Απάντηση στους Α. Σχισμένο και Ν. Ιωάννου

Κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα μάλλον λιβελογραφικού χαρακτήρα άρθρο, η «οφειλόμενη», όπως τη χαρακτηρίζουν οι συντάκτες της, απάντηση των Α. Σχισμένου και Ν. Ιωάννου σ’ ένα σπάργανο κριτικής που τους έκανα σε μια υποσημείωση του τρέχοντος, 8ου τεύχους του Προτάγματος[1]. Το γεγονός πως σου αφιερώνει ο άλλος κοτζάμ κείμενο, πλήρες προσωπικών χαρακτηρισμών, για μια ολιγόστιχη αναφορά σε μια από τις καταληκτικές υποσημειώσεις ενός δικού σου κειμένου με άσχετο κύριο θέμα, μαρτυρά ήδη για το κωμικό της υπόθεσης, με την οποία, ως εκ τούτου, μάλλον δε θα ‘πρεπε ν’ ασχοληθώ. Ο ανταγωνισμός για τη διεκδίκηση των σκήπτρων του εγχώριου κτήτορα της Καστοριάδειου Αλήθειας, στην οποία με τόση ζέση επιδίδονται (μεταξύ άλλων διά της διαβολής μου) οι Σχισμένος-Ιωάννου, ουδόλως μ’ απασχολεί ως άθλημα. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ανταγωνισμός αυτός, στον οποίο σύρομαι παρά τη θέλησή μου, πατά σε ορισμένα ζητήματα προφανούς πολιτικού ενδιαφέροντος και γι’ αυτό θα μπω στον κόπο να καταπιαστώ μ’ αυτά, όσο μπορώ πιο συνοπτικά. Αναγκαστικά το κείμενο μου θα είναι μακροσκελέστερο της «απάντησης» των κατακριτών μου, καθώς θα συζητήσω πραγματικά τα ζητήματα που αυτοί μόνον στο πόδι κι υπό μορφήν πυροτεχνήματος θίγουν με πιθανότερο σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων.

[1] Α. Σχισμένος, Ν. Ιωάννου, «Η αυθεντική σκιά μιας φανταστικής αυθεντίας. Μία οφειλόμενη απάντηση στον Νίκο Ν. Μάλλιαρη», 29/12/2015.

Η συνέχεια εδώ: Απάντηση στους Α. Σχισμένο και Ν. Ιωάννου

Posted in Κείμενα | 2 σχόλια

Ελλάς – Ευρώπη – Φιλελευθερισμός…

Απόσπασμα από το editorial του 8ου τεύχους του περιοδικού «Πρόταγμα».
[αφιερωμένο στον Κυριάκο Μ. και στα γραβατωμένα κινήματα του υπαρκτού μπογδανισμού]

ÄéáäçëùôÝò äéêçãüñïé ðïõ óõììåôÝ÷ïõí óôçí äéáìáñôõñßá åíÜíôéá óôï íÝï áóöáëéóôéêü öùíÜæïõí óõíèÞìáôá êáôÜ ôçí äéÜñêåéá ðïñåßáò Ýîù áðü ôï õðïõñãåßï Åñãáóßáò, ÐÝìðôç 21 Éáíïõáñßïõ 2016. ¼ëïé ïé äéêçãïñéêïß óýëëïãïé êáé ôá äéêçãïñéêÜ ãñáöåßá ìáæß ìå ìç÷áíéêïýò, ãéáôñïýò óå üëç ôçí åðéêñÜôåéá óõììåôÝ÷ïõí óôï Ðáíåëëáäéêü ÓõëëáëçôÞñéï "Åðéóôçìüíùí-ÅëåõèÝñùí Åðáããåëìáôéêþí", åíÜíôéá óôï íÝï áóöáëéóôéêü íïìó÷Ýäéï. ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁÐÅ-ÌÐÅ/ÁËÅÎÁÍÄÑÏÓ ÂËÁ×ÏÓ

 

[ … ]

γ) Φόβος και φιλελεύθερη παράνοια στο Ελλάς Βέγκας

 Υπαρξιακά διλήμματα άμεσης τακτικής συναιρούνται με τη μακροχρόνια μοίρα του τόπου, τίθενται πλέον ταυτόχρονα και αλληλένδετα. Απαντώντας στο ένα, απαντάμε μεμιάς και στα υπόλοιπα. Συμφωνία ή χρεοκοπία. Ευρώ ή δραχμή. Ευρωπαϊκή δημοκρατία ή εθνολαϊκιστικός αυταρχισμός. Ας μη θεωρηθεί υπερβολή το τρίτο δίλημμα.
Γ. Βούλγαρης[1]

Σε κάθε περίπτωση, αυτόν τον μικροαστικό δήθεν ρεαλισμό και τους φόβους που τον τροφοδοτούν εκμεταλλεύεται το φιλελεύθερο και μνημονιακό στρατόπεδο για να εντείνει το κλίμα πανικού και την τρομολαγνεία περί δήθεν κινδύνου απώλειας του «ευρωπαϊκού κεκτημένου της χώρας». Αν εξαιρέσουμε τους κατσαπλιάδες της λαϊκής Δεξιάς, που απλώς αναμασούν τέτοια σλόγκαν για μικροπολιτικούς λόγους, οι ποτάμιοι, παραποτάμιοι και λοιποί φιλελεύθεροι περιστέλλουν τεχνηέντως κάθε συζήτηση περί «ευρωπαϊκής ταυτότητας» στη επισήμανση του κινδύνου να πηδήξει η Ελλάδα απ’ το τρένο του «εκσυγχρονισμού», δηλαδή της πορείας σύγκλισης με τη Δύση. Λες και το να ανήκει κανείς στη Δύση καθορίζεται απ’ το αν ανήκει στην Ευρωζώνη ή στην ΕΕ! Δηλαδή η Βρετανία, η Νορβηγία, η Ελβετία ή οι ΗΠΑ δεν είναι δυτικές χώρες; Και είναι η Ελλάδα, απλώς επειδή, για γεωπολιτικούς και βραχυπρόθεσμα οικονομικούς λόγους, μας έμπασαν από το παράθυρο στους «ευρωπαϊκούς θεσμούς»; Η Βουλγαρία μήπως; Κι αν κάποτε μπει κι η Τουρκία στην ΕΕ, θα μετατραπεί αυτομάτως σε δυτική χώρα; Είναι η φαρσοκωμωδία της ΕΕ ο θεματοφύλακας των δυτικών ιδεωδών ή μήπως το «κοινό νόμισμα» συνιστά κάποιο είδος φυλαχτού που μας προφυλάσσει από τη μάστιγα του τριτοκοσμισμού, όπως τόσο κουραστικά επαναλαμβάνει ο ινστρούχτορας του μεσαίου χώρου Γ. Βούλγαρης; Μήπως εδώ οι φιλελεύθεροι πολέμιοι του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν μέσες άκρες στις ίδιες ψευδαισθήσεις με τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη, που συγχέουν την ΕΕ με τον Διαφωτισμό;

Πάντως με κάτι τέτοιο έδειξε ότι τρέφεται ο θίασος που συγκεντρώθηκε στο Σύνταγμα και στο Καλλιμάρμαρο τη βδομάδα του δημοψηφίσματος, κάτω από την ομπρέλα του «Μένουμε Ευρώπη». 10438315_10206871017439229_3041550157052414687_nΠλάι στους οργανωμένους οννεδίτες του Σαμαρά είδαμε να διαδηλώνουν αριστερόφοβοι παππούδες και ευκατάστατες γιαγιάδες του Κολωνακίου, φερέλπιδες νέοι της γενιάς των χίπστερς που φοβάται μήπως χαθεί κάτω απ’ τα πόδια τους το «ευρωπαϊκό έδαφος», αλλά και επιχειρηματικός κόσμος που «γονατίζει» και στη σκέψη ότι ο ελληνικός λαός θα πει ένα ΟΧΙ. Τα τραγελαφικά πλακάτ του στυλ «όχι στον ελληνικό σταλινισμό», «ΕΑΜ: ευρωπαϊκό απελευθερωτικό μέτωπο», «όχι στις μονομερείς ενέργειες της κυβέρνησης» κ.λπ. συνοψίζουν ίσως με τον πιο σουρεαλιστικό τρόπο την υστερία και την πλήρη έλλειψη χιούμορ των λεγόμενων ευρωλιγούρηδων στον τόπο αυτό. Εδώ, ο βιωματικός εκσυγχρονισμός του Νεοέλληνα συναντά (και μάλιστα στο δρόμο!) μια αυτιστικού τύπου αριστεροφοβία, γεννώντας τελικά αυτήν την χαζοχαρούμενη ευρωλατρεία με την οποία μας έχουν πάρει τ’ αυτιά οι Ψυχάρηδες και οι Μπογδάνοι. Είναι σαν όλο αυτό το χιπστερο-διανοουμενίστικο μπλοκ των εν Ελλάδι φιλελεύθερων[2] να απέκτησε -προσωρινά και στο δρόμο- μια «λαϊκή βάση», μόνο και μόνο μπροστά στο φόβο του Γκρέξιτ.

Δυστυχώς αυτούς τους φόβους αντανακλά η στάση ακόμα και σχολιαστών πολύ πιο «τίμιων» και μεγαλύτερης αναλυτικής διαύγειας, όπως π.χ. του Ν. Σεβαστάκη. Ο τελευταίος, μολονότι είναι από τους πιο αξιόλογους θεωρητικούς της Αριστεράς στην Ελλάδα, τώρα τελευταία έχει μετοικήσει στις στήλες της Lifo απ’ όπου και έβαλλε, πριν τη διάσπαση του καλοκαιριού, κατά ενός φανταστικού και ολωσδιόλου λαφαζανοποιημένου ΣΥΡΙΖΑ, όταν είναι προφανές πως ο Τσίπρας, φορέας ενός αφελούς φιλοευρωπαϊσμού, έχει προβεί σε πλήθος συμβιβασμών κι επ ουδενί εκφράζει κάποιο αριστερίστικο ή «αντιευρωπαϊκό» πνεύμα. Διότι όχι μόνο τονίζει με κάθε τρόπο την προσήλωση του στην «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας», μα έχει ως υπουργό Οικονομικών έναν διακηρυγμένα σοσιαλφιλελεύθερο και «δυτικοποιημένο» οικονομολόγο, ο οποίος διακηρύττει ανοιχτά, ευθύς εξ αρχής, πως «διαφωνούμε μόνο με το 30% του Μνημονίου». Προφανώς κι ο δημόσιος λόγος του ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαντλείται στην τεχνοκρατική και «χίπστερ» ή «μεταμοντέρνα» αντίληψη του Βαρουφάκη ή μεγάλου μέρους του λεγόμενου «περιβάλλοντος Τσίπρα»[3]. Κριτικές σαν αυτή του Σεβαστάκη, ώστόσο, θα μπορούσαν να σταθούν στην περίπτωση της ΛΑΕ, με τις αναφορές της στο ΕΑΜ και τις περίεργες πολιτικές φιλίες ορισμένων στελεχών της[4], αλλά, ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση, θα παρέμενε υστερόβουλη και παραμορφωτική της πραγματικότητας. Διότι πυρήνας της δεν είναι απλώς η κριτική σε πιθανές λαϊκιστικές υπερβολές του αριστερού ή και ελευθεριακού αντιμνημονιακού λόγου, αλλά η υπόρρητη ταύτιση κάθε κριτικής στο μνημόνιο με τον λαϊκισμό -η ιδέα πως η κριτική στην τωρινή ΕΕ δεν μπορεί παρά να γίνεται από εθνικιστική σκοπιά, έστω κι αν δεν είναι αυτός ο διακηρυγμένος στόχος των φορέων της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανερυθρίαστη προσχώρηση στο φιλελεύθερο εκείνο μπλοκ όσων κατακεραυνώνουν ως δείγμα «εθνολαϊκισμού» -άρα ως πρόπλασμα φασιστικών τάσεων, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους- την κριτική στον κοινοβουλευτισμό.

Περί φιλελεύθερης τυφλότητος

α) Ο θεωρητικός χυλός

Βέβαια για τους φιλελεύθερους το να λέει κανείς κυριολεκτικά ό,τι του κατεβαίνει, κάνοντας την τρίχα τριχιά και το άσπρο μαύρο, είναι μια πολύ βολική επιλογή, ένας τέλειος αντιπερισπασμός που τους επιτρέπει να κάνουν γαργάρα μερικά από τα πιο ουσιώδη μα και δυσεπίλυτα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Σ’ ένα χαρακτηριστικό άρθρο της περιόδου των διαπραγματεύσεων, διαβάζαμε, π.χ. σχετικά με την πορεία των τελευταίων τα εξής: «Είναι συνέπεια της διαχείρισης της χρεοκοπίας. Αυτή η εγκληματική διαχείριση είναι η αιτία της μισής τουλάχιστον ύφεσης. Απόδειξη ότι, ενώ μειώσαμε τα ελλείμματα και φτάσαμε σε πλεονάσματα, ξαναγυρίσαμε το 2015 πάλι σε πρόβλημα. Το παλιό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο και το παλιό οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί να ξαναπάρει μπρος, χρειάζεται ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό σοκ»[5]. Ως συνήθως, τα χρεώνουμε όλα στο διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό, στο «παρασιτικό κι ανίκανο δημόσιο», δίχως ποτέ ν’ αναρωτιόμαστε περί των δυνατοτήτων ανάπτυξης του περίφημου ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα. Η «αγορά» θεωρείται αμέμπτου ηθικής, έτοιμη πάντοτε ν’ απογειωθεί μόλις γίνουν οι σωστοί χειρισμοί απ’ την πλευρά του κράτους και του πολιτικού προσωπικού. Είναι, δηλαδή, μόνο η πολυθρύλητη «γραφειοκρατία» και το «δυσλειτουργικό κράτος» που καταπνίγουν τις καπιταλιστικές ορμές του ελληνικού ιδιωτικού τομέα;

europe1

Ακούμε πράγματα απίστευτα. «Γραφειοκρατία» το ελληνικό μπάχαλο, όταν ακόμα κι ένας σχετικά μελετηρός πρωτοετής φοιτητής κοινωνιολογίας (που έχει ίσως ακούσει κάτι αμυδρά περί Μαξ Βέμπερ) ξέρει πως γραφειοκρατία σημαίνει οργάνωση: «η γραφειοκρατία […] είναι το κοινωνικό πλαίσιο το πιο πρόσφορο για την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και για την οργάνωση μιας κοινωνίας προσαρμοσμένης στους στόχους της παραγωγής αυτής. Η εξάλειψη, στα πλαίσιά της, των προσωπικών σχέσεων, η υποταγή όλων των δραστηριοτήτων στην εφαρμογή μιας νόρμας που συνδέεται με μιαν αντικειμενική σκοπιμότητα, την κάνουν πρότυπο της οικονομικής ορθολογικότητας που εγκαθιδρύει ο βιομηχανικός καπιταλισμός»[6]. Κάτι που ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχει στα καθ’ ημάς –προφανώς η γραφειοκρατία γεννά τους δικούς της ανορθολογισμούς και αντιφάσεις και η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού μόνο εντός εισαγωγικών πρέπει να γράφεται. Ωστόσο άλλο πράγμα αυτού του είδους οι ανορθολογισμοί κι άλλο πράγμα η ελληνική κατάσταση. Πρόκειται για σημείο καίριο που η παράβλεψή του καθορίζει τη στάση των φιλελεύθερων ιδεολόγων απέναντι στο δημόσιο. Το δημόσιο, λοιπόν, δεν ήταν «υπερτροφικό» προ των μνημονιακών περικοπών (αρκεί η σύγκριση με τα αντίστοιχα γαλλικά ή γερμανικά νούμερα για να το καταλάβουμε), αλλά στραβά και ανορθολογικά στελεχωμένο, εφόσον οι διορισμοί γίνονταν με πελατειακά κριτήρια. Η λύση των περικοπών προσωπικού απλώς επιδείνωσε το πρόβλημα, καθώς πετσόκοψε ένα ήδη κακοσχεδιασμένο και ανοργάνωτο κράτος. Ενδεχομένως, άλλωστε, να ξέρει ο πρωτοετής μας φοιτητής -οι φιλελεύθεροί μας, πάντως, σίγουρα αγνοούν- πως η δυτικού τύπου γραφειοκρατία -αυτό, ντε, που οι ίδιοι ονειρεύονται ως «ορθολογική δημόσια διοίκηση δυτικού τύπου»- συνιστά γέννημα του ίδιου πολιτισμού ο οποίος γεννά και τον καπιταλισμό, δηλαδή αυτό το πρωτόγνωρο εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης. Πρόκειται για τον αστικό πολιτισμό που δημιουργείται σταδιακά εντός της Δύσης από τον 11ο-12ο αιώνα κι εξής[7].

Αυτός ο πολιτισμός μόνο ξώφαλτσα κι ιδιαιτέρως επιφανειακά έφτασε στην Ελλάδα, ό,τι κι αν υποστηρίζουν εθνικιστές μαρξιστές τύπου Σβορώνου[8]. Στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε πραγματική αστική ανάπτυξη και γι’ αυτό το ελληνικό κεφάλαιο υπήρξε πάντοτε κυρίως εφοπλιστικό (και κατ’ ουσίαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, λαθρεμπορικό), τραπεζικό και κατασκευαστικό. Ελάχιστα όμως βιομηχανικό[9]. Το νεοελληνικό κράτος, που ιδρύεται ως κράτος-μαριονέτα για να εξυπηρετήσει τα βρετανικά γεωπολιτικά συμφέροντα, κατοικείται από έναν λαό ανίκανο να φέρει εις πέρας ακόμα και τον ίδιο του τον απελευθερωτικό αγώνα, εφόσον, ως γνωστόν, η περίφημη «Επανάσταση» του ’21 υπήρξε από πολύ νωρίς το θέατρο ενός γενικευμένου εμφυλίου πολέμου[10]. Αυτή λοιπόν η κοινωνία, που μέχρι τον 19ο αιώνα συνιστούσε μόρφωμα αγροτικό-κτηνοτροφικό/αλιευτικό και δευτερευόντως εμπορικό, ως προς την οικονομική της διάρθρωση, και φυλετικό-πατριαρχικό, ως προς την πολιτική και κοινωνική του δομή (βασισμένη στα δίκτυα πατρωνίας μεσογειακού-βαλκάνιου τύπου και την κυριαρχία των τοπικών αρχόντων κάθε είδους), κατάφερε να αποτελέσει κομμάτι του Πρώτου Κόσμου όχι επειδή αναπτύχθηκε οικονομικά[11], αλλά επειδή σχεδόν πάντοτε απολάμβανε της οικονομικής στήριξης των δυτικών, η οποία, φυσικά, παρεχόταν για την εξυπηρέτηση των δικών τους γεωπολιτικών σκοπών και είχε ως τίμημα την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Από μαγαζί των Βρετανών γίναμε μαγαζί των Αμερικανών, με την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος που έλαβε χώρα, σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τον Β’ Π. Π., και φτάσαμε τις τελευταίες δεκαετίες να απολαμβάνουμε τις χρηματοδοτικές φροντίδες της Ενωμένης Ευρώπης, και δη του βορείου (πλεονασματικών οικονομιών) κομματιού της. Η κοινωνία όμως ελάχιστα άλλαξε ως προς τις βαθύτερες οικονομικές δομές και τη συνακόλουθη νοοτροπία της. Το καθεαυτό καπιταλιστικό πνεύμα της οικονομικής δημιουργικότητας ελάχιστα άγγιξε τους κεφαλαιούχους και την οικονομική ολιγαρχία. Περάσαμε από το αγροτικό στάδιο απευθείας στην κοινωνία της κατανάλωσης και την κυριαρχία του τριτογενούς τομέα (δηλαδή στα παρακμιακά προϊόντα του σήποντος δυτικού καπιταλισμού) δίχως να περάσουμε από το ενδιάμεσο καπιταλιστικό-αστικό στάδιο[12]. Όπως έχει παρατηρηθεί με αφορμή τη μελέτη άλλων μη καπιταλιστικών οικονομιών, αυτή η «διόγκωση ενός τριτογενούς τομέα χαμηλής παραγωγικότητας» πάει μαζί με την «στενότητα της εκβιομηχάνισης» και συνιστά ένα φαινόμενο χαρακτηριστικό της βιομηχανικής και γενικότερης οικονομικής υπανάπτυξης: την «τριτογενή παραμόρφωση» της οικονομίας[13].

Και γι’ αυτό «βαριά βιομηχανία» μας -όπως βλακωδώς λέγεται- είναι ένας τομέας καθαρά και βαθιά παρασιτικός, αυτός του τουρισμού. Κατά τα άλλα, οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις μακράν του να δίνουν έστω και την ελάχιστη ώθηση σε παραγωγικού τύπου επενδύσεις μετουσιώνονται αρειμανίως σε τατουατζίδικα και frozen yogurt. Κι αν το 2014 πανηγυρίζαμε επειδή, για πρώτη φορά από το 1948 -δηλαδή για πρώτη φορά από τότε που υπάρχουν επίσημα στοιχεία!- η χώρα παρουσιάζει εμπορικό πλεόνασμα, αυτό δε συνέβη, επειδή, επιτέλους, αναπτύχθηκε η οικονομία, με αποτέλεσμα είτε να εξάγουμε περισσότερα απ’ όσα εισάγουμε είτε να παράγουμε αυτά που χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι αντί να τα εισάγουμε -όχι: Η επίτευξη πλεονάσματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών οφείλεται, πολύ απλά, στο γεγονός πως, λόγω της φτωχοποίησης της κοινωνίας και της μείωσης της αγοραστικής της δύναμης, έπεσε αισθητά ο αριθμός των εισαγωγών, ο οποίος και είχε αγγίξει υψηλότατες τιμές κατά την περίοδο του μεγάλου «μπαμ» της δεκαετίας του 2000, όταν υπήρχε δυνατότητα κατανάλωσης[14].

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο παρασιτικός χαρακτήρας της πολιτικής ολιγαρχίας συνιστά αντανάκλαση του εξίσου παρασιτικού χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου, εφόσον συνιστούν προϊόν του ίδιου ανθρωπολογικού μοντέλου. Δεν είναι τυχαίο, υπό αυτήν την άποψη, πως, όποτε εκφράστηκαν αστικές και γνήσια φιλελεύθερες τάσεις στο πολιτικό επίπεδο γύρω τους συνασπίστηκαν και τα λιγότερο παρασιτικά και πιο προοδευτικά κομμάτια της ελληνικής οικονομικής ολιγαρχίας. Αυτό συνέβη, π.χ., επί Βενιζέλου, «την εποχή που οι μεγαλοαστοί, αντί να παίζουν κουμ-καν, δημιουργούσανε την Ελλάδα» όπως έλεγε ο Ελύτης, μιλώντας για τον Εμπειρίκο[15], αμφότεροι οι πατεράδες των οποίων υπήρξαν στρατευμένοι βενιζελικοί.

β) Υπάρχει σοβαρός «ιδιωτικός τομέας» στην Ελλάδα;

Είναι λοιπόν εντελώς γελοίο όλες αυτές οι λάβρες επιθέσεις ενάντια στον κρατισμό και το παρασιτικό κράτος -των οποίων οι φορείς έχουν κυριολεκτικά ξεσαλώσει τώρα που το κράτος αυτό είναι κι επισήμως αριστερό- να μην αναφέρονται ποτέ στον εντελώς αστείο ελληνικό ψευτοκαπιταλισμό του κρατικοδίαιτου επιχειρείν, των κονέ με το κράτος, της διαφθοράς και των σκανδάλων. O Μαξ Βέμπερ (που αποκαλούσε τον καθεαυτό, τον δυτικό καπιταλισμό ως «έλλογο» ή «αστικό» καπιταλισμό) μιλούσε, στην περίπτωση, προκαπιταλιστικών ή ημικαπιταλιστικών μορφωμάτων του μη δυτικού κόσμου, για «πολιτικά προσδιορισμένο καπιταλισμό»[16], εννοώντας με αυτήν την έννοια ένα οικονομικό σύστημα εντός του οποίου τα οικονομικά υποκείμενα δε βασίζουν την πλουτοθηρία τους στις κινήσεις της αγοράς, αλλά χρησιμοποιούν πολιτικά -δηλαδή εξωοικονομικά- μέσα για να επιβάλουν τη βούλησή τους αλλά και να επωφεληθούν, δημιουργώντας προνομιακές συνθήκες για τη δραστηριότητα και τις επενδύσεις τους. Με άλλα λόγια: Έχεις κονέ με το κράτος και παίρνεις δουλειές. Αυτό που παραδοσιακά γίνεται στην Ελλάδα.

Το εν λόγω φαινόμενο καταδεικνύει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την ανικανότητα της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας -η οποία, ως εκ τούτου, δεν έχει χαρακτήρα αστικό και καπιταλιστικό- να ενεργήσει ως γνήσιο οικονομικό υποκείμενο και να προσπαθήσει να πλουτίσει κυρίως με καθαρά οικονομικά μέσα, καινοτομώντας, παίρνοντας ρίσκα κ.λπ. Γι’ αυτό και ο μεταπρατισμός, όπως έχει σωστά αναλυθεί από τους διαυγέστερους των νεοελλήνων μαρξιστών, συνιστά δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής νοοτροπίας. Όχι όμως μόνο σε οικονομικό επίπεδο, μα και σε πολιτικό. Ο νεοέλλην ολιγάρχης δεν είναι μεταπράτης μόνο στην οικονομία, όπου -στην καλύτερη περίπτωση- συνήθως συνιστά εισαγωγέα ξένων βιομηχανικών αγαθών –είναι και πολιτικός μεταπράτης, εφόσον αυτό στο οποίο από καταβολής νεοελληνικού κράτους (και στην πραγματικότητα ήδη από την περίοδο της Επανάστασης) διαπρέπει είναι η πώληση εκδούλευσης στον εκάστοτε ξένο τοποτηρητή. Όπως ωραία το έθεταν οι Α. Λουριώτης και Ι. Ορλάνδος (μέλη της αντιπροσωπείας που είχε σταλεί στο Λονδίνο για να διαπραγματευτεί το πρώτο επαναστατικό δάνειο, τον Ιανουάριο του 1824), «αφού η Ελλάς στερωθή εσωτερικώς και ενδυναμωθεί όσον χρειάζεται, εμπορεί να γίνει ώριμος σκέψις εις ποίαν από τας ευρωπαϊκάς δυνάμεις μας συμφέρει περισσότερον να προσκολληθώμεν»[17]. Αυτή η λογική επιβιώνει άθικτη μέχρι σήμερα: από τους κοτζαμπάσηδες που ήταν «μπροστινοί» (κατά τη σημερινή ορολογία της «νύχτας») των Οθωμανών και τους εκπροσώπους των περίφημων «εθνικών» κομμάτων (Αγγλικό, Γαλλικό, Ρώσικο) μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθεί να βρει λιγότερο απαιτητικούς προστάτες απ’ τους Γερμανούς στο πρόσωπο των Αμερικανών ή ακόμα και των Ρώσων (μέσω του ανεκδιήγητου Κοτζιά).

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο κι επ’ ουδενί έχει απλώς να κάνει με την ύπαρξη ενός υπερτροφικού κράτους, δυσλειτουργικού κι ανοργάνωτου, που πνίγει τη σπαργώσα τάση της κοινωνίας προς την οικονομική καινοτομία. Η οικονομική δημιουργικότητα, ως κομμάτι του καπιταλιστικού φαντασιακού, συνιστά γέννημα κοινωνιών σε μεγάλο βαθμό χειραφετημένων, εντός των οποίων οι άνθρωποι επιζητούν από μόνοι τους νέους τρόπους πλουτισμού και δεν αρκούνται στην είσπραξη προσόδου ή στο εμπόριο. Κάτι που δεν ίσχυσε ποτέ στην Ελλάδα.

γ) Οι άεργοι σφουγγοκωλάριοι του νεοφιλελευθερισμού

Άντε τώρα να τα εξηγήσεις αυτά στους αντικρατιστές σταυροφόρους… Άντε να τους φέρεις το παράδειγμα της μετακομουνιστικής Ρωσίας (άλλης μιας χώρας δίχως καπιταλιστική παράδοση και ισχυρή αστική τάξη), τότε που η αυτοκατάργηση του κράτους (υπό τις ευλογίες μεγάλων νεοφιλελεύθερων φωστήρων της εποχής) όχι μόνο δεν έδωσε ώθηση στην άνθιση της οικονομικής δημιουργικότητας από πλευράς ιδιωτικού τομέα, αλλά έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις του πουτινισμού, εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι συνέβη επί Μπρέζνιεφ το καθεστώς κλεπτοκρατίας απ’ το οποίο αναδύθηκαν οι λεγόμενοι ολιγάρχες[18]. Μπορεί στην Ελλάδα να μην έχουμε φτάσει σε ανάλογα επίπεδα, καθώς, αφενός, δε βιώσαμε ποτέ συνθήκες τέτοιας ολικής κοινωνικής κατάρρευσης και, αφετέρου, δεν αναπτύχθηκε ποτέ ένα τόσο ισχυρό εγκληματικό δίκτυο (σαν τη ρώσικη μαφία), ικανό ν’ αμφισβητεί ανοιχτά την κυριαρχία του κράτους, όπως συμβαίνει στη Νότιο Ιταλία αλλά και σε άλλες περιοχές με παράδοση στο ευρείας κλίμακας οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο, η παράνομη οικονομία και το έγκλημα (λαθρεμπόριο, ναρκωτικά κι εμπόριο λευκής σάρκας, πώληση προστασίας, έλεγχος του ποδοσφαίρου κ.λπ.) συνιστούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, εφόσον εκφράζουν τη λογική προέκταση του προσοδοθηρικού και παρασιτικού μοντέλου της νεοελληνικής οικονομικής συμπεριφοράς όπως επίσης και την έλλειψη σοβαρής κρατικής οργάνωσης που χαρακτηρίζει τη χώρα. Εδώ μας πιάνει πλέον ανατριχίλα, καθώς το να μας κουνά το δάχτυλο ένας Φ. Γεωργελές, τολμούμε να πούμε ότι είναι κομματάκι υπερβολικό. Δηλαδή να μας κάνει μάθημα παραγωγικών οικονομικών ο κατεξοχήν συνειδητός, στρατευμένος και διακηρυγμένος εκπρόσωπος της πιο παρασιτικής και σπάταλης από τις παρασιτικές ανθρώπινες δραστηριότητες -της κατανάλωσης; Ο αρχισυντάκτης του εντύπου που, δίπλα στο άρθρο του που παραθέσαμε παραπάνω, σου βγάζει ρεπορτάζ για τους παλλόμενους γλουτούς της Λιζ Χάρλεϊ[19]; Ο άνθρωπος που βγάζει λεφτά αποκλειστικά και μόνο από τη διαφημιστική δαπάνη, δίχως να παράγει απολύτως τίποτε;

Θα πρέπει άλλωστε να είναι σαφές πως το επιχείρημα που χρεώνει όλες τις κακοδαιμονίες της ελληνικής οικονομίας στην κακοδιοίκηση του δημοσίου και στην ανικανότητα κράτους και πολιτικού προσωπικού συνιστά -είτε το γνωρίζουν οι υποστηρικτές του είτε όχι- το κυριλέ κι εκλεπτυσμένο περίβλημα της πιο ωμής νεοφιλελεύθερης λογικής. Πρόκειται για τη λογική που βρίσκεται πίσω από τα διαδοχικά μνημόνια και υποστηρίζει πως ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες μιας μελλοντικής αύξησης της περίφημης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η συμπίεση του μισθολογικού κόστος. Γιατί -σου λένε-, αν μειωθούν οι μισθοί, θα μειωθεί το κόστος της παραγωγής κι έτσι τα ελληνικά εξαγωγικά προϊόντα θα γίνουν πιο φθηνά και πιο ανταγωνιστικά. Κι έτσι θα μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα, αφού θ’ αυξηθούν οι εξαγωγές, ενώ παράλληλα θα προσελκύσουμε και πλήθος ξένων κεφαλαίων, που θα έρθουν να επενδύσουν στο νέο Ελ Ντοράντο[20]. Εκτός του ότι αυτές οι λογικές βασίζονται σε πλήρη αγνόηση των εμπειρικών δεδομένων[21], αναπαράγουν τη γνωστή νεοφιλελεύθερη εμμονή: Η «αγορά» είναι πάντοτε ικανή να μεγαλουργήσει, αρκεί να αφαιρεθούν τα εξωγενή προς αυτήν εμπόδια που την κρατούν δέσμια -το υπερτροφικό κράτος, οι διεκδικήσεις των εργαζόμενων κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση δεν αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα στην ίδια τη μηχανή αυτής της «αγοράς» και γι’ αυτό η οικονομία δεν παίρνει μπρος… Εξάγει μήπως η ελληνική οικονομία τίποτε βιομηχανικά και καταναλωτικά αγαθά ικανά ν’ ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα δυτικά και ιαπωνοκορεατικά ή έστω τα κινεζικά;

Με τέτοια μυαλά δεν είναι ν’ απορεί κανείς που τα πουλέν του Φ. Γεωργελέ κάθονται και συντάσσουν «ύμνους στον ιδιωτικό υπάλληλο» για τα δεινά του οποίου δεν φταίει πρωταρχικά το αφεντικό του, που επωφελείται των Μνημονίων για να τον μετατρέψει σε κανονικό σκλάβο, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν καταφέρνει να τον προστατέψει[22]! Δηλαδή ο ιδιωτικός τομέας δεν ενεργεί μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι απλό παίγνιο των συνθηκών. Άμα είναι έτσι όμως, να τον καταργήσουμε εντελώς, εφόσον είναι εξ ορισμού ανίκανος να παράγει έστω και την ελάχιστη ανάπτυξη –γιατί αυτός είναι ο επίσημος και διακηρυγμένος ρόλος του στα πλαίσια του σημερινού καθεστώτος.

oi-kalontumenoi-diadilwtes-pou-kateklusan-ta-propulaia_8.w_l

[1] Από το άρθρο του με τίτλο «Θέλουμε Ελλάδα ευρωπαϊκή ή τριτοκοσμική;», Τα Νέα, 06/06/2015.

[2] Για το μπλοκ αυτό βλ. το κείμενό μας «Το τέλος της Μεταπολίτευσης; Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού», ειδικά το κομμάτι «Οι νέοι Φιλελεύθεροι και ο ιδεολογικός τους ρόλος», Πρόταγμα τ. 6, Δεκέμβριος 2013.

[3] Όπως πιστεύουν, εντελώς λανθασμένα, διάφοροι εθνοπατριωτικοί αντιμνημονιακοί κύκλοι, προκειμένου να κλείσουν τα μάτια απέναντι στα αδιέξοδα του αντιμνημονιακού πατριωτισμού.

[4] Βλ. σχετικά το άρθρο του Δ. Ψαρρά, «Η “αριστερή” και η “δεξιά” δραχμή», Εφ Συν, 14/9/2015.

[5]  Φ. Γεωργελές, «Edito 529», Athens Voice, τ. 529, 3/6/2015.

[6] Κ. Λεφόρ, «Τι είναι γραφειοκρατία;» (1960), Τι είναι γραφειοκρατία;, μτφρ. Β. Τομανάς, Εκδοτική Ομάδα, Θεσ/νίκη, 1985, σ. 16.

[7] Για τον αστό, ως ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος δημιούργησε κι ενσάρκωσε αυτόν τον αστικό πολιτισμό, βλ. το κλασικό έργο του Β. Ζόμπαρτ, Ο Αστός. Πνευματικές προϋποθέσεις και ιστορική πορεία του δυτικού καπιταλισμού (1913 –μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Αθήνα, Νεφέλη, 1998), όπως επίσης και τη μελέτη του Ντ. Μπελ, Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης (1976 –μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Νεφέλη, 1999).

[8] Βλ. π.χ. το κεφάλαιο «Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός και η εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία» του έργου του Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, Πόλις, 2004.

[9] Σχετικά με τις εγγενείς δυσκολίες περάσματος της ελληνικής βιοτεχνίας στο καθεαυτό βιομηχανικό στάδιο, βλ. το βιβλίο του Στ. Τσοτσoρού, Η συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα 1898-1939. Η αργόσυρτη εκβιομηχάνιση (Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1993), που παραθέτει πλήθος αριθμών και στατιστικών στοιχείων τα οποία δίνουν πειστικά το πορτραίτο της ελληνικής οικονομίας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Η ανικανότητα του πατέρα του Εμπειρίκου να φτιάξει την υψικάμινο που σχεδίαζε κατά τη δεκαετία του ’30, προκειμένου να περάσει από τον εφοπλιστικό στον βιομηχανικό τομέα δείχνει, εν είδει ανεκδότου, τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού «καπιταλισμού».

[10] Οι αναλύσεις του Κωστή Παπαγιώργη επί του ζητήματος αυτού είναι αξεπέραστες. Βλ. τα τρία βιβλία του τα αφιερωμένα στο ’21: Κανέλλος Δεληγιάνης (2002), Τα καπάκια. Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος (2003) και Εμανουήλ Ξάνθος (2005).

[11] Όπως θριαμβολογούσαν πριν λίγα χρόνια διάφοροι μετέπειτα θερμοί μνημονιολάτρες σαν τον Γ. Βούλγαρη, που είδαμε προηγουμένως –βλ. το βιβλίο του Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, Πόλις, 2008.

[12] Σε πρόσφατη έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης παρατηρεί πως, «με μόνο 8,5% της οικονομίας της να αφιερώνεται στη βιομηχανική παραγωγή, η Ελλάδα είναι η λιγότερο βιομηχανοποιημένη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης (εκτός από το Λουξεμβούργο). Επιπλέον, η όποια βιομηχανία της σχετίζεται κυρίως με την επεξεργασία τροφίμων, το πετρέλαιο και την επεξεργασία βασικών μετάλλων. Αντίθετα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες συνεργάζεται η ΕΤΑΑ (κυρίως τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης), αναπτύσσεται βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, η οποία έχει ενταχθεί στην γερμανική αλυσίδα εφοδιασμού» (βλ. «Έκθεση της EBRD: Η Ελλάδα πάσχει από “ισχνή” βιομηχανία και διογκωμένο δημόσιο τομέα», in.gr, 17/9/2014).

[13] Βλ. σχετικά J.-L. Margolin, Singapour 1959-1987. Genèse d’un nouveau pays industriel [Η Σιγκαπούρη μεταξύ 1959 και 1987: η γέννηση μιας νέας βιομηχανικής χώρας], Παρίσι, L’Harmattan, 1989, σ. 22, 19.

[14] Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισαγωγές εμπορευμάτων μεταξύ 2004 και 2008 ανήλθαν από 37.434,1 σε 62.130,2 εκατ. Ευρώ (όταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας κινούνταν σταθερά γύρω στα 32 με 33 τρις) για ν’ αρχίσουν να πέφτουν σταδιακά από το 2009 και το 2014 ν’ ανέρχονται πλέον σε 39.023,8 εκατομμύρια. (Για όλα τα σχετικά στοιχεία, βλ. την επίσημη ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/Statistics/externalsector/balance/commercial.aspx αλλά και τους αντίστοιχους πίνακες που αναδημοσιεύει μπλογκ http://mitarola.blogspot.gr/2013/07/14.html).

[15] Ο. Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Αθήνα, Ύψιλον, 1980, σ. 23.

[16] M. Weber, «Εισαγωγή», Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, μτφρ. Μ. Κυπραίος, Αθήνα, Gutenberg, 2000, σ. 22.

[17] Παρατίθεται από τον Κ. Παπαγιώργη, Κανέλλος Δεληγιάννης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2001, σ. 309.

[18] Με την ανθηρότατη ρωσική μαφία να ελέγχει το 40% της οικονομίας της χώρας σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, «ποσοστό που σε ορισμένους τομείς της οικονομίας αυξάνεται ακόμα περισσότερο» (Louise I. Shelley, “The Price Tag of Russia’s Organized Crime” [«Το κόστος του οργανωμένου εγκλήματος στη Ρωσία»], Transition. The Newsletter about Reforming Economies, Φεβρουάριος 1997, σ. 7).

[19] «Η Λιζ Χάρλεϊ κάνει pole dancing και το Ιnstagram παθαίνει ντελίριο», athensvoice.gr, 3/6/2015.

[20] Στην πραγματικότητα η μείωση των μισθών έχει το αντίθετο αποτέλεσμα! Η μείωση της εσωτερικής ζήτησης αγαθών προκαλεί διατήρηση των ίδιων τιμών επί των προϊόντων που θα εξαχθούν προκειμένου να αντισταθμιστεί η απώλεια κερδών και, κυρίως, κλείσιμο επιχειρήσεων, δηλαδή αποεπένδυση, η οποία μειώνει την παραγωγή και άρα τον συνολικό όγκο των εξαγωγών. Η εξέλιξη αυτή επιφέρει, με τη σειρά της, μείωση της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας προϊόντων, δηλαδή σπάνη, άρα αύξηση της τιμής τους και ούτω καθ’ εξής. Όλα αυτά αποτελούν, προφανώς, στοιχειώδεις οικονομικούς συλλογισμούς, αλλά μάλλον οι νεοφιλελεύθεροι εγκέφαλοι των κρασάρουν εύκολα…

[21] Βλ. σχετικά τα στοιχεία που παραθέτουν οι Γ. Δαφέρμος και Μ. Νικολαΐδη στο άρθρο τους «Πώς μπορεί να βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας;», Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΣΕ, Κείμενα Πολιτικής/5, Δεκέμβριος 2012 (διαθέσιμο εδώ: http://www.inegsee.gr/wp-content/uploads/2014/04/files/policy-brief-5.pdf). Βλ. ειδικά το Διάγραμμα 1, όπου συγκρίνονται οι πορείες, αφενός, του λόγου εισαγωγών-εξαγωγών και, αφ’ ετέρου, του μοναδιαίου κόστους εργασίας.

[22] Βλ. το κείμενο της Λ. Παπαδάκη, «Ύμνος στον ιδιωτικό υπάλληλο», http://m.athensvoice.gr/index.php?r=site%2Fpage&view=article&id=98785&cat=politics. Φυσικά στο σάιτ της Athens Voice τα περισσότερα σχόλια αναγνωστών εξυμνούν το κείμενο. Τα σχόλια των αναγνωστών του αθλητικού –κι ως εκ τούτου λαϊκού και μη χίπστερ- Gazzetta.gr, κατά την αναδημοσίευση του άρθρου, είναι πολύ πιο σωστά κι επικριτικά (http://www.gazzetta.gr/plus/article/753712/umnos-ston-idiotiko-ypallilo).

Posted in Κείμενα | 4 σχόλια

Η νεοελληνική ταυτότητα και το διακύβευμα της ένταξης των μεταναστών

*απόσπασμα από το κείμενο της ομάδας μας «Για το μεταναστευτικό, η σχέση της Δύσης με τον μη δυτικό κόσμο και το ζήτημα της ιθαγένειας«, από το 8ο τεύχος του Προτάγματος.

[… ]

Η σύγχρονη Ελλάδα ως πολιτιστική οντότητα

Αν, λοιπόν, αποδεχτεί κανείς τον αναπόδραστο και δομικό χαρακτήρα της σύγχρονης μαζικής μετανάστευσης, αλλάζει αίφνης ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα. Μοιραία, η πολιτική της περιφρούρησης και της καταστολής, ακόμα κι αν δεν είχε κανείς ενστάσεις εναντίον τους σε επίπεδο αρχών, ελάχιστα μπορούν να κάνουν απέναντι σ’ αυτή τη διαρκή αιμορραγία του μη δυτικού κόσμου. Αντίστοιχα, θα πρέπει να υπενθυμίζουμε στους αριστερούς θιασώτες της ιδέας πως, εφόσον η Δύση προκαλεί το πρόβλημα, αυτή θα πρέπει να παρέμβει για να εξαλείψει τις ρίζες του, ότι έχουν πλέον περάσει οι εποχές κατά τις οποίες ο δυτικός κόσμος ήταν σε θέση να βοηθά οικονομικά αλλά και ιδεολογικά τον μη δυτικό του ομόλογο[1]. Αυτά όλα σημαίνουν πως η ικανότητα απορρόφησης και ένταξης ενός κομματιού των συνεχιζόμενων και πολλαπλασιαζόμενων μεταναστευτικών ροών θα αποτελέσει βασική προϋπόθεση της μελλοντικής ομαλής λειτουργίας των δυτικών κρατών αλλά και χωρών της άμεσης δυτικής περιφέρειας σαν την Ελλάδα, εξ αιτίας των γνωστών της γεωγραφικών αλλά και γεωπολιτικών ιδιαιτεροτήτων.

Πρόκειται για μια διαπίστωση που προκαλεί άγχος σε ορισμένους, οι οποίοι φοβούνται, όπως είδαμε, ότι μια ολιγάνθρωπη χώρα, με σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, θ’ «αλλοιωθεί» πληθυσμιακά και πολιτιστικά από τις ορμητικές μάζες που θα έρθουν να την κατακλύσουν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, εφόσον το νομοσχέδιο δεν προβλέπει την άνευ προϋποθέσεων απόδοση ιθαγένειας σ’ όποιον μετανάστη κατορθώσει να πατήσει ελληνικό έδαφος. Το γεγονός πως το νομοσχέδιο παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο από τους επικριτές του, αν μη τι άλλο, δείχνει τον φόβο και τη βαθιά καχυποψία με την οποία αυτοί αντιμετωπίζουν την εκ των πραγμάτων είσοδο της Ελλάδας σ’ έναν κόσμο «πολυπολιτισμικό». 10996276_10153210648386936_4321548140854180909_nΔιότι, δεδομένου του ρόλου της Ελλάδας στις διαδρομές των μεταναστευτικών δικτύων, υπάρχουν πλήθος μεταναστών που ήδη ζουν στη χώρα κι είναι ντε φάκτο ενταγμένοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δίχως, μολοντούτο, να δικαιούνται, νομικά και τυπικά, την ελληνική ιθαγένεια. Έχει, λοιπόν, παρατηρηθεί καμία «αλλοίωση» του ελληνικού χαρακτήρα προς το καλύτερο ή το χειρότερο; Έχουν βάση οι φόβοι πως θα σταλούν ορδές Αλβανών να πολιτογραφηθούν Έλληνες, προκειμένου να προωθηθούν τα σχέδια των αλβανών εθνικιστών περί της «Μεγάλης Αλβανίας», όταν οι ίδιοι οι εγκατεστημένοι Αλβανοί μετανάστες γυρνάνε πλέον στην πατρίδα τους, καθώς δε βρίσκουν πια δουλειές λόγω της κρίσης; Έχει ανάγκη η Τουρκία να στείλει αντίστοιχες ορδές μουσουλμάνων να πολιτογραφηθούν Έλληνες, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, τα οποία, προς το παρόν, περνούν από τη σύναψη σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα, στα πλαίσια της προσπάθειας να πιέσουμε προς την κατεύθυνση της ένταξης της χώρας στην ΕΕ;

Αυτός όμως ο φόβος απέναντι στο μέλλον της χώρας, που τείνει να βλέπει τη νεοελληνική ταυτότητα ως κάτι το τόσο εύθραυστο, που δήθεν θα χάσει κάθε οντότητα με την παραμικρή επαφή με το αλλότριο στοιχείο, συνιστά χαρακτηριστική κι ιδιαιτέρως εύγλωττη έκφραση των κλασικών νεοελληνικών εθνικιστικών συνδρόμων περί της Ελλάδας ως ενός ηρωικού και κατατρεγμένου Έθνους που βάλλεται από παντού. Εν προκειμένω, το επιχείρημα που διαδίδεται παντού, από την Ακροδεξιά και τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, μέχρι πιο σοβαρούς διαφωνούντες με τον νέο νόμο, είναι το εξής: Το νομοσχέδιο κατατέθηκε επίτηδες πάνω στην αναμπουμπούλα της διαπραγμάτευσης[2], προκειμένου να περάσει χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι[3]. Γιατί; Διότι συνιστά το πολιτιστικό αντίστοιχο του οικονομικού αφανισμού στον οποίον μας καταδικάζουν οι κακοί Δυτικοί!

Ταυτόχρονα εκφράζει και την παραδοσιακή αλλεργία του εθνικισμού (γενικώς αλλά και νεοελληνικού ειδικότερα) απέναντι στην αποδοχή βασικών ιστορικών αληθειών. Εν προκειμένω συγκαλύπτεται το γεγονός πως η νεότερη Ελλάδα υπήρξε πάντοτε μια κοινωνία ντε φάκτο πολυπολιτισμική, η οποία, εντούτοις, λόγω του κυρίαρχου εθνικισμού, προσπάθησε πάντοτε να κρύψει από τον εαυτό της το γεγονός πως συνιστά ένα από τα πιο «μπάσταρδα» έθνη αν όχι του κόσμου, τουλάχιστον σίγουρα της Ευρώπης, ακολουθώντας το κλασικό βαλκανικό μοντέλο της επιμειξίας αλλοεθνών πληθυσμών. Ειδικά οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια αλλά κι αμέσως μετά από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, με την προσπάθεια άνωθεν εθνικής ομογενοποίησης των νεοκατακτηθεισών περιοχών, συνιστούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς προσπάθειας συγκάλυψης του πραγματικού στάτους της νεοελληνικής κοινωνίας αλλά και παραδειγματική εφαρμογή της βασικής ιδέας του νεοελληνικού εθνικισμού: του μύθου της εθνικής συνέχειας και του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» (κατά τον Μεταξά), της ιδέας, με άλλα λόγια, πως υπάρχει μια οντότητα με το όνομα «ελληνισμός», η οποία ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και διαμέσου του Βυζαντίου εκβάλλει σήμερα στον «νεότερο Ελληνισμό». Είναι προφανές πως μια τέτοια αντίληψη της ιστορίας του έθνους προϋποθέτει την ιδέα μιας διαρκούς «ομοιογένειας», η οποία και συνιστά το συγχρονικό, κατά κάποιον τρόπο, υπόστρωμα της περίφημης διαχρονικής και ιστορικής συνέχειας. Μια ματιά, ωστόσο, στα διάφορα επίπεδα της νεοελληνικής γλώσσας αρκεί για να μας πείσει για το αντίθετο: στοιχεία αρχαιοελληνικά και βυζαντινά, ιταλοφραγκικά και τούρκικα, βλάχικα και αλβανικά, αντανακλούν μια κοινωνία σε διαρκή επαφή κι αλληλεπίδραση με το ξένο στοιχείο, τις περισσότερες, μάλιστα φορές, από θέση αδυναμίας, άρα υποχρεωμένη να υποστεί την επιβολή αλλότριων πολιτιστικών επιδράσεων.

4000

Περί ένταξης: φιλελεύθερο ή ρεπουμπλικανικό μοντέλο;

Προφανώς και τα πιο πρόσφατα μεταναστευτικά ρεύματα που η νεοελληνική κοινωνία κατάφερε να ενσωματώσει και να εντάξει επιτυχώς, όπως οι μικρασιάτες «τουρκόσποροι» (όπως αποκαλούσαν, μεταξύ άλλων, οι ελλαδίτες Έλληνες τους νεοφερμένους του 1922), κατά τη δεκαετία του ’30, και οι Αλβανοί και λοιποί ανατολικοευρωπαίοι, κατά τη δεκαετία του ’90, διακρίνονταν ήδη από πολιτισμικές συγγένειες. Το γεγονός, ωστόσο, πως η Ελλάδα ουδέποτε ενεπλάκη σε αποικιοκρατικού τύπου περιπέτειες της επιτρέπει να μην έχει ν’ αντιμετωπίσει ρεβανσιστικά σύνδρομα, όπως, π.χ., η σχεδόν αντιφατική στάση μεγάλου μέρους των αράβων μεταναστών στη Γαλλία, οι οποίοι, μολονότι γάλλοι πολίτες, συχνά εμφορούνται από πραγματική περιφρόνηση αν όχι απέχθεια για τη χώρα στην οποία έχουν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει. Εξάλλου, σε αντίθεση με τις καθεαυτό δυτικές κοινωνίες, η Ελλάδα διασώζει ακόμη σημαντικό μέρος αυτής της πρωταρχικής κοινωνικότητας διά της συμμετοχής στην οποία εντάσσονται ευκολότερα οι νεοφερμένοι στο νέο τους τόπο, έστω στην φθαρμένη, λόγω της κατίσχυσης της κοινωνίας της κατανάλωσης, εκδοχή της: από το γηπεδάκι του μπάσκετ της γειτονιάς και το «άραγμα» στις πλατείες, μέχρι το γήπεδο, το καφενείο, που παραμένει ακόμη ζωντανό, τις λαϊκές και τόσα άλλα μέρη καθημερινής τριβής. Έτσι εντάσσεται όλα αυτά τα χρόνια η αλβανικής, αφρικανικής, φιλιππινέζικης κ.λπ. καταγωγής νεολαία στο κέντρο της Αθήνας και των επαρχιακών πόλεων.

Ο μόνος παράγοντας που μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει προβλήματα ένταξης, είναι η άνοδος του λεγόμενου «ριζοσπαστικού» Ισλάμ στις τάξεις πολλών αφρικανικών (μαγκρεμπίνικων κι υποσαχάριων) και ασιατικών κοινωνιών. Εντούτοις, πρόκειται εδώ για ένα πρόβλημα που αφορά τη Δύση στο σύνολο της και σε καμία περίπτωση μόνο την Ελλάδα. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε το γεγονός πως οι τζιχαντιστές που δρουν εντός της Ευρώπης έχουν ως στόχο τους τα αστικά κέντρα των μεγάλων δυτικών χωρών (που συμμετέχουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός του μουσουλμανικού κόσμου) κι όχι την Ελλάδα, οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως η άνοδος του τζιχαντισμού είναι ένα πρόβλημα με το οποίο ο σύγχρονος κόσμος είναι αναγκασμένος να παλέψει σε παγκόσμιο επίπεδο και απέναντι στο οποίο δεν μπορούμε εμείς να κλείνουμε τα μάτια. Στο βαθμό που το πρόβλημα μας αφορά κι εμάς, θα πρέπει να βρούμε τρόπους αντιμετώπισής του, μιας και πρόκειται για πρόβλημα όχι εθνικό μα βαθιά πολιτικό.

Γενική μας ιδέα είναι η διαπίστωση πως, διά των ζητημάτων που αναγκαστικά θα εγείρει, η διαδικασία προώθησης και περαιτέρω συστηματοποίησης της νόμιμης κι επίσημης ένταξης των μεταναστών στη χώρα, έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την Ελλάδα σε μια πραγματικά πολιτική κοινωνία, στο μέτρο πάντοτε του δυνατού. Για να γίνει βέβαια αυτό -ή, εν πάση περιπτώσει, για να υπάρξουν οι προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να το καταστήσουν δυνατό, χρειάζεται να επιλέξουμε ένα ρεπουμπλικανικό σκεπτικό ένταξης, σαν αυτό που υιοθετούν χώρες όπως η Γαλλία. Η φιλελεύθερη λογική κινήθηκε ιστορικά ανάμεσα στα εξής δύο μοντέλα: αρχικά στις ΗΠΑ εμφανίστηκε η ιδέα του «κοινωνικού χωνευτηρίου» (του περίφημου melting-pot), σύμφωνα με την οποία η ένταξη των νεοφερμένων πληθυσμών απαιτούσε την απέκδυση κάθε ιδιαίτερου πολιτιστικού χαρακτηριστικού εκ μέρους τους· στη συνέχεια όμως αναδύθηκε και η ιδέα του «πολιτιστικού μωσαϊκού» (cultural mosaic), σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει ανάγκη πραγματικής μείξης των διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων, παρά μόνο συμπερίληψής τους, ως έχουν, στην κοινωνία υποδοχής, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα συστατικά μιας σαλάτας[4]. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις παρατηρείται μια υποτίμηση του πολιτιστικού παράγοντα και προωθείται μια αντίληψη η οποία εξαντλεί την ενσωμάτωση των νεοφερμένων στο εντελώς λειτουργικό της κομμάτι (ένταξη στον οικονομικό μηχανισμό της κοινωνίας, διασφάλιση μιας δυνατότητας κοινωνικής ανόδου κ.λπ.).

Αντίθετα, η ρεπουμπλικανική λογική πιστεύει πως τα νεοφερμένα μέλη της εκάστοτε κοινωνίας οφείλουν να εντάσσονται πιο ενεργά στις αξίες και τις πολιτιστικές πρακτικές της. Και τούτο δε σημαίνει βίαιη ενσωμάτωσή τους στα εκάστοτε πάτρια ήθη, αλλά προσπάθεια να τους μεταδώσουμε κάποιες αξίες τις οποίες κι οι ίδιοι εμείς αποδεχόμαστε, όχι απαραίτητα επειδή είμαστε Γάλλοι, Έλληνες ή Αμερικανοί, αλλά επειδή τις κρίνουμε πολιτικά ορθές και δημοκρατικές. COX66jQWUAAdqfTΑναφερόμαστε εδώ σε συνήθειες και πρακτικές όχι εγγεγραμμένες σε κάποιο δήθεν εθνικό DNA αλλά επεξεργασμένες σε κάποιο βάθος χρόνου και αποδεκτές ως τέτοιες, όπως, λόγου χάριν, είναι η ιδέα του κοσμικού κράτους και της κριτικής στη θρησκεία. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, ο ρεπουμπλικανισμός δεν πιστεύει πως θεμέλιο της κοινωνίας μπορεί να αποτελέσει ο «αυθόρμητος» συντονισμός που υποτίθεται πως προκύπτει όταν κάθε μέλος της κοινωνίας αφήνεται στην επιδίωξη της εξυπηρέτησης των οικονομικών του συμφερόντων. Αυτή είναι η λογική που οδηγεί στην ιδέα του «χωνευτηρίου», στην ιδέα, δηλαδή, πως αρκεί η εξασφάλιση μιας κάποιας δυνατότητας κοινωνικής ανόδου προκειμένου να ενταχθούν ομαλά οι νεοφερμένοι στην κοινωνία. Κάτι τέτοιο όμως διόλου δεν ισχύει, όπως αποδεικνύεται καθημερινά στην περίπτωση, π.χ., των Ελλήνων των ΗΠΑ ή του Καναδά, οι οποίοι, αν και συχνά έχουν κάνει περιουσία στις νέες τους πατρίδες, ελάχιστα έχουν επηρεαστεί από αυτές σε πολιτιστικό επίπεδο. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, ο ρεπουμπλικανισμός πιστεύει πως η πολιτική κοινότητα οφείλει να διαμορφώνει τους πολίτες με γνώμονα το κοινό καλό και την πνευματική τους χειραφέτηση. Πρόκειται για το διαφωτιστικό ιδεώδες του οποίου κακέκτυπη προσπάθεια εφαρμογής συνιστά, όπως ήδη αναφέραμε, η σημερινή Γαλλία, όπου την έννοια της πολιτικής κοινότητας έχει εξ ολοκλήρου σφετεριστεί ένα παντοδύναμο και γραφειοκρατικό κράτος. Σε κάθε περίπτωση, αν είμαστε υπέρμαχοι των δημοκρατικών αξιών, το ρεπουμπλικανικό μοντέλο είναι αυτό που ταιριάζει περισσότερο με τις πολιτικές μας αρχές, καθώς θέτει ως βάση της κοινωνικής συμβίωσης όχι το παντοδύναμο κι εγωιστικό άτομο, μα την αυτοοργανωμένη κοινότητα.

Στα πλαίσια της διαχείρισης του μεταναστευτικού προβλήματος, μια ρεπουμπλικανική πολιτική συνίσταται στις εξής δύο βασικές παραδοχές: α) Ότι ένταξη ενός νέου μέλους στην κοινωνία σημαίνει αναγκαστικά και αποδοχή ενός μέρους των αξιών ή των πολιτιστικών πρακτικών της χώρας υποδοχής· β) Ότι η νομιμοποίηση των νεοφερμένων θα πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνεται βάσει ποσοστών και ορίων που καθορίζονται, κάθε φορά, από την ικανότητα της κοινωνίας ν’ απορροφά και να εντάσσει ομαλά τα νέα μέλη. Αν αυτό το τελευταίο κριτήριο δεν εξασφαλίζεται, τότε μοιραία οι νεοφερμένοι θα βρεθούν σε μια κατάσταση «δομικού» αποκλεισμού στα κατώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας, αναγκασμένοι να στραφούν προς τη μικροπαρανομία και την οικονομία του εγκλήματος για να τα βγάλουν πέρα, όντας, ταυτόχρονα, πολύ πιο ευάλωτοι σε διακρίσεις και ρατσιστικές συμπεριφορές, λόγω της κατάστασής τους. Πιστεύουμε πως οι βασικές αυτές γραμμές εξασφαλίζουν ένα βιώσιμο (στο βαθμό που μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο δεδομένης της έκτασης του προβλήματος) πρόταγμα, το οποίο, εξασφαλίζει μεν, τις αξίες της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του διεθνισμού απέναντι στην εθνικιστική μισοξενία και τα σχετικά κυκλοθυμικά σύνδρομα αυτοοικτιρμού και μεγαλείου, ενώ, την ίδια στιγμή, αποφεύγει τις πολύ σοβαρές συνέπειες του ουτοπικού και ανεύθυνου διεθνισμού της γραμμής «χαρτιά σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις»[5]. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι η φιλελεύθερη αλλά και ελευθεριακή λογική του κοινωνικού χωνευτηρίου που οδηγεί στις αφελείς και χίπστερ εμμονές με την «πολυπολιτισμικότητα», όντας ανίκανη να διακρίνει τα φαινόμενα κομινοταρισμού και πολιτιστικής ή εθνοφυλετικής γκετοποίησης στα οποία οδηγεί αυτή η υπερφίαλη κι επιφανειακή διαχείριση του φαινομένου[6].

 11891196_506104966211711_1735126943934559443_n

Μπορεί η Ελλάδα να γίνει πολιτική κοινωνία;

Άλλωστε, μόνο ένα ρεπουμπλικανικό πλαίσιο ένταξης μπορεί να βοηθήσει τη νεοελληνική κοινωνία να κάνει επιτέλους τα πρώτα βήματα του περάσματος προς μια πραγματικά πολιτική κοινότητα. Αν θεωρούμε πως το κράτος (καθώς, δυστυχώς, προς το παρόν αυτό κυρίως ενσαρκώνει την πολιτική κοινότητα) αλλά και η κοινωνία γενικότερα οφείλουν να διαπαιδαγωγούν τα άτομα, τότε, μοιραία, ο τρόπος μετάδοσης ορισμένων από τις «νεοελληνικές» αλλά και δυτικές αξίες (στο βαθμό που έχουν περάσει στην ελληνική κοινωνία) στους νεοφερμένους, θα θέσουν το ζήτημα του αναστοχασμού πάνω σε ορισμένα βασικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο διδασκόμαστε την ιστορία μας στο σχολείο και, κατ’ επέκταση, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν μας και τελικά, το ίδιο το έθνος. Καιρός είναι, για παράδειγμα, ο ελληνικός εθνικισμός –στο βαθμό που συνεχίζει, δυστυχώς, να υφίσταται-, ν’ αρχίσει να απογαλακτίζεται από τα ρομαντικά-αντιδραστικά του πρότυπα (που χρησιμοποιούν ως κριτήριο ύπαρξης του Έθνους το φυλετικό και πολιτιστικό στοιχείο) και να περάσει προς ένα είδος πολιτικού πατριωτισμού, σαν αυτόν που δημιούργησαν οι δυτικοί λαοί κατά τις λεγόμενες αστικές επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα.

Αυτό που οι εχθροί του Κώδικα Ιθαγένειας καταγγέλλουν ως «αποεθνικοποίηση της έννοιας του πολίτη»[7] στην πραγματικότητα είναι ένας επανορισμός της ιδέας του Έθνους και των στοιχείων που θεωρούμε ως πυλώνες του και κριτήρια της ένταξης κάποιου σε αυτό: Από τον ρομαντικής καταγωγής παραδοσιακό νεοελληνικό εθνικισμό που ορίζεται πολιτιστικά-θρησκευτικά (οδηγώντας, προφανώς, στα γνωστά θυματικά σύνδρομα), περνάμε σ’ έναν εθνικισμό που έχει περισσότερο τη μορφή πολιτικού πατριωτισμού. Το έθνος, με άλλα λόγια, τείνει να συνδέεται με τους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας και να μην περιστέλλεται στην πολιτιστική ταυτότητα του Νεοέλληνα. Άλλωστε, όταν μιλάμε για ένταξη κάποιου ξένου σε μια κατεστημένη κοινωνία, αυτό που μπορούμε ν’ απαιτούμε ως προϋπόθεση, είναι η αποδοχή, από την πλευρά του, των βασικών πολιτικών θεσμών της κοινωνίας αυτής. Η προσχώρηση στο πολιτιστικό μοντέλο γίνεται με τον χρόνο κι εκ των πραγμάτων και δύσκολα μπορεί να διαπιστωθεί και να ελεγχθεί μέσω επίσημων διαδικασιών, ακόμα κι αν εφαρμοστεί με εξονυχιστικό τρόπο το μοντέλο της «εξατομικευμένης κρίσης»[8]. Η ιδέα πως «Έλληνας» δεν είναι πλέον μόνο ο λογιζόμενος ως εθνοφυλετικά «καθαρός» τέτοιος, ίσως μας βοηθήσει να σπάσουμε το κουκούλι του ευνουχιστικού μας εθνικού ναρκισσισμού, αυτής της πολιτιστικής διαιώνισης του υπερπροστατευτικού πλαισίου στο οποίο μας καταδικάζει η μεσογειακή μητριαρχία. Ίσως να καταλάβουμε τότε πως η Ελλάδα δεν έχει κανένα ιστορικό προνόμιο στη δυστυχία του κόσμου, πως είναι ένα έθνος ανάμεσα στ’ άλλα κι όχι κάποιος μουσαντένιος επιούσιος λαός, απομίμηση των Εβραίων[9].

Ταυτόχρονα, το ζήτημα όχι μόνο του «ριζοσπαστικού» Ισλάμ αλλά και η απλή ύπαρξη προς ένταξη (δηλαδή μη υποκείμενων σε εθιμικού τύπου ρυθμίσεις όπως αυτές που καθορίζουν το στάτους των μουσουλμάνων της Θράκης ή των συριανών και άλλων Καθολικών) μη Ορθόδοξων και μη χριστιανών Ελλήνων, θα θέσει αναγκαστικά το ζήτημα της σχέσης πολιτείας/Κράτους-Εκκλησίας[10]. Ο θρησκευτικός εμπλουτισμός του ελληνικού πληθυσμού θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να στείλει κι επισήμως πλέον στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας το επάρατο ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας, που τόσα κακά έχει προκαλέσει στη χώρα. Ίσως επιτέλους να δούμε την ελληνική κοινωνία να παύει να ορίζεται με χαρακτηριστικά θρησκευτικά-πολιτιστικά, και να προσπαθεί να επεξεργαστεί μια ταυτότητα κατά κύριο λόγο πολιτική, όπως είναι ο κανόνας εντός της Δύσης.

Δεν πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο θα είναι εύκολο, όπως εύκολο πράγμα δεν είναι ούτε η προσπάθεια εφαρμογής ενός ρεπουμπλικανικού μοντέλου ένταξης –περιπτώσεις χωρών σαν τη Γαλλία, δείχνουν τη δυσκολία αυτής της πορείας, ως προς το δεύτερο αυτό σημείο· πιστεύουμε, ωστόσο, πως είναι ο μόνος τρόπος, σε ό,τι αφορά στο εξεταζόμενο πρόβλημα, για να βγει η χώρα από την ιστορική της αδράνεια και τον κοινωνικό μαρασμό προς τον οποίο βαδίζει σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, του οποίου επακόλουθο κι επισφράγισμα συνιστά ο πληθυσμιακός της μαρασμός. Άλλωστε, εκτός από μάταιο, είναι κι εντελώς γελοίο να προσπαθεί να χώσει κανείς το κεφάλι του ως στρουθοκάμηλος μες στο βραχώδες ελληνικό έδαφος, όταν πίσω του φτάνουν ορμητικά τα κύματα της Ιστορίας. Όσο και να χτυπιόμαστε, δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων «να αποτρέψουμε αυτά που μας φέρνει η νομοτέλεια των γεγονότων»[11]. Ίσα ίσα που χρειάζεται να εκμεταλλευτούμε τις νέες συνθήκες, προκειμένου να επιτελέσουμε τους μετασχηματισμούς εκείνους που θα κάνουν την Ελλάδα μια κοινωνία ικανή να επιβιώσει, στο μέτρο του δυνατού, των συνεπειών της συγκυρίας.

[1] Βλ. σχετικά και την ανάλυση του «Εντιτόριαλ» αυτού του τεύχους και συγκεκριμένα την ενότητα «Η αδυναμία επίλυσης του προβλήματος του μη δυτικού κόσμου».

[2] «Το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια, που συζητείται και ψηφίζεται αυτές τις μέρες στο ελληνικό Κοινοβούλιο, μέσα στη σύγχυση της διαπραγμάτευσης για το χρέος και τα μνημόνια –γεγονός που είναι προσχεδιασμένο»-…» (Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών για την απόσυρση του εθνομηδενιστικού νομοσχεδίου για την Ιθαγένεια», περ. Άρδην, τ. 100, Απρίλιος-Ιούνιος 2015, σ. 32.).

[3] «Μέσα στην αναμπουμπούλα του εάν θα έχουμε ή όχι χρεωκοπία και έξοδο από το Ευρώ και μέσα από την τρομοκράτηση του κόσμου, που σχημάτιζε ουρές στα αυτόματα μηχανήματα των τραπεζών για να πάρει τη σύνταξή του, πέρασε “στο ντούκου” το εθνοκτόνο νομοσχέδιο, με το οποίο δίδεται ελληνική ιθαγένεια (sic!) με συνοπτικές διαδικασίες στους λαθρομετανάστες, που μας έρχονται με καταιγιστικούς ρυθμούς […] με τη συνέργεια της Τουρκίας» («Και συ, λαέ μου προδομένε, πρόσεξε μη διχασθείς!», εφ. Παρακαταθήκη, τ. 102, Μάιος-Ιούνιος 2015).

[4]  Γι’ αυτό και στις ΗΠΑ το εν λόγω μοντέλο αποκαλείται «salad-bowl».

[5] Με αυτό δεν εννοούμε ασφαλώς ότι δε θα πρέπει οι δυτικές κοινωνίες να συμπεριφέρονται στοιχειωδώς ανθρωπιστικά και αλληλέγγυα στους ταλαιπωρημένους μετανάστες που τις περισσότερες φορές ρισκάρουν πολλαπλώς τη ζωή τους στο δρόμο προς τη Δύση. Άλλο αυτό, και άλλο η ανυπαρξία στοιχειωδών κριτηρίων για την ένταξη μεγάλων πληθυσμών σε κάθε χώρα.

[6] Σχετικά με αυτά τα φαινόμενα, βλ. και το κείμενο του Κριστόφ Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», που δημοσιεύουμε στο παρόν τεύχος.

[7]  Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών…», ό. π.

[8]  Γι’ αυτό, προφανώς, το εξής επιχείρημα ενάντια στον Κώδικα Ιθαγένειας είναι καθαρά προσχηματικό: το νομοσχέδιο «εμφορείται από έναν “θεσμικό εθνομηδενισμό”, υπό την έννοια ότι καθιερώνει μια διαδικασία απόδοσης της ιθαγένειας βάσει τυπικών γραφειοκρατικών προσόντων, αφαιρώντας έτσι το εθνικό και πολιτιστικό της βάθος» (Κίνηση Πολιτών Άρδην, «Συλλογή υπογραφών…», ό. π.). Ένα κράτος μόνο «τυπικά γραφειοκρατικά προσόντα» μπορεί να αναγνωρίσει και να ελέγξει, εκ των πραγμάτων! Άλλωστε, το κριτήριο της απαραίτητης γνώσης της γλώσσας αλλά και μιας ελάχιστης περιόδου φοίτησης σε σχολείο της χώρας έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να παρέχει τις απαραίτητες αντικειμενικές βάσεις για την «πολιτιστική» ένταξη του νεοφερμένου.

Όταν, λοιπόν, κάνει κανείς κριτική στον νέο νόμο υπό το σκεπτικό πως τα κριτήρια ένταξης που αναγνωρίζει, στα πλαίσιά του, το κράτος είναι «τυπικά» και «γραφειοκρατικά», δύο τινά μπορεί να εννοεί: είτε ότι, εν τέλει, δεν πρέπει να δεχόμαστε κανέναν νεοφερμένο, καθώς η «ελληνικότητα» είναι ένα χαρακτηριστικό υπό μορφήν ουσίας, μια ιδιότητα που ή την έχει κανείς ή δεν την έχει, δίχως να μπορεί, ποτέ, να την αποκτήσει μέσω σταδιακής και προοδευτικής προσπάθειας· είτε ότι, στην περίπτωση που αυτή η «ελληνικότητα» είναι τελικά μεταγγίσιμη, οι νεοφερμένοι που δεν την έχουν ακόμη «πλήρως» αφομοιώσει, πρέπει να παραμένουν σε καθεστώς πολιτών β’ διαλογής. Τι σημαίνει όμως «πλήρης» αφομοίωση; Και τα ελληνόπουλα, που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει πνευματικά, δε θα πρέπει, τότε, να παίρνουν την ιθαγένεια στα 18, μαζί με το δικαίωμα ψήφου; Γνωρίζουν, μήπως αυτά καλύτερα τι είναι «ελληνικότητα» από τους συνομηλίκους τους, γόνους μεταναστών, που έχουν πάει στο ίδιο σχολείο κι έχουν ζήσει στις ίδιες γειτονιές; Εξάλλου, ποιος θα κρίνει αν κανείς έχει πράγματι αφομοιώσει την ελληνικότητα; Οι γραικύλοι που δε δέχονταν ως σημαιοφόρους αλβανούς μαθητές, επειδή ζήλευαν που οι βλαστοί τους δε μπορούσαν να έχουν τόσο καλούς βαθμούς; Αυτοί που ελληνοποιούν τον Αντετοκούμπο, τον Κουφό και τον Καλάθη κι εξυμνούν τον Πύρρο Δήμα, ενώ, την ίδια στιγμή, βρίζουν τους Αλβανούς και τα «αμερικανάκια»; Κι εν τέλει, τι είναι αυτή η περίφημη ελληνικότητα; Τι σημαίνει η απόφανση πως «ο Έλληνας είναι βίωμα» (Β. Τσεκούρας, «Για την απονομή ιθαγένειας», Άρδην, ό. π.) –ποιος μπορεί να μετρήσει και ν’ αξιολογήσει βιώματα; Υπάρχουν μέθοδοι καθαρά υποκειμενικής αξιολόγησης;

[9]  Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ελληνορθοδοξία, η επίσημη, δηλαδή ιδεολογία του νεοελληνικού Έθνους-Κράτους αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, εν πολλοίς, συνιστά μια προσπάθεια να μετατραπεί η Ορθοδοξία σ’ ένα χριστιανικό αντίστοιχο του ιουδαϊσμού, δηλαδή σε μια θρησκεία με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά, η οποία δεν αναφέρεται στο σύνολο του ανθρώπινου γένους, αλλά σ’ έναν μόνο λαό, ο οποίος λογίζεται ως ο Επιούσιος κι ο προνομιακός συνομιλητής του Θεού. Παρά τον αντισημιτισμό, που πολύ συχνά τους διακρίνει, οι οπαδοί της ελληνορθοδοξίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται πως με την υποταγή της θρησκείας στον εθνικισμό ουσιαστικά καταργούν ολόκληρη τη διδασκαλία του Ιησού και το στοιχείο που έκανε τον χριστιανισμό να ξεχωρίσει από τα παραδοσιακά ιουδαϊκά δόγματα. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, δε θ’ αποκαλούσαμε τον Απόστολο Παύλο «απόστολο των Εθνικών» και θα ‘πρεπε να καταργήσουμε τις «εθνικές» του επιστολές απ’ την Καινή Διαθήκη. Για μια ιστορικά τεκμηριωμένη πολεμική ενάντια στον Χ. Γιανναρά, διατυπωμένη από μιαν ανάλογη σκοπιά, βλ. το βιβλίο του αρχαιολόγου και καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Δ. Ι. Πάλλα, Ορθοδοξία και παράδοση. Δοκιμή αυτοβιογραφίας, Ηράκλειο, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.

[10] Πράγμα που ήδη συνέβη με τα τελευταία χρόνια, έστω και σε βαθμό περιορισμένο κι επιδερμικό, με το ζήτημα της ανέγερσης επίσημα αναγνωρισμένου τζαμιού στην Αττική.

[11] Α. Λαυρέντζος, «Δημογραφία και μετανάστευση. Η Ελλάδα σε παγίδα χαμηλής γονιμότητας», περ. Άρδην, τ. 100, ό. π., σ. 31.

Posted in Κείμενα | 7 σχόλια

Το Ευρώ, το δημοψήφισμα και η στάση του λαού

απόσπασμα από το editorial του 8ου τεύχους του Προτάγματος.

[ … ]

Κι ο λαός τι λέει για όλα αυτά;

α) Η αμφιθυμική στάση απέναντι στο Ευρώ

Όλα αυτά, βέβαια, είναι λίγο πολύ γνωστά. Μάλιστα η πολιτική ανικανότητα κι η κοντόθωρη εξουσιομανία αυτής της στενής ηγετικής φράξιας, που κρύβεται πίσω από τον -τελικά άβουλο πολιτικά- Α. Τσίπρα, είναι βούτυρο στο ψωμί για την ανάπτυξη αντισυριζαϊκών εμμονών και μανιών από την πλευρά πολιτικών χώρων που έχουν παλιούς ανοιχτούς λογαριασμούς με τη λεγόμενη Ανανεωτική Αριστερά[1]. Αυτό που συνήθως παραβλέπουν αυτές οι κριτικές (εξ ου κι ο εμμονικός, θα έλεγε κανείς, χαρακτήρας τους κι η τάση να παρουσιάζουν, μαζί με το σύνολο της Δεξιάς -«λαϊκής» και νεοφιλελεύθερης-, τον Τσίπρα ως καταστροφέα μιας ολόκληρης χώρας) είναι ο παθητικός ρόλος της ελληνικής κοινωνίας. Διότι, προφανώς, αν αυτή η μικρή ομάδα πολιτικάντηδων κάνει αυτά που κάνει, είναι διότι έχει την ανοχή της κοινωνίας, με ό,τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο. Aυτό που έχει πάντοτε σημασία και σε μεγάλο βαθμό κρίνει το αποτέλεσμα δεν είναι η εκάστοτε μετριότητα του πολιτικού προσωπικού αλλά το πώς αντιδρούν οι λαοί.

Πρωταθλητές όμως στην παράβλεψη αυτού του βασικού δεδομένου είναι οι ακροαριστεροί κριτικοί του ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται ότι για τους αριστερούς εγκεφάλους είναι μάλλον αδύνατη η σκέψη ότι το βασικότερο πρόβλημα δεν είναι η «προδοτική» και ξεπουλημένη εξουσία και οι πολιτικές κωλοτούμπες αλλά η στάση της κοινωνίας και οι επιλογές της. Διότι πολλά ακούσαμε περί αθέτησης των «κόκκινων γραμμών» αλλά ελάχιστα για την κοινωνία που είχε, υποτίθεται, ως βάση στήριξης ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διαπραγμάτευσή του. Ασκούμε κι εμείς κριτική εδώ στην ενδοτικότητα και τις αυταπάτες της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως στα όρια της πολιτικής του στρατηγικής, όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε κάτι βασικό: Πως, ακόμη κι αν εντός αυτής της ομάδας κυριαρχούσε από την αρχή μια γραμμή πρόθυμη να προβεί σε ρήξη με τους δανειστές, η κοινωνία όχι μόνο δεν ήταν έτοιμη για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, μα δήλωνε επανειλημμένως πως δεν το επιθυμούσε καθόλου. 11224880_1052767554756502_8123804594923188166_nΓέμιζε τα στρώματα με ευρώ αδειάζοντας τις τράπεζες, παρακολουθούσε τρώγοντας ποπ κορν τα επεισόδια των Eurogroups και τις διαπραγματεύσεις, ενώ από κάποια στιγμή και μετά φάνηκε να υιοθετεί σχετικά μαζικά την ποταμίσια γραμμή «Κάντε επιτέλους μια συμφωνία, όποια και να’ ναι!». Πού να κάνεις, λοιπόν, σκληρή διαπραγμάτευση -ακόμα και να θες-, όταν δεν έχεις πίσω σου ένα λαό με το μαχαίρι στα δόντια;

Αν κάτι λοιπόν πρέπει να μας προβληματίζει είναι ότι η ελληνική κοινωνία είναι καθηλωμένη σε μια αμφιθυμική σχέση με την ΕΕ: Απ’ τη μια συμπεριφέρεται σαν παιδί που φοβάται μη χάσει την ασφάλεια της ευρωπαϊκής αγκαλιάς κι απ’ την άλλη φαίνεται ανά περιόδους έτοιμη να πάρει τολμηρές αποφάσεις χωρίς να λογαριάζει συνέπειες. Η περίοδος του δημοψηφίσματος υπήρξε ενδεικτική αυτού που περιγράφουμε. Δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι η κοινωνία είναι κατά συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της παραμονής στο Ευρώ ενώ παράλληλα έβγαζε ένα 61,3% ΌΧΙ στο δημοψήφισμα. Η αμφιθυμία αυτή εκφράζει από τη μια την ιδέα ότι τουλάχιστον η Ευρώπη μας διασφαλίζει ένα βιοτικό επίπεδο, άρα η αποχώρηση απ’ αυτή κρίνεται αρνητική και από την άλλη τη στοιχειώδη αντίδραση απέναντι στον κυνισμό και την εκδικητικότητα της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας απέναντι στη χώρα -στοιχεία που πολλαπλασιάστηκαν σε νιοστό βαθμό με την προσπάθεια και μόνο να ψελλίσει η ελληνική πλευρά τις θεωρίες για «λάθος συνταγή», «τέρμα στη λιτότητα» κ.λπ. Το ενδιαφέρον είναι ότι η παραπάνω κοινωνική συμπεριφορά παραμένει αμετάβλητη ακόμη και τώρα που το όνειρο επιστροφής στην προ κρίσης εποχή -συναίσθημα κυρίαρχο ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της κρίσης- έχει σβήσει. Η κοινωνία, το περισσότερο διάστημα, φαίνεται ακινητοποιημένη μέσα στις αντιφάσεις της με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο διατεθειμένη να συμβιβαστεί με έναν άνωθεν άδικο και αδιέξοδο «λιτό βίο» των δανειστών παρά να φανταστεί οτιδήποτε άλλο. Εν τέλει φαντάζει ανίκανη να σκεφτεί στοιχειωδώς πάνω στα πολιτικά διακυβεύματα, πόσο μάλλον να πάρει πρωτοβουλίες για δράση.

Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε πως ποτέ κατά την ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας ο λαός δεν κατάφερε να αποτελέσει αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο, ικανό να δράσει πολιτικά με τρόπο συνεκτικό, διαρκή και στοιχειωδώς συντεταγμένο με σκοπό τη χειραφέτησή του[2]. Επιπλέον, μετά από τέσσερις σχεδόν δεκαετίες κοινωνίας της κατανάλωσης, ο νεοελληνικός ανθρωπολογικός τύπος φαντάζει σε τέτοιο βαθμό φθαρμένος που ακόμη κι μερικές στιγμές έκλαμψης δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς. Η μαλθακοποίηση του ανθρώπινου όντος στην οποία οδηγεί αυτή η πρωτόγνωρη υλική αφθονία περιβάλλει μ’ έναν βαθύ φόβο κάθε προοπτική διακοπής της, κάτι που εν προκειμένω συμβαίνει με την περίπτωση της ενδεχόμενης «εξόδου από την Ευρωζώνη». Όχι ότι τα πράγματα θα είναι απλά, όπως θέλουν να πιστεύουν αριστεροί λαοπλάνοι τύπου Λαφαζάνη, Μηλιού και Λαπαβίτσα. Ωστόσο, αν ένας λαός θέλει να είναι εθνικά, έστω, ανεξάρτητος, πρέπει να μπορεί να σκέφτεται πως οι δυσκολίες ή ακόμα και οι κακουχίες που για ένα χρονικό διάστημα -τουλάχιστον- θα επέφερε μια τέτοια προοπτική ίσως να αξίζουν τον κόπο στο όνομα ενός υψηλότερου σκοπού.

β) Μας έπιασε όντως μαλάκες ο Τσίπρας με το δημοψήφισμα;

Η εβδομάδα του δημοψηφίσματος στάθηκε ως η χαρακτηριστικότερη ίσως απ’ αυτές τις εκλάμψεις που αναφέραμε. Κρίναμε λοιπόν ως ομάδα ότι πρέπει να τοποθετηθούμε υπέρ της συμμετοχής στο δημοψήφισμα και υπέρ βέβαια της επιλογής του ΟΧΙ, διαφωνώντας τόσο με τη γραμμή που μιλούσε περί αποχής και προέκρινε την ιδεολογική καθαρότητα, όσο και με επιχειρήματα του τύπου: «το δημοψήφισμα δε βγάζει κάπου πολιτικά» καθώς συνιστά μια παρασκηνιακή επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ εν είδει απόδρασης από τις αντιφάσεις που γέννησε η λανθασμένη διαπραγματευτική του στρατηγική[3]. Όπως γράψαμε και τότε η διαπίστωση περί εσωκομματικών μηχανορραφιών και εργαλειακής χρήσης της «γνώμης του λαού» μας βρίσκει σύμφωνους, ωστόσο η ουσία της εν λόγω παρέμβασης βρισκόταν αλλού. Επειδή δεχτήκαμε ορισμένα κριτικά σχόλια γι’ αυτή μας την επιλογή, κυρίως με το επιχείρημα ότι παρασυρθήκαμε απ’ τον ενθουσιασμό της στιγμής, παραβλέποντας παρασκηνιακές διεργασίες και πολιτικές στοχεύεις που ενδεχομένως έκρυβε η επιλογή του δημοψηφίσματος, οφείλουμε μια ανταπάντηση.

Πρώτον πιστεύουμε ότι θα ήταν απλά ντροπή να ψήφιζε η κοινωνία ΝΑΙ και πως ένα τέτοιο αποτέλεσμα εξόφθαλμα θα είναι υπέρ των δανειστών, δεν χρειάζεται καν επιχειρηματολογία ως προς αυτό. 11666249_10203086847291038_1827898264077428201_nΚρίνουμε μάλιστα θετική τη στάση διάφορων αναρχικών ομάδων που προέκριναν το ΟΧΙ ως στοιχειώδη αντίσταση σε έναν ωμό εκβιασμό. Δεύτερον, το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία στην διάρκεια της κρίσης είχε συναισθηματικά ξεσπάσματα με λειψά πολιτικά χαρακτηριστικά και απουσία μακροπρόθεσμων στοχεύσεων δε σημαίνει ότι το πρόβλημα έγκειται στον συναισθηματισμό αυτόν καθεαυτό, τον οποίον επιδεικνύει η κοινωνία σε διάφορες φάσεις της. Αντιθέτως εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτές τις στιγμές ως μικρούς παφλασμούς στα λιμνάζοντα νερά της πολιτικής παθητικότητας που στοιχειωδώς επιτρέπουν την διάδοση ιδεών και την πολιτική ενασχόληση. Η απογοήτευση που ακολούθησε την επομένη του δημοψηφίσματος, για παράδειγμα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι για μια βδομάδα ο κόσμος ήταν περήφανος και είχε διάθεση να συζητήσει πολιτικά. Μόνο ένας παρανοϊκός θα θεωρούσε κάτι τέτοιο αρνητικό. Προφανώς η κοινωνία δεν αλλάζει μέσα σε μία βδομάδα, η αμφιθυμική της στάση απέναντι στην ΕΕ, όπως αναφέραμε παραπάνω, είναι εξόφθαλμη και με πολλές αρνητικές συνέπειες στον τρόπο που σκέφτεται και αντιδρά, αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα άτομα που ασχολούμαστε πιο στρατευμένα με την πολιτική δεν πρέπει να συμμετέχουμε κριτικά στις στιγμές που η κοινωνικά έστω με ένα δημοψήφισμα βρίσκει την ευκαιρία να εκφραστεί.

Επιπροσθέτως δε θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι πολιτική και συναίσθημα είναι έννοιες αδιαχώριστες: Ποιος θα είχε το σθένος να συνεχίσει να επιδιώκει την ανατροπή, π.χ., του καπιταλισμού σε συνθήκες σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας του, αν δεν λειτουργούσε και με το συναίσθημα; Συν τοις άλλοις, πιστεύει κανείς σοβαρά ότι οι Έλληνες αν ήταν πιο εγκρατείς συναισθηματικά θα ήταν και πιο σωστοί στις πολιτικές τους επιλογές; Το πρόβλημα, εν προκειμένω, δεν είναι το συναίσθημα, αλλά ο τρόπος διαχείρισής του. Η ελληνική κοινωνία είναι από ανθρωπολογική πλευρά εξπρεσιονιστική και αυτό, από ορισμένες πλευρές, είναι θετικό καθότι ανακινεί πολιτικά ζητήματα, τεντώνει λίγο το σκοινί και προκαλεί εξελίξεις. Το χρόνιο κι εγγενές, θα έλεγε κανείς, πρόβλημα της νεοελληνικής ιστορίας έχει να κάνει ακριβώς με το γεγονός πως αυτή η εξπρεσιονιστική φύση του Έλληνα τον κάνει να μη μπορεί να δράσει με τρόπο ορθολογικό και συνεκτικό: Ενεργεί μόνο μ’ εκλάμψεις και ξεσπάσματα, με στιγμές έμπνευσης κι ηρωισμού, οι οποίες όμως σχεδόν ποτέ δεν οδηγούν σε μια συνέχεια της προσπάθειας μέσω συντεταγμένης και οργανωμένης δράσης. Ο λαός σχεδόν αμέσως αποσύρεται και κυριαρχούν πάλι η παθητικότητα, το φατριαστικό πνεύμα κι η χαρακτηριστική μοιρολατρία του «αυτός ο τόπος δεν τιμονιάζεται με τίποτε» και του «εγώ θα σώσω το ρωμέικο;». Κουμάντο κάνουν οι διάφοροι αρχηγοί κάθε είδους κι ο λαός τη βγάζει με τη συμμετοχή του σε δίκτυα πατρωνίας και κυκλώματα κάθε είδους, βαυκαλιζόμενος με μια θυματική εθνική ιδεολογία που τον εξυμνεί, ακριβώς, ως λαό ικανό ν’ αντέχει και να υποφέρει. Εμείς μπορεί να τον κρίνουμε ως δυνάμει πολιτικό υποκείμενο, ωστόσο ο ελληνικός λαός διαφέρει ουσιωδώς από τους δυτικούς του ομολόγους που έκαναν τις νεότερες επαναστάσεις κι ενσάρκωσαν το χειραφετητικό κίνημα ήδη από τον 12ο αιώνα στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής παθητικότητας και παράδοσης στη συναλλαγή και τη μικροδιαπλοκή, συναισθηματικές εξάρσεις συλλογικού φιλότιμου και περηφάνιας κάθε άλλο παρά αρνητικές είναι. Δείχνουν πως, αν μη τι άλλο, όσο κι αν βρίσκεται σε παρακμή, η νεοελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα πεθάνει. Μπορεί να πρόκειται για λεκτικούς κολοκοτρωνισμούς και λόγια του αέρα -όπως θα ‘λεγε κάποιος κακεντρεχής-, ωστόσο εμείς πιστεύουμε ότι έχει μεγάλη σημασία η στάση που κράτησε η κοινωνία κατά τη βδομάδα με τις κλειστές τράπεζες: Ούτε στον εκβιασμό μάσησε, ούτε καταβλήθηκε από πανικό, ούτε «κανιβαλικές» συμπεριφορές επέδειξε, ενώ παράλληλα προέταξε το αίσθημα αξιοπρέπειας έναντι των ψυχρών συμφεροντολογικών υπολογισμών, σπάζοντας έστω και για λίγες μέρες τον κυρίαρχο μικροαστισμό. Όταν έχεις απέναντί σου τον Ντάισελμπλουμ, τον Άδωνι και τον Μπογδάνο, κάτι τέτοιο δεν πρέπει διόλου να υποτιμάται κι ούτε να μηδενίζεται λόγω της παθητικότητας που κυριάρχησε απ’ την επόμενη Δευτέρα.

σταρ

[1]      Όπως ο Γ. Καραμπελιάς που αναφέραμε προηγουμένως, ο οποίος, προκειμένου να παρουσιάσει την ομάδα Τσίπρα ως προκεχωρημένο φυλάκιο του «εθνομηδενισμού», το οποίο δε θα διστάσει να θυσιάσει τη χώρα προς όφελος των εξουσιαστικών της σχεδίων, την ταυτίζει, εντελώς λανθασμένα, με τον ιδεολογικό ανθελληνισμό ορισμένων συνιστωσών του αναρχικού χώρου. Είναι χαρακτηριστικό, εν προκειμένω, πως το σχετικό άρθρο («Viva la Muerte, ή, να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», Άρδην, τ. 100, ό. π. -διαθέσιμο και στο http://ardin-rixi.gr/archives/194207) όχι μόνο δανείζεται το δεύτερο ήμισυ του τίτλου του από τρικάκι γνωστής «αντιφά» ομάδας αλλά και διανθίζεται με φωτογραφίες χαρακτηριστικών «ανθελληνικών» αφισών και συνθημάτων του αναρχικού χώρου. Λες και χρειάζεται να ‘ναι κανείς απαραιτήτως ιδεολόγος ανθέλληνας προκειμένου να προτάξει το προσωπικό του συμφέρον έναντι του εθνικού συμφέροντος! Οι χουντικοί μπαμπουίνοι κι ο κυπριακός ακροδεξιός εσμός το ’74 δεν ήταν σάμπως εθνικόφρονες μέχρι κοκκάλου; Με δική τους ευθύνη όμως δεν προκάλεσαν την «εθνική τραγωδία» της Κύπρου; Και οι βασιλόφρονες το ’22;

[2]      Σχετικά με αυτήν την ανικανότητα, βλ. και τη σχετική μας ανάλυση με αφορμή το Κίνημα των Πλατειών του 2011, «Το Κίνημα των Πλατειών και οι δυσκολίες δημιουργίας ενός δημοκρατικού κινήματος», Πρόταγμα, τ. 3, Δεκέμβριος, 2011.

[3]      Βλ. το κείμενό μας «ΟΧΙ μπας και πάρουμε μπρος» που δημοσιεύσαμε λίγες μέρες πριν την Κυριακή του δημοψηφίσματος (στο μπλογκ της ομάδας, protagma.wordpress.com).

Posted in Κείμενα | 3 σχόλια

Πρόταγμα, τεύχος 8o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 8ο τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

 

8

Editorial (Η ελληνική κατάσταση – Το Ισλάμ απέναντι στη Δύση – Η ανάγκη μιας νέας πολιτιστικής δημιουργίας σε παγκόσμιο επίπεδο) Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Για το μεταναστευτικό, την Ιθαγένεια και την εθνική ταυτότητα · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον χιπστερισμό (Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών) · Κριστόφ Γκιλουί «Ζώντας μαζί» ή χωριστά; – Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμoύ · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας · Μαρτίν Λεϊμποβισί Βιοπολιτική και κατανόηση του ολοκληρωτισμού: Φουκώ, Αγκάμπεν, Άρεντ · Βιβλιοκριτικές: (Σιμόν Βέιλ) Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία. 

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Ερεσσού 35, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Κουκίδα (Τροίας 4 και Ομήρου, Νέα Σμύρνη)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

-Βιβλιοπωλείο Απόστροφος, Κοτάρδου Θεμιστοκλέους 41

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 7 σχόλια

Για τις επιθέσεις της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι

Μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις τη νύχτα της 13ης Νοεμβρίου, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ έναν καταιγισμό αναλύσεων και σχολίων, όπως και πριν από δέκα μήνες, με τις αντίστοιχες επιθέσεις του περασμένου Ιανουαρίου, πάλι στη γαλλική πρωτεύουσα. Λιγοστές όμως είναι οι στιγμές διαύγειας που μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα σ’ αυτόν τον χυλό. Συνήθως, οι απόπειρες ανάλυσης του φαινομένου δε στοχεύουν στην όσο το δυνατόν διαυγέστερη κατανόησή του, αλλά στη δικαίωση της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας του εκάστοτε γράφοντος. Σε μεγάλο βαθμό ακούμε και πάλι τις ίδιες αφελείς απόψεις και εμμονές, δείγμα πως ελάχιστη πείρα αποκομίσαμε από ό,τι συνέβη τότε στο Παρίσι. Γι’ αυτό και προσπαθούμε εδώ να συγκεντρώσουμε και ν’ ανασκευάσουμε ορισμένες εκ των βασικών αυτών θεωρητικών λαθροχειριών.

912057_selfie_in_paris__marian_kamensky

Η Δεξιά κι η Ακροδεξιά

Βασικό επιχείρημα της Ακροδεξιάς και της μη φιλελεύθερης, συντηρητικής Δεξιάς, είναι πως σήμερα δρέπουμε τους καρπούς της πολύ χαλαρής μας στάσης απέναντι στους μετανάστες, γενικώς, αλλά και στο προσφυγικό ιδιαίτερα. Υποτίθεται, σύμφωνα με το σενάριο αυτό, πως η χαλαρή στάση της Ευρώπης στο μεταναστευτικό έχει γεμίσει τις δυτικές κοινωνίες με τζιχαντιστές που απλώς ψάχνουν την κατάλληλη ευκαιρία για να τις αιματοκυλίσουν. Από την Λεπέν μέχρι τις ξενοφοβικές κυβερνήσεις ορισμένων τέως ανατολικών χωρών, αλλά και τους εν Ελλάδι ρήτορες του αντιμουσουλμανισμού, ο χώρος της Δεξιάς σπεύδει να συνδέσει την προσφυγική κρίση με την αιματοχυσία που προκάλεσαν οι φανατικοί ισλαμιστές. Όπως είπε κι ο αποτυχημένος Ράμπο αλλά επιτυχέστατος πολιτικός καραγκιόζης, Α. Λοβέρδος, οι τρομοκράτες του Παρισιού «λιάζονταν».

Θα ‘πρεπε βέβαια να γνωρίζει ο Λοβέρδος κι οι ομοϊδεάτες του, πως, όχι μόνο στη σημερινή περίπτωση αλλά και τον περασμένο Ιανουάριο, τον περασμένο Αύγουστο και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις επιθέσεων που τελευταία στιγμή απετράπησαν από την αστυνομία ή τις μυστικές υπηρεσίες στη Γαλλία, οι τζιχαντιστικοί πυρήνες εντός της Ευρώπης δεν αποτελούνται από μη Ευρωπαίους, αλλά από Ευρωπαίους μουσουλμάνους -αραβικής κυρίως αλλά και αφρικανικής καταγωγής-, οι οποίοι όχι μόνο είναι ευρωπαίοι πολίτες, από νομική άποψη, μα συνιστούν, συχνά, δυτικοθρεμμένους μετανάστες δεύτερης ή και τρίτης γενιάς. Νέοι από προάστια δυτικών μεγαλουπόλεων (σε χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Αγγλία), «ριζοσπαστικοποιούνται» εντός της Δύσης, φεύγουν για τη Συρία ή γι άλλες χώρες της Μ. Ανατολής όπου πολεμούν ή εκπαιδεύονται κι εν συνεχεία επαναπατρίζονται με αποστολή να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν επιθέσεις στις πατρίδες τους. Μόνο από τη Γαλλία έχουν φύγει γύρω στα 1000 άτομα για τη Συρία και το Ιράκ, 600 εκ των οποίων παραμένουν εκεί. Μάλιστα στη Συρία έχουν κατέβει και αρκετοί λευκοί δυτικοί προσήλυτοι στο Ισλάμ, δηλαδή άτομα με καθαρά ευρωπαϊκή ή αμερικανική καταγωγή[1]. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του ζητήματος και όχι εάν τελικά το περίφημο συριακό διαβατήριο ήταν γνήσιο ή εάν κάποιοι από τους δράστες πέρασαν από την Ελλάδα μαζί με τόσους άλλους μετανάστες. Οι δράστες ήταν Ευρωπαίοι πολίτες και διάλεξαν απλά τον πιο εύκολο τρόπο για να επιστρέψουν στις χώρες τους απαρατήρητοι.

Οι τζιχαντιστές αυτής της νέας γενιάς είναι γεννημένοι και μεγαλωμένοι εντός της Δύσης, πράγμα που φαίνεται και από το είδος των χτυπημάτων που επιχειρούν: Σε αντίθεση με το μοντέλο της Αλ Κάιντα, που επανδρωνόταν από εν μέρει εκδυτικισμένους ηγέτες αλλά συνήθως μη δυτικούς εκτελεστές, ενώ επιχειρησιακά μας είχαν δώσει δείγματα κυρίως τυφλών και θεαματικών επιθέσεων αυτοκτονίας, οι σημερινοί τζιχαντιστές γνωρίζουν καλά τις κοινωνίες εντός των οποίων δρουν, τους μηχανισμούς καταστολής τους, όπως και τους στόχους που επιλέγουν. Γι’ αυτό άλλωστε και το Ισλαμικό Κράτος δεν έχει ανάγκη να περάσει στην Ευρώπη μη ευρωπαίους τρομοκράτες μέσω των προσφυγικών ροών: Αυτοί που του χρειάζονται είναι «εκπαιδευμένοι» στο Χαλιφάτο δυτικοί. Προερχόμενοι συχνά, αυτοί οι τελευταίοι, από τον χώρο της μικροεγκληματικότητας, είναι εξοικειωμένοι με τη βία, ενώ δείχνουν να επιδιώκουν μια άμεση επαφή με τα θύματά τους και να προτιμούν την χρήση καλάσνικοφ, τα οποία δεν είναι δα και δύσκολο να βρει κανείς σε χώρες όπως η Γαλλία. Υπ’ αυτή την έννοια, καθόλου τυχαίες δεν είναι οι ομοιότητες των επιθέσεων αυτών με τις μαζικές δολοφονίες σε σχολεία ή πανεπιστήμια αμερικανικών πόλεων από οπλισμένους πιτσιρικάδες.

Οι επίδοξοι τζιχαντιστές μεγαλώνουν μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο πλαίσιο το οποίο φαίνεται να διογκώνει το υπαρξιακό και ψυχικό τους κενό, μια παρανοϊκή θα λέγαμε κατάσταση. Διότι, από τη μία πλευρά, οι δυτικές κοινωνίες δε φαίνεται να μπορούν να τους προσφέρουν τίποτα άλλο πια, παρά την προοπτική ενός φιλοχρήματου μηδενισμού, νεοφιλελεύθερου και γκανγκστερικού τύπου. Από την άλλη πλευρά, η μετανάστευση μουσουλμανικών στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζεται από την διάρρηξη του παραδοσιακού πολιτισμικού πλαισίου και την ταυτόχρονη αδυναμία ένταξης στις κοινωνίες υποδοχής. Η αδυναμία ένταξης δεν είναι αποτέλεσμα κοινωνικού αποκλεισμού η ρατσισμού, όπως λέγεται συχνά. Οφείλεται ουσιαστικά στην διάλυση των δυτικών κοινωνιών και την μετατροπή τους από ζωντανές ανθρώπινες κοινότητες σε αδιάφορες και απρόσωπες μάζες. Η προσπάθεια ανασύστασης μιας συνεκτικής ανθρώπινης κοινότητας από την πλευρά των μεταναστών -και κυρίως των απογόνων τους, που γεννήθηκαν στις χώρες υποδοχής αλλά δε νιώθουν μέλη τους- μπορεί να πάρει κομινοταριστικές μορφές[2]. Ωστόσο, πέρα απ’ το γεγονός ότι οι δεύτερης γενιάς μετανάστες δε γνώρισαν ποτέ τις χώρες προέλευσής τους, με τη σειρά τους οι χώρες αυτές περνούν τα τελευταία χρόνια τη δική τους κρίση ταυτότητας, υποφέροντας από εμφύλιες συγκρούσεις, ακυβερνησία και μια γενικότερη διάλυση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το Ισλάμ αναδύεται ως η μόνη βάση επανασύστασης μιας συνεκτικής κοινότητας. Έτσι, ερωτήματα όπως «πώς μπορώ να είμαι καλός μουσουλμάνος μέσα στη Δύση», που απασχολούν σε μεγάλο βαθμό τους μουσουλμανικής καταγωγής νέους, καταδεικνύουν με σαφήνεια τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκονται και την προσπάθειά τους να τα λύσουν μέσα από τη θρησκεία[3].

Τα ποσοστά νέων προσήλυτων στη μουσουλμανική θρησκεία είναι εντυπωσιακά, ακόμα και μετά την επίθεση του περασμένου Γενάρη στο Σαρλί Εμπντό[4]. Ασφαλώς, μια άλλη σειρά παραγόντων που αφορούν τον ρόλο των ριζοσπαστικών τζαμιών στα προάστια και τις άμεσες ή έμμεσες χρηματοδοτήσεις τους από τους σαουδάραβες, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οι πρόσφατες δημοσιογραφικές έρευνες σε προάστια πλήρως ελεγχόμενα από ριζοσπαστικούς ιμάμηδες[5], καθώς και η εξέταση από το γαλλικό κράτος της απαγόρευσης χρηματοδοτήσεων των τζαμιών ή λογής λογής «μουσουλμανικών» πολιτιστικών συλλόγων -αγνώστων λοιπών στοιχείων- από «ύποπτες» πηγές, είναι ενδεικτικά του μεγέθους του ζητήματος.

Απέναντι στα φαινόμενα αυτά που έχουν βάθος τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνων, η γαλλική κοινωνία επέδειξε μια γενικευμένη ανοχή και ανεμελιά, ποδηγετημένη καθώς είναι από μια λανθασμένη, φιλελεύθερη αντίληψη περί πολιτισμικού πλουραλισμού. Σκεπασμένη με το βαρύ πάπλωμα του σεβασμού στη διαφορετικότητα άνευ οιονδήποτε κριτηρίων, κοιμόταν καθώς φαίνεται τον ύπνο του δικαίου. Και παρά τους πυροβολισμούς που πέφτουν μέσα στην αυλή της, δε μοιάζει να ξυπνάει.

Αυτά είναι λοιπόν τα βασικά προβλήματα που βρίσκονται πίσω από τα σημερινά φαινόμενα. Μπορεί η ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών που αποτελούν μέλη της συνθήκης του Σένγκεν να βοηθά τις κινήσεις των τζιχαντιστών (που νοικιάζουν αυτοκίνητο στο Βέλγιο και χτυπούν στο Παρίσι, π.χ.), αλλά εδώ πρόκειται μόνο για έναν παράγοντα που απλώς διογκώνει ένα ήδη υπάρχον πρόβλημα με βαθιές ρίζες μέσα στις ίδιες τις δυτικές κοινωνίες και όχι σε κάποιο μακρινό συριακό οροπέδιο.

Η αριστερή παραζάλη

α) Ο τραγέλαφος του τριτοκοσμικισμού

Στον αντίποδα αυτής της τυφλότητας απέναντι στα προβλήματα των ίδιων των δυτικών κοινωνιών, οι αριστερές προσεγγίσεις το μόνο που μοιάζει να επιδιώκουν είναι να παρουσιάζουν τη Δύση ως υπαίτια των δεινών του συνόλου της ανθρωπότητας. Κι έτσι βγάζουν λάδι το Ισλάμ που, όταν δεν παρουσιάζεται ως κυνηγημένη από τη σύγχρονη Δύση θρησκεία, σίγουρα θεωρείται ως εντελώς άσχετη με τις σημερινές εξελίξεις, των οποίων τους φταίχτες θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε αποκλειστικά στις τάξεις των ευρωατλαντικών ολιγαρχιών. Ενώ, παράλληλα, όσον αφορά τους μουσουλμάνους που μεγάλωσαν στις δυτικές μητροπόλεις, ως μοναδικό κριτήριο για την ένταξή τους στις τάξεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ αναγνωρίζεται η κοινωνική περιθωριοποίηση που τους επέβαλαν οι ανώτερες τάξεις και το κράτος. Βέβαια από δημοσιεύματα που ακολούθησαν τις επιθέσεις στο Παρίσι, το προφίλ ορισμένων τρομοκρατών, και δη του βέλγου τζιχαντιστή Αμπντελχαμίντ Αμπααούντ, των αδελφών Αμπντεσλάμ αλλά και του Σαμί Αμιμούρ, καθόλου δεν ταιριάζει με αυτό που διατυμπανίζουν οι αριστερές αναλύσεις[6].

Δύο πράγματα θα πρέπει εδώ να τονιστούν. Πρώτον, ότι όλες αυτές οι αντιιμπεριαλιστικές εμμονές, που στον έναν ή στον άλλο βαθμό συνιστούν ό,τι έχει να πει η Αριστερά όχι μόνο επί των συγκεκριμένων γεγονότων αλλά και επί της ανόδου του ισλαμοφασισμού, γενικότερα, ελάχιστα προσφέρουν στην κοινωνική ανάλυση. Το μόνο που κάνουν είναι ν’ αναπαράγουν τον δυτικοκεντρισμό που υποτίθεται πως βδελύσσονται οι υποστηρικτές τους. Με τη μόνη διαφορά πως θεωρούν τη Δύση ως ενσάρκωση του Κακού μέσα στην ιστορία, δίνοντας αρνητικό πρόσημο στην ιδέα ενός δυτικού μονοπωλίου επί της ιστορικής δράσης. Διότι, αν τα πάντα συνιστούν συνωμοσίες ή συνέπειες ενεργειών της Δύσης, τότε, μοιραία, οι αραβικοί λαοί, λόγου χάριν, δεν έχουν δικαίωμα ιστορικής αυτενέργειας. Όχι, το Ισλαμικό Κράτος κι ο σύγχρονος σαλαφισμός δεν είναι δημιουργήματά τους, αλλά συνωμοσίες των σατανικών δυτικών που απλώς τους χρησιμοποιούν ως μαριονέτες τους[7].

Το ότι οι Αμερικανοί και οι δυτικοί γενικότερα έχουν συμβάλλει στο να γίνει μπάχαλο ο αραβικός κόσμος τα τελευταία 60 χρόνια (υποστήριξη του Ισραήλ, ενίσχυση των Ταλιμπάν κατά των Σοβιετικών, ιρανο-ιρακινός πόλεμος, αποσιώπηση του ρόλου της Σαουδικής Αραβίας στην εξάπλωση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, στρατιωτικές επεμβάσεις των Αμερικανών) δεν σημαίνει πως αυτοί γέννησαν τον σύγχρονο τζιχαντιστικό ισλαμισμό. Αυτού του είδους ο ισλαμισμός αναδύεται τη δεκαετία του ’70 κι αντανακλά τη βαθειά κρίση και τ’ αδιέξοδα των αραβικών κοινωνιών, οι οποίες δεν κατάφεραν να μετουσιώσουν την ψευτο-εκκοσμίκευσή τους κατά τις προηγούμενες δεκαετίες (υπό την επήρεια του μπααθισμού και του αραβικού εθνικισμού) σε κάτι γόνιμο και κοινωνικά σταθερό. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως δικτάτορες όπως ο Μπεν Αλί και ο Μουμπάρακ ανατράπηκαν από λαϊκές επαναστάσεις και οι ίδιοι οι λαοί τους αντικατέστησαν, μέσα από εκλογές, από ακραία ισλαμικά κόμματα. Το ίδιο συνέβη και στην Συρία, όπου ενώ η επανάσταση είχε αρχικά φιλελεύθερο χαρακτήρα, αφομοιώθηκε γρήγορα από τις πιο ισχυρές ισλαμικές ένοπλες ομάδες.

Λες, άλλωστε -για να πιάσουμε και την ειδικότερα γαλλική πτυχή του προβλήματος-, κι έχει καμιά ανάγκη ο Ολάντ να μπαίνει σήμερα σε τέτοιες περιπέτειες προκειμένου ν’ αυξήσει την καταστολή εντός της γαλλικής κοινωνίας. Υπάρχει κανένα επικίνδυνο για την κατεστημένη τάξη κοινωνικό κίνημα και δεν το γνωρίζουμε, ώστε να έχουμε ανάγκη από τέτοιες προβοκάτσιες, όπως, π.χ., στην Ιταλία του ‘70; Μήπως θα πρέπει να σκεφτούμε πως, όπως και στην περίπτωση της ανόδου του νεοφιλελευθερισμού, έτσι και στην περίπτωση της αποκρυστάλλωσης του περίφημου «κράτους ασφάλειας», αποφασιστικός παράγοντας είναι η πολιτική παθητικοποίηση των δυτικών πληθυσμών η οποία προηγήθηκε και επέτρεψε στις ολιγαρχίες να εφαρμόσουν πολιτικές που πριν το 1970 θα συναντούσαν σημαντικές αντιστάσεις;

β) Παραδοσιακό Ισλάμ και ισλαμοφασισμός

Κατά δεύτερον, πράγματι δεν πρέπει να ταυτίζουμε τους μουσουλμάνους γενικώς με τις ιδιαίτερες εκείνες εκδοχές του Ισλάμ που βρίσκονται πίσω από τον τζιχαντισμό. Ο σύγχρονος σαλαφισμός, συνιστά ποικιλία της παραδοσιακής αυτής τάσης ορισμένων ισλαμικών ρευμάτων προς αυστηρές και φανατικές εκδοχές ερμηνείας της μουσουλμανικής θρησκείας, που επιζητούν την επιστροφή σε μια ειδυλλιακά αγνή και καθαρή εκδοχή της, η οποία υποτίθεται πως όριζε τη ζωή των πιστών την εποχή του Προφήτη. Σε αντίθεση όμως με άλλες ιστορικές εκδοχές του σαλαφιστικού νεοσυντηρητισμού, ο σύγχρονος ισλαμοφασισμός -και γι’ αυτό άλλωστε τον αποκαλούμε έτσι- συνιστά ένα απεχθές μείγμα, από τη μια μεριά, όλου του ουαχαμπικού αυτού συντηρητισμού, και, από την άλλη, των χειρότερων στοιχείων της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας: εμμονή με τη νεοτεχνολογία και την πληροφορική, εγκόλπωση της ιδέας μιας απόλυτης κυριαρχίας, τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος. Αυτό το ολοκληρωτικό στοιχείο, που συνιστά καθαρά δυτική ανακάλυψη, αλλά και η συμπαρομαρτούσα παράνοια προφανώς και δε χαρακτηρίζουν το παραδοσιακό Ισλάμ και τον μέσο μουσουλμάνο. Μέχρι εδώ σωστά τα λέει η Αριστερά, αν και όχι για τους σωστούς λόγους.

Αυτό που συγκαλύπτει, ωστόσο -και είναι καίριο-, είναι το γεγονός πως, στην πραγματικότητα, η διάκριση μεταξύ μουσουλμάνων και ισλαμοφασιστών, όσο κι αν, σε κοινωνιολογικό και περιγραφικό επίπεδο ισχύει και πρέπει να τονίζεται, υπονομεύεται από τους ίδιους τους μέσους, μη ισλαμοφασίστες μουσουλμάνους. Διότι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιστάσεων, αυτοί οι απλοί μουσουλμάνοι ουδέποτε θ’ αναγνωρίσουν κάποια πιθανή σχέση της θρησκείας τους με τον ισλαμοφασισμό και την μεγάλη παράδοση ριζοσπαστισμού που κουβαλά. Το μόνο που θα πουν είναι πως «το Ισλάμ κηρύττει την ειρήνη, οπότε οι τρομοκράτες δεν είναι μουσουλμάνοι». Κι έτσι αποφεύγουν να στραφούν κριτικά απέναντι σε κομμάτια της θρησκείας τους που δίνουν πάτημα στους ισλαμοφασίστες να κάνουν ό,τι κάνουν όχι στο όνομα του Ιησού ή του Βούδα, αλλά σ’ εκείνο του Αλλάχ. Στην αδυναμία τους αυτή συμβάλλει, βεβαίως, και ο ρόλος του μουσουλμανικού ιερατείου εντός των δυτικών χωρών. Στην περίπτωση της Γαλλίας, που την γνωρίζουμε καλύτερα, η κυβέρνηση του Σαρκοζί ίδρυσε το 2008 το Γαλλικό Συμβούλιο Μουσουλμανικής Θρησκείας (CFCM), μια θεσμική βιτρίνα πολλαπλής χρήσης: Για να προσεταιριστεί η γαλλική δεξιά το μουσουλμανικό ακροατήριο, για να δώσει το γαλλικό κράτος την εντύπωση πως έχει ένα μέσο επιρροής πάνω στη μουσουλμανική νεολαία (που ριζοσπαστικοποιείται όλο και περισσότερο) και, από την πλευρά του μουσουλμανικού ιερατείου, για να αποκτήσει στενότερες σχέσεις με την πολιτική τάξη της Γαλλίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διάδοση των πιο συντηρητικών πλευρών του Ισλάμ. Το CFCM διοικείται από σαλτιμπάγκους όπως ο Μεγάλος Μουφτής του Παρισιού Μπουμπακέρ[8] και ο μουφτής τού Ντρανσύ Σαλγκουμί, οι οποίοι ασχολούνται περισσότερο με το να χτίζουν σχέσεις με πολιτικά κόμματα, μίντια και ανθρώπους του κράτους, παρά με το να πολεμούν την διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών μεταξύ των πιστών τους (ο Σαμί Αμιμούρ κατοικούσε στο Ντρανσύ αλλά προσευχόταν σε ένα τέμενος ελεγχόμενο από νεαρούς σαλαφιστές). Ωστόσο, το χειρότερο είναι πως το CFCM περιλαμβάνει εντός του την Ένωση Ισλαμικών Οργανώσεων της Γαλλίας (UOIF), η οποία ιδρύθηκε το 1983 και η οποία συνδέεται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, την σαλαφιστική οργάνωση της Αιγύπτου, ενώ χρηματοδοτείται και από την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ[9]. Παρόλο που στο εσωτερικό τoυ CFCM δεν έχει μεγάλη ισχύ, έχει καταφέρει να ελέγξει 11 από τα 25 περιφερειακά συμβούλια μουσουλμανικής θρησκείας (CRCM), κάνοντας μια πολύ σημαντική δουλειά στα κατώτερα επίπεδα της μουφτήδικης γραφειοκρατίας, τα οποία είναι προφανώς σε στενότερη επαφή με τους πιστούς. Σε πολλές περιπτώσεις οι εκπρόσωποί της έχουν δηλώσει πως »Σύνταγμά μας είναι το Κοράνι», ενώ μέχρι και ο Μανουέλ Βαλς δήλωνε στις αρχές του τρέχοντος έτους πως ανησυχεί για την επιρροή που έχει αυτή η οργάνωση και θέλει να την «καταπολεμήσει»[10].

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επαμφοτερίζουσας στάσης της μουσουλμανικής κοινότητας, ήταν το γεγονός πως, κατά τις μεγάλες συγκεντρώσεις στη Γαλλία, πριν από δέκα μήνες, μετά τις επιθέσεις του περασμένου Ιανουαρίου, δεν παρατηρήθηκε συμμετοχή από μουσουλμάνους νεολαίους. Οι μόνοι μουσουλμάνοι (ή, εν πάση περιπτώσει, Γάλλοι με καταγωγή από μουσουλμανικές χώρες) που συμμετείχαν, ήταν άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, που ανήκαν στις παλιότερες γενιές, τις επηρεασμένες από τον αραβικό εθνικισμό και τις υπόλοιπες εκδοχές του τριτοκοσμισμού της δεκαετίας του ‘60. Ακριβώς, όμως, επειδή δεν αναγνωρίζουν τον ισλαμοφασισμό ως μια αρρώστια του Ισλάμ, αρνούνται να προβούν και σε οποιοδήποτε ξεκαθάρισμα λογαριασμών μαζί του. Έτσι, όμως, όχι μόνο μένουν έκθετοι στις κριτικές της Ακροδεξιάς, δίνοντάς της βάση να μιλά, αλλά, επιπλέον, ευνοούν την επώαση του ισλαμοφασιστικού όφη, μέσα στις γειτονιές και τα τεμένη τους.

Η φιλελεύθερη ασυναρτησία κι η ιστορική χρεωκοπία της Δύσης

α) Η κοινωνία της διασκέδασης

                                            Και κυρίως αυτές οι επιθέσεις έπληξαν την παρισινή νεολαία και την ελευθερία της να βγαίνεικαι να διασκεδάζει.

Αν Ινταλγκό (δήμαρχος Παρισίων)

Από την άλλη, σε έναν αντίστοιχου τύπου παροξυσμό φτάνει η αναλυτική αστοχία και αμηχανία της αρθρογραφίας του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Ως συνήθως, στις τάξεις των φιλελεύθερων βρίσκει κανείς τους πιο αβαθείς κι αφελείς απολογητές των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, ακριβώς όπως αυτές είναι, δίχως τον παραμικρό αστερίσκο ή κριτική υποσημείωση. Έτσι, οι φιλελεύθεροί μας κάνουν σημαία τους την κοινωνία της κατανάλωσης, η εμβάθυνση και υπεράσπιση της οποίας συνιστά γι’ αυτούς άρθρο πίστης. Μες στη βλακεία τους, έχουν καταλήξει να ταυτίζουν τη Δύση μ’ αυτήν την εντελώς παρηκμασμένη εκδοχή του δυτικού πολιτισμού που, ως τέτοια, συνιστά όχι τη συνέχιση μα το ψυχορράγημά του.

Ήδη τον περασμένο Ιανουάριο ήταν προφανής η κραυγαλέα αντίθεση, ανάμεσα στις αξίες της ελεύθερης έκφρασης και της σάτιρας, που επλήγησαν από τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo, και στις πραγματικές διαθέσεις του γαλλικού πληθυσμού που συμμετείχε στις μεγάλες συγκεντρώσεις εκείνων των ημερών. Αυτό που κινητοποίησε τον κόσμο δεν ήταν κάποια ιδιαίτερη προθυμία να πολεμήσει για το δικαίωμα της κριτικής στη θρησκεία και της ελευθερίας έκφρασης της άποψής μας, όσο μια «ανθρωπιστικού» τύπου αντίθεση στη «βία» γενικώς, αυτός ο τυφλός πασιφισμός που συνιστά πολιτική εκλογίκευση της πλήρους μαλθακοποίησης στην οποία έχουν οδηγήσει τον δυτικό άνθρωπο 40 χρόνια αχαλίνωτης κοινωνίας της κατανάλωσης και των ανέσεων. Μια μαλθακοποίηση κι ένας πασιφισμός που κρύβει από πίσω μια και μόνο ιδέα: ότι το μόνο που έχει αξία είναι η ζωή και το σώμα μας.

Σήμερα που οι στόχοι των τρομοκρατών δεν είχαν καν στενά πολιτικά χαρακτηριστικά, αυτή η αντίθεση αμβλύνεται κατά πολύ, εφόσον, αυτό που βγαίνει ως γενική ιδέα, είναι πως επλήγη «το δικαίωμα των νέων στη διασκέδαση». Η δήμαρχος του Παρισιού το δήλωσε ανερυθρίαστα μες στην αμηχανία της, ενώ οι διάφορες πρωτοβουλίες και τα hashstags του Τουίτερ (αν είναι δυνατόν!) περιφέρονται γύρω από την ίδια ιδέα: «δε φοβόμαστε και βγαίνουμε να κατακλύσουμε τα μπιστρό και τις μπρασερί». Καθόλου άστοχη εξάλλου η παρατήρηση του κοινωνιολόγου Φρανσουά ντε Σενγκλύ (François de Singly) με αφορμή την ανάδειξη της σημαίας της Γαλλίας σε τρέντυ σύμβολο υποστήριξης και εθνικής ανασύνταξης: «η σημαία έγινε το σύμβολο ενός τρόπου ζωής α λα γαλλικά, με κεντρικό μοτίβο τα καφέ και τα τραπεζάκια των μπιστρό»[11].

Ιδού λοιπόν οι αξίες που θα πάνε τα γαλλικά μαχητικά να υπερασπιστούν στους μπαρουτοκαπνισμένους αιθέρες της Συρίας. Ιδού η Δύση που υπερασπίζονται οι γάλλοι και όχι μόνο φιλελεύθεροι. Όπως το έλεγε προ δεκαπενταετίας ο μακαρίτης γάλλος συγγραφέας Φιλίπ Μυρέ (Philippe Muray), αυτό που, από ορισμένες απόψεις, έδειχνε να ενόχλησε περισσότερο τους Αμερικανούς μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ήταν το γεγονός πως τα επείγοντα μέτρα που πάρθηκαν την επαύριον των επιθέσεων έθεσαν περιορισμούς στον τρόπο διασκέδασης των πολιτών, για λόγους ασφαλείας. Αυτό που τότε μόνο η οξύνοια ενός «περίεργου» συγγραφέα θα μπορούσε να διαγνώσει, σήμερα λέγεται με τρόπο ρητό κι ανερυθρίαστο. Άλλωστε αυτές είναι οι κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας της κατανάλωσης: η καλοπέραση και η εγγύηση του δικαιώματος στην απρόσκοπτη κι απαραβίαστη διασκέδαση.

β) Ενάντια στον χιπστεροειδή τρόπο ζωής;

Κι αυτό διόλου τυχαία, μιας και τα θύματα των πρόσφατων επιθέσεων προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα στρώματα που απαρτίζουν τις σύγχρονες χίπστερ ανερχόμενες τάξεις. Εκτός από το παιδί που πουλούσε το merchandise της μπάντας που εμφανιζόταν στο Bataclan, ορισμένους Άραβες που γιόρταζαν τα γενέθλια μιας φίλης και συγγενούς τους, σε κάποιο από τα εστιατόρια που γαζώθηκαν τυχαία από τους τρομοκράτες, τον πορτογάλο ποδοσφαιρόφιλο που σκοτώθηκε από την πρώτη έκρηξη έξω από το Stade de France κι ορισμένους ακόμα πιο «λαϊκούς» τύπους, είτε το δούμε πολιτιστικά είτε κοινωνικά-ταξικά, η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων εξασκούσε επαγγέλματα ή κατείχε αξιώματα σε τομείς μέσων και υψηλών εισοδημάτων. Σε αναλυτική λίστα που δημοσίευσε η Le Figaro βρίσκουμε τα εξής επαγγέλματα (αρκετά εκ των οποίων εμφανίζονται περισσότερες της μίας φορές): δημοσιογράφος, γλύπτης, δικηγόρος, καλλιτεχνικός διευθυντής, εκδότης, στέλεχος ή εργαζόμενος σε δισκογραφική εταιρία και σε εκδοτικό οίκο, εργαζόμενος σε καλλιτεχνικό πρακτορείο, πρώην μανεκέν και μετέπειτα δημοσιογράφος σε γυναικείο περιοδικό, αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, σχεδιαστής, ιδιοκτήτης εστιατορίου, στέλεχος δημόσιας υπηρεσίας, σκηνοθέτης, επί των δημοσίων σχέσεων, εργαζόμενος «στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα», μουσικός παραγωγός, μηχανικός, φοιτητής (δραματικής σχολής, design, μουσικολογίας, εθνομουσικολογίας, τεχνητής νοημοσύνης, γαλλικών οικονομικών σχολών και της LSE, σύγχρονης λογοτεχνίας, δημογραφίας -σε επίπεδα από πρώτο πτυχίο μέχρι Μάστερ και διδακτορικό).

Δε χτυπήθηκε, με άλλα λόγια, ο «απλός κόσμος», όπως λανθασμένα πιστεύεται («αυτό που χτυπήθηκε δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος τρόπος ζωής, αλλά η Γαλλία στο σύνολό της» δήλωσε ο Ολάντ), αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών: οι ανερχόμενες «μορφωμένες» τάξεις που συνιστούν τις νέου τύπου ολιγαρχίες και καθορίζουν την ιδεολογική και πολιτιστική τους φυσιογνωμία -οι λεγόμενοι «χίπστερ». Η τεχνοφιλελεύθερη Libération, κατεξοχήν φερέφωνό αυτών των νέων ανώτερων τάξεων στη Γαλλία, σε εξώφυλλό της μιλούσε για την «γενιά του Bataclan», χαρακτηρίζοντας τα μέλη της ως «νέους, που τους αρέσει να διασκεδάζουν, κοσμοπολίτες και με ανοιχτό πνεύμα». Πρόκειται για μια ταυτοχρόνως ακριβή μα και ιδεολογική περιγραφή των πολιτιστικών χαρακτηριστικών των θυμάτων της εκατόμβης της 13ης Νοεμβρίου. Οι τρομοκράτες στόχευσαν το Stade de France (στις κερκίδες του οποίου υπήρχε πολύς λαϊκός κόσμος) προφανώς λόγω της παρουσίας του Ολάντ αλλά και για να επιτύχουν χτύπημα μπροστά σε κάμερες που θα το μετέδιδαν ζωντανά. Ωστόσο, το γεγονός πως μόνο τρεις από τους 8 ή 9 πήγαν να το χτυπήσουν, ενώ οι άλλες δύο ομάδες τους στράφηκαν σε επιλεγμένα εστιατόρια της πρωτεύουσας και στο Bataclan, μας δείχνει πως στόχος δεν ήταν η δολοφονία όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, δίχως ποιοτικά κριτήρια[12]. Αυτό που χτυπήθηκε ήταν το κατεξοχήν λευκό κομμάτι της γαλλικής κοινωνίας[13]. Σε μια πόλη της ολιγαρχίας όμως, όπως είναι το σύγχρονο Παρίσι, οι μόνοι λευκοί είναι οι χίπστερ λευκοί, εφόσον οι λευκοί λαϊκοί Γάλλοι (αλλά και τα υπό ταξικό ξεπεσμό λευκά μεσοστρώματα) εδώ και χρόνια μετοικούν στις μεσαίες και μικρές πόλεις της επαρχίας, μη μπορώντας να αντέξουν το κόστος της ζωής στις μεγάλες, «κοσμοπολίτικες» πόλεις, με πρώτο και καλύτερο το Παρίσι[14]. Γνωρίζοντας αυτή την κατάσταση, εφόσον μέσα σε αυτήν την κοινωνία ζουν, οι τρομοκράτες, σχεδόν ενστικτωδώς θα λέγαμε, επέλεξαν έναν «εναλλακτικό» συναυλιακό χώρο και μαγαζιά ενός ύφους που θυμίζει μείγμα Εξαρχείων (στην απολιτίκ τους εκδοχή), Γκάζι και πλατείας Καρύτση.

Ίσως έτσι να εξηγείται και η ταύτιση που νιώθει εν προκειμένω η αριστερή και αναρχική νεολαία στην Ελλάδα. Πρόκειται βεβαίως για ταύτιση που ξεπερνά την απόλυτα φυσιολογική ανθρώπινη συμπάθεια για τα θύματα, στα οποία φαίνεται να προβάλλει, ανερυθρίαστα, για άλλη μια φορά τις ιδεοληπτικές εμμονές της. Εγκλωβισμένη στις αυταπάτες της πιστεύει πως οι χώροι που χτυπήθηκαν από τους τζιχαντιστές ήταν χώροι στους οποίους διασκεδάζει η πολιτικοποιημένη νεολαία του Παρισιού, τα παιδιά των φτωχών λαϊκών οικογενειών. Αν η αριστερή και αναρχική νεολαία ταυτίζει τον λαό με τις ανερχόμενες χίπστερ ολιγαρχίες, μάλλον θα πρέπει να ξαναρίξει μια ματιά στα μαρξιστικά της κιτάπια. Εάν πάλι συχνάζει στα ίδια στέκια, μάλλον δεν είναι αρκούντως αναρχική και αριστερή, εφόσον έχει χάσει προφανώς κάθε επαφή με τον λαό και κάθε αίσθημα ισότητας και αγανάκτησης ενάντια στα κοινωνικά προνόμια. Και είναι γελοίο να βαυκαλίζει τον εαυτό της με σενάρια δήθεν στοχοποίησής της από τις ολιγαρχίες, οι οποίες, άκουσον άκουσον, έβαλαν τα τζιχαντιστικά τους ενεργούμενα να την ξεπαστρέψουν. Μήπως έχει προ πολλού αυτοαναιρεθεί η ίδια, ως πολιτική δύναμη, με την ολόψυχη προσχώρησή της στον κυρίαρχο πολιτισμό της διασκέδασης, έστω κι αν υπεραμύνεται μιας πιο εκλεπτυσμένης κι «εναλλακτικής» του εκδοχής;

Η ανάγκη μιας ριζικής επαναθέσμισης του δυτικού κόσμου

Κοινό στοιχείο των τριών τύπων ανάλυσης και επιχειρηματολογίας είναι, εν τέλει, η παροιμιώδης ικανότητά τους να χτυπούν το ιδεολογικό τους κεφάλι στον τοίχο της πραγματικότητας, όταν προσπαθούν να δώσουν ερμηνείες στα γεγονότα και να κατανοήσουν τη σύγχρονη Δύση, τα προβλήματα του λεγόμενου πολυπολιτισμικού μοντέλου και το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η κοινωνία της κατανάλωσης˙ η αμηχανία τους, με άλλα λόγια, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το πλέον παρακμιακό στάδιο ολόκληρης της δυτικής ιστορίας. Οι αριστερές αναλύσεις, έχοντας ρίξει τα προτάγματά τους στον μεταμοντέρνο λάκκο της «πολιτιστικής διαφοράς» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αρνούνται να δουν και να παραδεχτούν αυτήν την ανθρωπολογική συνθήκη. Οι δεξιοί και ακροδεξιοί θα κοιτάξουν μόνο να καταδικάσουν αξιακά την πολυπολιτισμικότητα προς τέρψη της εθνοκεντρικής τους αυτοϊκανοποίησης. Οι δε φιλελεύθεροι είτε υποβαθμίζουν μέσω ευχολογίων αυτές τις αντιφάσεις είτε πλειοδοτούν υπέρ μιας σκληρής στάσης απέναντι στο ριζοσπαστικό Ισλάμ, λες και οι δυτικές κοινωνίες που καλούνται ν’ αντισταθούν στις θεοκρατικές του επιδιώξεις είναι ακόμα οι κοινωνίες που γεννήσανε τις αξίες της εκκοσμίκευσης και της πνευματικής χειραφέτησης κι όχι τα σημερινά τους κακέκτυπα.

Μπροστά σε αυτή τη διανοητική ένδεια η μπάλα αφήνεται στα χέρια των γεωπολιτικών παιχνιδιών των ολιγαρχιών του δυτικού κόσμου, που θα θέλουν να απαντήσουν στρατιωτικά στις επιθέσεις των τζιχαντιστών, ολοκληρώνοντας τα σχέδιά τους στη Μέση Ανατολή. Το αδιέξοδο όμως θα παραμένει. Πρώτον διότι, δεδομένου της πρωτοφανούς πλανητικής διασποράς του ριζοσπαστικού Ισλάμ, είναι απίθανο οι επεμβάσεις να προσφέρουν κάποια μόνιμη λύση στο ζήτημα. Δεύτερον γιατί η απήχηση εντός της Δύσης αυτού του τυφλού μίσους για την ίδια τη Δύση εκφράζει τη βαθειά αποσύνθεση των κοινωνιών αυτών και όχι κάποιον «εσωτερικό εχθρό», όπως αρέσκονται να διαδίδουν οι απολογητές των σημερινών καθεστώτων. Όσο οι δυτικές κοινωνίες το μόνο που έχουν να διδάξουν τους λαούς τους αλλά και να εξάγουν στον υπόλοιπο πλανήτη, είναι ο εκχυδαϊσμένος καταναλωτικός τρόπος ζωής και η γενικευμένη πλέον ασημαντότητα, τόσο θα αποσταθεροποιούνται, βυθιζόμενες στις αντιφάσεις τους. Και από τη στιγμή που δε διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια εναλλακτική, δημοκρατική πολιτική ή πολιτιστική δημιουργία εκτός αυτών, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις, από τους ίδιους τους λαούς εντός της Δύσης, σε αυτήν την μοναδική για τη νεοτερικότητα παρακμή. Μόνο μια εκ βάθρων ανανέωση των θεσμών, των αξιών και του γενικότερου τρόπου ζωής μπορεί τελικά να απαντήσει ουσιωδώς και στο ζήτημα της ασυμβατότητας μεταξύ των όποιων δημοκρατικών παραδόσεων (ή έστω κατάλοιπων) και των αυταρχικών θεοκρατιών.

[1] Ας σημειωθεί ότι η κορυφαία ευρωπαϊκή χώρα σε «συνεισφορά» εθελοντών πολεμιστών και εκπαιδευόμενων τζιχαντιστών αναλογικά με τον πληθυσμό της είναι το Βέλγιο, σύμφωνα με στοιχεία από το The International Centre for the Study of Radicalisation and Political Violence.

[2] Δηλαδή, τάσεις συγκρότησης κλειστών κοινωνικών ομάδων με βάση την κυρίως εθνότητα, το θρήσκευμα ή την πολιτιστική ταυτότητα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια ταυτοτική αναδίπλωση ορισμένων μειονοτικών ομάδων στα πλαίσια των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, που συνοδεύεται από έλεγχο της συμπεριφοράς και των απόψεων των μελών από την κοινότητα.

[3] Από το σημείο αυτό, το πέρασμα στον τζιχαντισμό, στις ακραίες μορφές του ριζοσπαστικού Ισλάμ, είναι πιο εύκολο για όσους έχουν λιγότερες ψυχικές αντιστάσεις ή βιώνουν πιο έντονα τα εν λόγω αδιέξοδα. Βλ: http://www.lemonde.fr/societe/article/2015/11/12/pour-les-desesperes-l-islamisme-radical-est-un-produit-excitant_4808430_3224.html.

[4]http://www.rtl.fr/actu/societe-faits-divers/de-plus-en-plus-de-convertis-a-l-islam-depuis-les-attentats-7776542923.

[5]http://www.lemonde.fr/attaques-a-paris/article/2015/11/18/radicalisation-le-cocktail-molenbeekois_4812301_4809495.html.

[6] Βλ. το δημοσίευμα «Ο τρομοκράτης πήγε σε καλό σχολείο των Βρυξελλών – Τι συμβαίνει στην Ευρώπη» στο http://citytalk.gr/enimerwsi/ο-τρομοκράτης-πήγε-σε-καλό-σχολείο-των/. Επίσης, τα αδέλφια Αμπντεσλάμ ήταν ιδιοκτήτες ενός μπάρ στην βέλγικη συνοικία Μολενμπέκ ενώ ο ένας από τους δύο, που καταζητείται, ήταν υπάλληλος στις δημόσιες συγκοινωνίες των Βρυξελλών. Ο Σαμί Αμιμούρ ήταν οδηγός λεωφωρείου στις δημόσιες συγκοινωνίες του Παρισιού.

[7] Σχετικά με αυτόν τον «ανεστραμμένο δυτικοκεντρισμό» του αριστερισμού βλ. την ενότητα «Δυτικισμός και αντιδυτικισμός» στην μπροσούρα μας «Για τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo”, Μάρτιος 2015, σσ. 24 – 27.

[8] Σύμφωνα με την εφημερίδα Le Canard Enchainé της 25/11/15, ο Μπουμπακέρ κάλεσε για τα μάτια του κόσμου σε συγκεντρωση-καταγγελία των επιθέσεων μπροστά στο μεγάλο τέμενος του παρισιού και αμέσως μετά την ακύρωσε με την ψευδή δικαιολογία πως το κράτος δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια της συγκέντρωσης!

[9] https://www.fmmonitor.fr/comment-est-financee-luoif/.

[10] http://www.20minutes.fr/societe/1546575-20150222-mauvaise-passe-freres-musulmans-france.

[11]http://www.directmatin.fr/france/2015-11-27/invalides-la-france-rend-hommage-aux-victimes-des-attentats-716842

[12] Στο βαθμό, μάλιστα, που, σύμφωνα με ορισμένα σενάρια, στόχος των τρομοκρατών ήταν να ανατιναχθούν οι τρεις από αυτούς που βρέθηκαν στο Σταντ ντε Φρανς κατά την ώρα της εισόδου του κόσμου στις εξέδρες, λίγο πριν το ματς, ούτως ώστε να ενεργήσουν ως αντιπερισπασμός για τους υπόλοιπους συντρόφους τους, οι οποίοι θα δρούσαν ελεύθερα μέσα στο Παρίσι.

[13] Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ISIS και οι λοιπές τρομοκρατικές δυνάμεις ασκούν κάποιου είδους φυλετικό ή αμιγώς θρησκευτικό πόλεμο. Τα ολοκληρωτικά στοιχεία της πολιτικής τους συγκρότησης τους οδηγούν σε έναν μάλλον πιο πολύπλοκο και γενικευμένο πόλεμο προς όποιον διαφέρει από το παραληρηματικό, θεοκρατικό τους όραμα: από τους σιιτικούς πληθυσμούς ή άλλα μετριοπαθή ισλαμιστικά ρεύματα, μέχρι τους Κούρδους, τα πιο «κοσμικά» κομμάτια του λιβυκού ή του αιγυπτιακού πληθυσμού, και φυσικά τους μισητούς Δυτικούς.

[14] Για το πολύ σημαντικό αυτό θέμα, βλ. την ανάλυση του Κρ. Γκιλουί στο κείμενο «Ζώντας μαζί» ή χωριστά; – Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμoύ, στο 8ο τεύχος του Προτάγματος.

Posted in Κείμενα | 7 σχόλια

Συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη

[Η συγκεκριμένη συνέντευξη του Κ. Καστοριάδη υπέπεσε τυχαία στην αντίληψή μας και απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε, δεν είναι τόσο ευρέως γνωστή. Είχε δοθεί το 1980 σε ένα φοιτητικό περιοδικό ονόματι Φαιαδέρων, για τον χαρακτήρα του οποίου ελάχιστα γνωρίζουμε. Αντιγράφουμε το κείμενο ως έχει με ορισμένες μόνο ορθογραφικές διορθώσεις και παρεμβάσεις σ’ ένα-δυο σημεία όπου υπήρξαν τυπογραφικά λάθη αλλά και σχεδόν πλήρης έλλειψη συντακτικής συνοχής στις φράσεις. Μια διευκρίνιση περί του τι είναι πραγματικά δημοκρατία και κίνημα προς την ανθρώπινη χειραφέτηση ίσως να ταιριάζει με το κλίμα των ημερών. Οι επιθέσεις στο Παρίσι και ο κρυπτοφιλοϊσλαμικός αντιδυτικισμός ορισμένων μέσα στους αναρχοαριστερούς χώρους έχουν φέρει πάλι στο προσκήνιο τις γνωστές «κριτικές» στην ανάλυση του Καστοριάδη σχετικά με την ιδιαιτερότητα της Αρχαίας Ελλάδας και της νεότερης Δύσης ως τόπων γέννησης του χειραφετητικού προτάγματος. Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία.]

 

20151021_185723

Λευτέρης Σχοινάς: Έχετε στρέψει το ερευνητικό σας ενδιαφέρον (όπως δείχνει και ο τίτλος των διαλέξεων στη Χίο φέτος) στη Κλασική εποχή. Η επέκταση αυτή της θεματογραφίας σας τι έρχεται να συμπληρώσει στο μέχρι τώρα έργο σας;

Κορνήλιος Καστοριάδης: Από μια ορισμένη στιγμή και πέρα, ολοένα και περισσότερο, ένιωσα την ανάγκη να συνδέσω αυτά που λέω και σκέφτομαι για την σημερινή εποχή και τα σημερινά προβλήματα με θέματα που αφορούν, ή καλύτερα γεννιούνται, από την αρχαία κιόλας εποχή. Κι αυτό προσπάθησα να πραγματευτώ στις δύο πρώτες ομιλίες μου λέγοντας ότι υπάρχει ένα ρίζωμα της δημοκρατικής και επαναστατικής παράδοσης• και αυτό το ρίζωμα βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο σε μια ιστορική περίοδο κι έναν ιστορικό χώρο, που είναι αυτός της αρχαίας Ελλάδας, με τη πρώτη γέννηση της δημοκρατίας και πολιτικής φιλοσοφίας που θεωρώ σαν τις πρώτες εκφράσεις μιας πάλης μέσα στην κοινωνία που τείνει εγκαθιδρυθεί σαν αυτόνομη, σαν κοινωνία δηλαδή που αυτοθεσμίζεται. Και θεωρώ ότι εκεί ριζώνει φυσικά και όλη η δυτική ιστορία στην οποία πολύ πιο άμεσα ανήκουμε και από την οποία, με μια πολύ συγκεκριμένη έννοια, προέρχονται και οι δικές μου απόψεις, δεδομένου ότι ξεκίνησα ως μαρξιστής, δηλαδή εγγραφόμενος σε μια παράδοση επαναστατικού κινήματος που σχετίζονταν με την εργατική τάξη.

Λ.Σ.: Και που σ’ αυτή τη παράδοση παραμένετε, ανεξάρτητα απ’ τον αυτοχαρακτηρισμό σας σαν μη μαρξιστής.

Κ.Κ.: Παραμένω σ’ αυτή από την άποψη του επαναστατικού προτάγματος, όπως λέω, της επαναστατικής προοπτικής και της θέλησης να γίνει μια πάλη για την ριζική αναθέσμιση της κοινωνίας. Ασφαλώς όμως, απ’ την άλλη μεριά, έχω πάψει εδώ και δεκαπέντε χρόνια να είμαι μαρξιστής και έχω προσπαθήσει να διατυπώσω μια αρκετά εκτεταμένη κριτική του μαρξισμού. Αλλά η κριτική αυτή σήμερα ούτε καν με ενδιαφέρει μια και το ζήτημα είναι ξεπερασμένο, δυστυχώς όχι στη πραγματικότητα αλλά όσον αφορά τις ιδέες καθώς και τις θεωρίες. Ο μαρξισμός είναι πεθαμένος για μένα, είναι ένα πτώμα.
Αλλά για να ξαναπιάσουμε το αρχικό μας θέμα, όλα αυτά στην δική μου προσωπική ιστορία, έρχονται κατά πρώτο λόγο από την Δυτική παράδοση όπως κι αυτό το επαναστατικό εργατικό κίνημα είναι ένα είδος ανάπτυξης, ξεδιπλώματος, του εν γένει δημοκρατικού κινήματος της Δύσης, του Διαφωτισμού, της πάλης εναντίον της Εκκλησίας, εναντίον όλων των κατεστημένων μορφών εξουσίας κ.λπ.
Και όλο αυτό το ενδιαφέρον ξαναγεννήθηκε από τη στιγμή της ρήξης μου με τις θεωρίες του Μάρξ κι απ’ αυτό που ήταν συμφυές με τη ρήξη αυτή, δηλαδή με την ιδέα της αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Και ως θεωρητική υποχρέωση πια, αν μπορώ να πω -υποχρέωση σκέψης, θέλησα να ξαναδώ από πιο κοντά και χωρίς τα γυαλιά τα παραδοσιακά, είτε τα μαρξιστικά είτε οποιασδήποτε άλλης ιστοριογραφίας, το πώς τοποθετήθηκαν στην ιστορία για πρώτη φορά τα πράγματα, σε σχέση με αυτό που εγώ λέω για την κοινωνία ως αυτοθέσμιση.

Λ.Σ.: Γύρω από τα προβλήματα των πολιτικών δομών στην κλασική εποχή έχει αφιερωθεί μια εκτενέστατη βιβλιογραφία. Ένας μέσος ακροατής ή αναγνώστης σχηματοποιεί δικαιολογημένα μια εντύπωση κορεσμού. Τι πιστεύετε ότι απομένει να προστεθεί, να αξιολογηθεί ή ακόμη να αναθεωρηθεί; Κοντολογίς πώς θα έπρεπε να ορίσουμε το οπτικό πρίσμα με το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστούν όλο αυτά τα πολυσυζητημένα και δύσβατα θέματα, σήμερα το 1980;

Κ.Κ.: Εγώ πιστεύω ότι απομένει να λεχθεί το ουσιώδες, που δεν έχει ακόμη λεχθεί. Κι αυτό που δεν έχει ακόμη λεχθεί είναι ότι η έκρηξη που γίνεται στην αρχαία Ελλάδα είναι μια φάση δημιουργίας, γεγονός ασύλληπτο για όλα τα παραδοσιακά θεωρητικά σχήματα. Το ενδιαφέρον αυτού του πράγματος φαίνεται αμέσως όταν σκεφτόμαστε ότι για μας η επανάσταση δε μπορεί επίσης παρά να είναι μια φάση δημιουργίας.
Παραθέτω ένα ακόμη σημείο που μπορεί να μοιάζει πιο θεωρητικό αλλά που κατά τη γνώμη μου δεν είναι. Δηλαδή ότι σ’ αυτή τη πρώτη καταβολή της δημοκρατίας φαίνεται με απόλυτη διαύγεια αυτό που εγώ ονομάζω κοινωνικές φαντασιακές σημασίας που σημαίνει ότι κάθε θέσμιση κοινωνική είναι η ενσάρκωση μέσα στους θεσμούς ορισμένων σημασιών, που η ίδια η κοινωνία δημιουργεί με στόχο την αυτοθέσμισή της. Έτσι, μπορούμε να μελετήσουμε το πρόβλημα της ισχύος ή της αξίας αυτών των σημασιών πέρα από την κοινωνία όπου μέσα της δημιουργήθηκαν.
Για παράδειγμα: πώς θεωρούμε αυτοφανές ότι εκτός από τους φασίστες κανείς δεν θα τολμούσε σήμερα να πει ότι είναι κατά της δημοκρατίας; Πού και γιατί ριζώνει η σκέψη αυτή;

Λ.Σ.: Πιστεύετε ότι η αυτοθέσμιση στην αρχαία ελληνική κοινωνία (αυτό)περιοριζόταν στη σφαίρα του εποικοδομήματος, αφήνοντας απ’ έξω απ’ τη δημιουργική αυτοθέσμιση το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων. Μπορούσε, για παράδειγμα, ν’ αμφισβητήσει η αρχαία δημοκρατία το σύστημα της δουλείας ή της ύπαρξης των κοινωνικών τάξεων μέσα στους ελεύθερους πολίτες;

Κ.Κ.: Πρώτα πρώτα, απορρίπτω εντελώς την ιδέα ότι αυτή η αυτοθέσμιση αφορούσε το εποικοδόμημα, γιατί απορρίπτω την ιδέα ενός εποικοδομήματος. Παρόμοιοι συλλογισμοί ανήκουν στη μαρξιστική σχηματοποίηση των πραγμάτων την οποία εγώ θεωρώ τελείως λαθεμένη και θα έλεγα προερχόμενη η ίδια από το καπιταλιστικό εποικοδόμημα ή την καπιταλιστική ιδεολογία.
Με κανένα τρόπο δε θα θεωρούσα ότι αυτό που20151021_185759 εμφανίζεται ως ιδέα και απαίτηση ισότητας-δικαιοσύνης στην αρχαία Ελλάδα αφορά ένα οποιοδήποτε εποικοδόμημα. Είναι ασφαλώς βέβαιο ότι πράγματι η αυτοθέσμιση αφορούσε ένα τμήμα της κοινωνίας που απαρτίζονταν απ’ αυτούς που τύχαινε να’ ναι ελεύθεροι άνθρωποι. Αυτό είναι σίγουρα ένα υπαρκτό πρόβλημα. Ωστόσο, πρέπει να καταστραφεί η ψευδομαρξιστική ερμηνεία ότι η δημοκρατία δεν μπορούσε να υπάρχει, όπως υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα, παρά στηριγμένη στην δουλεία. Κάτι τέτοιο είναι τελείως εσφαλμένο και ο ίδιος ο Μάρξ αντιτίθεται στην άποψη αυτή: στο Κεφάλαιο αναφέρει ότι η αρχαία δημοκρατία αντιστοιχεί στην κοινωνία πολλών μικρών ανεξάρτητων παραγωγών, κι επιπλέον ότι, όταν η δουλεία αρχίζει να αναπτύσσεται σαν θεσμός, η δημοκρατία πραγματικά-ποσοτικά καταστρέφεται. Και αυτό είναι απολύτως σωστό.
Το πολύ λοιπόν, που μπορεί να πει κανείς είναι ότι μια σχετική ανάπτυξη της δουλείας ήταν προϋπόθεση αυτού που ονομάζουμε (καταχρηστικά) Αθηναϊκό Ιμπεριαλισμό, της από μια στιγμή και πέρα δηλαδή, κυριαρχίας των Αθηναίων πάνω στις σύμμαχες πόλεις. Αλλά καθόλου δεν ήταν η προϋπόθεση της δημοκρατίας για τις πόλεις όπου αυτή ήκμαζε.
Τέλος, το ότι αληθινά η αυτοθέσμιση σ’ αυτή τη φάση της δεν έφτασε ως τις παραγωγικές σχέσεις ή ως την εργασία, κι ακόμη ότι δεν συμπεριέλαβε τις κοινωνικές διακρίσεις εκτός απ’ αυτές που αφορούν τον πολιτικό χώρο, είναι αναμφίβολα ορθό. Είναι ένα από τα όρια αυτής της δημιουργίας στην αρχαία Ελλάδα, όπως αντίστοιχα ένα άλλο είναι η θέση των γυναικών κ.λπ.

Λ.Σ.: Μπορούμε να μιλήσουμε λοιπόν για ύβρη ή για αυτοπεριχαράκωση της αρχαίας δημοκρατίας και με ποιο τρόπο ο περιορισμός αυτός εκφραζόταν;

Κ.Κ.: Ένα από τα θέματα που μας ενδιαφέρουν τρομερά στην αρχαία ελληνική πραγματοποίηση είναι αυτό που ξαναεμφανίστηκε στου σύγχρονους καιρούς (λ.χ. στη Γαλλική Επανάσταση): από τη στιγμή που δεν υπάρχει πια πίστη σ’ ένα θεό και στους θείους νόμους του και ο λαός είναι, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, κυρίαρχος, τότε ποιοι οι κανόνες και ποια η νόρμα που προσδιορίζει τις πράξεις του και ενδεχομένως του αποκλείει να υπερβεί ορισμένα όρια;
Υπάρχει μια παλιά απορία της δημοκρατίας, η αντιδραστική ιδέα σύμφωνα με την οποία στο δημοκρατικό σύστημα το 49% που μειοψηφεί κατά τη λήψη μιας απόφασης θα είναι στο εξής δούλοι του 51%. Έτσι η αντίθεση στη δημοκρατία έχει παρουσιαστεί σαν αντίθεση στην κυριαρχία της πλειοψηφίας και σαν υπεράσπιση ενός μίνιμουμ ατομικών δικαιωμάτων.
Αλλά το μίνιμουμ αυτό των ατομικών δικαιωμάτων, είτε σε δημοκρατικό πολίτευμα είτε σε μη δημοκρατικό, δεν πέφτει από τον ουρανό ούτε εγγυημένο είναι από θεϊκές δυνάμεις. Έτσι κι αυτό το μίνιμουμ των ατομικών δικαιωμάτων (ή, αν θέλουμε, το μάξιμουμ) καθορίζεται από τους νόμους και η συνεπής τήρηση αυτών των τελευταίων, εξαρτάται ουσιαστικά από την κοινωνία.
Άρα ποιος θα μπορούσε να αποκλείσει να παρουσιαστούν περιπτώσεις όπως εκείνη κατά την οποία οι Αθηναίοι καταδικάζουν, το 408 π.Χ., τους στρατηγούς των Αργινουσών, τελείως άδικα και παράλογα, σε θάνατο; Ή ποιος μπορεί να αποκλείσει και να προλάβει ότι σε μια ορισμένη στιγμή της Γαλλικής Επανάσταση οι Γιακωβίνοι, που πρώτα εκφράζανε το πιο ενεργητικό κομμάτι του παρισινού λαού, δημιουργούν πρόβλημα με το πέρασμά τους στην τρομοκρατία, που δεν έχει πια καμία σχέση με τους πραγματικούς σκοπούς και τις ανάγκες τις επανάστασης;
Αυτό το ονομάζω πρόβλημα του αυτοπεριορισμού. Νομίζω ότι εκ των προτέρων απάντηση δεν υπάρχει. Είναι μάλλον θέμα υπευθυνότητας και συνοχής. Σε τελευταία ανάλυση θέμα διαύγειας του κοινωνικού σώματος για το οποίο κάθε φορά πρόκειται.

Λ.Σ.: Πιστεύετε ότι η έννοια της ισότητας, όχι μόνο με την έννοια της ισοδυναμίας αλλά και με αυτή της ταξικής ισοπέδωσης, μπορεί να δημιουργείται απευθείας από την ελληνική δημοκρατική παράδοση; Και ποια η πορεία αυτής της ιδέας μέσα στο χρόνο;

Κ.Κ.: Πρόκειται για ένα τεράστιο ζήτημα, Νομίζω ότι στην ελληνική και δημοκρατική παράδοση η σημασία της ισότητας είναι συνειδητή, τουλάχιστον από τους ανθρώπους που σκέφτονται (παρά την ύπαρξη της δουλείας, τη θέση των γυναικών κ.λπ.).
20151021_185822Στο κάτω κάτω ποιος ορίζει ποιο είναι ίσο; Ο Αριστοτέλης λ.χ. γνωρίζει το ερώτημα και ουσιαστικά αδυνατεί να απαντήσει λέγοντας φύσει εἰσί αλλά αυτό το φύσει δε βρίσκει τρόπο να το εξηγήσει. Αλλά ας σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος στην αρχαιότητα που διανοήθηκε να δώσει μια δικαιολόγηση της δουλείας. Αναγνωρίζεται ότι υπάρχει μια κατάσταση δύναμης και ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι δούλοι βάσει του αποτελέσματος, του συσχετισμού δυνάμεων. Εκεί, αυτό το ζήτημα θεωρείται ότι έχει λήξει. Υπάρχει βέβαια το ερώτημα ποιοι πολίτες είναι ίσοι κ.λπ. Δίνονται εμπειρικές απαντήσεις: είναι αυτοί που γεννήθηκαν από ελεύθερους γονείς, το οποίο φυσικά ανακυκλώνει το πρόβλημα. Ποιος όρισε τους γονείς αυτούς ως ελεύθερους;
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίδια προβλήματα εξακολουθούν να ισχύουν και για μας. Λόγου χάρη αυτοί που κάνουν κριτική της ελληνικής παράδοσης δε θυμούνται ότι σε όλες τις δημοκρατικές χώρες οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου παρά από το 1914, ή το 1945, και σε μας πιο αργά. Στη Γαλλία, άλλωστε, έχουν δικαίωμα ψήφου οι μεγαλύτεροι από 18. Ποιοι τα ορίζουν αυτά; Εκείνοι που έχουν ήδη δικαίωμα ψήφου. Ούτως ή άλλως, δηλαδή, το κυρίαρχο σώμα μέσα σε μια κοινωνία, κατά κάποιο τρόπο, αυτοορίζεται.
Δίνεται μια απάντηση σήμερα που κι αυτή δεν έχει καμία απολύτως θεωρητική δικαιολόγηση. Είναι επίσης μια φαντασιακή σημασία και αξία που εμείς αποδεχόμαστε και υποστηρίζουμε θέλοντας να επικρατήσει. Μιλάμε δηλαδή για την ισότητα ανθρώπων που μπορούν να ζήσουν μια κανονική κοινωνική ζωή• και γι’ αυτούς ακόμη που δεν μπορούν να τη ζήσουν προβλέπουμε να μη τους χρησιμοποιούμε σαν αντικείμενα και να τους εγκλωβίζουμε σε φρενοκομεία αλλά να τους κάνουμε να ξανάρθουν σε μια κανονική ζωή. Από πού προέρχεται όλο αυτό;
Προέρχεται κατά μια έννοια από το ξεπέρασμα των ορίων της ελληνικής δημοκρατίας• κατά μια άλλη, από τη Στωική φιλοσοφία που πρώτη μίλησε για πλήρη ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και για μια κοσμοπολιτεία. Απ’ αυτήν, με τη σειρά του, επηρεάζεται κατά ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος και ο Χριστιανισμός (υπάρχουν εκφράσεις των Στωικών που παρατίθενται αυτούσιες στις Πράξεις των αποστόλων- μόλις πριν διαπιστώσαμε με τον καθηγητή Φέρλεϊ μια φράση από τον Ύμνο στο Δία του Κλεάνθη που αντιγράφεται εκεί τρεις αιώνες μετά). Ούτε απλό, ούτε μονοσήμαντο είναι το πώς φτάνουν οι Στωικοί σ’ αυτές τις ιδέες: είναι η εποχή που η πόλις, δηλαδή η κοινότητα των ελεύθερων πολιτών που αληθινά αποφάσιζαν για τα πράγματά τους, παύει να υπάρχει. Είναι η εποχή των ελληνοασιατικών μοναρχιών των διαδόχων του Αλεξάνδρου όπου το άτομο είναι πράγματι χαμένο σ’ ένα κόσμο με μια εξουσία απόμακρη στην οποία δεν μπορεί να συμμετέχει. Τότε αρχίζει το άτομο να διακηρύττει (άσχετο αν υπάρχουν βασιλιάδες, ελεύθεροι και δούλοι) ότι κατά τον φυσικό νόμο είναι όλοι ίσοι, τότε επινοείται ουσιαστικά η ιδέα ενός φυσικού νόμου.
Ο χριστιανισμός παραπέρα προκηρύσσει μια ισότητα χωρίς κανένα εγκόσμιο χαρακτήρα, μια ισότητα καθαρά μεταφυσική: είμαστε ίσοι ως παιδιά του θεού, ως προς ένα άλλο κόσμο. Τους δύο πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, οι πιστοί ζουν τη θρησκεία τους ως τελείως ακοσμική περιμμένοντας τη δεύτερη έλευση του Μεσσία. Ας θυμηθούμε λ.χ. ότι πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας εκείνης της εποχής έχουν εν γένει στάση αρνητική απέναντι στον γάμο και στην τεκνοποίηση, με την πεποίθηση ότι όσο λιγότερο αναπαραγόμαστε, τόσο πιο γρήγορα θα ξανάρθει ο Μεσσίας. Αυτά όμως δεν έχουν καμία πολιτική επίδραση από τη στιγμή που Χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία του κράτους. Τότε όλα αυτά τα περί ισότητας κηρύγματα δεν έχουν καμία πρακτική απήχηση ούτε στους εκχριστιανισμένους της Δύσης φεουδάρχες, ούτε στο Βυζάντιο, ούτε στους τσάρους. Δημοκρατική παράδοση δημιουργεί η αστική τάξη στις πόλεις του 13ου αιώνα και πέρα.

20151021_185816

Η συνέντευξη αυτή παραχωρήθηκε στον Φαιαδέρονα τον Αύγουστο του 1980 στη Χίο, στη διάρκεια του Α’ κύκλου σπουδών του Ιονικού κέντρου, όπου ο συνομιλητής μας ανέπτυξε θέματα πολιτικής φιλοσοφίας πάνω στην ελληνική αρχαιότητα. Τη συνέντευξη πήρε ο Λευτέρης Σχοινάς. Βοήθησαν: Βασίλης Πασχάλης, Βασίλης Αναστασιάδης.
Posted in Αναδημοσιεύσεις | 4 σχόλια