Ο διμέτωπος αγώνας της κριτικής

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 11ου τεύχους του Προτάγματος)

[ … ]

Σε ό,τι αφορά τη θεωρητική δουλειά που κρίνουμε σήμερα απαραίτητη, φρονούμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για έναν διμέτωπο αγώνα. Από τη μια μεριά έχουμε τον άμεσο πολιτικό μας αντίπαλο, τουτέστιν τις δεδηλωμένα ολιγαρχικές κι αντιδημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες εκτείνονται πλέον από την Ακροδεξιά κάθε είδους μέχρι τις ηπιότερες μορφές δεξιού λαϊκισμού. Στις δυνάμεις αυτές συγκαταλέγουμε και το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων, όπως θα δούμε στη συνέχεια τούτου του σημειώματος. Βασικό χαρακτηριστικό των εν λόγω δυνάμεων είναι η ιδιαίτερη εκδοχή πολιτιστικής κριτικής την οποία ασκούν σε ό,τι θεωρούν ως κατακτήσεις της Αντικουλτούρας και των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 ή, απλούστερα, της παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο εκφράζουν μια παραχαραγμένη εκδοχή ποπουλισμού, στερημένη από κάθε δημοκρατικό στοιχείο, η οποία τον μετατρέπει σε καθαρό λαϊκισμό: ναι μεν μιλούν για τις κοινωνικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, έχοντας σωστά αντιληφθεί πως οι κερδισμένοι της σύγχρονης οικονομίας είναι οι νέας κοπής hightech ολιγαρχίες, τα μορφωμένα μεσαία στρώματα και οι άμεσοι κληρονόμοι των αντιαυταρχικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, ενώ μιλούν στο όνομα του λαού, το μόνο που του προτείνουν είναι να γίνει το παθητικό πεζικό αυταρχικού τύπου «χαρισματικών» ανδρών (ή και γυναικών) κάθε είδους –από τον Τραμπ και τη Λεπέν ως τον Όρμπαν και τον Πούτιν. Ταυτόχρονα, η κριτική τους στην παγκοσμιοποίηση, ενώ υποτίθεται ότι καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, αποφεύγει να συζητήσει την ταξική-κοινωνική διάσταση του προβλήματος και απορροφάται πλήρως από το εθνικιστικό σχήμα «διεθνή κέντρα εξουσίας»-«Έθνος», κάνοντας γαργάρα το ζήτημα της ταξικής διάρθρωσης του εκάστοτε έθνους.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις δυνάμεις που θα χαρακτηρίζαμε γενικά ως «αριστερές» κι οι οποίες εκτείνονται από τις λιγότερο ακραίες –οικονομικά– και μη συντηρητικές, Προοδευτικές –σε αξιακό και πολιτιστικό επίπεδο– εκδοχές νεοφιλελευθερισμού (όπως ο λεγόμενος σοσιαλφιλελευθερισμός) μέχρι τις διάφορες συνιστώσες της καθαυτό Αριστεράς αλλά και του ελευθεριακού ή αναρχικού χώρου. Κοινό σημείο των δυνάμεων αυτών είναι η πολιτιστική τους τοποθέτηση: συνιστούν όλες τους θυγατέρες του αντιαυταρχικού πνεύματος της δεκαετίας του ’60 κι ενώ μιλούν στο όνομα της ισότητας, στην πραγματικότητα περιστέλλουν την τελευταία στη φιλελεύθερου τύπου ισότητα ευκαιριών. Σε ό,τι αφορά τους σοσιαλφιλελεύθερους η μετατόπιση αυτή από την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί ισότητας στη νεοφιλελεύθερη παραχάραξή της είναι σαφής. Η περίπτωση της Αριστεράς –ειδικά της εξωκοινοβουλευτικής– αλλά και της Αναρχίας είναι πιο περίπλοκη: μπορεί μεν εδώ, σ’ επίπεδο διακηρύξεων, να συνεχίζουμε να μιλάμε για οικονομική (στην περίπτωση της Αριστεράς) και για κοινωνική και πολιτική (στην περίπτωση της Αναρχίας) ισότητα, ωστόσο, στην πραγματικότητα, βασική μας ιδεολογία είναι ένας γενικευμένος αντιρατσισμός, τουτέστιν η πάλη ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεων φυλετικού, θρησκευτικού, εθνοτικού, έμφυλου κ.ο.κ. τύπου, και η περιστολή της πολιτικής στην αγωνιώδη υπεράσπιση των κάθε λογής ιδιαίτερων κι επί μέρους «ταυτοτήτων». Αυτό που τελικά μας κόφτει, έστω κι αν προσδιοριζόμαστε ως αντικαπιταλιστές, δεν είναι οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές ανισότητες, αλλά οι πατριαρχικού τύπου αντιλήψεις που παρακωλύουν την κοινωνική ανέλιξη των ατόμων επικαλούμενες παράγοντες όπως το χρώμα, το φύλο, οι σεξουαλικές και θρησκευτικές τους προτιμήσεις, η εθνοτική τους καταγωγή κ.λπ.

Όπως έχουμε αναλύσει αλλού εν εκτάσει[1], τα δύο αυτά στρατόπεδα αλληλεπιδρούν διαρκώς, μιας και θεωρούν αμφότερα ότι συνιστούν αντίδραση το ένα στο άλλο, βλέποντας τον αντίπαλό τους ως έκφραση των κυρίαρχων στρωμάτων ή κοινωνικών λογικών: οι δεξιοί λαϊκιστές πιστεύουν –είτε από αφέλεια είτε λόγω κουτοπονηριάς– ότι ακόμα κι οι αναρχικοί («οι αναρχικοί Βορείων Προαστίων») συνιστούν «δεκανίκια της υπερεθνικής ελίτ», δηλαδή της παγκοσμιοποίησης, ενώ, αντίθετα, οι φορείς του σύγχρονου προοδευτισμού και αυτιαυταρχισμού είναι αντιρατσιστές, επειδή θεωρούν –λόγω των ιδεολογικών τους προκαταλήψεων και εμμονών– τον «ρατσισμό», δηλαδή την Ακροδεξιά, ως τον κύριο πολιτικό κίνδυνο της εποχής.

Μπορεί, σε ό,τι μας αφορά, να είμαστε πιο κοντά στο Προοδευτικό στρατόπεδο –έστω λόγω της πολιτικής μας καταγωγής, έστω και μόνο γιατί το στρατόπεδο του δεξιού λαϊκισμού περιλαμβάνει στους κόλπους του δεδηλωμένους φασίστες και νεοναζί[2]–, ωστόσο δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το στρατόπεδο αυτό συγκεντρώνει πλέον, όλο και περισσότερο τα ανώτερα στρώματα και τη σύγχρονη «εκλεπτυσμένη» ολιγαρχία της «γνώσης» και του πολιτιστικού κεφαλαίου. Την ίδια ώρα ο δεξιός λαϊκισμός εκφράζει ένα σημαντικό μέρος των κατώτερων και λαϊκών στρωμάτων, τα οποία χαϊδεύουν διάφοροι διανοούμενοι του χώρου, προκειμένου να τα προσεταιριστούν, με τον όρο «εθνοπληβείοι»[3]. Γι’ αυτό και φρονούμε ότι πρέπει να βάλλουμε εναντίον και των δύο αυτών δυνάμεων, μιας και συνιστούν τις δύο όψεις της σύγχρονης πολιτικής μας παρακμής: το αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη έχει υφαρπαχθεί απ’ τον δεξιό λαϊκισμό, ενώ το αίτημα για ατομική ελευθερία έχει γίνει έρμαιο των παραληρημάτων του κάθε αστοιχείωτου τριαντάρη πανεπιστημιακού και των ανεκδιήγητων σημερινών φεμινιστριών.

Για τον λόγο αυτό, το ανά χείρας σημείωμα είναι χωρισμένο σε δύο μέρη: στο πρώτο εξ αυτών ασκούμε κριτική στις εγχώριες εκδοχές του δεξιού εθνολαϊκισμού, ενώ στο δεύτερο μέρος προσπαθούμε να φωτίσουμε ορισμένες όψεις του αντιαυταρχικού-Προοδευτικού φαντασιακού (αρχής γενομένης από την κριτική μας στην εγχώρια Αναρχία) αλλά και της πολύ σημαντικής του υποκατηγορίας, της περίφημης «πολιτικής των ταυτοτήτων [identity politics]. Θα διαπιστώσουμε εκεί ότι ορισμένες ιδεολογικές τάσεις χαρακτηριστικές των πιο διανοούμενων εκδοχών δεξιού λαϊκισμού, τις συναντάμε και πίσω από την τελική και καταληκτική εκδοχή του αντιαυταρχισμού, τουτέστιν της τουριστικής ιδεολογίας.

[1] Βλ. το «Εντιτόριαλ» του 10ου τεύχους του Προτάγματος.

[2] Οι οποίοι συνεχίζουν συχνά να ενεργούν κατά τα πολιτικά τους πρότυπα της δεκαετίας του ’30, εν αντιθέσει με τους τροτσκιστές και σταλινομαοϊκούς οπαδούς του ολοκληρωτισμού, του Προοδευτικού στρατοπέδου, οι οποίοι είναι μόνο κατ’ όνομα τέτοιοι, μιας και στην πραγματικότητα έχουν αφομοιωθεί από τον νεολαιίστικο χιπο-χιπστερισμό.

 [3] Βλ. Γ. Ράκκας, «Η ανάδυση των εθνοπληβείων;», ardinrixi.gr, 18/06/18.

Advertisements
This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

2 Responses to Ο διμέτωπος αγώνας της κριτικής

  1. Παράθεμα: Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και τα πολιτικά ζητήματα που μας θέτει | Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s