγάλο βαθμό έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που χρεώνει τη δημοσκοπική κυριαρχία της ΝΔ στις συνθήκες «μηντιακής χούντας» που βιώνει η χώρα. Εντούτοις –πράγμα που αδυνατεί, για δομικούς λόγους, να δει η Αριστερά σε όλες της τις εκδοχές (απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους αριστεριστές)– ο λαός δεν είναι μια άμορφη μάζα που μπορεί να διαμορφώνουν κατά βούληση ο Τσίπρας κι ο κάθε άλλος αρχηγός μεγάλου κόμματος ή πρωθυπουργός ή τα ΜΜΕ. Αντιθέτως, συνιστά ενεργό υποκείμενο της ιστορίας, έστω κι αν στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ενεργεί άνευ λόγου γνώσεως, με καθαρά ανορθολογικό και συχνά αυτοκαταστροφικό τρόπο – ειδικά σε περιοχές σαν την Ελλάδα οι οποίες ουδέποτε γνώρισαν τη χειραφετητική και δημοκρατική παράδοση των δυτικών χωρών, εντός των οποίων ο λαός όρθωσε ανάστημα ενάντια στην εκάστοτε εξουσία και κατέκτησε δικαιώματα κι ελευθερίες.

Η νίκη της ΝΔ το 2019 συνιστά κατεξοχήν δείγμα μιας τέτοιας αυτοκαταστροφικής λογικής. Για να εκφράσει την οργή του για τις διαψευσμένες ελπίδες, ένα κομμάτι της κοινωνίας ευθυγραμμίστηκε με τις γνωστές παρασιτικές μερίδες που αποτελούν παραδοσιακά εκλογική πελατεία της Δεξιάς, κι έφερε στην εξουσία ένα υπερχρεωμένο κόμμα, με βεβαρυμμένο παρελθόν διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, του οποίου ηγείται ένας άεργος κι υπερχρεωμένος γόνος με στενότατες σχέσεις με το εγχώριο –και όχι μόνο– επιχειρηματικό κατεστημένο (από τη Siemens και τη Novartis μέχρι τον Μαρινάκη κι εφοπλιστές σαν τον Λασκαρίδη). Το λεγόμενο «αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» θρέφεται από ένα βαθύ μίσος για το κόμμα που κυβέρνησε λιγότερο κατά τη Μεταπολίτευση και (έστω, επειδή δεν είχε τον χρόνο) υπήρξε το λιγότερο διεφθαρμένο. Ταυτόχρονα δίνει μια άνευ προηγουμένου ασυλία σε μια κυβέρνηση που συστηματικά λεηλατεί τη χώρα και διαλύει τις όποιες δομές αξιοκρατίας δημιουργήθηκαν μετά κόπων και βασάνων εντός του τριτοκοσμικού νεοελληνικού κράτους, συχνά υπό την πίεση των επιβαλλόμενων μνημονιακών πολιτικών. Είτε πρόκειται για συμφεροντολόγους «κεντρώους», που απλώς πίστεψαν τις υποσχέσεις για μείωση φόρων και «ανάπτυξη», είτε για απογοητευμένα λαϊκά στρώματα, όλοι τους έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια.

Διόλου τυχαίο που το κοινωνικό «ξεμπούκωμα» που έλαβε χώρα με τα –έξοχα από σουρεαλιστικής απόψεως– «Μητσοτάκη ΓΑΜΙΕΣΑΙ» (αλλά και το πιο ακροδεξιό «Μητσοτάκη ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ») και το οποίο συνιστά οδό αποφόρτισης μετά από 2 χρόνια πανδημίας και εγκλεισμών, μετεξελίχθηκε γρήγορα σε συνολική, απολιτίκ, απόρριψη των κομμάτων – είδαμε να κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μέχρι και εικόνα με τον Μητσοτάκη δίπλα στον Τσίπρα, συνοδευόμενη από το γράφημα «Δεν είναι αθώοι» (που κυκλοφόρησε αρχικά με αφορμή τη δίκη της Χρυσής Αυγής). Διόλου απίθανο η αντίδραση να πάρει ακροδεξιά χαρακτηριστικά που θα θυμίζουν τον οχλοκρατικό αντικοινοβουλευτισμό της «Πάνω» πλατείας Συντάγματος, κατά τη διάρκεια του Κινήματος των Πλατειών: συλλήβδην καταδίκη των «πολιτικών» ως «προδοτών», εθνοπατριωτικά συνθήματα, αναμεμειγμένα, πλέον, με την αντιεμβολιαστική παράνοια. Γι’ αυτό και στη συγκέντρωση που κάλεσαν αριστερίστικες οργανώσεις στο Σύνταγμα, στις 9 Αυγούστου, δεν υπήρξε η παραμικρή συμμετοχή της κοινωνίας, σε αντίθεση με τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις μετά τις πυρκαγιές του 2007. Πρόκειται για ξέσπασμα μικροαστικής οργής, προϊόν περισσότερο επίγνωσης ότι οι συμφεροντολογικές εκλογικές μας επιλογές αποδείχθηκαν λανθασμένες, παρά επιθυμίας για κοινωνική δικαιοσύνη. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο πως η ΝΔ θα βγει χαμένη από αυτή την εξέλιξη, καθότι ο ΣΥΡΙΖΑ –επειδή, εν προκειμένω, αποφεύγει, πολύ ορθά, να λαϊκίσει πάνω στ’ αποκαΐδια– αδυνατεί να δώσει σοβαρό πολιτικό περιεχόμενο και κατεύθυνση στη διάχυτη αγανάκτηση.

Τι είδους σχέση με τη φύση επιθυμούμε;

Βέβαια, η αντιστροφή της επιταχυνούμενης πορείας προς την οικολογική καταστροφή δεν περνά μέσα από την αλλαγή κυβερνώντος κόμματος. Το οικολογικό ζήτημα γίνεται πλέον όλο και πιο επείγον και είναι προφανές πως οι τραγωδίες που προμηνύονται πολύ δύσκολα θ’ αποφευχθούν. Ωστόσο, ενώ υπάρχει μια γενικότερη συναίνεση γύρω από την ιδέα οτι το σύγχρονο μοντέλο ζωής σπαταλά με γοργούς ρυθμούς τους φυσικούς πόρους κι εξαντλεί τις αντοχές της, δυσκολευόμαστε ακόμα να δεχθούμε πως η κουλτούρα που μας κληροδότησε ο βιομηχανικός καπιταλισμός (ανάπτυξη άνευ όρων και ορίων, πρόοδος της τεχνικής και της επιστήμης, συνεχής άνοδος του βιοτικού επιπέδου και αύξηση του γενικότερου κοινωνικού πλούτου), δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τα όρια της φύσης. Ούτε βέβαια ότι τ’ αποτελέσματα της μεταμοντέρνας, σύγχρονης μετεξέλιξης αυτής της κουλτούρας, τουτέστιν ένας συνδυασμός καταναλωτικής φρενίτιδας και χυδαίας ατομικίστικης ευδαιμονίας, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση ν’ αντισταθμιστούν από τα ημίμετρα των διεφθαρμένων και ανίκανων ελίτ, τις κατ’επίφαση οικολογικές πρωτοβουλίες άπληστων κατα βάθος επενδυτών και πολυεθνικών και τις άχαρες –βιομηχανικού άλλωστε τύπου– εγκαταστάσεις των ΑΠΕ.

Η κοινωνία συνεχίζει λοιπόν ν’ αντικρίζει το ζήτημα παραμένοντας εντός του ίδιου αξιακού πλαισίου στο οποίο αυτό δημιουργήθηκε. Παραμυθιαζόμαστε ότι η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από την ηλεκτροκίνηση θα μας απαλλάξει από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, τη στιγμή που, αφενός, τα μέσα παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξόχως αντιοικολογικά, τόσο στο στάδιο της κατασκευής όσο και κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους μα και μετά την απόσυρσή τους. Αφετέρου, καμία σοβαρή τεχνολογική καινοτομία ικανή να αντικαταστήσει δομικά τα ορυκτά καύσιμα ως αξιόπιστη πηγή ενέργειας –γενικότερα, αλλά και ηλεκτρικής ειδικότερα– δεν έχει παρουσιαστεί. Για παράδειγμα, ενα τέτοιου είδους επίτευγμα θα ήταν η εξαγωγή του υδρογόνου από το νερό χωρίς την προϊούσα χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες – όλες οι έρευνες προς την κατεύθυνση αυτή έχουν προσώρας αποτύχει. Έτσι βολευόμαστε με την αυταπάτη πως η επέκταση της χρήσης των νέων, «έξυπνων» και «καθαρών» τεχνολογιών σε όλους τους τομείς θα συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος, τη στιγμή που οι συσκευές των τεχνολογιών αυτών αποτελούνται από εξαιρετικά ρυπογόνα υλικά και τα δίκτυα στα οποία συνδέονται είναι τρομερά ενεργοβόρα. Ή πως η αλλαγή ορισμένων καθημερινών μας συνηθειών θα συμβάλει στη μείωση του οικολογικού μας αποτυπώματος, τη στιγμή που φοράμε ρούχα που ράφτηκαν στο Βιετνάμ, τρώμε φρούτα που παρήχθησαν στην Αφρική, χρησιμοποιούμε ηλεκτρικά ποδήλατα και πατίνια που κατασκευάστηκαν (και πάλι από ρυπογόνα και σπάνια μεταλλεύματα) στην Κίνα και ομνύουμε στην παγκοσμιοποίηση και στο παγκόσμιο εμπόριο ως εγγυητές του επίγειου καταναλωτικού μας παράδεισου. Εξάλλου, η αναζήτηση μιας ισορροπημένης σχέσης με τη φύση σκοντάφτει σε μια σειρά αντιφάσεων της σύγχρονης κοινωνίας: Αποπροσανατολισμός της τεχνοεπιστήμης, παρακμή της καπιταλιστικής οικονομίας, πολιτική κρίση και εσωτερική αποσταθεροποίηση όχι μόνο ολόκληρων περιφερειών εκτός Δύσης αλλά ακόμα και εύρωστων δυτικών κρατών, υπερπληθυσμός, γεωπολιτικές συγκρούσεις με πολλαπλό περιεχόμενο (θρησκευτικό, οικονομικό, ελέγχου φυσικών πόρων).

Σημαίνουν όμως όλα αυτά πως πρέπει να εγκαταλειφθεί συλλήβδην η ιστορική πρόοδος (με ή χωρίς εισαγωγικά) που έχει κάνει η ανθρωπότητα, έστω και εάν αυτή επετεύχθη σε μια κατά βάση ανταγωνιστική σχέση με τη φύση; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να βασανίζει κάθε πολιτική δύναμη πραγματικά οικολογική, που αντιλαμβάνεται την οικολογία υπό το πρίσμα της από-ανάπτυξης: δηλαδή ως ριζικό μετασχηματισμό αλλά και περιορισμό των ακόρεστων αναγκών της σημερινής ανθρωπότητας. Εύκολα μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να παρεκτραπεί προς «βουκολικές» ονειροπολήσεις συνολικής απόρριψης της «βιομηχανικής κοινωνίας» και του «τεχνικού πολιτισμού». Κι όχι εντελώς άδικα, εξάλλου. Η σχέση των χωρικών της Βόρειας Εύβοιας, για παράδειγμα, με τον τόπο τους, με το δάσος και συνολικότερα με τη φύση είναι απείρως πιο οικολογική από εκείνη του αστικοποιημένου πληθυσμού. Ωστόσο, ακόμα και ο πιο μικρός ρητινοπαραγωγός ή μελισσοκόμος της Εύβοιας εξαρτά την αξιοπρεπή του διαβίωση πολύ περισσότερο από τα αγαθά της βιομηχανικής κοινωνίας και πολύ λιγότερο από τα αγαθά που του προσφέρουν τα δάση του τόπου του. Και ταυτόχρονα ξέρουμε πως πολλά από τα μοντέλα εναλλακτικής οργάνωσης του οικονομικού κύκλου μιας κοινότητας είναι όχι μόνο βασισμένα στις ευεργετικές κατακτήσεις της βιομηχανικής κοινωνίας αλλά αναγκάζονται να περιλάβουν πολλά από τα ρυπογόνα μέσα και δυνατότητες που μας προσφέρει αυτή, έστω και αν η χρήση που τους αναλογεί είναι δραστικά περιορισμένη[11].

Χρειαζόμαστε δηλαδή μια τεράστια δουλειά ανασύνθεσης των δυνατοτήτων που έχουν ήδη κατακτηθεί και δημιουργίας νέων, με τρόπο που θα λύνουν, τουλάχιστον, τα πιο επείγοντα και καίρια αδιέξοδα της σημερινής κοινωνίας. Πρόκειται για ένα τιτάνιο έργο, το οποίο, όπως έχουμε αναλύσει και σε άλλα κείμενά μας, αντιστοιχεί στην ανάδυση μιας νέας κουλτούρας και του σύστοιχού της νέου τύπου ανθρώπου[12]. Είναι εκείνο της ανάπτυξης μιας άλλης σχέσης με την κοινωνία, τη φύση και την ίδια την εμπειρία της ζωής. Είναι, για παράδειγμα, η ανάπτυξη μιας κουλτούρας λιτού βίου σ’ ένα πλαίσιο δημοκρατικό και εξισωτικό, μέσα από μια ηθελημένη πτώση του βιοτικού επιπέδου και την εγκατάλειψη πολλών ψευδεπίγραφων αναγκών (όπως το εξοχικό στην Αίγινα, η μηχανή υψηλού κυβισμού και τα ακριβά δείπνα, για τα οποία επίσης είναι γνωστός ο πρώην υπουργός που ‘χε μιλήσει περί «λιτού βίου»!), όπου οι απώτερες στοχεύσεις της ζωής, οι λόγοι για τους οποίους κανείς αξίζει να ζήσει και να κοπιάσει, να είναι άλλες από τη συσσώρευση πλούτου, νομαδικών-τουριστικών εμπειριών (που απαιτούν διαρκή μετακίνηση) και άψυχων μαραφετιών. Μιας κουλτούρας όπου η –άλλωστε ψευδεπίγραφη, όπως προσφάτως είδαμε– κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση και στον κόσμο θ’ αντικατασταθεί από τον σεβασμό των ορίων και τον αυτοπεριορισμό. Μιας κουλτούρας εντός της οποίας η επιδίωξη για δύναμη, που σε μεγάλο βαθμό είναι εγγενής στον ανθρώπινο ψυχισμό και εν πολλοίς τροφοδοτεί την κοινωνική ανισότητα και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις (κι αυτές με τη σειρά τους –μέσω της πρωτόγνωρης δυνατότητας πραγμάτωσης που έδωσε η νεωτερικότητα σε αυτές τις τάσεις παντοδυναμίας– φαινόμενα όπως η αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων, η αύξηση του πληθυσμού, η ανεξέλεγκτη επέκταση της τεχνοεπιστήμης και των παραγωγικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη φονικών όπλων), θα μετριάζεται από μια ισορροπημένη διαχείριση του ανταγωνιστικού στοιχείου και του συγκρουσιακού χαρακτήρα των ανθρώπινων σχέσεων, θα διοχετεύεται προς άλλες, ενδεχομένως δημιουργικές κατευθύνσεις.


[1] Πρόκειται για τον διευθυντή του Global Fire Monitoring Center, καθηγητή Dr. Johann Georg Goldammer.

[2] «Όσο για την πυροσβεστική υπηρεσία, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά εκτίμησε τις ανάγκες της γύρω στα 15 εκατομμύρια ευρώ. Από τον προϋπολογισμό που εκτελείται έλαβε μόλις 1,7 εκατομμύρια. Επίσης στην πυροσβεστική υπηρεσία υπάρχουν 4.000 κενές θέσεις, ενώ καλά κρατεί το σύστημα των εποχικών υπαλλήλων που επιστρατεύονται για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Σύμφωνα επίσης με στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου προϋπολογισμού η Πυροσβεστική Ακαδημία ενισχύθηκε με το …υπέρογκο ποσό των 34.000 ευρώ ενώ δεκα χιλιάδες λιγότερα, 24.000 ευρώ, πήρε το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Διαχείρισης των Κρίσεων».

[3] Το κυνήγι των πολιτικών της αντιπάλων ακόμα και την ώρα της μάχης παρέμεινε πρώτη προτεραιότητα για την ελληνική Δεξιά, τη στιγμή μάλιστα που Έλληνες πολίτες σε όλες τις πληγείσες περιοχές χειροκροτούσαν τις ξένες πυροσβεστικές δυνάμεις σαν σωτήρες: τη στιγμή δηλαδή που η πρωτοφανής ανικανότητά της κυβέρνησης εξαφάνιζε ακόμα και τα ψήγματα κύρους που διαθέτει το ελληνικό κράτος στα μάτια των πολιτών του. Και παρά την αδυναμία τους ν’ αντιμετωπίσουν την καταστροφή, δεν κύρηξαν τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης προκειμένου να λάβουν την πολύ σημαντικότερη διεθνή συνδρομή που συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ακόμη και το επίσημο αίτημα για βοήθεια, στο πλαίσιο του σχετικού μηχανισμού της ΕΕ, εστάλη καθ’ όλες τις ενδείξεις με καθυστέρηση.

[4] Οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν αφορούν σε καμία περίπτωση ευφάνταστα σενάρια. Αρκετά δημοσιεύματα του οικονομικού τύπου κατά τους τελευταίους μήνες κατονόμαζαν την Εύβοια ως επενδυτικό Ελντοράντο για τις ΑΠΕ. Και βέβαια, δήμοι που καταστράφηκαν από τις φωτιές είχαν με απόφασή τους απορρίψει τις αδειοδοτήσεις της ΡΑΕ για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στις περιοχές τους.

[5] Οι οποίοι, εν προκειμένω, έχουν εξαγοράσει τις μεγαλύτερες εγχώριες κατασκευαστικές εταιρίες κι έτσι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αγορά των ΑΠΕ. Το στοιχείο αυτό, φυσικά, καθιστά την Ελλάδα μπανανία με τη στενή έννοια του όρου, εφόσον φέρνει στο νου την οικονομική αποικιοποίηση της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής από τις αμερικανικές εταιρίες, η οποία οδήγησε στη δημιουργία του όρου «δημοκρατία της μπανανίας [Banana republic]».

[6] Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ακτογραμμή της Ελλάδας είναι τεράστια και οι θαλάσσιες εγκαταστάσεις θα γλίτωναν τα δάση, η επίγεια εγκατάσταση των ανεμογεννητριών προτιμάται λόγω του μικρότερου κόστους. Από την άλλη, η επίγεια εγκατάσταση, λόγω της πολυπλοκότητάς της, αποφέρει οφέλη και στους μεσάζοντες της επιτελικής μαφίας.

[7] Φημολογείται πως αυτή ακριβώς θα είναι και η μέθοδος κατασίγασης της λαϊκής οργής. Σκέρτσος και Αμυράς έχουν ξεκινήσει τις ινκόγκνιτο επισκέψεις στις πληγείσες περιοχές και μοιράζουν υποσχέσεις πρόσληψης στις εγκαταστάσεις των αιολικών πάρκων.

[8] Πρόκειται για τον νόμο 4865/2020 και την εφαρμοστική απόφαση της 4/7/2020 η οποία αίρει την αποδεικτική ισχύ όλων των δασικών χαρτών, κυρωμένων και μη, και μάλιστα αναδρομικά.

[9] «Διέγραψα από την προσωπική σελίδα μου περισσότερα από 300 προφίλ «φίλων» υποστηρικτών της Νέας Δημοκρατίας. Τα κοίταξα ένα ένα. Ποτέ δεν ήταν ενεργοί στη σελίδα, λες και τους έβλεπα για πρώτη φορά».

[10] Σε όλες τις πληγείσες περιοχές πρώτο κόμμα ήταν η ΝΔ στις εκλογές του 2019, με ποσοστά που κυμαίνονται από 55% (Θρακομακεδόνες) μέχρι 35% στην Αρχαία Ολυμπία. Μάλιστα στα Βίλια η πολιτική μεταστροφή του εκλογικού σώματος υπήρξε εντυπωσιακή, αφού έδωσε την πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015 με 37% και στη ΝΔ στις εκλογές του 2019 με 44%. Μόνη εξαίρεση, ο δήμος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας, όπου πρώτος σε ψήφους ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

[11] Πολλά ορθολογικά μοντέλα παραγωγής ενέργειας από ήπιας ισχύος ΑΠΕ προβλέπουν και τη χρήση ορυκτών καυσίμων για τις δύσκολες μέρες. Απόλυτα λογικό μέτρο. Ετσι, όλη η αλυσίδα εξόρυξης, παραγωγής και διανομής τους θα πρέπει να παραμείνει, έστω και εξαιρετικά συρρικνωμένη, σχετικά άθικτη. Με δεδομένη όμως τη σημερινή φύση της, πώς θα παραμένει λειτουργική και αποτελεσματική αν δεν είναι σε μόνιμη λειτουργία;

[12] Βλ. «Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές προεκτάσεις του», Πρόταγμα, τεύχος 9, Ιούλιος 2016.

Posted in Ανακοινώσεις | 4 Σχόλια