Το Μακεδονικό: γιατί «οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν» και τα αίτια της αρνητικής ελληνικής και σλαβομακεδονικής στάσης

Αλέξης Ηρακλείδης

Στο περίφημο Μακεδονικό, τη διένεξη Αθήνας-Σκοπίων για το όνομα, τα άλλα κράτη και οι λαοί τους (πλην ίσως των βαλκανικών κρατών) δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις ελληνικές ευαισθησίες και τους ελληνικούς φόβους. Αυτό συμβαίνει για τουλάχιστον τέσσερις λόγους.

Πρώτον, αδυνατούν να αντιληφθούν πώς μία τόση μικρή, φτωχή και αδύναμη χώρα, όπως η πΓΔΜ, με σχεδόν ανύπαρκτες ένοπλες δυνάμεις και εξοπλισμούς (εδικά στη δεκαετία του 1990), μπορεί να απειλήσει την Ελλάδα που είναι θωρακισμένη ως τα δόντια (εντυπωσιακό πολεμικό ναυτικό και αεροπορία, τεθωρακισμένα, σώματα ειδικά εκπαιδευμένα, κλπ.). Έτσι κατέληξαν να θεωρούν τους Έλληνες στην καλύτερη περίπτωση γραφικούς ή παρανοϊκούς, στη χειρότερη σφετεριστές και ακόμη και καλυμμένα επεκτατικούς.

Δεύτερον, τα άλλα κράτη έχουν βέβαια υπόψη τους πολλές παρεμφερείς περιπτώσεις ανά τον κόσμο, κοινής ονομασίας μεταξύ μίας χώρας και της περιοχής μίας άλλης γειτονικής χώρας, π.χ. Μογγολία και Μογγολία στην Κίνα, Μεγάλη Βρετανία και Βρετάνη στη Γαλλία, Δουκάτο του Λουξεμβούργου και επαρχία του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο, Μολδαβία στη Ρουμανία και Μολδόβα̇ ή περιπτώσεις με σύνθετη ονομασία μεταξύ γειτονικών χωρών, π.χ. Μπαγκλαντές (χώρα των Βεγγάλων) και Δυτική Βεγγάλη στις Ινδίες, Ανατολικό Αζερμπαϊτζάν στο Ιράν και Αζερμπαϊτζάν, Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία, Μεξικό και Νέο Μεξικό, κ.ά. Αναρωτιούνται λοιπόν: προς τι το Μακεδονικό από το 1991 μέχρι σήμερα ως άλυτη διένεξη, με αρχικά την Ελλάδα και μετά την πΓΔΜ να μη δέχονται μία σύνθετη ονομασία;

Τρίτον, τα περισσότερα κράτη, και αναμφιβόλως τα φιλελεύθερα δυτικά κράτη, θεωρούν τον αυτοπροσδιορισμό ως αναφαίρετο ανθρώπινο και μειονοτικό δικαίωμα και, σε επίπεδο λαών, πτυχή της θεμελιώδους αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Κατά συνέπεια είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθούν ότι ένα ξένο κράτος μπορεί να επιβάλει το όνομα της επιλογής σε ένα άλλο κράτος ή να συναποφασίσει ή να βάζει βέτο στο όνομα ενός άλλου κράτους, στο πώς ένα άλλο κράτος και ο λαός του θέλει να ονομάζεται.

Τέταρτον, στις περισσότερες άλλες χώρες, και ειδικά στις δυτικές, τα ιστορικά δίκαια που φτάνουν μέχρι τον αρχαίο κόσμο τους φαίνονται ακατανόητα και δείγμα προγονοπληξίας (πιο κατανοητά φαίνονται σε λαούς με πιο μακριά ιστορία, όπως οι Κινέζοι που έχουν ένα παρεμφερές πρόβλημα με τη Μογγολία, ως προς το σε ποιόν ανήκει ο Τζένγκις Χαν). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον Μέγα Αλέξανδρο οι Δυτικοί έχουν μία αμφίσημη θέση. Η ταυτότητα του Αλέξανδρου και των Μακεδόνων δεν είναι κρυστάλλινη (παρά τη Βεργίνα) στους Ευρωπαίους και στους Αμερικάνους, κάτι που φαίνεται και στα περισσότερα σχολικά βιβλία ιστορίας των δυτικών χωρών.

Πάντως αν στην καθοριστική πρώτη δεκαετία της διένεξης την ευθύνη την είχε η ελληνική κυβέρνηση για το αδιέξοδο, μετά επί μία δεκαετία, από το 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, ευθυνόταν η κυβέρνηση της πΓΔΜ υπό τον Νίκολα Γκρούεβσκι, του αρχηγού του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση – Δημοκρατικό Κόμμα για τη Μακεδονική Εθνική Ενότητα). Δηλαδή η αρχική αδιαλλαξία της μίας πλευράς, της ελληνικής, επέφερε –έδωσε έδαφος ή εξέθρεψε– την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς, που ως μικρότερη και νεότερη χώρα ήταν από τη φύση της πιο ανασφαλής, με αποτέλεσμα να μη δέχεται κανένα συμβιβασμό αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εκληφθεί από τους κατοίκους της χώρας αυτής (εννοείται από τους Σλαβομακεδόνες και όχι από τους Αλβανούς) ως εξευτελιστική, με το εξής προφανές σκεπτικό: πού ακούστηκε να αλλάξουμε την εθνική μας ταυτότητα, που εμείς επιλέξαμε;

Τα αίτια για την αρνητική ελληνική στάση

Δύο πρώτοι προφανείς λόγοι για την ελληνική στάση οφείλονται στην άγνοια. Η μία είναι η άγνοια για το ποια υπήρξε γεωγραφικά η Μακεδονία που διαμοιράστηκε το 1913. H δεύτερη είναι το σχήμα του Κωφού in extremis: δηλαδή ότι ο Τίτο εφηύρε και κατασκεύασε, αυθαίρετα, εκ του μηδενός, ένα νέο έθνος.

Όπως γνωρίζουν λίγοι Έλληνες ακόμη και σε υπεύθυνες θέσεις, η γεωγραφική Μακεδονία δεν είναι μία, η ελληνική (η «ιστορική Μακεδονία»), αλλά τρεις, προφανώς και οι τρείς με το δικαίωμα να λέγονται Μακεδονία, με σύνθετο όνομα ή παράγωγο για να γίνεται αντιληπτό για ποια Μακεδονία μιλάμε. Και το «μακεδονικό» ή σλαβομακεδονικό έθνος δεν ήταν εφεύρεση και κατασκεύασμα ex nihilo του Τίτο. Προϋπήρχε ως ένα εν δυνάμει νέο έθνος. Ήταν ένας λαός που είχε εν πολλοίς αποξενωθεί σταδιακά από τους Βούλγαρους και βρισκόταν στην αναζήτηση μίας νέας εθνικής ταυτότητας πέραν της αρχικής βουλγαρικής, αν και οι γνώμες διίστανται για το πότε ακριβώς ξεκίνησε η εν λόγω εθνογένεση. Πιο πιθανή είναι, όπως είδαμε, η δεκαετία του 1930, σε επίπεδο τμήματος της ελίτ, και έτσι ο Τίτο βρήκε έδαφος για το γνωστό του εγχείρημα το οποίο και στέφθηκε από επιτυχία.

Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για την υπερβολική στάση των Ελλήνων, που αντιμετωπίζονται δυσκολότερα από την απλή άγνοια που θεραπεύεται με τη στοιχειώδη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Θα τους διέκρινα σε τρεις κατηγορίες: (1) στους επίσημους λόγους, (2) στους κρυφούς και ανομολόγητους, και (3) σε γενικότερους λόγους που έχει σχέση με την ελληνική ταυτότητα και ιστορική αφήγηση, καθώς και με την κυρίαρχη εικόνα της Ελλάδας και των Ελλήνων στο διεθνές στερέωμα.

Οι πιο φανεροί επίσημοι λόγοι είναι βέβαια (α) οι φόβοι περί βλέψεων των γειτόνων στην ελληνική Μακεδονία και (β) η οργή για την προσπάθεια σφετερισμού/κλοπής σημαντικού τμήματος της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς.

Σε ότι αφορά το πρώτο, τις βλέψεις, η απάντηση στους ξένους όταν λένε στους Έλληνες «είστε παρανοϊκοί, πώς είναι δυνατόν να φοβάστε μία τόσο μικρή και αδύναμη χώρα», ήταν η εξής, από τα χείλη του πρέσβη Μανώλη Καλαμίδα (στενού φίλου και συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά) στις αρχές της δεκαετίας του 1990: ότι μία αναγνώριση με το όνομα Μακεδονία φυτεύει τις ρίζες για μελλοντική σύγκρουση γιατί επιτρέπει στα Σκόπια να τρέφουν εδαφικές βλέψεις και να τις επιδιώξουν στο μέλλον όταν οι διεθνείς συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές.

Σε ότι αφορά το δεύτερο, τα περί κλοπής και φαλκίδευσης της ελληνικής ιστορίας, θα περιοριστώ σε μία φράση του Ευάγγελου Κωφού που είχε εντυπωσιάσει τον Αυστραλό ανθρωπολόγο Loring Danforth, και την κατέγραψε στο γνωστό βιβλίο του για το Μακεδονικό: «Είναι σαν ένας κλέφτης να μπαίνει στο σπίτι μου και να μου κλέβει τα πιο πολύτιμα κοσμήματα μου – την ιστορία μου, τον πολιτισμό μου, την ταυτότητα μου».

Οι πιο κρυφοί και ανομολόγητοι λόγοι της επικρατούσας ελληνικής στάσης –οι σκελετοί στη ντουλάπα για να θυμηθούμε τη γνωστή αγγλική έκφραση– είναι, κατά τη γνώμη μου τρείς ή ίσως τέσσερις.

Πρώτον, η μη αναγνώριση των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας ως εθνικής ή εθνοτικής μειονότητας, ούτε καν ως εθνοτικής ή γλωσσικής ομάδας. Αν και οι άνθρωποι αυτοί αριθμούν μόνο μερικές χιλιάδες (και συνεπώς ουδόλως απειλείται η ελληνική εδαφική ακεραιότητα) και ένα μέρος τους έχει πλέον αποκτήσει, οικειοθελώς, ελληνική εθνική ταυτότητα, εντούτοις η Αθήνα φοβάται την παραμικρή αναφορά σ’ αυτούς και την αναγνώριση της ύπαρξής τους, ενώ βέβαια υπάρχουν, ζουν εκεί και μιλούν μία άλλη μητρική γλώσσα, τα σλαβομακεδονικά (και όχι τα σλαβικά που δεν είναι γλώσσα, αλλά ομάδα πολλών γλωσσών). Με αυτή την άρνηση της ύπαρξης τους, ηθελημένα ξεχνιέται ή αποκρύπτεται το γεγονός ότι είχαν καταπιεστεί στον Μεσοπόλεμο, και πολλοί από αυτούς (αν και όχι όλοι) έφυγαν ή εκδιώχθηκαν ως πρόσφυγες με τον ΕΛΑΣ (πενήντα με εξήντα χιλιάδες Σλαβομακεδόνες). Με τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1948-1949, δημεύθηκε η περιουσία τους και έκτοτε δεν επιτρέπεται σε αυτούς και στους απογόνους τους να επιστρέψουν στις εστίες τους ή να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.

Δεύτερον, ότι οι σημερινοί κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας δεν είναι, στην πλειονότητά τους, αυτόχθονες, δεν προέρχονται από τον προϋπάρχοντα ντόπιο πληθυσμό. Περίπου δύο στους τρείς σημερινούς κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας είναι πρόσφυγες ή απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Αυτό τους καθιστά ψυχολογικά πιο ανασφαλείς, μια και ήρθαν στην περιοχή στη δεκαετία του 1920, πολύ μετά από τους Σλαβόφωνους ή Σλαβομακεδόνες που ήταν «ντόπιοι», οι γηγενείς κάτοικοι της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας επί αιώνες (οι μισοί από τους οποίους έφυγαν ή εκδιώχθηκαν από το 1913 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940). Αυτή η ανασφάλεια των απογόνων των προσφύγων ίσως εξηγεί και τη μεγάλη τους ανάγκη να ταυτιστούν με τη δόξα των αρχαίων Μακεδόνων και με τον θρυλικό Μέγα Αλέξανδρο, προκειμένου να ριζώσουν στην ελληνική (ιστορική) Μακεδονία και να θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων (ενώ στο μέτρο που είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων θα είναι μάλλον απόγονοι των Ιώνων).

Ο τρίτος, πιο κρυφός και ασυνείδητος λόγος είναι, νομίζω, ο ακόλουθος. Στο 51.56% της Μακεδονίας που περιήλθε στην Ελλάδα, οι Έλληνες (οι αυστηρά ελληνόφωνοι) αποτελούσαν μόνο το 10-11% της γεωγραφικής Μακεδονίας. Δηλαδή στην πραγματικότητα δεν «απελευθέρωσαν» την περιοχή αυτή, αλλά την κατέκτησαν και στη συνέχεια φρόντισαν να εκδιώξουν, με τον ένα ή το άλλο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος του γηγενούς πληθυσμού. Ιδού λοιπόν μία κρυφή πηγή της ελληνικής ανασφάλειας: ότι η Ελλάδα έλαβε, πολύ περισσότερο απ’ ότι θα της αναλογούσε με βάση το ποσοστό των Ελλήνων επί του πληθυσμού, πολύ περισσότερο απ’ ότι δικαιούταν, αν είχε λάβει χώρα δημοψήφισμα με διεθνή επίβλεψη, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ή ρεαλιστικά θα μπορούσε να προσβλέπει αν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν είχαν λάβει χώρα με το ανέλπιστο υπέρ της Ελλάδας αποτέλεσμα.

Ο τέταρτος πιθανός λόγος για την ελληνική στάση, έχει τη ρίζα του στην ανασφαλή και προγονολατρική ελληνική ταυτότητα. Εν προκειμένω, ποιοί πραγματικά ήταν οι αρχαίοι Μακεδόνες, με δεδομένες τις αντικρουόμενες θέσεις των ίδιων των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν (α) μη Έλληνες (Δημοσθένης), (β) εν μέρει Έλληνες ή όχι πλήρως Έλληνες (Θουκυδίδης, Ισοκράτης) ή (γ) πλήρως Έλληνες (Ηρόδοτος). Δηλαδή το ότι οι δύο στους τρεις αρχαίους Έλληνες νοτίως του Αλιάκμονα και του Ολύμπου, αμφισβητούσαν τότε, στη συγχρονία, την πλήρη ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων (κάτι που βέβαια δεν χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλεύεται η άλλη πλευρά). Αυτό οδηγεί τους σημερινούς Έλληνες σε Angst και υπερβολές προκειμένου να κατοχυρωθεί η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων. Πάντως, κατά τους περισσότερους νηφάλιους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με την αρχαία Μακεδονία, η ιθύνουσα τάξη στο αρχαίο κράτος της Μακεδονίας ήταν Έλληνες ή ήθελαν και δήλωναν Έλληνες ή ήταν εξελληνισμένοι και πάντως μιλούσαν ελληνικά και είχαν την ίδια θρησκεία, το Δωδεκάθεο (στη οργάνωση του κράτους και στο πώς ήταν το κράτος τους είναι που διέφεραν και παρουσιάζονταν λιγότερο Έλληνες). Ωστόσο οι υπήκοοι τους, για τους οποίους γνωρίζουμε ελάχιστα, ήταν μάλλον ένα μείγμα από ελληνικές και μη ελληνικές εθνοτικές ομάδες (μάλλον Θράκες, Μολοσσοί, Παίονες, Ιλλυριοί, κ.ά.). Επίσης, το βέβαιο είναι ότι δεν υπήρχαν Μακεδόνες Σλάβοι τότε, αφού οι Σλάβοι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ήρθαν κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ.

Ας δούμε τώρα τους πιο γενικούς λόγους για την ελληνική στάση. Ο ένας είναι η ίδια η ελληνική ταυτότητα και η εθνική αφήγηση των χιλιάδων χρόνων ένδοξης ιστορίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να βλέπουν αφ’ υψηλού τα νεότερα βαλκανικά «εθνάρια», και με υπεροψία ειδικά τους Σλαβομακεδόνες. Εξού και οι πολλές ύβρεις με τις οποίες τους στόλισαν: κρατίδιο, υβρίδιο, μόρφωμα, κίβδηλο έθνος, τεχνητό κατασκεύασμα, ψευδο-Μακεδόνες, Σκοπιανοί, Γύφτοι των Βαλκανίων, βλαχιά των Σκοπίων, Γυφτοσκοπιανοί, κλπ.. Όπως είχε επισημάνει το 1993 ο Αντώνης Λιάκος, στο Μακεδονικό πρόκειται για ιδεολογική χρησιμοποίηση της ιστορίας από την πλευρά των Ελλήνων, με όρους εθνικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα, «με το επιχείρημα ότι οι τίτλοι ενός έθνους οφείλονται στην παλαιότητα της καταγωγής του. Έτσι, η ελληνική εθνική ιδεολογία, προβάλλοντας αξιώσεις σε μία ιστορία τεσσάρων χιλιετιών, μπορεί να αρνηθεί ακόμη και την ύπαρξη ενός έθνους του οποίου τα πιστοποιητικά δεν ανευρίσκονται πριν από την τελευταία εκατονταετία, τη νομιμότητα της γλώσσας του και τη σκοπιμότητα της κρατικής του συγκρότησης», και παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα έθνη είναι σύγχρονα, έχουν γεννηθεί κατά τον 20ό αιώνα.

Ο άλλος γενικός λόγος είναι η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα σε ότι αφορά τους «ξένους» που «μας φθονούν» και «εξυφαίνουν συνωμοσίες σε βάρος μας», δηλαδή ο γνωστός ανθελληνισμός που υποτίθεται ότι κυριαρχεί διεθνώς, το αφήγημα του έθνους ανάδελφου ή «συνδρόμου του Διγενή Ακρίτα», όπως το είχα αποκαλέσει. Οι ξένοι «δεν μας κατάλαβαν» ή «θέλουν το κακό μας» και δεν μας στήριξαν στο «Σκοπιανό» ενώ «έχουμε το δίκιο με το μέρος μας» και ενώ μας «χρωστάνε» ως απόγονους των απαράμιλλων αρχαίων Ελλήνων, της κοιτίδας του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Τα αίτια για την αρνητική στάση της άλλης πλευράς

Τα προφανή αίτια της στάσης της άλλης πλευράς είναι τα εξής: η μεγάλη πικρία τους για την άδικη μοιρασιά του 1913, η προσπάθεια εξελληνισμού όσων κατοικούσαν στην Ελλάδα («Μακεδονία του Αιγαίου») κατά την περίοδο 1919-1940, η καταπίεση του καθεστώτος Μεταξά, η φυγή και εκδίωξή τους στη δεκαετία του 1940, οι απαλλοτριώσεις-δημεύσεις περιουσιών, και βέβαια πάνω απ’ όλα η μη αναγνώρισή τους, η απόρριψη της ίδιας τους της ταυτότητας και της μητρικής τους γλώσσας από τους Έλληνες, πράγμα ιδιαίτερα βαρύ και αφόρητο ειδικά για ένα νέο, σχετικά ανασφαλές έθνος.

Υπάρχουν όμως και διάφοροι κρυφοί λόγοι για τη στάση τους, «σκελετοί στην ντουλάπα» όπως και στην ελληνική περίπτωση. Ας αναζητήσουμε μερικούς.

Πρώτον, αν και βρίσκονταν οι Σλάβοι πρόγονοι τους στην ευρύτερη Μακεδονία επί αιώνες (και πριν από την εποχή του Κύριλλου και του Μεθόδιου, δηλαδή από τον 6ο αιώνα μ.Χ.), εντούτοις άργησαν πολύ να αποκτήσουν ξεχωριστή εθνική συνείδηση. Η ταυτότητα τους, ακόμη και με την έλευση του αιώνα του εθνικισμού, του 19ου, παρέμενε είτε βουλγαρική είτε ασαφής και ρευστή, μάλλον επειδή ο όγκος των τότε κατοίκων ήταν αγράμματοι χωρικοί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο, αγράμματοι χωρικοί ήταν εκατόν είκοσι χρόνια πριν σχεδόν όλοι οι Σέρβοι και ογδόντα χρόνια πριν οι περισσότεροι Βούλγαροι αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Πάντως είναι το προτελευταίο νέο έθνος των Βαλκανίων (με τελευταίο τους Βόσνιους Μουσουλμάνους), με ιστορία 70 με 80 έτη. Αρχικά, όπως είπαμε πολλοί ταυτίζονταν με τους Βούλγαρους και με τον βουλγαρικό εθνικισμό. Μάλιστα ορισμένοι, αν και σλαβόφωνοι, ταυτίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα με τους Έλληνες (αρχικά ως «πατριαρχικοί») και έγιναν Έλληνες (Γραικομάνοι) ή άλλαζαν ταυτότητα κατά περίπτωση, από το 1904 (με τον ελληνικό Μακεδονικό Αγώνα) μέχρι τον διαμοιρασμό της Μακεδονίας σε τρία μέρη.

Δεύτερον, ορισμένοι από αυτούς, στη γιουγκοσλαβική αλλά και στην ελληνική Μακεδονία, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές το 1940-1944 και κατά κύριο λόγο με τους εθνοτικά συγγενείς τους Βουλγάρους, άλλο αν οι δεύτεροι με τη στάση τους γρήγορα τους αποξένωσαν.

Τρίτον, είναι η εθνική τους αφήγηση τους που πάσχει, η αρχική σε σχέση με τους Βούλγαρους (οικειοποίηση Αυτοκρατορίας Σαμουήλ, Κύριλλου και Μεθοδίου, κλπ.), προκειμένου να μην θεωρηθούν Βούλγαροι, και η πιο πρόσφατη, γνωστή ως antikvizatzija (αρχαιοποίηση ή εξαρχαϊσμός). Η δεύτερη αυτή στρεβλή εθνική αφήγηση κυρίως των εθνικιστών της Δεξιάς ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αρχικά από ερασιτέχνες ιστορικούς και εθνικιστές πολιτικούς, που υποστήριξαν ότι έχουν αρχαία μακεδονική καταγωγή, δηλαδή ότι έχουν πρόγονους τον Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο. Η εξωπραγματική αυτή εθνική αφήγηση είναι δημοφιλής, λόγω του μεγάλου γοήτρου που τους προσδίδει, πλην όμως δεν έχει επικρατήσει τελείως και υφίσταται δριμεία κριτική από τους πιο σοβαρούς Μακεδόνες ιστορικούς και άλλους σοβαρούς κοινωνικούς επιστήμονες.

Απ’ ότι φαίνεται αυτή η τάση γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση στην υπερφίαλη ελληνική στάση και στην «υστερική αντι-μακεδονική καμπάνια της Ελλάδας». Αποτέλεσε απάντηση στην άρνηση της Ελλάδας να αποδεχθεί τον όρο Μακεδονία, και στην αποκλειστικότητα του όρου, με την αρχαία φημισμένη Μακεδονία να θεωρείται ελληνική, μέρος μόνο της ελληνικής κληρονομιάς και εθνικής ιστορικής αφήγησης και ταυτότητας. Κατόπιν αυτού, οι Σλαβομακεδόνες αντιτάχθηκαν στην αποκλειστική ιδιοκτησία της αρχαίας Μακεδονίας και των συμβόλων της από τους Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να ενισχύσουν τις δικές τους αξιώσεις στον όνομα και στη γεωγραφική περιοχή, κάνοντας το τμήμα της δικής τους εθνικής κληρονομιάς και όχι των Ελλήνων. Αν δηλαδή η Ελλάδα, με πρωταγωνιστές τους Σαμαρά, Παπαθεμελή, Μάρτη και άλλους «Μακεδονομάχους» δεν είχε δώσει τόση έμφαση στον Μέγα Αλέξανδρο και στους αρχαίους Μακεδόνες, αν δεν είχε αποκλειστεί ο όρος Μακεδονία και τα παράγωγα του, τότε μάλλον δεν θα είχαμε αυτό που προέκυψε ως εθνική αφήγηση της γειτονικής χώρας, εθνική αφήγηση που καθιστά την επίλυση της διένεξης για το όνομα πολύ πιο δύσκολη. Οι Έλληνες φώναζαν ότι το όνομα «είναι η ψυχή μας», αλλά είναι η ψυχή και των «Μακεδόνων» – και ίσως περισσότερο, γιατί έχουν πολύ λίγα εκτός από το όνομά τους ως ταυτότητα. Με άλλα λόγια, αν για τους Έλληνες είναι σημαντικό τμήμα της πολιτισμικής τους κληρονομιάς, για τους Μακεδόνες έχει αποβεί η ίδια η πολιτισμική τους κληρονομιά άσχετα αν αυτή η ανάγνωση δεν συνάδει με τη σοβαρή ιστοριογραφική έρευνα.

Αν και η αφήγηση αυτή δεν έχει καμία βάση –πλην της σύμπτωσης του ονόματος «Μακεδονία» και «Μακεδόνες»–, εντούτοις επιμένουν σε αυτή, με δεδομένη την απαράμιλλη αίγλη και την ευρωπαϊκή ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων που τους προσδίδει αυτή η εθνική κατασκευή: άλλο απόγονος των Σλάβων και άλλο απόγονος των Ευρωπαίων Μακεδόνων που κατέκτησαν την τότε γνωστή οικουμένη. Ωστόσο, η ταύτιση των κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας με τον Μέγα Αλέξανδρο έχει βαθιές ρίζες ανάμεσα στους νότιους σλαβόφωνους κατά τον 19ο αιώνα και πρωτοεμφανίστηκε σε γραπτά κείμενα της Αναγέννησης στη Δημοκρατία της Ραγκούσας (σημερινές δαλματικές ακτές της Κροατίας). Πάντως, οι μισοί και πλέον Σλαβομακεδόνες –και σαφέστατα οι κεντροαριστεροί ή αριστεροί Σλαβομακεδόνες, ξεκινώντας από τον Γκλιγκόροφ χθες, και σήμερα με τον Πρωθυπουργό Ζάεφ και τον υπουργό εξωτερικών Ντιμιτρόφ–, απορρίπτουν την αρχαιοποίηση ως ανοησία και τονίζουν τη σλαβική τους καταγωγή και την έλευση των Σλάβων προγόνων τους στα Βαλκάνια κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ.

Γενικότερα, η αρχαιοποίηση και άλλες υπερβολικές αντιδράσεις των γειτόνων οφείλονται σε ανασφάλεια που κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητη είναι. Η χώρα αυτή, με το που έγινε ανεξάρτητο κράτος αισθάνθηκε την απειλή των γειτόνων που θεωρούσαν ότι θα διαλυόταν στο άμεσο μέλλον – στη δε βουλγαρική περίπτωση ότι θα εξαφανιζόταν, με το να αγκαλιάσει τη «μητέρα πατρίδα» και να ενωθεί μαζί της. Η αμφισβήτηση ήταν μεγάλου διαμετρήματος μια και αφορούσε τη γλώσσα (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας), την εκκλησία (από πλευράς Γιουγκοσλαβίας-Σερβίας), τη σημαία (από πλευράς Ελλάδας), το όνομα (από πλευράς Ελλάδας), το έθνος (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας) και βέβαια το ίδιο το κράτος και από τους τρεις γείτονες, εν μέρει και από την πλευρά της Αλβανίας λόγω των Αλβανών εκεί.

Υπάρχει τέλος και το θέμα του όρου Σλαβομακεδονία (και Σλαβομακεδόνες ή Μακεδονοσλάβοι) που έχει προτείνει παλιότερα η ελληνική πλευρά, και πάγια απορρίπτεται, ενώ μάλλον αποδίδει την ταυτότητα του έθνους αυτού και μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν (στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα) από ορισμένους διανοούμενους και ακτιβιστές σκαπανείς του νέου αυτού έθνους. Η μη αποδοχή του όρου αυτού από τα Σκόπια γίνεται με τρία επιχειρήματα: (α) ότι οι ίδιοι έχουν τελικά επιλέξει το «Μακεδόνες» και «Μακεδονία», (β) ότι δεν μπορεί να υπάρχουν Σλαβο-Μακεδόνες, όπως δεν υπάρχουν Σλαβο-Πολωνοί ή Σλαβο-Ρώσοι και (γ) ότι αυτή την ονομασία την αποδέχονται και Αλβανοί για το όνομα της χώρας στην οποία ανήκουν και εκείνοι, ως γεωγραφικό και όχι ως εθνικό όρο. Σε ότι αφορά το τρίτο επιχείρημα, η μία πλευρά (οι Αλβανοί) δεν χρησιμοποιεί το «Μακεδονία» όπως το εννοεί η άλλη πλευρά, που με το όνομα αυτό υποδηλώνει την εθνική της ταυτότητα – δηλαδή έχουν ταυτίσει το έθνος («Μακεδόνες») με το κράτος («Μακεδονία»). Μπορεί η ίδια ονομασία να σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα; Όσο αξιοπερίεργο και να φαίνεται αυτό και πέρα από την καρτεσιανή λογική, φαίνεται ότι ισχύει και πάντως το αποδέχονται και οι δύο συστατικές εθνικές κοινότητες της πΓΔΜ. Ίσως η περίπτωση της Ισπανίας να μοιάζει με αυτό το παράδοξο, υπό την έννοια ότι η ονομασία Ισπανία (που είχε προέλευση φοινικική και ρωμαϊκή) συνδέθηκε μεν αργότερα, στην Αναγέννηση, με τους Καστιλιανούς, με τα ισπανικά να είναι τα αρχικά καστιλιάνικα, πλην όμως η Ισπανία ως ονομασία γεωγραφική αγκαλιάζει και τα άλλα έθνη της Ισπανίας, όπως οι Βάσκοι και οι Καταλανοί.

αναδημοσίευση από εδώ.

Advertisements
Posted in Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized | 2 Σχόλια

Το 9ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

τεύχος 9, Ιούλιος 2016

Editorial (Eλλάδα – Δύση – Ανατολή) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στη σημερινή ιστορική συγκυρία · Δημήτρης Μαρκόπουλος Στη δίνη του περιθωρίου. Σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό. Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (β´μέρος) · Νίκος Κασφίκης Σημειώσεις πάνω στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας (β´ μέρος) · Σπύρος Απέργης Μετά την «Αραβική άνοιξη». Οι αραβικές κοινωνίες μεταξύ φατριαστικού και θεοκρατικού φαντασιακού · Βιβλιοκριτικές: Σιμόν Βέιλ: Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία (β´ μέρος)

πατήστε στην εικόνα

Posted in Ανακοινώσεις | 1 σχόλιο

Φιλίπ Μυρέ – Αγαπητοί Τζιχαντιστές…

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο του Φιλίπ Μυρέ «Αγαπητοί Τζιχαντιστές…» σε μετάφραση του Νίκου Ν. Μάλλιαρη και με επίμετρο του Λάκη Προγκίδη.

Γραμμένη στα τέλη του 2001 με αφορμή τις επιθέσεις στους δίδυμους Πύργους, η ανοιχτή επιστολή του Φ. Μυρέ αναλύει με περίσσεια τόλμη αλλά και σκωπτικό χιούμορ την παρακμή των δυτικών κοινωνιών στην αυγή του 21ου αιώνα, προτείνοντας έτσι μια νέα ανάγνωση του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας. Για τον Μυρέ οι επιθέσεις εναντίον της Δύσης, πέραν από επαίσχυντες, καθίστανται και κωμικοτραγικές από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Δυτικοί καταστρέφουν συστηματικά από μόνοι τους τον στόχο των τρομοκρατών. Με την έντιμη, όσο και εύστοχη, ευθύτητά της η επιστολή αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τον απλό και κατανοητό δημόσιο λόγο, όπως επίσης και κριτικό χιούμορ -δυο αρετές που τείνουν να εκλείψουν ολοκληρωτικά.

Εκδόσεις Μάγμα

Δεν πρόκειται ούτε για λιβελογράφημα, ούτε για φάρσα, ούτε όμως και για κάποια από τις συχνές προκλήσεις με τις οποί­ες διασκεδάζουν τα τελευταία χρόνια οι μηντιακοί διανοούμενοι και το κοινό. […] Ο Μυρέ μιλά για μια βρυκολακιασμένη Δύση. Μιλά για τον πολιτισμό που κατάφερε μέσα σε πενήντα χρόνια να αυτοκα­ταστραφεί, για έναν πολιτισμό που μπόρεσε να εξα­ντλήσει ολόκληρη τη ζωτική του δύναμη, που πέτυχε να αποξηράνει μέχρι και την τελευταία ικμάδα του στοιχείου που συγκροτούσε την ιδιοσυγκρασία του και στάθηκε έτσι ικανός να παρεκκλίνει απόλυτα από τις αξίες του, τουτέστιν από την «κριτική σκέψη, το πνεύμα της σύγκρουσης και την ικανότητα ν’ αφο­μοιώνουμε το Κακό και το δαιμονικό προκειμένου να τα κατανοούμε και να τα πολεμούμε».

Λάκης Προγκίδης

 

«Σε γενικές γραμμές, ένα είναι το μέτωπο από το οποίο δεν πρόκειται να παραιτηθούμε ποτέ εμείς οι Δυτικοί, ένα είναι το μέτωπο στο οποίο επιδιώκουμε την ολοκληρωτική νίκη. Δεν είναι ούτε το μέτωπο του χρήματος ούτε εκείνο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: είναι το μέτωπο της ανθρωπολογικής οπισθοδρόμησης. Άλλωστε η κυριαρχία των πρώτων είναι που καθιστά άτρωτη τη δεύτερη. Αναμφίβολα θα χρειαστείτε ακόμα κάποιον χρόνο για να το συλλάβετε αλλά και για ν’ αντιληφθείτε ότι το σύνολο τούτου του προγράμματος οπισθοδρόμησης αποτελεί στην πραγματικότητα και δικό σας μέλλον. […] Η ουσία όλης αυτής της ιστορίας έγκειται στο γεγονός πως αυτό στο οποίο επιτίθεστε δεν έχει περιεχόμενο. Κατά συνέπεια, αν θέλετε να παραμείνετε στο ύψος τούτων των άνευ προηγουμένου περιστάσεων που δημιουργήσατε, θα χρειαστεί να μας μιμηθείτε. Από εδώ και στο εξής, λοιπόν, ο ορίζοντας προς τον οποίο θα πρέπει να τείνετε είναι ο ορίζοντας της απουσίας νοήματος.»

Φιλίπ Μυρέ

Posted in Ανακοινώσεις | Σχολιάστε

Στη δίνη του περιθωρίου

Ολόκληρο το κείμενο του Δ. Μαρκόπουλου: Στη δίνη του περιθωρίου: σχόλια πάνω σε ορισμένες παθογένειες του εγχώριου ελευθεριακού χώρου

(από το Πρόταγμα τ.9, Ιούλιος 2016)

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Η Camille Paglia για τον Τραμπ, τους Δημοκρατικούς, τη διεμφυλικότητα και την Ισλαμική τρομοκρατία

Aπό συνέντευξη στην εφημερίδα Weekly Standard
Μετάφραση του Θεοδοσιάδη Μιχάλη και Σοφία Ζήση, για το Respublica.Gr

JVL: Ο Ντόναλντ Τραμπ πρόσφατα διαπληκτίστηκε με τον Τζιμ Κόμει, τον Μπομπ Μιουέλερ, τον Σάντι Καν, τον Εμάνουελ Μακρόν, την Άγκελα Μέρκελ, το ΝΑΤΟ, σταματώ όμως εδώ. Είστε μία από τους ελάχιστους ανθρώπους που από νωρίς κατανόησαν την λαϊκιστική απήχηση του Τραμπ. Κοιτάζοντας την προεδρία του μέχρι στιγμής, νομίζετε ότι εξακολουθεί να έχει την ίδια απήχηση; Τι κάνει σωστά και τί λάθος;

Camille Paglia: Είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το υπόβαθρο: πρώτα απ ‘όλα, πρέπει να καταστήσω σαφείς τις πολιτικές μου ευθύνες. Είμαι εγγεγραμμένη στο Δημοκρατικό Κόμμα και ψήφισα υπέρ του Μπέρνι Σάντερς το 2016 και στις γενικές εκλογές την Ζιλ Στέιν. Από το τελευταίο φθινόπωρο και έπειτα εστιάζω την προσοχή μου στην Καμάλα Χάρι, τη νέα γερουσιαστή από την Καλιφόρνια. Θα ήθελα να την ψηφίσω στην επόμενη προεδρική κούρσα.

Όπως πολλοί έτσι κι εγώ, αρχικά δεν θεώρησα σοβαρό γεγονός την υποψηφιότητα του Ντόναλτ Τραμπ. Στη στήλη μου στο Salon.com τον είχα απορρίψει ως έναν «θορυβώδη παλιάτσο», και υπέθεσα ότι ολόκληρη η πολιτική του εκστρατεία ήταν μια κωμωδία με στόχο τη δημοσιότητα, μια κωμωδία που σύντομα θα κούραζε. Ωστόσο, ο Τραμπ αύξησε τις δυναμικές του λόγω της εντυπωσιακής ανικανότητας και μετριότητας των αντιπάλων του στο GOP [1]. Αυτό που μάλλον έχει ξεχαστεί είναι πως όλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στην εκστρατεία υπέρ της Χίλαρι Κλίντον, πίστευαν ότι ο Μάρκος Ρούμπιο θα είναι ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος. Ήταν η ιδανική στιγμή για έναν υποψήφιο Λατίνο με απήχηση σε όλη τη χώρα, διότι  θα μπορούσε να κάμψει τη δημοτικότητα των Δημοκρατών στη Φλόριντα [2].

Κάτω από το αμείλικτο μάτι της τηλεόρασης, όμως, ο Ρούμπιο εμφανίστηκε σαν ένας αδέξιος έφηβος, εντελώς απροετοίμαστος, για μια εποχή που το θέμα της τρομοκρατίας κυριαρχεί, και ως εκ τούτου, η ανάδειξή του συνοδεύτηκε από θεαματική αμηχανία. Ο ίδιος αποδείχθηκε ένα φιάσκο· συνετρίβη κάτω από την πραγματικά τρομακτική και αλαζονική αυτοπεποίθηση του Τραμπ. Ο Μπεν Κάρσον, εν τω μεταξύ, με το καθηγητικό, βαθυστόχαστο και πνευματώδες κλείσιμο των ματιών του, συχνά φαινόταν να βρίσκεται σε άλλο γαλαξία. Σε κάθε συζήτηση, ο Τεντ Κρουζ, παρά ένθερμους οπαδούς του, συσσώρευε όλο και περισσότερους επικριτές, ενώ την ίδια στιγμή κατέστη αποκρουστικός λόγω της εύθραυστης αυτο-δραματοποίησής του αλλά και της επιβλητικής του μεγαλομανίας. Υπήρχαν δύο καλόκαρδοι, μετριοπαθείς κυβερνήτες των μεσο-δυτικών πολιτειών, ο Τζον Κασίχ από το Οχάιο και ο Σκοτ Γουόκερ από το Ουισκόνσιν, οι οποίοι θα μπορούσαν να απομακρύνουν το χρίσμα από τον Τραμπ και είχαν πολύ καλές επιδόσεις έναντι της Χίλαρι. Αλλά η εκστρατεία τους αποδυναμώθηκε λόγο προσωπικών αδυναμιών· στην τηλεόραση, ο Κασίχ εμφανίστηκε τραχύς και άγαρμπος, ενώ ο Γουόλκερ σαν ένα ζαρωμένο, νευρικό και δειλό ποντίκι με ένα παγωμένο χαμόγελο που θυμίζει Pee-wee Herman [3].

Το βασικό ζήτημα εδώ είναι ότι ο Ντόναλτ Τραμπ κέρδισε το χρίσμα και υπερίσχυσε έναντι πολλών σοβαρών και έμπειρων αντιπάλων του, οι οποίοι απλά δεν μπόρεσαν να συνδεθούν με την πλειοψηφία της βάσης των ψηφοφόρων του GOP. Ωστόσο, ο Τραμπ ήταν ιδιαίτερα άγνωστος, διότι δεν είχε ποτέ του υπηρετήσει σε κάποιο εκλεγμένο αξίωμα. Έχοντας τη φήμη ενός αγενούς και σεξουαλικά υπερδραστήριου ανθρώπου, μέσα στον σκιερό υπόκοσμο των καζίνο και των καλλιστείων, ερχόταν συνέχεια αντιμέτωπος με μια σειρά από έντονες κατηγορίες και υπονοούμενα που εκτόξευε εναντίον του η χρηματοδοτούμενη προπαγάνδα της Κλίντον. Στην πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί εναντίον του Τραμπ περί σεξισμού, ήταν σχετικά λίγοι και δευτερεύουσας σημασίας, σε σύγκριση με τον μακρύ κατάλογο των κατηγοριών που είχαν αποδοθεί στο αρπακτικό Μπιλ Κλίντον.

Η θέση μου εξακολουθεί να είναι η εξής: η Χίλαρι, με το υπεροπτικό ύφος Μαρίας-Αντουανέτας, ήταν μια καταστροφή· η υποψηφιότητά της για το 2016 ήταν ένα λάθος. Κέρδισε το χρίσμα μέσα από εξόφθαλμες στρεψοδικίες στην Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος, υποβοηθούμενη από τα διεφθαρμένα μέσα ενημέρωσης της χώρας, που για σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο, επέβαλαν εικονικό αποκλεισμό σε πιθανούς ανταγωνιστές της. Ο Μπέρνι Σάντερς είχε το ποπουλίστικο πάθος και τις απαντήσεις που μπορούσαν να δοθούν πάνω στην οικονομία, διέθετε την κυβερνητική εμπειρία και την προσωπική ζεστασιά ώστε να αντιμετωπίσει τον Τραμπ. Ήταν ο Σάντερς, για παράδειγμα, ο πρώτος που μίλησε για την κρίση του χρέους που παγιδεύει τους φοιτητές, και μετέπειτα οι άλλοι υποψήφιοι (συμπεριλαμβανομένης της Χίλαρι). Ο φιλόδοξος Τζο Μπάιντεν που μιλά απλά, κατά τη γνώμη μου, παρά το ιστορικό λαθών του που προκαλεί αμηχανία, θα μπορούσε επίσης να είχε κερδίσει τον Τραμπ. Όμως, την τελευταία στιγμή, μπλοκαρίστηκε από τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, για λόγους που τα μεγάλα ΜΜΕ αρνήθηκαν ερευνήσουν.

Μετά τη νίκη του Τραμπ (για την οποία υπήρχαν άφθονα σημάδια ήδη μέσα τους προηγούμενους μήνες), κατέστη σαφές, τόσο στο Δημοκρατικό Κόμμα όσο και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ότι ήταν αναγκαίος ένας ειλικρινής επαναπροσδιορισμός του ρόλου και του περιεχόμενού αυτών των θεσμών, διότι τα αποτελέσματα των εκλογών κατέδειξαν σαφώς ότι ο Τραμπ μιλούσε για ζωτικής σημασίας ανησυχίες (θέσεις εργασίας, μετανάστευση και τρομοκρατία μεταξύ αυτών), για τις οποίες οι Δημοκρατικοί δεν διέθεταν πολλές συγκεκριμένες λύσεις. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, πάρα πολλοί επιφανείς Δημοκρατικοί πολιτικοί ήταν απασχολημένοι με τα εγχώρια ζητήματα, ενώ σε ό,τι έχει να κάνει με θέματα διεθνών υποθέσεων, έδειχναν αδιαφορία. Μεταξύ των ψηφοφόρων, οι πιο ένθερμοι ακόλουθοι της Χίλαρι (ιδιαίτερα νεαρές γυναίκες αλλά και γυναίκες της μέσης ηλικίας, καθώς και επιφανείς διασημότητες) δεν φαινόταν να συγκινούνται από τις μέτριες υπηρεσίες της υπουργού Εξωτερικών, που κατά τη διάρκεια της θητείας της οι ολοένα και περισσότερες αεροπορικές επιδρομές το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποσταθεροποιήσουν τη Βόρεια Αφρική.

Αν η Χίλαρι είχε κερδίσει όλοι θα περίμεναν από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του Τραμπ να δείξουν ένα ελάχιστο σεβασμό για τα εκλογικά αποτελέσματα καθώς και για την ιστορική τελετή της ορκωμοσίας, κατά την οποία οι πρώην αντίπαλοι συνενώνονται για να τιμήσουν την ειρηνική μετάβαση της εξουσίας στη δημοκρατία μας. Δεν ήταν, όμως, τέτοια η αντίδραση μιας πολύ μεγάλης μερίδας των Δημοκρατικών που συγκλονίστηκε από τη νίκη του Τραμπ. Σε μια τέτοια αποτρόπαιη αποτυχία για την ηγεσία, που μπορεί να αποτελεί ένα από τα πιο θλιβερά συμβάντα σε όλη την ιστορία του σύγχρονου Δημοκρατικού Κόμματος, ο Τσακ Τσάμερ, ο οποίος ανέλαβε να γίνει ο Δημοκρατικός ηγέτης της Γερουσίας μετά την αποχώρηση του Χάρι Ράιντ, δεν υποστήριξε απολύτως καμία ηθική εξουσία, καθώς το κόμμα έχασε κάθε έλεγχο μέσα στο όργιο θυμού και φοβίας που κατέκλυσε τη χώρα. Ούτε υπήρξαν οξυδερκείς εκκλήσεις για συγκράτηση και σύνεση από δύο έμπειρους πολιτικούς, όπως η γερουσιαστής Νταιάν Φέινστειν και η συνάδελφος Νάνσι Πελόσι, τους οποίους θαυμάζω εδώ και δεκαετίες και πιστεύω εδώ και πολύ καιρό ότι θα έπρεπε οι ίδιες να είχαν σκεφτεί την προεδρική κούρσα. Πώς οι Δημοκρατικοί πιστεύουν ότι μπορούν να διευρύνουν την εκλογική τους υποστήριξη εάν συνεχίσουν με τούτο τον αυτοκαταστροφικό τρόπο να αμφισβητούν τους ανθρώπους της μισής χώρας, ως κακοποιούς, ρατσιστές και ομοφοβικούς;

Όλα αυτά μας ωθούν να εξετάσουμε την απόδοση του Τραμπ μέχρι σήμερα. Το αρχικό ερώτημα που είχε τεθεί ήταν το εξής: θα μπορούσε ένας δριμύς και καυστικός πρώην αστέρας βγαλμένος από reality show να μετατραπεί σε ένα πιο μετρημένο προεδρικό πρόσωπο; Βέβαια, προς απογοήτευση των επίμονων επικριτών του, ο Τραμπ πραγματοποίησε αυτή τη στροφή στο Καπιτώλιο μόλις κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας του το ίδιο πρωί, όταν εμφανίστηκε σοβαρός και αφοσιωμένος. Έδειχνε πως γνώριζε καλά πόσο βαρύ ήταν το καθήκον του ανώτατου αξιώματος που είχε αναλάβει. Όσον αφορά τις ιδιαίτερες ενέργειές του ως πρόεδρος, δεν είμαι οπαδός εκτελεστικών διαταγμάτων, τα οποία καταπατούν τα δικαιώματα του Κογκρέσου. Αυτά είχα ήδη αρχίσει να τα καταγγέλλω όταν ο Ομπάμα τα υπέγραφε διαρκώς (αλλά τότε οι διαμαρτυρίες από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ήταν μηδαμινές).

Η εκτελεστική διαταγή για την «ταξιδιωτική απαγόρευση» που εξέδωσε ο Τραμπ στα τέλη του Γενάρη έγινε προφανώς υπερβολικά γρήγορα και με ιδιαίτερα ανεπαρκείς έρευνες (που αφορούν, για παράδειγμα, τους κατόχους πράσινης κάρτας, οι οποίοι θα έπρεπε να εξαιρεθούν από την απαγόρευση). Η διοίκηση φέρει την πλήρη ευθύνη για την εκτόξευση της σπίθας μιας ήδη προκληθείσας «αντίστασης». Ωστόσο, δεν βλέπω το «χάος» στον Λευκό Οίκο που επικαλούνται και αναπαράγουν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης (όπως και οι συντηρητικοί «Never Trumpers»[4])• πιο σωστά, δεν βλέπω περισσότερο χάος σε σχέση με αυτό που υπήρχε κατά τους πρώτους έξι μήνες της θητείας των Κλίντον και Ομπάμα. Ο Τραμπ φαίνεται ότι προσπαθεί μεθοδικά να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει την οικονομία και την απορύθμιση – θέματα που πάντα ήταν αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων στο δικομματικό μας σύστημα. Τα σταματήματα και οι επανεκκινήσεις στην υλοποίηση του προγράμματός του οφείλονται εν μέρει στην παθητικότητα εκείνης της ηγεσίας του GOP η οποία διατηρεί επαφή με τους ψηφοφόρους, αλλά και στην παραφροσύνη της.

Φαίνεται ότι υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα αντιλήψεων ανάμεσα στον Τραμπ και στους πιο αδυσώπητους επικριτές του εξ’ αριστερών. Πολλοί Δημοκρατικοί της ανώτερης και μεσαίας τάξης και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο θεωρούν τους εαυτούς τους υποδείγματα «συμπόνιας». Αυτό το έχουν ανάγει σε ύψιστη πολιτική αρχή και συνεχώς προσβάλλουν τους ψηφοφόρους του Τραμπ ως «αστοιχείωτους», που «δεν καταλαβαίνουν τίποτα» και «είναι μισάνθρωποι». Τούτοι οι Δημοκρατικοί της αφρόκρεμας σερφάρουν σε έναν ακαθόριστο σύμπαν υποκειμενικού συναισθήματος, θεωρητικής ασάφειας και εκλεπτυσμένης γλώσσας. Όμως, ο Τραμπ είναι, κατ’ επάγγελμα οικοδόμος που ασχολείται με τον αντικειμενικό καθημερινό και σκληρό υλικό κόσμο, με τη γεωμετρία και τα κατασκευαστικά έργα, με έναν κόσμο που ο τρόπος επικοινωνίας θυμίζει τον βάναυσο, σκληρό, και ανθεκτικό προ-νεωτερικό τρόπο ζωής της εργατικής τάξης, της οποίας η καθημερινός τόπος ήταν οι αχυρώνες (barnyards). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Βικτοριανοί αστοί της βιομηχανικής εποχής προσπάθησαν να «σβήσουν» από την αγγλική γλώσσα από τη λέξη «barnyard».

Την περασμένη εβδομάδα, τούτες οι διαφορές βρισκόταν στο επίκεντρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία αναλώνονται στις αδυσώπητες φαντασιώσεις τους περί Ρωσίας, βάσει μιας μαρτυρίας του πρώην διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμει ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας. (Ο Κόμει είναι ένας τεράστιος τσαρλατάνος ​​ο οποίος έπρεπε να απολυθεί εντός 48 ωρών από την ανάληψη των καθηκόντων της Χίλαρι ή του Tράμπ.) Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ συνέχιζε τη δουλειά του· το επόμενο πρωί έκανε παρατηρήσεις στο Υπουργείο Μεταφορών σχετικά με την «κανονιστική ανακούφιση», η οποία απέσπασε την προσοχή μου ενώ ήμουν στο αυτοκίνητο εκείνο το απόγευμα. Τα λόγια του για το σίδερο, το αλουμίνιο και το χάλυβα φαινόταν να κόβουν σα μαχαίρι στον αέρα. Στη συνέχεια, βρήκα ολόκληρο το κείμενο στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου. Μερικά βασικά αποσπάσματα:

Είμαστε εδώ σήμερα για να εστιάσουμε στην επίλυση ενός από τα μεγαλύτερα εμπόδια στη δημιουργία νέων υποδομών που έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη. Αυτά τα εμπόδια είναι η ανυπόφορα αργή, δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία λήψης αδειών και εγκρίσεων για την οικοδόμηση. Και το γνώριζα αυτό από τον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για μια μακρά, αργή, άσκοπα φορτισμένη διαδικασία. Η διοίκησή μου δεσμεύεται να τερματίσει τις φοβερές καθυστερήσεις μία για πάντα. Ο υπερβολικός χρόνος αναμονής για την αδειοδότηση είχε ως επακόλουθο να προκληθούν τεράστιες οικονομικές δυσκολίες στις πόλεις και τις πολιτείες σε ολόκληρη τη χώρα μας, ενώ έχει μπλοκαριστεί η υλοποίηση πολλών σημαντικών έργων…

Για πολύ καιρό, η Αμερική έριξε τρισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση ξένων χωρών επιτρέποντας παράλληλα τη χώρα μας – τη χώρα που αγαπάμε – και την υποδομή της να πέσει σε κατάσταση πλήρους χαλάρωσης. Οι γέφυρές μας είναι, από κατασκευαστικής άποψης, ανεπαρκείς, οι δρόμοι φραγμένοι, τα φράγματα και υδατοφράκτες καταρρέουν. Τα ποτάμια μας αντιμετωπίζουν προβλήματα, οι σιδηρόδρομοι παλιώνουν, και το ατέλειωτο μποτιλιάρισμα στους δρόμους επιβραδύνει το εμπόριο και μειώνει την ποιότητα ζωής των πολιτών μας. Πέρα από αυτό όμως, η κατάσταση βαδίζει καλώς. Αντί να ανοικοδομήσουμε τη χώρα μας, η Ουάσιγκτον έχει περάσει δεκαετίες δημιουργώντας μια πυκνή δέσμη κανόνων, κανονισμών και γραφειοκρατίας. Χρειάστηκαν μόνο τέσσερα χρόνια για την κατασκευή της Γέφυρας Γκόλντεν Γκέιτ και πέντε χρόνια για την κατασκευή του φράγματος Χούβερ και λιγότερο από ένα χρόνο για την κατασκευή του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Οι άνθρωποι δεν το πιστεύουν ότι απαιτήθηκε λιγότερο από ένα έτος. Αλλά σήμερα, μπορεί να απαιτηθούν δέκα χρόνια, ίσως και περισσότερα, μόνο για να πάρουμε τις εγκρίσεις και τις άδειες που απαιτούνται για την κατασκευή ενός μεγάλου έργου υποδομής.

Στην πραγματικότητα, Αυτά τα γραφήματα δίπλα μου είναι μια απλοποιημένη έκδοση της διαδικασίας αδειοδότησης της εθνικής μας οδού. Περιλαμβάνουν δεκαέξι διαφορετικές εγκρίσεις στις οποίες συμμετέχουν δέκα διαφορετικές ομοσπονδιακές υπηρεσίες που διέπονται από εικοσιέξι διαφορετικά καταστατικά. Για παράδειγμα – και αυτό συνέβη μόλις πριν από 30 λεπτά – καθόμουν με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την οικονομική ανάπτυξη του κράτους και των δρόμων. Όλοι εσείς στο δωμάτιο τώρα: ένας κύριος από το Μέριλαντ μιλούσε για έναν δρόμο μήκους 18 μιλίων. Έφερε μαζί του μερικές από τις εγκρίσεις που είχαν πάρει και πλήρωσαν. Χρησιμοποίησαν 29 εκατομμύρια δολάρια για μια περιβαλλοντική έκθεση, βάρους 70 κιλών και αξίας 24.000 δολαρίων ανά σελίδα…

Δεν εκλέχθηκα για να δώσω συνέχεια σε ένα αποτυχημένο σύστημα. Εκλέχθηκα για να το αλλάξω. Όλοι μας στην κυβέρνηση προσφέρουμε υπηρεσίες που θα επιλύσουν τα προβλήματα που μαστίζουν τη χώρα μας. Εδώ που είμαστε οφείλουμε να είμαστε φιλόδοξοι, να δράσουμε με τόλμη και να υπερβούμε τις ασήμαντες κομματικές διαμάχες της Ουάσιγκτον D.C. Είμαστε εδώ για να αναλάβουμε δράση. Ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να οικοδομούμε στη χώρα μας, με Αμερικανικό εργατικό δυναμικό και με σίδερο, αλουμίνιο και χάλυβα Αμερικανικής προέλευσης. Ήρθε η ώρα για νέα μεγάλα δημόσια έργα που εμπνέουν υπερηφάνεια στους ανθρώπους και στις πόλεις μας.

Δεν μπορούμε πλέον να επιτρέψουμε στους ισχύοντες κανόνες και κανονισμούς να δεσμεύουν την οικονομία μας, να αλυσοδένουν την ευημερία μας και να καταστρέφουν το σπουδαίο μας Αμερικανικό φρόνημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα καταργήσουμε αυτούς τους περιορισμούς και θα αποδεσμεύσουμε το πλήρες δυναμικό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Θα απαλλαγούμε από την αδράνεια και τις κωλυσιεργίες που σπαταλούν τόσο το χρόνο σας όσο και τα χρήματά σας. Στόχος μας είναι ολόκληρη η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μπορεί να δημιουργεί σημεία επαφής μαζί σας στα οποία θα δίνονται αποφάσεις (ναι ή όχι), ενώ εσείς θα πρέπει να τις υλοποιείτε γρήγορα, είτε πρόκειται για δρόμο, για αυτοκινητόδρομο, γέφυρα ή φράγμα.

Για να γίνει αυτό, δημιουργούμε ένα νέο φόρουμ με στόχο να βοηθήσουμε τους διαχειριστές έργων να περιηγηθούν στον γραφειοκρατικό λαβύρινθο. Αυτό το φόρουμ θα βελτιώσει επίσης τη διαφάνεια δημιουργώντας ένα νέο ηλεκτρονικό πίνακα ελέγχου, που θα καταστήσει την παρακολούθηση μεγάλων έργων με εύκολο τρόπο και σε κάθε στάδιο κατά τη διαδικασία έγκρισης. Το ίδιο φόρουμ θα προσβλέπει την επιβολή σκληρών ποινών για κάθε ομοσπονδιακή υπηρεσία που συστηματικά κωλυσιεργεί τα έργα και υπερβαίνει τις προθεσμίες…

Μαζί, θα χτίσουμε έργα για να εμπνεύσουμε τους νέους ανθρώπους, για να απασχολούμε τους εργαζόμενους μας και να δημιουργήσουμε πραγματική ευημερία για τον λαό μας. Θα ρίξουμε νέο τσιμέντο, θα βάλουμε νέο τούβλο και θα δούμε νέους σπινθήρες να φωτίζουν τα εργοστάσιά μας, ενώ θα κατασκευάσουμε μέταλλο από τα καμίνια του Ραστ Μπελτ (Rust Belt) [5], της αγαπημένης μας ενδοχώρας που έχει ξεχαστεί. Όμως, από εδώ και στο εξής δεν θα είναι ξεχασμένη.

Στη ράχη της χώρας μας θα βάλουμε νέο αμερικανικό χάλυβα. Αμερικανοί εργάτες θα κατασκευάσουν νέες ζώνες εμπορίου στον τόπο μας. Θα κατασκευάσουν αυτά τα μνημεία από ακτή σε ακτή και από πόλη σε πόλη. Και με αυτούς τους νέους δρόμους, τις γέφυρες, τα αεροδρόμια και τους θαλάσσιους λιμένες, θα ξεκινήσουμε ένα θαυμάσιο νέο ταξίδι σε ένα λαμπρό και ένδοξο μέλλον. Θα χτίσουμε ξανά. Θα γίνουμε ισχυροί πάλι και θα αναπτυχθούμε. Και θα οικοδομήσουμε ξανά την μεγάλη Αμερική.

Φυσικά αυτή η ορμητική ομιλία (που αντανακλά το φρόνημα ενός καταφερτζή της εποχής του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου) είχε περιορισμένη κάλυψη από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Οι δημοσιογράφοι της μεσαίας τάξης, ζαλισμένοι από τις λέξεις, τις επαναλήψεις και τα καυστικά σχόλια, δεν μπήκαν στον κόπο να κατανοήσουν πως τα πολύπλοκα κατασκευαστικά έργα είναι αυτά που καθιστούν εφικτό τον σύγχρονο πολιτισμό. Αναγνωρίζουν τους εργάτες των κατασκευαστικών έργων μόνο όταν αυτοί εμφανίζονται ως αιώνια θύματα. Αν, βέβαια, οι εργάτες πάρουν την πρωτοβουλία να σκεφτούν για τον ίδιο τους τον εαυτό, και αν ψηφίσουν όχι τους φιλελεύθερους κυρίαρχους πολιτικούς, αλλά άλλους, τότε χαρακτηρίζονται αγροίκοι και παρίες. Εν ολίγοις, για να έχουν ελπίδες οι Δημοκρατικοί να ξανακερδίσουν τον Λευκό Οίκο, θα πρέπει να πάψουν να είναι υπερόπτες. Θα πρέπει να απολέσουν τη φανατική τους ρητορική· θα πρέπει να στραφούν προς την απτή πραγματικότητα και την ελεύθερη χώρα που έχουν την τύχη να ζουν.

JVL: Μια από τις άλλες μεγάλες ειδήσεις κατά τις τελευταίες εβδομάδες ήταν η τρομοκρατία στη Μεγάλη Βρετανία. Όλοι πασχίζουν να αποδείξουν ότι δεν πρόκειται για «ισλαμική» τρομοκρατία, αλλά για «ισλαμιστική» («Ισλάμ-ισμός») τρομοκρατία. Έχει σημασία εδώ η επιλογή της λέξης; Μήπως το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι ο δυτικός φιλελευθερισμός εμποδίζει την κριτική στις δυνάμεις που αντιτίθενται σε αυτόν;

CP: Τα είπατε πολύ σωστά αναφορικά με τον δυτικό φιλελευθερισμό και την εμμονή του με τη γλώσσα. Ο δυτικός φιλελευθερισμός αποκλείει την ευρεία μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας ή τη συστηματική παρατήρηση των σημερινών κοινωνικών συνθηκών. Ο φιλελευθερισμός της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του ’60 εξύψωσε τις πολιτικές ελευθερίες, τον ατομικισμό και την εναντίωση μέσα από τον λόγο και τη σκέψη. Το να θέτουμε κάθε αρχή και εξουσία υπό αμφισβήτηση ήταν τυπικό ερέθισμα της γενιάς μου όταν βρισκόμουν στο κολέγιο. Αλλά ο σημερινός φιλελευθερισμός έχει γίνει εξαιρετικά μηχανιστικός και αυταρχικός: ανάγει το ατόμο σε μια ομαδική ταυτότητα, ενώ την ίδια στιγμή προσδιορίζει αυτήν την ομάδα με όρους μόνιμης θυματοποίησης και ταυτόχρονα αρνείται το δημοκρατικό δικαίωμα άλλων να αμφισβητούν την ιδεολογία αυτής της ομάδας. Η Πολιτική Ορθότητα αντιπροσωπεύει την απολιθωμένη θεσμοθέτηση κάποιων επαναστατικών ιδεών που σε μια εποχή θεωρούνταν ζωτικής σημασίας, ενώ σήμερα έχουν εισέλθει στην κανονικότητα. Πρόκειται για μια σταλινικού τύπου καταστολή η οποία ελέγχεται από μια πολύπλοκη και παρασιτική γραφειοκρατία που προσπαθεί να επιβάλει τις δικές της επιταγές.

Η απροθυμία και η ανικανότητα των δυτικών φιλελεύθερων να αντιμετωπίσουν ειλικρινά τον τζιχαντισμό υπήρξε καταστροφικά αντιπαραγωγική, καθότι ενέπνευσε την άνοδο των πολιτικών δυνάμεων της Δεξιάς στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πολίτες έχουν απόλυτο δικαίωμα να ζητούν βασική ασφάλεια από την κυβέρνησή τους. Οι διαμαρτυρίες στις οποίες πολλοί φιλελεύθεροι καταφεύγουν ώστε να αποφύγουν τη σύνδεση βομβιστικών επιθέσεων, σφαγών, διωγμών και πολιτιστικών βανδαλισμών με τον ισλαμικό τζιχαντισμό είναι αξιοσημείωτές, δεδομένης της συνηθισμένης εχθρότητάς τους στη θρησκεία, και πάνω απ ‘όλα στον Χριστιανισμό. Ορισμένοι σχολιαστές ισχυρίστηκαν ότι η κριτική στο Ισλάμ ενέχει φυλετικές προκαταλήψεις. Έτσι, το Ισλάμ μένει έξω από κάθε κριτική, επειδή είναι κατά κύριο λόγο μια θρησκεία μη λευκών, των οποίων δύο ιερές πόλεις βρίσκονται σε έδαφος που σε κάποια ιστορική στιγμή οι δυτικοί ιμπεριαλιστές υπήρξαν καταπιεστές.

Εδώ και εικοσιπέντε χρόνια ζητώ να γίνει η συγκριτική θρησκεία το βασικό πρόγραμμα σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. (Μιλώ ως άθεη.) Η γνώση των μεγάλων παγκόσμιων θρησκειών – όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός, ο Ιουδαϊσμός-Χριστιανισμός και το Ισλάμ – αποτελεί την πραγματική πολυπολιτισμικότητα. Ο καθένας πρέπει να έχει μια γενική εξοικείωση με τις πεποιθήσεις, τα κείμενα, τις τελετουργίες, την τέχνη και τα ιερά όλων των μεγάλων θρησκειών. Μόνο μέσω μιας άμεσης επαφής με τον Κοράνι και τη Χαντίθ, για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να ξέρει τι λένε για τη τζιχάντ και πώς αυτά τα εντυπωσιακά πολυάριθμα αποσπάσματα έχουν ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους κατά την πάροδο του χρόνου. Αυτή τη στιγμή, πάρα πολλοί κοσμικοί δυτικοί φιλελεύθεροι αντιμετωπίζουν το Ισλάμ με πατερναλιστικό τρόπο· μιλούν για αυτή τη θρησκεία με καλές διαθέσεις γενικά και αόριστα αλλά εξ’ αποστάσεως. Δεν καταβάλλουν, όμως, καμία προσπάθεια ενασχόλησης με τα περίπλοκα μεικτά μηνύματά της που μπορούν να εμπνεύσουν καλές πράξεις ή να οδηγήσουν σε ενέργειες που έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στη διεθνή σκηνή.

JVL: Συνεχίζω να περιμένω την αναμέτρηση φεμινισμού και διεμφυλισμού, η οποία ποτέ δεν συμβαίνει. Βλέπω ότι ο σύνδεσμος La Leche – ο οποίος κάποτε κινούνταν στον χώρο του φεμινισμού – έχει τα τελευταία δύο χρόνια απορροφηθεί πλήρως από το ζήτημα της διεμφυλικότητας. Το κεντρικό τους κείμενο είναι (για τώρα) Η Γυναικεία Τέχνη του Θηλασμού, αλλά έχουν αλλάξει επίσημα τη στάση τους ώστε να συμπεριλαμβάνονται άντρες και πατέρες οι οποίοι θηλάζουν. Η πραγματική διατύπωση της πολιτικής τους είναι υπέροχη: «Τώρα αναγνωρίζεται ότι ορισμένοι άνδρες μπορούν να θηλάσουν». Αυτό που δεν έχει, βέβαια, ειπωθεί είναι το πόρισμα ότι ορισμένες γυναίκες είναι βιολογικά ανίκανες να θηλάσουν. Αυτό, ωστόσο, θα έλεγε κανείς, έρχεται σε αντίθεση με τις ιδρυτικές αρχές του Συνδέσμου. Τι συμπέρασμα βγάζει κανείς από όλα αυτά;

CP: Οι φεμινίστριες συγκρούστηκαν δημόσια με τους διεμφυλικούς ακτιβιστές, πολύ περισσότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο από ό, τι εδώ. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια έλαβε χώρα μια οργανωμένη εκστρατεία ιδιαίτερα άγρια, που συμπεριλάμβανε και μια αναφορά με 3.000 αιτήσεις υπογραφών, για να ακυρώσει μια διάλεξη της Τζερμέν Γκριρ (Germaine Greer) στο πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, λόγω των «προσβλητικών» απόψεών της σχετικά με τη διεμφυλικότητα. Η Γκριρ, μία μελετητής λογοτεχνίας, από τους μεγαλύτερους πρωτοπόρους του δεύτερου ρεύματος φεμινισμού, από πάντα στεκόταν ενάντια στην άποψη που έλεγε ότι οι άνδρες οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου μπορούν να θεωρούνται πραγματικές «γυναίκες». Η διάλεξή της στο Κάρντιφ (σχετικά με το «Γυναίκες και Εξουσία στον Εικοστό Αιώνα») τελικά ολοκληρώθηκε, με μεγάλη ασφάλεια.

Και το 2014, το βιβλίο Gender Hurts, μιας ριζοσπαστικής αυστραλιανής φεμινίστριας, της Σίλα Τζέφρις (Sheila Jeffreys), υπήρξε αφορμή να ξεσπάσουν έντονες διαμάχες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Τζέφρις εξισώνει τη διεμφυλικότητα με τον μισογυνισμό και την περιγράφει ως μια μορφή «ακρωτηριασμού». Αυτή και οι φεμινίστριες σύμμαχοί της αντιμετώπισαν παρατεταμένες δυσκολίες στην εξασφάλιση ενός χώρου ομιλίας στο Λονδίνο, λόγω απειλών και ταραχών από διεμφυλικούς ακτιβιστές. Τέλος, κυκλοφόρησε το Conway Hall, που αποτελεί μια δυναμική και λεπτομερής διάλεξη της Τζέφρις, τον περασμένο Ιούλιο. Είναι όλη διαθέσιμη στο YouTube. Σε αυτήν υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η φαρμακευτική βιομηχανία, έχοντας χάσει το εισόδημά της καθώς η συνηθισμένη θεραπεία με οιστρογόνα για τις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες εγκαταλείφθηκε γιατί εγκυμονούσε κινδύνους για την υγεία τους, προώθησε τη σχετικά νέα ιδέα της διεμφυλικότητας, προκειμένου να δημιουργήσει μια μόνιμη τάξη πελατών που θα χρειάζονται εφ’ όρου ζωής συνταγογραφούμενες ορμόνες.

Αποκαλώ τον εαυτό μου διεμφυλικό άτομο· φορούσα φανταχτερά ανδρικά ρούχα από την πρώιμη παιδική ηλικία· είμαι, ωστόσο, ιδιαίτερα επιφυλακτική σχετικά με το σημερινό ρεύμα των διεμφυλικών, το οποίο νομίζω ότι κατά βάση είναι αποτέλεσμα ψυχολογικών και κοινωνιολογικών παραγόντων και όχι των σημερινών συζητήσεων περί φύλου. Επιπλέον, καταδικάζω την ολοένα και αυξανόμενη συνταγογράφηση των αναστολέων της εφηβείας (των οποίων οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι άγνωστες) για τα παιδιά. Θεωρώ αυτή την πρακτική ποινική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Είναι πέρα για πέρα ειρωνικό, ότι οι φιλελεύθεροι παίρνουν θέση υπέρ της επιστήμης σε ό,τι αφορά την υπερθέρμανση του πλανήτη (ένας συναισθηματικός μύθος που δεν υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία) ενώ αποφεύγουν κάθε αναφορά στη βιολογία όταν πρόκειται για το φύλο. Η βιολογία έχει αποκλειστεί από τα προγράμματα των γυναικείων σπουδών και των σπουδών για τα φύλα εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Έτσι, πολύ λίγοι καθηγητές και θεωρητικοί των σημερινών σπουδών πάνω στο φύλο, τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, είναι διανοητικά και επιστημονικά προετοιμασμένοι να διδάξουν την ύλη τους. Η ψυχρή βιολογική αλήθεια είναι ότι οι αλλαγές πάνω στο φύλο δεν είναι εφικτές. Κάθε συγκεκριμένο κύτταρο του ανθρώπινου σώματος παραμένει κωδικοποιημένο με το φύλο ενός ατόμου για μια ζωή. Μπορούν να εμφανιστούν διασεξουαλικές αμφισημίες, αλλά αυτές αποτελούν αναπτυξιακές ανωμαλίες που αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπινων γεννήσεων.

Σε μια δημοκρατία, όλοι πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από παρενόχληση και κακομεταχείριση, ανεξάρτητα από το πόσο αντικομφορμιστές ή εκκεντρικοί είναι. Αλλά ταυτόχρονα, κανείς δεν αξίζει ειδικά δικαιώματα, προστασίες ή προνόμια βάσει της εκκεντρικότητάς του. Οι κατηγορίες «διεμφυλικός άνδρας» και «διεμφυλική γυναίκα» είναι πολύ σαφείς και αξίζουν σεβασμό. Αλλά, όπως η Τζερμέν Γκριρ και η  Σίλα Τζέφρις, απορρίπτω τον κρατικό εξαναγκασμό να αποκαλέσω κάποιον άνθρωπο «άνδρα» ή «γυναίκα», απλά και μόνο με βάση την υποκειμενική του αίσθηση. Μπορούμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο της καλής θέλησης και να προτιμήσουμε τον ευγενικό τρόπο απεύθυνσης σε αυτούς τους ανθρώπους, αλλά είναι επιλογή μας μόνο.

Σε ό,τι αφορά τον σύνδεσμο La Leche: δεν είναι καθόλου έτοιμοι να εμπλακούν στον τόσο αδυσώπητο πολιτισμικό πόλεμο (cultural war) [6]. Αντί για αυτό εμμένουν στη λογική της φροντίδας, και ισχυρίζονται ότι οι ανθρώπινες σχέσεις θα πρέπει να πλημμυρίζονται από ευγένεια. Θεωρούν φυσικό να τρέχουν πίσω από κλαμένα μωρά οποιασδήποτε ηλικίας.

Η υπεράσπιση της ακεραιότητας της Αγγλικής γλώσσας (η οποία, όπως όλες οι γλώσσες, αλλάζει αργά και οργανικά με την πάροδο του χρόνου) εναπόκειται στους καθηγητές λογοτεχνίας και συγγραφείς. Από τη στιγμή που τόσα πολλά τμήματα ανθρωπιστικών επιστημών αναλώνονται στον μετα-δομισμό, η υπέροχη Αγγλική γλώσσα θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με όσους θέλουν να την αλλοιώσουν για χάρη του έμφυλου ζητήματος.

Σημειώσεις

[1] GOP (Grand Old Party), όπως συνήθως αποκαλείται το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

[2] Η Φλόριδα είναι μια πολιτεία με υψηλό ποσοστό Λατινοαμερικανών (Latinos), οι οποίοι συνήθως προτιμούν τους Δημοκρατικούς σχεδόν σε κάθε εκλογές από το 1970 και έπειτα.

[3] Πρόκειται για έναν φανταστικό χαρακτήρα που δημιουργήθηκε και απεικονίστηκε από τον αμερικανικό κωμικό Paul Reubens. Τον χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερα περίεργο και σαρκαστικό γέλιο.

[4] Οι Never Trumpers είναι ένα μείγμα κεντροδεξιών, κοινωνικά συντηρητικών και οικονομικά φιλελεύθερων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που εξ’ αρχής είχαν αντιταχθεί στις πολιτικές του Τραμπ.

[5] Ραστ Μπελτ, σε ακριβή μετάφραση «ζώνη της σκουριάς»: αφορά τις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας, που έχουν πέσει σε οικονομική αδράνεια τις τελευταίες δεκαετίες, είτε λόγω μεταφοράς των επιχειρήσεων στο εξωτερικό, είτε γιατί οι περιβαλλοντικοί νόμοι περιόρισαν τις δραστηριότητες των μεταλλείων και των εργοστασίων παραγωγής χάλυβα.

[6] Ο όρος «πολιτισμικός πόλεμος» (cultural wars) αναφέρεται στις ιδεολογικές συγκρούσεις μεταξύ παραδοσιοκρατών και προοδευτικών/φιλελεύθερων στις ΗΠΑ. Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, οι συγκρούσεις αυτές επηρεάζουν τις συζητήσεις σχετικά με τα δημόσια σχολεία, την οπλοκατοχή, τις εκτρώσεις κλπ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Κείμενα | 1 σχόλιο

Από την τεχνοφιλία…στην Αποανάπτυξη

Απόσπασμα από το κείμενο του Δ. Μαρκόπουλου «Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

Το αφήγημα της τεχνοφιλικής ισότητας

Στο όνομα του πλουραλισμού, της ακατάσχετης πληροφόρησης κι ενός δήθεν εκδημοκρατισμού της επικοινωνίας, η νεοτεχνολογία το μόνο που ξέρει πολύ καλά να κάνει είναι να βομβαρδίζει το άτομο με εντελώς ασήμαντα πράγματα και να τροφοδοτεί τον ναρκισσισμό του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας ψευδο-εξισωτικής προφητείας αποτελεί το εφεύρημα της τρισδιάστατης εκτύπωσης, όπου μέσω προσωπικών 3D εκτυπωτικών συσκευών θα μπορούμε να «φτιάξουμε» ό,τι θέλουμε και όποτε το θέλουμε. Εδώ ύψιστη αρχή και τελικός σκοπός ανακηρύσσεται η δυνατότητα να μπορούν όλοι να σχεδιάζουν και να παράγουν προϊόντα την ώρα ακριβώς που το επιθυμούν, παρακάμπτοντας την κλασική οδό της αγοράς τους από τις μεγάλες εταιρείες, ασχέτως του αν αυτά τα προϊόντα έχουν πράγματι κάποια χρησιμότητα. Αυτό που μετράει είναι η διαμοιρασμένη αίσθηση της άμεσης εκμετάλλευσης του τεχνολογικού δυναμικού.

Πρόκειται για την ίδια ακριβώς ψευδαίσθηση ισότητας που εκτρέφεται και στην περίπτωση της περιδίνησης στη δημόσια σφαίρα του διαδικτύου. Όπως ισχυρίζεται εύλογα, αλλά και ταυτόχρονα ανοήτως, ο πολύς Πάσχος Μανδραβέλης: «Στον κυβερνοχώρο, οικονομικά και τεχνολογικά όλοι βρίσκονται στο ίδιο σημείο εκκίνησης»[1]. Ωστόσο, τι περιεχόμενο διαθέτει τούτη η «ισότητα»; Μάλλον τίποτα παραπάνω από την ακατανίκητη, όπως φαίνεται, τάση να προσχωρούμε εξίσου στη φλυαρία, την κενολογία, και την αισθητική ασημαντότητα. Δηλαδή, τίποτε άλλο παρά έναν χαμηλότατης στάθμης τεχνολογικό και πολιτιστικό μέσο όρο που έχουμε δικαίωμα να απολαμβάνουμε στις κοινωνίες της μαζικής κουλτούρας.

Ο τεχνολογικός κομφορμισμός ενάντια στα κοινωνικά κινήματα

Η κουβέντα περί τεχνολογίας αποτελεί μια καλή αφορμή για να απεγκλωβιστούμε από το θεωρητικό σχήμα της καταστολής και του παντοδύναμου κράτους, το οποίο κυριαρχεί στις αναλύσεις των παραδοσιακών πολιτικών χώρων στο πλαίσιο του αντιαυταρχικού φαντασιακού που τους διαπνέει (και το οποίο, όπως είδαμε, κυριαρχεί ακόμη και στη σκέψη ενός συγγραφέα όπως ο Κούρτσιο, ο οποίος τονίζει, κατά τα άλλα, τις ευθύνες του ατόμου στην υποταγή του στην «Εικονική Αυτοκρατορία»). Έχει, νομίζουμε, φανεί από τα παραπάνω ότι είναι κυρίως οι πληθυσμοί που συμπλέουν με το νεοτεχνολογικό φαντασιακό και υιοθετούν την κομφορμιστική στάση ζωής που ταιριάζει στις κοινωνίες της μαζικής κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία σήμερα δεν είναι εργαλείο στα χέρια της κοινωνίας για ευημερία και πρόοδο αλλά αποκλειστικά μέσο προσωπικής διάκρισης εντός του καταναλωτικού ανταγωνισμού στον οποίο συμμετέχουν τα μέλη της. Άλλωστε, από πολιτική σκοπιά, ο άνωθεν κοινωνικός έλεγχος -είτε εντός αυταρχικών καθεστώτων είτε στις σημερινές (παρακμάζουσες) φιλελεύθερες ολιγαρχίες- αποκτά σημασία μόνο όταν υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά κινήματα και πολιτικοί αγώνες που προβάλλουν επίμονα αντιστάσεις. Στην λιμνάζουσα εποχή μας, επομένως, το πρωτεύον είναι μάλλον να εξετάσουμε τις ανθρωπολογικές συνθήκες που καθιστούν δύσκολη ή αδύνατη την ανάπτυξη νέων κινημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει πάντα να διερευνούμε τι επιπτώσεις έχει η σύγχρονη «τεχνολογικοποιημένη» ζωή στην ανθρωπολογική συγκρότηση των υποκειμένων.

Μήπως, λοιπόν, η έλλειψη δυναμικών κινημάτων αμφισβήτησης της σημερινής κοινωνίας θα πρέπει να αποδοθεί, όχι τόσο σε κάποιου είδους πρόσκαιρης υποχώρησης της πολιτικής και ταξικής συνείδησης, όπως συνήθως διατυμπανίζει η Αριστερά, αλλά κατά βάση στην ολοένα και πιο παγιωμένη τάση αποσύνθεσης των κοινωνικών δεσμών και της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας; Μήπως στην αδυναμία εμφάνισης πολιτικών αγώνων στις πόλεις και τις γειτονιές τους συμβάλλει και ο ναρκισσιστικός τρόπος ζωής ο οποίος διά του τεχνολογικού εθισμού μας αναπαράγεται και γιγαντώνεται; Πόσο θετικό ή πόσο αρνητικό είναι το κινηματικό ισοζύγιο που έχει να επιδείξει η πολυθρύλητη προσβασιμότητα στην υπερ-πληροφόρηση, όταν η κύρια λειτουργία της -αν το εξετάσουμε καλά το πράγμα- είναι μάλλον η ολοκληρωτική μας προσρόφηση στην ευκολία και στον αυτοματισμό της ελάχιστης δυνατής προσπάθειας; Εν τέλει, ενώ σήμερα η εξάπλωση της ψηφιακής κουλτούρας οδηγεί στην πλήρη παρακμή και εξαφάνιση κάθε στοιχείο κοινωνικού δεσμού, μήπως μας απασχολεί απλώς το ότι παρακολουθούν τα γκατζετάκια μας;

Η ανθρωπολογική υπέρβαση: προς μια κοινωνία των ορίων

Δεδομένων όλων αυτών, τι περιθώριο υπάρχει για τις σημερινές κοινωνίες να ξεκολλήσουν από τα αδιέξοδά τους; Είναι λύση μια ολική άρνηση της τεχνικής -κατά τη λογική της «άρνησης του υπάρχοντος» για την οποία συχνά ακούμε στα υπερεπαναστατικά συνθήματα ή τα τσιτάτα των αναρχικών; Μάλλον όχι, μιας και είναι τόσο ολοκληρωτική η διείσδυση της νεοτεχνολογίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας που μια τεχνολογική άρνηση θα επέφερε τρομερές δυσκαμψίες και δυσλειτουργίες στην κοινωνική μας ζωή. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιες μηχανές στα εργοστάσια ή σε μεταφορικά μέσα κ.λπ. αλλά για ένα ολικό σύστημα που εμπλέκεται με την παραγωγή, την εργασία, την εκπαίδευση, την κατανάλωση, τη διασκέδαση, την ίδια την επικοινωνία σε κάθε επίπεδο, και αναλαμβάνει τον ρόλο μιας δεύτερης φύσης για τον άνθρωπο. Ως εκ τούτου μια έστω και στα χαρτιά απόρριψη αυτού του τεχνικού συστήματος μπορεί και να οδηγούσε σε ένα είδος «πυρηνικής καταστροφής» από τη στιγμή που δεν έχουμε με τι να το αντικαταστήσουμε, παρόλο που θα πρέπει ούτως ή άλλως να μειωθεί η έκταση και η ικανότητα αυτού του συστήματος να παρεμβαίνει στην κοινωνική και προσωπική ζωή.

Η συζήτηση μας φέρνει και πάλι μπροστά στο αδιέξοδο που βάζει η επικράτηση του αντιαυταρχικού φαντασιακού στην εποχή μας: όταν η κυρίαρχη λογική αυτού του κόσμου είναι η -στο όνομα του προοδευτισμού- «απελευθέρωση» από κάθε νόρμα, ρίζωμα, μόνιμη ταυτότητα, παράδοση, και γενικότερα κάθε «διαμεσολάβηση»∙ όταν με άλλα λόγια τα πάντα συγκροτούνται με αρνητικό τρόπο, τότε θα πρέπει να αγωνιστούμε υπέρ μιας υγιώς συντηρητικής αντίληψης που θα επαναφέρει με μια θετικότητα την ιδέα της ανθρώπινης χειραφέτησης και θα προσπαθεί να διατηρήσει και να προστατέψει -δηλαδή να συντηρήσει- στοιχεία και αρετές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που φθείρονται συστηματικά από τη σύγχρονη οικονομία και τεχνική[2]. Ετούτο, βέβαια, είναι και το δύσκολο σε μια κοινωνία που έχει μάθει να λειτουργεί μέσω της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε στέρεου πράγματος. Όπως αναφέρει ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, «το καθήκον μας είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολο από ό,τι στην εποχή των λουδιτών, καθώς δεν έχουμε πλέον τίποτε σταθερό στο οποίο θα μπορούσαμε να στηριχτούμε. Ή, ορθότερα, δε μας μένει πλέον παρά ένα μόνο πράγμα που το κατέχουμε αποκλειστικά: η ανθρωπινότητά μας»[3].

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται γενικόλογα, ωστόσο, ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος -αν και όχι πολύ πιθανός- είναι μια θεμελιακή επανεκκίνηση της δημιουργικής δραστηριότητας και φαντασίας της κοινωνίας (όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης) προς την κατεύθυνση της επανεκτίμησης των ορίων, της απλότητας, της αξίας χρήσης και ορισμένων βασικών στοιχείων του κοινωνικού είναι, όπως η συνείδηση του μέτρου και της θνητότητας, η αρμονική σχέση με τη φύση, η αλληλεγγύη μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων κ.λπ. Μια τέτοια ευρύτερη πολιτισμικά ή ανθρωπολογικά υπέρβαση είναι απαραίτητη για την έξοδο από το καθεστώς ασημαντότητας. Μια τέτοιου είδους υπέρβαση συνιστά -και ως τέτοια την αντιλαμβανόμαστε- η ιδέα της αποανάπτυξης, την οποία σπεύδουμε με κάθε ευκαιρία να υπερασπιστούμε σε τούτο το περιοδικό. Μέσω της θεμελιακής αυτής μεταστροφής θα αμφισβητηθεί και η καταστροφική παράνοια της νεοτεχνολογίας, ανοίγοντας ίσως τον δρόμο προς ένα πιο δημοκρατικό τεχνικό σύστημα: μια δημοκρατικού τύπου τεχνική που, αντί να ιεροποιεί και να ενσαρκώνει την υπέρβαση κάθε ορίων, θα προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να τα ορίζει ο ίδιος κάθε φορά προς όφελος του συλλογικού καλού.

[1] Οι γκρίνιες για το Διαδίκτυο, ό.π.

[2] Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτού που αποκαλούμε «υγιή συντηρητισμό» βλ. την βιβλιοκριτική του Ν. Κασφίκη στο παρόν τεύχος σχετικά με τον Όργουελ και τις έννοιες common sense και common decency που ο ίδιος επεξεργάστηκε στο πλαίσιο του οράματος του δημοκρατικού σοσιαλισμού το οποίο προωθούσε.

[3] Ζ. Μ. Μαντοζιό, Το τέλος του ανθρώπινου είδους; (μέρος β), μτφρ. Ν. Μάλλιαρης, Πρόταγμα τ.7, Οκτώβριος 2014, σ. 138.

Posted in Κείμενα | 4 Σχόλια

Η τάξη των εξειδικευμένων επαγγελματιών

*Απόσπασμα από το κείμενο του Τ. Φρανκ «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», Πρόταγμα, τ.10, Ιούνιος 2017.

 

[ … ]

 

Η καλή καταγωγή και τα καλά πτυχία

Στο άρθρο που έγραψε για τους New York Times της 21ης Νοεμβρίου του 2008, αμέσως μετά την πρώτη εκλογική νίκη του Ομπάμα, ο Ντέιβιντ Μπρουκς (David Brooks) χαιρέτιζε τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο για τις ψαγμένες επιλογές προσώπων που ανακοίνωνε τότε για τη μελλοντική του κυβέρνηση. Ο Μπρουκς δεν περιλαμβανόταν ακόμη στους αγαπημένους αρθρογράφους του μέλλοντος προέδρου και το περίφημο «μπρουκσύλλιο» ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν είχε ακόμη φτάσει στο στάδιο της εκρηκτικής έκλυσης αμοιβαίου θαυμασμού που ζήσαμε λίγο αργότερα. Η σπίθα όμως είχε ήδη ανάψει. Κι αυτό που κέρδισε την εκτίμηση του αρθρογράφου ήταν τα ακαδημαϊκά βιογραφικά της υπό διαμόρφωση, ακόμη τότε, ομάδας κυβερνητικών στελεχών και συμβούλων του Ομπάμα. Σχεδόν κάθε όνομα που ανέφερε ο Μπρουκς –οι οικονομικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής ή ακόμη κι η ίδια η Πρώτη Κυρία- ήταν πτυχιούχοι ενός από τα οχτώ πανεπιστήμια της Ivy League, οι περισσότεροι μάλιστα άνω του ενός[1]. Η νέα κυβέρνηση θα ήταν μια «επαινοκρατία», κατά τον αστεϊσμό του Μπρουκς: «η διακυβέρνηση από τους αποφοιτήσαντες με τους καλύτερους βαθμούς του πανεπιστημιακού τους τμήματος».

Από τότε που τον ξέρω ο Μπρουκς επιδεικνύει πραγματική μια εμμονή με τα γούστα και τις συνήθειες των αξιοκρατών της Ανατολικής Ακτής[2]. Μπορεί κάπου κάπου να ‘ναι δεικτικός, ουδέποτε όμως ξεφεύγει πραγματικά από τη θεμελιώδη του πεποίθηση, τούτο το άρθρο πίστης του που καθιστά έναν αρθρογράφο του είδους του τόσο ταιριαστό με το πνεύμα των Νιου Γιορκ Τάιμς: πρόκειται για την ιδέα πως οι απόφοιτοι των καλών πανεπιστημίων είναι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι. Επόμενο ήταν, λοιπόν, ο Μπρουκς να λιποθυμά από συγκίνηση καθώς παρακολουθούσε το υπό σύσταση υπουργικό συμβούλιο και την ομάδα των συμβούλων του Ομπάμα, τον Νοέμβριο του 2008, τότε που παρήλαυναν όλα αυτά τα πτυχία του Χάρβαρντ –Θεέ, μου, τι εγγύηση ταλέντου! «Είμαι βαθύτατα εντυπωσιασμένος από την κυβερνητική μετάβαση του Ομπάμα», εξομολογούνταν. Αναρωτιέστε γιατί; Επειδή «διαλέγουνε τους πιο καταρτισμένους ανθρώπους στην Ουάσινγκτον»: «ανοιχτόμυαλους ανθρώπους» που δεν είναι «φορείς ιδεολογιών» και διαθέτουν μπόλικη «πρακτική δημιουργικότητα». Ήταν «θαυμαστοί επαγγελματίες», ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο επαγγελματικός και γνωστικός τομέας καθενός εξ αυτών.

Βέβαια, τόσο ο Μπρουκς όσο και όλοι οι υπόλοιποι σχολιαστές εκείνης της περιόδου παρέβλεψαν το εξής ουσιώδες μα και στοιχειώδες γεγονός: ότι το να διαλέγει κανείς τόσο πολλούς ανθρώπους με το ίδιο ταξικό υπόβαθρο –ήταν όλοι τους μέλη της τάξης των εξειδικευμένων επαγγελματιών [professionals], όπως είδαμε- μάλλον συνιστούσε εγγύηση πνευματικής κλειστότητας και ιδεολογικής ομοιομορφίας. Αν συνήθως παραγνωρίζουμε τα ταξικά συμφέροντα τούτης της επαγγελματικής τάξης, είναι γιατί δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε όσους εξασκούν εξειδικευμένα επαγγέλματα ως «τάξη». Όπως ακριβώς κι ο Μπρουκς, τους αντιλαμβανόμαστε απλώς και μόνον ως «τους καλύτερους». Πιστεύουμε πως έγιναν ό,τι έγιναν, επειδή είναι υπερβολικά έξυπνοι και ταλαντούχοι, όχι επειδή έχουν αριστοκρατική καταγωγή ή κάτι ανάλογο.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολλοί Αμερικανοί ανακουφίστηκαν και μόνο στη σκέψη πως όλο αυτό το συσσωρευμένο ταλέντο θα αντικαθιστούσε τους ντιλετάντηδες και τους λογής «ημέτερους» που επάνδρωσαν τις κυβερνήσεις Μπους. Περάσαμε δύσκολα χρόνια κατά την οχταετία αυτή· ωστόσο, αν θέλουμε να καταλάβουμε από τι νοσεί πλέον ο προοδευτισμός [liberalism], αν θέλουμε, με άλλα λόγια, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που αποτρέπει τούτο το πολιτικό ρεύμα απ’ το να δράσει ενάντια στην ανισότητα και τι είναι αυτό που μας έχει επαναφέρει σ’ ένα κοινωνικό μοντέλο που μας θυμίζει 19ο αιώνα, ιδού πού πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στις πεποιθήσεις και τα συλλογικά συμφέροντα των εξειδικευμένων επαγγελματιών, δηλαδή στην αγαπημένη εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Ο ιστορικός Κρίστοφερ Λας –τούτο το οντολογικό αντίθετο του Ντέιβιντ Μπρουκς!- παρατηρούσε το 1965 ότι «ο σύγχρονος ριζοσπαστισμός ή προοδευτισμός μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των διανοούμενων»[3]. Σε ό,τι με αφορά, στόχος μου είναι σε αυτό το βιβλίο να ανανεώσω τούτο το ρητό του Λας. Ισχυρίζομαι ότι τα έργα και οι θέσεις του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητά ως μια φάση της κοινωνικής ιστορίας των μελών της επαγγελματικής τάξης.

Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες; Κατ’ αρχάς, δεν ταυτίζονται με τους «διανοούμενους» του Λας. Η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αποτελείτο κυρίως από συγγραφείς και ακαδημαϊκούς και είχε ως κύριο γνώρισμα την κριτική τοποθέτηση των μελών της απέναντι στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Υπό αυτήν, λοιπόν, την παραδοσιακή χρήση του όρου, δεν υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι διανοούμενοι ώστε να σχηματίσουν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Οι «εξειδικευμένοι επαγγελματίες», από την άλλη, συνιστούν μια πολυπληθή και ευκατάστατη ομάδα. Είναι όλοι αυτοί που εξασκούν τα επαγγέλματα που κάθε γονιός θα επιθυμούσε για το παιδί του. Εκτός από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους κληρικούς, τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς -που συνιστούν τα βασικά επαγγέλματα της κατηγορίας-, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην εν λόγω ομάδα τους οικονομολόγους, τους ειδικούς επί της διεθνούς ανάπτυξης, τους πολιτικούς επιστήμονες, τους μάνατζερ, τους οικονομικούς συμβούλους, τους προγραμματιστές, τους αεροναυπηγούς ή ακόμη και όσους γράφουν βιβλία όπως αυτό εδώ.

Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι μια κοινωνική ομάδα υψηλού κύρους. Ωστόσο θεμέλιο της υψηλής τους θέσης στην κοινωνική ιεραρχία δεν είναι το εισόδημά τους αλλά η μόρφωσή τους. Κυβερνούν επειδή είναι προικισμένοι και έξυπνοι. Ένας καλός κοινωνιολογικός ορισμός της «επαγγελματικής τάξης» είναι πως συνιστά μια «δεύτερη ιεραρχία» -δίπλα στην κύρια ιεραρχία, αυτή του χρήματος- η οποία «βασίζεται στην πιστοποιημένη τεχνογνωσία»[4]. Τουτέστιν, ένα κοινωνικό καθεστώς που στηρίζεται σε βαθμολογίες εξετάσεων και υψηλού επιπέδου πτυχία και προστατεύεται από όλες αυτές τις επαγγελματικές ενώσεις που έχουν σχηματισθεί με τον καιρό προκειμένου να καθορίζουν την ορθή πρακτική, να επιβάλλουν την προσήκουσα επαγγελματική ηθική και να πολεμούν όσους δε διαθέτουν νόμιμη άδεια άσκησης του εκάστοτε επαγγέλματος. Ένα επιπλέον διακριτικό γνώρισμα των εξειδικευμένων επαγγελμάτων είναι η αυθεντία που ενσαρκώνουν. Ο Ιβάν Ίλιτς, ο εξέχων κοινωνικός κριτικός της δεκαετίας του ’70, όριζε κάποτε τους εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κατόχους της «εξουσίας να επιτάσσουν»[5]. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες είναι αυτοί που γνωρίζουν τα προβλήματά μας και προσφέρουν πολύτιμες διαγνώσεις: προβλέπουν τον καιρό, οργανώνουν τις οικονομικές μας συναλλαγές και καθορίζουν τους κανόνες των αρραβώνων· σχεδιάζουν τις πόλεις μας και χαράσσουν τις κυκλοφοριακές δομές βάσει των οποίων όλοι εμείς οι υπόλοιποι ταξιδεύουμε· γνωρίζουν επίσης πότε κάποιος είναι ένοχος ηθικών ή ποινικών παραπτωμάτων και ποια πρέπει να είναι η ακριβής μορφή της τιμωρίας που η εκάστοτε παράβασή μας επισύρει. Οι δάσκαλοι γνωρίζουν τι πρέπει να μαθαίνουμε. Οι αρχιτέκτονες πώς πρέπει να είναι τα κτήριά μας. Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν ποιο πρέπει να είναι το ποσοστό με το οποίο δανείζουν οι Κεντρικές Τράπεζες τις υπόλοιπες τράπεζες μιας χώρας. Οι τεχνοκριτικοί γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και πιο το κακό γούστο.

Και παρ’ όλο που υποκείμεθα όλοι μας σε όλες αυτές τις διαγνώσεις και τις υπαγορεύσεις, οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες δε λογοδοτούν στην κοινωνία αλλά στους ομοίους τους (όπως επίσης, βέβαια, και στους εκάστοτε πελάτες τους). Στην πραγματικότητα ακούν μόνο ο ένας τον άλλον. Τα εξειδικευμένα επαγγέλματα έχουν αυτονομηθεί και δεν είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν υπόψη τους όσα τους λένε όσοι δεν ανήκουν στον κύκλο τους. Με αυτόν τον τρόπο χτίζουν και διατηρούν μονοπώλια επί των εκάστοτε καθορισμένων πεδίων τους. Ίσως ο όρος «μονοπώλιο» να ηχεί κάπως βαρύς, ωστόσο είναι γενικά αποδεκτός μεταξύ των κοινωνιολόγων που μελετούν την εξειδίκευση. Σύμφωνα με μια ομάδα κοινωνιολόγων, επί παραδείγματι, η έκφραση «μονοπώληση της γνώσης» αποτελεί τη στοιχειώδη περιγραφή αυτού που κάνουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο περιορίζουν την είσοδο στους τομείς τους: πιστοποιούν την ειδημοσύνη των γνωστικά μυημένων, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται και απορρίπτουν κάθε αξίωση των «εκτός» ότι η δική τους γνώση είναι επίσης έγκυρη[6].

Είναι προφανές ότι η εξειδικευμένη γνώση συνιστά στοιχείο απαραίτητο για τη λειτουργία του πολύπλοκου κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Είτε πρόκειται για καπενάνιους πλοίων είτε για νευροχειρουργούς, η λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας εξαρτάται σε καίριο βαθμό από την εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Όπως, λοιπόν, τονίζουν οι κοινωνιολόγοι, οι κοινωνίες προσδίδουν στους εξειδικευμένους επαγγελματίες το ανώτερο κύρος που αυτοί κατέχουν έναντι της υπόσχεσης πως θα εκπληρώνουν τις κοινωνικές τους υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα θεωρούνται ανιδιοτελείς ενασχολήσεις και οι τεχνοκράτες ως «κοινωνικοί εντολοδόχοι», καθώς υποτίθεται ότι, σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν έχουν ως κίνητρό τους το κέρδος και την απληστία. Αν μας φαίνεται ακόμη κάπως απωθητικό όταν γιατροί ή δικηγόροι κάνουν διαφημίσεις και αν κάποτε οι Αμερικανοί σοκάρονταν κάθε φορά που μάθαιναν πως κάποιος ραδιοφωνικός παραγωγός έπαιρνε χρήματα προκειμένου να παίξει δίσκους που δεν του άρεσαν, είναι ακριβώς επειδή θεωρούμε πως οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα πρέπει να διαπνέονται από ιδεώδη πιο υψηλά από την απλή επιδίωξη προσωπικού κέρδους[7].

Η άνοδος της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, προκάλεσε μια εκρηκτική διεύρυνση του φάσματος των εξειδικευμένων επαγγελμάτων. Πολλοί από αυτούς τους «εργάτες γνώσης [knowledgeworkers]» -σύμφωνα με ένα όρο που είναι πολύ της μόδας- δεν εντάσσονται εύκολα στο παραδοσιακό σχήμα. Συχνά είναι μισθωτοί που εργάζονται σε εταιρίες και εκτελούν τις εντολές του διευθυντή τους κι όχι ελεύθεροι επαγγελματίες που εξασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους. Δεν είναι ούτε εργάτες ούτε όμως και καπιταλιστές, με τη στενή έννοια των όρων. Κάποιοι εξ αυτών, ωστόσο, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις δύο αυτές κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι μισθοί ορισμένων από τους λογιστές της τοπικής μας ΔΟΥ είναι αντίστοιχοι με τους μισθούς ενός εργάτη, ενώ οι σχολικοί δάσκαλοι είναι πολύ συχνά μέλη συνδικάτων, όπως κι οι βιομηχανικοί εργάτες. Αντίθετα, στο άλλο άκρο του φάσματος, ορισμένοι τυχεροί «εργάτες γνώσης» της Σίλικον Βάλεϊ φιγουράρουν ανάμεσα στους κορυφαίους καπιταλιστές της χώρας. Αντίστοιχα, το χάσμα ανάμεσα στον διευθυντή ενός κερδοσκοπικού κεφαλαίου [hedge fund] και στους πλούσιους πελάτες του, των οποίων το χρήμα επενδύει, είναι συχνά ιδιαίτερα μικρό. Όπως μας δείχνουν τα δύο τελευταία παραδείγματα, τα ανώτερα κλιμάκια των εξειδικευμένων επαγγελμάτων περιλαμβάνουν πολύ πλούσιους ανθρώπους. Μπορεί οι τελευταίοι να μη συγκρίνονται με τους δισεκατομμυριούχους μετόχους και κληρονόμους της Wal-Mart, ωστόσο διεκδικούν κι αυτοί το μερίδιό τους στη διαχείριση της χώρας[8]. Σε κάθε περίπτωση, τούτες οι δύο δομές εξουσίας, η ιδιοκτησία και η γνώση, συνυπάρχουν –ορισμένες φορές έρχονται σε σύγκρουση αλλά κατά κανόνα συμβιώνουν αρμονικά.

Στόχος αυτού του βιβλίου δεν είναι η ανάλυση της ιδιαίτερης, κάθε φορά, τεχνογνωσίας που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά τα εξειδικευμένα επαγγέλματα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ευρύτερη πολιτική νοοτροπία των μελών της επαγγελματικής τάξης. Όπως παρατηρεί ο πολιτικός επιστήμονας Φρανκ Φίσερ, τα εξειδικευμένα επαγγέλματα αποτελούν σήμερα κάτι παραπάνω από μια απλή επαγγελματική κατηγορία: «είναι μια ιδεολογία της μεταβιομηχανικής εποχής»[9]. Πολύ συχνά θεωρείται ως το πραγματικό πλαίσιο κατανόησης του σύγχρονου κόσμου. Ταυτόχρονα, ως ιδεολογία, η λογική των εξειδικευμένων επαγγελμάτων συνιστά προνομιακή πηγή πολιτικής εξαπάτησης. Πρώτα και κύρια είναι εγγενώς αντιδημοκρατική, μιας και δίνει προτεραιότητα στις απόψεις των ειδικών σε βάρος των μη ειδικών[10]. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό μέχρις ενός βαθμού –κανείς δε διαφωνεί, για παράδειγμα, με την ύπαρξη κανόνων που ορίζουν ότι μόνο εκπαιδευμένοι πιλότοι έχουν το δικαίωμα να πετούν· τι γίνεται όμως όταν μια ολόκληρη κατηγορία ειδικών παύει να βλέπει τον εαυτό της ως «κοινωνική εντολοδόχο»; Τι συμβαίνει όταν τα μέλη της κάνουν κατάχρηση της μονοπωλιακού τύπου εξουσίας που κατέχουν; Τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να ενδιαφέρονται κυρίως για το συμφέρον τους –όταν δηλαδή αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως τάξη;

 

[ … ]

 

[1] Σ.τ.μ.: Τα πανεπιστήμια της Άιβι Λιγκ βρίσκονται στην βορειοανατολική ακτή των ΗΠΑ και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα και ιστορικότερα της χώρας. Συνεπώς, είναι σήμερα τα πανεπιστήμια με το μεγαλύτερο κύρος και τον πιο ελιτίστικο χαρακτήρα.

[2] Σ.τ.μ.: Αναφορά στην ολιγαρχία της μόρφωσης των βορειοανατολικών, Ατλαντικών πολιτειών των ΗΠΑ, οι οποίες αναπαράγονται κοινωνικά μέσω των πανεπιστημιακών σχολών της Άιβι Λιγκ. Συμβολικό επίκεντρο αυτής της ελίτ είναι η Βοστώνη με τα πολλά της πανεπιστήμια και γι’ αυτό ένα κομμάτι τούτης της ολιγαρχίας αποκαλούνταν παλιότερα και «Βοστωνέζοι Βραχμάνοι» (Boston Brahmins), ώστε, μέσω της αναφοράς στις ινδικές κάστες, να υποδηλώνεται ο κλειστός χαρακτήρας αυτής της ελίτ.

[3] Πρόκειται για ένα κομμάτι από την πρώτη πρόταση του βιβλίου του Λας, The New Radicalism in America 1889-1963 [Ο νέος πολιτικός ριζοσπαστισμός στην Αμερική], N. Υόρκη, Norton, 1965.

[4] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree: Professionals and the Rise of a New Mandarin Order [Η εξουσία των δυνατότερων πτυχίων. Οι εξειδικευμένοι επαγγελματίες και η άνοδος ενός νέου μανδαρινάτου], Οξφόρδη, Oxford U. P., 1990, σ. 4.

[5]I. Illich, “Disabling Professions [Τα παραλυτικά εξειδικευμένα επαγγέλματα]”, στον ομώνυμο, συλλογικό τόμο, Λονδίνο, Marion Boyars, 1977, σ. 17.

[6] C. Derber, W. A. Schwartz, Y. Magrass, Power in the Highest Degree…, ό. π., σσ. 16-17. Σχετικά με τη χρήση εξειδικευμένης γλώσσας και τη συνακόλουθη μυστικοποίηση, βλ. σσ. 92-94. Η κοινωνιολόγος Μαγκάλι Λάρσον σημειώνει ότι «η τεχνητή διατήρηση της σπάνης (στην οποία καταφεύγουν τα εξειδικευμένα επαγγέλματα), συνεπάγεται μονοπωλιακές τάσεις: διατήρηση του μονοπωλίου της τεχνογνωσίας σε επίπεδο αγοράς αλλά και μονοπώληση του κύρους εντός ενός συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας»: M. Larson, The Rise of Professionalism: A Sociological Analysis [Μια κοινωνιολογική ανάλυση της ανόδου της λογικής των εξειδικευμένων επαγγελμάτων], Μπέρκλεϊ, University of California Press, 1977, σ. xvii.

[7]  Σχετικά με τους «εξειδικευμένους επαγγελματίες ως κοινωνικούς εντολοδόχους», βλ. S. Brint, In an Age of Experts: The Changing Roles of Professionals in Politics and Public Life [Στην εποχή των ειδικών: η αλλαγή του ρόλου των εξειδικευμένων επαγγελματιών στην πολιτική και τον δημόσιο βίο], Πρίνστον, Princeton U. P., 1996, κεφ. 2.

[8] Σ.τ.μ.: Ο Φρανκ αναφέρεται εδώ στην οικογένεια των Walton, οι οποίοι είναι κληρονόμοι της περιουσίας που δημιούργησε ο SamWalton, ιδρυτής της Wal-Mart, του μεγαλύτερου ομίλου καταστημάτων λιανικής πώλησης στις ΗΠΑ. Η συνολική περιουσία όλων των μελών της οικογένειας εκτιμάται (σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε το Forbes τον περασμένο Ιούλιο) στα 149 δις δολάρια. Ωστόσο, το επιχείρημα του Φρανκ δε στέκει, μιας και κανένας από τα μέλη των Γουάλτον δε διαθέτει, μόνος του, περιουσία ανώτερη των 36,5 δις. Αντίθετα, ορισμένοι από τους μεγιστάνες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν περιουσίες λιγότερο ή περισσότερο μεγαλύτερες (83,7 δις ο Γκέιτς, 65,8 δις ο Τζεφ Μπέζος, 50,6 δις ο Ζούκενμπεργκ, 50,3 δις ο Λάρι Έλισον, 39,2 δις o Σεργκέι Μπριν κ.ο.κ.).

[9] F. Fischer, Technocracy and the Politics of Expertise [Τεχνοκρατία και η πολιτική της τεχνογνωσίας], Ν. Υόρκη, Sage Publications, 1990, σ. 104.

[10] Ο Φίσερ συνοψίζει ως εξής την τεχνοκρατική κοσμοαντίληψη: «Ελάχιστοι τεχνοκράτες θα ισχυρίζονταν ότι η δημοκρατία είναι απορριπτέα αυτή καθεαυτή. Αυτό που συνήθως υποστηρίζουν είναι ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε ριζικά το περιεχόμενό της, προς μια ιεραρχική και ελιτίστικη κατεύθυνση. Πιστεύουν ότι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία είναι ασύμβατος με την πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (F. Fischer, Technocracy and the Politics, ό. π., σ. 35).

Posted in Κείμενα | 1 σχόλιο