«ΟΧΙ» μπας και πάρουμε μπρος!

Από την εξαγγελία του δημοψηφίσματος ενορχηστρώθηκε, όπως ήταν φυσικό, μια ολομέτωπη επίθεση από τους ευρωπαίους, το ΔΝΤ και το εγχώριο μνημονιακό μπλοκ, ενάντια στην απόφαση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτή η ομοβροντία καταδεικνύει δυο πράγματα: πρώτον, την απέχθεια του τεχνικο-γραφειοκρατικού μηχανισμού και της ολιγαρχίας για τις δημοκρατικές διαδικασίες, όσο «δημοκρατικές» κι αν είναι αυτές. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από την προσπάθεια των δανειστών να φέρουν σε αδιέξοδο και να οδηγήσουν σε παραίτηση την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως αποδείχθηκε και από τις δηλώσεις των μεγάλων κεφαλιών των ευρωπαϊκών θεσμών. Δεύτερον, την πλήρη και απροκάλυπτη πλέον συμπόρευση των φιλελεύθερων με την λαϊκιστική και ρεβανιστική Δεξιά του Σαμαρά, που είδαμε να λαμβάνει και ακτιβιστικές διαστάσεις με το καρναβάλι του «Μένουμε Ευρώπη».

Το πολιτικό διακύβευμα
Συχνά η οργάνωση δημοψηφίσματος έχει χρησιμοποιηθεί από αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα, με εντελώς στημένο και σκηνοθετημένο τρόπο, ως βιτρίνα για τη δήθεν νομιμοποίηση της εξουσίας τους. Απ’ την άλλη, στο πλαίσιο των φιλελεύθερων ολιγαρχιών, το δημοψήφισμα χρησιμοποιείται συχνά ώστε να δοθεί μια επίφαση δημοκρατίας σε ήδη προκαθορισμένα διλήμματα. Ο λαός καλείται να επιλέξει μεταξύ δυο λύσεων για τις οποίες ούτε συζήτησε ο ίδιος, αλλά ούτε και τις διαμόρφωσε. Εν προκειμένω, η κοινωνία δεν είχε κανένα λόγο στις διαπραγματεύσεις, στην γενικότερη κατεύθυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής ή στις λεπτομέρειές της. Αντιθέτως, κρίνοντας τα πράγματα από αμεσοδημοκρατική σκοπιά, το δημοψήφισμα θα πρέπει ν’ αποτελεί το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας διαμόρφωσης από τον ίδιο το λαό, μέσα και συνεχή διαβούλευση, με όσο το δυνατόν πιο ισότιμο τρόπο.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, αν και οφείλουμε να τα έχουμε πάντοτε στο νου μας στο πλαίσιο μιας ευρύτερης θεώρησης της πολιτικής κατάστασης, μπορούν μόνον εν μέρει να μας χρησιμεύσουν στη συγκεκριμένη συγκυρία. Η κυβέρνηση ανοίγει -για τους δικούς της λόγους- έναν πολύ σημαντικό χώρο σε μια γνησίως δημοκρατική δυνατότητα άμεσης έκφρασης της όποιας λαϊκής βούλησης, εξέλιξη που έρχεται σε ανοιχτή αντίθεση με τη σημερινή κυρίαρχη αντίληψη περί πολιτικής (προσπάθεια κατάκτησης και διατήρησης της κρατικής εξουσίας, ανάθεση της λήψης των αποφάσεων σ’ ένα σώμα αποκομμένο από την κοινωνία, μετατροπή της λαϊκής έκφρασης σε μια απλή εκδήλωση της «κοινής γνώμης» μέσω των ΜΜΕ κ.λπ.). Αυτό είναι που μας κάνει να υπερασπιζόμαστε τη συμμετοχή στο ανακηρυγμένο δημοψήφισμα. Συμμετοχή στο δημοψήφισμα δε σημαίνει αναγκαστικά ούτε αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ και της γενικότερης πολιτικής του ούτε φυσικά αποδοχή της ολιγαρχικής πολιτικής που ασκείται διά του κράτους. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: μια προσπάθεια να εκμεταλλευτούμε μια ρωγμή αυτής της κρατικιστικού τύπου πολιτικής, προκειμένου να προωθήσουμε στοιχεία μιας αμεσοδημοκρατικής αντίληψης της πολιτικής.

Υπ’ αυτήν την έννοια το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής έχει ένα ιδιαίτερο πολιτικό βάρος: Μπορεί, θεωρητικά τουλάχιστον, να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε ο λαός ν’ αφυπνιστεί πολιτικά και ν’ αρχίσει σιγά-σιγά να διεκδικεί μεγαλύτερο πολιτικό ρόλο ως αυτόνομος παράγοντας. Ν’ αποτελέσει δηλαδή αφορμή ώστε ο κόσμος ν’ αρχίσει ν’ αναμιγνύεται πιο ενεργά στην διαμόρφωση πολιτικής και στην λήψη αποφάσεων. Πρακτικά, παρά τον περιορισμένο χρόνο που οι πολίτες έχουν στη διάθεσή τους, παρά τις προσπάθειες εκφοβισμού και τις απειλές, έχουν ίσως για πρώτη φορά μια αφορμή για να συζητήσουν ένα καίριο ζήτημα για την οικονομία της χώρας στη δημόσια σφαίρα, να ενημερωθούν και ν’ ανταλλάξουν απόψεις, να σταθμίσουν τα δεδομένα, να ζυγίσουν τις επιθυμίες τους και τα όριά τους και ν’ αποφασίσουν αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που τους αναλογούν. Για να το πούμε απλά, το συγκεκριμένο δημοψήφισμα έχει μεγάλη αξία όχι μόνο εξαιτίας της κρισιμότητας του ζητήματος επί του οποίου καλούμαστε να τοποθετηθούμε, αλλά και ως προς την δυνητική παιδευτική του λειτουργία, ως προς την δυνατότητα που δίνει στον λαό να αρχίσει να μυείται στην άσκηση πραγματικής πολιτικής. Αυτή του η δυνατότητα είναι ανεξάρτητη από τους λόγους για τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ το πρότεινε, από τον τρόπο με τον οποίο το οργάνωσε και θα το εκμεταλλευτεί εκ των υστέρων.

Γι’ αυτό λοιπόν και -πριν από οτιδήποτε άλλο- θεωρούμε καίριας σημασίας καθήκον την ανασκευή των βασικών επιχειρημάτων (με ή χωρίς εισαγωγικά) που προσπαθούν να δυσφημίσουν την ίδια την ιδέα της διεξαγωγής ενός δημοψηφίσματος υπό την παρούσα συγκυρία.

Ενάντια στους φιλελεύθερους αντιδημοκράτες
Τρία είναι τα βασικά πολιτικά επιχειρήματα των πολέμιων του δημοψηφίσματος που, καθόλου περιέργως, όχι μόνο συμμετέχουν σε αυτό αλλά είναι και φανατικοί υποστηρικτές του ΝΑΙ:

1) «Ο λαός δεν ξέρει κι ως εκ τούτου δε γίνεται να προσφύγουμε άμεσα σ’ αυτόν προκειμένου ν’ αποφασίσουμε επί της πρότασης των δανειστών». Μα αν ο λαός δε μπορεί ν’ αποφασίζει για βασικά πολιτικά ζητήματα που καθορίζουν ουσιώδεις πτυχές της ζωής του, τότε ας καταργήσουμε ακόμα και τη φιλελεύθερη ολιγαρχία, την περίφημη δηλαδή «κοινοβουλευτική δημοκρατία», κι ας δώσουμε εσαεί την εξουσία σ’ ένα κονκλάβιο τεχνοκρατών επαϊόντων. Η σκληρή μα και βλακώδης αυτή τεχνοκρατική γραμμή δείχνει πόσο ελάχιστη σχέση έχουν ακόμα και οι πιο «κουλ» και «ήπιοι» φιλελεύθεροι, οι δήθεν απολίτικοι και «ανοιχτοί στον διάλογο» τουρίστες τύπου Θεοδωράκη με την πραγματική δημοκρατία: δηλαδή με την ιδέα πως ο λαός είναι ικανός να λαμβάνει μόνος του, δίχως κηδεμόνες, τις αποφάσεις που τον αφορούν.

Συνέχεια αυτού του σοφίσματος συνιστά και η θέση πως αποτελεί, δήθεν, ανευθυνότητα κι ένδειξη αποποίησης ευθυνών η στροφή της πολιτικής ηγεσίας προς την άμεση έκφραση της λαϊκής βούλησης. Συγκεκριμένα, πολλοί έσπευσαν να μεμφτούν την κυβέρνηση ότι «πετάει το μπαλάκι στον λαό», λες κι ο κόσμος είναι πολιτικό νήπιο, υπό κηδεμονία ανίκανο να αναλάβει οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη. Αντί να ζητάμε δηλαδή περισσότερη δημοκρατία, να διεκδικούμε με άλλα λόγια εντονότερη και πιο ενεργή εμπλοκή των πολιτών στην πολιτική, πράγμα που συνεπάγεται (και προϋποθέτει) την ανάληψη ολοένα και μεγαλύτερης ευθύνης από την πλευρά του, αντιδρούμε σαν πατέρες-προστάτες προορισμένοι να κρατήσουμε πάντοτε –για το καλό του!- το λαό στο βρεφικό του λίκνο! Ιδού η αντιδημοκρατική και βαθειά ολιγαρχική νοοτροπία που διακρίνει όλους αυτούς τους υπερασπιστές της «δημοκρατίας» που με κάθε ευκαιρία κατακεραυνώνουν οποιαδήποτε μορφή πολιτικής κινητοποίησης ως «τρομοκρατία» και «φασισμό» (από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι το Κίνημα των Πλατειών του 2011 και την αντίσταση των κατοίκων στις Σκουριές της Χαλκιδικής).

2) «Το δημοψήφισμα οδηγεί τη χώρα στον διχασμό» επαναλαμβάνουν όλοι τους σαν παπαγάλοι. Ωστόσο, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στον τύπο δημόσιου λόγου που εκφέρει η πλευρά του ΝΑΙ και του «Μένουμε Ευρώπη» προκειμένου αυτό το σόφισμα να καταρριφθεί: καταιγισμός υβριστικών και παραληρηματικών αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα (με μαιτρ του είδους νεοδημοκράτες ταλιμπάν όπως η διαβόητη Χριστίνα Σιδέρη και ο Γ. Μουρούτης, ο κομπλεξικός νεοφιλελεύθερος διαφημιστής Θ. Τζήμερος, ή ο ποιητής και φεϊσμπουκικός κήνσωρ Κ. Κουτσουρέλης), χυδαίες ειρωνείες ενάντια σε υπουργούς και πολιτικούς της αντίπαλης πλευράς (όπως οι ατάκες του δημοσιογράφου Γ. Παπαχρήστου για τον «Γιάνη, το ουάου αγόρι»), εμπρηστικά άρθρα κάθε είδους (με αναφορές στου Γουδή και «προσπάθεια να τους διώξουμε με κάθε κόστος» κατά τον ψευτονταή κολλητό του Α. Σαμαρά, Φαύλο Κρανιδιώτη, στο Antinews.gr), ξεκάθαρες απειλές για μελλοντικά ειδικά δικαστήρια (από παραποτάμιους διάττοντες αστέρες σαν τον Γ. Αμυρά) και καραμπινάτη χάλκευση γεγονότων με στόχο τη δημιουργία πανικού (όπως οι ουρές με τα κασκόλ και τα μπουφάν αρχές Ιουλίου στο περιβόητο ρεπορτάζ του ΣΚΑΙ, οι γιαγιάδες από την Αργεντινή μπροστά στο δήθεν ελληνικό ΑΤΜ ή ακόμα κι ένας άστεγος παππούς από παλιότερους σεισμούς στην Τουρκία!). Αντίθετα, οι υποστηρικτές του ΟΧΙ, όπως φαίνεται από την παρουσία τους στα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα, τουλάχιστον, έχουν επιστρατεύσει το χιούμορ ως ρητορικό όπλο. Ένα χιούμορ, μάλιστα, σουρεαλιστικό που, ως τέτοιο, δε διακρίνεται από ρεβανσισμό και μνησικακία, αλλά μάλλον από μια γενναιόδωρη στάση που εκφράζει γνήσια ανησυχία για το που πάει η χώρα. Μία-δύο «τρολιές» της Ραχήλ Μακρή δεν αναιρούν αυτά που λέμε, ούτε βέβαια η σχετική ρητορική της ΧΑ, η οποία, ούτως ή άλλως, έχει αυτή τη γραμμή και δεν ανέλαβε, επιπλέον, κανέναν πρωταγωνιστικό ρόλο στις κινητοποιήσεις της μεριάς του ΟΧΙ.

Είναι προφανές ότι τον διχασμό τον επιδιώκει συστηματικά η πλευρά του ΝΑΙ και ο πυρήνας αυτής, δηλαδή η ακραία και ρεβανσιστική Δεξιά του Σαμαρά. Αντικειμενικοί σύμμαχοι αυτής της νέας Δεξιάς είναι, εδώ και καιρό, όλες αυτές οι παραφυάδες της φιλελεύθερης και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς που συσπειρώθηκαν μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 σε κοινό ιδεολογικό μέτωπο. Από την επίκληση της ιδέας ενός «συνταγματικού τόξου» τότε, έχουμε περάσει τα τελευταία χρόνια της κρίσης στο «ευρωπαϊκό κεκτημένο» ως πλαίσιο που πρέπει με κάθε τρόπο να υπερασπιστούμε. Φυσικά σε αυτήν την αόριστη έννοια ο καθένας χωράει ό,τι του κατέβει, απ’ το «ευρώ» ως σύμβολο του εύκολου και παρασιτικού επιδοτούμενου πλουτισμού ως ένα παλαιάς κοπής αντικομουνιστικό μίσος προς οτιδήποτε λογίζεται για «αριστερό». Το εν λόγω ιδεολόγημα εκπορεύεται κατά τη γνώμη μας από την αδυναμία των φιλελεύθερων και της πλειοψηφίας των οπαδών του ΝΑΙ να κατανοήσουν τον πολιτικό ανταγωνισμό με άλλους όρους πέρα από αυτούς ενός ανοιχτού πολέμου και μιας γενικευμένης σύρραξης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο παρουσιάζουν το δημοψήφισμα ως κήρυξη του νέου Εμφυλίου κι επιχειρούν να το εκφυλίσουν σε ιδιοτροπία μιας μνησίκακης Αριστεράς που επιδιώκει το εκδικητικό πραξικόπημα. Συχνότατα δε καταλήγουν να είναι οι πρωταγωνιστές μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας, εκτοξεύοντας χυδαίες ύβρεις στους αντιπάλους τους και υιοθετώντας μια καθαρά εμφυλιοπολεμική ρητορική.

Από την πλευρά μας αναρωτιόμαστε: δεν είναι η πολιτική το πεδίο της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού; Δεν υπάρχουν ταξικοί και άλλοι ανταγωνισμοί κοινωνικού και οικονομικού τύπου; Η απλή διαμάχη που προκύπτει μέσα από τη διαφωνία και τη διαπάλη των ιδεών, όταν το πολιτικό σώμα οφείλει να πάρει καίριες αποφάσεις είναι μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας και γι’ αυτό μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα κάθε είδους -όπως, βέβαια, και σ’ ένα άλλο επίπεδο, ο τεχνοκρατικός φιλελευθερισμός της «συναίνεσης» και της «ειρήνευσης των παθών»- προσπαθούν να πνίξουν το στοιχείο αυτό της σύγκρουσης και της διαφωνίας. Όταν δεν παίρνει μορφές ρεβανσιστικές, μετατρεπόμενη σε τυφλό μίσος έναντι του εκάστοτε «αντιπάλου», η έξαρση των παθών σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί απαραίτητα σε σφαγές κι αιματοχυσίες –κάθε άλλο. Αυτό αντίθετα που, αναγκαστικά κι αναπόφευκτα, συνιστά ταφόπλακα της δημοκρατίας είναι η απάθεια κι η κατασίγαση των παθών, η άνοδος του ατομικισμού και της γενικευμένης αδιαφορίας για τα κοινά.

3) «Το δημοψήφισμα που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστά απλώς ένα μέσο εκβιασμού της κοινωνίας, μια δικτατορική εκτροπή που δε λαμβάνει υπόψη το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας επιθυμεί μια συμφωνία σχεδόν με κάθε κόστος, όπως προέκυψε από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων». Πρόκειται για λαϊκισμό πρώτου βαθμού, που φανερώνει το επίπεδο της μπαγαποντιάς και μικροψυχίας στο οποίο είναι διατεθειμένοι να πέσουν οι κατά τ’ άλλα υψιπετείς κατήγοροι κάθε «λαϊκισμού». Δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που εμποδίζει το λαό να εκφραστεί ελεύθερα μέσα από το δημοψήφισμα και να ψηφίσει το ΝΑΙ, εφόσον θέλει συμφωνία με κάθε κόστος, εκβιάζοντας με τη σειρά του για τα καλά τη κυβέρνηση. Εκτός εάν οι θιασώτες της εν λόγω άποψης έχουν πληροφορίες ότι σχεδιάζεται καλπονοθεία και θα παραποιηθεί η λαϊκή βούληση… Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, θα όφειλαν να μη συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα, να το καταγγείλουν και να το μποϋκοτάρουν. Μάλλον όμως η υιοθέτηση μιας τέτοιας έντιμης στάσης είναι πράγμα δύσκολο, όταν πρόκειται για τέτοιους αντιδημοκράτες περί οπής, που στην πραγματικότητα μισούνε όσο τίποτε άλλο τον λαό ως δυνάμει πολιτικό υποκείμενο ικανό να κρίνει και να ενεργεί αυτόνομα, και οι οποίοι, ως εκ τούτου, θα μετέλθουν κάθε είδους τεχνάσματος προκειμένου να αποκλείσουν έστω και την ελάχιστη δυνατότητα μιας κοινωνίας να εκφράζεται άμεσα, δίχως πολιτικούς μεσάζοντες!

Ποιοι και γιατί δε θέλουν το δημοψήφισμα;
Όπως διαφαίνεται κι από αυτά τα σοφίσματα, ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής έχει πολεμηθεί με τόση λύσσα από εκείνους που βλέπουν στην λαϊκή ετυμηγορία την αναγκαία επικύρωση της δικής τους βούλησης, είναι η με κάθε τρόπο προσπάθεια να διατηρήσουν αυτήν την λαϊκή βούληση στην ατροφική κατάσταση ενός παθητικού στηρίγματος της εξουσίας τους. Πρώτοι και καλύτεροι οι τεχνοκράτες, οι μύστες των απόκρυφων νόμων της αγοράς -που στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τον παγκόσμιο καπιταλισμό και γι’ αυτό δεν έχουν καταφέρει να προλάβουν ούτε ένα από τα στραβοπατήματά του- λένε πως το δημοψήφισμα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι ένας άδικος κόπος, καθότι όχι μόνο τα ζητήματα είναι ιδιαίτερα λεπτά και η «γιαγιά της Καλύμνου» (που είπε κι ο ανεκδιήγητος πρώην πολίστας Μαυρωτάς) δεν τα καταλαβαίνει, αλλά και γιατί άλλωστε οι κανόνες της οικονομίας παρέχουν έτοιμες τις απαντήσεις: Η δημοσιονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα απελευθερώσουν υποτίθεται όλες τις ζωογόνες επιχειρηματικές δυνάμεις. Περιέργως, όμως, οι εν λόγω «δυνάμεις» δεν φαίνεται να «απελευθερώνονται» πουθενά στον κόσμο, ούτε καν εκεί που όλα αυτά τα μέτρα έχουν ληφθεί από καιρό.

Έπειτα έρχονται οι ιθαγενείς ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας, ο Μπάμπης, ο Τζήμερος, η Λυμπεράκη, η Ξαφά, που διακατέχονται προφανώς από περιφρόνηση για τον λαό και μια παράξενη διάθεση τιμωρίας του. Για αυτούς, ο λαός οφείλει να παραμένει πειθήνιο ζώο (και σε καμία περίπτωση «πολιτικόν») αρκούμενο σε συγκεκριμένες ψευτοελευθερίες στην στενά οικονομική σφαίρα. Βέβαια, η τραγική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα δεν επιτρέπει σημαντική απήχηση των ιδεών τους, πράγμα που τους οδηγεί σε μια προσπάθεια εξαπάτησης του λαού συμμαχώντας με τη ρεβανσιστική συντηρητική δεξιά, αλλά και με τα απομεινάρια της πασοκικής μαφίας. Όσο για τους δύο τελευταίους, το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο: Όχι μόνο το κομμάτι από την πίτα όσο πάει και μικραίνει, αλλά όσο ο λαός θα αποκτά ή θα απαιτεί μεγαλύτερο λόγο στα ζητήματα που τον αφορούν, γίνεται όλο και πιο δύσκολο γι’ αυτούς να κάνουν ανενόχλητοι τις πολιτικές βρωμοδουλειές τους.

Πολέμιοι του δημοψηφίσματος είναι βέβαια και τ’ απομεινάρια του σταλινισμού, οι γνωστοί Ιεχωβάδες του Περισσού. Αυτοί οι θλιβεροί μεσάζοντες, εκτός από το ότι δεν διανοούνται την πιθανότητα να χάσουν τα οφίτσια και τα ψευτοπρονόμια που τους παραχωρεί η ολιγαρχία, εναντιώνονται στην αυτόνομη πολιτική δράση του λαού και για λόγους ιδεολογικούς. Κατέχουν και αυτοί, όπως οι τεχνοκράτες και οι νεοφιλελεύθεροι, τα μυστικά της λύτρωσης του λαού από τα βάσανά του. Προφανώς για αυτόν το λόγο του ρίχνουν στάχτη στα μάτια, κατασκευάζοντας δικά τους ψευδοερωτήματα και αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη σύγχυση. Μια πιο έντιμη στάση θα ήταν να καλέσουν σε υποστήριξη του ΟΧΙ κάνοντας ταυτόχρονα κριτική. Αλλά αυτό που τους απασχολεί είναι απλά να μην κερδίσει πολιτικό κεφάλαιο ο ΣΥΡΙΖΑ και το χάσουν αυτοί, αδυνατώντας να σκεφτούν στοιχειωδώς έξω απ’ τα όρια της μικροπολιτικής τους εμμονής.

Τουλάχιστον μερικά κομμάτια του αναρχικού χώρου, όπως και οι βασικές τάσεις του αριστερισμού, διακρίνονται αυτή τη φορά από λιγότερες ιδεοληψίες. Καταλαβαίνουν το βασικό επίδικο, ότι δηλαδή η αποχή από το δημοψήφισμα ισχυροποιεί πολύ περισσότερο την θέση της ολιγαρχίας απέναντι στο λαό. Παρατηρούμε, εντούτοις, και το φαινόμενο ορισμένων αναρχικών συλλογικοτήτων να προτείνουν αποχή από το δημοψήφισμα, είτε για να διατηρήσουν αμόλυντη την όποια ιδεολογική τους καθαρότητα (δηλαδή, ουσιαστικά, για να μην δοκιμαστούν οι ιδέες τους από την πραγματικότητα) είτε γιατί, κατά βάθος, αποστρέφονται την κοινωνία ή δεν την θεωρούν ικανή να αυτοκυβερνηθεί. Κι έτσι προτάσσουν το φόβο του «κοινωνικού κανιβαλισμού» σε περίπτωση νίκης του ΟΧΙ και πιθανής μεταδημοψηφισματικής σκληρής στάσης από πλευράς δανειστών, ξεθάβοντας τις θεωρίες περί «σκουληκιών μικροαστών» και «εκφασισμού» της κοινωνίας. Η επιχειρηματολογία τους είναι σε κάθε περίπτωση παρανοϊκή: Συμμετοχή στο δημοψήφισμα σημαίνει σωτηρία του έθνους-κράτους, λες και οι ταξικοί ανταγωνισμοί είναι οξυμένοι σε τέτοιο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει δημοψήφισμα για να αποφύγει την αναπόφευκτη σύγκρουση! Το ψευτοδίλημμα του δημοψηφίσματος πρέπει να απορριφθεί και ο λαός να δείξει εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του παντελώς ανύπαρκτου εργατικού κινήματος, ή στις όποιες δομές αυτοοργάνωσης! Η ιδεολογική σύγχυση αυτών των χώρων είναι προφανώς τέτοια που δεν τους επιτρέπει άλλη θεώρηση των πολύπλοκων ζητημάτων που αντιμετωπίζει η κοινωνία, πέρα από την προβολή σε αυτήν των δικών τους φαντασιώσεων.

Όσον αφορά στο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, εκών άκων ουσιαστικά, επέλεξε τη λύση του δημοψηφίσματος, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα αμεσοδημοκρατικό μόρφωμα. Πρόκειται για ένα κλασικό κόμμα, με ιεραρχική δομή, με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας και την άσκησή της για λογαριασμό του λαού και αντί του λαού. Τους τελευταίους 5 μήνες διαπραγματεύτηκε πολύ σημαντικά ζητήματα πίσω από κλειστές πόρτες και ενημέρωσε ελάχιστα και με επιλεκτικό τρόπο την κοινωνία, αρκούμενος στον ρόλο του κομπορρήμονος καθησυχαστή. Άλλωστε το δημοψήφισμα, όπως ξεκαθάρισαν στελέχη της κυβέρνησης, υιοθετείται ως διαπραγματευτικό όπλο και όχι για λόγους αρχής. Η περίφημη «προσφυγή στο λαό» εκφράζει κατά βάση μια έσχατη προσπάθεια διάσωσης της διαπραγμάτευσης και μια ηρωική έξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο. Ενδεικτικό αυτής της καθαρά τακτικής επιλογής του δημοψηφίσματος, η οποία δεν αντιστοιχεί σε κανένα πλαίσιο αρχών, είναι το γεγονός ότι ακόμα και μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε τη διαπραγμάτευση, αμβλύνοντας εν μέρει την πολιτική του βάρος και μεγαλώνοντας την σύγχυση ως προς το τελικό επίδικό του.

Δε λέμε ΝΑΙ ούτε όταν απαντάμε στο τηλέφωνο!
Δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε άλλωστε τίποτα περισσότερο από ένα πολιτικό κόμμα και θα ήταν μάταιο ν’ απαιτήσουμε από τον ΣΥΡΙΖΑ να υιοθετήσει τις δικές μας αμεσοδημοκρατικές θέσεις και -ως εκ τούτου- ν’ αυτοκαταργηθεί. Μας φαίνεται πολύ πιο λογικό να υποστηρίξουμε το δημοψήφισμα, εκμεταλλευόμενοι μια ιστορική ευκαιρία που ο ΣΥΡΙΖΑ μας προσφέρει, παρά τη θέλησή του. Άλλωστε, οι πραγματικές πολιτικές δυνατότητες ενός προτάγματος κρίνονται και από την ικανότητά του να κατανοεί την πραγματικότητα και να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται για να διευρύνει την επιρροή του.

Από αυτή την άποψη, η επιλογή του ΟΧΙ επιβάλλεται πρώτα-πρώτα για τον συμβολικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια ενδεχόμενη επικράτησή του. Με άλλα λόγια, μια νίκη του ΝΑΙ δεν επικυρώνει μόνο τον οικονομικό στραγγαλισμό μια για πάντα, αλλά και όλη την καταστροφική πολιτική και ιδεολογία που τον συνοδεύει. Η νίκη του ΝΑΙ θα αποτελέσει, με άλλα λόγια, απερίφραστη δήλωση αποδοχής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων, ενώ παράλληλα θα επικυρώσει κι επίσημα την ρετσινιά της εθελοδουλίας που θα συνοδεύει από εδώ και στο εξής την ελληνική κοινωνία. Το σημείο αυτό είναι ουσιώδες. Το ψευτοδίλημμα, καθώς λέγεται τις τελευταίες μέρες, υπάρχει μόνο στο πρώτο επίπεδο, εκείνο μεταξύ της λιτότητας αλά ΔΝΤ ή της -έστω μαλακωμένης- λιτότητας αλά ΣΥΡΙΖΑ. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το διακύβευμα είναι καίριο: Είτε γίνεται ξεκάθαρο ότι ο παρών συσχετισμός ισχύος μεταξύ λαού και ολιγαρχίας δεν είναι τόσο σταθερός και πως -έστω και μέσα σε αυτές τις συνθήκες (πιστωτική ασφυξία, προκατασκευασμένο ερώτημα, έλλειψη χρόνου)- ο λαός είναι έτοιμος να αναλάβει κάποια στοιχειώδη πολιτικά ρίσκα επιχειρώντας δειλά να ανακτήσει την κυριαρχία του, είτε η αδιέξοδη γραμμή που ακολουθείται εδώ και 5 χρόνια επιβραβεύεται και ισχυροποιείται. Και μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως αναπόφευκτο πια αποτέλεσμα την ολοένα και βιαιότερη σκλήρυνση της κοινωνικής αδικίας, μιας και ο χειμαζόμενος λαός θα έχει εναποθέσει εθελουσίως την κεφαλή του επί πίνακι.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο επιλέγουμε το ΟΧΙ είναι γιατί θεωρούμε πως ένα αμεσοδημοκρατικό λαϊκό κίνημα οφείλει να εκμεταλλευτεί την συγκυρία της παρούσας βαθιάς πολιτικής κρίσης της Ε.Ε. και να ενισχύσει τις γενικότερες τάσεις αμφισβήτησης που μπορεί να υπάρχουν στο εσωτερικό της. Εξηγούμαστε: Για λόγους που δε μπορούν ν’ αναλυθούν στα στενά πλαίσια του κειμένου αυτού, η μονομερής απεμπλοκή μιας χώρας από την Ε.Ε. είναι σχεδόν αδύνατη. Μας φαίνεται λοιπόν ως πιο εφικτή επιδίωξη η προσπάθεια ανάδυσης μιας λαϊκής δυναμικής αμφισβήτησης των βασικών πολιτικών της Ε.Ε., της θεσμικής της δομής, της θέσης και του ρόλου των λαών μέσα σε αυτήν. Επιπλέον, η παράλυση της Ε.Ε. εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ των νεοφιλελεύθερων δανειστών και των σοσιαλφιλελεύθερων του ΣΥΡΙΖΑ -μεταξύ δύο πολιτικών επιλογών που δεν έχουν εν τέλει και τεράστιες διαφορές- αναδεικνύει τη βαθιά προβληματική φύση της Ε.Ε., τη θεμελιώδη αδυναμία της να βρει μια στοιχειώδη συνοχή και λειτουργικότητα και, κυρίως, μια κεντρική ιδεολογικοπολιτική αφήγηση που να υπερβαίνει τις επιμέρους προτάσεις διαχείρισης. Την αδυναμία της εν τέλει να προβάλλει ένα σοβαρό και συνεκτικό πολιτικό πρόταγμα που να μπορούν να το οικειοποιηθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί. Από αυτή την άποψη, η επικράτηση του ΟΧΙ διευρύνει τα περιθώρια για να τεθούν ριζοσπαστικές πολιτικές προτάσεις στη δημόσια συζήτηση, σε ευρωπαϊκό αυτή τη φορά επίπεδο.

Η «έξοδος από το ευρώ» κι ο διαρκής εκβιασμός
Αυτή η θεμελιώδης πολιτική αδυναμία της Ε.Ε. εξηγεί και τις σιβυλλικές δηλώσεις εκβιαστικής και τρομοκρατικής φύσεως σχετικά με το ελληνικό ζήτημα. Δεν είδαμε φυσικά ούτε έναν αξιωματούχο της Ε.Ε. ή κάποιου μεγάλου κράτους-μέλους αυτής να κάνει μια σοβαρή ανάλυση της κατάστασης, σε συνάρτηση με τις γενικότερες προοπτικές της Ε.Ε., ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά της και μιλώντας με ηρεμία για τις προοπτικές της κάθε επιλογής στο δημοψήφισμα. Εύλογο, καθώς αν έκαναν κάτι τέτοιο θ’ αποκάλυπταν τη γύμνια του βασιλιά: Η Ε.Ε. δεν έχει την πολιτική δυναμική ώστε είτε να δώσει μια σοβαρή και μακροπρόθεσμη λύση στο ελληνικό ζήτημα. Η διαχείριση της αποτυχίας ως προς την ελληνική κρίση είναι εξαιρετικά δύσκολη κυρίως σε πολιτικό επίπεδο, αφού ακυρώνει ίσως οριστικά και τις βλέψεις θεσμικής ολοκλήρωσης της Ε.Ε. και εκείνες της επέκτασής της, ενώ ενισχύει τις φυγόκεντρες τάσεις ακόμα και στον πυρήνα της, σε χώρες όπως η Γαλλία και η Μ. Βρετανία. Από την άλλη, η Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει στα μάτια των λαών της ούτε την μέχρι τώρα αποτυχία εξορθολογισμού των δημοσιονομικών μιας τόσο μικρής χώρας αλλά ούτε και την διαγραφή του χρέους που θα έλυνε μεν το πρόβλημα οριστικά αλλά θα φέσωνε για τα καλά τους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών και θα θρόνιαζε τη Λεπέν και τους ομοϊδεάτες της στην εξουσία!

Είναι λοιπόν τόσο θλιβερή η κατάστασή τους και τα αδιέξοδά τους που προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν για εμάς είναι μεγαλύτεροι. Αυτή όμως είναι η μια μόνο πλευρά του νομίσματος. Πρώτα-πρώτα, η αποπομπή από το ευρώ και την Ε.Ε. πρέπει να θεμελιωθεί σε σοβαρές παραβιάσεις των ευρωπαϊκών συνθηκών και κάτι τέτοιο εν προκειμένω δεν ισχύει. Έπειτα, Ε.Ε. και Ευρωζώνη δεν πρέπει να συγχέονται. Μια χώρα μπορεί να παραμείνει μέλος της Ε.Ε. και να αποφασίσει να έχει το δικό της νόμισμα. Άλλωστε σε ποιά βάση θα μπορούσε να θεμελιωθεί η αποπομπή από το ευρώ; Η Ελλάδα δεν είναι δα η μόνη χώρα που αδυνατεί να πιάσει τους στόχους για «δημοσιονομική σταθερότητα. Εξάλλου, αν το κοινό νόμισμα κινδυνεύει, οι συνθήκες επιβάλλουν την ανάληψη ενεργειών και την αλληλεγγύη και όχι την αποπομπή μελών. Περαιτέρω, η Ελλάδα μπορεί να μπλοκάρει ύπουλες προσπάθειες εξαναγκασμού στην έξοδο ή επίσημες πρωτοβουλίες αποπομπής ενώπιων των δικαστηρίων και τότε να αντιστρέψει τους συσχετισμούς: Για όσο καιρό οι αποφάσεις εκκρεμούν η χρηματοδότηση πρέπει να συνεχίζεται για να αποφεύγει το ευρώ τις πιέσεις στα χρηματιστήρια. Στο μεταξύ η διαπραγμάτευση μπορεί να συνεχίζεται και μάλιστα με τη θέση της Ελλάδας πολιτικά ενισχυμένη. Και από την άλλη, να ξεσκεπάσει το φιάσκο των ωμών εκβιασμών και να ενδυναμώσει την πολιτική απονομιμοποίηση της Ε.Ε.

Τα πραγματικά περιθώρια ελιγμών της Ε.Ε. εν τέλει δεν είναι τεράστια διότι δεν έχει ρυθμίσει πρώτα-πρώτα η ίδια θεμελιώδη δικά της ζητήματα. Δεν έχει φροντίσει να δώσει στον εαυτό της τα αποτελεσματικά εργαλεία ανάληψης δράσης προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ενώ εδώ και χρόνια οι όποιες φαιδρές προσπάθειες «ολοκλήρωσης» αυτής της περίεργης πλατωνικής σχέσης περιορίζονταν στην φιλελευθεροποίηση των οικονομιών και στην μεταξύ τους τεχνο-διαδικασιακή σύνδεση. Η πραγματική πολιτική ενοποίηση είναι καταδικασμένη στην Ευρώπη, για ιστορικούς λόγους που συμπυκνώνονται ουσιαστικά στην πεισματική άρνηση των λαών της να διαμορφώσουν μια πραγματικά κοινή μοίρα και να μην βλέπουν στην ένωση απλά μια ασπίδα προς τους εξωτερικούς κινδύνους ή προς τους δικούς τους μύχιους δαίμονες. Συνεπώς, η παράλυσή της στην δεδομένη συγκυρία δίνει μια θαυμάσια ευκαιρία στον ελληνικό λαό να σπρώξει ακόμα περισσότερο μέσα στον βάλτο του αυτόν τον τεχνοκρατικό Μολώχ και να δώσει μια σημαντική ώθηση στα όποια ρεύματα αντιστρατεύονται την Ε.Ε. όχι από εθνικιστική και «ευρωσκεπτικιστική» σκοπιά –στα ρεύματα, δηλαδή, που δεν αντιστρατεύονται την «Ευρώπη», ως πρόταγμα συναδέλφωσης των λαών, αλλά την Ε.Ε., ως γραφειοκρατικό κι εξουσιαστικό σφετεριστή αυτής της ιδέας. Η επιλογή του ΝΑΙ, αντιθέτως, δε θα σώσει την ελληνική οικονομία αλλά την παραπαίουσα ευρωπαϊκή ολιγαρχία βγάζοντάς την, προς στιγμήν, από τα πολιτικά της αδιέξοδα.

Είναι όμως αυτή η πολιτική αδυναμία της Ε.Ε. που την αναγκάζει να κρατά τη στάση που κρατά και ουσιαστικά να απεργάζεται σενάρια ανατροπής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Ο αντιπερισπασμός από τα πραγματικά προβλήματα της Ευρωζώνης (χάσμα Βορρά-Νότου, κατάσταση της γαλλικής οικονομίας, αδυναμία ξεπεράσματος των συνεπειών της κρίσης του ’08 κ.λπ.) διά του στραγγαλισμού μιας μικρής –και ασήμαντης ως οικονομικό μέγεθος- χώρας σαν την Ελλάδα λαμβάνει ολοένα και πιο ασφυκτικές διαστάσεις. Όπως αποδεικνύει η ιστορία με την ατέρμονη πεντάμηνη διαπραγμάτευση, ο βασικός σκοπός της ευρωπαϊκής πτέρυγας των δανειστών -πέρα από τη συνέχιση του πειράματος της αυταρχικής λιτότητας- ήταν από την αρχή η πολιτική και ηθική-ιδεολογική ήττα μιας εθνικής κυβέρνησης. Η άνοδος στην εξουσία ακόμα κι αυτού του σοσιαλφιλελεύθερου και έτοιμου να αποδεχτεί το «70% του μνημονίου» ΣΥΡΙΖΑ, φαντάζει υπερβολή και «εξτρεμισμός» για το σημερινό ευρωπαϊκό μοντέλο. Πράγμα που, μέσα στην αφέλειά τους, μάλλον δεν αντιλήφθηκαν ποτέ οι ηγετικές ομάδες του κόμματος, πιστεύοντας πως οι ευρωπαϊκές ηγεσίες θα τους δέχονταν μετά βαΐων και κλάδων.

Από αυτήν την άποψη, οι εξελίξεις των τελευταίων δέκα ημερών είναι ενδεικτικές των προθέσεων και του κυνισμού των επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών. Όλο αυτό το παιχνίδι γάτας και ποντικιού που έπαιξαν οι δανειστές για να στριμώξουν την κυβέρνηση, συμπυκνώνεται και ολοκληρώνεται σήμερα με τον τελειωτικό οικονομικό και πολιτικό εκβιασμό, ώστε να οδηγηθεί η τελευταία σε παραίτηση ή συναινετική αποχώρηση. Ο χειρισμός της υπόθεσης του ελληνικού δημοψηφίσματος από του τρεις Θεσμούς αποτελεί μια πρώτης τάξης απόπειρα πολιτικού πραξικοπήματος με στόχο να έρθει μια νέα, πιο «υπεύθυνη» και «αξιόπιστη», όπως έχουν δηλώσει εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, κυβέρνηση.

Δημοκρατικό και πολιτικό ΟΧΙ ενάντια στην ολιγαρχία
Εδώ καταδεικνύεται και η σπουδαιότητα μιας ενδεχόμενης επικράτησης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της Κυριακής: Η συμβολική και πρακτική εναντίωση στο εν εξελίξει πραξικόπημα μπορεί να διασώσει αρχικά τα όποια ψήγματα στοιχειώδους ανεξαρτησίας έχουν απομείνει στον τόπο αυτό και να ανοίξει ένα δρόμο πολιτικού αυτοκαθορισμού. Στο σημερινό διακύβευμα ακόμα και η υπεράσπιση της εκλογικής εντολής καθίσταται θεμιτή, αρκεί βέβαια να μην εκπίπτει σε εθνικιστική και αλυτρωτική καρικατούρα. Οι πιέσεις εν προκειμένω προέρχονται από «εξωθεσμικά» και τεχνοκρατικά κέντρα λήψης αποφάσεων, ένα πλαίσιο, δηλαδή, πολύ χειρότερο κι από αυτό των συνηθισμένων εκλεγμένων ολιγαρχιών. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα υπεράσπισης ενός «έθνους» του οποίου τις πολιτιστικές παραδόσεις θέλει δήθεν να εξαλείψει η κακή «Νέα Τάξη» ούτε της δήθεν προτιμότερης ντόπιας ολιγαρχίας από τη διεθνή ομόλογό της –τίθεται θέμα προάσπισης ακόμα κι αυτής της πετσοκομμένης πολιτικής ελευθερίας που ενσαρκώνεται στο δικαίωμα εκλογής των ίδιων μας των αρχόντων.

Το ΟΧΙ, λοιπόν, επιβάλλεται όχι για «εθνικούς» αλλά για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους (και γι’ αυτό, άλλωστε, δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συνδέεται με το «ΟΧΙ» του δικτάτορα Μεταξά). Ένα δημοκρατικό ΟΧΙ σήμερα επιβάλλεται στα πλαίσια της ανάλυσης της πολιτικής αποτελμάτωσης της Ε.Ε. που κάναμε προηγουμένως, επιβάλλεται όμως και για να αποφευχθεί η κανονική κοινωνική καταστροφή που θα επιφέρει η πρόταση των δανειστών. Η λιτότητα είναι προφανώς αναπόφευκτη στην δεδομένη ιστορική συγκυρία, αλλά η κοινωνική κατάρρευση μπορεί και πρέπει να αποφευχθεί, αν θέλουμε να ελπίζουμε στην ριζοσπαστικοποίηση του λαού κάποια στιγμή. Η διατήρηση μιας στοιχειώδους κοινωνικής συνοχής είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε η ελληνική κοινωνία να καταφέρει να συνεχίσει τον ούτως ή άλλως μακρύ και επίπονο αγώνα που έχει μπροστά της. Αντίθετα, η επικράτηση του ΝΑΙ θα επιφέρει την πλήρη κοινωνική διάλυση, ενώ κινδυνεύει επίσης να σπρώξει τον κόσμο σε παράλογες πολιτικές επιλογές που απλά θα επισπεύσουν την καταστροφή, τονώνοντας, την ίδια στιγμή, τις πιο ανεύθυνες, κοντόθωρες και ουσιαστικά αυτοκτονικές τάσεις της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας.

CI5uMFmWgAAIQPc

Posted in Κείμενα | 8 σχόλια

Αποσπάσματα του Κωστή, 1967-1973

Επανέκδοση της ποιητικής συλλογής «Αποσπάσματα του Κωστή, 1967 – 1973«, από τις εκδόσεις «Εξάρχεια«.

11218692_772475869532953_5849280285216462826_n

 

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν την περίοδο 1967-1973. Διαβάστηκαν πρώτα πολυγραφημένα από χέρι σε χέρι, μερικά δημοσιεύτηκαν στον παράνομο τύπο της εποχής, μετά  μια έκδοση  με λάθος εξώφυλλο και μικρότερο σχήμα και  αμέσως μετά η πρώτη τους έκδοση. Αθήνα, Φεβρουάριος 1974. Από τον τυπογράφο κι εκδότη της πλατείας Εξαρχείων, Λουκά Γιοβάνη. Και τώρα η επανέκδοσή τους, πιστό αντίγραφο της πρώτης έκδοσης, από τις εκδόσεις Εξάρχεια. Αντιμετωπίζω αυτό το βιβλίο σαν αυτόνομο και συνολικό έργο τέχνης. Μια κατάθεση ψυχής που αποκτά την ιδιαίτερη ταυτότητα παρουσίασης της ποιητικής του.

Posted in Ανακοινώσεις | Σχολιάστε

Οι επιθέσεις στο Charlie Hebdo και η στάση της Αριστεράς

Ένα μικρό απόσπασμα από την μπροσούρα μας «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo«, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2015.

ink_NJA_MAHDAOUI

Τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση του Charlie Hebdo έδειξαν να απασχολούν την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό Χώρο σε βαθμό αρκετά εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς πως δεν αφορούν κάτι που συνέβη στην Ελλάδα ή στην περιφέρειά της. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως αυτή η έντονη ενασχόληση ξεπερνά μέχρι και αυτή των αντίστοιχων γαλλικών πολιτικών χώρων, οι οποίοι εδώ και καιρό ασχολούνται κυρίως με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις ελληνικές διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους. Προφανώς αυτό το ιδιόμορφο φαινόμενο σχετίζεται με τα ευρύτερα θέματα που ανοίγονται κατά την προσπάθεια ανάλυσης του φαινομένου (σχέση του Ισλάμ με τη Δύση, στάση της Δύσης απέναντι στις μη δυτικές κοινωνίες, θέση των μεταναστών μέσα στην πρώτη κ.λπ.), αρκετά εκ των οποίων συνιστούν εμμονές της εν Ελλάδι Αριστεράς και Αναρχίας, ακριβώς λόγω της ιδιομορφίας των σχέσεών μας, ως χώρας, με τον καθεαυτό δυτικό κόσμο. Γι’ αυτό κι εμείς δραττόμαστε της ευκαιρίας για να προτείνουμε μια συνολικότερη τοποθέτηση επί μιας σειράς τέτοιων φλεγόντων ζητημάτων.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης, 8ης και 9ης Ιανουαρίου στο Παρίσι έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά γεγονότων εντός κι εκτός Δύσης: την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράκ και την αύξηση της επιρροής του στη Λιβύη και το Πακιστάν, την αντίστοιχη επέλαση και τις πρόσφατες σφαγές του Μπόκο Χαράμ στη Βόρειο Νιγηρία και το Καμερούν, την άνοδο του Pegida σε πόλεις της Γερμανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, τις διαδηλώσεις ενάντια στο Σαρλί Εμπντό σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες και τους εμπρησμούς χριστιανικών εκκλησιών και περιουσιών στη Νιαμέι του Νίγηρα, στα πλαίσια τέτοιου είδους διαδηλώσεων, όπως βέβαια και την πρόσφατη διπλή επίθεση στην Κοπεγχάγη. Πρόκειται για σημαντικές εξελίξεις που θέτουν με τρόπο όλο και πιο οξύ το ζήτημα της στάσης που πρέπει να κρατά κάθε κίνημα που θέλει να λέγεται χειραφετητικό και δημοκρατικό απέναντι σε αυτήν την αναγέννηση του ισλαμικού νεοσυντηρητισμού και τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειές της. Πιστεύουμε δε πως και μόνο που θέτει κανείς αυτά τα ζητήματα, προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στο δημοκρατικό πρόταγμα, καθώς επαναφέρει στην ελευθεριακή ατζέντα μια σειρά ζητημάτων που -όπως θα δούμε- εδώ και κάποιες δεκαετίες τα έχει οικειοποιηθεί η Ακροδεξιά, εντάσσοντάς τα πλήρως στη ρητορική της. Έτσι πλέον έχουμε καταλήξει να θεωρείται ύποπτος για ακροδεξιές συμπάθειες όποιος θέτει, π.χ., ζήτημα Ισλάμ. Ε, λοιπόν, εμείς εδώ πιστεύουμε πως επεξεργαζόμαστε μια πολύ αποτελεσματική κριτική στην Ακροδεξιά και τους εθνικιστικούς κύκλους, επαναφέροντας την πραγμάτευση ζητημάτων όπως η άνοδος του ισλαμικού «ριζοσπαστισμού» στην πάλαι ποτέ αριστερή ατζέντα της αντιθρησκευτικής και αντικληρικαλικής κριτικής.

Je suis pas Charlie?

«Je suis Charlie» είναι ρατσιστική κραυγή

που τόσα χρόνια περίμενε ν’ απελευθερωθεί[1]

Σε μια προσπάθεια επαναστατικής απειθαρχίας απέναντι στα κελεύσματα των ισχυρών τούτου του ντουνιά η σημερινή Αριστερά σπεύδει να κραυγάσει πως δεν είναι Charlie: από μεγάλους αριστερίστικους αστέρες των γαλλικών πανεπιστημίων (με ανοιχτές τους επιστολές στη Le Monde) ως τον δικό μας Ιό (τη γνωστή δημοσιογραφική στήλη)[2] παντού διαβάζουμε την ίδια καραμέλα. Λες και το ζήτημα είναι αν όντως είμαστε με την απολίτικη φιέστα της γαλλικής ολιγαρχίας και του Νετανιάχου[3] ή με το Je suis Charlie της Αλαμουντίν και των έτερων λοβοτομημένων τηλεοπτικομηντιακών προσωπικοτήτων! Προφανώς και δεν είμαστε! Όπως, επίσης προφανώς, δεν στηρίζουμε την χοντροκομμένη προπαγάνδα των ολιγαρχιών της Δύσης ή την προσπάθεια να χειραγωγήσουν τις ευαισθησίες των πληθυσμών –η οποία προπαγάνδα, βέβαια, δε φαίνεται προς το παρόν να λειτουργεί προς την κατεύθυνση που φαντάζονται οι αριστεριστές κι οι αναρχικοί: Διότι αυτό που ανεβαίνει σήμερα σε χώρες όπως η Γαλλία δεν είναι η περίφημη «ισλαμοφοβία», αλλά ο αντισημιτισμός[4], του οποίου φορείς είναι πολύ συχνά οι απλοί -κι όχι απαραίτητα φανατικοί- μουσουλμάνοι (που πολύ συχνά υποστηρίζουν θεωρίες συνωμοσίας, αρνούνται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος κ.λπ.).

Αντίστοιχα προφανές μας φαίνεται το γεγονός -με το οποίο δείχνουν να έχουν εμμονή πολλές αναρχικές αναλύσεις- πως η ένταση των τρομοκρατικών κινδύνων θα χρησιμεύσει και ως όχημα στα χέρια των δυτικών ολιγαρχιών για την περαιτέρω αστυνόμευση και τον έλεγχο των πληθυσμών εντός της Δύσης. Αυτά είναι πράγματα αυτονόητα. Με τη μόνη, βέβαια, διαφορά, πως θα πρέπει πάντα να τονίζουμε το εξής: Η περίφημη «εθνική ενότητα», την υποτιθέμενη επιβολή της οποίας σπεύδουν να καταγγείλουν πολλοί αριστεριστές και αναρχικοί[5], υπήρχε πολύ πριν τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Ιανουαρίου και την όποια προσπάθεια εκμετάλλευσής τους από τα δυτικά κράτη. Και δε βασίζεται σε θεμέλια ιδεολογικά, αλλά στην προϊούσα αποπολιτικοποίηση των πληθυσμών -φαινόμενο με ιστορία τουλάχιστον τριάντα ετών μέσα στη Δύση- και στη μαζική τους προσχώρηση στο φαντασιακό της κατανάλωσης και της κοινωνικής ανόδου. Αυτό είναι που συνέχει σήμερα -όπως όπως- τις δυτικές κοινωνίες κι ενώνει τους πάντες -από τον «εθνικό κορμό» μέχρι τους μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων και των πιο ακραίων ισλαμιστών.

Στην πραγματικότητα, όμως, όλο το ζουμί, είναι τι λέμε μετά από αυτές τις δύο εντελώς αυτονόητες διαπιστώσεις: Τι θέση παίρνουμε, με άλλα λόγια, απέναντι στο φλέγον ζήτημα της ισλαμικής αναγέννησης; Το σύνθημα «δεν είμαι Σαρλί» έρχεται να προστεθεί ως ένα ακόμα ταυτοτικό συμπλήρωμα της σύγχρονης αριστεροσύνης, διαστρεβλώνοντας -στο όνομα της με κάθε τρόπο διαφοροποίησης από την ολιγαρχία- όλη την ουσία του ζητήματος. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως όλη η ενέργεια και η πολιτική δραστηριότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς πάνω στα γεγονότα του Παρισιού σχεδόν εξαντλείται στην καταδίκη της υποκρισίας των δυτικών ηγετών. Πίσω όμως απ’ τις συνθηματικές ιαχές και τις ανέξοδες επιδείξεις υπερεπαναστατικότητας, κρύβεται η βαθιά αναλυτική αμηχανία και η χρόνια ιδεολογική ένδεια της Αριστεράς.

Πρώτος, βέβαια, δήλωσε δημόσια πως δεν είναι Σαρλί ο Λεπέν πατήρ, τονίζοντας πως «με λυπεί ο θάνατος δώδεκα γάλλων συμπατριωτών μου, ωστόσο δε θέλω καν να γνωρίζω την πολιτική τους ταυτότητα, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα την γνωρίζω πολύ καλά. Ξέρω πως ήταν εχθροί του Εθνικού Μετώπου, οι οποίοι όχι πριν πολύ καιρό ζητούσαν τη διάλυσή του […]. Δε συμμερίζομαι καθόλου το πνεύμα του Σαρλί. Δε θα πολεμήσω εγώ για να υπερασπιστώ το πνεύμα του Σαρλί, πνεύμα αναρχοτροτσκιστικό, που υπονομεύει στο έπακρο την πολιτική ηθική τάξη»[6]. Ψιλά γράμματα, βέβαια, αυτά για -τους σοβαρούς κατά τα άλλα- δημοσιογράφους του Ιού, που θέλουν να μας πείσουν ότι το Σαρλί είχε πάθει ιδεολογική αγκύλωση και εξέφραζε απλά και μόνο τη μονομανία του με τους Άραβες και τους Μουσουλμάνους. Εξίσου ψιλά γράμματα το γεγονός πως αρκετοί από τους επιζήσαντες της συντακτικής ομάδας του περιοδικού άσκησαν πρώτοι κριτική σε όλη αυτή τη γελοία προσπάθεια αφομοίωσής τους από τον κάθε τυχάρπαστο πολιτικάντη. Ψιλά γράμματα, τέλος, το γεγονός πως ο Καμπύ (Cabu), ιστορικός γελοιογράφος, αντιμιλιταριστής και γέννημα-θρέμμα των κινημάτων του ’60, παρέμενε μέχρι τη δολοφονία του βασικός γελοιογράφος της αναρχοαριστερής σατιρικής εφημερίδας Λε Κανάρ Ανσενέ (Le Canard Enchaîné), ιστορικού και αυτοδιαχειριζόμενου, κατά κάποιον τρόπο εντύπου (αυτοχρηματοδοτείται, δε δέχεται διαφημίσεις κ.λπ.), με ιστορία σχεδόν ενός αιώνα[7].

Η ακατάσχετη συνωμοσιολογία

Και τι να πούμε για το όργιο συνωμοσιολογίας στο οποίο έχουν επιδοθεί τον τελευταίο καιρό διάφορες αριστερίστικες και αναρχικές ομάδες; Όπως μας διδάσκει μια πρόσφατη αφίσα[8], όχι μόνο οι επιθέσεις στο Παρίσι μα κι οι αντίστοιχες στο Λονδίνο και στη Μαδρίτη πριν από κάποια χρόνια, αλλά και το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος -ο σύγχρονος ισλαμισμός συνολικά, εν τέλει-, είναι προϊόντα συνωμοσιών των δυτικών μυστικών υπηρεσιών. Δεν φαίνεται να προβληματίζει ιδιαίτερα ότι η ραχοκοκαλιά αυτής της συνωμοσιολογίας, που την ασπάζεται εξίσου και η πλειοψηφία των μουσουλμάνων νεολαίων στη Γαλλία, στηρίζεται στα επιχειρήματα που πρώτοι διατύπωσαν γνωστοί γάλλοι ακροδεξιοί όπως ο Λεπέν πατήρ, ο Αλαίν Σοράλ κι άλλοι ελάσσονες αστέρες: «Πώς είναι δυνατόν οι αδελφοί Κουασί να έφτασαν ανενόχλητοι απ’ το 11ο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού (όπου βρίσκονται τα γραφεία του Σαρλί) ως την Πορτ ντε Παντάν (στα βορειοανατολικά της πόλης, όπου και άλλαξαν αυτοκίνητο), αν δεν ήταν μιλημένοι οι μπάτσοι;», «στις φωτογραφίες φαίνεται πως ο Κουλιμπαλί είχε τα χέρια του δεμένα με χειροπέδες, καθώς τον έβαλε η αστυνομία μέσα στο σουπερ-μάρκετ να κάνει τον απαγωγέα» κ.λπ.[9].

Οι άραβες, υποσαχάριοι αφρικανοί ή ασιάτες μουσουλμάνοι ρέπουν τόσο εύκολα προς τον συνωμοσιολογικό πειρασμό, επειδή, πρώτον, αδυνατούν να σκεφτούν πως ενδεχομένως το Ισλάμ (άρα, εμμέσως, κι οι ίδιοι, ως πιστοί της συγκεκριμένης θρησκείας) να έχει κάποια σχέση με τις τρομοκρατικές επιθέσεις, και, δεύτερον, για να αποτρέψουν εκ των προτέρων κάθε προσπάθεια διαύγασης πιθανών τέτοιων σχέσεων (ακριβώς όπως κάνουν, εδώ στην Ελλάδα, αρκετοί αναρχικοί, όταν σου λένε πως υπεύθυνοι για τα περίφημα «μπάχαλα» είναι η αστυνομία και το παρακράτος αλλά ποτέ οι ίδιοι!). Οι αριστεριστές, από την άλλη πλευρά, το κάνουν στα πλαίσια του βαθέως αντιδυτικισμού που τους χαρακτηρίζει κι ο οποίος τους κάνει, όπως θα δούμε, να θεωρούν τη Δύση ως την ενσάρκωση του Κακού μέσα στην Ιστορία.

[1] Από την αφίσα «Δεν είμαστε ‘μεις Charlie Hebdo, δε θα σιωπήσουμε στο νέο φασισμό» της συλλογικότητας mιγaδa.

[2] Βλ. το άρθρο του «Η ευκολία να “είσαι Charlie”» στο σαββατιάτικο φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών, στις 17/01/2015.

[3] Που ήρθε στην Ευρώπη, με αφορμή τις αντισημιτικές επιθέσεις σε Παρίσι και Κοπεγχάγη, για να καλέσει τους ευρωπαίους Εβραίους να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ.

[4] Με χαρακτηριστικό και πιο πρόσφατο παράδειγμα τη βεβήλωση 250 περίπου από τους 400 τάφους όπως και του μνημείου του Ολοκαυτώματος ενός εβραϊκού νεκροταφείου στη Σαρ-Ουνιόν του Κάτω Ρήνου, στα ανατολικά της χώρας.

[5] «Η τελευταία λέξη του φασισμού είναι οι πολίτες να στηρίζουν το κράτος τους» μας λέει μια πρόσφατη αφίσα της Antifa Kallithea.

[6] «Jean-Marie Lepen : “Moi, je suis désolé, je ne suis pas Charlie”» [«Ζαν-Μαρί Λεπέν: “Με συγχωρείτε, αλλά εγώ δεν είμαι Σαρλί”], Le Point.fr, 20/1/2015.

[7] Πρόσφατο γαλλικό άρθρο απαντά με στοιχεία σε αυτές τις προσπάθειες σπίλωσης της μνήμης των συντελεστών του ιστορικού -πλέον- Σαρλί Εμπντό. Σύμφωνα με δύο κοινωνιολόγους, μετά από έρευνα όλων των 523 εξωφύλλων του Σαρλί της περιόδου 2005-2015 (δηλαδή από το τεύχος 655, του Ιανουαρίου του 2005, ως το τεύχος 1177, του Ιανουαρίου του 2015), προκύπτει η εξής στατιστική: η θρησκεία, ως θεματική, απασχόλησε το 7% του συνολικού αριθμού των εξωφύλλων, δηλαδή 38. Από αυτά τα 38, 21 ήταν αφιερωμένα στον χριστιανισμό, 10 σε περισσότερες της μίας θρησκείες ταυτόχρονα και μόνο 7 στο Ισλάμ (ποσοστό 1,3% επί του συνόλου των εξεταζόμενων εξωφύλλων). Γι’ αυτά κι άλλα ακόμα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που καθορίζουν την «αναμφίβολα αριστερή και αντιρατσιστική», σύμφωνα με τους αρθρογράφους, πολιτική φυσιογνωμία του Σαρλί, βλ.: J.-F. Mignot, C. Goffette, «Non, Charlie Hebdo n’est pas obsédé par l’islam» [«Όχι, το Σαρλί Εμπντό δεν έχει εμμονή με το Ισλάμ»], Le Monde, 24/2/2015.

[8] Τιτλοφορούμενη «Μην πεις ποιο φόβο αγάπησες πάλι… Οι αρχές ξέρουν» και τοιχοκολλημένη στο κέντρο της Αθήνας από τους «Αυτόνομους».

[9] Για τον Soral, βλ. στα ελληνικά το άρθρο του Ν. Μάλλιαρη, «Ο Νικολά Ανελκά σε ρόλο Κατίδη και η νέα cool Ακροδεξιά στη Γαλλία», περ. Humba, τ. 15, Άνοιξη 2014 (διαθέσιμο και στον ιστότοπο, https://barikat.gr/content/o-nikola-anelka-se-rolo-katidi-kai-i-nea-cool-akrodexia-sti-gallia).

Posted in Κείμενα | 3 σχόλια

Μπροσούρα – «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo»

Κυκλοφόρησε η πρώτη μας μπροσούρα «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdoένα σχόλιο για το ιστορικό τέλος της Αριστεράς ως χειραφετητικού κινηματος»

Είναι διαθέσιμη προς το παρόν σε κάποια κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και σύντομα θα είναι διαθέσιμη και στην επαρχία.

Brochure_cover# - 1

Από το οπισθόφυλλο

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης, 8ης και 9ης Ιανουαρίου στο Παρίσι έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά γεγονότων εντός κι εκτός Δύσης: την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράκ και την αύξηση της επιρροής του στη Λιβύη και το Πακιστάν, την αντίστοιχη επέλαση και τις πρόσφατες σφαγές του Μπόκο Χαράμ στη Βόρειο Νιγηρία και το Καμερούν, την άνοδο του Pegida σε πόλεις της Γερμανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, τις διαδηλώσεις ενάντια στο Σαρλί Εμπντό σε αρκετές μουσουλμανικές χώρες και τους εμπρησμούς χριστιανικών εκκλησιών και περιουσιών στη Νιαμέι του Νίγηρα, στα πλαίσια τέτοιου είδους διαδηλώσεων, όπως βέβαια και την πρόσφατη διπλή επίθεση στην Κοπεγχάγη. Πρόκειται για σημαντικές εξελίξεις που θέτουν με τρόπο όλο και πιο οξύ το ζήτημα της στάσης που πρέπει να κρατά κάθε κίνημα που θέλει να λέγεται χειραφετητικό και δημοκρατικό απέναντι σε αυτήν την αναγέννηση του ισλαμικού νεοσυντηρητισμού και τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειές της.

[ … ]

Το σύνθημα «δεν είμαι Σαρλί» έρχεται να προστεθεί ως ένα ακόμα ταυτοτικό συμπλήρωμα της σύγχρονης αριστεροσύνης, διαστρεβλώνοντας -στο όνομα της με κάθε τρόπο διαφοροποίησης από την ολιγαρχία- όλη την ουσία του ζητήματος. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως όλη η ενέργεια και η πολιτική δραστηριότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς πάνω στα γεγονότα του Παρισιού σχεδόν εξαντλείται στην καταδίκη της υποκρισίας των δυτικών ηγετών. Πίσω όμως απ’ τις συνθηματικές ιαχές και τις ανέξοδες επιδείξεις υπερεπαναστατικότητας, κρύβεται η βαθιά αναλυτική αμηχανία και η χρόνια ιδεολογική ένδεια της Αριστεράς.

Περιεχόμενα

– Je suis pas Charlie?

– Η ακατάσχετη συνωμοσιολογία

– Από την αντικληρικαλική πάλη στην υπεράσπιση της «πολιτιστικής διαφοράς»

α) Η εγκαθίδρυση και η μοίρα της κοσμικότητας στη Γαλλία

β) Ο μεταμοντέρνος φετιχισμός της «διαφορετικότητας»

γ) Έξοδος από τη χειραφετητική συνιστώσα του Διαφωτισμού;

– Κοινωνίες θρησκευόμενες και κοινωνίες εκκοσμικευμένες

– Δυτικισμός και αντιδυτικισμός

– Είναι οι μουσουλμάνοι καταπιεζόμενη μειοψηφία;

α) Περί «ισλαμοφοβίας»: δύο μέτρα και δύο σταθμά;

β) حربي حربي

γ) Το πρόβλημα της καθολικότητας των αξιών

– Οι μετανάστες ως επαναστατικό υποκείμενο;

α) Ο θεωρητικός φιλοεξωτισμός

β) Εκμετάλλευση ή ρατσισμός; Η φυλετικοποίηση του κοινωνικού ζητήματος

γ) Η πιθανή συμβολή των μεταναστών ως μεταναστών

δ) Οι πολιτικές επιλογές που πρέπει να γίνουν

– Οι δύο διαστάσεις του ισλαμοαριστερισμού

– Η πολιτική σημασία της σάτιρας

α) Σάτιρα εναντίον θρησκειών

β) Κι άλλη μια φορά: Έχει όρια η σάτιρα;

γ) Υπέρ του δικαιώματος στη σάτιρα και τη βλασφημία

δ) Χιούμορ, σάτιρα και κοινωνική απελευθέρωση

Posted in Ανακοινώσεις | 7 σχόλια

Ένα μικρό (προς το παρόν) σχόλιο περί Charlie Hebdo και σάτιρας

Η υπόθεση Σαρλί Εμπντό φαίνεται να απασχόλησε -αλλά και ν’ απασχολεί ακόμη- ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται από μόνο του για θέμα εξόχως σημαντικό, αυτό συμβαίνει λόγω ορισμένων ζητημάτων με τα οποία συνδέεται (όπως η σχέση του Ισλάμ με τη Δύση). Αυτό που εντυπωσιάζει, πάντως, είναι η πολύ χαμηλή ποιότητα της επιχειρηματολογίας η οποία χαρακτηρίζει τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν σχετικά. Μέσα σε όλα αυτά διαβάσαμε και αρκετές κριτικές στην αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και της σάτιρας. Παύουν, διαβάσαμε, να είναι υπερασπίσιμες αυτές οι δύο αρχές, όταν στρέφονται κατά των «αδυνάτων». Επειδή για εμάς το θέμα αυτό είναι καίριας σημασίας, ετοιμάζουμε μια μπροσούρα -η πρώτη της ομάδας μας- όπου προσπαθούμε να εκθέσουμε λεπτομερώς τις απόψεις μας. Μέχρι την κυκλοφορία της, δημοσιεύουμε εδώ ένα μικρό αρθράκι από το τρέχον φύλλο της γαλλικής (αριστερής) σατιρικής εφημερίδας Le Canard Enchaîné (4/2/2015), με σκοπό να δώσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος σχετικά με το ποιος είναι «καταπιεζόμενος», «μειονότητα» κ.λπ., που πάγια αγνοείται και συσκοτίζεται από την αριστερή και αναρχική φιλολογία επί του θέματος.

 

b_abughraib

«Οι εφημερίδες δημοσίευσαν νέες φωτογραφίες βασανισμών στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ». -Σιγά, αφού δεν πρόκειται για γελοιογραφίες…

Ένα δίλημμα

Την επομένη του μακελειού στο Σαρλί Εμπντό, στην τελευταία σελίδα της γαλλόφωνης αλγερινής εφημερίδας Ελευθερία, ο σκιτσογράφος Ali Dilem σχεδίαζε έναν άντρα πεσμένο στη γη ο οποίος έγραφε σ’ έναν τοίχο με το αίμα του «Οι μαλάκες με σκότωσαν».

Επί μια εικοσαετία ο Ντιλέμ ζει υπό τις απειλές των ισλαμιστών εξτρεμιστών κι εύχεται σήμερα «καλή δύναμη στη Γαλλία». Αν και δε δημοσίευσε ποτέ κάποια γελοιογραφία με τον Προφήτη, έχει ωστόσο τολμήσει να σχεδιάσει ένα χέρι που βγαίνει από ένα σύννεφο. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτού του χαριτωμένου σκαριφήματος, που θεωρήθηκε βλάσφημο, όπως επίσης βέβαια κι όλων αυτών των τζιχαντιστών με τη γενειάδα, τη μεγάλη μύτη και το ηλίθιο βλέμμα που σχεδιάζει καθημερινά, ο αλγερινός καλλιτέχνης ζει σ’ ένα καθεστώς οιονεί παρανομίας. Ωστόσο δεν παραπονιέται. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως επιτίθεται με την ίδια όρεξη στον Πρόεδρο της αλγερινής Δημοκρατίας, σχεδιάζοντας πάντοτε τους στρατηγούς (που κάνουν κουμάντο στη χώρα) με την κοιλιά να χύνεται έξω απ’ τη στολή, τα σάλια να τρέχουν απ’ τα χείλη τους, παρασημοφορημένους με μια νεκροκεφαλή, περιτριγυρισμένους απ’ τους καλύτερούς τους φίλους –τις μύγες.

Το 2001 -τι φόρος τιμής, ε;- ο αλγερινός Ποινικός Κώδικας εμπλουτίστηκε με μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε γνωστή ως «τροπολογία Ντιλέμ» και προβλέπει φυλάκιση μέχρι κι ενός έτους για κάθε «προσβολή» του Προέδρου και των εκπροσώπων του. Εντούτοις, παρά τις δεκάδες δίκες, ο Ντιλέμ συνεχίζει να σαρκάζει. Την ίδια στιγμή, σκιτσογράφοι σαν τον Saad Bekhelif (της εφημερίδας El Watan) ή τον Ghilas Aïnouche (της γαλλόφωνης ιστοσελίδας Tout sur lAlgérie) απαντούν στο μακελειό της 8ης Ιανουαρίου ανεβάζοντας φωτογραφίες τους με τον Charb (ηγετική μορφή του Charlie Hebdo που σκοτώθηκε από τους τρομοκράτες) στα προφίλ τους στο Facebook. Γνωρίζουν όλοι τον κίνδυνο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

B6wnd0wCUAAY03T

Οι ισλαμιστές θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. -Σταματά εδώ!

Όπως μας υπενθυμίζει η Humanité, από το 1993 μέχρι το 1997, 123 αλγερινοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι, γενικότερα, στον Τύπο, αποκεφαλίστηκαν ή εκτελέστηκαν με περίστροφο ακόμα και μέσα στα γραφεία τους. «Οι δημοσιογράφοι που πολεμούν το Ισλάμ με την πένα, θα πεθάνουν με τη λεπίδα» είχε τότε διακηρύξει ένας εμίρης της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (al-Jama’ah al-Islamiyah al-Musallaha ή GIA, εκ του γαλλικού Groupe Islamique Armé –αλγερινή τζιχαντιστική ομάδα που πολεμά το αλγερινό κράτος και μάχεται για τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στη χώρα).

Οι ονομασίες και τ’ ακρωνύμια μπορεί ν’ αλλάζουν, όχι όμως και τα σκοτεινά σχέδια των φορέων τους…

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Κείμενα | 2 σχόλια

Με αφορμή το βιβλίο του Γ. Χαμηλάκη «Το έθνος και τα ερείπιά του»

Απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική του Α. Φασούλα που περιλαμβάνεται στο τρέχον, 7ο τεύχος του περιοδικού.

Xamilakis_cover

[ … ]

Αρχαίος και Νέος Παρθενώνας: η τυραννία του παρελθόντος

 

Μας πήρανε τα μάρμαρα! Ποιος θα ζητήσει τώρα τα οστά των προγόνων μας;

Μ. Μερκούρη

 

Τον Αύγουστο του 2013 ξέσπασε μια μηντιακή καταιγίδα σχετικά με την δήθεν ανακάλυψη του τάφου του Μεγαλέξανδρου στην Αμφίπολη. Το σύντομο αυτό επεισόδιο, ένα ακόμη στην μακρόχρονη σαπουνόπερα του κυνηγιού του χαμένου τάφου-θησαυρού, ξεφούσκωσε λίγες μέρες μετά, αφού προκάλεσε, βέβαια, σωρεία άρθρων. Η συζήτηση για τον «Μέγα Στρατηλάτη», την ελληνικότητα της Μακεδονίας και το ιστορικό συνεχές του ελληνικού έθνους, είχαν γι’ άλλη μια φορά την τιμητική τους κι όλο το ενδιαφέρον για την αρχαιολογική ανασκαφή ενός μνημειώδους τύμβου, έμελλε να ξοδευτεί, σαν ένα ακόμη κούτσουρο, στην φωτιά της εθνικής μας υπερηφάνειας.

samaras_amfipoli_arx_1

κυνηγός νεκρών

Η είδηση για τον τάφο της Αμφίπολης, που επανήλθε και αυτόν τον Αύγουστο αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον, αποτελεί μια θαμπή αντανάκλαση ενός πολύ παλιότερου εγχειρήματος, της σχεδόν εμμονικής προσπάθειας του εθνικού μας αρχαιολόγου Μ. Ανδρόνικου ν’ αποκαλύψει το «μυστικό της Μεγάλης Τούμπας» στη Βεργίνα, ενός εγχειρήματος που κατέληξε το 1977 στην αποκάλυψη δύο τάφων, ένας εκ των οποίων ταυτοποιήθηκε από τον ίδιο τον ανασκαφέα ως ο τάφος του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας. Το «σύνδρομο της Βεργίνας» όπως αποκάλεσε τις «θησαυροθηρικές εξάρσεις» της ελληνικής αρχαιολογικής έρευνας ο αρχαιολόγος Αντώνης Ζώης, φαίνεται να συνδέεται ουσιωδώς με τις εθνικιστικές μας αγωνίες. Το κυνήγι τάφων των Μακεδόνων βασιλέων αποτελεί, στην πραγματικότητα, κυνήγι της ταυτότητας του γένους.

Τα οστά του Φιλίππου βγήκαν από τη μακεδονική γη για να την θωρακίσουν «κατά των πολεμίων της» (ΕκΕ, σ. 153), δένοντας έτσι την μακεδονική αρχαιότητα με τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό και το εθνικό συνεχές γενικότερα. Το ελληνικό πνεύμα, η προγονική αυτή ουσία που διαποτίζει την ιστορία του έθνους από την προϊστορία ως σήμερα, αποκτά υλική υφή, γίνεται απτό κι ορατό· και μέσω της αρχαιολογικής σκαπάνης, γεωγραφικές περιοχές ενώνονται φαντασιακά στο μεγάλο σώμα του έθνους. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι χρόνοι αποκαθαίρονται και απορροφούνται από τον εθνικό μύθο. Ο Ανδρόνικος, όπως σημειώνει ο Χαμηλάκης, είχε απόλυτη συνείδηση του ρόλου του. Το έργο του εντάσσεται στην μεγάλη προσπάθεια του έθνους να ολοκληρωθεί. «Γι’ αυτόν, ο ελληνισμός, σύγχρονος και παρελθών, προϊστορικός, κλασικός και βυζαντινός, τα δημοτικά τραγούδια και τα αρχαία τέχνεργα, η ηπειρωτική Ελλάδα, η ελληνική Ανατολία και η Κύπρος ήταν ένα. Η συνέχεια του ελληνικού πνεύματος ήταν αδιαμφισβήτητη» (ΕκΕ, σ. 162- 163). Ο ελληνισμός του Ανδρόνικου μοιάζει, λοιπόν, με κολλάζ του Ελύτη, όπου κλασικά αγάλματα και ορθόδοξα χερουβείμ παντρεύονται με νησιώτικα ξωκλήσια και θαλάσσια όστρακα[1].

Όσο κι αν φανεί περίεργο, η εικόνα αυτή θυμίζει τρομαχτικά την μεταξική ρητορεία περί του παρελθόντος του τόπου. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο κατεξοχήν τεταρταυγουστιανός αρχαιολόγος και υποστηριχτής της μεταξικής δικτατορίας, σε λόγο του το 1939, προσπαθεί να δείξει «πόσο αδιάσπαστος είναι η συνέχεια των γεγονότων, όσα εξειλίχθησαν από της απωτάτης εποχής επί του πατρίου ελληνικού εδάφους. Ηθέλησα να δείξω, ότι η προϊστορία και η ιστορία του εδάφους της πατρίδος μας αποτελούν μιαν συνεχή άλυσιν γεγονότων. [..] Διότι είναι πράγματι αφάνταστος η συνοχή και η συντηρητικότης της φυλής, της ψυχής και της γλώσσης, ήτις ανεπτύχθη επί του εδάφους τούτου επί του οποίου ζώμεν» (ΕκΕ, σ. 225).

Η σύνδεση των ιστορικών χρόνων συνοδεύεται από την επιθυμία σύνδεσης των γεωγραφικών τόπων, των μνημών και των υλικών καταλοίπων. Το εθνικό σώμα πρέπει να είναι ολόκληρο! Και είναι αυτή ακριβώς η «νοσταλγία για το όλον», κατά την έκφραση του Χαμηλάκη, που προστάζει και την επιστροφή των ελληνικών (κατά κανόνα κλασικών) αρχαιοτήτων από τα μουσεία όλου του κόσμου, πίσω, «στη χώρα που τα γέννησε». Το εθνικό φαντασιακό βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση ολοκλήρωσης. Η «Μητέρα-Πατρίδα» αποζητά τα τέκνα της: έλληνες ξενιτεμένους, αγάλματα και μάρμαρα, αλύτρωτες πατρίδες οφείλουν να επιστρέψουν στην θαλπωρή του κόρφου[2].

«Ο Τόμας Μπρους, κόμης του Έλγιν, αφαίρεσε περισσότερα από το ήμισυ των γλυπτών. Μερικά από αυτά τα πήρε από το έδαφος. Μερικά τα γκρέμισε από τον ίδιο το ναό! Από τότε, το πιο εμβληματικό μνημείο κλασικού πολιτισμού στον κόσμο παραμένει ακρωτηριασμένο. Από τότε, τα μάρμαρα της Ακρόπολης ζητούν την επιστροφή των μαρμάρων που λείπουν! Από τότε η χώρα μου προσπαθεί να επιτύχει την επανένωση του Παρθενώνα. Λίγα χρόνια μετά τη λεηλασία του Έλγιν, οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Αλλά τα κλεμμένα μάρμαρα εξακολουθούν να λείπουν από τον τόπο τους και από τις καρδιές μας». Με αυτά τα λόγια ο Α. Σαμαράς, απευθυνόμενος στου ευρωπαίους υπουργούς οικονομικών στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, υπενθύμισε γι’ άλλη μια φορά την εθνική αξίωση της επιστροφής των τμημάτων του Παρθενώνα από το Βρετανικό μουσείο. Η αλυτρωτική αυτή υπενθύμιση, όμως, αποκαλύπτει και μιαν άλλη πλευρά της εθνικιστικής ρητορείας που, όπως υπογραμμίστηκε και σε προηγούμενα τεύχη μας[3], θέλει τον αγώνα του Γένους, έναν μεγαλειώδη αγώνα επιβίωσης κόντρα στην σκληρή κι αγνώμονα Δύση απ’ την μια πλευρά και στους «εξ ανατολάς εχθρούς» από την άλλη. Στριμωγμένο ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες, το «ανάδελφον έθνος» επιμένει να υπάρχει και να μεγαλουργεί!

Η Μ. Μερκούρη, πρωτεργάτρια της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, έλεγε πως αυτά τα μάρμαρα είναι «η ουσία της ελληνικότητάς μας»[4]. Υπό μία έννοια η Μερκούρη είχε δίκιο. Το αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων φαίνεται πράγματι να ενσαρκώνει απόλυτα όλα τα χαρακτηριστικά της «ελληνικότητας»: θυματικό εθνικισμό, αντιδυτικισμό και νοσταλγία για το όλον. Η μη επιστροφή των εξόριστων αδερφών μας στην πάτρια γη γίνεται σύμβολο των αδικιών που αυτός ο δύσμοιρος λαός, από την αρχή της ιστορίας του φαίνεται να υφίσταται, σύμβολο του ατελείωτου «ρωμαίικου καημού».

Αυτή η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνικότητας, με τα παραπάνω πάντα χαρακτηριστικά, και η συνεπακόλουθη ένταξη των αρχαίων καταλοίπων σ’ αυτό το σχήμα, διατρέχει την ελληνική κοινωνία οριζόντια και κάθετα. Ο Χαμηλάκης, προσεγγίζοντας την λειτουργία του παρελθόντος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, αναδεικνύει τις βαθιές ρίζες του εθνικιστικού φαντασιακού, καθώς ο πυρήνας του εντοπίζεται ακόμη και στην σκέψη των εξορίστων. Ο συγγραφέας επαναφέρει έτσι με θάρρος το ζήτημα του αριστερού εθνικισμού, σκαλίζοντας με προσοχή τις μνήμες των κολασμένων του «Νέου Παρθενώνα».

Με αυτόν τον τίτλο μοστράριζε το επίσημο κράτος εν μέσω Εμφυλίου, τον τόπο που είχε επιλεχθεί για την «αναμόρφωση» και την «εθνική επανένταξη» των κομμουνιστών κι άλλων αριστερών ή γενικώς «αντιφρονούντων» πολιτών. Η υποδήλωση του κλασικού παρελθόντος είναι πασιφανής. Οι εξόριστοι κατασκευάζοντας μικρογραφίες αρχαίων μνημείων και ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες, έπρεπε να εξαγνιστούν, «ν’ ανανήψουν», να αποτινάξουν το «βαρβαρικό» -ουδόλως ελληνικό, αλλά ξενόφερτο- αριστερό τους παρελθόν και ν’ επιστρέψουν και πάλι στην αγκάλη του Έθνους. Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν στη Μακρόνησο.

Έχει ενδιαφέρον ν’ αντιπαραβάλουμε την ανάλυση του Χαμηλάκη με αυτήν που επιχειρεί ο Άκης Γαβριηλίδης στο βιβλίο του Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού[5]. Ο Γαβριηλίδης περιγράφει καταρχάς με εξαιρετικό τρόπο τις διάφορες όψεις του αριστερού εθνικισμού. Προχωρώντας όμως στην ερμηνεία του φαινόμενου, υποστηρίζει πως πρόκειται για μια ψυχολογική προσπάθεια απ’ την πλευρά των αριστερών να επιβιώσουν υπό την ασφυκτική πίεση του κράτους της Δεξιάς, για μια στρατηγική επιλογή συνειδητή ή ασυνείδητη[6]. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικισμός παρουσιάζεται ως ένα χαρακτηριστικό εξωτερικό της αρχικής, αυθεντικής αριστερής σκέψης.

Ο Χαμηλάκης επιχειρώντας με τη σειρά του να ερμηνεύσει το φαινόμενο, φαίνεται να επιλέγει μια πιο σωστή, κατά τη γνώμη μας, ανάγνωση. Χρησιμοποιώντας την έννοια των «υποκρυπτόμενων κειμένων» του Τζαίημς Σκοτ, εξηγεί καταρχήν την υιοθέτηση του εθνικιστικού λόγου ως «στρατηγική συγκεκαλυμμένης αντίστασης». Η εξήγηση αυτή λίγο διαφέρει απ’ την «στρατηγική στροφή» του Γαβριηλίδη. Όμως, ο Χαμηλάκης προχωρά επισημαίνοντας πως «πολλές φορές στον δημόσιο λόγο που παρήγαγαν τα θύματα και οι πολέμιοι της Μακρονήσου, η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνισμού και ελληνικότητας (που συνεπάγεται την άρρηκτη εθνική συνέχεια και την πολιτισμική ανωτερότητα), αν δεν αναπαραγόταν, τότε τουλάχιστον γινόταν σιωπηρά ή ρητά αποδεκτή. Η ηθική αυθεντία της κλασικής αρχαιότητας δεν αμφισβητούνταν»[7].

Η μεταξική δικτατορία, η Δεξιά, η Χούντα αργότερα, κατηγορήθηκαν συχνά από την Αριστερά για ανθελληνισμό, για προδοσία του αυθεντικού ελληνικού πνεύματος και για προσβολή της μνήμης των προγόνων. Για ό,τι ακριβώς και η Δεξιά κατηγορούσε πάντα την Αριστερά. Η Αριστερά, απ’ την πλευρά της, προέβαλλε ανέκαθεν τον εαυτό της ως την πραγματική πατριωτική δύναμη, πιστή στο αληθινό πνεύμα του ελληνικού λαού που παλεύει αιώνια για την ελευθερία του ενάντια σ’ Ανατολή και Δύση. Λίγο παρεκκλίνουμε από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση: «οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουν για την λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το 21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους»[8].

[ … ]

[1] Ο κόσμος που παρουσιάζεται στα κολλάζ του ποιητή αντιστοιχεί βεβαίως στην ευρύτερη αντίληψή του για την ελληνικότητα η οποία διαπνέει όλη του τη δημιουργία, με το Άξιον Εστί, φυσικά, σε εξέχουσα θέση. Ο ελληνισμός κι εδώ αρθρώνεται ως ένα σύμπλεγμα στοιχείων διαφορετικών ιστορικών περιόδων του ίδιου αιώνιου Έθνους.

     Σε αντίστοιχο εγχείρημα φαίνεται να επιδόθηκε πολύ πρόσφατα ο Τζιμ Φρέκλινγκτον, ο οποίος κατασκεύασε μια πραγματική άμαξα-κολλάζ για την βασίλισσα Ελισάβετ του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην άμαξα αυτή συγκολλήθηκαν υλικά θραύσματα της βρετανικής ιστορίας, όπως κομμάτι του πλοίου που κυβερνούσε ο ναύαρχος Νέλσων το 1805 κατά τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, μια παλιά πόρτα της πρωθυπουργικής κατοικίας στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, μια σφαίρα μουσκέτου που χρονολογείται από τη μάχη του Βατερλώ ή ακόμη κομμάτια προερχόμενα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου, τον Πύργο του Λονδίνου, τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ. Ο κατασκευαστής της άμαξας δήλωσε: «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι αληθινά ιδιαίτερο για να σηματοδοτήσω τη βασιλεία της βασίλισσας».

[2] Ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης των αρχαίων μνημείων με όρους συγγένειας, είναι το πολύ πρόσφατο χάπενινγκ της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, που με μια δραματοποιημένη εκδήλωση διαμαρτυρίας, ζήτησε «να επιστρέψουν την Καρυάτιδα στην γη που την γέννησε». Συγκεκριμένα, όπως έγραφαν οι διαδικτυακές σελίδες αναπαράγοντας με θαυμασμό την είδηση: «η διεθνούς φήμης σοπράνο, Σόνια Θεοδωρίδου, συνοδευόμενη από έξι πανέμορφες Ελληνίδες ντυμένες στα λευκά, ως άλλες Καρυάτιδες, μπήκαν στο Βρετανικό μουσείο αναζητώντας την χαμένη «αδερφή τους».

[3] Βλ. το κείμενο της ομάδας μας Η άνοδος της φασιστικής ακρο­δεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός, Πρόταγμα τ.5, Δεκέμβριος 2012 και την βιβλικριτική του Ν.Ν. Μάλλιαρη, για τον Α. Γαβριηλίδη , Πρόταγμα τ.6, Δεκέμβριος 2013.

[4] Λόγος που εκφώνησε η τότε υπουργός εξωτερικών στο Oxford Union, στις 12 Ιουνίου 1985.

[5] Στο 6ο τεύχος του Προτάγματος δημοσιεύεται το πρώτο μέρος λεπτομερούς παρουσίασης και κριτικής στο συγκεκριμένο βιβλίο από τον Ν. Μάλλιαρη, ενώ σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται το δεύτερο μέρος.

[6] Βλ. τη παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση, Πρόταγμα 6, σ. 239- 240

[7] Χαμηλάκης, ό.π, σ. 258

[8] Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, στο Εκλεκτές σελίδες, τομ. 1, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1975 [1942], σ. 142. Παρατίθεται στο Χαμηλάκης, ό.π., σ. 259. Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο αναδιανεμήθηκε πέρσι, δωρεάν από την Αυγή, ενώ στον Ριζοσπάστη συχνά εμφανίζονται αποσπάσματά του, χαρακτηριζόμενα ως «Ευαγγέλια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα».

Posted in Κείμενα | 3 σχόλια

Ανοιχτή συνάντηση της ομάδας

Με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου τεύχους του Προτάγματος, θα μαζευτούμε στο Polis Art Cafe (Πεσματζόγλου 5,  στο Αίθριο της Στοάς του Βιβλίου, στην Αθήνα), το ερχόμενο Σάββατο, 1η Νοεμβρίου, κατά τις 5 το απόγυεμα, για καφέ και πολιτική κουβέντα, περί επικαιρότητας αλλά και γενικώς. Όσοι πιστοί και όσες πιστές, προσέλεθετε…

Posted in Ανακοινώσεις | 1 σχόλιο