Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και τα πολιτικά ζητήματα που μας θέτει

 

Η εξέγερση των ελίτ κι οι νέες κοινωνικές πολώσεις
Αν κάτι χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες των τελευταίων δεκαετιών είναι ολοένα και πιο έντονη πόλωση μεταξύ δύο κοινωνικών κατηγοριών: από τη μια της ολιγαρχίας και των ανώτερων μεσοστρωμάτων των μεγάλων αστικών κέντρων που υιοθετούν ιδεολογικά και καρπώνονται υλικά την κοινωνική κινητικότητα που τους προσφέρει η παγκοσμιοποίηση· από την άλλη φτωχές ή μικρομεσαίες τάξεις, αποκλεισμένες στην «περιφέρεια» των global «μητροπόλεων», που αισθάνονται παραπεταμένες στο περιθώριο αυτού του κατακερματισμένο κόσμου. Πρόκειται για ένα σχήμα με το οποίο έχουμε προσπαθήσει αλλού να εξηγήσουμε τις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, από την άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς μέχρι το Μπρέξιτ και την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ.

Χάριν συντομίας, θα λέγαμε πως η βαθιά μετάλλαξη της σύγχρονης οικονομίας και η σύστοιχή της παρακμή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα παραγωγής απολήγουν σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο πολιτισμικό χάσμα. Από τη μια πλευρά όσοι ασκούν επαγγέλματα «αιχμής» καταφέρνουν να ακολουθήσουν τον ρυθμό εξέλιξης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Από την άλλη, οι εργάτες, οι αγρότες και όσοι ασκούν επαγγέλματα που η εξέλιξη των δυτικών οικονομιών αχρηστεύει (από τον υδραυλικό, τον μηχανικό αυτοκινήτων, τον ξυλουργό και τον επαγγελματία οδηγό, μέχρι τον κατώτερο δημόσιο υπάλληλο και τον μικρέμπορο) δεν βιώνουν μόνο μια δραστική πτώση του επιπέδου ζωής αλλά την πραγματικότητα της εξαφάνισης ενός ολόκληρου κοινωνικού μοντέλου που οδηγεί αναπόφευκτα και στην δική τους εξαφάνιση. Οι κοινωνικές αυτές κατηγορίες έχουν μέχρι τώρα επιδείξει πιο «συντηρητικά» αντανακλαστικά, με την έννοια όχι της αξιακής οπισθοδρόμησης αλλά της προσκόλλησης σε ένα φθίνον κοινωνικό μοντέλο που όμως έδινε νόημα στην ύπαρξή τους. Φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ ή το Μπρέξιτ εκφράζουν –έστω, στρεβλά- ακριβώς αυτή την ανάγκη πολιτισμικής αλλά και υλικής προστασίας. Αντιθέτως, η πρώτη κατηγορία συσπειρώνεται γύρω από νεοφιλελεύθερες αξίες και πολιτικές, είτε με την αριστερή είτε με την δεξιά τους παραλλαγή, με σκοπό να ενισχύσει την κοινωνική εκείνη τάση που την κρατά ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία και πραγματώνει τις αξίες της.

Εξέχων εκφραστής της τελευταίας κοινωνικής κατηγορίας, ο Μακρόν, φετιχιστής της start-up επιχειρηματικότητας και υμνωδός της παγκοσμιοποίησης, εξελέγη από τα «κοσμοπολίτικα» στρώματα των μεγάλων πόλεων, με βασική, μάλιστα υπόσχεση να ανανεώσει και να σώσει την Ευρώπη, η οποία απειλείται θανάσιμα από την εκλογή του Τράμπ και το Μπρέξιτ, αλλά και να «μεταρρυθμίσει» τη Γαλλία προς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Στην αντίπερα όχθη, έκφραση της πρώτης κοινωνικής κατηγορίας, είναι τα Κίτρινα Γιλέκα. Γι’ αυτό κι η σύνθεση του κινήματος, βάσει των μέχρι τώρα πληροφοριών, έχει άξονα τα μεσαία στρώματα και δη τα κατώτερα εξ αυτών. Βάσει των ρεπορτάζ και των «μαρτυριών» από συμμετέχοντες που έχουμε δει, πλείστα επαγγέλματα διανθίζουν τη λίστα: αυτοαπασχολούμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι, φορτηγατζήδες και υδραυλικοί, φοιτητές, μικροστελέχη κ.ο.κ. Τον τόνο έδωσαν, αρχικά, σε συμβολικό επίπεδο, ελεύθεροι επαγγελματίες της «περιφέρειας» που χάνουν ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους λόγω του κόστους των καυσίμων που καταναλώνουν για επαγγελματικούς λόγους. Σύμφωνα με μια πρώτη έρευνα που διεξήχθη, πρόκειται για ηλικίες μεταξύ 35 και 64 χρονών (και στη συνέχεια 24-35), κατά κύριο λόγο υπάλληλους και επαγγελματικά «ανενεργούς» κι εν συνεχεία εργάτες και μικροβιοτέχνες-αυτοαπασχολούμενους, όπως κι ένα μικρό αριθμό μεσαίων στελεχών, με μέσο όρο μισθού τα 1700 ευρώ (που για τα γαλλικά δεδομένα ισοδυναμεί περίπου με ενάμιση κατώτατο μισθό).

Παρ’ όλο που το Κίνημα, για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια, είναι ως τώρα αρκετά ασαφές ως προς τις βλέψεις και τον χαρακτήρα του, μπορούμε να το εντάξουμε στην κατηγορία των κινημάτων-βέτο: πρόκειται, δηλαδή, για κίνημα δίχως θετικό περιεχόμενο, που έχει ως βασική του κατεύθυνση τη διαμαρτυρία ενάντια στις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Εν προκειμένω –απ’ ό,τι προκύπτει από τα συνθήματα που έχουμε δει ν’ αναγράφονται στους τοίχους των γαλλικών πόλεων αλλά και στα πανό των διαδηλωτών, όπως επίσης και από τις διάφορες λίστες «αιτημάτων» που έχουν εμφανιστεί– πρόκειται για μια «σοσιαλδημοκρατικής» κατεύθυνσης κριτική στις πολιτικές σταδιακής αποδόμησης του κοινωνικού κράτους, αν και αυτό που προέχει –σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα– είναι η «αύξηση της αγοραστικής δύναμης» κι η «μείωση των φόρων». Χωρίς να είναι κανείς εναντίον τέτοιων διεκδικήσεων, αυτό που φρονούμε ότι προέχει δεν είναι να πάρουμε ξεκάθαρα θέση υπέρ ή κατά αλλά να προσπαθήσουμε να διαυγάσουμε την πραγματικότητα. Η επιλογή στρατοπέδου και η μάχη χαρακωμάτων έχει νόημα μόνο για τα κόμματα, τις σέχτες και τους πολιτικούς χώρους και γίνονται κυρίως για εσωτερική κατανάλωση. Άλλωστε, οι χώροι αυτοί βρίσκονται σε παρακμή και αδυνατούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τις εξελίξεις.

 

 

 

 

Ενάντια στην πολιτική των ταυτοτήτων

Το σίγουρο είναι πως χρειαζόμαστε ένα πιο δίκαιο σύστημα. Συμμετέχουν και ακροδεξιοί στο κίνημα; Ε και; Στη Γαλλία υπάρχουν κι ακροδεξιοί κι εδώ είναι ολόκληρος ο λαός που διαδηλώνει.

(Λεγόμενα ενός συμμετέχοντα στις διαδηλώσεις στο Παρίσι)

Βέβαια, εδώ στην Ελλάδα η ανάλυση των γεγονότων αντικαθίσταται από την προσπάθεια μικροπολιτικής εκμετάλλευσης της επικαιρότητας με σκοπό τη δικαίωση της εκάστοτε ιδεολογικής και πολιτικής μας ταυτότητας. Αντί να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει, αρκούμαστε απλώς να εφαρμόζουμε προκαθορισμένα σχήματα επί της πραγματικότητας. Έτσι, από τη μια μεριά έχουμε ορισμένες εκδοχές του εγχώριου νεολαιίστικου αναρχοαριστερισμού που έσπευσαν να κατεβάσουν τη γνωστή γραμμή περί «φασιστών» και «εθνικού κορμού» -τα Κίτρινα Γιλέκα δεν είναι απλά «φασίστες» (όπως έχουν βγάλει το φιρμάνι από την αρχή των κινητοποιήσεων οι Γάλλοι αναρχικοί και «Αντιφά») αλλά βασιλόφρονες· από την άλλη πλευρά, έχουμε τη συμμετρικώς αντίθετη θέση η οποία προφανώς αντιλαμβάνεται το κίνημα ως μια μορφή «πατριωτικής» κριτικής στην παγκοσμιοποίηση και τις «εθνομηδενιστικές ελίτ». Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η πολιτική «ανάλυση» συνίσταται απλώς στη διατράνωση μιας απόρριψης ή υποστήριξης, εξίσου άκριτης σε αμφότερες τις περιπτώσεις, λες κι επρόκειτο να διαλέξουμε ποδοσφαιρική ομάδα, ενώ βασίζεται και σε έλλειψη πληροφόρησης [1].

Βλέπουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό δείγμα του εξαιρετικά δυσυπέρβατου πολιτικού αδιεξόδου της εποχής μας: τη συνήθεια να αντιλαμβανόμαστε και ν’ αποτιμούμε την εκάστοτε πολιτική επικαιρότητα με κριτήρια που προκύπτουν όχι από έναν κατά το δυνατόν ορθολογικό στοχασμό, αλλά από προσωπικές προτιμήσεις πολιτιστικού κι αισθητικού τύπου. Πιο συγκεκριμένα: οι αντιμικροαστικών συμπαθειών αναρχικοί και λοιποί φαρμακόγλωσσοι αντιεθνικιστές, με τις αναλύσεις τους περί «εθνικού κορμού», «σκουληκιών μικροαστών» και «λαϊκού καθωσπρεπισμού» (!!), νιώθουν αλλεργία απέναντι σε οποιοδήποτε κίνημα απαρτίζεται από «πρωτοκοσμικούς», «λευκούς» και «μεσοστρώματα», μιας και τους αντιλαμβάνονται ως μια σύγχρονη εκδοχή των «γυναικοκτόνων» μικροαστών που στήριξαν τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του ’30 από την αντίπερα όχθη, οι εκπρόσωποι του «δημοκρατικού πατριωτισμού», λόγω της απέχθειάς τους για τις «κοσμοπολίτικες» κι «εθνομηδενιστικές» ελίτ, συντάσσονται με οποιονδήποτε τούς αντιτίθεται -ή καμώνεται ότι τους αντιτίθεται (από τον αντιμακεδονικό εθνικισμό μέχρι τα Κίτρινα Γιλέκα)-, ασχέτως του πολιτικού περιεχομένου των αιτημάτων και των διεκδικήσεών τους.

Οι λεγόμενες «πολιτικές ταυτότητας (identity politics)» μπορεί να εκφράζουν, ρητά και συνειδητά, τη μεταμοντέρνα, νεολαιίστικη Αριστερά που προέρχεται από τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, στην πραγματικότητα, αποτελούν μία μόνο εκδοχή ενός ευρύτερου φαινομένου που συνίσταται στη συνήθεια να κρίνουμε και ν’ αποτιμούμε τα πολιτικά ζητήματα βάζει κριτηρίων ουσιαστικά πολιτιστικής φύσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον εδώ και κάποιον καιρό η Ακροδεξιά αντιγράφει την Αριστερά, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της πολιτιστικής πολιτικής: «αντιλευκός ρατσισμός», «περιθωριοποίηση» του ιθαγενούς πληθυσμού κ.λπ. Οποιοσδήποτε έχει μελετήσει την ιστορία των φασιστικών κινημάτων (δηλαδή της ριζοσπαστικής Δεξιάς της δεκαετίας του 1920 και 1930), γνωρίζει ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής υπήρξε χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτικού αδιεξόδου που γέννησε αυτή την ιδεολογία. Αντιστοίχως σήμερα, παρ’ όλο που προφανώς δεν τίθεται θέμα «φασιστικοποίησης» της κοινωνίας, όπως πιστεύει η Αντιφά ιδεολογία, το ιδιάζον στην εποχή μας πολιτικό αδιέξοδο εκφράζεται διά μιας αντίστοιχης αδυναμίας πολιτικού στοχασμού, η οποία μετατρέπει την πολιτική από πεδίο μάχης για την κοινωνική δικαιοσύνη σε πεδίο διαμόρφωσης πολιτιστικών ταυτοτήτων.

Προφανώς –και πέραν του γεγονότος ότι πάντοτε οι πολιτικοί και κοινωνικοί ανταγωνισμοί συνοδεύονται και από πολιτιστικού τύπου πολώσεις– η πραγματικότητα σήμερα ευνοεί μια τέτοια ανάγνωση της πραγματικότητας –δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στην Αμερική γίνεται λόγος εδώ και δεκαετίες περί «πολιτιστικού πολέμου (culturewar)». Μπορεί η πόλωση των σημερινών δυτικών κοινωνιών να μην είναι απλώς πολιτική ή/και οικονομική αλλά πραγματικά ανθρωπολογική, ωστόσο δεν θα πρέπει να παρασυρόμαστε σε εύκολες λύσεις (όπως κάνουν, ορισμένες φορές, ακόμη και τα καλύτερα πνεύματα της εποχής).

Η συγκάλυψη των πολιτικών διακυβευμάτων
Πολύ εύγλωττο είναι το παράδειγμα του Ζαν-Κλωντ Μισεά, ο οποίος έχει συνεισφέρει με τις αναλύσεις του σε ουσιαστικό βαθμό στην κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά στην ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής επικαιρότητας, όσο κι αν ο Γάλλος δημοκρατικός στοχαστής φωτίζει κρίσιμες πολιτιστικές κι ανθρωπολογικές πλευρές του ζητήματος, σε καθαρά πολιτικό επίπεδο παραμένει γενικόλογος και ασαφής, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτει τα πολιτικά διακυβεύματα που θέτει, αντικειμενικά, το Κίνημα.

Όπως σημειώναμε προσφάτως, το χαρακτηριστικό των σημερινών αντί-ελίτ κινημάτων έγκειται στο γεγονός πως, ενώ έχουν σωστά αντιληφθεί τον ρόλο των σημερινών ολιγαρχιών, αδυνατούν να εκφέρουν μια πραγματικά ριζική κριτική στο σημερινό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο. Περιορίζονται έτσι στην καταγγελία επιμέρους πτυχών του, τις οποίες συχνά εκλαμβάνουν ως το θεμέλιο του «Συστήματος». Και ταυτόχρονα, σε πρακτικό επίπεδο, δείχνουν μια χαρακτηριστική αδυναμία δημοκρατικής οργάνωσης. Το αποτέλεσμα είναι πως η καλώς εννοούμενη λαϊκή δυσφορία μετατρέπεται συχνά σε πραγματικό λαϊκισμό, τον οποίο περιμένουν στη γωνία για να καρπωθούν η λαϊκή Δεξιά κι η Ακροδεξιά.

Από αυτήν την άποψη, βέβαια, τα Κίτρινα Γιλέκα συνιστούν ένα κίνημα πολύ πιο ελπιδοφόρο από την ψήφο υπέρ του Μπρέξιτ και του Τραμπ, η οποία υπήρξε τυφλή πράξη απελπισίας, μιας και είναι η πρώτη φορά μετά τους «Αγανακτισμένους» που έχουμε μια πραγματική κινητοποίηση ενός κομματιού του πληθυσμού αντί για την παθητική συμπόρευση με ορισμένες άνωθεν ενδεδειγμένες επιλογές (υπέρ ή κατά του Μπρέξιτ, με τον Τραμπ ή με την Χίλαρι κ.ο.κ.). Ωστόσο δεν έχουμε δει μέχρι σήμερα καμία σαφή απόπειρα αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης, έστω σ’ επίπεδο απλά οργανωτικό. Το γεγονός ότι το κίνημα έχει κρατηθεί μακριά από τις διάφορες κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες αλλά και τ’ αριστερίστικα και ακροδεξιά γκρουπούσκουλα συνιστά πασιφανώς ένα καθ’ όλα θετικό κι ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό, όπως επίσης και το γεγονός ότι έχει ως τώρα αντισταθεί στις προσπάθειες ορισμένων να χριστούν εκπρόσωποί του.

Εντούτοις, τα πάντα οργανώνονται με αδιαφανή τρόπο, μέσα από τα επάρατα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς να υπάρχει πραγματική εγγύηση ενεργητικής συμμετοχής του μεγαλύτερου μέρους των συμμετεχόντων στη λήψη των αποφάσεων ούτε, όμως, και δυνατότητα πραγματικού ελέγχου, με αποτέλεσμα τη «γραμμή» συχνά να δίνουν μέσω διαδικτύου ορισμένες αμφιβόλου σοβαρότητας προσωπικότητες. Προφανώς η κατάσταση αυτή είναι κατανοητή, αν αναλογιστούμε τα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων (δεν πρόκειται για τα σπουδαγμένα μεσοστρώματα που πρωταγωνίστησαν στο κίνημα των Αγανακτισμένων και τα οποία, ως τέτοια, είχαν μεγαλύτερη -έστω κι επιδερμική- εξοικείωση με συνελευσιακές και κινηματικές διαδικασίες, αλλά για απολίτικα μικρομεσαία στρώματα, τα οποία ποτέ τους δεν είχαν ασχοληθεί με την πολιτική, μιας και η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από τον βιοπορισμό και την οικογένεια) όπως επίσης και την επαγγελματική και γεωγραφική τους κατάσταση (δεν πρόκειται για φοιτητές ή αποκλειστικά για μισθωτούς αλλά για αυτοαπασχολούμενους των μικρομεσαίων πόλεων και της επαρχίας, οι οποίοι, ως τέτοιοι, δε διαθέτουν κάποιον αντικειμενικό χώρο συνεύρεσης και διαβούλευσης) [2].

Διόλου τυχαία βέβαια δεν είναι κι η ως τώρα αδυναμία του Κινήματος να εκφράσει μια σειρά μεσοπρόθεσμων, έστω, αιτημάτων [3]. Μέχρι τώρα πολιτική του ταυτότητα είναι η αντιφορολογική εξέγερση και η αόριστη κριτική στην ολιγαρχία που κρύβεται πίσω από το σύνθημα «Μακρόν, παραιτήσου!» και τη γενική και διαρκή αναφορά στον θυμό και το «δεν πάει άλλο!». Αποτέλεσμα τούτης της πολιτικής αοριστίας είναι η προσκόλληση σε μια «θεαματικού» τύπου πολιτική (χαρακτηριστικότερο δείγμα της οποίας είναι η ιδέα της «απόβασης» στο Παρίσι) αλλά και η παγίδευση σε καθαρά αδιέξοδες και αυτοκαταστροφικές επιλογές (όπως τα γενικευμένα «μπάχαλα» γύρω απ’ την αψίδα του Θριάμβου). Μπορεί εδώ να μην πρόκειται για τον επιλεγμένο, συνειδητό και αντικοινωνικό μηδενισμό του Μπλακ Μπλοκ, ωστόσο, όταν ένα κίνημα δε μπορεί, αφενός να προστατευτεί απέναντι στην πιθανή παρείσφρηση λούμπεν στοιχείων στις γραμμές του και, αφετέρου, ανάγει τον θυμό σε ύψιστη κατευθυντήρια γραμμή, το αποτέλεσμα είναι αντίστοιχα λειψό.

Η πολιτική οπισθοδρόμηση
Κατά συνέπεια, όσο κι αν μας προκαλούν ευχαρίστηση τέτοιες εισβολές στην καρδιά του βαθέως γαλλικού πλούτου κι όσο κι αν νιώθουμε μια αυθόρμητη συμπάθεια για κινήματα που απαρτίζονται όχι από επαγγελματίες της πολιτικής και κινηματίες νεολαίους αλλά από απλούς ανθρώπους, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι το σημερινό κίνημα μακράν του να συνιστά πρότυπο για το τι θα μπορούσε να είναι σήμερα μια δημοκρατική, αντιολιγαρχική κινητοποίηση συνιστά, αντιθέτως, χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής αδυναμίας των κοινωνιών. Ακόμα κι όταν υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θέλουν ν’ αγωνιστούν ενάντια στην κοινωνική αδικία, 30 και πλέον χρόνια καταναλωτικού ευδαιμονισμού και πολιτικής απάθειας ή ακόμη και κυνισμού μάς έχουν κάνει να ξεχάσουμε τα βασικά. Η έλλειψη κάθε πολιτικής παράδοσης και η απουσία κάθε λαϊκού κινήματος μετά τον σταδιακό θάνατο του εργατικού κινήματος, κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, καθιστούν κάθε προσπάθεια δημοκρατικής δραστηριοποίησης σήμερα εξαιρετικά δύσκολη [4].

Φυσικά τα κοινωνικά κινήματα εκφράζουν πάντοτε την ανάδυση του απρόβλεπτου μέσα στην ιστορία, υπό την έννοια πως ποτέ δεν τα περιμένει κανείς. Ωστόσο δεν αναδύονται ποτέ μέσα από το κενό, μιας και συνιστούν, κάθε φορά, έκφραση μιας παράδοσης, στην οποία και βασίζονται, έστω και ασυνείδητα, προκειμένου να αρθρωθούν, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και –κυρίως!– σ’ επίπεδο θεσμικό και πρακτικό: μορφές οργάνωσης και κινητοποίησης κ.ο.κ. [5]. Πρόκειται ακριβώς για το στοιχείο που λείπει κατά τις τελευταίες δεκαετίες εντός της Δύσης: δεν είναι μόνον η έκλειψη της παράδοσης του εργατικού κινήματος, αλλά και τα αποτελέσματα της διαρκούς διαδικασίας αποκοινωνικοποίησης και ατομικοποίησης που μάς έχουν κάνει να ξεχάσουμε όχι απλώς «πώς ν’ αγωνιζόμαστε» (που ’λεγε κι ο Καστοριάδης) αλλά να συντονιζόμαστε στοιχειωδώς και να συζητάμε προκειμένου να οργανωθούμε και να δράσουμε από κοινού, δίχως την ανάγκη ειδικών κι επαγγελματιών της πολιτικής [6].

Να ξεχάσουμε την αποανάπτυξη;
Στο Editorial μας που αναφέραμε παραπάνω, σημειώναμε ότι το σύγχρονο πολιτικό αδιέξοδο μπορεί να συνοψιστεί στην εξής διαπίστωση: «το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη έχει υφαρπαχθεί απ’ τον δεξιό λαϊκισμό, ενώ το αίτημα για ατομική ελευθερία έχει γίνει έρμαιο των παραληρημάτων του κάθε αστοιχείωτου τριαντάρη πανεπιστημιακού και των ανεκδιήγητων σημερινών φεμινιστριών». Στο πλαίσιο τούτης της διάκρισης, το αίτημα οικολογικού μετασχηματισμού των σημερινών ρυπογόνων κοινωνιών της κατανάλωσης λογίζεται πλέον ως χούι της λευκής, εκλεπτυσμένης και χίπστερ ολιγαρχίας (η οποία ζει στις μεγάλες πόλεις, μετακινείται με το μετρό και με το ποδήλατο, προωθεί την πεζοδρόμηση του κέντρου τους, επιβάλλει περιορισμούς -φόρους, διόδια κ.λπ.- στη χρήση αυτοκινήτου, τρέφεται με «οικολογικά» και «βιολογικά» προϊόντα κ.ο.κ.), ενώ, αντίθετα, η προσκόλληση στη ρυπογόνο οικονομία του αυτοκινήτου συνιστά πολιτιστικό χαρακτηριστικό των λαϊκών στρωμάτων. Βάσει αυτής της συνθήκης λογικό είναι, για τα τελευταία, κάθε κουβέντα περί οικολογίας να θεωρείται ως πρόφαση για την εφαρμογή πολιτικών που ευνοούν την ολιγαρχία κι έχουν οικονομικό κόστος για τα ίδια. Στην καλύτερη περίπτωση επικρατεί η ιδέα ότι «κι οι πλούσιοι μολύνουν και μάλιστα πολύ περισσότερο από εμάς», λες και η φύση καταλογίζει ευθύνες με βάση ταξικά κριτήρια!

Προφανώς οι ολιγαρχίες έχουν αντιληφθεί ότι το οικολογικό πρόβλημα συνιστά πλέον κάτι που χρήζει αντιμετώπισης, έστω κι υπό την καθαρά ωφελιμιστική σκοπιά της διαχείρισης του οικονομικού κόστους των συνεπειών της μόλυνσης για τον πληθυσμό και γι’ αυτό προσπαθούν να πάρουν μέτρα, τα οποία, προφανώς, στρέφονται προς τους πιο αδύναμους. Γι’ αυτό και τούτη η κοντόθωρη, διαχειριστική λογική όχι μόνον ελάχιστα αλλάζει την κατάσταση της οποίας το Κίνημα υπήρξε ένα τόσο χαρακτηριστικό σύμπτωμα, αλλά την οξύνει ακόμα περισσότερο (κοινωνική υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών της γαλλικής επικράτειας, εντός των οποίων οι υψηλοί φόροι έχουν πολύ λιγότερα ανταποδοτικά οφέλη από ό,τι στα μεγάλα αστικά κέντρα, χαρακτηριστική αδυναμία της οικονομίας να λειτουργήσει με στοιχειώδη συνοχή και να προσφέρει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, δυναμικές εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κοινωνίας με πολλαπλές συνέπειες κ.ο.κ.).

Χαρακτηριστική εκδήλωση του πνεύματος αυτού είναι και η οπορτουνιστική εκμετάλλευση του τυφλού αντι-φορολογισμού του Κινήματος, ο οποίος βολεύει όσο τίποτε άλλο την γαλλική ολιγαρχία –και παράλληλα έρχεται σε αντίφαση με τις όποιες προσπάθειες, εντός του κινήματος, έχουν γίνει προς την κατεύθυνση επεξεργασίας μιας πιο συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας, οι οποίες, όπως είδαμε, κινούνται προς μια αόριστα σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση. Στην άρνηση της –επιβεβλημένης από την ίδια!– φοροαφαίμαξης βρίσκει την ιδεολογική δικαιολόγηση που θα της επέτρεπε να περάσει πια στην ανοιχτή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, το οποίο θεωρείται, ακόμα και σήμερα, ως κάτι ιερό για τους Γάλλους (μιας και το γαλλικό Σύνταγμα ορίζει το καθεστώς της χώρας ως «Δημοκρατική, κοσμική και κοινωνική Πολιτεία»). Όπως έσπευσε να δηλώσει, λόγου χάριν, ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας, «Λιγότερες δημόσιες δαπάνες, λιγότεροι φόροι το ταχύτερο δυνατό θα είναι το καλύτερο, επειδή βλέπουμε από αυτήν την κοινωνική, δημοκρατική κρίση την ανυπομονησία εκατομμυρίων Γάλλων».

Αντίστοιχα ο Μακρόν, στο διάγγελμα της 10ης Δεκεμβρίου εμμέσως πλην σαφώς ερμήνευσε τα σημερινά προβλήματα της χώρας ως προϊόν των πολιτικών που ο ίδιος εξελέγη για ν’ ανατρέψει –δηλαδή του «κρατισμού»! Η ευκολία με την οποία παραχωρήθηκαν τα μέτρα ανακούφισης είναι εντυπωσιακή, επειδή ακριβώς λειτουργούν μακροπρόθεσμα υπέρ ενός κεντρικού, στρατηγικού στόχου της ολιγαρχίας: την εγκατάλειψη της κοινωνίας, η οποία καθίσταται ένα περιττό βάρος στον βαθμό που η προαναφερθείσα κατεύθυνση της παγκόσμιας οικονομίας και το ανερχόμενο κοινωνικό μοντέλο δεν την ενσωματώνουν οργανικά, μιας και την έχουν ολοένα και λιγότερο ανάγκη [7]. Έτσι, η παρούσα πολιτική κρίση μετατρέπεται σε μια θαυμάσια ευκαιρία να ξεπεραστούν και τυπικά οι απαρχαιωμένες αξίες της κοινωνικής προστασίας και της στοιχειώδους αναδιανομής του πλούτου [8]. Ταυτόχρονα, τα κυβερνητικά μέτρα που προσανατολίζονται στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης μέσα από την μείωση των κοινωνικών δαπανών καταδεικνύουν το αδιέξοδο μέσα στο οποίο έχει παγιδευτεί το κίνημα των κίτρινων γιλέκων και η κοινωνία γενικότερα. Η ψυχαναγκαστική προσκόλληση σε ένα βιοτικό επίπεδο που είναι πλέον αντικειμενικά αδύνατο να διατηρηθεί μας οδηγεί τελικά στην ενδυνάμωση των πιο ακραίων συνεπειών της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας: Χυδαίος ατομικισμός, λογικές κοινωνικού δαρβινισμού, τεράστιες οικονομικές ανισότητες, περιθωριοποίηση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας.
Αν όμως θελήσουμε να απαλλαγούμε από την ανευθυνότητα και τον κυνισμό των σημερινών ολιγαρχιών, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι βιώσιμες λύσεις σε τέτοια κεντρικά προβλήματα όπως το οικολογικό και η αναπόφευκτη πτώση του βιοτικού επιπέδου δίνονται όταν αντιμετωπιστούν ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή συνιστώσες και αποτελέσματα της βαθύτερης ιστορικής τάσης του τέλους της αφθονίας, της επανόδου στο ιστορικό προσκήνιο της σπάνης των υλικών αγαθών κι όχι απλώς ως προϊόν των μακιαβελικών επιλογών μιας «κακιάς» ολιγαρχίας [9]. Για την ολιγαρχία το παιχνίδι παίζεται στην επιβολή της λιτότητας στα κατώτερα στρώματα και στην ταυτόχρονη εξαπάτησή τους με την υπόσχεση της μελλοντικής υπέρβασης (μέσα από την επανεκκίνηση ενός σχιζοφρενούς οικονομικού συστήματος, την ατομική επιτυχία σε συνθήκες ανεργίας και πτώσης των αμοιβών, την ψευδαίσθηση γρήγορου πλουτισμού που προσφέρουν ο αθλητισμός ή οι μαφίες: κάπου εκεί εξαντλούνται οι επιλογές). Για τον λαό, αντίθετα, το ζητούμενο είναι ακριβώς στο να μην αρκεστεί σε βραχυχρόνιες παραχωρήσεις και την επιστροφή στην αμέριμνη και κουτσουρεμένη κατανάλωση που θα ενδυναμώσει τα πραγματικά αδιέξοδα –και προς την οποία κατεύθυνση καμώνονται πως κινούνται τα μέτρα που εξήγγειλε ο Μακρόν.

Πρόκειται με άλλα λόγια για την ανάγκη ενός είδους κοπερνίκειας στροφής στις ιδέες, τις επιθυμίες και την πολιτική πράξη ολόκληρης της κοινωνίας. Ας πάρουμε για παράδειγμα το αίτημα που υποτείνει την κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων και που άρχισε τις τελευταίες μέρες να εκδηλώνεται με ρητό τρόπο: Την αύξηση των αμοιβών ως μέσο για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Καθόλα δικαιολογημένο και θεμιτό αίτημα, αλλά υπό το πρίσμα της ανθρωπολογικής καταστροφής που επιφέρει η κοινωνία της κατανάλωσης, της ισοπέδωσης του περιβάλλοντος και των κινδύνων που ενέχει η σπατάλη των όλο και πιο σπάνιων φυσικών πόρων, το φαινομενικά παράδοξο είναι ίσως λογικότερο: Αυτό που μας χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι μια εξίσωση των περισσότερων αμοιβών ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ (και μάλιστα σε σχετικά χαμηλά επίπεδα) και σε καμία περίπτωση ένα κλείσιμο της ψαλίδας προς τα πάνω [10].

Κι όσο κι αν μπορεί να μας χαροποιεί το γεγονός ότι στις 8 Δεκεμβρίου τα Κίτρινα Γιλέκα διαδήλωσαν μαζί με τους οικολόγους –που την ίδια μέρα είχαν προγραμματίσει πορείες για την κλιματική αλλαγή– σε πολλές μεγάλες πόλεις, το ζήτημα δεν λύνεται με εύκολα και συχνά λαϊκιστικά συνθήματα («Η κλιματική αλλαγή συνιστά πόλεμο ενάντια στους φτωχούς», «Οι πολυεθνικές πλουτίζουν απ’ την περιβαλλοντική υποβάθμιση») κι ευχολόγια περί «σύμπλευσης των αγώνων» (στα οποία επιδόθηκαν τόσο οι Γάλλοι Πράσινοι όσο κι ο Μελανσόν), λες κι υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στο αίτημα οικολογικού μετασχηματισμού των κοινωνιών μας, από τη μια μεριά, και στην προσπάθεια να διαφυλάξουμε την αγοραστική μας δύναμη με κάθε κόστος, από την άλλη. Διότι το ζήτημα που εδώ τίθεται, δεν είναι απλώς αυτό του οικολογικού αποτυπώματος της πραγματικής κατανάλωσης των λιγότερο εύπορων στρωμάτων των δυτικών κοινωνιών, αλλά των συνεπειών του τρόπου ζωής τον οποίον ένα μεγάλο μέρος από τα στρώματα αυτά ονειρεύεται κι επιδιώκει, έστω και μάταια. Εξάλλου η εξάρτηση από το αυτοκίνητο δεν είναι μόνο μια επαχθής αναγκαιότητα –όπως λανθασμένα την παρουσιάζει ο Μισεά στην επιστολή του–, αλλά πολύ συχνά συνιστά πραγματικό φετίχ, συνδεδεμένο με τον κυρίαρχο ατομικισμό αλλά και με τις υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου με τις οποίες μάς αποβλακώνει η κοινωνία της κατανάλωσης. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, χρειάζεται να ξαναπιάσουμε από την αρχή, και με μεγάλη περίσκεψη και σοβαρότητα, το ζήτημα του καθορισμού του περιεχομένου ενός σύγχρονου δημοκρατικού προτάγματος, θέτοντας το εξής καίριο ερώτημα: πώς επανερμηνεύεται σήμερα, υπό συνθήκες οικολογικής κρίσης, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη;

Μια τέτοια διαμόρφωση ενός συνολικού προτάγματος απαιτούν τα ζητήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωπα κινήματα όπως αυτό των Κίτρινων Γιλέκων. Η ανάγκη αυτή κρίνεται ακόμα πιο επιτακτική, αν αναλογιστούμε αφενός τις υπάρχουσες εναλλακτικές και τις δυναμικές τους, αφετέρου τις φθίνουσες αντοχές του υπάρχοντος κοινωνικού μοντέλου. Ενώ η ψήφος υπέρ του Τραμπ και του Μπρέξιτ αποδεικνύεται σχετικά ανώδυνη επιλογή, και παρόλο που η ολιγαρχία επιμένει στην άνοδο της ακροδεξιάς με σκοπό να εκβιάσει πολιτικά το λαό, ο πραγματικός κίνδυνος είναι εκείνος μιας εγκαθίδρυσης σκληρά κατασταλτικών και ανελεύθερων καθεστώτων από τις ίδιες τις κυρίαρχες ελίτ μπροστά στον κίνδυνο γενικευμένης κατάρρευσης. Από την άλλη πλευρά, η συσσώρευση και ο συνδυασμός των κρίσεων (οικολογική, ενεργειακή, μεταναστευτική, διατροφική, γεωπολιτικής σύγκρουσης, ανάδυσης παράλληλων δομών κοινωνικής οργάνωσης ελεγχόμενων από το οργανωμένο έγκλημα –όπως συμβαίνει σε πολλές φτωχές συνοικίες ευρωπαϊκών μητροπόλεων) μπορεί να οδηγήσουν σε συνθήκες διαρκούς αστάθειας και ημιελεγχόμενου χάους.

Απέναντι σε τέτοιες πιθανές εξελίξεις, κινήματα όπως αυτά των Κίτρινων Γιλέκων είναι προφανώς ευάλωτα στην πολιτική δημαγωγία, στην εκμετάλλευση από λαϊκίστικά πολιτικά κόμματα (χαρακτηριστικά είναι εκείνα των Ποδέμος στην Ισπανία και των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία), στην ύπουλη χειραγώγηση από παρεμβατικές ανελεύθερες ξένες δυνάμεις (το καθεστώς Πούτιν στηρίζει τις διεκδικήσεις του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων, ενώ χρηματοδοτεί τα λαϊκίστικα ακροδεξιά κόμματα στις ευρωπαϊκές χώρες τα οποία προσπαθούν να ωφεληθούν από την εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια), στις παραχωρήσεις και την παραπλανητικά ευμενή αντιμετώπισή τους από την ολιγαρχία. Άλλωστε, η πρόσφατη ιστορική εμπειρία κινημάτων όπως των Αγανακτισμένων στην νότια Ευρώπη και των Πλατειών στην Ελλάδα δείχνει πως είναι πολύ δύσκολο για τέτοια κινήματα-βέτο να αντέξουν στον χρόνο και να αποκτήσουν μια εσωτερική δυναμική. Οι μεταπτώσεις των κοινωνιών που έχουν δοκιμαστεί από τη λιτότητα και αμφιταλαντεύονται μεταξύ αγρίων εκρήξεων θυμού και γενικευμένης παραίτησης, δεν προσφέρουν και πολλούς λόγους για να αισιοδοξούμε.

Ωστόσο, η ιστορική δυναμική που γέννησε ένα τέτοιο κίνημα ενδεχομένως να φέρει την κοινωνία αντιμέτωπη με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής πορείας, πέρα από τον φαταλισμό και την παραίτηση από την μια πλευρά, τις αυταπάτες και την αφελή πίστη στην βελτίωση των συνθηκών ζωής μέσα από μια μαγική διαχειριστική φόρμουλα, από την άλλη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο, το οποίο υπερβαίνει από κάθε άποψη επιμέρους διεκδικητικά κινήματα και εγγράφεται στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα των μεγάλων ιστορικών εκείνων κινημάτων, όπως το δημοκρατικό κίνημα την εποχή της φεουδαρχίας στην Ευρώπη, το εργατικό και φεμινιστικό κίνημα μετέπειτα, που στην ώριμη μορφή τους δεν μετουσιώνονται μόνο σε μια μορφή πολιτικής οργάνωσης ή σ’ ένα οικονομικό σύστημα, αλλά σ’ έναν ολόκληρο, νέο κάθε φορά, πολιτισμό.

______________

[1] Στην πραγματικότητα, αν στην πρώτη φάση του κινήματος υπήρξε σαφής ακροδεξιά παρουσία, στη συνέχεια συμμετείχαν σε αυτό ρητά και σε συλλογικό επίπεδο όχι μόνο οργανώσεις όπως το Collectif Justice pour Adama (που συστήθηκε μετά τον θάνατο του αφρικανικής καταγωγής Ανταμά Τραορέ κατά την κράτησή του από αστυνομικούς της χωροφυλακής, τον Ιούλιο του 2016, στα παρισινά προάστια και αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από έγχρωμους και αραβικής καταγωγής Γάλλους) αλλά ακόμα και παρισινές Αντιφά ή και φεμινιστικές-κουήρ οργανώσεις. Γι’ αυτό και το απόγευμα του Σαββάτου 8 Δεκεμβρίου προσήχθη μέχρι κι ο γνωστός Julien Coupat, που συμμετείχε κι αυτός στις κινητοποιήσεις! Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η συμμετοχή «προαστιακών» λυκείων των μεγάλων γαλλικών πόλεων στις μαθητικές κινητοποιήσεις της εβδομάδας μεταξύ 3 και 7 Δεκεμβρίου, οι οποίες προέκυψαν στα πλαίσια της αναταραχής που προκάλεσαν τα Κίτρινα Γιλέκα και με σαφή αναφορά σε αυτά. Εξάλλου στα «μπάχαλα» τόσο της 1ης όσο και της 8ης Δεκεμβρίου στο Παρίσι, τη Μασσαλία αλλά και στη Λυών ή στο Μπορντό συμμετείχε «προαστιακή», δηλαδή μεταναστευτικής καταγωγής νεολαία.

[2]Σύμφωνα με την έρευνα στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, μόνο ένα 20% των συμμετεχόντων διαθέτει πανεπιστημιακό δίπλωμα και μόνο ένα 5% εξ αυτών έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές. Σχεδόν οι μισοί εξ αυτών (47%) συμμετέχουν για πρώτη φορά σε διαδηλώσεις και γενικότερα πολιτικές κινητοποιήσεις, μιας και μόνο ένα 44% εξ αυτών είχε μέχρι τώρα απεργήσει έστω και μια φορά, ενώ η πολιτικές τους προτιμήσεις και διαδρομές είναι «ανορθόδοξες», υπό την έννοια πως δεν συνιστούν σταθερούς υποστηρικτές κάποιου κόμματος ή πολιτικής ιδεολογίας.

[3]Δεδομένης της οργανωτικής αδιαφάνειας που επικρατεί και, κατά συνέπεια της απουσίας κάποιου οργάνου επίσημης εκφοράς λόγου, ο καθένας τείνει να προβάλλει στο Κίνημα τα δικά του αιτήματα κι έτσι δεν μπορούμε να στηριζόμαστε ανεξέταστα στις διάφορες σχετικές λίστες που έχουν κυκλοφορήσει.

[4]Βλ. σχετικά με το ζήτημα αυτό ένα άρθρο που είχε γράψει ο Αμερικανός ιστορικός Στιβ Φρέιζερ με αφορμή το κίνημα «Occupy»: «Ευχαριστούμε Tea Party», περ. Πρόταγμα, τ. 2, Ιούνιος 2011.

[5] Βλ. σχετικά το κείμενο του Καστοριάδη, «Για το ζήτημα της ιστορίας του εργατικού κινηματος», (1973), Η πείρα του εργατικού κινήματος, τ. Α΄, Πώς ν’ αγωνιστούμε, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Β. Ψιμούλη, Αθήνα, Ύψιλον, 1984.

[6]Βλ. σχετικά και την ανάλυσή μας σχετικά με το πολύ κρίσιμο αυτό  ζήτημα: «Το τέλος της αφθονίας και τα πολιτικά διακυβεύματα που μας θέτει», Πρόταγμα, τ. 4, Ιούνιος 2012, ειδικά σ. 131 κ. ε.

[7] Έχουμε προσπαθήσει να αναλύσουμε τον θεμελιώδη ρόλο της σύγχρονης τεχνολογίας σε τούτη τη διαδικασία «αχρήστευσης» μεγάλων κομματιών της κοινωνίας, στο «Editorial» του 10ου τεύχους του Προτάγματος (Ιούνιος 2017), στην ενότητα «Η νεοτεχνολογία και το νεοαριστοκρατικό καθεστώς που γεννά».

[8] Την ίδια μέρα με τις ανακοινώσεις του Μακρόν επικυρώθηκε από την γαλλική Γερουσία μια μεταρρύθμιση με σκοπό την ελάφρυνση του φόρου μεταφοράς της έδρας φυσικών και νομικών προσώπων στο εξωτερικό, διευκολύνοντας ακόμα περισσότερο την μεταφορά γαλλικών κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους.

[9] Θα πρέπει να τονιστεί, από αυτήν την άποψη, ότι η αύξηση της τιμής των καυσίμων, που υπήρξε αφορμή για την εμφάνιση των Κίτρινων Γιλέκων, δεν οφείλεται μόνο –και τόσο– στην επιπρόσθετη φορολογία όσο στην αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου, η οποία με τη σειρά της συνιστά συνέπεια της μείωσης της παραγωγής.

[10] Για τα τεράστια ζητήματα που ανοίγονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσπάθειας, τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, βλ. και το κείμενό μας, «Το αγροτικό ζήτημα και οι ανθρωπολογικές διαστάσεις του στη σημερινή ιστορική συγκυρία», Πρόταγμα, τ. 9, Ιούλιος 2016, σ. 63 κ. ε.

 

Advertisements
Posted in Κείμενα | 2 Σχόλια

Πρόταγμα, τεύχος 11o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 11ο τεύχος του Προτάγματος.

Editorial (Το Μακεδονικό και οι «φιλελέδες» – Το ιδεολογικό και ανθρωπολογικό αδιέξοδο του Προοδευτισμού) · Νίκος Μάλλιαρης Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός · Άντολφ Ριντ ο νεότερος Τουριστική ιδεολογία και πολεοδομική ανάπλαση στη Νέα Ορλεάνη · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου (Η σημασία της κριτικής στον «Χώρο» – Το αδιέξοδο της αναρχικής κουλτούρας και η έλλειψη αυτοκριτικής – Το ιστορικό πλαίσιο) · Άντολφ Ριντ ο νεότερος Μια νέα ερμηνεία της αφροαμερικανικής ιδιαιτερότητας · Νίκος Μάλλιαρης Γνωριμία με τον Φιλίπ Μυρέ · Φρανσουά Ρικάρ Για τον Φιλίπ Μυρέ · Μανώλης Γ. Βαρδής Ο νέος προφητισμός

 

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

Ηράκλειο

-Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, Κοραή 21

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 3 Σχόλια

Η τουριστικοποίηση ως ανθρωπολογικό φαινόμενο

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το Editorial του επερχόμενου, 11ου τεύχους του Προτάγματος)

 

[ … ]

α) Αχ Ευρώπη, εσύ μας μάρανες…

Ο πρόσφατος, και ξαφνικός, θάνατος του Τζίμη Πανούση μάς προσφέρει μια αφορμή να εμβαθύνουμε σε ορισμένες αναλύσεις μας σχετικά με την ανθρωπολογική παρακμή της νεοελληνικής κοινωνίας, παρακμή που ο ίδιος ο καλλιτέχνης ανέδειξε, σατίρισε και στηλίτευσε όσο κανείς άλλος μέχρι σήμερα. Αν κάτι μάς ωθεί να καταθέσουμε την άποψή μας για το έργο του μεγάλου αποθανόντος, είναι το γεγονός πως όλα μέλη της συντακτικής ομάδας του Προτάγματος τον είχαμε όχι μόνο σε μεγάλη εκτίμηση ως καλλιτέχνη –πράγμα που μπορεί απλά και μόνο να εκφράζει κάποιες προσωπικές προτιμήσεις–, αλλά και βασική μας έμπνευση ως προς τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αναλύουμε τις σημερινές κοινωνίες, τόσο τη νεοελληνική όσο και τις δυτικές. Ουσιαστικά πρόκειται για τον πραγματικό κοινό παρονομαστή των θεωρητικών μας αναφορών. Αναλύσεις μας όπως η κριτική της νεοτεχνολογίας και της κοινωνίας της κατανάλωσης, η κριτική της πολιτικής ορθότητας, η ιδέα περί δημοκρατικής λαϊκότητας κ.ο.κ. προέρχονται εν πολλοίς από τις εμπνεύσεις του Πανούση. Μόνο στη συνέχεια, με τα κατοπινά μας διαβάσματα, βρήκαν μια πιο συνειδητή και συστηματική, σε θεωρητικό επίπεδο, έκφραση μέσω του Καστοριάδη, του Όργουελ, του Μισεά, του Κρίστοφερ Λας, της Σιμόν Βέιλ και μιας σειράς άλλων θεωρητικών αναφορών που εμφανίζονται συχνά πυκνά στις σελίδες του εντύπου μας.

Για τον λόγο αυτό, το κείμενο που δημοσιεύουμε στη μνήμη του μεγάλου καλλιτέχνη (Ν. Μάλλιαρης, «Ο Τζίμης Πανούσης κι ο υπαρκτός σουρεαλισμός») εστιάζει σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενα ζητήματα: τη σχέση λόγιου και λαϊκού πολιτισμού, εντός της νεοελληνικής κοινωνίας, αλλά και την τουριστικοποίηση της τελευταίας. Με κίνδυνο να προβάλουμε δικές μας εμμονές στο έργο του Πανούση, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ζητήματα αυτά αποτελούν βασικά σκέλη του προβληματισμού του αποθανόντος σχετικά με το μέλλον της νεοελληνικής κοινωνίας αλλά και των δυτικών της ομολόγων. Είναι προφανές πως, καθώς το Πρόταγμα είναι πολιτικό κι όχι λογοτεχνικό ή φιλολογικό έντυπο, η προσέγγισή μας είναι πολιτική-κοινωνιολογική, όχι φιλολογική ή μουσικολογική, και γι’ αυτό αντιμετωπίζουμε τον Πανούση περισσότερο ως στοχαστή και θεωρητικό παρά ως καθαρόαιμο καλλιτέχνη.

Ως εκ τούτου, το άρθρο του Ν. Μάλλιαρη –η δημοσίευση του οποίου θα ολοκληρωθεί στο επόμενο τεύχος του Προτάγματος– θα πρέπει να διαβαστεί σε σύνδεση με δύο ακόμα κείμενα που μεταφράζουμε στο τεύχος αυτό και τα οποία, δίχως να σχετίζονται άμεσα με το θέμα του κινούνται γύρω από την κοινή θεματική του τουρισμού και της τουριστικοποίησης ως φαινομένων ουσιαστικά ανθρωπολογικής φύσης.

 

β) Τουρισμός και εθνικισμός

Ας ξαναπιάσουμε, λόγου χάριν, το Μακεδονικό. Θα διαπιστώσουμε τότε ότι ένα μεγάλο μέρος των περήφανων Μακεδονομάχων και λοιπών ψωμιάδειων Μυρμιδόνων ζουν αποκλειστικά και μόνο από την τουριστική δαπάνη των Σλάβων Ορθόδοξων αδελφών παντός είδους. Η τουριστική βιομηχανία της Βορείου Ελλάδος, με επίκεντρο την καταστροφή της Χαλκιδικής, συνιστά χαρακτηριστική εκδοχή κουτοπόνηρης εθελούσιας αυτο-αποικιοποίησης με σκοπό το εύκολο κέρδος. Είναι λοιπόν οι ίδιοι αυτοί που συστηματικά, εδώ και δεκαετίες, συνεχίζουν να καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα (τόσο περιβαλλοντικά και χωροταξικά όσο και πολιτιστικά), που ωρύονται σήμερα ότι η αγαπημένη κι ιερή πατρίδα κινδυνεύει επειδή οι γείτονές μας θα ονομάζονται πλέον κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας.

Είναι προφανές όμως, για οποιονδήποτε διατηρεί μια στοιχειώδη διαύγεια, ότι η τουριστικοποίηση της Ελλάδας συνιστά την οριστική καταστροφή της χώρας σε πολιτιστικό επίπεδο, ενώ είναι και πρόξενος μύριων κακών σε κοινωνικό επίπεδο. Διότι, αν μέχρι πριν λίγο καιρό, ο τουρισμός περιοριζόταν σε συγκεκριμένες, λίγο πολύ ζώνες, και αποτελούσε μια βασική μεν αλλά όχι την αποκλειστική βάση της εθνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια, εξ αιτίας μιας συμπαιγνίας παραγόντων, η κατάσταση έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Λίγο η κρίση, λίγο το Airbnb, λίγο η ποιοτική αναβάθμιση της πρωτεύουσας ως «εναλλακτικού» και χίπστερ προορισμού (λόγω της Ντουκουμέντα και του κέντρου «Σταύρος Νιάρχος», όπως επίσης και του στρατευμένου, φιλομεταναστευτικού noborder και ΜΚΟ τουρισμού), έχουμε φτάσει πλέον η χώρα ν’ αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε αυτή τη μαζική εισβολή ξένου πληθυσμού: τα νησιά δεν μπορούν πλέον να σηκώσουν το βάρος της φιλοξενίας τους, οι ντόπιοι αδυνατούν πλέον να βρουν σπίτια σε προσιτά νοίκια, οι υποδομές καταρρέουν, προωθούνται εργασιακές συνθήκες Κίνας κ.ο.κ. Για να μη μιλήσουμε προφανώς για τη βαθύτατη ανθρωπολογική φθορά που προκαλεί η ελαφρά τη καρδία μεταστροφή ενός μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού προς το εύκολο –ή υποτιθέμενα εύκολο χρήμα– του τουριστικού κλάδου[1].

Δυστυχώς όμως ελάχιστες αν όχι ανύπαρκτες είναι οι αναλύσεις που προσπαθούν να φωτίσουν εις βάθος το φαινόμενο. Είναι προφανές ότι η τουριστική εισβολή, η οποία πραγματικά αλλοιώνει τα εντόπια ήθη κι εξαχρειώνει τον πληθυσμό, ελάχιστα απασχολεί τους διάφορους υπερευαίσθητους εθνοπατριώτες θεματοφύλακες της παράδοσης και των ιερών και οσίων της Φυλής, οι οποίοι κατά τα άλλα ανησυχούν μήπως οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες μάς επιβάλουν αλλότρια ήθη και διαδηλώνουν ενάντια στο «ξεπούλημα της πατρίδας μας» με αφορμή το Μακεδονικό. Το γεγονός πως ουδείς δεξιός λαϊκιστής φαίνεται να ενοχλείται από το ξεπούλημα της χώρας στους τουρ οπερέιτορς και τις αεροπορικές εταιρείες δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι, ως συνήθως, η υποκρισία συνιστά τη ραχοκοκαλιά του εθνικιστικού-πατριωτικού-συντηρητικού χώρου· όπως θα δούμε στη συνέχεια του ανά χείρας σημειώματος, ο τουρισμός συνιστά την ιδεώδη κατάληξη κάθε μορφής σύγχρονου εθνικισμού, μιας και πατά στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής αυθεντικότητας και στη φτιαχτή και ιστορικά ανυπόστατη αφήγηση περί καταγωγής που υπάρχει πίσω από τον εκάστοτε εθνικισμό, ο οποίος δεν είναι, σε τελική ανάλυση, παρά ένας ρομαντικός φολκλορισμός που μετατρέπει την παράδοση σε αισθητικό αντικείμενο προς κατανάλωση. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου και της οπαδικού τύπου υπεράσπισης της «ανάπτυξης» που συνιστά ουσία των πολιτικών θέσεων των διάφορων «φιλελεύθερων» κι εκσυγχρονιστών, οι μόνοι που έχουν προσπαθήσει ν’ αναλύσουν το φαινόμενο του τουρισμού είναι ορισμένες συνιστώσες της Αριστεράς και της Αναρχίας. Εντούτοις, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση η ματιά παραμένει επιφανειακή κι η εξέταση του θέματος περιορίζεται στο στενά οικονομικό επίπεδο –κι εκεί ακόμα αρκετά περιγραφικά[2].

[…]

[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη κι η περίφημη «γενιά του brain drain», η τεχνοκρατικής παιδείας νεολαία που εγκαταλείπει τη χώρα προκειμένου να αναζητήσει μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση στο εξωτερικό, επιλέγει πρώτο-πρώτο τον «τουρισμό-πολιτισμό» στο ερώτημα «σε ποιον τομέα θα θέλατε να δραστηριοποιηθεί η επιχείρησή σας;», κάτι, φυσικά, που ισχύει και για την εγχώρια νεολαία. Βλ. για τα πορίσματα της σχετικής έρευνας: «Έρευνα: Ένα κράτος διαφθοράς και αναξιοκρατίας που διώχνει τα παιδιά του», http://www.huffingtonpost.gr, 8/9/2018.

[2] Φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το 4ο τεύχος του περιοδικού Kaboom με το σχετικό του αφιέρωμα στον τουρισμό.

Posted in Κείμενα | 2 Σχόλια

Ο διμέτωπος αγώνας της κριτικής

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 11ου τεύχους του Προτάγματος)

[ … ]

Σε ό,τι αφορά τη θεωρητική δουλειά που κρίνουμε σήμερα απαραίτητη, φρονούμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για έναν διμέτωπο αγώνα. Από τη μια μεριά έχουμε τον άμεσο πολιτικό μας αντίπαλο, τουτέστιν τις δεδηλωμένα ολιγαρχικές κι αντιδημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες εκτείνονται πλέον από την Ακροδεξιά κάθε είδους μέχρι τις ηπιότερες μορφές δεξιού λαϊκισμού. Στις δυνάμεις αυτές συγκαταλέγουμε και το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων, όπως θα δούμε στη συνέχεια τούτου του σημειώματος. Βασικό χαρακτηριστικό των εν λόγω δυνάμεων είναι η ιδιαίτερη εκδοχή πολιτιστικής κριτικής την οποία ασκούν σε ό,τι θεωρούν ως κατακτήσεις της Αντικουλτούρας και των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 ή, απλούστερα, της παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο εκφράζουν μια παραχαραγμένη εκδοχή ποπουλισμού, στερημένη από κάθε δημοκρατικό στοιχείο, η οποία τον μετατρέπει σε καθαρό λαϊκισμό: ναι μεν μιλούν για τις κοινωνικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, έχοντας σωστά αντιληφθεί πως οι κερδισμένοι της σύγχρονης οικονομίας είναι οι νέας κοπής hightech ολιγαρχίες, τα μορφωμένα μεσαία στρώματα και οι άμεσοι κληρονόμοι των αντιαυταρχικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, ενώ μιλούν στο όνομα του λαού, το μόνο που του προτείνουν είναι να γίνει το παθητικό πεζικό αυταρχικού τύπου «χαρισματικών» ανδρών (ή και γυναικών) κάθε είδους –από τον Τραμπ και τη Λεπέν ως τον Όρμπαν και τον Πούτιν. Ταυτόχρονα, η κριτική τους στην παγκοσμιοποίηση, ενώ υποτίθεται ότι καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, αποφεύγει να συζητήσει την ταξική-κοινωνική διάσταση του προβλήματος και απορροφάται πλήρως από το εθνικιστικό σχήμα «διεθνή κέντρα εξουσίας»-«Έθνος», κάνοντας γαργάρα το ζήτημα της ταξικής διάρθρωσης του εκάστοτε έθνους.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις δυνάμεις που θα χαρακτηρίζαμε γενικά ως «αριστερές» κι οι οποίες εκτείνονται από τις λιγότερο ακραίες –οικονομικά– και μη συντηρητικές, Προοδευτικές –σε αξιακό και πολιτιστικό επίπεδο– εκδοχές νεοφιλελευθερισμού (όπως ο λεγόμενος σοσιαλφιλελευθερισμός) μέχρι τις διάφορες συνιστώσες της καθαυτό Αριστεράς αλλά και του ελευθεριακού ή αναρχικού χώρου. Κοινό σημείο των δυνάμεων αυτών είναι η πολιτιστική τους τοποθέτηση: συνιστούν όλες τους θυγατέρες του αντιαυταρχικού πνεύματος της δεκαετίας του ’60 κι ενώ μιλούν στο όνομα της ισότητας, στην πραγματικότητα περιστέλλουν την τελευταία στη φιλελεύθερου τύπου ισότητα ευκαιριών. Σε ό,τι αφορά τους σοσιαλφιλελεύθερους η μετατόπιση αυτή από την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί ισότητας στη νεοφιλελεύθερη παραχάραξή της είναι σαφής. Η περίπτωση της Αριστεράς –ειδικά της εξωκοινοβουλευτικής– αλλά και της Αναρχίας είναι πιο περίπλοκη: μπορεί μεν εδώ, σ’ επίπεδο διακηρύξεων, να συνεχίζουμε να μιλάμε για οικονομική (στην περίπτωση της Αριστεράς) και για κοινωνική και πολιτική (στην περίπτωση της Αναρχίας) ισότητα, ωστόσο, στην πραγματικότητα, βασική μας ιδεολογία είναι ένας γενικευμένος αντιρατσισμός, τουτέστιν η πάλη ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεων φυλετικού, θρησκευτικού, εθνοτικού, έμφυλου κ.ο.κ. τύπου, και η περιστολή της πολιτικής στην αγωνιώδη υπεράσπιση των κάθε λογής ιδιαίτερων κι επί μέρους «ταυτοτήτων». Αυτό που τελικά μας κόφτει, έστω κι αν προσδιοριζόμαστε ως αντικαπιταλιστές, δεν είναι οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές ανισότητες, αλλά οι πατριαρχικού τύπου αντιλήψεις που παρακωλύουν την κοινωνική ανέλιξη των ατόμων επικαλούμενες παράγοντες όπως το χρώμα, το φύλο, οι σεξουαλικές και θρησκευτικές τους προτιμήσεις, η εθνοτική τους καταγωγή κ.λπ.

Όπως έχουμε αναλύσει αλλού εν εκτάσει[1], τα δύο αυτά στρατόπεδα αλληλεπιδρούν διαρκώς, μιας και θεωρούν αμφότερα ότι συνιστούν αντίδραση το ένα στο άλλο, βλέποντας τον αντίπαλό τους ως έκφραση των κυρίαρχων στρωμάτων ή κοινωνικών λογικών: οι δεξιοί λαϊκιστές πιστεύουν –είτε από αφέλεια είτε λόγω κουτοπονηριάς– ότι ακόμα κι οι αναρχικοί («οι αναρχικοί Βορείων Προαστίων») συνιστούν «δεκανίκια της υπερεθνικής ελίτ», δηλαδή της παγκοσμιοποίησης, ενώ, αντίθετα, οι φορείς του σύγχρονου προοδευτισμού και αυτιαυταρχισμού είναι αντιρατσιστές, επειδή θεωρούν –λόγω των ιδεολογικών τους προκαταλήψεων και εμμονών– τον «ρατσισμό», δηλαδή την Ακροδεξιά, ως τον κύριο πολιτικό κίνδυνο της εποχής.

Μπορεί, σε ό,τι μας αφορά, να είμαστε πιο κοντά στο Προοδευτικό στρατόπεδο –έστω λόγω της πολιτικής μας καταγωγής, έστω και μόνο γιατί το στρατόπεδο του δεξιού λαϊκισμού περιλαμβάνει στους κόλπους του δεδηλωμένους φασίστες και νεοναζί[2]–, ωστόσο δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το στρατόπεδο αυτό συγκεντρώνει πλέον, όλο και περισσότερο τα ανώτερα στρώματα και τη σύγχρονη «εκλεπτυσμένη» ολιγαρχία της «γνώσης» και του πολιτιστικού κεφαλαίου. Την ίδια ώρα ο δεξιός λαϊκισμός εκφράζει ένα σημαντικό μέρος των κατώτερων και λαϊκών στρωμάτων, τα οποία χαϊδεύουν διάφοροι διανοούμενοι του χώρου, προκειμένου να τα προσεταιριστούν, με τον όρο «εθνοπληβείοι»[3]. Γι’ αυτό και φρονούμε ότι πρέπει να βάλλουμε εναντίον και των δύο αυτών δυνάμεων, μιας και συνιστούν τις δύο όψεις της σύγχρονης πολιτικής μας παρακμής: το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη έχει υφαρπαχθεί απ’ τον δεξιό λαϊκισμό, ενώ το αίτημα για ατομική ελευθερία έχει γίνει έρμαιο των παραληρημάτων του κάθε αστοιχείωτου τριαντάρη πανεπιστημιακού και των ανεκδιήγητων σημερινών φεμινιστριών.

Για τον λόγο αυτό, το ανά χείρας σημείωμα είναι χωρισμένο σε δύο μέρη: στο πρώτο εξ αυτών ασκούμε κριτική στις εγχώριες εκδοχές του δεξιού εθνολαϊκισμού, ενώ στο δεύτερο μέρος προσπαθούμε να φωτίσουμε ορισμένες όψεις του αντιαυταρχικού-Προοδευτικού φαντασιακού (αρχής γενομένης από την κριτική μας στην εγχώρια Αναρχία) αλλά και της πολύ σημαντικής του υποκατηγορίας, της περίφημης «πολιτικής των ταυτοτήτων [identity politics]. Θα διαπιστώσουμε εκεί ότι ορισμένες ιδεολογικές τάσεις χαρακτηριστικές των πιο διανοούμενων εκδοχών δεξιού λαϊκισμού, τις συναντάμε και πίσω από την τελική και καταληκτική εκδοχή του αντιαυταρχισμού, τουτέστιν της τουριστικής ιδεολογίας.

[1] Βλ. το «Εντιτόριαλ» του 10ου τεύχους του Προτάγματος.

[2] Οι οποίοι συνεχίζουν συχνά να ενεργούν κατά τα πολιτικά τους πρότυπα της δεκαετίας του ’30, εν αντιθέσει με τους τροτσκιστές και σταλινομαοϊκούς οπαδούς του ολοκληρωτισμού, του Προοδευτικού στρατοπέδου, οι οποίοι είναι μόνο κατ’ όνομα τέτοιοι, μιας και στην πραγματικότητα έχουν αφομοιωθεί από τον νεολαιίστικο χιπο-χιπστερισμό.

 [3] Βλ. Γ. Ράκκας, «Η ανάδυση των εθνοπληβείων;», ardinrixi.gr, 18/06/18.

Posted in Κείμενα | 2 Σχόλια

Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στην οδό Θεμιστοκλέους, όπου στεγάζονται και οι εκδόσεις Κουκκίδα, εδώ και πάρα πολλά χρόνια διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διακίνηση των βιβλίων σχεδόν όλων των ελευθεριακών εκδοτικών οίκων της Αθήνας. Το κάνει ουσιαστικά χωρίς κέρδος και στην πραγματικότητα αρκετές ελευθεριακές απόπειρες είναι χρεωμένες στο βιβλιοπωλείο, χωρίς να δέχονται καμία σχετική πίεση για εξόφληση.

Το βιβλιοπωλείο το διατηρεί ο Δημήτρης Δ. και όχι ο Καραμπελιάς, όπως γράφουν στην «ανακοίνωση ανάληψης ευθύνης» οι μπετόβλακες που το έσπασαν και υπογράφουν ως «Πρακτόρισσες 315» (σιγά μη σπάσουμε κάνα δάχτυλο).

Οι ιδέες και οι αντιλήψεις του Δημήτρη είναι μακριά από τις δικές μας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζουν τον φασισμό. Η εκδοτική του δουλειά δε, δεν έχει την παραμικρή σχέση με οτιδήποτε εθνικιστικό. Κυκλοφορεί βιβλία που σχετίζονται με το επαναστατικό κίνημα, την ελευθεριακή και οικολογική κριτική στον καπιταλισμό και τον μαρξισμό, τους Ζαπατίστας κ.ά.

Φασιστική πρακτική στα Εξάρχεια (που «έχουν ιστορία» και άλλα τέτοια χαριτωμένα) είναι το σπάσιμο μικρών βιβλιοπωλείων. Η ιδέα ότι η ύπαρξη ενός βιβλιοπωλείου που διακινεί ελευθεριακό λόγο είναι «φασιστική» και το σπάσιμό του «αναρχικό», αντιστοιχεί στο επίπεδο σκέψης ενός πλαγκτόν.

Και πρέπει να τελειώνουμε κάποια στιγμή με τα πλαγκτόν που παριστάνουν τους αναρχικούς και τις αναρχικές, πριν αρχίσουν να καίνε βιβλία και μάγισσες στη μέση της πλατείας.

Αλληλεγγύη στις εκδόσεις Κουκκίδα.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Uncategorized | 6 Σχόλια

Η αλογόμυγα που λεγόταν Όργουελ

Η βασική διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό δεν είναι διαφορά τεχνικής
Τζ. Οργουελ1

Ο ρόλος του διανοούμενου είναι ένας και μοναδικός: να σε τσιγκλάει χωρίς την παραμικρή διάθεση εντυπωσιασμού, να φτιάχνει με τα χέρια του μια μπάλα χαρτιού και να σου την πετάει στο πίσω μέρος του κεφαλιού όσο εσύ, αμέριμνος, προσθέτεις ζάχαρη στον καφέ σου. Ενας γνήσιος διανοούμενος δεν έχει τον θεό του και συνεχίζει να μιλάει, ακόμα κι αν στέκει μόνος σε μια αίθουσα όπου τον καταριούνται όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Αν ο Όργουελ κέρδισε τον τίτλο του διανοούμενου, το κατάφερε διατηρώντας την αυτονομία της σκέψης του και παραμένοντας ίδιος και απαράλλακτος μέσα σε μία από τις χειρότερες περιόδους της δυτικής ιστορίας, όταν διανοούμενοι της Αριστεράς είτε ανέβαιναν στο ατσάλινο τρένο της Σοβιετικής Ένωσης, είτε παραδίνονταν στην απάθεια του πεσιμισμού και του πασιφισμού.

Ένας σοσιαλιστής που εχθρεύτηκε τον μπολσεβικισμό και μίσησε την κυριαρχία των -ξένων προς τα αισθήματα του λαού- διανοουμένων, ένας αναρχικός με κριτική στάση απέναντι στον διεθνισμό, όταν ο τελευταίος απαξίωνε τα πρωταρχικά αισθήματα αγάπης του ατόμου για τον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ένας πατριώτης που διαφωνούσε με τη νεωτερική σύλληψη του έθνους-κράτους ως πηγή δύναμης και επεκτατισμού, ένας φιλελεύθερος που εναντιωνόταν στη λογική της προόδου.

Ο Όργουελ, παρεξηγημένος όσο λίγοι συγγραφείς, έμοιαζε να μη χωρά σε καμία από τις καθιερωμένες κατηγορίες σκέψης. Η ταύτισή του απλώς με την «προφητική» και «αντι-ολοκληρωτική» οπτική της Φάρμας των ζώων και του 1984 λαμβάνει διαστάσεις θεωρητικού αξιώματος στα καθ’ ημάς. Ωστόσο η αποσπασματική χρήση του έργου του συνιστά αυτό που λέμε: «η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από ψέμα».

Στο βιβλίο του Ζαν-Κλοντ Μισεά, Τζορτζ Όργουελ, ένας συντηρητικός αναρχικός – Σχετικά με το 1984, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μάγμα, σε μετάφραση του Νίκου Ν. Μάλλιαρη, ο Γάλλος συγγραφέας συλλέγει τα κομμάτια του ιδεολογικού πορτρέτου του Οργουελ που με τα χρόνια είχαν σκίσει με τα χέρια τους κάθε λογής πολιτικές σέχτες, αποκαλύπτοντας παράλληλα το βάθος της σκέψης του, η οποία ταξιδεύει πολύ μακριά, αφήνοντας πίσω την ταμπέλα του δυστοπικού συγγραφέα που του έχουν κολλήσει κριτικοί και αναγνώστες.

Οπως πολύ ωραία αναλύει ο Μισεά, ο Όργουελ σχεδόν σε όλη τη συγγραφική του ζωή πραγματεύεται ουσιαστικά μια κριτική στον διανοούμενο της εποχής του και στον κόσμο τον οποίο αυτός πασχίζει να χτίσει. Αναφερόμαστε στον διανοούμενο που υποτάσσεται στο κόμμα-ιδέα, χάριν του οποίου θα μπορούσε να κάνει γης μαδιάμ ολόκληρες κοινωνίες. Τις επιδιώξεις τούτων των αριστερών διανοούμενων ο Όργουελ τις τοποθετεί στην τάση για επιστημονική θεμελίωση του οράματος της επανάστασης, μια τάση που σχηματίστηκε εντός του ιστορικού ρεύματος του σοσιαλισμού. Πρόκειται για τη σύσταση μιας διανοητικής ελίτ που με τη δράση της οδηγεί στην εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας διευθυντών κι επαγγελματικών τάξεων. Ο ρόλος των τελευταίων είναι να κατευθύνουν τη μάζα, η οποία ενστικτωδώς και μόνο προσεγγίζει το σοσιαλιστικό όραμα.

Ο Οργουελ, όντας ένας αμετανόητος αντι-λενινιστής, αντιτάχθηκε στην πίστη του Ρώσου επαναστάτη ότι η σοσιαλιστική συνείδηση θα εισαχθεί στην εργατική τάξη από τα έξω, ισχυριζόμενος ακριβώς το αντίθετο: ότι η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί παρά να πηγάζει από τα μέσα, από τις ίδιες τις λαϊκές τάξεις. Ο ‘Αγγλος συγγραφέας, εκφράζοντας ένα είδος λαϊκού σοσιαλισμού, αξιοποιεί τις ποικίλες και ιστορικά καταγεγραμμένες, αυθόρμητες και διαισθητικές αντιλήψεις των απλών ανθρώπων, κωδικοποιώντας τες σε έννοιες όπως αυτή της common decency, που ο μεταφραστής την αποδίδει ως «κοινή ευπρέπεια». Η έννοια αυτή, μαζί με άλλες, αποτελεί και το όπλο του Όργουελ απέναντι στο τείχος απαξίωσης που συνήθως χτίζουν οι διανοούμενοι αποφεύγοντας την επαφή με τις λαϊκές αντιλήψεις, αλλά και -εν τέλει- την ίδια την πραγματικότητα.

Τι μπορεί όμως να δηλώνει αυτός ο βολονταρισμός του Οργουελ; Αρχικά οι αναζητήσεις του, η πίστη του στους απλούς ανθρώπους ή ακόμα η πεποίθησή του ότι η γλώσσα μπορεί να παραμείνει ζωντανή ακόμη και μέσα στα ψυχρά νερά στα οποία έπνιξαν οι στρατευμένοι διανοούμενοι τη Δύση, αποδεικνύουν ότι επ’ ουδενί ήταν ένας πεσιμιστής συγγραφέας, όπως κατά κόρον χαρακτηρίστηκε μετά τη συγγραφή του «1984». Αντιθέτως, τον χαρακτήριζε ένας βολονταρισμός και μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν.

Ο βολονταρισμός του Οργουελ ενίοτε μπορεί να οδηγεί σε υπερβολές όπως η αστόχαστη υποστήριξη των λαϊκών τάξεων ή σε διανοητικές παγίδες όπως η τυφλή αγάπη για τον κόσμο των εργατών. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι ο Οργουελ μέσα σ’ αυτές τις άκρως διχαστικές στιγμές της εποχής του επέλεξε να μιλήσει εκ μέρους των λαϊκών ανθρώπων, οι οποίοι βίωναν τότε τις συνέπειες του καπιταλισμού. Πίστευε ότι η διανόηση, εάν θέλει να λειτουργήσει ηθικά, θα πρέπει να αντλήσει τη ζωντάνια της από κει, αφουγκραζόμενη τη φωνή τους.

Αλήθεια, μήπως ο Οργουελ ήταν από τους τελευταίους που ανέπτυξαν τον στοχασμό τους πάνω σε μια ηθική του σοσιαλισμού; Η υποστήριξη του λαϊκού σοσιαλισμού έναντι του επιστημονικού αποτελεί τη μεγάλη παρακαταθήκη του συγγραφέα αλλά κι ένα καλό παράδειγμα για τους σύγχρονους διανοητές της Αριστεράς, της Αναρχίας και της Προόδου, οι οποίοι απαξιώνουν τα λαϊκά αισθήματα, ή αντίστοιχα τους φόβους τους, προτρέχοντας να χαρακτηρίσουν τον μέσο άνθρωπο βλάχο και εν δυνάμει φασίστα γιατί δεν αποδέχεται τα κοσμοπολίτικα οράματα της φιλελεύθερης ελίτ ή τα ελευθεριακά διεθνιστικά συνθήματα του open borders.

1 Τζορτζ Οργουελ, Το λιοντάρι και ο μονόκερος, μτφρ. Χρ. Τσαλικίδου, Αθήνα, Εξάντας, 2003.

Posted in Κείμενα | 6 Σχόλια

To smarm και η ζημιά που προκαλεί

ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής*

 της Κρίστιν Ρόουζεν, κείμενο από το τ.10 του Προτάγματος

(πατήστε εδώ για άνοιγμα σε PDF)

μετάφραση: Μαρουλίνα Νάζου

Αν τολμάτε, θυσιάστε λίγο από τον χρόνο σας χαζεύοντας λογαριασμούς του Instagram που ανήκουν σε δημοφιλείς αυτοαποκαλούμενους γκουρού ευεξίας και υγείας. Παρουσιάζοντας ειδυλλιακά φωτισμένες λήψεις χυλού βρώμης με βιολογικά μούρα πασπαλισμένο με σπόρους chia, μαζί με πολλές φωτογραφίες των καλογραμμωμένων κοιλιακών τους, οι εικόνες υποτίθεται ότι αποτελούν πηγή έμπνευσης. Και ποιος δεν θα θελε να μιμηθεί αυτούς τους όμορφους, χαρούμενους ανθρώπους που δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται μονίμως έξω και γυμνάζονται (και που σας παρουσιάζονται με τη βοήθεια εξελιγμένων φωτογραφικών φίλτρων όπως το Perfect 365 -ένα από τα αγαπημένα της Κιμ Καρντάσιαν-, τα οποία προσθέτουν φωτοσοπαρισμένο μακιγιάζ σε εικόνες του προσώπου σας έτσι ώστε να μπορείτε να δείχνετε εκθαμβωτικοί, κάθε φορά που ποστάρετε αυτήν τη #μόλις ξύπνησα σέλφι σας).

Το θέμα μας σε αυτό το άρθρο είναι ένα φαινόμενο που ονομάζεται «smarm». Σε γενικές γραμμές, smarm είναι μια μορφή ακραίας κολακευτικής συμπεριφοράς –η γλοιώδης προσπάθεια να κερδίσει κανείς την εύνοια κάποιου, ενώ, την ίδια στιγμή, εξακολουθεί επί τούτου να διατηρεί τη «θετικότητά» του. Σε κάποιο βαθμό το φαινόμενο υπήρχε πάντα (κυρίως στον χώρο της διαφήμισης), αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο έντονο στη μαζική κουλτούρα, στη δημοσιογραφία, και, πιο άμεσα, στην πολιτική ζωή. Αυτή η βαρβάτη εισβολή του smarm στον ευρύτερο πολιτιστικό διάλογο έγινε εμφανής πριν από λίγα χρόνια όταν η ιστοσελίδα BuzzFeed ανακοίνωσε ότι δε θα δημοσίευε πλέον αρνητικές κριτικές βιβλίων.

Η απόφαση ανακοινώθηκε στο κοινό από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας σαν να επρόκειτο για κάποιου είδους παρθενογένεση. «Γιατί να χάνουμε την ώρα μας κακολογώντας κάτι;» αναρωτήθηκε ο συντάκτης που ανακοίνωσε την απόφαση  στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα της σχολής δημοσιογραφίας Poynter -«Τούτη την καυστική λοιδορία, τη συναντούμε διαρκώς σε μέσα ενημέρωσης ενός συγκεκριμένου τύπου». Σ’ αυτή τη δήλωση μπορεί κανείς να θαυμάσει το smarm εν δράσει: πρόκειται για τούτο τον συνδυασμό ενός σοβαρού ύφους με ένα ελαφρώς συγκαλυμμένο αίσθημα ανωτερότητας, στο σημείο όπου γίνεται λόγος γι’ αυτά τα «μέσα ενημέρωσης ενός συγκεκριμένου τύπου». Σε μια ιδιαιτέρως διασκεδαστική ανάλυση αυτής της λογικής, ο Τομ Σκόκα[1] παρατηρούσε ότι το smarm που βλέπουμε εδώ επί το έργον συνίσταται, κατ’ ουσίαν, «στην υιοθέτηση και τη χρήση μόνο των εξωτερικών μορφών μιας στάσης δήθεν σοβαρής, ηθικής και εποικοδομητικής, από τις οποίες όμως έχει αφαιρεθεί το περιεχόμενο. Το smarm ασχολείται με την καταλληλότητα και τον τόνο της έκφρασης και αποδοκιμάζει […]. “Γιατί”, αναρωτιέται, “να μη μπορούμε να ‘μαστε λιγάκι πιο ευγενικοί;”».

Αλήθεια, γιατί; Πέρυσι η Αριάνα Χάφινγκτον, ιδρύτρια της Huffington Post, κυκλοφόρησε ένα σημείωμα (εμπνευσμένο, φυσικά, από ένα ταξίδι της στο Νταβός) με το οποίο απαιτούσε από το προσωπικό της εφημερίδας να διπλασιάσει την κάλυψη θετικών ειδήσεων σε βάρος των αρνητικών. Η Χάφινγκτον δήλωσε ότι ήθελε να «εξαπολύσει ένα ρεύμα θετικής ενέργειας με το να αφηγείται συνεχώς ιστορίες ατόμων αλλά και ομάδων που πετυχαίνουν καταπληκτικά πράγματα». Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε η είδηση πως η συγκεκριμένη εκδότρια στοχεύει να επεκτείνει την αυτοκρατορία της εγκαινιάζοντας έναν μηντιακό όμιλο με την επωνυμία Thrive[2]. Ας σημειώσουμε, επί τη ευκαιρία, ότι οι έμποροι του smarm λατρεύουν τη χρήση θετικών μονολεκτικών ονομασιών για τα επιχειρηματικά τους εγχειρήματα, ειδικά μάλιστα όταν αυτές περιλαμβάνουν μια εσάνς εξαναγκασμού -π.χ., εν προκειμένω το «ζήσε καλά [Thrive]» της Χάφινγκτον συνιστά προτροπή ή προσταγή;

Ακόμα και μια ακαδημαϊκή επιθεώρηση με το κύρος του Columbia Journalism Review υπερασπίστηκε «θετικές» προσεγγίσεις όπως εκείνη που βρίσκουμε στις δίχως κακία βιβλιοπαρουσιάσεις του BuzzFeed: «Αυτός ο ξεκάθαρα θετικός τόνος επιτρέπει στο BuzzFeed να ξεχωρίσει από το πλήθος των υπόλοιπων λογοτεχνικών ιστοσελίδων και παραρτημάτων βιβλιοκρισίας» σύμφωνα με τα ενθουσιώδη λεγόμενα της επιθεώρησης. Ο αρχισυντάκτης της βιβλιοκριτικής στήλης του BuzzFeed Ισαάκ Φιτζέραλντ (Isaac Fitzgerald) συμφωνεί κι επαυξάνει: «Πιστεύω πως το BuzzFeed δουλεύει στ’ αλήθεια σκληρά για να σε πείσει να κάνεις κλικ και να είσαι ευχαριστημένος με αυτό που αποκομίζεις, ούτως ώστε να το μοιραστείς με άλλους ανθρώπους. Δε θες να δυσαρεστήσεις τους αναγνώστες σου, γιατί σ’ ενδιαφέρει να προτείνουν στους φίλους τους αυτό που μόλις διάβασαν». Κλικάρετε και ευχαριστηθείτε: ιδού το νέο μάντρα της γλοιώδους [smarmy] εποχής μας.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για το BuzzFeed, καθώς αυτή η τάση προς τη δημοσίευση «θετικών» ειδήσεων που χαροποιούν τους αναγνώστες έχει εξαπλωθεί σαν μάστιγα στο πολιτισμικό πεδίο. Όπως είχε δηλώσει στους New York Times πριν από λίγα χρόνια ο καθηγητής μάρκετινγκ του πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας Τζόνα Μπέργκερ (Jonah Berger), «όταν μοιράζεσαι μια ιστορία με τους φίλους και τους συναδέλφους σου, σε νοιάζει πολύ περισσότερο πώς θα αντιδράσουν. Δε θες να σε περάσουν για μαγκούφη». Όλο και περισσότερο οι ιεροφάντες του διαδικτυακού πολιτισμού ωθούν τους ανθρώπους προς έναν χαρούμενο, Upworthy κόσμο του διαρκώς θετικού[3]. Σάμπως είναι δυνατόν να κάνουν λάθος πάνω από μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι -δηλαδή ο αριθμός των επισκεπτών του Instagram;

Κι όμως κάνουν. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το να περνά κανείς τον χρόνο του καταβροχθίζοντας το smarm άλλων, στην πραγματικότητα τον κάνει δυστυχή. Ερευνητές από το πανεπιστήμιο της Γιούτα ανακάλυψαν ότι όσο περισσότερη ώρα καταναλώνουμε στο Facebook, τόσο πιο πιθανό είναι να νιώθουμε ότι οι άλλοι είναι πιο ευτυχισμένοι από εμάς και ότι η ζωή είναι άδικη. Μια ακόμα μελέτη, που διεξήχθη από Γερμανούς ερευνητές, περιγράφει το Facebook ως έναν χώρο εντός του οποίου οι τακτικοί χρήστες βασανίζονται από «αισθήματα ζηλοφθονίας» και αναπτύσσουν μια «φύση ανεξέλεγκτου φθόνου». Ιδού η σκοτεινή πλευρά του smarm: όλο αυτό το χαρούμενο και ανεβαστικό περιεχόμενο σε κάνει απλά να νιώθεις χειρότερα.

Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που, μέσα σε μια θεραπευτική κουλτούρα σαν τη δικιά μας, η οποία εστιάζει περισσότερο στην προσωπική ευζωία παρά στην υπευθυνότητα, μας συναρπάζει τόσο πολύ το smarm. Είναι λες και ανησυχούμε λιγότερο για την ψυχή μας από ό,τι για τον μινιμαλισμό της ντουλάπας μας ή το αποτύπωμα άνθρακα των τελευταίων μας διακοπών. Μια κουλτούρα που προωθεί την ευαισθησία και τη διαφορετικότητα χωρίς όμως να έχει καταφέρει να τις ορίσει επαρκώς χρειάζεται τρόπους που θα της επιτρέπουν να επιβλέπει τη συμπεριφορά των ατόμων. Το smarm έχει προκύψει ως ένας μηχανισμός επιβίωσης εντός ενός κόσμου περικυκλωμένου από trigger warnings («προειδοποιήσεις ακατάλληλου περιεχομένου»), safe spaces («ασφαλείς χώρους») και μια γενικευμένη υπερευαισθησία ως προς τα ζητήματα τα σχετικά με το κοινωνικό φύλο και τις φυλετικές και εθνικές διαφορές[4]. Όπως σημειώνει ο Σκόκα, με μια διατύπωση που θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους ακτιβιστές των σημερινών πανεπιστημίων: «πρόκειται για μια επίπληξη που διατυπώνεται με τη μορφή έκκλησης στο καλό, εις το όνομα κάποιας απούσας αρχής». Εάν δεν μπορείς να πεις κάτι θετικό ή -ορθότερα- εάν δεν μπορείς να καταλάβεις πώς αυτό που εσύ θεωρείς ως καλόγνωμο σχόλιο μπορεί να παρερμηνευτεί ως ομοφοβικό, ρατσιστικό, ή σεξιστικό- απλά κάνε «λάικ» στο βίντεο με το γατάκι!

Επιπλέον το smarm παρέχει ένα υποκατάστατο αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα. Μπορεί μεν σήμερα οι άνθρωποι να μένουν μόνοι τους περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ωστόσο είναι, αν μη τι άλλο, όλοι τους συνδεδεμένοι  στο Facebook. Γιατί να στενοχωριόμαστε πια για τη ρήξη μιας κοινωνίας, τα μέλη της οποίας πλέον πάνε μόνα τους για μπόουλινγκ, όταν μπορούμε να διαβάσουμε κάποια από τις «δυνατές ιστορίες» του Upworthy[5]; Έτσι το smarm αναδύεται ως το κοινό μας πολιτιστικό συνάλλαγμα μέσα απ’ το κενό που έχει προκύψει από την υποχώρηση των παραδοσιακών ηθών και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς.

Και οι διαφωνούντες; Η κριτική; Η κουλτούρα του smarm τείνει να αποκαλεί haters όποιους διαφωνούν με την προοδευτική [liberal] κυρίαρχη γνώμη[6]. Διαφωνείς με την κυβερνητική πολιτική σχετικά με την πρόσβαση των τρανσέξουαλ ατόμων στις δημόσιες τουαλέτες; Θα σε αγνοήσουνε ως εξτρεμιστή γκρινιάρη, καταφεύγοντας στην αγαπημένη ατάκα του smarm: Haters gonna hate. Σε μια κουλτούρα όπου το πιο σημαντικό συνάλλαγμα είναι τα like που κερδίζει κανείς, ο αριθμός των οι «ακολούθων» του και των retweet των δημοσιεύσεών του, το να πεις κάτι δυσάρεστο (δηλαδή, κάτι εκτός της προοδευτικής ορθοδοξίας) δε σε καθιστά απλά μίζερο στα μάτια της κοινής γνώμης, αλλά μπορεί να αποτελέσει μέχρι και απειλή για την καριέρα σου. Για αυτόν τον λόγο το διαδίκτυο, που υποσχόταν να δώσει φωνή σε όσους προηγουμένως δεν μπορούσαν να εκφραστούν, μας έδωσε αντ’ αυτού κάτι αρκετά διαφορετικό: έναν κόσμο εντός του οποίου ναρκισσευόμενες νέες μητέρες περνούν τις ημέρες τους δημοσιεύοντας στα μπλογκς τους χαρούμενες αναρτήσεις σχετικά με τις προκλήσεις της μετάβασης από την πάνα στην τουαλέτα, με απώτερο σκοπό να πάρουν προμήθεια από τις εταιρείες που κατασκευάζουν πάνες.

Και φυσικά η σημερινή αρχηγέτιδα του smarm είναι η Χίλαρι Κλίντον, που απαιτεί, μαζί με τους ακολούθους της, να αναγνωρίσουμε όλοι ταπεινά πως «γράφει ιστορία», ακόμα κι αν διαφωνούμε με την πολιτική της (αυτό κι αν είναι smarm). Όλοι την επαινούν (ακόμα και το Gawker!) για το πώς «βουλώνει τους haters με ένα απλό tweet», όταν, για παράδειγμα, λέει στον Ντόναλντ Τραμπ: «Διάγραψε τον λογαριασμό σου». Πρόκειται κι εδώ για smarm, καθώς έχουμε έναν συγκεκαλυμμένο τρόπο για να πει κανείς, «Πω πω, είσαι τόσο αρνητικός». Είναι όμως ακριβώς τούτες οι καταπιεστικές επευφημίες του smarm που μας βοηθούν να εξηγήσουμε την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ, μιας κι οι υποστηρικτές του υποδέχονται τον πολιτικώς απρεπή στόμφο του ως ένα ελκυστικό αντίδοτο στον γλοιώδη [smarmy] προοδευτισμό και το αντίστοιχο προνόμιο της Χίλαρι. Οι υποστηρικτές του Τραμπ απορρίπτουν μεγαλόφωνα και θυμωμένα τη ρητορική ευδιαθεσίας που προωθεί το smarm και αυτή τους η οργή λειτουργεί καθαρτικά. Καλό θα ήτανε, λοιπόν, οι έμποροι του smarm που απορρίπτουν τον Τραμπ, τους υποστηρικτές του και τον θυμό τους ως «παιδαριώδεις», να προσεγγίσουν λιγότερο βεβιασμένα την πρόσφατη εξέλιξη της πολιτικής μας κουλτούρας. Διότι, αν κοιτάξουμε προσεκτικά ποιο προσόν του υποψηφίου τους συναρπάζει πιο πολύ τους ψηφοφόρους του Τραμπ, θα διαπιστώσουμε πως πρόκειται για την πρόθεσή του να πει το οτιδήποτε. Τείνει κανείς να πιστέψει ότι, μέσα σε μια κουλτούρα που κυριαρχείται όλο και περισσότερο από το smarm, κάτι τέτοιο συνιστά, στο πλαίσιο του σημερινού δημόσιου διαλόγου, ένα είδος γενναιότητας. Πρόκειται, φυσικά, για μια κάλπικη γενναιότητα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι οι υποστηρικτές του Τραμπ χρησιμοποιούν την απόρριψη της πολιτικής ορθότητας ως κάλυψη για να εκτοξεύσουν το μίσος τους. Διόλου όμως δεν ακυρώνει αυτή η διαπίστωση τη βαθύτερη επιθυμία να αφήσουμε στην άκρη τις βλακείες, να βγάλουμε τις παρωπίδες, και να φτάσουμε στην αλήθεια. Αυτοί που σπείρανε το smarm θα θερίσουν το χάος που προκάλεσε.

* Christine Rosen, “The Harm of the Smarm. The Way We Live Now”, περ. Commentary, 15/6/2016. Επιλέγουμε να αφήσουμε αμετάφραστο τον αμερικανικό νεολογισμό smarm, καθώς οποιαδήποτε πιθανή του απόδοση στα ελληνικά θα ήταν ιδιαίτερα κακόηχη και δύσχρηστη. Ο όρος, που, ως ουσιαστικό, συνιστά πολύ πρόσφατο δημιούργημα ορισμένων σχολιαστών, προέρχεται από το επίθετο smarmy που κυριολεκτικά σημαίνει «λιπαρός» και κατ’ επέκταση «γλοιώδης» και «λιγδιασμένος», μιας και το ρήμα smarm έχει την έννοια του να καθιστά κανείς κάτι λείο και απαλό μέσω της χρήσης κάποιου λιπαρού υγρού (κρέμας, λαδιού, σάλιου κ.λπ.). Θρυλείται επίσης πως η μόνη παλιότερη χρήση της λέξης υπό τη μορφή ουσιαστικού σήμαινε μια λιπαρή ουσία που χρησιμοποιούνταν τον 19ο αιώνα για να πατικώνει τα μαλλιά. Το επίθετο αποδίδει, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του γλύφτη και δουλοπρεπή κόλακα, του «γλίτσα». Αντίστοιχα, το ουσιαστικό smarm χρησιμοποιείται πλέον για να περιγράψει το αποτέλεσμα της κυριαρχίας της λογικής της πολιτικής ορθότητας στη σημερινή κουλτούρα: ένα καθεστώς γενικευμένης «γλιτσιάς», όπου οποιαδήποτε κριτική προσώπων ή καταστάσεων απαγορεύεται στα πλαίσια μιας ατμόσφαιρας γενικού «γλυψίματος» -δηλαδή άκριτου εγκωμίου και δουλοπρεπούς ωραιοποίησης- της πραγματικότητας.

Στο άρθρο του «Σχετικά με το smarm», το οποίο αναφέρει η Ρόουζεν στο κείμενό της, ο Τομ Σκόκα εισάγει την έννοια του smarm ως αντίπαλο δέος στο snark, που οι απόστολοι της πολιτικής ορθότητας εξαπολύουν ως κατηγορία ενάντια σε οποιονδήποτε επιλέγει να σταθεί στις αρνητικές πλευρές του εκάστοτε ζητήματος. Snark είναι η γκρίνια, η συνήθεια να βλέπει κανείς μόνο τ’ αρνητικά και να γκρινιάζει για να γκρινιάζει -όχι επειδή έχει κάτι να πει, αλλά επειδή είναι μαγκούφης και κακιασμένος. Παρ’ όλο που προέρχεται από το επίθετο snarky, το οποίο δηλώνει τις παραπάνω ιδιότητες, συχνά ερμηνεύεται σήμερα και ως σύνθετος νεολογισμός προερχόμενος από τη συντόμευση της έκφρασης sneering remark («σαρκαστικό σχόλιο»).

[1] Tom Scocca, “On Smarm [«Σχετικά με το smarm»]”, gawker.com, 15/5/2013.

[2] Σ.τ.μ.: Thrive είναι η ανάπτυξη, η ακμή, η ευημερία και, κατ’ επέκταση, η ευδαιμονία και το ευ ζην, δηλαδή η ευζωία. Στο μεταξύ ο όμιλος εταιρειών της Χάφινγκτον πήρε σάρκα και οστά και ονομάζεται Thrive Global. Αποτελείται από μια ιστοσελίδα δημοσίευσης υλικού σχετικού με τη «φιλοσοφία» του ευ ζην που θέλει να προωθήσει η Α. Χάφινγκτον, από μια συμβουλευτική εταιρεία, που υποτίθεται πως θα προωθήσει αντίστοιχης λογικής εργασιακά και οργανωτικά μοντέλα εντός των εταιρειών, και, τέλος, από ένα κατάστημα επιλεγμένων τεχνολογικών προϊόντων με σκοπό να βοηθήσουν τους καταναλωτές να επιτύχουν το πέρασμα από την επιβίωση στην ευημερία -σύμφωνα με το σλόγκαν της εταιρείας («Thrive, not just survive!»). Βλ. σχετικά την επίσημη ιστοσελίδα της εδώ: http://www.thriveglobal.com/about.

[3] Σ.τ.μ.: το Upworthy είναι ιστοσελίδα που δημοσιεύει «θετικές» ειδήσεις και άρθρα, συνοδευόμενα από τη ρητορική που αναλύεται στο άρθρο.

[4] Σ.τ.μ.: Οι «προειδοποιήσεις ακατάλληλου περιεχομένου» και οι «ασφαλείς χώροι» είναι βασικά εργαλεία επιβολής της πολιτικής ορθότητας που κυριαρχούν εντός των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, καθορίζοντας τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να λέγεται (και περιορίζοντας, ως εκ τούτου, σε σημαντικό βαθμό την ακαδημαϊκή ελευθερία). Προέρχονται από τον σύγχρονο ακαδημαϊκό φεμινισμό αλλά και τα παρεμφερή ρεύματα μελέτης και υπεράσπισης των υπόλοιπων μειονοτικών ή καταπιεζόμενων κοινωνικών ομάδων, όπως οι «αφρικανικές», «μετα-αποικιακές», «μαύρες» κ.ο.κ. σπουδές και έχουν ως στόχο την προστασία των μελών τους από ό,τι εκλαμβάνεται ως σεξιστικός ή ρατσιστικός λόγος. Οι μεν πρώτες συνιστούν προειδοποιήσεις που θα πρέπει να αναρτώνται πριν από πανεπιστημιακές παραδόσεις αλλά και κάθε άλλου είδους δημόσια εκδήλωση, το περιεχόμενο των οποίων περιλαμβάνει -ή υποτίθεται πως περιλαμβάνει- σεξιστικές ή ρατσιστικές απόψεις, ενώ οι δεύτεροι συνιστούν χώρους αποκαθαρμένους από οτιδήποτε σεξιστικό ή ρατσιστικό, εντός των οποίων τα μέλη των στιγματισμένων κοινωνικών ομάδων μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα. Φυσικά η λογική που βρίσκεται πίσω από αυτές τις έννοιες υπερβαίνει κατά πολύ την εσωτερική λειτουργία των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, καθορίζοντας πλέον όλο και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος εντός των δυτικών κοινωνιών.

[5] Σ.τ.μ.: αναφορά στο βιβλίο του αμερικανού κοινωνιολόγου R. B. Putnam, Bowling Alone: The Collapse and Revival of American Community (Πηγαίνοντας για μπόουλινγκ μόνοι. Η κατάρρευση κι η αναγέννηση της κοινωνικής ζωής στην Αμερική -2000). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πέριεχόμενό του, βλ. το κείμενο του Κ. Γκιλουί, «“Ζώντας μαζί” ή χωριστά; Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού», Πρόταγμα, τ. 8, Νοέμβριος 2015, σ. 116.

[6] Σ.τ.μ.: σχετικά με την απόδοση του αμερικανικού όρου liberal, βλ. την πρώτη υποσημείωση του μεταφραστή στο κείμενο του Τόμας Φρανκ, «Οι χίπστερ και οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι», στο παρόν τεύχος, σ. 127.

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια