Οι αμερικανικές εκλογές κι η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο

Καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τη δυτική κοινωνία εντός της οποίας έχει πραγματωθεί στον μέγιστο βαθμό η νεωτερικότητα, αποτελούν, παρά τις εθνικές τους ιδιομορφίες, μια πυξίδα που μας δείχνει προς τα πού βαδίζει ο δυτικός κόσμος συνολικά. Υπό την έννοια αυτή, ακόμα κι οι αμερικανικές εκλογές έχουν πάντοτε ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά φαινόμενα και μάλιστα με τρόπο πιο καθαρό απ’ ό,τι οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές – τουλάχιστον κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου αποτελούν μια πολύ καλή ευκαιρία για να υπογραμμίσουμε ορισμένες βασικές όψεις των αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική εντός της Δύσης.

Η Δεξιά απέναντι στο melting pot

Η παρανοϊκή στάση του Τραμπ που ευθύς εξαρχής, αλλά και για αρκετό καιρό μετά την ήττα του, συνέχισε να ισχυρίζεται πως η ήττα αυτή υπήρξε προϊόν μαζικής εκλογικής νοθείας, οργανωμένης από τους Δημοκρατικούς, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Πρώτον, διότι από καιρό προσπαθούσε να μπλοκάρει τη λεγόμενη επιστολική ψήφο, γνωρίζοντας πως θα την επέλεγαν κατά βάση ψηφοφόροι των Δημοκρατικών, οι οποίοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη του κορωνοϊού∙ δεύτερον και –βασικότερο–, επειδή πρόκειται για μια πιο γκροτέσκα και σουρεαλιστική εκδοχή της πάγιας στρατηγικής που ακολουθούν οι Ρεπουμπλικανοί εδώ και κάμποσα χρόνια. Όπως τονίζαμε πριν κάποιον καιρό, ως κόμμα που απευθύνεται πλειοψηφικά σε Λευκούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι Ρεπουμπλικανοί αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν εκλογικά την ολοένα και μεγαλύτερη μετατροπή των ΗΠΑ σε πολυεθνική κοινωνία. Απέναντι στην αύξηση της πληθυσμιακής βαρύτητας των μειονοτήτων, και δεδομένου ότι ως σήμερα τη μειονοτική ψήφο τη μονοπωλούν οι Δημοκρατικοί, έστησαν έναν ολόκληρο μηχανισμό, βασισμένο στην ιδέα της προληπτικής άμυνας απέναντι στα δήθεν σχέδια των Δημοκρατικών για οργάνωση καλπονοθείας, με στόχο τον αποκλεισμό πολλών μειονοτικών ψηφοφόρων.

Όχι μόνο παλιότερα οργάνωσαν οι ίδιοι νοθεία όπου χρειάστηκε (έτσι νίκησε ο Μπους τον Γκορ το 2004) και κέρδισαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις δίχως να έχουν κερδίσει τη λεγόμενη «λαϊκή ψήφο», μα τείνουν πλέον ν’ αποδέχονται και σε επίπεδο αρχών ότι μπορείς να κυβερνάς αρκεί να σε έχουν εκλέξει οι εκλέκτορες κι όχι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Όπως τόνιζε πρόσφατα ένας γερουσιαστής από τη Γιούτα, «τελικός στόχος δεν είναι η δημοκρατία, αλλά ατομική ελευθερία, η ειρήνη και η ευημερία. Επιθυμούμε την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όμως η διεφθαρμένη δημοκρατία μπορεί να εμποδίσει τούτη την ανάπτυξη»[1]. Ο δε Τραμπ στήριξε την προεκλογική του καμπάνια αποκλειστικά και μόνο στην προσπάθεια να διασφαλίσει την ψήφο μιας Λευκής μειοψηφίας, φλερτάροντας γι’ αυτό ανοιχτά με την Ακροδεξιά.

Ωστόσο, όπως έχουν τονίσει ορισμένοι οξύνοες συντηρητικοί σχολιαστές, οι Ρεπουμπλικανοί δεν έχουν πλέον ανάγκη να καταφεύγουν σε τέτοια τερτίπια: μια μερίδα από όσους σκοπίμως παραγκωνίζουν εκλογικά δείχνει πλέον να στρέφεται, αργά αλλά σταθερά, προς αυτούς. Όπως τονίζει ένας Αμερικανός μεγαλοδημοσιογράφος ινδικής καταγωγής και Δημοκρατικών πεποιθήσεων: «Ως μεγαλύτερη απογοήτευση θα πρέπει σίγουρα να λογίζεται το γεγονός πως, σε μια χρονιά που οι Δημοκρατικοί εγκολπώθηκαν πλήρως την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας και στήριξαν κινήματα όπως το Black Lives Matter, ο Τραμπ δείχνει να κερδίζει μεγαλύτερο κομμάτι της μειονοτικής ψήφου απ’ οποιονδήποτε άλλο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Πήρε τις περισσότερες αφροαμερικανικές ψήφους από το 1996 (παρ’ όλο που τον ψήφισαν μόνο περίπου 12% των Μαύρων ψηφοφόρων), ενώ μια μέτρηση δείχνει πως κέρδισε 35% της ψήφου των μουσουλμάνων ψηφοφόρων». Αντίστοιχα, ο Τραμπ ενίσχυσε το ποσοστό του εντός της ισπανόφωνης κοινότητας σε σχέση με τις εκλογές του 2016, ενώ το ίδιο συνέβη και με άλλες εθνοτικές ομάδες όπως οι ασιατικής καταγωγής Αμερικανοί.

Όπως σημειώναμε και με αφορμή τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη γενικότερη αστυνομική βία στις ΗΠΑ, η ιδέα πως τα μέλη των μειονοτήτων προσδιορίζοντα αποκλειστικά και μόνον ως Μαύροι, Ισπανόφωνοι, Ασιάτες, κ.ο.κ., τουλάχιστον πρωταρχικά, αποτελεί κομμάτι του αντιρατσιστικού ιδεολογήματος των Λευκών αριστερών διανοούμενων αλλά και των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε μειονότητας, τα οποία, πολύ συχνά, χρωστούν την κοινωνική τους άνοδο είτε στις πολιτικές θετικών διακρίσεων του αμερικανικού κράτους είτε, γενικότερα, στη χρήση του αντιρατσισμού ως εργαλείου εξουσίας εντός της κοινότητας καταγωγής τους[2]. Για τον μέσο Αφροαμερικανό ή ισπανόφωνο Αμερικανό τα βασικά προβλήματα άπτονται περισσότερο ζητημάτων μισθού και καθημερινής επιβίωσης παρά φυλετικής ταυτότητας. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση ενός Λευκού εργάτη ή μικροαστού, μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους, για τους ίδιους ή παρεμφερείς λόγους, να γοητευτούν από την τραμπική ρητορική. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους αυταπάτες δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν ως κάτι το αδιανόητο: ο ρατσισμός του Τραμπ απασχολεί κυρίως τους Λευκούς αντιρατσιστές κι όχι τόσο τα μέλη των μειονοτήτων (και δη των χαμηλότερων, ταξικά, στρωμάτων τους), μιας και είναι παρών κυρίως στη ρητορική κι όχι στις συγκεκριμένες πολιτικές του, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή των δεύτερων[3].

Δυστυχώς, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές της, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είναι τόσο εμμονικά προσκολλημένη στον αντιρατσισμό, που αδυνατεί ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή. Όπως σωστά έχει ειπωθεί, «έγιναν κάποιες απόπειρες […], μέσω του κινήματος του Μπέρνι Σάντερς, για να διαμορφωθεί μια αριστερή πολιτική που θα λάμβανε υπόψη της την αποδοχή που έχει ο δεξιός ποπουλισμός. Ωστόσο, η βαρυτική έλξη της πολιτιστικής Αριστεράς ήταν τόσο δυνατή, που τράβηξε τον Σάντερς μακριά τόσο από τον σκεπτικισμό του απέναντι στην πολιτική ταυτοτήτων όσο και από το αρχικό του πολιτικό μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο πρωτεύον ζήτημα είναι η οικονομία∙ τελικά τον οδήγησε προς έναν σοσιαλισμό της πολιτικής ορθότητας, τον οποίο απέρριψε τόσο η Λευκή εργατική τάξη όσο κι οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι που αμφότεροι έδωσαν το Δημοκρατικό χρίσμα τον Μπάιντεν. Με την ήττα του Σάντερς και εκμεταλλευόμενη τη δύναμη που κατέχει μέσα σε θεσμούς της ολιγαρχίας και της δημόσιας διοίκησης, η Αριστερά στράφηκε σε πιο ανώδυνους στόχους, οι οποίοι βάζουν σε δεύτερο πλάνο την ταξική πολιτική».

Με τον τρόπο αυτό, άθελά της, η ταυτοτική Αριστερά απλώς οξύνει τις τάσεις που ευνοούν τη δεξιά ψήφο. Αναφερόμαστε στη νέου τύπου κοινωνική και γεωγραφική διαίρεση μεταξύ παγκοσμιοποιημένων πόλεων και αποβιομηχανοποιημένων μικρών πόλεων ή αγροτικής υπαίθρου. Από τη μια μεριά έχουμε πόλεις που αποτελούνται από τη Λευκή χίπστερ ολιγαρχία, η οποία συνδέεται άμεσα με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του τριτογενή τομέα κι έχει νεωτεριστικά και κοσμοπολίτικα γούστα – πρόκειται για «περιοχές που αντιστοιχούν στα δύο τρίτα του ΑΕΠ της Αμερικής… περιοχές που είναι αισιόδοξες, πολυπολιτισμικές, δυναμικές και προοδευτικές» σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις της Χίλαρι Κλίντον[4]. Τόσο αυτή η ολιγαρχία κι οι ιδεολογικοί της ακόλουθοι όσο και οι μεταναστευτικές μειονότητες των μεγάλων πόλεων που, πολύ συχνά, αποτελούν το υπηρετικό της προσωπικό, ψηφίζουν Δημοκρατικούς. Αντίθετα, οι μεσαίες πόλεις και η ύπαιθρος επιλέγουν τους Ρεπουμπλικάνους. Είναι χαρακτηριστικό πως τα υψηλότερα ποσοστά του ο Τραμπ τα πήρε σε πολιτείες σαν το Ουάιομινγκ και την Ανατολική Βιρτζίνια, με την ιδιαίτερα χαμηλή τους αστικοποίηση, ενώ ακόμη και σε πολιτείες που κέρδισε με μεγάλη άνεση ο Μπάιντεν –και συνιστούν παραδοσιακά Δημοκρατικά προπύργια, σαν τη Νέα Υόρκη, την Καλιφόρνια και το Όρεγκον–, τη νίκη τη δώσανε οι πόλεις, μιας και στην ύπαιθρο επικράτησε ο Τραμπ.

Η πόλωση αυτή μεταξύ metro και retro (δηλαδή «μητροπολιτικής» κι «οπισθοδρομικής» ή ξεπερασμένης) Αμερικής[5] εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αντίθεση μεγάλου μέρους των οπαδών του Τραμπ στα υγειονομικά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων τύπου λοκντάουν. Προφανώς, όπως θα δούμε στη συνέχεια, πίσω από την αντίθεση αυτή υπάρχει μια ολόκληρη συνωμοσιολογική παράδοση, ωστόσο εν προκειμένω υφίσταται και μια πολύ σημαντική ταξική παράμετρος. Όπως σωστά υπογραμμίζει ένας σχολιαστής που ήδη παραθέσαμε, «η ιστορία ξεκινά με τις εκκλήσεις της πολιτικής ηγεσίας και των ειδικών, τέλη άνοιξης-αρχές καλοκαιριού, για άνευ προηγουμένου θυσίες, με καραντίνες και κλεισίματα που επηρέασαν δυσανάλογα μικρές επιχειρήσεις, εκκλησίες και οικογένειες με παιδιά, δηλαδή συντηρητικές κοινωνικές ομάδες και θεσμούς. Αντίθετα, οι Προοδευτικοί εκπρόσωποι των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, που συνέχιζαν να εργάζονται μέσω Zoom, βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη μοίρα, με τους ισχυρούς της Σίλικον Βάλεϊ μάλιστα ν’ αυξάνουν τον πλούτο και την επιρροή τους».

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια πολιτεία που θεωρείται προπύργιο του αντι-τραμπικού αγώνα και η οποία έδωσε συντριπτική νίκη στον Μπάιντεν, η Καλιφόρνια, κέντρο της ψηφιακής οικονομίας, είναι ταυτοχρόνως χαρακτηριστικά νεοφιλελεύθερη στα οικονομικά θέματα, μιας και σε πρόσφατα δημοψηφίσματα καταψήφισε κοινωνικές πολιτικές σε μια σειρά ζητήματα. Ουσιαστικά αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της νοοτροπίας των σημερινών ολιγαρχιών: προοδευτική στα ήθη (και, κατά συνέπεια, Δημοκρατική και αντι-Ρεπουμπλικανή για λόγους πολιτιστικούς και φυλετικούς) αλλά νεοφιλελεύθερη στην οικονομία. Είναι αυτή η λιμπερτάριαν ολιγαρχία που στήριξε την Κάμαλα Χάρις, η οποία διατηρεί στενότατες σχέσεις με την Uber, στην οποία εργάζονται στενοί της συγγενείς.

Διόλου τυχαία –αρχής γενομένης από τη Χάρις– ο Μπάιντεν θα εφαρμόσει τον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό του περιστοιχιζόμενος από συμβούλους και υπουργούς προερχόμενους, συχνά, από μειονότητες αλλά και από τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας: «Θα εκπροσωπεί την ποικιλομορφία των εθνοτήτων που απαρτίζουν τον πληθυσμό των ΗΠΑ […]. Κομβικές θέσεις αναλαμβάνουν γυναίκες και εκπρόσωποι της λατινόφωνης και της ασιατικής κοινότητας των ΗΠΑ». Γι’ αυτό και συχνά οι αναθέσεις πόστων, υπό την πίεση των σχετικών λόμπι και της κοινής γνώμης, γίνονται με αποκλειστικό κριτήριο την εθνοτική και φυλετική ποικολομορφία[6]. Χαρακτηριστικότερη, ίσως, ενσάρκωση τούτου του Προοδευτικού, αντιρατσιστικού νεοφιλελευθερισμού είναι ο βουλευτής της Λουιζιάνα, Σέντρικ Ρίτσμοντ, που θα λάβει θέση ανώτερου συμβούλου του Μπάιντεν: Αφροαμερικανός, που δεν διστάζει να εμφανίζεται με αθλητικά παπούτσια Air Jordan, άνθρωπος του πετρελαϊκού λόμπι, «από τους ελάχιστους Δημοκρατικούς που ψήφισαν υπέρ της επέκτασης του διαβόητου πετρελαϊκού αγωγού Keystone XL». Όπως γίνεται αντιληπτό, κύριο αφήγημα της κυβερνητικής πολιτικής θα είναι η εφαρμογή ενός αντιρατσιστικού προγράμματος με στόχο όχι μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου προσπάθεια περιορισμού των κοινωνικο-οικονομικών και ταξικών ανισοτήτων, αλλά της άρσης των φυλετικών, έμφυλων και λοιπών «διακρίσεων»[7]. Μάλιστα ακόμα και η κεφαλαιώδης σημασία που αποδίδει ο Μπάιντεν στην καταπολέμηση του κορωνοϊού, παρ’ όλο που είναι καθ’ όλα εύλογη, εντός των αμερικανικών συμφραζομένων πρέπει να ερμηνευτεί και ως προφανέστατα ταξικά και πολιτιστικά προσδιορισμένη: κατά βάση εκφράζει τις προτεραιότητες των ανώτερων στρωμάτων, τα οποία μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν αλλά και να κερδίζουν χρήματα ακόμη κι υπό συνθήκες καραντίνας, δίχως φυσικά ν’ ανησυχούν για το αν τα παιδιά τους διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την παρακολούθηση μαθημάτων μέσω τηλεκπαίδευσης, όπως συμβαίνει με τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.

Όπως είδαμε, όμως, παραπάνω, όσο κι αν το αντιρατσιστικό αφήγημα έχει αποδώσει καρπούς για τους Δημοκρατικούς κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε εκλογικό και πολιτικό επίπεδο, σύντομα θα χάσει την αποτελεσματικότητά του, μιας κι οι μειονότητες δείχνουν πλέον να καταπίνουν με λιγότερη προθυμία το δόλωμα τα τελευταία δέκα χρόνια. Ίσως γι’ αυτό κι ορισμένοι συντηρητικοί να θέτουν πλέον ως στόχο τη δημιουργία ενός «πολυεθνικού συντηρητισμού». Αν αυτό επιτευχθεί, η αντιρατσιστική εμμονή της Αριστεράς δε θα έχει πλέον ιδιαίτερο νόημα.

Τσαρλατανισμός, συνωμοσιολογία και κριτική στις ελίτ της γνώσης

Ένα ακόμα στοιχείο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η τρανταχτή, πλέον, επιβεβαίωση όσων –μεταξύ των οποίων κι εμείς– παραμένουν σκεπτικοί απέναντι στα ευχολόγια περί του δήθεν απελευθερωτικού και χειραφετητικού ρόλου του διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας, γενικότερα. Η συνωμοσιολογία (εξίσου με τον τσαρλατανισμό και τον κομπογιαννιτισμό) συνιστά βασική συνιστώσα της αμερικανικής πολιτικής ζωής, μιας κι αποτελεί τη σκοτεινή και παραληρηματική όψη μιας καθ’ όλα θεμιτής και ορθής δημοκρατικής καχυποψίας απέναντι στη μονοπώληση της γνώσης από τεχνοκρατικά κονκλάβια κι επαΐοντες κάθε είδους. Αποτελεί κομμάτι της λεγόμενης ποπουλιστικής παράδοσης, δηλαδή μιας πρωταρχικής και βαθιάς πίστης στις ικανότητες των απλών ανθρώπων, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τον λατινοαμερικανικό ή ευρωπαϊκό λαϊκισμό: δηλαδή με την τυφλή λατρεία «ηγετών» και «μεγάλων ανδρών», τουτέστιν λαοπλάνων που παρουσιάζονται ως φίλοι του λαού[8].

Είναι επίσης γνωστό ότι από τη δεκαετία του ’70 κι εξής, με την απομάκρυνση του Δημοκρατικού κόμματος από τη λαϊκή του βάση και τη σταδιακή κυριάρχησή του από τη Λευκή, σπουδαγμένη ολιγαρχία των πανεπιστημίων και των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, ως κόμμα του λαού προβάλλονται πλέον οι Ρεπουμπλικανοί– ενάντια προφανώς σε κάθε οικονομική και κοινωνιολογική λογική. Όπως έξοχα συνοψίζει την κατάσταση ο Τόμας Φρανκ, «όταν οι Δημοκρατικοί εγκατέλειψαν την παράδοση της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να τη διεκδικήσουν. Για τα τελευταία 30 χρόνια ήταν η Δεξιά, όχι η Αριστερά, που διαμαρτυρόταν κατά των “ελίτ” και υποστήριζε τις λαϊκές αξίες σε πείσμα των διασήμων που τις χλεύαζαν. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, ήταν οι συντηρητικοί στην πραγματικότητα που ξεκίνησαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας από το προαύλιο του χρηματιστηρίου του Σικάγο. Στην εκστρατεία τού 2016 χαρακτήρισαν τον αθυρόστομο ηγέτη τους, τον Τραμπ, ως τον “δισεκατομμυριούχο των εργατών”, συγγενή και προστάτη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων».

Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για έναν ποπουλισμό που δεν έχει κανένα ταξικό έρεισμα –εφόσον ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα που προωθεί τα συμφέροντα των πλουσίων και καταργεί κάθε είδους κοινωνική προστασία της εργατικής τάξης και των αδυνάτων προσπαθεί να προσεταιριστεί τον λαό–, ο προσεταιρισμός αυτός γίνεται μέσω της ταυτοτικής και πολιτιστικής οδού, διαμέσου των περίφημων «πολιτιστικών πολέμων» (culture wars): αντί, με άλλα λόγια, η σύγκρουση μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών να παίζεται στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ασχολούμαστε με καθαρά συμβολικού τύπου ζητήματα όπως η οπλοκατοχή, οι αμβλώσεις, η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, η χρήση μάσκας κ.ο.κ. Βασικό κομμάτι όμως τούτων των πολιτιστικών πολέμων είναι και μια παρανοϊκού τύπου συνωμοσιολογία, μέσω της οποίας ο νεοσυντηρητισμός αυτός προσπαθεί, κόντρα σε κάθε λογική, να εξηγήσει για ποιον λόγο πραγματικός εχθρός του λαού δεν είναι οι εκπρόσωποί του, ως οπαδοί της απελευθέρωσης της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, αλλά οι liberals, που ζητούν την επιβολή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών – τούτα τα ανθρωπόμορφα και διεφθαρμένα τέρατα που δεν σταματούν να εξυφαίνουν τις πιο τρελές συνωμοσίες ενάντια στον απλό λαό[9].

Υπό αυτή την έννοια, τόσο ο τραμπισμός, γενικώς, όσο κι οι αρνητές μάσκας συνιστούν φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης, ως συνέχεια των παλιότερων αντι-εμβολιαστικών θεωριών, του κινήματος ενάντια στη χλωρίωση του νερού ή των παρανοϊκών σεναρίων της δεκαετίας του ’90 σχετικά με το ζεύγος Κλίντον και φυσικά της άρνησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη αλλά και της σφαιρικότητας της γης από τους περίφημους οπαδούς της θεωρίας ότι ο πλανήτης μας είναι επίπεδος (flat-earthers)[10].

Η ψηφιακή τεχνολογία ως κατεξοχήν εργαλείο αλλοτρίωσης

Εγώ έχω δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Google!

Τζένι Μακάρθι

(Αμερικανίδα ηθοποιός και γνωστή αντι-εμβολιάστρια)

Ως νέο στοιχείο αυτής της ακατάσχετης συνωμοσιολογίας θα πρέπει να λογίζεται η ολοένα και μεγαλύτερη διάδοση τέτοιων θεωριών αλλά κι ο απενοχοποιημένα παρανοϊκός τους χαρακτήρας – με αποκορύφωμα την περίφημη αποκρυφιστική θεωρία QAnon, που μιλά για σατανιστικές σέχτες και πλανητικά δίκτυα παιδεραστίας των οποίων προΐστανται μεγαλόσχημοι Δημοκρατικοί σαν τον Ομπάμα και τη Χίλαρι. Πίσω από αυτή την εξέλιξη κρύβεται, φυσικά, το ίντερνετ, καθώς «μαζί με τη συνδρομητική τηλεόραση μάς επιτρέπει να ζούμε σε μια “φούσκα” η οποία φιλτράρει τις πληροφορίες και επιτρέπει να εισέρχονται μόνο αυτές με τις οποίες ήδη συμφωνούμε». Αυτό δεν ήταν δυνατό κατά την προδιαδικτυακή εποχή, όσο κι αν ο καθένας διάβαζε και τότε την εφημερίδα της προτίμησής του, άκουγε τον ραδιοφωνικό σταθμό που ταίριαζε περισσότερο με τις απόψεις του και παρακολουθούσε το αντίστοιχο κανάλι της εθνικής εμβέλειας, μη συνδρομητικής τηλεόρασης. Το διαδίκτυο, τέκνο της μεταμοντέρνας κοινωνίας, ευνοεί σε βαθμό αδιανόητο ως σήμερα τούτο τον ναρκισσισμό, διότι του επιτρέπει να λαμβάνει δημόσια έκφραση και απήχηση.

Την κατάσταση αυτή την εκμεταλλεύεται δεόντως τούτη η πιο μαχητική εκδοχή λαϊκιστικής Δεξιάς στην οποία βασίστηκε ο τραμπισμός. Άλλωστε κι ο ίδιος ο μεγάλος Ηγέτης είναι αρειμάνιος χρήστης των κοινωνικών δικτύων, τα οποία παρουσιάζει ως αντιστάθμισμα στην κυριαρχία του μηντιακού τοπίου από τα Προοδευτικά ΜΜΕ (ασχέτως αν στις ΗΠΑ το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Δεξιά, μέσω δημοφιλέστατων παραγωγών σαν τον Ρας Λίμπο και καναλιών σαν το επάρατο Fox). Είναι στο διαδίκτυο που ευδοκίμησε κι ανδρώθηκε η περίφημη Alt Right, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και παραληρηματικά βίντεο στο Youtube.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κίνημα QAnon, που, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, αποτελεί «ένα πολύ δραστήριο οικοσύστημα. Στα ηλεκτρονικά φόρουμ αφθονούν οι μαρτυρίες απελπισμένων Αμερικανών που έχασαν κάθε επαφή μ’ έναν οικείο τους που αφομοιώθηκε από τη “συνωμοσία”. Δίχως απαραιτήτως να το έχει επιδιώξει, ο “Q” [σ.σ.: ο ανώνυμος λογαριασμός που άρχισε να διαδίδει τη συγκεκριμένη συνωμοσιολογία] γέννησε μια θεωρία πλήρως προσαρμοσμένη στα κοινωνικά δίκτυα: ταυτοχρόνως συμμετοχική και οριζόντια, επιτρέπει στον καθένα να ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο το εκάστοτε μήνυμα. Ένα από τα συνθήματα του QAnon είναι το “Ψάξ’ το μόνος σου!”. Το κίνημα ανανεώνεται ασταμάτητα βάσει των “drops” και της επικαιρότητας, που προσφέρουν διαρκώς νέα σημάδια τα οποία πρέπει να ερμηνευτούν» .

Υπό αυτήν την έννοια, ένα από τα καλά τόσο της πανδημίας όσο και των αμερικανικών εκλογών είναι πως έδειξαν, μέχρι και στους πιο δύσπιστους, τον πραγματικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας: αποβλάκωση του πληθυσμού, ενθάρρυνση της αγελαίας συμπεριφοράς, αναπαραγωγή φημών, fake news και συνωμοσιολογιών κάθε είδους – υπό το επιχείρημα, μάλιστα, πως ξεσκεπάζουν το ψέμα των επίσημων ΜΜΕ και «του Συστήματος». Αν είσαι αριστερός, βέβαια, μπορείς ακόμη να εθελοτυφλείς και να θεωρείς ότι το πρόβλημα είναι απλά και μόνο οικονομικής φύσεως: τουτέστιν πρόβλημα που έχει να κάνει με το ποιος κατέχει κι ελέγχει την τεχνολογία κι όχι με την ενδογενή της φύση και τις τάσεις που προωθεί κι επιβάλλει το ίδιο το εργαλείο («Αν τα κράτη συνειδητοποιήσουν ότι όσο συμπεριφέρονται ως πρόθυμα πελατάκια τους θα τους καταπιούν τα αδηφάγα νέφη τους, ίσως αποφασίσουν να βάλουν φρένο και να αποδώσουν στην τεχνολογία τον αληθινά ανθρωπιστικό, απελευθερωτικό χαρακτήρα της»). Πρόκειται για την παλιά αφελή πίστη στην ουδετερότητα της τεχνικής – στην πίστη ότι ο τεϊλορισμός είναι σύστημα απάνθρωπο όταν το εφαρμόζει ο Φορντ αλλά καθίσταται απελευθερωτικό και «σοσιαλιστικό», όταν το εξυμνεί και το υιοθετεί ο Λένιν.

Δυστυχώς ακόμα και σοβαρές ελευθεριακές προσεγγίσεις δεν είναι απρόσβλητες από τις ψευδαισθήσεις αυτές. Διαβάζουμε, λ.χ., ότι στο Παρίσι, κατά τις διαδηλώσεις ενάντια στο κατάπτυστο «Άρθρο 24» του νομοσχεδίου περί «Συνολικής Ασφάλειας» –που ποινικοποιεί δρακοντείως τη βιντεοσκόπηση των οργάνων της τάξης–, συντελέστηκε ένας «εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας», καθώς «ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και αντέδρασε και έτσι η τεχνολογία θα υπακούσει την κοινωνική επιταγή». Μπορώντας, δηλαδή, να τεκμηριώνουμε και να καταγγέλλουμε, μέσω βίντεο, τα περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, χρησιμοποιούμε δήθεν με χειραφετητικό τρόπο μια τεχνολογία σχεδιασμένη για άλλους σκοπούς.

Προφανώς η κυκλοφορία βίντεο και εικόνων που στοιχειοθετούν την αστυνομική αυθαιρεσία είναι σημαντική – ειδικά σε μια χώρα σαν τη σημερινή Ελλάδα, με τον πλήρη έλεγχο της ενημέρωσης από το σύστημα Μητσοτάκη. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό αποκτά τέτοια σημασία ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής οπισθοδρόμησης και υποχώρησης του δημοκρατικού κινήματος, προσπαθώντας απλά ν’ αποφύγουμε τα χειρότερα. Άλλωστε, είναι αυτή η ίδια τεχνολογία που, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνεται για την παθητικότητα και τον κυνισμό των πληθυσμών σήμερα, όπως επίσης και για μια σειρά παθογένειες εντός των κινηματικών μειοψηφιών, οι οποίες, με τη σειρά τους, οξύνουν το γενικότερο πρόβλημα.

Καθώς η τεχνική δεν είναι εργαλειακή, παρά συνιστά, κάθε φορά, ενσάρκωση συγκεκριμένων βλέψεων, η «εκτροπή» της χρήσης της προς πιο απελευθερωτικές κατευθύνσεις έρχεται πάντοτε με υψηλό τίμημα – στον βαθμό που είναι δυνατή. Εν προκειμένω, όλη αυτή η μανία με τη βιντεοσκόπηση, τις αναρτήσεις βίντεο και φωτογραφιών από πορείες και διαδηλώσεις συνιστά περισσότερο έκφραση ενός τεχνοφιλικού φετιχισμού που συχνά συνομιλεί με μια lifestyle επαναστατικότητα, παρά «αθώο» μέσο που επιβάλλει η πραγματική ανάγκη.

Τραμπισμός κι εναλλακτική Ακροδεξιά

Δεδομένων των ιδιομορφιών της αμερικανικής ιστορίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι από πολλές απόψεις πιο δημοκρατικό από τ’ αντίστοιχα των φιλελεύθερων ολιγαρχιών της Ευρώπης. Στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, τα κόμματα δεν έχουν «λενινιστική» δομή. Αντιθέτως σ’ εμάς τέτοια δομή έχουν, πάνω κάτω, ακόμα και τα «αστικά» κόμματα, εφόσον βασίζονται στην κομματική πειθαρχία, τις διαγραφές και την απόλυτη αφοσίωση στον Ηγέτη. Αντιστοίχως, στις ΗΠΑ ο αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος δεν είναι απαραιτήτως και αρχηγός του κράτους, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου, κατά κανόνα, μπορεί κανείς να είναι ταυτοχρόνως αρχηγός κόμματος, αρχηγός κράτους και κυρίαρχος μέσα στο νομοθετικό σώμα[11]. Η κατάσταση αυτή καθορίζει και τη στάση των ψηφοφόρων απέναντι στα κόμματα: περισσότερο «ατομικιστές» και πραγματιστές, οι Αμερικανοί αλλάζουν συχνά κομματική προτίμηση, αναλόγως των διακυβευμάτων και των υποψηφίων, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους για τους οποίους η κομματική προτίμηση παραμένει, σε σημαντικό βαθμό, και ζήτημα αξιακό. Υπό αυτή την έννοια, ένα εξαιρετικό δείγμα της αυξανόμενης πόλωσης της αμερικανικής κοινωνίας είναι το πέρασμα σ’ ένα μοντέλο «ευρωπαϊκό», όπου η κομματική προτίμηση συνιστά ζήτημα αρχών και συνολικής πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας – τη στιγμή, μάλιστα, που στην Ευρώπη, λόγω του προϊόντος κυνισμού των πληθυσμών αλλά και της διαφθοράς των πολιτικών, επικρατεί όλο και περισσότερο η λεγόμενη «ψήφος α λα καρτ».

Παρ’ όλα αυτά, ο υγιής αμερικανικός πολιτικός πραγματισμός δεν έχει πεθάνει. Έτσι, κρίσιμο κομμάτι της εργατικής τάξης που το 2016 ψήφισε Τραμπ, το έκανε για καθαρά ταξικούς λόγους, επειδή ήταν ο μόνος υποψήφιος που προεκλογικά μιλούσε ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και το ελεύθερο εμπόριο. Γι’ αυτό κι έχουν δίκιο όσοι τονίζουν ότι, «αν ο Τραμπ είχε κυβερνήσει ακολουθώντας τον οικονομικό ποπουλισμό στον οποίο βάσισε την προεκλογική εκστρατεία του 2016, πιθανότατα θα είχε επανεκλεγεί. Αντιθέτως, προτίμησε να υπαναχωρήσει στην παλιά, γνωστή Ρεπουμπλικανική συνταγή». Γι’ αυτό, επίσης, ο Μπάιντεν ανέκτησε την Πενσυλβάνια, το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν, παραδοσιακά Δημοκρατικές πολιτείες, των οποίων η εργατική τάξη είχε απορρίψει τον ανενδοίαστο Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό της Χίλαρι: τούτη τη φορά οι ψηφοφόροι απέρριψαν τον Τραμπ, καθώς είδαν ότι οι προεκλογικές του διακηρύξεις ήταν απλά φούμαρα, επιστρέφοντας στις Δημοκρατικές τους συνήθειες.

Την ίδια στιγμή, προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών, τα οποία το 2016 απέρριπταν την υποψηφιότητα του Τραμπ, πλέον τον στηρίζουν αναφανδόν, όπως και το σύνολο του κομματικού μηχανισμού. Αφενός πιστεύουν πως βρήκαν τον ιδεώδη ηγέτη που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν την εκλογική συμμαχία η οποία θα αντισταθεί στη μακροπρόθεσμη κυριαρχία των Δημοκρατικών, δεδομένων των πληθυσμιακών ανακατατάξεων της αμερικανικής κοινωνίας∙ αφετέρου αντιλαμβάνονται, επιπλέον, ότι η κοινωνική βάση του τραμπισμού είναι πλέον κυρίαρχη δύναμη μέσα και γύρω από το κόμμα.

Μέσα στα 74 εκατομμύρια που ψήφισαν υπέρ του Τραμπ –και τα οποία δεν είναι διόλου όλα τους «τραμπικά»– σταθεροποιείται ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του φοροφυγά δισεκατομμυριούχου: κοινωνικά στρώματα τα οποία είναι πρωτίστως οπαδοί του και δευτερευόντως ψηφοφόροι ή υποστηρικτές των Ρεπουμπλικανών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά εκπλήσσουν με τη συμπεριφορά και το ύφος τους ακόμα και το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος – όπως κι ο ίδιος ο Τραμπ άλλωστε[12]. Ιδού πώς συνοψίζει την κατάσταση ένας Αμερικανός δημοσιογράφος: «σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες ο Τραμπ “ενδεχομένως να κομίζει κάτι νέο στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, κάτι που δεν είναι διόλου συντηρητικό […]”. Πρόκειται για μια προτίμηση για “σκληρούς, επιθετικούς, αδιάλλακτους ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνήθως δεν είναι γνωρίσματα ούτε του συντηρητικού ούτε του προοδευτικού τρόπου σκέψης. […] Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από τα εν λόγω γνωρίσματα τείνουν να τα μεταδίδουν και στα παιδιά τους, ενώ δείχνουν να είναι οι πιο αμετανόητοι οπαδοί του Τραμπ. […] Αυτό που έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι πως τα χαρακτηριστικά τους αυτά δεν έχουν καμία σχέση με άλλες πτυχές του συντηρητισμού, όπως π.χ. ο σεβασμός απέναντι στην παράδοση και τις παραδοσιακές ιεραρχίες”. Δεδομένου ότι οι πολιτικοί επιστήμονες που έκαναν τη σχετική έρευνα δεν “έχουν ξανασυναντήσει αυτές τις τάσεις, δε γνωρίζουμε αν οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από τους Ρεπουμπλικάνους ή τους Δημοκρατικούς ή αν δεν ασχολούνταν καν με την πολιτική» .

Ανεξαρτήτως του αν ο Τραμπ επιδιώξει να ξαναεκλεγεί υποψήφιος για Πρόεδρος το 2024, η κοινωνική βάση που κατάφερε να συσπειρώσει έχει έρθει για να μείνει. Δεδομένου, άλλωστε, πως ηττήθηκε ακριβώς επειδή απώλεσε τη στήριξη του πιο ορθολογικού κομματιού των ψηφοφόρων του τού 2016 (όπως ένα κρίσιμο μέρος της εργατικής τάξης της «Ζώνης της Σκουριάς» που φέτος ξαναψήφισε Δημοκρατικούς), η βάση αυτή συγκεντρώνει τα πιο «ανορθολογικά» της κομμάτια – αυτά που κρίνουν αποκλειστικά με όρους ταυτοτικούς (και πολύ συχνά συνωμοσιολογικούς). Η μετατροπή αυτών των στοιχείων σε βασικά χαρακτηριστικά μιας νέας πολιτικής δύναμης συνιστά την καινοτομία της τρέχουσας περιόδου.

Το σημερινό πολιτικό διακύβευμα

Αν όλα αυτά έχουν κάποια σημασία είναι γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό, αλλά αφορά, αντιθέτως, το σύνολο της Δύσης. Η παλιότερη, φιλελεύθερη Δεξιά έχει υποσκελιστεί από μια «ταυτοτική», εθνικιστική Δεξιά, που προσδιορίζεται ως αντίπαλο δέος της παγκοσμιοποίησης και των πολιτιστικών της εκφράσεων: κοσμοπολιτισμός, πολιτική ορθότητα, προοδευτικές αξίες. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια λαϊκιστική Δεξιά, που παρουσιάζεται ως προστάτιδα των φτωχών και των κατατρεγμένων με όρους κατά κανόνα ταυτοτικούς-πολιτιστικούς. Σε κοινωνιολογικό επίπεδο συνιστά έκφραση ενός τυφλού κι ανορθολογικού θυμού και μιας αυτοκαταστροφικής, συχνά, απελπισίας.

Ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές των δημογραφικών μεταβολών που βρίσκονται πίσω από αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις, ο Κριστόφ Γκιλουί, δείχνει να πιστεύει ότι η διαμόρφωση τούτης της νέας Δεξιάς δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές πολιτικές απόψεις των υποστηρικτών της. Θεωρεί ότι τα λαϊκά στρώματα εκλέγουν συνειδητά, ως έσχατη αντίδραση, λαϊκιστές απατεώνες για να βραχυκυκλώσουν το «Σύστημα», δίχως όμως να πιστεύουν πραγματικά σε αυτούς. Το σενάριο αυτό μάς φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξο, καθώς παραβλέπει μια σειρά από κρίσιμους παράγοντες: την παρακμή της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων –απότοκο της εξαφάνισης του εργατικού κινήματος, της μαζικής ανεργίας και της γενικότερης κοινωνικής αποσύνθεσης που πλήττει τα στρώματα αυτά- ή τον αποχαυνωτικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας – απότοκο της κοινωνίας της κατανάλωσης που αναδύεται σταδιακά κατά τον 20ό αιώνα κι επικρατεί πλήρως στις μέρες μας. Εντούτοις, και αληθές να ήταν το σενάριο αυτό, καταδεικνύει γλαφυρά το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο: το μόνο που απομένει πλέον στα θύματα της παγκοσμιοποίησης είναι να στηρίζουν τις πιο ανορθολογικές και ψευτο-«αντάρτικες» μερίδες της ολιγαρχίας (όπως ο Τραμπ εν προκειμένω).

Αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, η νέα λαϊκή Δεξιά. Όχι ο φασισμός, αλλά η τάση να εκλέγουμε ηγέτες και κόμματα που δεν οδηγούν σε συνταγματική εκτροπή και «φασιστικοποίηση», μα κυβερνούν, αναλόγως των αντιστάσεων σ’ επίπεδο κοινωνίας και της ανθεκτικότητας των φιλελεύθερων ολιγαρχικών θεσμών, με τρόπο ολοένα και πιο συγκεντρωτικό, καθιστώντας την οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό δομικά χαρακτηριστικά του τρόπου άσκησης της εξουσίας. Στις ΗΠΑ, με τη βαθιά δημοκρατική παράδοση, οι θεσμοί και οι συνταγματικές και άλλες δικλείδες ασφαλείας έδειξαν ν’ αντέχουν, ενώ κι η δεξιά στροφή του Μακρόν στη Γαλλία αντιμετωπίζει προς το παρόν αντιστάσεις από την πλευρά της κοινωνίας και του Τύπου. Σε χώρες που δεν χαρακτηρίζονται από τέτοια παράδοση, όπως η Ελλάδα, η Ουγγαρία ή η Πολωνία, η κατάσταση φαίνεται πολύ πιο δυσοίωνη.

Ένα είναι πάντως σίγουρο: ότι η άνοδος αυτής της νέας Δεξιάς/Ακροδεξιάς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί, από την πλευρά των δημοκρατικών δυνάμεων, μέσα από την παρόξυνση των τάσεων που συνέβαλαν στη γιγάντωσή της. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, της αντιαυταρχικής κι αποδομιστικής παράνοιας, της φοβίας απέναντι στον λαό και τα «σκουλήκια μικροαστούς» αλλά και της μετατροπής της πολιτικής σε ταυτοτικό κι «επιτελεστικό» χάπενινγκ που ενδιαφέρεται όχι ν’ αλλάξει την κοινωνία, μα να διατρανώσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα, αυξάνοντας την «ορατότητά» της. Το μόνο που κάνουν οι τάσεις αυτές –λογική κατάληξη των οποίων είναι η εκνευριστική συνήθεια ν’ αρνούμαστε να αναλύσουμε τα φαινόμενα που εδώ συζητάμε επαναλαμβάνοντας τσιτάτα περί «φασιστικοποίησης» ή/και «καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης»– είναι να ρίχνουν νερό στον μύλο τούτης της ταυτοτικής Δεξιάς. Η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο υποτάσσει τις δημοκρατικές ιδέες στον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό και δίνει ένα περαιτέρω άλλοθι στο νεοδεξιό παραλήρημα, αφήνοντας παράλληλα αναπάντητες τη νεοφιλελεύθερη επίθεση και τη νεοτεχνολογική επέλαση που επ’ αφορμή του κορωνοϊού θα πλήξουν έτι παραπάνω τα πιο αδύναμα στρώματα.

(Το κείμενο γράφτηκε πριν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον και δημοσιεύθηκε λίγες ώρες πριν αυτά λάβουν χώρα. Εξ ου κι η έλλειψη κάθε σχετικής αναφοράς. Μόνον οι φωτογραφίες της δημοσίευσης κι η παρούσα διευκρίνιση προστέθηκαν κατόπιν εορτής.)


[1] Παρατίθεται από τον J. Bouie, “2020 Shows Why the Electoral College Is Stupid and Immoral”.

[2] Βλ. σχετικά την ανάλυση του Άντολφ Ριντ, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας», Πρόταγμα, τ. 11, Νοέμβριος 2018, σσ. 174-175, 198-199.

[3] Για παράδειγμα, η πολυθρύλητη νίκη του Μπάιντεν στη Γεωργία δεν ήρθε χάρις στις ψήφους των Αφροαμερικανών –η οποία παρουσίασε πτώση σε σχέση με το 2016– αλλά χάρις στις ψήφους των Λευκών, εύπορων προαστίων της Ατλάντα.

[4] Το αναφέρει ο Thomas Frank, «Ντινγκ-ντονγκ, ο βλαξ πάει. Όμως, διαβάστε προτού αναφωνήσετε “Αλληλούια”».

[5] Σύμφωνα με την έκφραση ενός θεωρητικού του μάνατζμεντ που παραθέτει ο Φρανκ: «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ. 10, Ιούνιος 2017, σ. 171.

[6] Όπως π.χ. στην περίπτωση του νέου υπουργού Υγείας, μαξικανικής καταγωγής, Χαβιέρ Μπεσέρα ή –ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα- στην περίπτωση του νέου υπουργού Άμυνας, του Αφροαμερικανού πρώην στρατηγού, Λόυντ Όστιν. Ο συγκεκριμένος διορισμός προκάλεσε πολιτικό αλλά και νομικό-συνταγματικό ζήτημα, μιας και πρόκειται για πρώην στρατηγό, τον δεύτερο που θα διοικήσει το συγκεκριμένο υπουργείο μέσα στα τελευταία 4 χρόνια, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο ο έλεγχος του συγκεκριμένου υπουργείου να περιέλθει στα χέρια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Παρ’ όλες τις αντιδράσεις, όμως, ο Μπάιντεν επέμεινε στην επιλογή κατά βάση επειδή ο Όστιν είναι Αφροαμερικανός.

[7] Για τον αντιρατσισμό ως κυρίαρχη ιδεολογία αλλά και τη διαφορά μεταξύ ανισότητας και «διακρίσεων», βλ. το κείμενό μας, «Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ…».

[8] Να υπενθυμίσουμε, επί τη ευκαιρία, πως όλοι αυτοί οι φιλελεύθεροι και νεοσυντηρητικοί πολέμιοι του λαϊκισμού (ή «εθνικο-λαϊκισμού»), εδώ στην Ευρώπη, στην πραγματικότητα εντάσσουν στο στόχαστρο της –αντιδημοκρατικής– κριτικής τους όχι μόνο τον λαϊκισμό μα και τον ποπουλισμό. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από το τεχνοκρατικό δόγμα θεωρείται διολίσθηση προς τον λαϊκισμό και ως το πρώτο βήμα αντιδημοκρατικών εκτροπών.

[9] Στο βιβλίο του Τι διάολο συμβαίνει στο Κάνσας; Πώς έκλεψαν οι συντηρητικοί την καρδιά της Αμερικής; ο Φρανκ παρουσιάζει μια σειρά τέτοιων θεωριών κατά τις συζητήσεις του με φτωχούς Αμερικανούς από την πολιτεία του, οι οποίοι ψηφίζουν πλέον φανατικά τους Ρεπουμπλικανούς κόντρα στα στοιχειώδη ταξικά τους συμφέροντα.

[10] Όπως σημείωνε το National Geographic σ’ ένα παλιότερο άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο «Η εποχή της δυσπιστίας απέναντι στην επιστήμη», «η αποφυγή του εμβολιασμού γνωρίζει άνοδο στις ΗΠΑ: 46 πολιτείες αναγνωρίζουν τη δυνατότητα εξαίρεσης από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό για θρησκευτικούς λόγους, ενώ 19 πολιτείες για φιλοσοφικούς λόγους».

[11] Από την άποψη αυτή, ο καθαρά διακοσμητικός χαρακτήρας του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και η ο μη διαχωρισμός των βουλευτικών εκλογών από τις εκλογές για την ανάδειξη του Πρωθυπουργού, καθιστούν το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα εξόχως συγκεντρωτικό κι αντιδημοκρατικό, μιας κι ο πρόεδρος ενός κόμματος που κερδίζει τις εκλογές έχοντας την παντοδυναμία, κυβερνά ως απόλυτος άρχων, εφόσον ελέγχει πλήρως τόσο το κόμμα του όσο και το κράτος και τη Βουλή, δίχως να μοιράζεται την εξουσία με κανέναν σε θεσμικό επίπεδο. Ο συγκεντρωτισμός του περίφημου «επιτελικού (παρα)κράτους», που έχει στήσει η σημερινή κυβέρνηση και βάσει του οποίου τα πάντα υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Πρωθυπουργού και όλα λύνονται «με εντολή Μητσοτάκη», συνιστά την πιο ακραία εκδοχή αυτού του φαινομένου.

[12] Παραδοσιακού τύπου «συντηρητικοί» αστέρες των Ρεπουμπλικανών, όπως ο Τεντ Κρουζ –που τώρα βέβαια πίνει νερό στο όνομα του Τραμπ– ή ο Τζεμπ Μπους κι ο Μάρκο Ρούμπιο, είχαν βιώσει στο πετσί τους τα νέα αυτά πολιτικά ήθη, έχοντας επανειλημμένως αποτελέσει στόχο προσβολών, ειρωνειών και, γενικώς, της απρεπούς συμπεριφοράς του Τραμπ κατά τη διάρκεια των ντιμπέιτ για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου κατά τις εσωτερικές εκλογές του κόμματος, πίσω στο 2016. Ο Τραμπ τούς αντιμετώπιζε τότε με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε στη συνέχεια τη Χίλαρι και τον Μπάιντεν.

Posted in Κείμενα | 11 Σχόλια

«Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo»

Με αφορμή τις πρόσφατες επιθέσεις στη Γαλλία και τη συζήτηση γύρω από τη σάτιρα, την εκκοσμίκευση και τις θρησκευτικές ελευθερίες, δημοσιεύουμε ηλεκτρονικά ολόκληρη την μπροσούρα μας «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo» που είχαμε εκδώσει τον Μάρτιο του 2015.

(Πατήστε στο εξώφυλλο για να εμφανιστεί το βιβλίο).

https://protagma.files.wordpress.com/2015/04/brochure_cover-1.jpg

Posted in Uncategorized | 4 Σχόλια

Με αφορμή την αστυνομική βία στις ΗΠΑ: ρατσισμός, ανισότητα κι η φυλετικοποίηση της πολιτικής

Ο σχεδόν δολοφονικός πυροβολισμός του Τζέικομπ Μπλέικ από αστυνομικούς στην Κενόσα του Κάνσας, τον περασμένο Αύγουστο, -που τον άφησε παράλυτο από τη μέση και κάτω-, οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν (με τη δολοφονία δύο Λευκών αντιρατσιστών διαδηλωτών από μέλος ακροδεξιών πολιτοφυλακών) και στη συνέχεια η αποκάλυψη της δολοφονίας του Ντάνιελ Προυντ (που έλαβε χώρα τον περασμένο Μάρτιο) διατηρούν το ζήτημα του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας, που πρώτη έφερε στο προσκήνιο τόσο έντονα η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης στις ΗΠΑ, τόσο σ’ επίπεδο «δρόμου» όσο και σ’ επίπεδο κατεστημένης πολιτικής (όπως φάνηκε από τις αψιμαχίες περί Antifa και ακροδεξιών πολιτοφυλακών στο πρώτο προεδρικό ντιμπέιτ). Δυστυχώς, όπως συνήθως συμβαίνει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστες είναι οι φωνές που προσπαθούν να διαυγάσουν τι συμβαίνει και ν’ αναλύσουν με τρόπο μη-ιδεολογικό το νόημα κάθε συγκυρίας, καταδεικνύοντας τα πραγματικά πολιτικά ερωτήματα. Κόντρα στην τάση αυτή να χρησιμοποιείται η επικαιρότητα ως αφορμή δήθεν επιβεβαίωσης της ιδεολογικής μας Πίστης μέσω τσιτάτων και λυρικών κορόνων, καταθέτουμε ορισμένες σκέψεις για το πραγματικό διακύβευμα που αυτά τα ερωτήματα μάς έθεσαν και μας θέτουν.

Το μεγαλύτερο μέρος της αρθρογραφίας που ακολούθησε τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τις διαδηλώσεις που αυτή προκάλεσε, κινήθηκε σ’ επίπεδο καταγγελίας και πύρινου κατηγορώ ενάντια στη «Λευκή ανωτερότητα» και τον «θεσμικό ρατσισμό», παρέχοντας ελάχιστα στοιχεία για μια πραγματική κατανόηση του φαινομένου. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τούτη η κυριαρχία της αντιρατσιστικής προοπτικής -δηλαδή της αντίληψης που θεωρεί τον ρατσισμό ως το βασικό πρόβλημα των δυτικών κοινωνιών- δεν είναι διόλου τυχαία.

Κοινωνία της κατανάλωσης, εορταστική κουλτούρα, αστυνομοκρατία

Αν, μάλιστα, κάτι παραβλέπεται πλήρως εντός του αφηγήματος αυτού, είναι το γεγονός πως η Μιννεάπολη συνιστά μια ιδιαίτερα Προοδευτική (liberal) πόλη: με «αριστεριστή» (κατά τον Τραμπ και πολλούς Ρεπουμπλικανούς) δήμαρχο, δύο Μαύρες διεμφυλικές γυναίκες στο δημοτικό της συμβούλιο, Μαύρο αρχηγό της Αστυνομίας, πλήθος Λευκής, προοδευτικών αντιλήψεων νεολαίας -που τη βλέπουμε να πρωταγωνιστεί στις διαδηλώσεις κ.ο.κ. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: πώς μια τέτοια πόλη δεν έχει καταφέρει να μεταρρυθμίσει την Αστυνομία της; Καθώς όμως δε μας απασχολεί εδώ η ιδιαίτερη ιστορία της αμερικανικής αυτής πόλης, το ερώτημα μπορεί ν’ αναδιατυπωθεί ως εξής: μας λέει κάτι, από πολιτικής απόψεως, το γεγονός πως μια πόλη με τέτοια φυσιογνωμία διατηρεί μια τέτοιου τύπου αστυνομία; Φρονούμε πως ναι και συμφωνούμε με ορισμένους σχολιαστές ότι έχουμε εδώ μία πτυχή της «κρίσης που πλήττει τις Προοδευτικές πόλεις».

Ποιο είναι, όμως, δίπλα στα πολιτικά αυτά χαρακτηριστικά, το βασικό κοινωνικο-οικονομικό προφίλ μιας «Προοδευτικής πόλης»; Η κυριαρχία του τριτογενούς τομέα και η διασύνδεση με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κουλτούρα. Κατά συνέπεια ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο στο οποίο κυριαρχεί μια Λευκή ολιγαρχία με Προοδευτικές αντιλήψεις, ένα μεγάλο μέρος των Λευκών λαϊκών τάξεων φτωχοποιείται και εξωθείται στην ανεργία, ενώ βασικό υπηρετικό προσωπικό της ολιγαρχίας είναι η πολυφυλετική μεταναστευτική «υποτάξη», που δουλεύει με μισθούς πείνας κι ελάχιστη κοινωνική προστασία. Ταυτοχρόνως, σε πολιτιστικό επίπεδο εντός τούτων των global πόλεων βασική δραστηριότητα είναι όχι η παραγωγή μα η διασκέδαση κι η κατανάλωση[1].

Όπως ωραία το δείχνει ο Ντανιέλ Μοτέ, μιλώντας για τις μορφές που παίρνει σήμερα ο λεγόμενος «ελεύθερος χρόνος», η κοινωνία της κατανάλωσης/διασκέδασης βασίζεται σ’ έναν αντι-απαγορευτικό ευδαιμονισμό που οδηγεί συχνά στην αποχαλίνωση. Κι η διαχείριση ή ο περιορισμός των συνεπειών τούτης της αποχαλίνωσης δημιουργεί την ανάγκη ολοένα και μεγαλύτερης κατασταλτικής παρέμβασης από πλευράς κράτους. Κι αν εδώ πρόκειται για τα ίδια τα υποκείμενα και τους εκφραστές τούτης της εορταστικής-ευδαιμονιστικής κουλτούρας, στην περίπτωση της αστυνομικής βίας αμερικανικού τύπου έχουμε να κάνουμε με τους αποκλεισμένους της κουλτούρας αυτής: με τους απόβλητούς της αλλά και με όσους της επιτρέπουν να λειτουργεί σε υλικό επίπεδο. Όπως σωστά παρατηρεί ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, δεν είναι τυχαίο που η «άνοδος του μπάτσου-πολεμιστή» συνιστά προϊόν μιας διαδικασίας που στις ΗΠΑ ξεκινά με τον περίφημο «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» της δεκαετίας του ’60.

Είναι προφανές ότι η εορταστική αυτή κουλτούρα, ουσιωδώς αντιρατσιστική και φιλοεξωτική, έχει ανάγκη από μια ευρεία μεταναστευτική -ή μεταναστευτικής καταγωγής- υποτάξη προκειμένου να ικανοποιεί το πάθος της για «πολυπολιτισμικότητα» και «ετερότητα»: γειτονιές μ’ εξωτικό «χρώμα», εστιατόρια που προσφέρουν εξωτική κουζίνα, μαγαζιά με αντιστοίχως εξωτικά προϊόντα, μπαρ και χώροι με μη-δυτική μουσική, μασάζ κ.ο.κ. Ακόμα βαθύτερα, όμως, ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για κατανάλωση προϊόντων, υπηρεσιών ή θεαμάτων «εξωτικού» τύπου, η ίδια η οικονομία των υπηρεσιών -κορωνίδα της οποίας είναι ο τομέας της εστίασης/διασκέδασης- βασίζεται στην ύπαρξη μιας κακοπληρωμένης κι υπερεκμεταλλευόμενης υποτάξης, η οποία πολύ συχνά δουλεύει για τις εκάστοτε μαφίες, που παραδοσιακά κυριαρχούν στον τομέα της διασκέδασης (απ’ τη διακίνηση ναρκωτικών και την πορνεία ως τη διατήρηση πλήθους καταστημάτων-βιτρινών στον χώρο της εστίασης). Για παράδειγμα, κανείς δε φαίνεται ν’ αντιλαμβάνεται ότι η εγκληματική οικονομία των «προαστίων» (των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων) και των «γκέτο» (των αμερικανικών τους ομολόγων) στηρίζεται κατά μείζονα λόγο στη «λευκή» κατανάλωση -κατά κύριο λόγο ναρκωτικών: όπως κι οι ναρκο-οικονομίες των λατινοαμερικανικών χωρών συντηρούνται από την αμερικανική κι ευρωπαϊκή ζήτηση. Ταυτοχρόνως, βασιζόμενη καθώς είναι στην αποβιομηχανοποίηση αλλά πλέον -όλο και περισσότερο- στην αυτοματοποίηση και τη ρομποτοποίηση, η νεοφιλελεύθερη οικονομία του τριτογενούς τομέα οδηγεί σε απώλεια εύκολα προσβάσιμων, χειρωνακτικών θέσεων εργασίας, δημιουργώντας έτσι στρατιές νέο-ανέργων και νεόπτωχων που πολύ συχνά καταλήγουν στον δρόμο, ως άστεγοι, ζητιάνοι, ναρκομανείς.

Εντός του γενικευμένου κοινωνικού «εξευγενισμού» ή «ανάπλασης» (gentrification) που επιβάλλει ο σύγχρονος εορταστικός πολιτισμός η ύπαρξη τούτης της αποκρουστικής υποτάξης, δηλαδή τούτων των νέων «ανθρώπων της Αβύσσου» (για να θυμηθούμε την έκφραση του Τζακ Λόντον), συνιστά παραφωνία. Ως γνωστόν, το περιθώριο γοητεύει τις πιο «ρέμπελες» κι εναλλακτικές εκδοχές τούτου του πολιτισμού -αυτούς που ο Τζίμης Πανούσης αποκαλούσε «περιθωριοφάγους»[2]∙ ωστόσο, αφενός, αυτή η γοητεία περιορίζεται στην εξ αποστάσεως σχέση μαζί του και στην προσπάθεια εξημέρωσής του και, αφετέρου, πρέπει ν’ αποφεύγονται όλες οι παρεκτροπές του που παρακωλύουν τη λειτουργία των τουριστικοποιημένων πόλων της σύγχρονης οικονομίας. Με άλλα λόγια, των πόλεων που έχουν μετατραπεί σε παιδικές χαρές, σε ζώνες διασκέδασης και παιγνιώδους περιπλάνησης για τη σύγχρονη «προοδευτική» κι αντι-αυταρχικών προτιμήσεων ολιγαρχία. Αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος της αστυνομίας εντός των σύγχρονων συνθηκών.

Ο Αφροαμερικανός μαρξιστής στοχαστής Άντολφ Ριντ συνοψίζει έξοχα το φαινόμενο ως εξής: «αναμφίβολα είναι πολύ πιο πιθανό η αστυνομία να παρενοχλήσει στο μετρό της Νέας Υόρκης έναν Μαύρο απόφοιτο του Γέιλ που δουλεύει στη Γουόλ Στριτ απ’ ό,τι έναν Λευκό συνάδελφό του, επειδή τον πέρασε για κάποιον άλλον. Η παρεξήγηση αυτή είναι ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε ρατσισμό. Εντούτοις αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί, την ίδια στιγμή, είναι ακόμα πιο απίθανο να παρενοχληθεί απ’ την αστυνομία ο συγκεκριμένος Μαύρος εργαζόμενος της Γουόλ Στριτ απ’ ό,τι ένας αδέκαρος Λευκός στις βορειοανατολικές συνοικίες της Φιλαδέλφεια ή στις δυτικές συνοικίες της Βαλτιμόρης. Στόχος της έμφασης στην αστυνόμευση είναι η επιτήρηση τούτων των λαϊκών και φτωχών πληθυσμιακών ομάδων και η προστασία της ιδιοκτησίας των κατοίκων του κέντρου των πόλεων,  και μάλιστα με τρόπο που να καθιστά εμφανές πως το σχέδιο αυτό εφαρμόζεται με τη δέουσα πυγμή. Με άλλα λόγια, η ανάδυση –ή η όξυνση- της στρατιωτικοποιημένης αστυνόμευσης κατά τη δεκαετία του ’90 και του 2000 συνδέεται άμεσα μ’ ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την πολεοδομική ανάπλαση και πιο συγκεκριμένα με την προσπάθεια μετατροπής του κέντρου των πόλεων σε παραδείσους παιχνιδιού κι αναψυχής. Όπως όμως έδειξε η Σάσκια Σάσεν […], απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ο μετασχηματισμός των πόλεων σε βάση για πολυτελή κατανάλωση αλλά κι έναν κακοπληρωμένο εφεδρικό βιομηχανικό στρατό που θα καθιστά κερδοφόρα τούτη την κουλτούρα πολυτελούς κατανάλωσης. Στη συνέχεια, προφανώς, θα χρειαστεί η αστυνομία για να προστατέψει όλο αυτό. Είναι σαν μια οικονομία βασισμένη στον τουρισμό».

Γι’ αυτό και, παρά την αντιρατσιστική ρητορική, το φαινόμενο είναι γενικό και δεν έχει να κάνει με κάποιον δήθεν «δομικό» ρατσισμό ενάντια στους Μαύρους: όχι μόνο γιατί αντίστοιχη βία αντιμετωπίζουν και οι Λευκοί φτωχοί αλλά κι επειδή, πολύ συχνά, σε περιστατικά αστυνομικής βίας -και μάλιστα με θύματα Αφροαμερικανούς- συμμετέχουν και Αφροαμερικανοί αστυφύλακες όπως και συνάδελφοί τους προερχόμενοι από άλλες μειονότητες[3]. Άλλωστε, τα πιο επιφανή μέλη της «Μαύρης κοινότητας» που κατέχουν θέσεις ευθύνης στο αστυνομικό ή στο δικαστικό σώμα, εφάρμοσαν με ζήλο τη λογική της μηδενικής ανοχής και το δόγμα του «πολέμου ενάντια στο έγκλημα», διαφέροντας ελάχιστα από τους Λευκούς συναδέλφους τους[4].

«Συστημικός ρατσισμός» ή αστυνομική βία;

Όσο κι αν -κατά τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων, πριν την εμφάνιση των οπλισμένων ακροδεξιών πολιτοφυλακών- έγιναν προσπάθειες από μερίδα της εγχώριας Αριστεράς τα έκτροπα να χρεωθούν σε ομάδες οπλισμένων ακροδεξιών, είναι προφανές πως -παρά τις βλακώδεις υπερβολές του- ο Τραμπ είχε δίκιο όταν ισχυριζόταν, τότε, ότι στα «μπάχαλα» πρωταγωνιστούσαν Λευκοί αριστεριστές. Παραδοσιακά, από το Γουάτς του Λος Άντζελες, το 1965, και τη U-Street της Ουάσινγκτον, το 1968, ως το Λος Άντζελες του 1992, οι εξεγέρσεις των Μαύρων ενάντια στην αστυνομική βία οδηγούν σε εκτεταμένους εμπρησμούς και πλιάτσικο μέσα στις ίδιες τους τις γειτονιές, καθώς έτσι εκφράζεται ο τυφλός κι ανορθολογικός θυμός[5]. Αντίθετα σήμερα τα κτήρια που συχνά καίγονται αποτελούν συμβολικούς στόχους με αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο (τράπεζες, πολυεθνικές εταιρίες κ.λπ.), όπως συμβαίνει κατά τις πορείες του Μπλακ Μπλοκ. Δεν πρόκειται για τυχαία εξέλιξη, μιας κι είναι η πρώτη φορά, μετά το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, που οι Λευκοί συμμετέχουν μαζικά στις κινητοποιήσεις της αφροαμερικανικής κοινότητας. Δυστυχώς, όμως, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη τότε, στον αμερικανικό Νότο, οπότε οι Λευκοί εντάσσονταν σ’ ένα οργανωμένο κίνημα με ορθολογική στρατηγική και σοβαρούς ηγέτες, που απέφευγε την άσκοπη βία και τις εντυπωσιοθηρικές κινήσεις, σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: το άμορφο κίνημα οργής των Αφροαμερικανών αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της εξεγερτικής Λευκής νεολαίας, η οποία -βοηθούντος και του γεγονότος πως τα πανεπιστήμια παρέμεναν κλειστά εκείνες τις πρώτες εβδομάδες των κινητοποιήσεων- βρίσκει ευκαιρία να κάνει την επαναστατική της γυμναστική και να επιβάλλει την ταυτοτική της ατζέντα. Αν, με άλλα λόγια, η Λευκή νεολαία της δεκαετίας του ’50 μαθήτευσε δίπλα στο Μαύρο κίνημα του αμερικανικού Νότου (υιοθετώντας, στη συνέχεια, πρακτικές του όπως το sitin), πλέον γίνεται ο πρωτοπόρος εκπρόσωπος των αυτοκαταστροφικών πρακτικών που ανέπτυξε κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70 η πολιτικοποιημένη μαύρη νεολαία των γκέτο του Βορρά (φετιχισμός της βίας και της επιτελεστικότητας, φυλετισμός και μαύρος εθνικισμός κ.ο.κ.) και της οποίας στοιχεία εξέφραζε, ήδη, σε μεγάλο βαθμό το κίνημα Black Lives Matter (κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την επιτελεστικότητα και τον μαύρο εθνικισμό).

Ας αφήσουμε όμως στην άκρη τις μπαχαλοειδείς πρακτικές (αλλά και τους γνωστούς κρετινισμούς που τους παρέχουν ιδεολογική δικαιολόγηση) κι ας στραφούμε στις λιγότερο παραληρηματικές συμπεριφορές. Όπως σωστά παρατηρεί ένας σχολιαστής, «το κυρίαρχο μήνυμα των κινητοποιήσεων είναι απλώς “δώστε τέλος στον ρατσισμό”, δηλαδή η παραίνεση να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα προς τον τερματισμό του Κακού γενικώς. Με άλλα λόγια, οι διαδηλωτές επιζητούν ένα απόλυτο», πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο «η δυναμική που δημιούργησαν οι κινητοποιήσεις να σπαταληθεί σε συνελεύσεις πολιτικών σεχτών περί των Λευκών προνομίων αντί ν’ αποτελέσει έναυσμα για μεταρρυθμίσεις στην Αστυνομία». Δυστυχώς, όσο κι αν η μαζική παρουσία Λευκών στις διαδηλώσεις βοήθησε ουσιαστικά ώστε οι κινητοποιήσεις να λάβουν ευρύτερη απήχηση, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο -κι ειδικά στην Ευρώπη- συνιστούν χαρακτηριστική έκφραση της κυριαρχίας που ασκούν στη Λευκή νεολαία, που υποφέρει μες στο πιο απόλυτο κενό νοήματος, τα κοινωνικά δίκτυα, το Νετφλίξ αλλά και παρανοϊκές, νέο-ρατσίζουσες μεταμοντέρνες θεωρίες που στο όνομα της «αποδόμησης των λευκών προνομίων» -κι εντός του απόλυτου πολιτικού κι ιδεολογικού κενού της σύγχρονης Αριστεράς- επαναφέρουν το ζήτημα της φυλής στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.

Χαρακτηριστικό δείγμα του πώς το κίνημα εκτρέπεται προς καθαρά συμβολικού κι «επιτελεστικού» τύπου λογικές είναι η επίθεση ενάντια στα αγάλματα. Μπορεί στις ΗΠΑ μια τέτοια κριτική να είναι σ’ ένα βαθμό δικαιολογημένη (μιας και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να δοξολογούνται ως εθνικοί ήρωες οι αρχηγοί μιας ανταρσίας που αιματοκύλησε τη χώρα χάριν της υπεράσπισης της δουλοκτησίας[6]), ωστόσο στην Ευρώπη πρόκειται για καθαρό ταυτοτικό ναρκισσισμό και περιστολή της πολιτικής στην «επιτελεστικότητα» και το εντυπωσιοθηρικό χάπενινγκ. Διότι συνιστά ιστορική αυτοτύφλωση πρώτου βαθμού να θεωρεί κανείς πως η συμβολή του Κολμπέρ ή του Τσώρτσιλ μπορεί να περισταλεί στο δουλεμπόριο και την αποικιοκρατία (για ν’ αναφέρουμε τις περιπτώσεις δύο πολιτικών ανδρών που αποτελούν αντικείμενο θερμών διαξιφισμών σε Γαλλία κι Ηνωμένο Βασίλειο τις τελευταίες μέρες). Φυσικά -όπως και στην περίπτωση του Κολόμβου στις ΗΠΑ- πρόκειται κι εδώ για τη γνωστή αριστερίστικη εμμονή που περιστέλλει τη Δύση στο αποικιοκρατικό της παρελθόν και δε βλέπει ότι, π.χ., για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία η δουλεία καταργήθηκε μέσα στη Δύση (τη στιγμή που συνεχίζει ακόμη να υφίσταται σε αφρικανικές χώρες όπως η Μαυριτανία), ούτε βέβαια ότι αυτού του τύπου οι «επιτελεστικές» κινήσεις απλώς ξαναβάζουν την Ακροδεξιά στο παιχνίδι.

Ενδεικτικό επίσης της κατάστασης είναι το γεγονός πως πρώτοι άρχισαν να μιλούν για το ζήτημα της αστυνομικής βίας και την ανάγκη αλλαγών στην οργάνωση της αμερικανικής Αστυνομίας τα κομματικά στελέχη, οι δήμαρχοι κι οι κυβερνήτες των Δημοκρατικών όπως φυσικά κι ο Μπάιντεν (ή, αντιστοίχως, ο Μακρόν κι ο -Χρυσοχοΐδης του, εκείνης της περιόδου- Καστανέρ στη Γαλλία). Αντί, με άλλα λόγια, το κίνημα να συνιστά πρωτοπορία, που καθορίζει την γραμμή και τις διεκδικήσεις, στην πραγματικότητα δείχνει να ξεπερνιέται από τους οπορτουνιστές πολιτικούς οι οποίοι, παρά τις συχνές ρητορικές υπερβολές τους με σκοπό την κολακεία των διαδηλωτών, παραμένουν ακόμη φορείς πρακτικού πνεύματος στα πλαίσια της διαχειριστικής λογικής με την οποία αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Να σημειωθεί, δε, ότι μέσα στον λυρικό τους οίστρο, οι Λευκοί αντιρατσιστές παραβλέπουν κάτι βασικό: ότι εντός μιας κοινωνίας όπου μεγάλο μέρος πολιτών οπλοφορεί, δε μπορούμε να υποστηρίζουμε ελαφρά τη καρδία αιτήματα όπως η υποχρηματοδότηση της αστυνομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των κινητοποίσεων, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, σε πόλεις όπου είτε η αστυνομία προσπάθησε να γίνει πιο διακριτική, με σκοπό την αποκλιμάκωση της κατάστασης, είτε απλά αποκλείστηκε από συγκεκριμένες, ζώνες της πόλης που είχαν καταληφθεί από τους διαδηλωτές, παρατηρήθηκε εντυπωσιακή αύξηση των ανθρωποκτονιών (βλ. Σικάγο, Σιάτλ, Νέα Υόρκη). Δεν είναι τυχαίο, υπό την έννοια αυτή, πως, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, η πλειοψηφία των Αφροαμερικανών επιθυμεί όχι τη μείωση της αστυνομικής παρουσίας στις γειτονιές τους μα τη διατήρησή της στα σημερινά επίπεδα, αν όχι την αύξησή της. Διότι, αν αναλογιστούμε την ταξική θέση της πλειονότητας των Μαύρων της Αμερικής, εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως είναι αυτοί που βιώνουν στο πετσί τους την εγκληματικότητα στα γκέτο και τις φτωχογειτονιές τους, σε αντίθεση με τους Λευκούς της μεσαίας τάξης. Πουθενά αλλού, άλλωστε, δεν γίνεται τόσο απτή η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στο πραγματικό πρόβλημα και στις καθαρά ιδεολογικού τύπου αντιδράσεις των Λευκών αντιρατσιστών απ’ ό,τι στην περίπτωση του Πόρτλαντ: μιας «από τις πιο Λευκές αμερικανικές πόλεις, καθώς 72 % των κατοίκων της είναι Λευκοί και μόνο 6 % Μαύροι», που συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις κινητοποιήσεις. Δεν είναι τυχαίο πως το Πόρτλαντ αποτελεί σε τέτοιο βαθμό χαρακτηριστικό δείγμα «Προοδευτικής πόλης», που έχει δώσει το όνομά του σε μια γνωστή αμερικανική σειρά που αναλύει, με χιουμοριστικό τρόπο, τα ήθη των Λευκών χίπστερ.

Φυλή και τάξη: ενάντια στον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό

Δεν είναι εύκολο να ‘σαι Μαύρος. Υπήρξες ποτέ σου Μαύρος;

Εγώ ήμουν κάποτε Μαύρος –όταν ήμουν ακόμα φτωχός.

Larry Holmes

(Παγκόσμιος πρωταθλητής πυγμαχίας

βαρέων βαρών)[7]

Από τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον κάποιο καθεστώς θεσμικού ρατσισμού, δηλαδή κάποιο καθεστώς εγκαθιδρυμένου και κρατικά επιβαλλόμενου φυλετικού διαχωρισμού, όπως συνέβαινε στις ΗΠΑ ως το 1964 και στη Νότιο Αφρική μέχρι την πτώση του Απαρτχάιντ -αλλά και παρεμφερή συστήματα, όπως αυτά που επέβαλαν οι ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις στην Αφρική ή την Ασία-, ο ρατσισμός δε μπορεί πλέον να θεωρείται ως η βασική και κύρια εκδοχή κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης εντός της Δύσης. Στον βαθμό που ακόμη υφίσταται, αποτελεί απλώς μία από τις συνισταμένες των ταξικών ανισοτήτων. Με άλλα λόγια, οι Μαύροι κι οι λοιπές μειονότητες εντός των ΗΠΑ ή οι μετανάστες στην Ευρώπη δεν αποτελούν θύματα εκμετάλλευσης για λόγους φυλετικούς/ιδεολογικούς, μα επειδή -πολύ απλά- είναι φτωχοί. Και είναι φτωχοί όχι επειδή είναι έγχρωμοι, αλλά γιατί είτε αποτέλεσαν, παραδοσιακά, θύματα άγριας εκμετάλλευσης και ανισοτήτων (όπως οι Μαύροι στις ΗΠΑ) είτε επειδή είναι αυτοί που έφτασαν τελευταίοι σε ξένες κοινωνίες, δίχως δικαιώματα και πολιτική δύναμη, κι οι οποίοι, ως εκ τούτου, πρέπει να «ξεκινήσουν από το μηδέν», υπό συνθήκες ημιπαρανομίας, δίχως την παραμικρή προστασία απέναντι στους γηγενείς, όντας αναγκασμένοι να δουλεύουν υπό συνθήκες «Μανωλάδας»[8].

Όμως ακόμα κι εντός του φυλετικά διαχωρισμένου Νότου, μέσα στο κοινωνικό μοντέλο που εγκαθιδρύθηκε για έναν αιώνα μετά την ήττα των Νοτίων (1865-1964), το ταξικό κριτήριο διατηρούσε ακέραια τη σημασία του, εφόσον η μοίρα ενός φτωχού Μαύρου δεν ήταν σε καμία περίπτωση η ίδια μ’ εκείνη ενός μέλους των πιο εύπορων στρωμάτων της «Μαύρης κοινότητας», τα οποία διατηρούσαν σχέσεις με το Λευκό κατεστημένο. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι, όπως δεν έχει νόημα να μιλάμε για «Έλληνες» γενικώς, μιας κι ένας οδοκαθαριστής δεν έχει τα ίδια συμφέροντα με τον Βαρδινογιάννη και τον Μαρινάκη, έτσι δεν έχει νόημα να μιλάμε για «Μαύρη κοινότητα» γενικώς κι αορίστως, εφόσον ουδεμία σχέση έχουν οι Αφροαμερικανοί που πέφτουν θύματα αστυνομικής βίας με τον δισεκατομμυριούχο Μάικλ Τζόρνταν, άλλους πολυεκατομμυριούχους συναθλητές του ή το ζεύγος Ομπάμα και τους πλούσιους Μαύρους μεγαλοδικηγόρους, ηθοποιούς, πολιτικούς και πάστορες -δηλαδή τη Μαύρη ολιγαρχία που βγαίνει και μιλά στο όνομα δήθεν του συνόλου των Αφροαμερικανών υποκρινόμενη ότι δήθεν πλήττονται όλοι τους εξίσου από την αστυνομική βία και την κοινωνική εκμετάλλευση, μόνο και μόνο επειδή έχουν ίδιο χρώμα δέρματος.

Όπως έχουμε γράψει παλιότερα, η απόκρυψη τούτων των στοιχειωδών διαπιστώσεων -και μάλιστα από «μαρξιστές», οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να δίνουν τη δέουσα σημασία στον οικονομικό παράγοντα!- οδηγεί σε μια φυλετικοποίηση του κοινωνικού ζητήματος: όλο και περισσότερο θεωρούμε ότι η εκμετάλλευση δεν είναι ζήτημα ταξικό (δηλαδή οικονομικό και κατά βάθος πολιτικό) αλλά φυλετικό. Η θεωρία περί «θεσμικού ρατσισμού» (βασικό κομμάτι της ρητορικής των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ) ή «μεταποικιοκρατίας» (χαρακτηριστικός όρος της ευρωπαϊκής αριστερίστικης αργκό) συνιστούν τη φιλελεύθερη και την αριστερίστικη, αντίστοιχα, εκδοχή τούτης της αντίληψης.

Δεν είναι τυχαίο πως σε άρθρο της του περασμένου Ιουνίου  η (γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας της Σενεγάλης) Γαλλίδα πρώην κυβερνητική εκπρόσωπος και μέλος του κόμματος του Μακρόν, Σιμπέτ Εντιάι, ασκεί κριτική σε όσους θεωρούν πως ο ρατσισμός έχει σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες: «Εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος ο παραδοσιακός αντιρατσισμός της γενιάς του Μιτεράν υπάχθηκε τελικά στον αγώνα ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες. […] Θεωρούμε πλέον ότι το χρώμα του δέρματος είναι απλώς το πιο εμφανές σημάδι της ταξικής εκμετάλλευσης και ότι θα πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στον ρατσισμό μέσω του αγώνα ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες. Ξεχνάμε έτσι ότι το χρώμα αποκρυσταλλώνει διακρίσεις, ακόμα κι όταν δεν υφίσταται ταξική εκμετάλλευση». Ούτε βεβαίως είναι τυχαίο ότι διάφοροι αριστεριστές χαρακτηρίζουν την εξαιρετική αμερικανική τηλεοπτική σειρά The Wire, η οποία δείχνει πως η διαφθορά, η εκμετάλλευση κι η αστυνομική βία δεν έχουν φυλετικά χαρακτηριστικά, ως «σπουδή στο χρώμα», που αφηγείται δήθεν «την καθημερινή δολοφονία μιας ολόκληρης φυλής στους αμερικανικούς δρόμους».

Τι εξυπηρετεί όμως τούτη η φυλετικοποίηση, δηλαδή, εν ολίγοις, ο σύγχρονος αντιρατσισμός; Αφενός, σε ό,τι αφορά στις ίδιες τις μειονότητες, εξυπηρετεί τους ιδεολόγους των πάσης φύσεως φυλετιστικών ιδεολογιών (μαύρος εθνικισμός, ισλαμισμός κ.ο.κ.) και κυρίως τις βλέψεις κοινωνικής ανόδου των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε κοινότητας: με το να παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι μιας δήθεν ομοιογενούς κοινότητας, τα μέλη της οποίας υποφέρουν εξίσου από τις κοινωνικές διακρίσεις, ασχέτως της ταξικής τους θέσης, επιδιώκουν να καταστούν προνομιακοί συνομιλητές του ιθαγενούς, Λευκού κατεστημένου και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν τούτη τη θέση προκειμένου ν’ αναρριχηθούν κοινωνικά[9].

Αφετέρου, σε ό,τι έχει να κάνει με τους Λευκούς αντιρατσιστές, σκοπός είναι η επανανοηματοδότηση της έννοιας της ισότητας κατά τρόπο φιλελεύθερο: ισότητα πλέον δεν είναι η κοινωνική-οικονομική (δηλαδή η ταξική και εν τέλει πολιτική) ισότητα, αλλά η ισότητα ευκαιριών, τουτέστιν η πλήρης και πιο τέλεια εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής της κοινωνικής κινητικότητας, ασχέτως φυλετικών, θρησκευτικών και άλλων διακρίσεων[10]. Πρόκειται για το πρόγραμμα της ιδεολογίας που έχει σωστά αναλυθεί ως Προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός: προκειμένου να καταπολεμηθούν οι φωνές που ζητούν πολιτικές αναδιανομής του πλούτου για όλους, ασχέτως χρώματος (όπως -ειρήσθω εν παρόδω- έκανε παλιότερα ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), προωθούμε μια ατζέντα η οποία ζητά απλώς την ίση αντιπροσώπευση όλων των μειονοτήτων στους θεσμούς λήψης αποφάσεων (είτε πρόκειται για το κράτος είτε για την οικονομία), μέσω της εφαρμογής πολιτικών θετικών διακρίσεων και μέτρων συμβολικού τύπου. Γι’ αυτό και πολύ συχνά στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται πλέον ο όρος disparity («διακρίσεις») αντί του όρου inequality («ανισότητα»), ο οποίος είναι ταξικά και πολιτικά φορτισμένος.

Δυστυχώς η Αριστερά κι η Αναρχία, που έχουν μετατρέψει τον αντιρατσισμό σε βασικό ιδεολογικό τους Πιστεύω και τον «αγώνα ενάντια στον φασισμό» σε βασική τους επιδίωξη, μετατρέπονται άθελά τους σε ουρά του Προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού. Δεν είναι λοιπόν να εκπλήσσεται κανείς που στον εγχώριο αριστερό Τύπο απλώς αναπαράγεται η γραμμή των New York Times, δηλαδή της ιδεολογικής ναυαρχίδας του ρεύματος αυτού. Τούτη η σύγκλιση είναι απολύτως λογική, αν αναλογιστεί κανείς πως ο Προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την ιδεολογία των κομματιών εκείνων της σύγχρονης ολιγαρχίας -αλλά και των δυτικών κοινωνιών, γενικότερα- τα οποία στηρίζουν το κοινωνικό μοντέλο που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος του κειμένου. Η σημερινή νεολαιίστικη Αριστερά και Αναρχία συνιστούν όμως απλά τις εναλλακτικές εκδοχές της κοινωνίας της κατανάλωσης/διασκέδασης κι έτσι, στα πλαίσια της αντι-απαγορευτικής τους ιδεολογίας, λογικό είναι να ταυτίζονται με τον Προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό ο οποίος επίσης βάλλει κατά των απαγορεύσεων και των κοινωνικών διακρίσεων κάθε είδους.

Ο αντιρατσισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία

Λογικά οι θιασώτες της ιδέας πως ο ρατσισμός συνιστά δεκανίκι του καπιταλισμού, θα δυσκολεύονται να εξηγήσουν τη ζέση με την οποία πολλοί κολοσσοί της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας (από την Nike και την Adidas ως την Coca-Cola) αλλά και μέλη του τζετ σετ (από τη Τζένιφερ Λόπεζ ως τον Τζόρνταν) έσπευσαν να πάρουν θέση υπέρ των διαδηλώσεων και κατά του ρατσισμού ή την ταχύτητα με την οποία το ρύζι Uncle Ben’s και οι Redskins («Ερυθρόδερμοι»), η ομάδα αμερικανικού ποδοσφαίρου της Ουάσινγκτον, άλλαξαν όνομα και λογότυπο. Μέχρι και εταιρίες του «παραδοσιακού» αμερικανικού καπιταλισμού, σαν τα Μακντόναλντς, έβγαλαν ανακοινώσεις με το σύνθημα Black Lives Matter και προέβησαν σε δωρεές προς αντιρατσιστικές οργανώσεις, ενώ ακόμα και έντυπα σαν την αμερικανική Vogue, που εκφράζει τον παραδοσιακού τύπου, αστικό ή ακόμα κι αριστοκρατικό, πλούτο (στον οποίον όντως εντοπίζονται στοιχεία αποικιοκρατικής λογικής) προέβη σε ανάλογες δηλώσεις. Εξάλλου, από την εμφάνισή του, το κίνημα Black Lives Matter έχει καταφέρει να μαζέψει «δωρεές» από πολλούς μεγάλους παράγοντες της σύγχρονης οικονομίας (όπως το Ίδρυμα Ford, η Nike, η Facebook ή η Spotify).

Φυσικά μεγάλο μέρος αυτών των κινήσεων αποτελούν εμπορικό μάρκετινγκ. Ωστόσο δεν πρόκειται απλώς για οπορτουνιστική αντίδραση στις πρόσφατες εξελίξεις: είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η στάση ουδετερότητας που κράτησε αρχικά ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, τόσο κατά τη διένεξη του Τραμπ με το Twitter όσο και κατά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία Φλόιντ, οδήγησε σε οξείες, εσωτερικές αντιδράσεις από την πλευρά άλλων μελών του ΔΣ αλλά και πολλών εργαζόμενων της Facebook. Αντίστοιχης λογικής είναι και το μποϊκοτάζ που επιβάλλεται στο Facebook από το κίνημα #StopHateForProfit το οποίο συγκροτήθηκε από άλλες εταιρίες των σόσιαλ μίντια. Εδώ δεν τίθεται θέμα μάρκετινγκ και εξωτερικής εικόνας της εταιρίας∙ έχουμε, αντίθετα, να κάνουμε με ειλικρινείς αντιδράσεις από την πλευρά στελεχών και εταιριών με «προοδευτικές» κι αντιρατσιστικές αντιλήψεις. Γι’ αυτό και το φαινόμενο αποτελεί σταθερή τάση τα τελευταία χρόνια στους κύκλους του θεάματος και της διαφήμισης: αρκεί ν’ αναλογιστούμε τον μεγάλο αριθμό αντιρατσιστικών ταινιών, σειρών και ντοκυμαντέρ που έχουν παράξει το Χόλυγουντ και το Netflix την τελευταία δεκαετία[11]. Πρόκειται για διαφορετικές μόνον εκφράσεις της μετατροπής του αντιρατσισμού σε κυρίαρχη ιδεολογία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών.

Όταν λέμε ότι ο αντιρατσισμός συνιστά πλέον κυρίαρχη ιδεολογία, δεν εννοούμε, προφανώς, πως δεν υφίσταται πλέον ρατσισμός. Αντιθέτως, εννοούμε πως ο ρατσισμός -δηλαδή η συνήθης αντίδραση κάθε κοινωνίας απέναντι στο ξένο και στο αλλότριο που μόνο εντός της Δύσης υποχώρησε και ξεπεράστηκε!- δεν αποτελεί πλέον τη βασική πολιτική και κοινωνική λογική, την ιδεολογία που καθορίζει τη φυσιογνωμία των βασικών θεσμών της κοινωνίας αλλά και τις κυρίαρχες νοοτροπίες. Επιβιώνει ακόμη, προφανώς, αλλά ως κατάλοιπο που μόνο υπό συγκεκριμένες και ιδιάζουσες συνθήκες μπορεί να επηρεάζει καταστάσεις, και εκφράζει πλέον κοινωνικές μειοψηφίες (πολιτικοί χώροι της Ακροδεξιάς, ακροδεξιοί θύλακες εντός του Στρατού και της Αστυνομίας, ορισμένοι γηραλέοι ιεράρχες τύπου Αμβρόσιου που σύντομα θ’ αποδημήσουν εις Κύριον κ.ο.κ.).

Αντιθέτως, είναι η διαρκής καταγγελία του που καθορίζει μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς αλλά και της κοσμοαντίληψης όχι μόνο των ανερχόμενων ελίτ μα και της κυρίαρχης, πλέον, μερίδας της ολιγαρχίας εντός της Δύσης: πρόκειται για τους εκφραστές του Προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή για τους ολιγάρχες της Γουόλ Στριτ και της Σίλικον Βάλεϊ, τους σταρ του θεάματος και τους μεγαλοπανεπιστημιακούς όπως επίσης και τα καλοπληρωμένα εξειδικευμένα επαγγέλματα (μεγαλοδικηγόροι κ.λπ.). Αυτή είναι η ολιγαρχία που κρατά τα ηνία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας του τριτογενή τομέα και της «γνώσης», και γι’ αυτό οι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη προέρχονται πλέον από τις τάξεις της (Γκέιτζ, Μπέζος κ.ο.κ.). Άλλωστε ακόμα και σ’ επίπεδο ψήφου δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ εξέλεξαν δύο συνεχόμενες φορές έναν Μαύρο πρόεδρο κι αμέσως μετά μια γυναίκα, ενώ με την εξαίρεση των δύο τετραετιών Μπους (η πρώτη εκ των οποίων υπήρξε πιθανότατα προϊόν εκλογικής νοθείας), εκλέγουν σταθερά Δημοκρατικούς υποψηφίους -πράγμα, προφανώς, που αντανακλά και τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές τάσεις[12].

Είναι ο καπιταλισμός «ρατσιστικός»;

Τα τελευταία χρόνια, τόσο η σύγχρονη ποπ κουλτούρα όσο και οι συζητήσεις γι’ αυτήν περιλαμβάνουν όλο και περισσότερο τη θεματική του φύλου. Ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η μουσική, η λογοτεχνία, το κόμικ, όλα αυτά και ένα σωρό άλλα μέσα μιλούν όλο και περισσότερο για τις έμφυλες σχέσεις, τις πολιτικές ταυτότητας, την υποεκπροσώπηση όσων δεν ανήκουν στην κυρίαρχη κατηγορία του λευκού ετεροφυλόφιλου άνδρα

α) Για μια ανθρωπολογία της νεωτερικότητας

Είναι προφανές, όμως, –όπως επίσης το δείχνει ο Ριντ με αφορμή την κατάργηση της ρατσιστικής νομοθεσίας στον αμερικανικό Νότο[13]– ότι η ίδια η λογική του καπιταλισμού τείνει προς την κατεύθυνση της υπέρβασης τέτοιων προκαπιταλιστικού –ή ακόμα και προνεωτερικού- τύπου ιδεολογιών και θεσμικών «ιδιαιτεροτήτων» (όπως ήταν η δουλοκτησία στον αμερικανικό Νότο, η περίφημη peculiar institution). Κι αυτό γιατί οι τελευταίες θέτουν αυθαίρετα όρια στην ανάπτυξη και περαιτέρω κυριαρχία της αγοράς –δηλαδή στον πρωταρχικό και κύριο στόχο του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος. Όπως το έθετε ο Ζαν-Κλώντ Μισεά, με αφορμή την πτώση του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, «αν τα φιλελεύθερα ΜΜΕ σ’ ολόκληρο τον κόσμο στήριξαν τον αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ (μέσω γιγαντιαίων ροκ συναυλιών), είναι πρώτα και κύρια επειδή τα μέλη της παγκόσμιας επιχειρηματικής ελίτ είχαν πλήρως αντιληφθεί ότι ένα κοινωνικό καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού αποτελούσε μείζον εμπόδιο στην προώθηση του καπιταλισμού της κατανάλωσης»[14]. Αντίστοιχη είναι κι η ανάλυση του Ριντ σχετικά με τους λόγους που ώθησαν ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ολιγαρχίας να συνταχθεί με το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και να στηρίξει τον αγώνα για την κατάργηση του καθεστώτος φυλετικού διαχωρισμού στον αμερικανικό Νότο. Όπως διαβάζουμε π.χ., «αυτό που έκανε τα καλλυντικά της Rihanna να διαφέρουν από τα υπόλοιπα της αγοράς είναι η ιδέα της ομάδας της να λανσάρει 40 νέες αποχρώσεις μέικαπ, κυρίως για σκουρόχρωμες επιδερμίδες, που μέχρι τότε δεν υπήρχαν. Σύμφωνα με τα όσα σχολίασαν τότε οι άνθρωποι της αγοράς “τα Fenty όχι μόνο πέτυχαν σημαντικές πωλήσεις, άλλαξαν και ολόκληρο το πεδίο της βιομηχανίας των καλλυντικών”».

Το ότι η αφομοίωση τούτων των, μέχρι πρότινος αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων, παίρνει πολύ συχνά τη μορφή μιας «αρπακτικού τύπου κοινωνικής ένταξης [predatory inclusion[15] όχι απλώς δεν αναιρεί το επιχείρημα –όπως πιστεύουν οι οπαδοί του αντιρατσισμού, που εντοπίζουν ακριβώς εδώ την ουσία αυτού που αποκαλούν «ρατσισμό»-, μα το ενδυναμώνει κιόλας: διότι είναι προφανές ότι μέσα σε μια ταξική και ιεραρχική κοινωνία οι ισχυροί τείνουν πάντα να εκμεταλλεύονται τους πιο αδύναμους –εν προκειμένω κοινωνικές ομάδες που μέχρι πρότινος δεν είχαν δικαιώματα, μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, ήταν θύματα θεσμικού τύπου αποκλεισμών κ.ο.κ. Αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος λειτουργίας κι επέκτασης της «ελεύθερης αγοράς»: όχι προσκόλληση σε ρατσιστικούς και άλλου τύπου αποκλεισμούς αλλά διαρκής εκμεταλλευτική κι αρπακτική ένταξη νέων τομέων της οικονομίας και νέων κοινωνικών ομάδων –ως εργαζόμενων και ως καταναλωτών- με σκοπό την αποκόμιση του μέγιστου δυνατού κέρδους.

β) Καπιταλισμός και συντηρητισμός

Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός είναι τέκνο της νεωτερικότητας, διαπνέεται και αυτός από το βασικό της χαρακτηριστικό, το οποίο ο Τοκβίλ αποκαλούσε «δημοκρατική επανάσταση»: μια διαρκή τάση υπονόμευσης των κοινωνικών ιεραρχιών που δε βασίζονται στο χρήμα (δηλαδή των κληρονομικών, θρησκευτικών, φυλετικών, σεξουαλικών κ.λπ. ιεραρχιών) κι ένα ταυτόχρονο σπάσιμο όλων των ταμπού. Τούτη η υπέρβαση κάθε ορίου απελευθερώνει το άτομο από τις παραδοσιακές, «ολιστικού» τύπου εντάξεις (διευρυμένη οικογένεια, φάρα, φυλή, κάστα, φεουδαρχική χωροδεσποτεία, θρησκευτικό τάγμα, συντεχνία, αδελφότητα κ.ο.κ.) και το καθιστά πυλώνα της κοινωνίας. Ιδεωδώς, βάσει αυτής της λογικής, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα όπου η κοινωνική κινητικότητα των ατόμων παραγωγών-καταναλωτών δε θα πρέπει να καθορίζεται από κανέναν άλλον παράγοντα (φυλή, καταγωγή, φύλο, θρησκεία κ.ο.κ.) πλην της οικονομικής τους δύναμης –όπως ωραία το έθετε ο Λιούις Μάμφορντ για τις ΗΠΑ, «η ιδεολογία του Νέου Κόσμου τσάκισε τις παγιωμένες ιεραρχίες της κουλτούρας του παλαιού κόσμου. Με την αίσθηση του μέλλοντος που είχε, ενός μέλλοντος που υποτάσσει στα σχέδια και τον έλεγχο των ανθρώπων, η ιδεολογία του Νέου Κόσμου απέσπασε τον άνθρωπο από την υπέρμετρη υποδούλωση στο άμεσο ιστορικό του περιβάλλον»[16]. Προφανώς η απόλυτη κοινωνική κινητικότητα συνιστά μύθο αντίστοιχο της περίφημης «ελεύθερης» αγοράς∙ ωστόσο τούτη η παρατήρηση διόλου δεν αναιρεί το γεγονός πως, έστω και σε κουτσουρεμένο βαθμό, αυτό που έκανε ο καπιταλισμός ήταν ν’ αντικαταστήσει τις παραδοσιακού τύπου ιεραρχίες από ιεραρχίες καθαρά ταξικές, δηλαδή από ιεραρχίες βασισμένες στην οικονομική ισχύ. Κι αν στον παραδοσιακό καπιταλισμό (δηλαδή, χοντρικά, ως τη δεκαετία του ’60 και του ’70) επιβίωναν ακόμη ορισμένες προκαπιταλιστικές λογικές, η σημερινή κοινωνία της κατανάλωσης, που ουσιαστικά εκθρόνισε τούτον τον αστικό καπιταλισμό, προωθεί ακόμα περισσότερο την εν λόγω διαβρωτική λογική.

Παραδοσιακά η Ακροδεξιά αποτέλεσε προσπάθεια αντίδρασης στη νεωτερικότητα και τα βασικά συστατικά της: εκδημοκρατισμός της κοινωνικής ζωής, εκκοσμίκευση, κατάρρευση των παραδοσιακών ιεραρχιών, απελευθέρωση του ατόμου, σπάσιμο των ταμπού. Όπως το έθεσε ο Π. Κονδύλης μιλώντας για τον συντηρητισμό, είχαμε να κάνουμε με μια προσπάθεια διάσωσης θεσμών και ιδεολογιών του προ-νεωτερικού κοινωνικού καθεστώτος. Γι’ αυτό κι όπως σημειώναμε παλιότερα, κατά την κριτική μας στην καθιερωμένη αριστερή -και στην πραγματικότητα σταλινική-δημητρωφική- αντίληψη, τα φασιστικά κινήματα του 20ού αιώνα υπήρξαν προσπάθειες αντίδρασης στη νεωτερικότητα κι όχι δεκανίκια του καπιταλισμού στην πάλη του ενάντια στο εργατικό κίνημα. Το γεγονός πως υιοθέτησαν πλήθος στοιχείων της νεωτερικότητας και του καπιταλισμού (βιομηχανική τεχνική, επιστημονισμός, δαρβινιστικές θεωρίες, αθεΐα κ.λπ.) δεν τα καθιστά τέκνα του καπιταλισμού, αλλά προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί αυτός με σκοπό τη δημιουργία παραδοσιακού τύπου, «καστικών» ιεραρχιών και ολιστικών κοινωνικών συστημάτων. Ο «επιστημονικός» ρατσισμός του 19ου και του 20ού αιώνα υπήρξε αντίστοιχο φαινόμενο και συνέπλευσε με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό μόνον εκτός Δύσης, ως ιδεολογικό εργαλείο για τη δικαιολόγηση της αποικιοκρατίας[17].

Είναι, δε, χαρακτηριστικό πως αρκετές από τις πιο αντιδραστικές ιδεολογίες των σημερινών μειονοτήτων, που συχνά μπαίνουν στο στόχαστρο της δυτικής ξενοφοβικής ή/και ρατσιστικής Ακροδεξιάς, συνιστούν αντίστοιχα φαινόμενα αντίδρασης στις διαβρωτικές -δηλαδή απελευθερωτικές- συνέπειες της νεωτερικότητας εντός των κοινοτήτων αυτών (όπως π.χ. ο «ορθόδοξος» Ιουδαϊσμός, που αναπτύσσεται ήδη από τον 17ο αιώνα, στην Κεντρική Ευρώπη, ως αντίδραση στον εβραϊκό Διαφωτισμό, ή ο σαλαφισμός, δηλαδή ο μουσουλμανικός νεοσυντηρητισμός που αναπτύσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως αντίδραση στον αραβικό εθνικισμό και την αντι-αποικιοκρατική ιδεολογία του). Η σύγχρονη Ακροδεξιά (και μεγάλα κομμάτια της «λαϊκής», μη-φιλελεύθερης ή νεοφιλελεύθερης Δεξιάς) αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχη αντίδραση απέναντι στην κυριαρχία των αντι-αυταρχικών ιδεών της δεκαετίας του ’60 και στη μετατροπή του αντιρατσισμού σε κυρίαρχη ιδεολογία εντός της σημερινής κοινωνίας της κατανάλωσης. Μακράν, δηλαδή, του ν’ αποτελεί «μακρύ χέρι του συστήματος» η σύγχρονη Ακροδεξιά συνιστά προσπάθεια ορισμένων κομματιών της πιο παραδοσιακής ολιγαρχίας να χρησιμοποιήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις πιο κραυγαλέες εκδοχές νεοφιλελευθερισμού και παγκοσμιοποίησης προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Ο Τραμπ, που όπως είδαμε στηρίζεται ουσιαστικά σε μια κοινωνική μειοψηφία, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα εν προκειμένω.

γ) Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα

Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτή την άποψη, ότι οι οπαδοί του αντιρατσισμού θεωρούν την πάλη ενάντια στην Ακροδεξιά (δηλαδή ενάντια στον «ρατσισμό» και τον «φασισμό») ως βασική πολιτική προτεραιότητα: αν αποδεχθούν ότι πλέον ο ρατσισμός δεν είναι σε καμία περίπτωση κεντρικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, θα έρθουν αντιμέτωποι με δύσκολες αλήθειες. Και καλά, στην περίπτωση των εκπροσώπων του Προοδευτικού φιλελευθερισμού -δηλαδή της «δεξιάς» και «καθεστωτικής» εκδοχής αντιρατσισμού- πρόκειται απλώς για υπεράσπιση των συμφερόντων τούτης της «ανοιχτόμυαλης» και «προοδευτικής» ολιγαρχίας∙ αντιθέτως, στην περίπτωση της σύγχρονης Αριστεράς και Αναρχίας -τουτέστιν στην περίπτωση της «αντικαθεστωτικής» εκδοχής αντιρατσισμού- έχουμε να κάνουμε με την αυτοτύφλωση στην οποία οδηγεί η εμμονή με ξεπερασμένα ιδεολογικά σχήματα. Έχουμε όμως να κάνουμε και με τη ραθυμία απέναντι στην ανάγκη σοβαρής θεωρητικής ανάλυσης των σύγχρονων κοινωνιών αλλά και της ιστορίας τους από τη δεκαετία του ’60 κι εδώθε. Το αποτέλεσμα είναι να θεωρούμε αριστερή ή ακόμα κι ελευθεριακή πολιτική την υποστήριξη ιδεολογιών που ζητούν τη δημιουργία ενός πιο καπιταλιστικού καπιταλισμού και μιας πραγματικά ελεύθερης αγοράς!

Διότι, αν δεχτούμε ότι κεντρικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι ο ρατσισμός, μα η καταναλωτική εξαχρείωση του ανθρώπινου όντος, τότε θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε μήπως κι εμείς, παρά τη ρητορική και την επαναστατική μας πόζα, το μόνο που κάνουμε -με τα πάρτι μας, τα στέκια μας, τ’ αυτοκόλλητα και τα συνθήματά μας, τον φοιτητικό τρόπο ζωής, τις καταχρήσεις κι όλα τα σχετικά- είναι ν’ αναπαράγουμε μια «εναλλακτική» εκδοχή κοινωνίας της κατανάλωσης… Δυστυχώς η τάση αυτή είναι τόσο διαδεδομένη που είναι πλέον αδιανόητο να δηλώνει κανείς ελευθεριακός και δημοκράτης δίχως να είναι «αντιρατσιστής»-δίχως δηλαδή να θεωρεί τον ρατσισμό ως το βασικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών και την Ακροδεξιά ως την πραγματική ουσία του καπιταλισμού. Κι έτσι το λεγόμενο χειραφετητικό κίνημα έχει καταντήσει «ουρά» όχι απλώς του Ομπάμα και του Μπάιντεν μα -ακόμα χειρότερα!- του Sin Boy, της «σύγχρονης ποπ κουλτούρας» και άλλων ακόμα δειγμάτων πολιτιστικής έκπτωσης[18]. Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τούτο το αδιέξοδο -που συνιστά, ταυτόχρονα, ντροπή για την ιστορία του απελευθερωτικού κινήματος- θα πρέπει ν’ αλλάξουμε μοντέλο σκέψης: θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το αντι-αυταρχικό παράδειγμα και ν’ αντιληφθούμε ότι πλέον έχουμε ν’ αντιπαλέψουμε ένα εξαχρειωτικό κι αποβλακωτικό σύστημα, την κοινωνία της κατανάλωσης/διασκέδασης, η οποία εκμαυλίζει τους πάντες ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, φύλου και θρησκείας, δεδομένου πως αυτό είναι το ιδεώδες της: η μετατροπή του συνόλου της ανθρωπότητας σε πλήθος αποβλακωμένων καταναλωτών σε διαρκή αναζήτηση νέων «εμπειριών», πρόθυμων και ικανών ν’ απεμπολήσουν κάθε πολιτικό και εργασιακό τους δικαίωμα στο όνομα της αναζήτησης αυτής.


[1] Για την ολιγαρχία που ζει στις πόλεις αυτές, βλ. και την ανάλυση του Τόμας Φρανκ, «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τεύχος 10, Ιούνιος 2017.

[2] Πρόκειται εδώ για το ρεύμα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε χαριτολογώντας ως οικονομιδισμό, αποτίνοντας τον δέοντα φόρο τιμής στον Κύπριο μαιτρ του είδους: μια αισθητοποιημένη και τουριστικοποιημένη, εντελώς κλισεδιάρικη, εκδοχή λούμπεν και περιθωρίου, σχεδιασμένη για να διασκεδάζει τους μπλαζέ Λευκούς χίπστερ με αντι-μικροαστική αλλεργία. Υπό αυτή την οπτική ιδωμένες, οι ταινίες του Οικονομίδη αποτελούν έκφραση του ίδιου φαινομένου με την τεράστια επιτυχία των τηλεοπτικών σειρών με θέμα τις διάφορες μαφίες του πλανήτη, των αστυνομικών και νουάρ μυθιστορημάτων αλλά και «εθνογραφικών» ιστοσελίδων τύπου Vice, της γοητείας που ασκεί το ραπ σε αφελείς αριστερούς διανοούμενους και κοινωνιολόγους (είναι οι ίδιοι που διαβάζουν μανιωδώς νουάρ), η προσπάθεια ορισμένων αναρχικών να μιμηθούν τη γλώσσα της «πιάτσας» (βλ. χαρακτηριστικά το περιοδικό Sarajevo) κ.ο.κ.

[3] Ανάμεσα στους 4 αστυνομικούς που εμπλέκονται στη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, πλην του βασικού κατηγορούμενου και Λευκού Ντέρεκ Σόβιν και του επίσης Λευκού Thomas Lane συγκαταλέγονται ο ασιατικής καταγωγής Tou Thao και ο Αφροαμερικανός J. Alexander Kueng.

[4] Φυσικά εδώ θα πρέπει ν’ αναφέρουμε μια βασική ιδιαιτερότητα της αμερικανικής κοινωνίας σε σχέση με την υπόλοιπη Δύση: το γεγονός, με άλλα λόγια, πως στις ΗΠΑ επιτρέπεται η οπλοκατοχή. Μοιραίο είναι, λοιπόν, η αστυνόμευση εντός των ΗΠΑ να τείνει πολύ πιο εύκολα προς τη στρατιωτικοποίηση, εφόσον απέναντί της έχει έναν ένοπλο πληθυσμό.

[5] Αντίστοιχο μοντέλο έχει παρατηρηθεί και στην περίπτωση των γαλλικών προαστίων, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις ταραχές του 2005.

[6] Και υπό αυτήν την έννοια η σχετική Επιτροπή της Γερουσίας αποφάσισε ορθώς, παρά τις αντιδράσεις του Τραμπ, ότι θα πρέπει ν’ αλλάξει η ονομασία στρατιωτικών βάσεων της χώρας που φέρουν το όνομα στρατηγών και ηγετών του στρατού της Συνομοσπονδίας.

[7] Παρατίθεται από την J.-C. Oates, On Boxing (1987), Ν. Υόρκη, Harper Perennial, 2006, σ. 62.

[8] Επειδή πλέον πρέπει κανείς να υπενθυμίζει τα αυτονόητα, καλόν είναι εδώ να θυμηθούμε ότι η άγρια υπερεκμετάλλευση των Μαύρων στις ΗΠΑ έχει βάσεις οικονομικές κι όχι φυλετικές: ήταν η μαζική ανάγκη της αγροτικής οικονομίας του Νότου για φτηνά εργατικά χέρια που οδήγησε στη λύση της δουλοκτησίας κι όχι οι ρατσιστικές αντιλήψεις των μεγαλογαιοκτημόνων της Βιρτζίνια και της Λουιζιάνα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι αυτές οι τελευταίες αναπτύχθηκαν ακριβώς εντός ενός συστήματος όπου οι Αφροαμερικανοί θεωρούνταν όντα κατώτερα, ικανά μόνο για τη ζωή του σκλάβου. Είναι δε προφανές ότι το δουλοκτητικό σύστημα του αμερικανικού Νότου -και ο ομοούσιός του ρατσισμός- συνιστούν ιστορική «ανωμαλία» που έχει να κάνει εν πολλοίς με τον καθυστερημένο και προκαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μα και κοινωνικής οργάνωσης της γεωγραφικής αυτής ζώνης των ΗΠΑ (αγροτική οικονομία βασισμένη στις φυτείες κι όχι στους μικρούς ανεξάρτητους αγρότες, πατριαρχικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα οργανωμένο γύρω από τις ισχυρές οικογένειες της ντόπιας «αριστοκρατίας» και δη των ανδρών ιδιοκτητών φυτειών κ.ο.κ.). Ο αμερικανικός Εμφύλιος αποτελεί χαρακτηριστική προσπάθεια του βιομηχανικού, καπιταλιστικού Βορρά να διορθώσει τούτη την ιστορική παραφωνία. Αν τελικά, για λόγους που δε μπορούμε εδώ ν’ αναλύσουμε, η νίκη του Βορρά και η στρατιωτική κατοχή του ηττημένου Νότου δεν οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων (κατά τη λεγόμενη Περίοδο της Ανοικοδόμησης), η Αμερικανική Επανάσταση «ολοκληρώθηκε» (όπως το έθετε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ) το 1964, με την κατάργηση του συστήματος φυλετικού διαχωρισμού. Κι όπως δείχνει ο Άντολφ Ριντ, οι βιομηχανικοί κύκλοι του Βορρά έπαιξαν ενεργό ρόλο στη διαδικασία αυτή. Βλ. σχετικά το κείμενό του, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας» (Πρόταγμα, τ. 11, Νοέμβριος 2018).

[9] Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες αναλύσεις, η κυριαρχία των «πολιτικών ταυτότητας» (δηλαδή του αντιρατσισμού και του αντισεξισμού) συμπίπτει με μια αύξηση των ανισοτήτων εντός των διάφορων μειονοτήτων. Παρ’ ότι φυσικά οι γυναίκες (σε αντίθεση με τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας) δεν αποτελούν μειονότητα, η κριτική μας ισχύει και για τον αντισεξισμό, μιας και το σχήμα ανταποκρίνεται σε κάθε καταπιεσμένη ή περιθωριοποιημένη ομάδα.

[10] Όταν έθιξε το ζήτημα των ρατσιστικών συμπεριφορών εντός της γαλλικής Αστυνομίας (κατά το τηλεοπτικό του διάγγελμα στις 14 Ιουνίου), ο Μακρόν μίλησε ακριβώς για την ανάγκη λήψης «νέων, γενναίων αποφάσεων που θα διασφαλίζουν την ισότητα ευκαιριών», υποσχόμενος πως η κυβέρνησή του θα είναι «άτεγκτη απέναντι στον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τις διακρίσεις» και θα λάβει μέτρα για την εξάλειψη των φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων στην αγορά εργασίας και στην επιλογή ενοικιαστών από πλευράς ιδιοκτητών διαμερισμάτων.

[11] Gran Torino (2008), Django: Ο Τιμωρός (2012), 12 χρόνια σκλάβος (2013), Σέλμα (2014), Αφανείς ηρωίδες (2016), Τρέξε! (2017),Dear White People (σειρά 2017-σήμερα), Η παρείσφρηση (2018), Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει (2018), Εφτά δευτερόλεπτα (σειρά 2018), Όταν μας βλέπουν (σειρά 2019), Αμερικάνος γιός (2019), Αγώνας για Δικαιοσύνη (2019), Αυτοδημιούργητη: Μαντάμ Σι Τζέι Γουόκερ (2020). Στη λίστα αυτή μπορούμε να συμπεριλάβουμε και ιστορικές ταινίες για τον Αμερικανικό Εμφύλιο όπως το Λίνκολν (2012) και το Free State of Jones (2016).

[12]Είναι γνωστό πως στις εκλογές του 2016 η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε τη λεγόμενη λαϊκή ψήφο (popular vote) και ο Τραμπ εξελέγη χάρις στην ψήφο των εκλεκτόρων. Τούτος ο αναχρονισμός του αμερικανικού εκλογικού συστήματος ευνοεί περιοχές με αγροτικές κοινότητες και μικρές πόλεις εις βάρος των μεγάλων πόλεων και εξηγείται ιστορικά αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες διαμόρφωσης του αμερικανικού Συντάγματος. Είναι αυτός που επιτρέπει σε μια παραδοσιακών ηθών και αντιλήψεων, Λευκή μειοψηφία να ασκεί στην πολιτική ζωή της χώρας επιρροή δυσανάλογη του δημογραφικού της βάρους. Η «σκληρή» στάση του Τραμπ κατά τα γεγονότα που προέκυψαν μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ όπως επίσης και το κανάκεμα των συνωμοσιολογικών και αντι-εμβολιακών κύκλων κατά την πανδημία του κορονοϊού στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην ενδυνάμωση της επιρροής του σε αυτή τη μικρή -πλην όμως καθοριστική, εκλογικώς- μειοψηφία. Το γεγονός πως δεν απευθύνθηκε στο σύνολο του έθνους μέσω διαγγέλματος, όπως θα περίμενε κανείς κατά την περίοδο μιας τόσο συγκρουσιακής κατάστασης, φανερώνει πως η στρατηγική του δε βασίζεται στην προσπάθεια προσεταιρισμού της κοινωνικής πλειοψηφίας μα στο κανάκακεμα μιας σκληροπυρηνικής μειοψηφίας, η οποία δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της κοινής γνώμης και του εκλογικού σώματος. Η «σοκαριστική» στάση του Τραμπ στο πρώτο προεκλογικό ντιμπέιτ με τον Μπάιντεν, κατά το οποίο αναφέρθηκε σχεδόν εγκωμιαστικά στην ακροδεξιά οργάνωση Proud Boys, συνιστά άλλο ένα δείγμα της στρατηγικής αυτής.

Θα πρέπει να έχουμε επίσης υπόψη μας ότι μόνο τυχαία δεν είναι η εμμονή του Τραμπ με τον δήθεν κίνδυνο εκλογικής νοθείας από πλευράς Δημοκρατικών: σε τέτοια νοθεία απέδωσε την ήττα του -σε επίπεδο λαϊκής ψήφου- το 2016 ενώ και από καιρό προσπαθεί να προδικάσει το αποτέλεσμα του 2020 μιλώντας για προετοιμασία μαζικής νοθείας μέσω του συστήματος της λεγόμενης επιστολικής ψήφου (που έχουν προτείνει οι Δημοκρατικοί για υγειονομικούς λόγους). Όπως σωστά έχει τονιστεί, η ρητορική περί εκλογικής νοθείας αποτελεί σταθερή στρατηγική των Ρεπουμπλικανών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω της προσπάθειας ν’ αλλάξουν οι πολιτειακοί εκλογικοί νόμοι και να περιοριστεί, εμμέσως, το δικαίωμα κοινωνικών ομάδων των οποίων τα μέλη είναι δυνάμει ψηφοφόρει των Δημοκρατικών (Αφροαμερικανοί, εθνοτικές μειονότητες κ.ο.κ.) στην ψήφο. Είναι δε ενδεικτικό ότι στη μόνη περίπτωση πραγματικής νοθείας, δηλαδή στη Φλόριντα κατά τις εκλογές του 2000, το «μαγείρεμα» του αποτελέσματος το οργάνωσαν έμμισθοι Ρεπουμπλικανοί λομπίστες (μεταξύ των οποίων κι ο περίφημος Roger Stone, φίλος του Τραμπ που καταδικάστηκε το 2019 για ψευδορκία και τελικά έλαβε χάρη από τον φίλο του λίγους μήνες αργότερα) ως προσπάθεια να μπλοκάρουν δήθεν εξελισσόμενη καλπονοθεία υπέρ του Αλ Γκορ.

[13] Βλ. Α. Ριντ, «Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας», ό. π.

[14] Ζ.-Κ. Μισεά, «Είμαστε όλοι μας ζητιάνοι του καλού παιχνιδιού», Το ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα, μτφρ. Ν. Μάλλιαρης, Αθήνα, Μάγμα, 2020, σ. 43.

[15] Κατά την έκφραση της Keeanga-Yamahtta Taylor, στο βιβλίο της Race for Profit: How Banks and the Real Estate Industry Undermined Black Home Ownership (Ο αγώνας για το κέρδος ή πώς οι τράπεζες και ο κτηματομεσιτικός κλάδος υπονόμευσαν την ιδιοκατοίκηση των Αφροαμερικανών, 2019) όπου η Αφροαμερικανή ιστορικός αναλύει τον τρόπο με τον οποίο τα μεσιτικά λόμπι εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους τις προσπάθειες του ομοσπονδιακού κράτους των ΗΠΑ, μετά το 1964, να διευκολύνει την πρόσβαση των Μαύρων στην αγορά κατοικίας.

[16] Λ. Μάμφορντ, Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου, μτφρ. Β. Τομανάς, Θεσ/νίκη, Νησίδες, 1998, σ. 102.

[17] Είναι χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, πως ο ρατσισμός του αμερικανικού Νότου δε βασιζόταν σε νεωτερικές, δαρβινιστικού κι «επιστημονικού» τύπου θεωρίες, αλλά σε πιο απλοϊκές και χονδροειδείς αντιλήψεις.

[18] Ειδικά το ραπ -στις πιο χυδαίες και παρακμιακές του εκδοχές- συνιστά εμμονή των αριστερών και αρκετών αναρχικών, καθώς το θεωρούν -γελοιωδέστατα- ως δείγμα «αντίστασης από τα κάτω». Έτσι, πλην του Χατζηστεφάνου θα πρέπει ν’ αναφέρουμε τον Γάλλο Ολιβιέ Μπεζανσενό, ηγέτη και πρώην υποψήφιο Πρόεδρο με το αριστερίστικο κόμμα LCR, ο οποίος εμφανίστηκε δις σε ραπ βιντεοκλίπ, τον Μπέρνι Σάντερς που συνομίλησε με την Cardi B. και φυσικά τους Έλληνες Autonome Antifa που διαρκώς εξυμνούν τους οπαδούς ποδοσφαιρικών ομάδων και τους «χιπχοπάδες» και διοργανώνουν «χιπ-χοπ πάρτι».

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Γιατί υπάρχουν τόσο έντονες αντιδράσεις για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων;

Συνέντευξη με μέλη της «Πρωτοβουλίας Αθήνας για την Προστασία των Αγράφων»:

Γιατί υπάρχει αντίδραση πολιτών όσον αφορά την εγκατάσταση αιολικών πάρκων;  Οι άνθρωποι που αντιδρούμε στον τρόπο που γίνεται η υλοποίηση των αιολικών πάρκων στην Ελλάδα δεν είμαστε γραφικοί που λέμε όχι σε όλα. Θέλουμε στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και το σωστό είναι να φύγουμε από τα ορυκτά καύσιμα αλλά όλο αυτό πρέπει να γίνει με τον σωστό τρόπο.

Ο τρόπος που έχουν χωροθετηθεί οι ανεμογεννήτριες, η κλίμακα στην οποία πραγματοποιείται όλο αυτό αλλά και το συνολικό μοντέλο ενέργειας που έχει επιλέξει η χώρα να ακολουθήσει έχουν ως αποτέλεσμα να μην είναι πια ανανεώσιμη, αειφόρος και βιώσιμη η ενέργεια που παράγεται. Αν ήταν πραγματικά ΑΠΕ ο κόσμος δεν θα αντιδρούσε.

Τι συμβαίνει τόσο λάθος; Στην Ελλάδα το ενεργειακό ζήτημα τίθεται σε λάθος βάση. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την ενέργεια δεν είναι η κάλυψη των αναγκών των πολιτών αλλά η ιδιωτικοποίησή της με αφορμή την μετάβαση και η μετατροπή της ενέργειας από αγαθό σε εμπόρευμα.

Στην Ελλάδα έχουμε ρίξει ελάχιστα λεφτά στις υπόλοιπες παράλληλες δράσεις για την μείωση των ρύπων του θερμοκηπίου και σχεδόν όλα τα χρήματα πάνε στη χωροθέτηση των ΑΠΕ μόνο και μόνο γιατί εκεί υπάρχει περιθώριο κερδοφορίας από τους επενδυτές και όχι γιατί είναι το βέλτιστο για την πολιτεία και τη φύση.

Ποιο παράδειγμα λάθος χωροθέτησης είναι το πιο χαρακτηριστικό; Ίσως η πιο κραυγαλέα περίπτωση λάθος χωροθέτησης αλλά και αναξιόπιστων διαδικασιών αδειοδότησης, είναι τα Άγραφα. Μόνο για τις πρώτες 21 από τις 526 σχεδιαζόμενες ανεμογεννήτριες στα Άγραφα, θα αλλοιωθούν σε βαθμό μη αναστρέψιμο και σίγουρα με τρόπο μη ανανεώσιμο, σχεδόν χίλια στρέμματα δάσους και μερικές από τις πιο επιβλητικές και παρθένες Αλπικές Κορυφογραμμές της Ελλάδας. Τα Άγραφα είναι προστατευόμενη περιοχή Natura 2000, με ένα από τα βασικά αντικείμενα προστασίας να είναι τα Όρνια και την περιοχή να θεωρείται το καλύτερο ενδιαίτημά τους στην Πίνδο. Το αιολικό έργο, αδειοδοτήθηκε χωρίς να έχει γίνει η προβλεπόμενη από το νόμο Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ). Αυτή έγινε εκ των υστέρων και αποκαλύφθηκε ότι σε ελάχιστη απόσταση από το χώρο εγκατάστασης των γεννητριών, βρίσκεται η βασική θέση θερινής συγκέντρωσης των Όρνιων στην περιοχή, με πουλιά που αγγίζουν το 25% του πληθυσμού της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα αρπακτικά πουλιά και ειδικά τα Όρνια είναι τα πλέον ευάλωτα στην πρόσκρουση σε ανεμογεννήτριες, βάσει δεκάδων επιστημονικών εργασιών. Ο αρμόδιος τμηματάρχης Προστατευόμενων Περιοχών του ΥΠΕΝ για την έγκριση της ΕΟΑ, δεν την ενέκρινε, και αυτή ενεκρίθη κατά παράκαμψή του, ενώ ο ίδιος στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τη θέση του. Πολίτες, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη.

Νεκρό προστατευόμενο όρνιο ύστερα από πρόσκρουση σε ανεμογεννήτρια.

 

Τι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε βάση ευρωπαϊκής νομοθεσίας; Τι κάνουμε κατά παράβαση της νομοθεσίας; Αυτό μας κοστίζει; Πρώτη περιβαλλοντική προτεραιότητα της Κομισιόν (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) είναι να διαφυλάξουμε τη βιοποικιλότητα και τις προστατευόμενες περιοχές.

Η Κομισιόν έχει κινήσει διαδικασία παραβίασης εις βάρος της Ελλάδας για την ανεπαρκή προστασία των προστατευόμενων περιοχών, ενώ υπάρχει καταγγελία πάλι στην Κομισιόν για τη συστηματική και κατάφωρη παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας  της ΕΕ από την Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ήδη 2 καταδίκες στο ευρωπαϊκό δικαστήριο για τις ΖΕΠ (Ζώνες Ειδικής Προστασίας).

Υπάρχει εθνικός και ευρωπαϊκός στόχος για μείωση των ρύπων, αλλά δεν μας ορίζει η Ευρώπη με τι μορφή ενέργειας θα το πετύχουμε, και τι άλλα μέτρα θα  πάρουμε για να μειώσουμε τους ρύπους μας. Δεν έχουμε καμία υποχρέωση να βάλουμε συγκεκριμένο αριθμό και ισχύ αιολικών πάρκων.

Επιπλέον, εγείρεται ζήτημα συγκρουσιακών ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (πχ επιδότηση για εγκατάσταση αιολικών σταθμών μέσα σε περιοχές που υπάρχουν ήδη επιδοτούμενα προγράμματα για την προστασία σπάνιων ειδών).

Πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιος ελέγχει την εγκατάσταση αιολικών πάρκων; Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποια κεντρική αρχή που να ορίζει συγκεκριμένα οικόπεδα που μπορούν να εγκατασταθούν οι αιολικοί σταθμοί. Εδώ ο κάθε επενδυτής βρίσκει τον τόπο που τον συμφέρει για να έχει μεγαλύτερη κερδοφορία, καταθέτει μια μελέτη, την οποία πληρώνει ο ίδιος, και αυτή ελέγχεται ως μοναδική περίπτωση, με άλλα λόγια δεν υπάρχει έλεγχος για τις συγκεντρωτικές επιπτώσεις αιολικών πάρκων σε μια περιοχή. Πολλές από αυτές τις μελέτες είναι copy paste κατά παραδοχή ακόμη και του πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας  Κωνσταντίνου Μενουδάκου με τεράστιες ανακρίβειες και παραλείψεις δεδομένων που εφόσον είχαν ληφθεί υπόψη θα είχαν οδηγήσει σε ακύρωση του έργου. Με το νέο νόμο τίθενται ασφυκτικές προθεσμίες για να διενεργηθούν οι γνωμοδοτήσεις, χωρίς να διασφαλίζεται η επάρκεια των μέσων και του ανθρώπινου δυναμικού των υπηρεσιών για κάτι τέτοιο.

Κατασκευάζουμε αιολικά με σκοπό να μειώσουμε τους ρύπους και να αποτρέψουμε την περαιτέρω κλιματική αλλαγή ώστε να προστατεύσουμε τη φύση. Όμως με το να εγκαθιστούμε αιολικά στις περιοχές που θέλουμε να προστατεύσουμε είναι σαν να ακυρώνουμε τον λόγο ύπαρξης των αιολικών. Η ουσιαστική και μόνη λύση είναι η ριζική μείωση των αναγκών μας σε ενέργεια.

Συνεπώς; Νομίζω λοιπόν ότι το ερώτημα δεν θα έπρεπε να είναι «πού θα βάλουμε τις ανεμογεννήτριες και πόσες θα είναι αυτές ή άλλες ΑΠΕ αλλά πώς θα μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας και τους ρύπους». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σκοπός είναι η σωτηρία της φύσης και όχι η ενεργειακή μετάβαση.

Εγκατάσταση γεννήτριας ακριβώς δίπλα στο μεγαλύτερο απολιθωμένο κορμό της Ελλάδας.

 

Όσον αφορά όμως τα αιολικά πού θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα και όχι να προκαλούν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα; Πρέπει να μας απασχολεί η σωστή χωροθέτηση των πάρκων κατά προτεραιότητα σε περιοχές που είναι ήδη τροποποιημένες και επιβαρυμένες από την ανθρώπινη δραστηριότητα δηλαδή κοντά σε αστικά κέντρα. Πριν λοιπόν συζητήσουμε τη εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε οροσειρές και νησίδες πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια χωροθέτησης στη δομημένη γη, δηλαδή σε αυτή που έχει ήδη υποβαθμίσει ο άνθρωπος.

Συνοπτικά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μαζί με την θέρμανση ευθύνονται για το 1/4 παγκοσμίως των αερίων του θερμοκηπίου. Τα υπόλοιπα ¾ είναι οι βιομηχανικοί ρύποι, οι ρύποι που δεν απορροφούνται πια λόγω της αποψίλωσης των δασών και άλλες ενεργοβόρες συνήθειες όπως η υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος, η παράλογη χρήση αερομεταφορών ακόμη και όταν δεν είναι απαραίτητο, το food waste, η επιλογή προϊόντων διατροφής που έρχονται από μακρινούς τόπους άρα έχουν και μεγάλο ενεργειακό αποτύπωμα και μόνο με την μεταφορά, η λογική της μίας χρήσης. Έχουμε κολλήσει να συζητάμε πώς θα έχουμε καθαρή ενέργεια με την όποια περιβαλλοντική βλάβη και δεν συζητάμε καθόλου πώς θα μειώσουμε την σπατάλη ενέργειας. Η μείωση της σπατάλης θα φέρει μείωση των ρύπων σαφώς μεγαλύτερη από την ίδια την καθαρή ενέργεια. Ένα παράδειγμα είναι ότι στην Ελλάδα έχουμε επίδομα για θέρμανση αντί να έχουμε επίδομα για μόνωση που θα εξοικονομήσουμε. Το πρόγραμμα εξοικονόμησης κατ’ οίκον στοιχίζει εκατοντάδες φορές λιγότερο από ποσά που επενδύονται στις ανεμογεννήτριες. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ανεμογεννήτριες είναι κερδοφόρες για τους επενδυτές ενώ η μείωση σπατάλης είναι κερδοφόρος μόνο για τον πολίτη και τη φύση.

Ουσιαστικά με την ειλικρινή αγωνία των πολιτών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ο παλιός κατασκευαστικός κλάδος της Ελλάδας βρήκε μια υπέροχη ευκαιρία να επεκτείνει τη βιομηχανία στους τελευταίους απάτητους και μέχρι χθες προστατευόμενους τόπους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις ίδιες εταιρείες που διεκδικούσαν την εξόρυξη πετρελαίου ή την ιδιωτικοποίηση του λιγνίτη αλλά τώρα εμφανίζονται ως φιλικές προς το περιβάλλον. Όμως ο λόγος που θέλουν να εμπλακούν είναι ότι υπάρχει ένα πολύ ανοιχτό πεδίο για σίγουρες επενδύσεις χαμηλού ρίσκου και καλής επιστροφής στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεδομένης της ανάγκης της χώρας για να μειώσει γρήγορα τους ρύπους της. Τα ίδια λόμπι που ασχολούνταν με τα καύσιμα ασχολούνται με τις ΑΠΕ. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Ο κόσμος έχει βομβαρδιστεί επί χρόνια με την εικόνα ότι οι ανεμογεννήτριες είναι η απόλυτη λύση για το περιβάλλον. Το σήμερα όμως φέρνει την πραγματική εικόνα που αντικρίζει ο πολίτης: μη αναστρέψιμες ζημιές σε οικοσυστήματα. Αυτό μας κάνει να αντιδρούμε τόσο έντονα. Η διαφορά με τα υπόλοιπα περιβαλλοντικά προβλήματα έγκειται στο ότι είναι γνωστά ενώ αυτό έχει έρθει κάπως ύπουλα. Με τον τρόπο που υλοποιούνται οι ανεμογεννήτριες αντί να δίνουν λύση προκαλούν πρόβλημα.

Στην Ευρώπη οι ανεμογεννήτριες τοποθετούνται σε περιοχές που ήδη έχουν αλλοιωθεί από την ανθρώπινη επέμβαση.