Πρόταγμα, τεύχος 10o

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το 10o τεύχος του περιοδικού μας.

(Η διανομή στην επαρχία θα αργήσει λίγες μέρες ακόμη).

 

 

Editorial (Περί του φαινομένου Τραμπ – Το έθνος-κράτος στον σημερινό κόσμο – Η νεοτεχνολογία και το νεοαριστοκρατικό κοινωνικό καθεστώς που γεννά) · Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Ενάντια στην αριστο-κρατία: Σημειώσεις για το νέο κυρίαρχο αφήγημα · Κρίστοφερ Λας: Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών: Γιατί οι αξίες που πρεσβεύει δε θα βοηθήσουν την οικογένεια · Τόμας Φρανκ: Οι χίπστερ κι οι τραπεζίτες θα πρέπει να είναι φίλοι: Η θεωρία της προοδευτικής τάξης · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον Χιπστερισμό: Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών (γ´μέρος) · Δημήτρης Μαρκόπουλος Η νεοτεχνολογία και οι προεκτάσεις της · Κρίστιν Ρόουζεν To smarm και η ζημιά που προκαλεί: Ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής · Ντανιέλ Μοτέ: Μια σύντομη ιστορία του ελεύθερου χρόνου · Μιχάλης Θεοδοσιάδης, Σοφία Ζήση: Σημειώσεις πάνω στην κοσμικότητα (laïcité) · Βιβλιοκριτικές: Τζορτζ Όργουελ: ένας συντηρητικός αναρχικός απέναντι στον «εθνικισμό» των διανοούμενων

Σημεία πώλησης:

 Αθήνα

-Εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος (Χαριλάου Τρικούπη 28)

-Βιβλιοπωλείο Πολιτεία (Ασκληπιού 3)

-Εκδόσεις των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

-Βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22)

-Ελεύθερος Τύπος (Βαλτετσίου 53 Εξάρχεια)

Θεσσαλονίκη

-Βιβλιοπωλείο Κεντρί (Δημητρίου Γούναρη 22)

-Βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες (Αλεξάνδρου Σβώλου 28)

-Κοινωνικός χώρος Μικρόπολις (Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου 18)

-Βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν (Εθνικής Αμύνης 14)

Λάρισα

-Βιβλιοπωλείο Γνώση, Άνθιμου Γαζή 21Β

Τρίκαλα

-Βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34

Καβάλα

-Βιβλιοπωλείο Εκλογή, Ομονοίας 133

Γιάννενα

-Βιβλιοπωλείο Αναγνώστης, Πυρσινέλλα 11

Κέρκυρα

-Βιβιοπωλείο Πλους, Νικηφόρους Θεοτόκη 91

-Βιβλιοπωλείο Απόστροφος, Κοτάρδου Θεμιστοκλέους 41

Ηράκλειο

-Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, Κοραή 21

Ρέθυμνο

-Χαλικούτι, Κατεχάκη 3 πεζόδρομος Φορτέτζα

 

* Υπάρχει και η δυνατότητα αποστολής του περιοδικού με αντικαταβολή. Για παραγγελίες: protagma@yahoo.gr

Posted in Ανακοινώσεις | 5 Σχόλια

Περί του φαινομένου Τραμπ

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 10ου τεύχους του Προτάγματος)

 

Η γενικευμένη αμηχανία μπροστά στις εξελίξεις

α) Η εύκολη λύση της ακατάσχετης φασιστολογίας

trump-rifle-Και ξαφνικά η 8η Νοεμβρίου 2016 σήμανε την έλευση της Αποκάλυψης: αύξηση των ψυχολογικών περιστατικών, ανάγκη ψυχολογικής συνδρομής και συμβουλευτικής εντός των «φιλελεύθερων» αμερικανικών πανεπιστημίων τη βραδιά της καταμέτρησης των ψήφων, αύξηση πωλήσεων των δυστοπικών μυθιστορημάτων και γενικώς ένα άνευ προηγουμένου παραλήρημα σε επίπεδο εκτίμησης της κατάστασης. Αυτό συνέβη διότι ο νεοϋορκέζος μεγιστάνας με την επιδεικτική του περιφρόνηση προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας γίνεται αντιληπτός από τους οπαδούς της τελευταίας ως η ενσάρκωση του απόλυτου Κακού: ρατσιστής, μισογύνης, εθνικιστής, αμόρφωτος, αυταρχικός, «φασίστας». Ειδικά η φασιστολογία γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας, μιας και παντού ακούμε και διαβάζουμε για τον φασίστα Τραμπ: τι ότι αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή φασισμού[1], τι ότι πάσχει από «σύνδρομο του Χίτλερ», τι ότι είναι «ναζί» και «νεοφασίστας»[2] -και τι δεν ακούσαμε και είδαμε -μέχρι κι εξώφυλλο με αμφίεση τζιχαντιστή να αποκεφαλίζει το άγαλμα της Ελευθερίας[3].

Γιατί όμως ένας υποψήφιος της λαϊκής Δεξιάς (αλά αμερικανικά) να προκαλεί τέτοιες υπέρμετρες αντιδράσεις; Διότι η σημερινή Αριστερά, κατ’ ουσία νεολαιίστικη και ακαδημαϊκή, με «διανοούμενα» κι «εκλεπτυσμένα» γούστα έχει καταφέρει να υφάνει γύρω της, αρχής γενομένης απ’ τη δεκαετία του ’70, ένα αεροστεγές κουκούλι που της επέτρεπε, μέχρι πολύ πρόσφατα, ν’ αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα. Εν προκειμένω το γεγονός πως υπάρχουν και λευκοί, αρσενικοί φτωχοί, θύματα εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίοι μάλιστα κάπου κάπου δεν αντέχουν άλλο να τους εμπαίζουν και αποφασίζουν να ψηφίσουν κάποιον θηλυκό ή αρσενικό ψευτόμαγκα για να «ανατρέψει το Σύστημα». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε πλέον να περιστέλλουμε την ισότητα στην πολυπολιτισμική ανοιχτότητα απέναντι στην «ετερότητα», όπως επίσης και στον αντιρατσισμό: η ανισότητα δεν έχει ούτε χρώμα, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία, ούτε πατρίδα. Κι ούτε ο «λευκός, δυτικός άντρας» είναι η πηγή όλων των κακών, όπως για δεκαετίες ολόκληρες προσπαθούν να μας πείσουν τα διάφορα ρεύματα μεταμοντέρνου φεμινισμού.

foto-tramp-karnavaliaΤο μόνο που έχουν καταφέρει όλες αυτές οι ιδεολογίες είναι να δημιουργήσουν μια φοβική νοοτροπία που κρύβεται πίσω από μεγαλόστομες εκφράσεις και ρητορείες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μεγάλος «προστατευόμενος χώρος» (κατά τα safe spaces των φεμινιστριών) της σύγχρονης Αριστεράς -δηλαδή των φορέων της «αντιπατριαρχικής» κι «αντιρατσιστικής» παράνοιας, που ξεκινά από τους διάφορους αντιφασίστες και φτάνει μέχρι τους πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από το προσφυγικό- δεν είναι παρά η μεγαλύτερη ένδειξη της αποτυχίας τούτης της Αριστεράς και των αντίστοιχων αναρχικών χώρων ως ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων που υποτίθεται πως ευαγγελίζονται την κοινωνική αλλαγή. Η πολιτική ορθότητα, που αποτελεί όχι απλώς τρόπο έκφρασης μα και αντιληπτικό σχήμα όλων αυτών των ομάδων, συνιστά, μέσω των γλωσσικών διορθώσεων που διαρκώς επιβάλλει, μια γενικότερη προσπάθεια «εξευγενισμού» της πραγματικότητας, άμβλυνσης των μυτερών της γωνιών και λείανση των προεξοχών της, ούτως ώστε να καταστεί πιο συμβατή με τις ιδέες της αντιαυταρχικής νοοτροπίας. Κι αν με αυτόν τον τρόπο η πραγματικότητα παρερμηνεύεται πλήρως, ας πάει και το παλιάμπελο! Η Κρίστιν Ρόουζεν, στο κείμενό της αυτού του τεύχους («Το smarm και η ζημιά που προκαλεί: ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής») δείχνει πώς τούτη η λογική οδηγεί σε μια ευθυγράμμιση με τη δικτατορία της «αισιοδοξίας» και της «θετικής σκέψης» που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης. Το άρθρο που μεταφράζουμε δημοσιεύεται στο νεοσυντηρητικό περιοδικό Commentary, ωστόσο η κριτική της είναι απολύτως σωστή. Τελικά χρειάζεται κανείς ν’ αποταθεί στους νεοσυντηρητικούς για ν’ ακούσει και να διαβάσει πράγματα που κατά τα άλλα θα όφειλε να υποστηρίζει με κάθε τρόπο η σημερινή Αριστερά!trump6708

β) Η ανθρωπολογική πόλωση εντός της Δύσης

Όταν όμως η τελευταία έχει αναπτύξει μια τέτοια, παιδικού τύπου, νοοτροπία, απορρίπτοντας οτιδήποτε το «ενήλικο» (την ικανότητα να βλέπουμε την πραγματικότητα κατάματα, την ανοχή στην «ωμή» γλώσσα, την κοινή λογική, το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο κι όχι για τη μορφή και τα «επιτελεστικά» καραγκιοζιλίκια), έχει απολέσει κάθε πιθανότητα να απευθυνθεί στην κοινωνία. Κι έτσι περιορίζεται στο να μιλά μόνο και μόνο για να αντλεί ηδονή από το άκουσμα των ίδιων της των λόγων.

Η παλιά αριστερή, λενινιστικού τύπου, απαξίωση των μαζών δεν οδήγησε ποτέ σε σύνδρομα ανθρωποφοβίας, καθώς τότε οι μάζες κρίνονταν μεν απαίδευτες κι ανίκανες να φτάσουν αφ εαυτών στην κατάκτηση της απαραίτητης επαναστατικής συνείδησης, ωστόσο όχι μόνο δε θεωρούνταν καταδικασμένες αλλά συνιστούσαν και στόχο προσηλυτισμού (ακριβώς επειδή ήταν οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αυτοί που θα τους μεταβίβαζαν την επαναστατική συνείδηση). Αντίθετα, υπό την επίδραση της «αντιπατριαρχικής» ιδεολογίας των κινημάτων του ’60, ο σημερινός, μεταμοντέρνος αριστερισμός και αναρχισμός, περιφρονεί τις μάζες όχι απλώς για κάποια ανικανότητά τους ν’ απελευθερωθούν αλλά γι’ αυτό που είναι στην ίδια τους την ουσία. Κι έτσι από τον πατερναλισμό περνάμε στην απροκάλυπτη περιφρόνηση που φτάνει συχνά στα όρια του μίσους ή/και της φοβίας για τους «ρατσιστές» και τους «φασίστες» «μικροαστούς».

Δεν πρόκειται εδώ μόνο για τα έντυπα των διάφορων «ανθελληνικών» και λοιπών Αντιφά ομάδων του δύστυχου τούτου κόσμου, που βρίθουν εκφράσεων όπως «ελληνικός εμετός», «ρατσιστικός βόθρος» και διάφορα άλλα συναφή κι ωραία όταν αναφέρονται στην κοινωνία. Τέτοια ξεσπάσματα εφηβικής οργής συνιστούν απλώς τις πιο ακραίες εκδοχές όσων έχουν πιαστεί κατά καιρούς να λένε διαφόρων διαμετρημάτων αστέρες της παγκόσμιας τεχνοφιλελεύθερης διεθνούς. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η Χίλαρι Κλίντον, κατά την τελευταία προεκλογική εκστρατεία, που χαρακτήρισε τους μισούς οπαδούς του Τραμπ ως «ένα μάτσο απαράδεκτους: ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικούς, ξενοβοβικούς, ισλαμοφοβικούς κι ό,τι άλλο θέλετε»[4]. Αλλά κι οι γάλλοι Σοσιαλιστές δεν πάνε πίσω. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ολάντ που αποκαλούσε «ξεδοντιάρηδες» τους φτωχούς κατοίκους των βορειοανατολικών νομών της χώρας αλλά κι έναν δήμαρχο του κόμματος, σε μια μικρή πόλη της περιοχής, ο οποίος, αμέσως μετά τον θρίαμβο του λεπενικού Εθνικού Μετώπου στην πόλη του, δήλωσε ότι θα παραιτηθεί -κάτι που έπραξε την επομένη- υπό το σκεπτικό ότι «δε θέλω ν’ αφιερώσω τη ζωή μου σε ηλίθιους»[5]. Αντίστοιχα, ο -προοδευτικών ιδεών (liberal)- κωμικός Μπιλ Μάερ απαντούσε προεκλογικά στην Κεϊλιάν Κόνγουεϊ, τη νυν εκπρόσωπο του Τραμπ, ότι ο τελευταίος ανέβαινε στις δημοσκοπήσεις, «επειδή ο κόσμος είναι ηλίθιος», ενώ ένα από τα συνθήματα της Πορείας των Γυναικών ενάντια στον Τραμπ ήταν το λογοπαίγνιο «να ξανακάνουμε την Αμερική έξυπνη (Make America Smart Again)».

usaekloges-trump3Τα παραδείγματα μπορούν εύκολα να πολλαπλασιαστούν. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η σημασία τους: η βαθιά κι ακομπλεξάριστη περιφρόνηση που νιώθουν πλέον οι σημερινές «κοσμοπολίτικες» και προοδευτικές ολιγαρχίες των μεγάλων πόλεων για τους λαούς των χωρών τους. Αρκεί, εξάλλου, να θυμηθούμε τα σχόλια των φιλοευρωπαϊστών κατά την περίοδο του Μπρέξιτ, για να πεισθούμε ότι πρόκειται πλέον για φαινόμενο με καθολική ισχύ[6]. Ουσιαστικά πρόκειται για τις σύγχρονες «εξεγερμένες» ολιγαρχίες για τις οποίες μίλαγε ο Κρίστοφερ Λας: άρχοντα στρώματα που δεν ενδιαφέρονται τόσο να διευθύνουν τις κοινωνίες, όσο ν’ αποκοπούν από αυτές προκειμένου να χαρούν τα προνόμιά τους.

Αυτό που αντίθετα πρέπει εδώ να τονιστεί είναι το γεγονός πως οι σημερινές «ταξικές» αντιθέσεις αποκτούν έναν συνολικότερο, σχεδόν ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Όπως παρατηρούσαμε με αφορμή το Μπρέξιτ, πλέον παρατηρείται μια σαφής τάση διαχωρισμού των μεγάλων πόλεων κάθε χώρας από τις μικρομεσαίες πόλεις της ενδοχώρας και την επαρχία, γενικότερα. Η διάκριση αυτή, που τείνει να λάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής πόλωσης, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις πόλεις συγκεντρώνονται πλέον οι εκπρόσωποι της παγκοσμιοποίησης και της νέας, μεταβιομηχανικής οικονομίας (σε οικονομικό επίπεδο) αλλά και της μεταμοντέρνας, χιπστερο-πολυπολιτισμικής ιδεολογίας (σε πολιτιστικό-ανθρωπολογικό επίπεδο). Αντίθετα, στη φτωχή ενδοχώρα διαβιούν τα θύματα της νέας οικονομίας, οι στρατιές των ανέργων και όλων όσοι ζουν με τα προνοιακά επιδόματα κι είναι ακόμη φορείς λαϊκών ηθών αλλά και αρετών που γεννήθηκαν εντός του αστικού κόσμου: πρόσδεση στον γενέθλιο τόπο, σεβασμός της συσσωρευμένης εμπειρίας, αγάπη για την πατρίδα κ.λπ. Πρόκειται για όλες αυτές τις μάζες των ξεχασμένων πρώην βιομηχανικών εργατών οι οποίοι, πέραν του ότι καταδικάστηκαν σταδιακά σε μια χρόνια και μόνιμη ανεργία, έχουν να υφίστανται την ανοιχτή περιφρόνηση των κοσμοπολίτικων ελίτ των πόλεων, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν διαρκώς ως καθυστερημένους και ανίκανους για «καινοτομία», ως «ρατσιστές» και «φασίστες».

γ) Το τεχνοφιλελεύθερο πρόταγμα

US-HALLOWEEN-DOG-PARADE

Τόσο στην περίπτωση του Μπρέξιτ (όπου υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ψήφισε η ενδοχώρα και εναντίον το Λονδίνο με τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις) όσο και στην περίπτωση του Τραμπ (με τον θρίαμβο του τελευταίου στις μικρές και μεσαίες πόλεις) και της Λεπέν (με τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των γαλλικών Προεδρικών εκλογών να δείχνουν τις μεγάλες και οικονομικά ευημερούσες γαλλικές πόλεις να επιπλέουν σα νησίδες σε μια θάλασσα Εθνικού Μετώπου) έχουμε την επανάληψη του ίδιου σεναρίου: η ξεχασμένη ενδοχώρα εξεγείρεται ενάντια στην εκλεπτυσμένη και «ανοιχτόμυαλη» (δηλαδή τεχνοφιλελεύθερη) ολιγαρχία των μεγάλων αστικών κέντρων ψηφίζοντας δεξιούς λαϊκιστές με πατριωτικό και αντιπαγκοσμιοποιητικό λόγο. Και από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες πόλεις συνασπίζονται πίσω από υποψηφίους σαν τον Ομπάμα, τη Χίλαρι και τον Μακρόν οι οποίοι εκφράζουν την τεχνοφιλελεύθερη και προοδευτική γραμμή ενός νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο κι οικολογικές ευαισθησίες: ώθηση στη μεταβιομηχανική οικονομία (δηλαδή στη Γουόλ Στριτ, τη Σίλικον Βάλεϊ και τα μεγάλα πανεπιστήμια) η οποία -υποτίθεται πως- δε μολύνει το περιβάλλον, αντιρατσισμός και φιλανθρωπία. Κι όλα αυτά περασμένα μ’ ένα βερνίκι «αξιοκρατίας» και «γνώσης». Πρόκειται για έναν χίπστερ σοσιαλφιλελευθερισμό ο οποίος έχει ως πολιτικό του πρόγραμμα τη συμμαχία των εκλεπτυσμένων ολιγαρχών της «οικονομίας της γνώσης» με τις μειονότητες και τους μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό της προσωπικό (καθαρίστριες, νοσοκόμες, υδραυλικοί, μάγειρες, ντελίβερι, ταξιτζήδες, νταντάδες κ.ο.κ.) εντός των μεγάλων, «global» αστικών κέντρων. Αυτή τη στρατηγική, όπως εξηγεί ο Τόμας Φρανκ (στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχους) οι Δημοκρατικοί «σύμβουλοι» την προωθούν σταθερά από τη δεκαετία του ’70, μιας και συνιστά αντανάκλαση των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 από τα οποία προέρχεται αυτή η γενιά πολιτικών[7]: συμμαχία της σπουδάζουσας κι «εκλεπτυσμένης» λευκής νεολαίας με τις μειονότητες, τις γυναίκες και τον ΛΟΑΤ κόσμο. Αυτό ακριβώς που συνιστά σήμερα το πρόταγμα των Δημοκρατικών, του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία και φυσικά του Μακρόν. Με τη μόνη διαφορά ότι οι πάλαι ποτέ «εξεγερμένοι» φοιτητές είναι πλέον βασικά γρανάζια της οικονομικής, πολιτικής και ακαδημαϊκής ολιγαρχίας. Πρόκειται για το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας και του προοδευτισμού από μια «ταξική στρατηγική» σε μια «στρατηγική αξιών», όπως το έθετε μια περίφημη έκθεση του επίσημου θινκ τανκ του γαλλικού ΣΚ, Terra Nova, καλώντας το κόμμα να κόψει τους παραδοσιακούς του δεσμούς με την εργατική τάξη[8]. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι ο σέξι και «χαρισματικός» Ομπάμα είχε απορρίψει μια υποψήφιο για τη θέση της αρχισυμβούλου οικονομικής πολιτικής επειδή το 1992 είχε μιλήσει για «αναδιανομή» του πλούτου[9].

Το πρόταγμα των Δημοκρατικών θα πρέπει να λογίζεται ως το εξής: μια πολυπολιτισμική κεντρική εξουσία στα χέρια φωτισμένων λευκών τεχνοκρατών που θα στηρίζεται στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, τις οποίες θα χρησιμοποιεί ως πολιτική πελατεία πετώντας τους ξεροκόμματα (συμβολικού τύπου νομοθετήματα κατά κύριο λόγο συν ορισμένα μέτρα θετικών διακρίσεων). Και σε αυτή όμως, ακόμα, την περίπτωση φανερώνεται η ίδια αποστασιοποίηση και αποκοπή από την κοινωνία. Διότι οι διάφορες μειονότητες δε γίνονται αντιληπτές ως δυνάμει αυτόνομα υποκείμενα, ικανά να συμμετάσχουν εξίσου στην πολιτική ζωή της κοινωνίας, αλλά ως πελατειακές ομάδες που έχουν ανάγκη την προστασία και την αρωγή κάποιας φωτισμένης πρωτοπορίας -είτε πρόκειται για την τεχνο-γραφειοκρατική βοήθεια, στην περίπτωση της προοδευτικής ολιγαρχίας, είτε για «κινηματική» προστασία, στην περίπτωση της Αριστεράς και των αναρχικών. Εμείς με κάθε ευκαιρία τονίζουμε τη σημασία του αντιμικροαστισμού των κινημάτων του ’60 στη διαμόρφωση τούτης της φοβικής μα και ταυτόχρονα ελιτίστικης στάσης απέναντι στην κοινωνία. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη και τις σχετικές ενοράσεις του Τζορτζ Όργουελ και του Κρίστοφερ Λας σχετικά με τον εξίσου καίριο ρόλο που έπαιξε η «κοσμοπολίτικη» και «φωτισμένη» λογική των προοδευτικών και αριστερών διανοούμενων ήδη από αρκετά παλιότερα. Στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχος («Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών»), εξάλλου, ο Λας δείχνει, με αφορμή την περίπτωση της Χίλαρι Κλίντον, πώς ο προοδευτισμός κι ο απορρέων από αυτόν τεχνοκρατισμός μπορεί χωρίς το παραμικρό πρόβλημα να μοιράζεται τις εμμονές του αντιαυταρχικού φαντασιακού. Αντίστοιχα, ο Ν. Κασφίκης παρουσιάζει και αναλύει την κριτική του Όργουελ στην αριστερή και προοδευτική διανόηση της εποχής του[10].

 trumb-hair-650-800x547

[1] «Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. […] Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση» (Τζ. Μπάτλερ, «Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο», www.nomadicuniversality.com, 23/1/2017).

[2] J. Cowley, “In the age of reaction, a neo-fascist has taken the White House”, newstateman.com, 9/11/2016.

[3] Εξώφυλλο του γερμανικού Spiegel (4/2/2017).

[4] S. Mehta, “Campaign 2016 updates: Republicans pounce upon Clinton ‘deplorables’ remark. She apologizes. Sort of.”, http://www.latimes.com, 10/9/2016.

[5] Πρόκειται για τον Daniel Delomez, δήμαρχο του Annezin (σύμφωνα με τον Canard Enchaîné της  26ης/4/2017).

[6] Βλ. το «Μπρέξιτ από ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά» (protagma.wordpress.com)

[7] Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κλίντον κι ο Ομπάμα υπήρξαν οι πρώτοι Πρόεδροι προερχόμενοι από τους baby boomers, τη γενιά που πρωταγωνίστησε στα νεολαιίστικα κινήματα εκείνων των δεκαετιών.

[8] Βλ. το άρθρο του διευθυντή του εν λόγω θινκ τανκ, Olivier Ferrand, « Gauche : d’une stratégie de classe à une stratégie de valeurs », Le Monde, 9/6/2011.

[9] Βλ. J. Harwood, “Don’t Dare Call the Health Law ‘Redistribution’”, The New York Times, 23/11/2013.

[10] Βλ. τις βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους.

Posted in Κείμενα | 14 Σχόλια

Tα ψηφιακά χαμστερ του Φρόυντ στη χώρα του Facebook

Aπό την Εύη Νικολοπούλου

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρόυντ, αν βρισκόταν ξαφνικά σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου 4 διαφορετικά άτομα έχουν απορροφηθεί, σκυμμένα σε 4 διαφορετικές συσκευές; Με τι όρους θα το εξηγούσε; Ποιοί είναι οι παράγοντες εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα;

Η έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα φαινόμενα της μαζικής μετανάστευσης λαών. Το 1/3 του πλανήτη, σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, είναι ενεργοί χρήστες του facebook την ίδια ώρα που το ίδιο σχεδόν ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι οι κύριος σκοπός της ζωής είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, με κύριους μηχανισμούς την πραγμάτωση της ηδονής, και την ελαχιστοποίηση του πόνου. Ιδού η ελκυστικότητα των κοινωνικών δικτύων: Μικραίνει η μοναξιά, μειώνεται ο ψυχικός πόνος της απομόνωσης. Αναμέτρητοι χρήστες, εθισμένοι στο κυνήγι του like και της επιβεβαίωσης, εργαζόμαστε σαν ψηφιακά χαμστεράκια, επιμελώς και διαρκώς, για την εξεύρεση της επόμενης,στιγμιαίας, ηδονής. Η στιγμιαία ικανοποίηση από την πλήρωση της κοινωνικής ανάγκης, είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό: απελευθερώνει την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή της ευτυχίας, και επομένως είναι η κατάλληλη ενίσχυση για την αναζήτηση της επόμενης.

H αντίληψη της χρήσης του διαδικτύου ως μια εξάρτηση όμοια με τις άλλες, είναι βολική, απλοϊκή και παντελώς λανθασμένη.

Ποιά είναι όμως η ιδιομορφία της χρήσης των social media;

1.Η αυξανόμενη ενασχόληση με την οθόνη, η καταβύθιση στον ψηφιακό κόσμο, αποκλείει μια ζωτική συνθήκη: Το σώμα. Το σώμα όχι απλά είναι αόρατο, αλλά καθίσταται σχεδόν περιττό στις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Οι εκφράσεις του προσώπου μας, η μυρωδιά, η γεύση, η αφή, η όσφρηση, τα σωματικά μας μέλη και όργανα, παίζουν μικρό ή κανένα ρόλο σε αυτόν.

2. Η ψυχοσωματική σχεσιακότητα έχει υποκατασταθεί με ηλεκτρονικά υποπροϊόντα. Σχετιζόμαστε με ψευδο-αντικείμενα: με φωτογραφίες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά παιχνίδια.

3.Τα συναισθήματα που γεννιούνται στην επαφή μας με το ανεξάντλητο πεδίο του ίντερνετ, πολλά, έντονα, συχνά πρωτόγνωρα,αλλά μικρής διάρκειας και, λόγω της ταχύτητας και της φύσης της διάδρασης, μένουν πίσω, ανεπεξέργαστα και χωρίς απεύθυνση. Οι δεσμοί με ψηφιακές οντότητες είναι απρόβλεπτες, αναξιόπιστες και δίχως σταθερότητα.

Ο χρόνος που αφιερώνουμε μπροστά στις οθόνες ξεπερνάει πλέον τον χρόνο που δραστηριοποιούμαστε εκτός αυτών. H κλασσική επικοινωνία έχει συρρικνωθεί, και το τηλέφωνο έχει πολλάκις αντικατασταθεί από το Messenger. Ο κύριος παράγοντας εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα, είναι ο φόβος του αποκλεισμού (F.O.M.O*). Αποκλεισμού από την πληροφορία, από τα γεγονότα, από τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές συζητήσεις, τις τάσεις, τις μόδες. Είναι τόσο παράδοξο όσο και τραγικό, ότι ο φόβος του αποκλεισμού μας από τις ζωές των άλλων, μας περιθωριοποιεί από το βίωμα της δικής μας offline ζωής, της πραγματικής ζωής: της αισθησιοκινητικής συσχέτισης με ζωντανά πρόσωπα και τρισδιάστατα αντικείμενα.

Ο κύριος παράγοντας του ψυχαναγκαστικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων, το τσεκάρισμα του κινητού μας αναρίθμητες φορές την ημέρα, είναι το άγχος ότι κάπου αλλού, κάπου μακριά μας, κάτι γίνεται ερήμην μας. Ότι κάποιοι άλλοι, ζουν καλύτερα, διασκεδάζουν περισσότερο, μιλάνε με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ζουν σε καλύτερα σπίτια από μας. Γι’ αυτό και σύμφωνα με έρευνες, το κοινωνικό δίκτυο με τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόκλησης άγχους ανάμεσα στους χρήστες είναι το Instagram, όπου βασιλεύει η πρόκληση εντυπώσεων: η γκλαμουριά, το φώτοσοπ, η πολυτέλεια, η επίδειξη πλούτου/ομορφιάς, η φαντασμαγορία, η ιλουστρασιόν ζωή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η παθητική κατανάλωση του facebook, το απλό και μηχανικά επαναλαμβανόμενο scroll, και η ελαχιστοποιημένη αλληλεπίδραση, θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη. Η ανεπαίσθητη σύγκριση του εαυτού και της ζωής μας με άλλα άτομα, άλλες ζωές, πέραν του ότι είναι πλήρως λανθασμένη, έχει αρνητική συνεισφορά στη διαμόρφωση της ταυτότητας, και αποτελεί αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης. Και πρόκλησης ψυχικού πόνου.

Στον πόνο όμως που προσπαθούμε να αποφύγουμε με την αυξανόμενη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών του διαδικτύου, δυστυχώς προστίθεται και η νοσταλγία του σώματος στην καθημερινή ψηφιακή ζωή. Που πηγάζει από το έλλειμμα των πραγματικών εμπειριών. Των εμπειριών που θα μπορούσαν να μπουν στο μνημονικό άλμπουμ του απολογισμού της ζωή μας, και που καθορίζουν εν τέλει την ταυτότητα μας.

Όπως έλεγε ο Μπουνιουέλ στην Τελευταία πνοή, «Πρέπει κανείς ν’ αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έστω και μικρά της κομμάτια, για να αντιληφθεί ότι η μνήμη είναι αυτή που φτιάχνει όλη μας τη ζωή. Μια ζωή δίχως μνήμη δε θα ήταν ζωή… Η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας. Χωρίς αυτή, δεν είμαστε τίποτα…».

*Στο λεξικό της Οξφόρδης, προστέθηκε ένας νέος όρος το 2013: F.O.M.O (Fear Of Missing Out)

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 1 σχόλιο

Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών

του Κρίστοφερ Λας
(προδημοσίευση από το επερχόμενο, 10o τεύχος του Προτάγματος)
Ενδεχομένως οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν αυτές τις εκλογές [1992] βασιζόμενοι στα ζητήματα της οικονομίας και μόνο. Αν όμως θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα, θα πρέπει να πείσουν ένα δύσπιστο κοινό ότι κατανοούν, μεταξύ άλλων, γιατί τόσοι γονείς βρίσκονται σήμερα σε απόγνωση σε ό,τι έχει να κάνει με την σωστή ανατροφή των παιδιών τους. Μπορεί, λοιπόν, να το πετύχει αυτό ο Μπιλ Κλίντον; Ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον: μπορεί να το καταφέρει η ακτιβίστρια για τα ζητήματα των παιδιών -όπως συνήθως αποκαλείται-, Χίλαρι Κλίντον;
[…]
Τελικά, οι γραφειοκρατικές παρεμβάσεις στην οικογένεια δεν πέτυχαν την «ενδυνάμωση» των παιδιών, αλλά την αποδυνάμωση των θεσμών που στέκονται ανάμεσα στο παιδί και την μεγαλύτερη απειλή που έχει σήμερα να αντιμετωπίσει η οικογένεια: την καταναλωτική μας κουλτούρα. Πολλοί γονείς αναγκάζονται πλέον ν’ αντιταχθούν στον καταναλωτισμό, «δίνοντας αγώνα για τις καρδιές και τα μυαλά των παιδιών τους», σύμφωνα με την έκφραση της Μπάρμπαρα Γουάιτχεντ (Barbara Whitehead). Πρόκειται, ωστόσο, για έναν αγώνα τον οποίο μάλλον χάνουν, εφόσον αδυνατούν να ανταγωνιστούν την τηλεόραση και τις ομάδες συνομηλίκων, που μαθαίνουν στα παιδιά τους να θέλουν περισσότερο από ό,τι είναι καλό γι’ αυτά και τα εθίζουν από πολύ πρώιμη ηλικία στο σεξ, στα ναρκωτικά και στην αναζήτηση διεγέρσεων. «Οι γονείς μιλούν για την πίεση που ασκείται σε παιδιά του δημοτικού για να αγοράσουν Reeboks που κοστίζουν 65 δολάρια και πετροπλυμένα τζιν των 45 δολαρίων» γράφει η Γουάιτχεντ. Σοκάρονται από το σχέδιο διανομής προφυλακτικών στα δημόσια σχολεία και, ακόμη κι αν παραδέχονται πως υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους προφυλάξεις, θέλουν να ξέρουν τι έχει οδηγήσει την κοινωνία μας σε αυτό το σημείο.
Η καταναλωτική κουλτούρα σαγηνεύει τα παιδιά από την πιο πρώιμη ηλικία, μέσα από μια ατέλειωτη προπαγάνδα εμπορευμάτων. Κι έτσι τα κάνει να μην μπορούν πλέον να υπομένουν την γονική πειθαρχία, καθώς ενισχύει την τάση τους να αντιστέκονται σε οποιονδήποτε νιώθουν πως προσπαθεί να επέμβει στη δική τους ευχαρίστηση. Η κουλτούρα της κατανάλωσης δεν διαφθείρει μονάχα τα παιδιά, με άμεσο τρόπο, αλλά υπονομεύει, μακροπρόθεσμα, και την ίδια την οικογένεια, καθώς ανεβάζει διαρκώς το θεωρούμενο ως αποδεκτό επίπεδο ζωής της μεσαίας τάξης. Οι γονείς πρέπει να εργάζονται όλο και περισσότερες ώρες προκειμένου να αποκτήσουν καταναλωτικά αγαθά που παλαιότερα θα θεωρούνταν είδη πολυτελείας, αλλά σήμερα κρίνονται απαραίτητα για μια καλή ζωή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι Αμερικανοί έχουν προσθέσει στον χρόνο του εργασιακού τους έτους σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα, σύμφωνα με την Τζούλιετ Σορ, με αποτέλεσμα, σήμερα, σε μια εποχή όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο από ποτέ άλλοτε ανάγκη από καθοδήγηση, οι αμερικανοί γονείς να βρίσκονται απορροφημένοι από τις απαιτήσεις της εργασίας.
Κι όμως, ελάχιστα έχει να προσφέρει στους σημερινούς γονείς, που υπό μια έννοια αποτελούν την πιο συντηρητική κοινωνική ομάδα στη χώρα, αυτός ο αποκαλούμενος συντηρητισμός που αρχίζει και τελειώνει με την εξύμνηση της ελεύθερης αγοράς. Οι Ρεπουμπλικάνοι μπορεί να μισούν όλα αυτά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, αλλά η αφοσίωσή τους στην κουλτούρα ενός άπληστου ατομικισμού δεν τους επιτρέπει να εντοπίσουν το πρόβλημα στην πηγή του. Εξυμνούν τον φιλόδοξο και φιλοχρήματο άνθρωπο, τον καπάτσο επενδυτή που δεν ορωδεί προ ουδενός μπρος στην επιδίωξη του πλούτου και μετά απορούν που τα παιδιά από τα γκέτο κλέβουν και σκαρώνουν απάτες αντί να διαβάζουν τα μαθήματά τους.
Σε κάθε περίπτωση, τούτη η απροθυμία των Ρεπουμπλικανών να αποδώσουν ευθύνες στην αγορά για την κατάρρευση της οικογένειας δίνει στους Δημοκρατικούς την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας και την ίδια στιγμή να ανακόψουν την πτωτική πορεία του κόμματός τους. Προσεγγίζοντας την «παιδική υπόθεση» με τα μάτια των σημερινών, ζορισμένων γονέων, οι Δημοκρατικοί μπορούν να καταστήσουν τη φράση «οικογενειακές αξίες» κάτι περισσότερο από ένα κενό σημαίνον. Μπορούν, επίσης, να αρχίσουν να επουλώνουν τους φυλετικούς διαχωρισμούς, δείχνοντας πως, όταν πρόκειται για τα παιδιά τους, όλες οι οικογένειες επιθυμούν το ίδιο πράγμα: προστασία από την εισβολή της εμπορευματοποίησης στην οικογενειακή ζωή, η οποία διαφθείρει τους νέους και υπονομεύει τη γονική εξουσία. Τα βάσανα της μαύρης μητέρας που ζει από τα προνοιακά επιδόματα και τα παιδιά της έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό της άμεσης ικανοποίησης της επιθυμίας μέσω του εξαιρετικά επικίνδυνου συμπλέγματος ναρκωτικά-εγκληματικότητα, συνιστούν απλώς την υπερβολική εκδοχή των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι γονείς τόσο μιας εργατικής ή μικρομεσαίας οικογένειας όσο και μιας οικογένειας της ανώτερης μεσαίας τάξης. Αυτό που όλοι τους χρειάζονται είναι ένας προστατευόμενος χώρος μες στον οποίο θα μπορούν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν.
Η αναγνώριση αυτής της κοινής ανάγκης μπορεί να συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην προσπάθεια υπέρβασης των ταξικών και φυλετικών φραγμών από ό,τι η κουραστική ρητορεία των Δημοκρατικών περί «συμπόνοιας» -η οποία, άλλωστε, εκφράζει και μια έντονη πατερναλιστική υπεροψία. Αν οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν πράγματι να αναλάβουν τον ρόλο της ηθικής ηγεσίας που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα, τότε θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο σεβασμός είναι σημαντικότερος από τον οίκτο όπως επίσης κι ότι σεβασμός σημαίνει να προσπαθεί κανείς ν’ ανταποκριθεί σε συλλογικά πρότυπα, όχι να ψάχνει δικαιολογίες για τον εαυτό του. Θα πρέπει, επίσης, να εγκαταλείψουν το κράτος πρόνοιας για χάρη μιας πολιτικής που θα έχει στόχο της την ενδυνάμωση της οικογένειας και τη γειτονιάς. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καταλήξουν σε μια κριτική της ελεύθερης αγοράς η οποία δε θα δίνει πάτημα στην ένσταση πως η εναλλακτική στις αγορές –δηλαδή, εν προκειμένω, η επιβολή ενός συνολικού κοινωνικού σχεδιασμού εκ μέρους μιας «νέας τάξης» «κοινωνικών μηχανικών»- συνιστά ακόμα χειρότερη επιλογή.
[…]
Posted in Κείμενα | 7 Σχόλια

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

του Ν. Γκίμπη

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας, η επανάσταση των διεκδικήσεων που παίρνει σάρκα και οστά ενώπιόν μας, έχει αποδώσει τους πλέον παραγωγικούς καρπούς: με απερχόμενο μαύρο πλανητάρχη, σιδηρές κυρίες να διευθύνουν παγκόσμιους οργανισμούς και παγκόσμιες υπερδυνάμεις, ΑμεΑ υπουργούς οικονομικών να διαχειρίζονται ολόκληρο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μουσουλμάνους δημάρχους στις πιο ισχυρές πρωτεύουσες, gay πρωθυπουργούς σε μικρές ή μεγάλες χώρες, διεμφυλικούς και castrati να αναδεικνύονται νικητές σε φεστιβαλικούς διαγωνισμούς, ό,τι ξεκίνησε πριν αρκετές δεκαετίες ως αίτημα για πολιτική αμνηστία των καταπιεσμένων μειονοτήτων σήμερα έχει εξελιχτεί σε αισθητική αναβάθμιση της εξουσίας. Αποτέλεσμα αυτής της μετακύλισης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως, σήμερα, η παγκοσμιοποιημένη εντατικοποίηση των ηθικο-πολιτικών και ταξικών διαιρέσεων δεν γνωρίζει από σύνορα, χρώμα, φυλή, φύλο, σωματικές ικανότητες και σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ενσωμάτωση στην καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι από ‘δω και στο εξής προνόμιο των ετεροκανονικών vanilla boys και ο αποκλεισμός από αυτήν δεν είναι προνόμιο της γης των κολασμένων.

Ιδού λοιπόν η πρόοδος του υπαρκτού καπιταλισμού: ο ιστορικός εκτοπισμός των οραμάτων μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων και απαλλοτρίωσης της εξουσίας από τους πολλούς προς την αφομοίωση και «κατοικιδιοποίηση» των επικίνδυνων τάξεων μαζί με το επακόλουθο κίνημα για τη μέριμνα του εαυτού, προσδίδουν μια νέα ποιότητα στην οργανωτική δομή της εξουσίας και στους τρόπους με τους οποίους ασκείται. Στα παρασκήνια του πολυπολιτισμικού καρναβαλιού όπου δήθεν γιορτάζονται η ελευθερία, η διαφορετικότητα και η αυτοέκφραση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με κατασταλτικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης της σκέψης και μια πρωτόγνωρη, ψυχωτικών εμμονών δικομανία. Ολοένα και διογκώνονται οι επιτροπές διαφάνειας, η κρατική νομοθεσία, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι ψευτο-δεοντολογικοί κώδικες ομιλίας και γραφής από administrators σε ιστοσελίδες, οι νομικοί σύμβουλοι, η σίγαση επιθετικών λέξεων σε τραγούδια, τα «safe spaces», οι ομάδες πίεσης, τα βιωματικά σεμινάρια, τα ακαδημαϊκά ελεγκτικά όργανα για την εγκυρότητα μιας έρευνας, οι ομάδες καταγραφής περιστατικών και μια σειρά ακόμα από θεσμούς κηδεμόνευσης της πρέπουσας συμπεριφοράς. Η κατάσταση δείχνει να πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την πρόληψη και αντιμετώπιση ρατσιστικών ή σεξιστικών περιστατικών. Δείχνει να πηγαίνει ακόμη περισσότερο μακριά από την κατανάλωση ethnic κουζίνας και αντιρατσιστικών φαλάφελ στα φεστιβάλ της φιλελευθερο-ελευθεριακής Αριστεράς. Στη σημερινή τροπή των πραγμάτων, η κουλτούρα του political correct λειτουργεί σαν ηθικό πλυντήριο της κοινωνικής αδικίας και σαν συνεργείο εξευγενισμού της εκμετάλλευσης, θυμίζοντας το βικτωριανό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης όπου η πιο σκληρή και αποτρόπαιη καταπίεση θεμελιώνεται πάνω σε μια υποκριτική ευγένεια αριστοκρατικού καθωσπρεπισμού.

Το νομικό οπλοστάσιο που έχει αναπτύξει το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, η απεριόριστη συσσώρευση υπαλληλο-διοικητικού Λόγου, προδιαγράφει ένα σκηνικό βγαλμένο απ’ τις πιο σκοτεινές σελίδες μιας καφκικής δίκης. Στα ερείπια των «liberté, égalité, fraternité» αναβιώνει εκ νέου μια «πολιτισμένη» προσομοίωση της εποχής του Τρόμου, εκεί που όλοι είμαστε δυνάμει κατηγορούμενοι, αν όχι και a priori ένοχοι. Πλέον, και αυτό είναι το ανησυχητικό, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου το τεκμήριο της αθωότητας υπονομεύεται και η γενίκευση του κατηγορητηρίου που αποδίδεται εις το όνομα της ορθότητας αντανακλά όχι τον κόσμο των πράξεων αλλά των αφηρημένων ιδεών. Τα άτομα δεν κρίνονται τόσο για τις πράξεις τους όσο για τον ασυνείδητο καθρέφτη που εκπροσωπούν επί της γης. Μας ενδιαφέρει κατά πολύ περισσότερο η δικαίωση ενός ιδεολογικού αγώνα που επιβάλλεται από τον άτεγκτο χαρακτήρα του κρατικού λεβιάθαν παρά το ίδιο το ενδεχόμενο ενοχής ή αθωότητας ενός συγκεκριμένου προσώπου. Φαίνεται πως τόσες δεκαετίες εκπαίδευσης στον επικοινωνιακό πόλεμο και τον βομβαρδισμό βίαιων εικόνων από τα media να μας έχει εξοικειώσει σε τέτοιο βαθμό με την κτηνωδία, ώστε το αποτρόπαιο μιας πράξης να μην μας συγκινεί τόσο όσο μια ομολογία ψυχο-ιδεολογικών κινήτρων προκειμένου αυτή να στατιστικοποιηθεί και να αποτελέσει το εμπειρικό υπόστρωμα μιας νέας μικρο-θεωρίας «φοβισμού».

Ομοφοβία, ξενοφοβία, τρανσοφοβία, χοντροφοβία, τεχνοφοβία: μια κοινωνία σε μόνιμη κατάσταση λιβιδινικής ενδοσκόπησης, μια κοινωνία που παραγκωνίζει και καταστέλλει όλες τις ανησυχίες με το πρόσχημα αποφυγής συναισθηματικών επιπλοκών. Οι βάσεις του μεταμοντέρνου μακαρθισμού είναι ψυχολογικές. Εδώ δεν πολεμούμε τον Μεγάλο Άλλο που έρχεται να ξηλώσει όλο το πολιτικο-οικονομικό status quo, αλλά τον οποιονδήποτε έρχεται να ραγίσει την εικόνα μιας ανοιχτής, πληθυντικής, πολύχρωμης και θυματολογικής κοινωνίας. Κατάσταση που δημιουργεί το εξής παράδοξο: όσο το political correct ενισχύεται θεσμικά και του αποδίδονται ολοένα και περισσότερες τιμές και εξουσίες, τόσο εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες, ελλείψει ενός επαναστατικού κινήματος, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση Δεξιά η οποία, παρά τον μετριοπαθή πολιτικό της ορίζοντα (πουθενά δεν προκύπτουν αντικαπιταλιστικά ή αντικοινοβουλευτικά ψήγματα), υιοθετεί έναν επιθετικό πολιτικό λόγο που απορροφά όλον τον πολιτικό χρόνο στην αντιπαράθεσή της με τις φιλελεύθερες ελίτ καταφέρνοντας να ραγίσει συνειδητά όλο αυτό το νεοσυγκινησιακό κέλυφος ορθότητας. Σαν τελικά αυτή η εδραίωση του ησυχασμού να ματαιώνει τις προσδοκίες της ακριβώς τη στιγμή που επιβάλλεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του δυτικο-ευρωπαϊκού κόσμου ή, ακόμα χειρότερα, σαν να προαπαιτεί τέτοιες μορφές οργανωμένης αντίδρασης προκειμένου να επιβεβαιώσει τον λόγο ύπαρξής της.

Από στρατηγικής σκοπιάς, η φιλελεύθερη εξουσία δείχνει να αναβάλλει τη μεγάλη κατάρρευση και να επιλύει μέχρι νεωτέρας τις αντινομίες της απλώς εφιστώντας την προσοχή μας σε όλα εκείνα τα επιμέρους σημεία που όντως ο σύγχρονος πολιτισμός δέχεται σοβαρές απειλές, καλώντας μας έτσι σε συμβιβασμό «για να μην ανέβει η ακροδεξιά», για ένα «δημοκρατικό τόξο ενάντια στον λαϊκισμό», για ένα «αντιφασιστικό μέτωπο». Μ’ αυτόν όμως τον συμβιβασμό όλων των ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων όχι μόνο διατηρείται στο ακέραιο ο πυρήνας των φιλελεύθερων αξιών και οι εγγενείς τους αντιφάσεις παραμένουν άθικτες, αλλά τελικά και οποιαδήποτε προτροπή για έναν άλλον προσανατολισμό της συλλογικής ζωής προσκρούει στο παγόβουνο του political correct και αντιμετωπίζεται με την ίδια καχυποψία. Η δημόσια καταδίκη του ρατσισμού και του σεξισμού πηγαίνει χέρι-χέρι με τον αφανισμό του αναρχισμού και του κομμουνισμού από το πολιτικό προσκήνιο ή ακόμη και με την επίρριψη νομικών ευθυνών για συζητήσεις που αφορούν τη διαγραφή του δημοσίου χρέους και την εθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Τον παραδοσιακό εμφύλιο μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών, πληβείων και πατρικίων, αστών και προλετάριων διαδέχεται η γενικευμενη βολιδοσκόπηση για την εύρυθμη λειτουργία ενός savoir vivre. Τα αποτελέσματα της πολιτικής ορθότητας, όπως αποδεικνύει η ίδια η εμπειρία μέχρι στιγμής, είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά διότι τελικά αυτοί που πληρώνουν την περιστολή της ελευθερίας λόγου και έκφρασης είναι άνθρωποι που ίσως υπό άλλες συνθήκες να είχαν κάτι να πουν.

Με την απαγόρευση οποιασδήποτε συζήτησης ενδέχεται να προκαλέσει δυσφορία προκύπτει μια ατμόσφαιρα ψυχολογισμού η οποία, αν και ομολογουμένως απέχει αρκετά απ’ το να εδραιώσει τη βασιλεία του ριζικού Κακού, καταφέρνει να μας υπνωτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσει αόρατα όλα εκείνα τα σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ενώπιον αυτής της συνειδητοποίησης ότι η γραφειοκρατική κηδεμονία και ο κρατικός πατερναλισμός είναι ανεπαρκείς στην επιβολή των φιλελεύθερων αξιών, οι διαφημιστές της ανοιχτής κοινωνίας –απ’ τους ψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς και τα τάγματα των απανταχού νεο-θρησκόληπτων γκουρού μέχρι τους αρθρογράφους γνώμης, τους επιστήμονες και τα δημόσια πρόσωπα– ζητούν, στα πλαίσια της ατομικιστικής διαπαιδαγώγησης, την ανάληψη πρωτοβουλιών από τα ίδια τα άτομα για τη συμμόρφωσή τους, την εθελούσια καταπίεσή τους και την εσωτερίκευση όλων των κοινωνικών αντιφάσεων που απορρέουν από την «κουλτούρα της ανοχής». Είναι σημαντικό επομένως να καλλιεργούμε εμείς οι ίδιοι την ασημαντότητά μας εφόσον, μέχρι στιγμής, αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας αποτροπής ενός απολυταρχισμού. Σαν όλη αυτή η πανταχού παρουσία της «ορθότητας» να επιπλέει πάνω στο ναυάγιο ενός κακόγουστου αστείου. Είμαστε όντως ακόμη ελεύθεροι, αλλά εντελώς κατά τύχη ή επειδή μπορεί αυτό να ευνοείται από τις οικονομικές και εισοδηματικές συγκυρίες. Ακριβώς επειδή ο καθένας μας περιορίζεται στο να κοιτάει τη δουλειά του μάς παραχωρούνται μια σειρά από τυπικές και αρνητικές ελευθερίες σε μια σκηνοθετημένη ιλαροτραγωδία.

Η φοβία μην τυχόν και η σκέψη στραβοπατήσει έξω απ’ τον σωστό δρόμο των οριοθετημένων προτύπων περιορίζει τον δημόσιο διάλογο σε ζητήματα τα οποία εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν θα προκαλέσουν εκνευρισμό, που με ευκολία θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε ή να ρίξουμε στον κάδο ανακύκλωσης. Οι επιπτώσεις είναι αποκαρδιωτικές: πρώτον, η σύγχρονη Αριστερά, μάλλον όντας σε πλήρη εναρμόνιση με την ιστορική Αριστερά, υιοθετεί όλο και περισσότερο τα όπλα του αντιπάλου για την επιβολή των σκοπών της και δεν διστάζει να προωθεί πρακτικές λογοκρισίας, να στηρίζει αγώνες να βγουν εκτός νόμου οι πολιτικοί της εχθροί ή ακόμη και να πιθηκίζει στο καθημερινό της λεξιλόγιο την κουλτούρα της πιο ακραίας υπεροψίας με αποτέλεσμα η εναντίωσή της να μην ξεπερνά τον κόσμο των φαινομένων, ενώ επί της ουσίας νομιμοποιεί τη λογική του εχθρού παίζοντας στο γήπεδό του· δεύτερον, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιστορικών διαστάσεων εξέλιξης, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως σε μια παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα όπου, κατά τα λεγόμενα του Paul Virilio, πλέον δεν αρκεί μονάχα η βιομηχανική τυποποίηση της γνώμης μέχρι του σημείου να γίνει «κοινή» αλλά και ο παγκόσμιος συγχρονισμός των συγκινήσεων ώστε να εξαλειφθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο αντίστασης.

Ο διευθυντικός στρατός των υπερευαισθητοποιημένων, ακριβώς επειδή δεν κατέχει ουδεμία κυριαρχία πάνω στη συναισθηματική του κατάσταση, προτιμά να ελέγχει τη συμπεριφορά των άλλων ώστε να αποφύγει την ψυχική αναστάτωση που μπορεί να φέρει ο αυθορμητισμός μιας προσωπικής σκέψης. Για την καταπολέμηση μιας τέτοιας εξέλιξης είναι αναγκαία η μεταγλώττιση της ομιλίας, αφενός ο υγειονομικός έλεγχος της γλώσσας που μπορεί να φτάσει τελικά μέχρι την απαγόρευση λέξεων που μπορεί να έχουν έμφυλη, εθνική, πολιτική, σεξουαλική και συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου ένα ξεχείλωμα των εννοιών μέχρι να χάσουν οποιοδήποτε σφρίγος και δυνατότητα να αποδώσουν την εξωτερική πραγματικότητα. Σ’ αυτόν τον μεταμοντέρνο αχταρμά όπου όλα είναι σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός και όπου το μόνο που μας χρειάζεται είναι οι έννοιες του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού για να δώσουμε ένα νόημα στον κόσμο, τελικά, στον βαθμό που οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιδιαιτερότητα να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα, κερδισμένη βγαίνει μόνο η μη-συναινετική επιτρεπτικότητα: ακριβώς επειδή όλες οι πράξεις ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο, δεν τίθεται λόγος να τις ιεραρχήσουμε ηθικά και να αξιολογήσουμε κάποιες θετικά έναντι άλλων. Εμάς άλλωστε μας αρκεί να μην γρατζουνιστούν οι χορδές της ευαισθησίας μας, είναι προτιμότερο όλα να συμβαίνουν μέσα στην απόλυτη απάθεια και την παράκρουση της ολικής κατάρρευσης.

Εκεί που κανείς δεν παίρνει κανέναν πια στα σοβαρά εύλογο είναι οι προλετάριοι, οι παραδουλεύτρες, τα συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί, οι online ψηφοφορίες, το κατούρημα πάνω σε έναν καμβά να βαφτίζονται «απασχολούμενοι», «οικιακές βοηθοί», «κοινωνικοί εταίροι», «συμμετοχή στα κοινά», «τέχνη». Η οργουελική newspeak της πολιτικής ορθότητας επεκτείνεται σε πολλά περισσότερα πεδία απ’ τις οφθαλμοφανείς περιπτώσεις που συνήθως μας παρουσιάζονται στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και στα καφενεία των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων. Μάλιστα αυτό ίσως να αναδεικνύει και πιο βαθιές ψυχικές διεργασίες, μιας ασυνείδητης μαζικής αδιαφορίας για τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ώστε να πρέπει να είναι κανείς «πολιτικώς ορθός» αν θέλει να δηλώσει την απέχθειά του για τον ρατσισμό των λευκών, την αποικιοκρατία, τον φασισμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την κακομεταχείριση και τη βία κατά των γυναικών. Μα επιτέλους, η πολιτική ορθότητα είναι η εύκολη λύση, το εμπόρευμα για όλες τις δουλειές, το τέλειο άλλοθι για να μας αφήσουν στην ησυχία μας, η διάθεση να διατυμπανίσουμε ότι θα σεβαστούμε το δικαίωμα του άλλου να μην τον ενοχλήσουμε ζητώντας απλά να σεβαστεί κι αυτός το δικαίωμά μας για κάτι τέτοιο.

Σε μια περιόδο όπου, μεταξύ άλλων, ο Martin Luther King θεωρείται «not all-inclusive», o Shakespeare και ο Mark Twain ρατσιστές, η Mary Poppins πρωτόπλασμα του σεξισμού, ο Ευρυπίδης μισογύνης, κάθε εφηβικός πειραματισμός τείνει να ερμηνεύεται με όρους bullying και οι stand-up κωμικοί καλούνται κάθε λίγο και λιγάκι να απολογούνται για την πολιτική ορθότητα των παραστάσεών τους, γίνεται ευκόλως εννοούμενο πως το πλήγμα στην ελευθερία είναι ανεπανόρθωτο. Τί κι αν Οι περιπέτειες του Χακ Φιν είναι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Hernest Hemingway, το θεμέλιο όλης της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας; Αυτό δεν έχει αποτρέψει τις προσπάθειες των πεφωτισμένων ακαδημαϊκών απ’ το να το μετατρέψουν σε ένα απ’ τα πιο λογοκριμένα βιβλία είτε μέσω της ολικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας του, είτε μέσω του «εξευγενισμού» λέξεων με φορτισμένο περιεχόμενο όπως η λέξη nigger. Το Index Librorum Prohibitorum είναι εδώ, σε συμπαγή και αυστηρή μορφή, με τη μόνη διαφορά ότι η παπική εξουσία έδωσε τη σκυτάλη στην πανεπιστημιακή γραφειοκρατία. Οι εξισωτικοί υπαινιγμοί που νομιμοποιούν πρακτικές λογοκρισίας δείχνουν τελικά να αγωνίζονται για την αντικατάσταση της ανθρωπότητας από μια τεχνολογικά προηγμένη, «ουδετερόφιλη» κοινωνία χωρίς σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα, προγονική καταγωγή, συναισθήματα, πολιτικές στάσεις, ηθική ευπρέπεια. Δεν είναι μόνο που η απαγόρευση λέξεων και το ρετουσάρισμα της ομιλίας πλήττει το σκέπτεσθαι και το συλλογίζεσθαι. Δεν είναι μόνο που η στρουχτουραλιστική προσέγγιση της γλώσσας επιβάλλει μια άκαμπτη μονοσημαντότητα στις λέξεις αναιρώντας κάθε υποκειμενικό και διαπροσωπικό στοιχείο που δύναται να καθορίσει τις προθέσεις και το πλαίσιο των προτάσεων. Δεν είναι μόνο που γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ρητορικής του μίσους και χιουμοριστικού κώδικα, πολιτικής αντιπαράθεσης ή καλλιτεχνικής υπερβολής. Είναι η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία που απαξιώνεται από την τεχνο-επιστημονική ουδετεροποίηση του πραγματικού κόσμου, καθιστώντας ολοένα και πιο απαραίτητο ένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων πάνω στον Λόγο και μια ενοχική αλληλοεπιτήρηση όσων λέγονται, θυμίζοντας αρκετά το 1984 όταν η γλώσσα έγινε αντικείμενο ολοκληρωτικού ελέγχου και μέσω ενός κεντρικού σχεδιασμού του λεξιλογίου, της γραμματικής και της προτασιακής λογικής κατάφερε να πολυπλοκοποιηθεί και να αλλοτριωθεί τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε που να απειλεί τον Μεγάλο Αδερφό και το Κόμμα.

Κομβικό ρόλο σε αυτήν την εκπτώχυνση του ομιλείν και του συλλογίζεσθαι έπαιξε η μετάβαση από τον τύπο του διανοούμενου ως δημόσιου λειτουργού στην ανάδυση μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκέντσιας. Η προδοσία των ανθρώπων του πνεύματος και η αποχώρησή τους από τα κοινά οφείλεται, τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς στο φαινόμενο της επαγγελματικοποίησης της δημόσιας κουλτούρας και στο ότι όλο και περισσότεροι πανεπιστημιακοί βρίσκονται έγκλειστοι και αυτοεξόριστοι στα campus, τις αίθουσες διαλέξεων και τα συνέδρια με αποτέλεσμα να έχουν χάσει κάθε επαφή με την καθομιλουμένη γλώσσα. Καθώς αρνούνται να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως συμπύκνωση μιας συλλογικής φωνής κατά της κοινωνικής αδικίας και να αφουγκραστούν τις αγωνίες και τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων, επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα, συγκροτούνται ως «ομιλούσα τάξη» και γίνονται σύμβουλοι και αυλικοί του καθεστώτος συμβάλλοντας κι αυτοί από το πόστο τους στην παρακμάζουσα αναπαραγωγή του. Ακολουθούμενοι από ένα προλεταριάτο αποφοίτων και πρώην φοιτητών καταφέρνουν να γίνουν, σύμφωνα με την ορολογία του Pierre Bourdieu, «κυρίαρχοι κυριαρχούμενοι», μεταξύ των ρετιρέ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας αφενός και των μικρομεσαίων και λαϊκών τάξεων αφετέρου. Αποκτώντας μια συνείδηση του εαυτού τους ως «ημι-ελίτ» και εκμεταλλευόμενοι την επικοινωνιακή επανάσταση των sixties αναβίωσαν μια παλαιολενινιστική αντίληψη περί «πρωτοπορίας» και δήλωσαν έτοιμοι να αναλάβουν τη μεταρρύθμιση της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας από όλα τα παρωχημένα, συντηρητικά, προνεωτερικά χαρακτηριστικά της. Καλωσορίσατε στις υπηρεσίες της Νέας Αριστεράς! Ο διορισμός σε πολιτικά γραφεία, η συμμετοχή σε δημόσια projects, η σύσταση διαφόρων κρατικών υπηρεσιών έφερε την ακαδημαϊκοποίηση της διανόησης και τη συνεπακόλουθη επιστημονική και εργαστηριακή παρένδυση του δημόσιου λόγου.

Ο καριερισμός και η στελέχωση του καπιταλιστικού μηχανισμού βρίσκουν γερό πάτημα σε ένα σύνθημα το οποίο ταλανίζει τα δημόσια πράγματα και την πολιτική σύγκρουση σχεδόν μισό αιώνα: «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η κονιορτοποίηση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, η ενασχόληση του καθενός με τα προσωπικά του ζητήματα, η «διαδικασία προσωποποίησης» της πολιτικής ζωής έφερε την εισβολή της ωφελιμιστικής ιδιώτευσης στους τόπους της δημόσιας αρετής. Ο πολιτικός λόγος έπαψε να είναι υπολογίσιμος και η διείσδυση ατομικών διεκδικήσεων στη δημόσια σφαίρα οδήγησε σε μια επιδερμική ενασχόληση με την πολιτική, εφάμιλλη με το ευχάριστο διάλειμμα που βιώνει ο τουρίστας κατά τη διάρκεια ενός weekend. Εύλογο είναι όλες αυτές οι ιδιαίτερες ομάδες που κάνανε την εμφάνισή τους μέσω των νέων κοινωνικών κινημάτων να ενδιαφέρονται πρωτίστως τελικά για τη διευθέτηση του προσωπικού τους βίου μέσω της ικανοποίησης εξατομικευμένων αιτημάτων αντί να προτάξουν ένα συλλογικό όραμα για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, μακράν του να ενισχύσουν την ηθική κρίση πάνω σε μια σειρά από προσωπικής φύσης ζητήματα, αυτά τα νέα κινήματα προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τα δημόσια ήθη με τον εμπλουτισμό γραφειοκρατικών ελέγχων και συμβουλευτικών υπηρεσιών του θεραπευτικού κράτους. Η πολιτική ορθότητα, επομένως, αντί να απελευθερώνει και να μετουσιώνει με δημιουργικό τρόπο τα συλλογικά πάθη, υπολογίζει σε μια δικονομικού τύπου καταπίεσή τους. Όμως, η αρετολογική απόκλιση του προσώπου απ’ τον ιστό των κυρίαρχων αξιών δεν τίθεται, και δεν μπορεί να τίθεται, με όρους μη-συμμόρφωσης στην τυπική λογική του νόμου ακριβώς επειδή έχει προηγηθεί ο ηθικός αναβαπτισμός του προσώπου σε ένα άλλο κοσμογονικό σύμπαν που υπόσχεται την ενότητα του καθημερινού ανταπεξέρχεσθαι με το μάγμα των αυτών των ηθικών επιταγών. Και ομολογουμένως η αναζήτηση της αρετής απέχει παρασάγγας από τη στατιστική σύγκλιση των συμπεριφορών που επιδιώκει το κηδεμονικό σύμπλεγμα των κρατικών δρώντων στην προσπάθεια να γεμίσει με ηθικο-πολιτικό συμπεριφορισμό ένα σύνολο άδειων υπάρξεων.

Αντιφασισμός, αντισεξισμός, αντιρατσισμός: εδώ, όταν δεν μιλούμε για μια άμεση επιβολή του νόμου την ώρα που η έξις της δημόσιας αρετής και το εθιμικό δίκαιο καταρρέουν, τότε πρόκειται απλώς για τις ελάχιστες διαφορές στα σημεία, τις λεπτές νότες που τελικά θα καταφέρουν μέσα σε ένα σύμπαν ομοιομορφοποίησης να μας κάνουν ξεχωριστούς απ’ τους άλλους. Από την οικουμενικότητα του ανθρώπινου όντος, το φαντασιακό του homo universalis, μετακινούμαστε προς τη μοναδικότητά του ατόμου, σε όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που θα το καταστήσουν διαφορετικό απ’ τους άλλους ώστε να γίνει ορατό μέσα στον χυλό της μάζας. Παράδοξο κι όμως αληθινό είναι ότι αυτή η μέθοδος εξάπλωσης της «διαφορετικότητας» ως αξίας μοιάζει με ασφυκτικός κλοιός ομογενοποίησης κάθε πραγματικά προσωπικού στοιχείου ώστε τελικά οι μόνοι που θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως διαφορετικοί να είναι όσοι αρνούνται τη διαφορετικότητα. Επομένως, όσο κι αν οι επαγγελματίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσπαθούν να μας πείσουν για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μπρος σε όλους τους αγώνες για την ισότητα των ευκαιριών τελικά υποκρύπτεται περισσότερο μια κοινωνική δημογραφία αναζήτησης νέων lifestyle ταυτοτήτων που είναι ικανές να τονώσουν τις δυνατότητες της Αγοράς, παρά κάποιος προθάλαμος για ένα σοσιαλιστικό και δημοκρατικό μέλλον. Δεν θα ήταν άκαιρο λοιπόν να υποθέσουμε ότι η επένδυση που επιδεικνύει ο σύγχρονος –μεταμοντέρνος, ατομικίστικος και μηδενιστικός, παρά τις όποιες διακηρύξεις του– αναρχισμός στη διαδικασία της «αποδόμησης» των ταυτοτήτων τον καθιστά αυτομάτως λαγωνικό του φιλελευθερισμού. Η θεσμοθέτηση των queer studies δεν εγγυάται σε κανένα σημείο έναν καλύτερο κόσμο. Ίσα-ίσα, αν λάβουμε υπόψη την τάση που επικρατεί σήμερα, η διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών είναι αντιστρόφως ανάλογη της συλλογικής ελευθερίας και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αυξημένη ευαισθησία σε μια τρανσέξουαλ δικαστή να μην βγάλει στο σφυρί πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας ή σε έναν μπάτσο μετανάστη να φερθεί καλύτερα από τους ντόπιους ματατζήδες σε μια διαδήλωση ή σε έναν μουσουλμάνο επιχειρηματία να μην εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του. Στους ναούς που λιβανίζεται νυχθημερόν το ευαγγέλιο της ισότητας, ξημερώνει μια πρωτόγνωρη κομφορμιστική δικτατορία.

Η σταδιακή εμπέδωση μιας cool αυταρχικοποίησης φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά την ευθραυστότητα των ίδιων της των κοινωνικών νορμών και αναπόφευκτα στρώνει το χαλί σε έναν νέου τύπου τυραννικό δεσποτισμό: όχι τόσο με όρους αναπαράστασης του εγκλήματος κάποιου χιτλερικού ή σταλινικού παραδείγματος, όσο με όρους ιστορικής συνέχειας της εσώτερης λογικής τους, δανειζόμενος την τάση «υπερ-εκκοινωνισμού» του ατόμου που προκύπτει από την κατάρρευση της ιδιωτικής σφαίρας και την ανάληψη όλων των νευραλγικών επιταγών της προσωπικής αρετής από τους κρατικούς μηχανισμούς. Ένας δεσποτισμός που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ευέλικτης, ευκίνητης, καταναλωτικής και τεχνολογικής κοινωνίας αντί της εύτακτης, συμπαγούς, παραγωγικής και βιομηχανικής κοινωνίας. Μια αντι-ουτοπία όπου ό,τι δεν θα ευνοεί την αποβλάκωση, την απάτη, την πλάνη, την κατανάλωση, τον ηδονισμό και το θέαμα θα υποκύπτει σε όλο και περισσότερα τεστ. Θα περνά αυστηρούς σωματικούς ελέγχους. Το σκέπτεσθαι θα σκανάρεται για να εξακριβωθεί η ασηπτική ουδετερότητά του. Η φυσική και πνευματική ενέργεια θα χρησιμοποιούνται με αποδοτικά οικονομικά τρόπο. Καθείς θα πρέπει να προσέχει τι λέει. Ει δυνατόν θα αυτολογοκρίνεται. Ειδάλλως, θα σέρνεται στα δικαστήρια. Θα καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Με βραχιολάκι. Αποσυρμένος στην αφάνεια.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized | 1 σχόλιο

Για μια λιτή ευημερία

του Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο μεγαλύτερος μύθος που έθρεψε η κρίση είναι εκείνος της «λιτότητας». Αν λιτότητα είναι να ξοδεύεις λιγότερα απ’ όσα βγάζεις και να ξεχρεώνεις τα δανεικά, τότε τέτοια πολιτική δεν εφαρμόστηκε ποτέ και πουθενά όλ’ αυτά τα χρόνια. Κάθε άλλο μάλιστα!

Από το 2008 έως σήμερα, το παγκόσμιο χρέος εκτοξεύθηκε κατά 30%, ξεπερνώντας τα 230 τρισ. δολλάρια και αγγίζοντας το 300% του πλανητικού ακαθάριστου προϊόντος! Οι φερόμενοι ως πρωταθλητές της «λιτότητας» Γερμανοί κατάφεραν να μειώσουν μεν το δημόσιο χρέος τους κατά 1,4% το 2013 (για πρώτη φορά από το… 1950), όμως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες τους για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της κατανάλωσης χρεώνονται ιδιωτικά. Σε μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που καμαρώνουν ότι, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου, κρατούν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο, το ιδιωτικό τους χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Πάνω από 240% του ΑΕΠ χρωστούν τα δανικά νοικοκυριά, σχεδόν 220% του δικού τους ΑΕΠ τα ολλανδικά.

Τι σόι «λιτότητα» είναι αυτή λοιπόν; Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το σκάσιμο της ιαπωνικής φούσκας των ακινήτων (τότε που τα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα στο Τόκυο έφτασε να έχουν αγοραία αξία υψηλότερη απ’ όλα τα ακίνητα της Καλιφόρνιας μαζί!), οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου επιδόθηκαν σε μια εξωφρενική κούρσα, πρωτοφανή στην ιστορία της οικουμένης, μ’ έναν σκοπό: να κρατήσουν την παράλογη, την εξωφρενική φυσαλίδα της κατανάλωσης άθικτη. Από τον Γκρήνσπαν ώς τον Ντράγκι σε σύμπνοια αγαστή μηδένισαν, ή και έριξαν κάτω από το μηδέν, τα επιτόκια (τιμωρώντας έτσι τους αποταμιευτές και αβαντάροντας τους άσωτους), πολλαπλασίασαν ανεύθυνα τις ποσότητες του κυκλοφορούντος χρήματος (η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση»), έφτασαν στο σημείο να συζητούν να ρίξουν χρήμα «με το ελικόπτερο»…

Η έκβαση; Τροφοδότησαν τη μια κρίση μετά την άλλη. Το 1990 κατέρρευσε πρώτο το χρηματιστήριο στο Τόκυο. Οι Ιάπωνες έριξαν άφθονα γεν στην αγορά για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, τα οποία εξαγόμενα προκάλεσαν τη φούσκα της Νοτιοανατολικής Ασίας που με τη σειρά της οδήγησε στο κράχ της Κορέας, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και άλλων χωρών της περιοχής το 1997. Το πληθωριστικό χρήμα κατέφυγε αυτή τη φορά στις «ασφαλείς» ΗΠΑ όπου με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων της Fed έθρεψε την επόμενη φούσκα, των Dotcom και του NASDAQ, που έσκασε τον Μάρτη του 2000. Και πάλι ο Γκρήνσπαν και η Fed αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που ήξεραν: ρίχνοντας τα επιτόκια και πλημμυρίζοντας την παγκόσμια αγορά με φτηνό χρήμα.

Με τη βοήθεια εν τω μεταξύ και του ευρώ (που κατέστησε «αξιόχρεες» ακόμη και χώρες-παραγωγικές ερήμους όπως η Ελλάδα, μπουκώνοντάς τες με δάνεια), η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: η στεγαστική φούσκα του 2007, η Lehman Brothers, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι αλλεπάλληλες φούσκες στις αγορές πρώτων υλών, ακόμη και επισιτιστικές κρίσεις στον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο λόγω του εξαγόμενου πληθωρισμού…

Για ποια «λιτότητα» που καταστρέφει τάχα τη ζωή των ανθρώπων μιλάμε λοιπόν; Ήταν η περίσσεια χρήματος που μας οδήγησε εδώ. Αυτή ευθύνεται καί για το τεράστιο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας στο εσωτερικό της Δύσης καί για την παρακμή της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Διότι οι χαμηλοί τόκοι και η ποσοτική χαλάρωση ευνοούν όχι τους ενδεείς, ούτε τους πρεκάριους, αλλά τους έχοντες και τους κατέχοντες. Και τους κατευθύνουν σε κινήσεις μεσοπρόθεσμα καταστροφικές για τους πάντες.

Γιατί να επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, γιατί να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις θέσεις εργασίας, γιατί να στήσεις μια έντιμη και χρήσιμη δουλειά όταν αγοράζοντας μετοχές και ακίνητα βλέπεις το κεφάλαιό σου να πολλαπλασιάζεται με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς; Ο DAX της Φρανκφούρτης λ.χ. αυξήθηκε από το 2009 κατά 220%, όταν η πραγματική γερμανική οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 14%. Τα ίδια ακριβώς γίνονται στις ΗΠΑ όπου η αδιανόητη φούσκα που δημιούργησε ο Ομπάμα (επί της θητείας του οποίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διπλασιάστηκε) γιγάντωσε αφενός μεν τη σπέκουλα του χρηματιστηρίου, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφετέρου δε την οργή της μέσης τάξης που εγκαταλειμμένη στην τύχη της στράφηκε προς τον χυδαίο λαϊκισμό ενός Τραμπ.

Πίσω από τα νούμερα αυτά, κρύβεται μια αλήθεια που όλες οι πολιτικές παρατάξεις (ακόμη και οι λεγόμενες αριστερές που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται τον καπιταλισμό – ιδίως μάλιστα αυτές) την τρέμουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα, η ευμάρεια, η «ανάπτυξη», η ίδια η Υπεραγία Κατανάλωση έχει όρια. Όρια ψυχικά, δημογραφικά, κοινωνικά, όρια αξεπέραστα. Υπάρχει σημείο κορεσμού. Χώρες όπως η Ιαπωνία δείχνουν ότι το σημείο αυτό ο ανεπτυγμένος κόσμος το προσεγγίζει ταχύτατα, ενδεχομένως το έχει ήδη ξεπεράσει. Το αίτημα της λιτότητας, της μείωσης δηλαδή της αλόγιστης κατανάλωσης στο φυσιολογικό, σ’ αυτό που επιτρέπουν οι πραγματικές δυνατότητες οι δικές μας και η οικολογική αντοχή του πλανήτη, θα ‘πρεπε να είναι όχι ο μπαμπούλας της λεγόμενης «αριστεράς», αλλά το κύριο, το κινητήριο σύνθημά της. Όπως και των αυτοαποκαλούμενων «συντηρητικών» άλλωστε – συντήρηση χωρίς προηγούμενη αυτοσυντήρηση δεν νοείται.

Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης θα έκλεινε μεταξύ άλλων την εισοδηματική ψαλίδα και το πελώριο χάσμα μεταξύ του λαού και των ελίτ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή στην Αμερική και την Ευρώπη. Μια νέα ισορροπία, ισορροπία σε χαμηλότερο καταναλωτικό επίπεδο αλλά ταξικά δικαιότερη, περιβαλλοντικά βιώσιμη και ψυχικά ευεργετική, μια νέα «λιτή ευημερία», όπως την αποκαλεί στη δική του γλώσσα ένας καλλιτέχνης πολύ πιο πολιτικός από τους πολιτικούς μας, ο Χρήστος Μποκόρος, θα ήταν τότε ξανά εφικτή.

Για κάτι τέτοιο όμως χρειαζόμαστε πρώτα μια πνευματική μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων. Στην ουσία, μιαν επανάσταση. Από την ύβριν, την αναρχοφιλελεύθερη αναίδεια του τύπου «Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα!», («Greed is good»,  έλεγε ειλικρινέστερα ο Γκόρντον Γκέκο) θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιομοδίτικη, τη διακωμωδούμενη από τους φαιδρούς αλλά πάντοτε στέρεη σοφία του «εκ εν τω πολλώ το ευ». Από το μονοφόρι τού τάχα μου «πολυπολιτισμικού» One World, στις «ποικίλες στοχαστικέςπροσαρμογές» της ζείδωρης τοπικότητας, της εθνικής και της κοινοτικής πολυμορφίας. Από τη λατρεία του γιγαντώδους, στην ανατίμηση του μέσου και του μικρού.

Είμαστε για όλα αυτά ικανοί; Πιθανότατα όχι. Ο homo sapiens δεν είναι δα τόσο έμφρων ώστε να μπορεί να συλλαμβάνει και να επιλύει με τρόπο συλλογικό και συντεταγμένο προβλήματα αυτής της κλίμακας. Από την άλλη πλευρά, είναι το μόνο ον που μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον. Και τη σημερινή δυστοπία ακόμη, κάποιοι την ονειρεύτηκαν κάποτε. Ας έχουμε πίστη λοιπόν στη δύναμη του αντίδρομου, του ανορθωτικού, του αναρρωτήριου ονείρου. Στο κάτω κάτω, τι άλλο μας μένει;

Αναδημοσίευση από εδώ.

Posted in Αναδημοσιεύσεις | 2 Σχόλια

Το 8ο τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή

τεύχος 8, Νοέμβριος 2015

Editorial (Η ελληνική κατάσταση – Το Ισλάμ απέναντι στη Δύση – Η ανάγκη μιας νέας πολιτιστικής δημιουργίας σε παγκόσμιο επίπεδο) Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Για το μεταναστευτικό, την Ιθαγένεια και την εθνική ταυτότητα · Νίκος Ν. Μάλλιαρης Εισαγωγή στον χιπστερισμό (Μια ανθρωπολογική προοπτική των πρόσφατων μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών) · Κριστόφ Γκιλουί «Ζώντας μαζί» ή χωριστά; – Η πολυπολιτισμικότητα και η ρήξη του κοινωνικού δεσμoύ · Φουάντ Ζακαριγιά Ο οριενταλισμός και η κρίση της σύγχρονης αραβικής κουλτούρας · Μαρτίν Λεϊμποβισί Βιοπολιτική και κατανόηση του ολοκληρωτισμού: Φουκώ, Αγκάμπεν, Άρεντ · Βιβλιοκριτικές: (Σιμόν Βέιλ) Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία. 

πατήστε στην εικόνα

8

Posted in Ανακοινώσεις | 11 Σχόλια